EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52006XC1208(04)

Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (καρτέλ) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ C 298, 8.12.2006, p. 17–22 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)
OJ C 144, 23.4.2016, p. 23–28 (MT)
Special edition in Bulgarian: Chapter 08 Volume 005 P. 3 - 8
Special edition in Romanian: Chapter 08 Volume 005 P. 3 - 8
Special edition in Croatian: Chapter 08 Volume 004 P. 62 - 67

8.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 298/17


Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (καρτέλ)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2006/C 298/11)

I.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

(1)

Η παρούσα ανακοίνωση θεσπίζει ένα πλαίσιο ώστε να ανταμείβονται για τη συνεργασία τους στην έρευνα που διεξάγει η Επιτροπή, οι επιχειρήσεις οι οποίες είναι ή υπήρξαν μέλη μυστικών συμπράξεων (καρτέλ) που δρουν στην Κοινότητα. Οι συμπράξεις(καρτέλ) είναι συμφωνίες ή/και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανταγωνιστών που αποσκοπούν στον συντονισμό της ανταγωνιστικής τους συμπεριφοράς στην αγορά ή/και στον επηρεασμό των σχετικών παραμέτρων ανταγωνισμού μέσω πρακτικών όπως ο καθορισμός των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, οι ποσοστώσεις παραγωγής ή πωλήσεων, η κατανομή των αγορών, περιλαμβανομένης της νόθευσης διαγωνισμών, ο περιορισμός των εισαγωγών ή εξαγωγών ή/και αντιανταγωνιστικές ενέργειες σε βάρος άλλων ανταγωνιστών. Οι εν λόγω πρακτικές συγκαταλέγονται μεταξύ των σοβαρότερων παραβιάσεων του άρθρου 81 ΕΚ (1).

(2)

Με τον τεχνητό περιορισμό του ανταγωνισμού που θα έπρεπε κανονικά να υπάρχει μεταξύ τους, οι επιχειρήσεις αποφεύγουν αυτές ακριβώς τις πιέσεις που τις οδηγούν στην καινοτομία όσον αφορά τόσο την ανάπτυξη προϊόντων όσο και την καθιέρωση αποτελεσματικότερων μεθόδων παραγωγής. Οι πρακτικές αυτές συνεπάγονται επίσης ακριβότερες πρώτες ύλες και ενδιάμεσα προϊόντα για τις κοινοτικές επιχειρήσεις που εφοδιάζονται από τους εν λόγω παραγωγούς, καταλήγοντας εν τέλει σε τεχνητή διαμόρφωση τιμών και περιορίζοντας τις επιλογές των καταναλωτών. Μακροπρόθεσμα δε εξασθενίζουν την ανταγωνιστικότητα και έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση.

(3)

Λόγω της ίδιας της φύσης τους, οι μυστικές συμπράξεις είναι συνήθως δύσκολο να ανιχνευθούν και να διεξαχθούν οι σχετικές έρευνες χωρίς τη συνεργασία των επιχειρήσεων ή των ιδιωτών που εμπλέκονται σ' αυτές. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι το κοινοτικό συμφέρον επιβάλλει την ανταμοιβή των επιχειρήσεων που εμπλέκονται σ' αυτή τη μορφή παράνομων πρακτικών και οι οποίες είναι πρόθυμες να θέσουν τέλος στη συμμετοχή τους και να συνεργασθούν στην έρευνα της Επιτροπής, ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες επιχειρήσεις που εμπλέκονται στο καρτέλ. Τα συμφέροντα των καταναλωτών και των πολιτών για ανίχνευση και τιμωρία των μυστικών συμπράξεων υπερτερούν έναντι του συμφέροντος της επιβολής προστίμων στις επιχειρήσεις εκείνες που επιτρέπουν στην Επιτροπή να εντοπίσει για να απαγορεύσει τις εν λόγω πρακτικές.

(4)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η συνεργασία μιας επιχείρησης στην ανακάλυψη της ύπαρξης μιας σύμπραξης (καρτέλ) έχει εγγενή αξία. Η αποφασιστική συμβολή στην κίνηση διαδικασίας έρευνας ή στον εντοπισμό μιας παράβασης μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση απαλλαγής από την επιβολή προστίμου στην εν λόγω επιχείρηση, υπό τον όρο ότι πληρούνται ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις.

(5)

Εκτός αυτού, η συνεργασία μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων μπορεί να δικαιολογεί μείωση του προστίμου από την Επιτροπή. Κάθε μείωση του ύψους του προστίμου πρέπει να είναι ανάλογη με την πραγματική συμβολή της επιχείρησης, όσον αφορά την ποιότητα και τον χρόνο της παρέμβασής της, στη διαπίστωση της παράβασης από την Επιτροπή. Οι μειώσεις των προστίμων θα περιορίζονται στις επιχειρήσεις εκείνες που παρέχουν στην Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία που συνεισφέρουν σημαντική προστιθέμενη αξία σε σχέση με εκείνα τα οποία έχει ήδη στην κατοχή της.

(6)

Εκτός από προϋπάρχοντα έγγραφα, οι επιχειρήσεις μπορούν να υποβάλουν οικειοθελώς στην Επιτροπή αναφορά σχετικά με όσα γνωρίζουν για το συγκεκριμένο καρτέλ καθώς και τον ρόλο τους εντός αυτού, την οποία εκπονούν ειδικά για να υποβληθεί στο πλαίσιο του παρόντος προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης. Οι πρωτοβουλίες αυτές αποδείχθηκαν χρήσιμες για την αποτελεσματική διεξαγωγή της έρευνας και την παύση παραβάσεων εκ μέρους των καρτέλ, και δεν θα πρέπει να αποθαρρύνονται με την έκδοση διαταγών προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο αστικής δίκης. Οι επιχειρήσεις που ζητούν επιεική μεταχείριση, μπορεί να αποθαρρυνθούν ως προς τη συνεργασία τους με την Επιτροπή βάσει της παρούσας ανακοίνωσης, αν η θέση τους στο πλαίσιο αστικής δίκης καταστεί δυσμενέστερη σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις που δεν συνεργάζονται. Αυτό το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα θα έβλαπτε σημαντικά το δημόσιο συμφέρον για εξασφάλιση αποτελεσματικής δημόσιας επιδίωξης εφαρμογής του άρθρου 81 EΚ σε υποθέσεις συμπράξεων και ως εκ τούτου για παρεπόμενη ή παράλληλη αποτελεσματική επιδίωξη ιδιωτικής ένδικης προστασίας.

(7)

Ο εποπτικός ρόλος που ανατίθεται στην Επιτροπή από τη συνθήκη σε θέματα ανταγωνισμού δεν περιλαμβάνει μόνο το καθήκον έρευνας και τιμωρίας των ατομικών παραβάσεων, αλλά και το καθήκον ανάπτυξης και άσκησης μιας γενικής πολιτικής. Η προστασία των δηλώσεων των επιχειρήσεων προς το κοινό συμφέρον δεν αποκλείει τη γνωστοποίησή τους στις άλλες επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνεται η έκθεση αιτιάσεων προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα άμυνάς τους κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, στον βαθμό που είναι δυνατόν από τεχνική άποψη να προστατευθούν και τα δύο αυτά συμφέροντα, παρέχοντας πρόσβαση στις δηλώσεις των επιχειρήσεων μόνο στα γραφεία της Επιτροπής και κατά κανόνα για μία μόνο φορά μετά την επίσημη κοινοποίηση της έκθεσης αιτιάσεων. Επίσης, η Επιτροπή θα επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα στο πλαίσιο αυτής της ανακοίνωσης σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της υπό τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 (2).

II.   ΜΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ

A.   Προϋποθέσεις για απαλλαγή από την επιβολή προστίμων

(8)

Η Επιτροπή θα χορηγεί απαλλαγή από την επιβολή προστίμου που σε άλλη περίπτωση θα επιβαλλόταν σε μια επιχείρηση η οποία αποκαλύπτει τη συμμετοχή της σε πιθανολογούμενη σύμπραξη (καρτέλ) που δρα στην Κοινότητα, εάν η εν λόγω επιχείρηση υποβάλει πρώτη πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, κατά την άποψη της Επιτροπής, θα της επιτρέψουν:

α)

να πραγματοποιήσει στοχευμένο έλεγχο σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη (3)· ή

β)

να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ σε σχέση με την πιθανολογούμενη σύμπραξη.

(9)

Προκειμένου η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει στοχευμένο έλεγχο κατά την έννοια του σημείου 8 στοιχείο α), η επιχείρηση πρέπει να παράσχει στην Επιτροπή τις πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που απαριθμούνται παρακάτω, στο βαθμό που, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν θα διακινδυνεύσει τους έλεγχους:

α)

Δήλωση της επιχείρησης (4) που περιλαμβάνει, εφόσον, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, είναι γνωστά στον αιτούντα:

Λεπτομερή περιγραφή της πιθανολογούμενης σύμπραξης, και ιδίως των στόχων της, των δραστηριοτήτων και της λειτουργίας της· το προϊόν ή την υπηρεσία που αφορά, τη γεωγραφική περιοχή που καλύπτει, τη διάρκειά της και την έκταση της αγοράς που εκτιμάται ότι επηρεάζει· τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, τόπους, περιεχόμενο και συμμετέχοντες στις επαφές σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη, καθώς και κάθε σχετική επεξήγηση όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλονται προς υποστήριξη της αίτησης.

Το όνομα και τη διεύθυνση της νομικής οντότητας που υποβάλλει την αίτηση απαλλαγής από τα πρόστιμα, καθώς και τα ονόματα και τις διευθύνσεις όλων των άλλων επιχειρήσεων που συμμετέχουν (-είχαν) στη πιθανολογούμενη σύμπραξη·

Το όνομα, τη θέση, τη διεύθυνση γραφείου και, όπου απαραίτητο, κατοικίας όλων των ιδιωτών οι οποίοι, εξ όσων γνωρίζει η αιτούσα, εμπλέκονται ή έχουν εμπλακεί στην πιθανολογούμενη σύμπραξη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ενεπλάκησαν για λογαριασμό του αιτούντος·

Αναφορά άλλων αρχών ανταγωνισμού, εντός ή εκτός της ΕΕ, τις οποίες έχει προσεγγίσει ή προτίθεται να προσεγγίσει σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη· και

β)

Άλλα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη που έχει στην κατοχή του ή στη διάθεσή του η αιτούσα κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ιδίως δε όποιο αποδεικτικό στοιχείο κατά το ίδιο χρονικό πλαίσιο με την παράβαση.

(10)

Η απαλλαγή σύμφωνα με το σημείο 8 στοιχείο α) δεν θα χορηγείται εάν, κατά τον χρόνο υποβολής, η Επιτροπή διέθετε ήδη επαρκείς αποδείξεις ώστε να εκδώσει απόφαση για διεξαγωγή ελέγχου σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη ή είχε ήδη πραγματοποιήσει σχετικό έλεγχο.

(11)

Η απαλλαγή σύμφωνα με το σημείο 8 στοιχείο β) θα χορηγείται μόνον εάν, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, η Επιτροπή δεν διέθετε επαρκείς αποδείξεις για να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη (καρτέλ) και εφόσον σε καμία επιχείρηση δεν είχε χορηγηθεί υπό όρους απαλλαγή από πρόστιμα βάσει του σημείου 8 στοιχείο α) σε σχέση με την πιθανολογούμενη σύμπραξη(καρτέλ). Για να μπορεί να τύχει απαλλαγής, η επιχείρηση πρέπει να είναι η πρώτη που υποβάλλει, ενοχοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για την πιθανολογούμενη σύμπραξη κατά το ίδιο χρονικό πλαίσιο με την παράβαση καθώς και δήλωση που περιέχει το είδος των πληροφοριών που προσδιορίζονται στο σημείο 9 στοιχείο α), που θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ.

(12)

Εκτός από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα σημεία 8 στοιχείο α), 9 και 10 ή στα σημεία 8 στοιχείο β) και 11, για να είναι σε θέση μια επιχείρηση να τύχει απαλλαγής από πρόστιμο, πρέπει σε κάθε περίπτωση να πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

Συνεργάζεται ειλικρινά (5), πλήρως, σε διαρκή βάση και με ταχύτητα από τη στιγμή που υποβάλλει την αίτηση και καθ' όλη τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών της Επιτροπής. Αυτό σημαίνει ότι:

παρέχει πρόθυμα και άμεσα στην Επιτροπή όλες τις σχετικές πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή ή στη διάθεσή της σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη·

παραμένει στη διάθεση της Επιτροπής για να απαντήσει πρόθυμα και άμεσα σε οποιοδήποτε αίτημα που μπορεί να συμβάλει στην απόδειξη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·

θέτει στη διάθεση τους εν ενεργεία (και, ει δυνατόν, τους πρώην) υπαλλήλους και διευθυντικά στελέχη της για να διεξάγουν συνεντεύξεις με την Επιτροπή·

δεν καταστρέφει, πλαστογραφεί ούτε αποκρύπτει σχετικές πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη· και

δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη ή το περιεχόμενο της αίτησής της προτού η Επιτροπή προβεί σε έκθεση αιτιάσεων σχετικά με την υπόθεση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά·

β)

Παύει την ανάμειξή της στην πιθανολογούμενη παράβαση αμέσως μετά την υποβολή της αίτησής της, εκτός από όσο, κατά την άποψη της Επιτροπής, θα ήταν εύλογα αναγκαίο για να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα των ελέγχων·

γ)

Εφόσον σκέπτεται να υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή, δεν πρέπει να έχει καταστρέψει, πλαστογραφήσει ή αποκρύψει αποδεικτικά στοιχεία της πιθανολογούμενης σύμπραξης ούτε να αποκαλύψει ότι προτίθεται να υποβάλει αίτηση ή το περιεχόμενό της, παρά μόνο σε άλλες αρχές ανταγωνισμού.

(13)

Η επιχείρηση που προέβη σε ενέργειες για να εξαναγκάσει άλλες επιχειρήσεις να συμμετέχουν στη σύμπραξη ή να παραμείνουν σ' αυτήν δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής από τα πρόστιμα. Μπορεί πάντως να ζητήσει μείωση του προστίμου, εάν ανταποκρίνεται στα σχετικά κριτήρια και πληροί όλες τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

B.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(14)

Η επιχείρηση που επιθυμεί να υποβάλει αίτηση για απαλλαγή από την επιβολή προστίμου πρέπει να έλθει σε επαφή με τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής. Η επιχείρηση μπορεί είτε να ζητήσει αρχικά να της δοθεί αριθμός προτεραιότητας είτε να υποβάλλει επίσημη αίτηση στην Επιτροπή για απαλλαγή από την επιβολή προστίμων, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις του σημείου 8 στοιχεία α) ή β), ανάλογα με την περίπτωση. Η Επιτροπή μπορεί να μην λάβει υπόψη της μια αίτηση απαλλαγής από την επιβολή προστίμου λόγω του ότι υποβλήθηκε μετά την έκθεση των αιτιάσεων.

(15)

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής μπορούν να χορηγήσουν αριθμό προτεραιότητας που εξασφαλίζει τη σειρά προτεραιότητας υποβολής της αίτησης απαλλαγής από το πρόστιμο για ένα χρονικό διάστημα που ορίζεται κατά περίπτωση, ούτως ώστε να συγκεντρωθούν οι αναγκαίες πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία. Για να εξασφαλίσει αριθμό προτεραιότητας, η αιτούσα πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή τα στοιχεία σχετικά με το όνομα και τη διεύθυνσή του, τα μέρη που συμμετέχουν στην πιθανολογούμενη σύμπραξη, το(τα) επηρεαζόμενο(α) προϊόν(τα) και γεωγραφική(ές) περιοχή(ές), τη εκτιμούμενη διάρκεια της πιθανολογούμενης σύμπραξης και τη φύση της επίμαχης συμπεριφοράς. Η αιτούσα πρέπει επίσης να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με άλλες προηγούμενες ή ενδεχομένως και μελλοντικές αιτήσεις επιεικούς μεταχείρισης προς άλλες αρχές σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη και να δικαιολογήσει την αίτηση του για χορήγηση αριθμού προτεραιότητας. Εφόσον χορηγηθεί αριθμός προτεραιότητας, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προσδιορίζουν το χρονικό διάστημα εντός του οποίου η αιτούσα πρέπει να προβεί στην ολοκλήρωση του διαβήματός της με την υποβολή των απαιτούμενων πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων που θεωρούνται ότι έχουν επαρκή αποδεικτική αξία ώστε να της χορηγηθεί η απαλλαγή. Οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγήθηκε αριθμός προτεραιότητας δεν μπορούν να ολοκληρώσουν το διάβημά τους υποβάλλοντας επίσημη αίτηση σε υποθετική βάση. Αν η αιτούσα ολοκληρώσει το διάβημά της εντός της προθεσμίας που έθεσαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, οι πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλει θα θεωρηθούν ότι υποβλήθηκαν κατά την ημερομηνία κατά την οποία του χορηγήθηκε ο αριθμός προτεραιότητας.

(16)

Η επιχείρηση που υποβάλλει επίσημη αίτηση απαλλαγής από τα πρόστιμα στην Επιτροπή, πρέπει:

α)

να υποβάλει στην Επιτροπή όλες τις πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη, όπως ορίζονται στα σημεία 8 και 9, συμπεριλαμβανομένων των εταιρικών δηλώσεων· ή

β)

να υποβάλει αρχικά τις εν λόγω πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία σε υποθετική βάση, οπότε η επιχείρηση πρέπει να υποβάλει κατάλογο με λεπτομερή αναφορά των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία προτίθεται να γνωστοποιήσει σε μεταγενέστερη από κοινού καθοριζόμενη ημερομηνία. Στον κατάλογο πρέπει να απεικονίζεται με ακρίβεια η φύση και το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων, ενώ παράλληλα διατηρείται η υποθετική βάση της γνωστοποίησής τους. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν αντίγραφα εγγράφων, από τα οποία έχουν απαλειφθεί τα ευαίσθητα αποσπάσματα, για να επεξηγηθεί η φύση και το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων. Η επωνυμία της αιτούσας επιχείρησης και των άλλων επιχειρήσεων που εμπλέκονται στην πιθανολογούμενη σύμπραξη δεν χρειάζεται να αποκαλυφθούν έως ότου υποβληθούν τα αποδεικτικά στοιχεία που περιγράφονται στην αίτηση. Ωστόσο, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς το προϊόν ή η υπηρεσία που αφορά η πιθανολογούμενη σύμπραξη, η γεωγραφική περιοχή που καλύπτει και η εκτιμούμενη χρονική διάρκεια.

(17)

Εφόσον της ζητηθεί, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού παρέχει απόδειξη παραλαβής της αίτησης της επιχείρησης για απαλλαγή από την επιβολή προστίμου, επιβεβαιώνοντας την ημερομηνία και, κατά περίπτωση, την ώρα υποβολής της αίτησης.

(18)

Μόλις η Επιτροπή λάβει τις πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε η επιχείρηση σύμφωνα με το σημείο 16 στοιχείο α) και εξακριβώσει ότι πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στο σημείο 8 στοιχεία α) ή β), χορηγεί στην επιχείρηση εγγράφως απαλλαγή υπό όρους από την επιβολή προστίμου.

(19)

Αν η επιχείρηση υπέβαλε πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία σε υποθετική βάση, η Επιτροπή ελέγχει αν η φύση και το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων που περιγράφονται λεπτομερώς στον κατάλογο που αναφέρεται στο σημείο 16 στοιχείο β) πληρούν τις προϋποθέσεις του σημείου 8 στοιχεία α) ή β), ανάλογα με την περίπτωση, και ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση. Μετά την αποκάλυψη των αποδεικτικών στοιχείων το αργότερο κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, και αφού διαπιστώσει ότι αντιστοιχούν στην περιγραφή που έγινε στον σχετικό κατάλογο, η Επιτροπή χορηγεί στην επιχείρηση εγγράφως απαλλαγή υπό όρους από την επιβολή προστίμου.

(20)

Εάν είναι προφανές ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί απαλλαγή ή ότι η επιχείρηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο σημείο 8 στοιχεία α) ή β), ανάλογα με την περίπτωση, η Επιτροπή ενημερώνει την επιχείρηση εγγράφως. Στην περίπτωση αυτή, η επιχείρηση μπορεί να αποσύρει τα αποδεικτικά στοιχεία που αποκάλυψε στο πλαίσιο της αίτησής της για απαλλαγή από τα πρόστιμα ή να ζητήσει από την Επιτροπή να τα εξετάσει βάσει του τμήματος III της παρούσας ανακοίνωσης. Αυτό δεν εμποδίζει την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει τις συνήθεις εξουσίες έρευνάς της για να συγκεντρώσει τα στοιχεία αυτά.

(21)

Η Επιτροπή δεν θα εξετάζει άλλες αιτήσεις για απαλλαγή από πρόστιμα προτού αποφανθεί επί της αιτήσεως που της έχει ήδη υποβληθεί σχετικά με την ίδια πιθανολογούμενη παράβαση, ανεξάρτητα από κατά πόσο η αίτηση απαλλαγής υποβλήθηκε επίσημα ή κατόπιν αίτησης χορήγησης αριθμού προτεραιότητας.

(22)

Εάν, στο τέλος της διοικητικής διαδικασίας, η επιχείρηση πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις που ορίζονται στο σημείο 12, η Επιτροπή της χορηγεί απαλλαγή από τα πρόστιμα με σχετική απόφαση. Εάν, στο τέλος της διοικητικής διαδικασίας, η επιχείρηση δεν πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις που ορίζονται στο σημείο 12, η επιχείρηση δεν τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης βάσει της παρούσας ανακοίνωσης. Αν η Επιτροπή, αφού χορηγήσει υπό όρους απαλλαγή, διαπιστώσει εν τέλει ότι η αιτούσα την απαλλαγή ενήργησε ως «εξαναγκαστής», κατακρατεί την απαλλαγή.

III.   ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ

A.   Προϋποθέσεις για τη μείωση του ύψους του προστίμου

(23)

Οι επιχειρήσεις οι οποίες αποκαλύπτουν τη συμμετοχή τους σε πιθανολογούμενη σύμπραξη που θίγει την Κοινότητα και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που περιέχονται στο τμήμα ΙΙ ανωτέρω, μπορεί να είναι επιλέξιμες για μείωση του προστίμου που θα τους επιβαλλόταν διαφορετικά.

(24)

Για να πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις, μια επιχείρηση πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πιθανολογούμενη παράβαση τα οποία αντιπροσωπεύουν σημαντική προστιθέμενη αξία σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει ήδη στην κατοχή της η Επιτροπή και πρέπει να πληροί σωρευτικά τις προϋποθέσεις που προβλέπονται ανωτέρω στο σημείο 12 α) έως γ).

(25)

Η έννοια της «προστιθέμενης αξίας» αναφέρεται στο βαθμό στον οποίο τα παρεχόμενα αποδεικτικά στοιχεία ενισχύουν, λόγω της ίδιας της φύσης τους ή/και του επιπέδου των λεπτομερειών τους, την ικανότητα της Επιτροπής να αποδείξει την πιθανολογούμενη σύμπραξη. Κατά την εκτίμηση αυτή, η Επιτροπή θα θεωρεί κατά κανόνα ότι τα γραπτά αποδεικτικά στοιχεία που χρονολογούνται από τη χρονική περίοδο την οποία αφορούν τα πραγματικά περιστατικά έχουν μεγαλύτερη αξία από τα μεταγενέστερα αποδεικτικά στοιχεία. Ενοχοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται άμεσα στα εν λόγω πραγματικά περιστατικά θα θεωρούνται κατά κανόνα ότι έχουν μεγαλύτερη αξία από εκείνα που αναφέρονται έμμεσα μόνο σε αυτά. Επίσης, ο απαιτούμενος βαθμός επιβεβαίωσης των υποβαλλόμενων αποδεικτικών στοιχείων από άλλες πηγές προκειμένου να θεωρηθούν αξιόπιστα έναντι των άλλων επιχειρήσουν που εμπλέκονται στην υπόθεση, επηρεάζει την αξία αυτών των στοιχείων, ούτως ώστε αδειάσειστα αποδεικτικά στοιχεία θα έχουν μεγαλύτερη αξία από στοιχεία όπως οι δηλώσεις, που απαιτούν επιβεβαίωση εφόσον αμφισβητηθούν.

(26)

Σε κάθε απόφαση που εκδίδει στο τέλος της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή θα προσδιορίζει το επίπεδο της μείωσης του προστίμου του οποίου θα τύχει μια επιχείρηση σε σχέση με το πρόστιμο που θα είχε διαφορετικά επιβληθεί. Για την/τις:

πρώτη επιχείρηση που παράσχει σημαντική προστιθέμενη αξία: μείωση 30-50 %,

δεύτερη επιχείρηση που παράσχει σημαντική προστιθέμενη αξία: μείωση 20-30 %,

επόμενες επιχειρήσεις που παρέχουν σημαντική προστιθέμενη αξία: μείωση μέχρι 20 %.

Προκειμένου να προσδιορίσει το επίπεδο της μείωσης του προστίμου εντός των παραπάνω ορίων, η Επιτροπή θα λάβει υπόψη της τον χρόνο κατά τον οποίο υποβλήθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία που πληρούν την προϋπόθεση του σημείου 24 και τον βαθμό της «προστιθέμενης αξίας» που αυτά τα στοιχεία αντιπροσωπεύουν.

Εάν η αιτούσα τη μείωση είναι η πρώτη που υποβάλει αδειάσειστα αποδεικτικά στοιχεία κατά την έννοια του στοιχείου 25 τα οποία χρησιμοποιεί η Επιτροπή για να αποδείξει πρόσθετα περιστατικά που αυξάνουν τη βαρύτητα ή τη διάρκεια της παράβασης, η Επιτροπή δεν θα λάβει υπόψη τα πρόσθετα στοιχεία αυτά κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου που θα επιβάλει στην επιχείρηση η οποία παρέσχε τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.

B.   Διαδικασία

(27)

Κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να τύχει μείωσης του ύψους του προστίμου πρέπει να υποβάλει επίσημη αίτηση στην Επιτροπή συνοδευόμενη από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη ώστε να είναι επιλέξιμη για μείωση του πρόστιμου σύμφωνα με το σημείο 24 της παρούσας ανακοίνωσης. Εφόσον μια επιχείρηση υποβάλλει οικειοθελώς αποδεικτικά στοιχεία στην Επιτροπή, τα οποία επιθυμεί να ληφθούν υπόψη για την ευνοϊκή της μεταχείριση με βάση το τμήμα III της παρούσας ανακοίνωσης, πρέπει να αναφέρει ρητά, κατά τον χρόνο της προσκόμισής τους, ότι αποτελούν μέρος επίσημης αίτησης για μείωση του προστίμου.

(28)

Εφόσον της ζητηθεί, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού παρέχει απόδειξη παραλαβής της αίτησης της επιχείρησης για μείωση του ύψους του προστίμου και για κάθε μεταγενέστερη υποβολή αποδεικτικών στοιχείων, επιβεβαιώνοντας την ημερομηνία και, κατά περίπτωση, την ώρα υποβολής της αίτησης και κάθε κατάθεσης. Η Επιτροπή δεν θα αποφαίνεται σχετικά με αίτηση για μείωση του ύψους του προστίμου προτού αποφανθεί επί τυχόν αιτήσεων που της έχουν ήδη υποβληθεί για υπό όρους απαλλαγή από τα πρόστιμα σχετικά με την ίδια πιθανολογούμενη σύμπραξη.

(29)

Εάν η Επιτροπή καταλήξει προκαταρκτικά στο συμπέρασμα ότι οι αποδείξεις που υπέβαλε μια επιχείρηση συνιστούν προστιθέμενη αξία κατά την έννοια των σημείων 24 και 25, και ότι η επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 12 και 27, ενημερώνει εγγράφως την επιχείρηση, το αργότερο κατά την ημερομηνία κοινοποίησης της έκθεσης αιτιάσεων, για την πρόθεσή της να προβεί σε μείωση του ύψους του προστίμου εντός των συγκεκριμένων ορίων που προβλέπονται στο σημείο 26. Η Επιτροπή ενημερώνει επίσης εγγράφως την επιχείρηση, εντός της ίδιας προθεσμίας, εάν καταλήξει προκαταρκτικά στο συμπέρασμα ότι η επιχείρηση δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια για μείωση του προστίμου. Η Επιτροπή μπορεί να μην λάβει υπόψη της μια αίτηση για μείωση προστίμου λόγω του ότι υποβλήθηκε μετά την έκδοση της έκθεσης αιτιάσεων.

(30)

Σε οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνει στο τέλος της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή θα αξιολογεί την τελική θέση κάθε επιχείρησης που κατέθεσε αίτηση για μείωση προστίμου. Στις εν λόγω αποφάσεις η Επιτροπή θα προσδιορίζει:

α)

κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε η επιχείρηση είχαν σημαντική προστιθέμενη αξία σε σχέση με εκείνα που είχε κατά τον χρόνο εκείνο στην κατοχή της η Επιτροπή·

β)

κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται ανωτέρω στο σημείο 12 στοιχείο α) έως στοιχείο γ)·

γ)

το ακριβές επίπεδο της μείωσης του προστίμου του οποίου θα τύχει η επιχείρηση εντός των ορίων που αναφέρονται στο σημείο 26.

Αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η επιχείρηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο σημείο 12, η επιχείρηση δεν θα τύχει καμιάς ευνοϊκής μεταχείρισης σύμφωνα με την παρούσα ανακοίνωση.

IV.   ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΟΒΑΛΛΟΥΝ ΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

(31)

Δήλωση της επιχείρησης είναι η εκούσια αναφορά εκ μέρους ή για λογαριασμό μιας επιχείρησης προς την Επιτροπή σχετικά με τα όσα γνωρίζει η επιχείρηση για μια σύμπραξη (καρτέλ) και τον ρόλο της σ' αυτήν, η οποία εκπονείται ειδικά για να υποβληθεί στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης. Κάθε δήλωση προς την Επιτροπή στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης, αποτελεί μέρος του φακέλου της Επιτροπής, και επομένως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο.

(32)

Εφόσον ζητηθεί από την αιτούσα, η Επιτροπή μπορεί να δεχθεί την υποβολή των δηλώσεων της επιχείρησης προφορικά, εκτός αν η αιτούσα έχει ήδη αποκαλύψει το περιεχόμενο της εταιρικής δήλωσης σε τρίτα μέρη. Οι προφορικές δηλώσεις της επιχείρησης θα ηχογραφούνται και θα καταγράφονται σε πρακτικά στα γραφεία της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 (6) και τα άρθρα 3 και 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 773/2004 (7), στις επιχειρήσεις που προβαίνουν σε προφορικές εταιρικές δηλώσεις παρέχεται η ευκαιρία να ελέγχουν την τεχνική ακρίβεια της ηχογράφησης, που διατίθεται στα γραφεία της Επιτροπής, και να διορθώσουν το περιεχόμενο των προφορικών τους δηλώσεων εντός ορισμένης προθεσμίας. Οι επιχειρήσεις μπορούν να παραιτηθούν από τα δικαιώματά τους αυτά εντός της εν λόγω προθεσμίας, οπότε οι ηχογραφήσεις θεωρούνται εφεξής ότι έχουν εγκριθεί. Μετά τη ρητή ή σιωπηρή έγκριση της προφορικής δήλωσης ή την υποβολή τυχόν διορθώσεων επ' αυτής, η επιχείρηση ακούει τις ηχογραφήσεις στα γραφεία της Επιτροπής και ελέγχει την ακρίβεια της καταγραφής στους στα πρακτικά εντός ορισμένης προθεσμίας. Η μη συμμόρφωση με την τελευταία αυτή απαίτηση μπορεί να επιφέρει απώλεια κάθε ευνοϊκής μεταχείρισης βάσει της παρούσας ανακοίνωσης.

(33)

Η πρόσβαση στις δηλώσεις της επιχείρησης παρέχεται μόνο στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η έκθεση των αιτιάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι δεσμεύονται -μαζί με τους νομικούς τους συμβούλους που αποκτούν πρόσβαση για λογαριασμό τους- να μην παράγουν αντίγραφα με μηχανικά ή ηλεκτρονικά μέσα οποιασδήποτε πληροφορίας που περιέχει η δήλωση της επιχείρησης στην οποία παρέχεται πρόσβαση, και να μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες που προέρχονται από τη δήλωση να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τους παραπάνω αναφερόμενους σκοπούς. Άλλα μέρη, όπως οι καταγγέλλοντες, δεν έχουν πρόσβαση στις δηλώσεις της επιχείρησης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η ειδική προστασία της δήλωσης επιχείρησης δεν δικαιολογείται εφόσον η αιτούσα αποκαλύπτει το περιεχόμενό της σε τρίτα μέρη.

(34)

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τους κανόνες για την πρόσβαση στον φάκελο της Επιτροπής (8), πρόσβαση στον φάκελο παρέχεται μόνο στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η έκθεση αιτιάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τον φάκελο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο στο πλαίσιο δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού που αφορούν τις σχετικές διοικητικές διαδικασίες. Η χρησιμοποίηση των εν λόγω πληροφοριών για διαφορετικούς σκοπούς κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να θεωρηθεί ως έλλειψη συνεργασίας κατά την έννοια των σημείων 12 και 27 της παρούσας ανακοίνωσης. Επιπλέον, εφόσον η εν λόγω χρήση γίνεται αφού η Επιτροπή έχει ήδη εκδώσει απόφαση απαγόρευσης κατά τη διαδικασία, η Επιτροπή μπορεί, σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων, να ζητήσει από το δικαστήριο να αυξήσει το πρόστιμο έναντι της υπεύθυνης επιχείρησης. Αν οι πληροφορίες χρησιμοποιηθούν για διαφορετικούς σκοπούς, καθ' οιονδήποτε χρόνο, με την παρέμβαση εξωτερικού συμβούλου, η Επιτροπή μπορεί να αναφέρει το γεγονός στον Δικηγορικό Σύλλογο του εν λόγω συμβούλου, προκειμένου να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία.

(35)

Οι δηλώσεις επιχειρήσεων στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης μπορούν να διαβιβασθούν μόνο στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ανακοίνωση για το Δίκτυο (9) και εφόσον το επίπεδο προστασίας της εχεμύθειας που παρέχει η οικεία αρχή ανταγωνισμού είναι αντίστοιχο με εκείνο που παρέχει η Επιτροπή.

V.   ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

(36)

Η Επιτροπή δεν θα αποφαίνεται σχετικά με τη χορήγηση υπό όρους απαλλαγής από τα πρόστιμα, ή γενικότερα σχετικά με την αποδοχή ή μη οποιασδήποτε σχετικής αίτησης, εάν είναι προφανές ότι η αίτηση αφορά παραβάσεις που καλύπτονται από την πενταετή παραγραφή για την επιβολή κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, δεδομένου ότι οι εν λόγω αιτήσεις θα ήταν άνευ αντικειμένου.

(37)

Από την ημερομηνία δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα, η παρούσα ανακοίνωση αντικαθιστά την ανακοίνωση του 2002 σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ), για όλες τις υποθέσεις στις οποίες καμία επιχείρηση δεν ήλθε σε επαφή με την Επιτροπή προκειμένου να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης που αναφέρεται στην ανακοίνωση εκείνη. Ωστόσο, τα σημεία 31 έως 35 της παρούσας ανακοίνωσης θα εφαρμόζονται από τον χρόνο της δημοσίευσής τους σε όλες τις εκκρεμείς και τις νέες αιτήσεις απαλλαγής από τα πρόστιμα ή μείωσης του ύψους τους.

(38)

Η Επιτροπή έχει επίγνωση του γεγονότος ότι με την παρούσα ανακοίνωση θα δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην οποία οι επιχειρήσεις μπορούν να βασίζονται κατά την αποκάλυψη της ύπαρξης συμπράξεων (καρτέλ) προς αυτήν.

(39)

Σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή, το γεγονός ότι μια επιχείρηση συνεργάσθηκε με την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας θα αναφέρεται σε κάθε απόφαση, ώστε να εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους χορηγήθηκε απαλλαγή ή μείωση προστίμου. Το γεγονός ότι μια επιχείρηση τυγχάνει απαλλαγής από τα πρόστιμα ή μείωσης του ύψους τους δεν την απαλλάσσει από την αστική ευθύνη που συνεπάγεται η συμμετοχή της σε παράβαση του άρθρου 81 της συνθήκης ΕΚ.

(40)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι κανονικά η δημόσια αποκάλυψη εγγράφων ή καταγραμμένων δηλώσεων που έχει λάβει στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης θα έθετε σε κίνδυνο ορισμένα δημόσια ή ιδιωτικά συμφέροντα, όπως για παράδειγμα, την προστασία του σκοπού των ελέγχων και των ερευνών κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 (10).


(1)  Στο παρόν κείμενο, η αναφορά στο άρθρο 81 EΚ καλύπτει επίσης το άρθρο 53 EΟΧ, εφόσον εφαρμόζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 56 της συμφωνίας ΕΟΧ.

(2)  ΕΕ L 8 της 18.1.2001, σ. 1.

(3)  Η εκτίμηση της στάθμης θα λάβει χώρα ex ante, δηλαδή χωρίς να λαμβάνεται υπόψη αν ο συγκεκριμένος έλεγχος ήταν ή δεν ήταν επιτυχής ή αν ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε ή όχι. Η εκτίμηση θα γίνεται αποκλειστικά με βάση τον τύπο και την ποιότητα των πληροφοριών που υποβάλλονται από τις επιχειρήσεις.

(4)  Οι δηλώσεις της επιχείρησης μπορεί να έχουν τη μορφή εγγράφου που υπογράφεται από ή για λογαριασμό της επιχείρησης ή να γίνουν προφορικά.

(5)  Αυτό προϋποθέτει ιδιαίτερα ότι η αιτούσα υποβάλλει ακριβείς, μη παραπλανητικές, και πλήρεις πληροφορίες. Βλέπε Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 29 Ιουνίου 2006 στην υπόθεση C-301/04 Ρ, Επιτροπή κατά SGL Carbon AG κ.α., παράγραφοι 68-70 και Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 28 Ιουνίου 2005 στις υποθέσεις C-189/02 Ρ, C-202/02 Ρ, C-205/02 Ρ, C-208/02 Ρ και C-213/02 Ρ, Dansk Rørindustri A/S κ.α. κατά Επιτροπής, παράγραφοι 395-399.

(6)  ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 18.

(8)  ΕΕ C 325 της 22.12.2005, σ. 7.

(9)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού, ΕΕ C 101 της 27.4.2004, σ. 43.

(10)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.


Top