EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52017HB0044

Σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 28ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τις πολιτικές διανομής μερισμάτων (ΕΚΤ/2017/44)

ΕΕ C 8 της 11.1.2018, p. 1–3 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

11.1.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 8/1


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΚΕΝΤΡΙΚΉΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ

της 28ης Δεκεμβρίου 2017

σχετικά με τις πολιτικές διανομής μερισμάτων

(ΕΚΤ/2017/44)

(2018/C 8/01)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 127 παράγραφος 6 και το άρθρο 132,

Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως το άρθρο 34,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 3,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΚΤ/2014/17) (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Είναι ανάγκη τα πιστωτικά ιδρύματα να συνεχίσουν να προετοιμάζονται για την έγκαιρη και πλήρη εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) σε ένα μακροοικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον που αποτελεί πρόκληση και ασκεί πίεση στην κερδοφορία τους και, συνακόλουθα, στην ικανότητά τους να διαμορφώνουν την κεφαλαιακή τους βάση. Ακόμη, ενώ τα πιστωτικά ιδρύματα είναι ανάγκη να χρηματοδοτούν την οικονομία, μία συντηρητική πολιτική διανομής μερισμάτων αποτελεί μέρος ενός συστήματος κατάλληλης διαχείρισης των κινδύνων και ενός υγιούς τραπεζικού συστήματος. Εν προκειμένω θα πρέπει να εφαρμόζεται η ίδια μέθοδος με εκείνη η οποία προβλέφθηκε στη σύσταση ΕΚΤ/2016/44 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (5),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΣΤΑΣΗ:

I.

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτείται να θεσπίζουν πολιτικές διανομής μερισμάτων στη βάση συντηρητικών και συνετών παραδοχών, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εξακολουθούν να πληρούν τις εκάστοτε εφαρμοστέες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τα αποτελέσματα της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process – SREP) μετά από κάθε διανομή.

α)

Τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτείται να πληρούν ανά πάσα στιγμή τις εφαρμοστέες ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις («απαιτήσεις του Πυλώνα 1»). Αυτές αφορούν δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ίσο με 4,5 %, δείκτη κεφαλαίου της κατηγορίας 1 ίσο με 6 % και συνολικό δείκτη κεφαλαίου ίσο με 8 %, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

β)

Εξάλλου, τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτείται να πληρούν ανά πάσα στιγμή τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται, πέραν των απαιτήσεων του Πυλώνα 1, με την απόφαση κατόπιν της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ.1024/2013 («απαιτήσεις του Πυλώνα 2»).

γ)

Επίσης, τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτείται να πληρούν συνδυαστικά τις απαιτήσεις διατήρησης αποθεμάτων ασφαλείας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 128 σημείο 6 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

δ)

Τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτείται επίσης να πληρούν στο ακέραιο («fully-loaded») (6) τον δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, τον δείκτη κεφαλαίου κατηγορίας 1 και τον συνολικό δείκτη κεφαλαίου κατά την ημερομηνία λήξης του μεταβατικού καθεστώτος. Η εν λόγω απαίτηση αφορά την πλήρη εφαρμογή των ως άνω δεικτών μετά την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων και, συνδυαστικά, των απαιτήσεων διατήρησης αποθεμάτων ασφαλείας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 128 σημείο 6 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Οι μεταβατικές διατάξεις καθορίζονται στον τίτλο ΧΙ της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και στο δέκατο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να πληρούνται τόσο σε ενοποιημένο όσο και σε ατομικό επίπεδο, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παρέκκλισης από την εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομικό επίπεδο, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.

Η ΕΚΤ συστήνει τα ακόλουθα αναφορικά με την καταβολή μερισμάτων από τα πιστωτικά ιδρύματα (7) το 2018 για τη χρήση του 2017:

α)

Κατηγορία 1: Πιστωτικά ιδρύματα που i) πληρούν τις εφαρμοστέες κεφαλαιακές απαιτήσεις της παραγράφου 1 στοιχεία α), β) και γ) και ii) πληρούν ήδη στο ακέραιο τους δείκτες της παραγράφου 1 στοιχείο δ) την 31η Δεκεμβρίου 2017 θα πρέπει να προβαίνουν στη διανομή μερισμάτων από τα καθαρά τους κέρδη σε συντηρητική βάση, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εξακολουθήσουν να ανταποκρίνονται σε όλες τις απαιτήσεις και τα αποτελέσματα της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, ακόμη και σε περίπτωση επιδείνωσης των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών συνθηκών·

β)

Κατηγορία 2: Πιστωτικά ιδρύματα που πληρούν τις εφαρμοστέες κεφαλαιακές απαιτήσεις της παραγράφου 1 στοιχεία α), β) και γ), αλλά δεν πληρούν στο ακέραιο τους δείκτες της παραγράφου 1 στοιχείο δ) την 31η Δεκεμβρίου 2017, θα πρέπει να προβαίνουν στη διανομή μερισμάτων από τα καθαρά τους κέρδη σε συντηρητική βάση, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εξακολουθήσουν να ανταποκρίνονται σε όλες τις απαιτήσεις και τα αποτελέσματα της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, ακόμη και σε περίπτωση επιδείνωσης των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Επίσης, θα πρέπει να προβαίνουν στην καταβολή μερισμάτων μόνο στην έκταση που εξασφαλίζει κατ’ ελάχιστον μία γραμμική (8) πορεία προς την απαιτούμενη επίτευξη των δεικτών στο ακέραιο κατά την παράγραφο 1 στοιχείο δ) της παρούσας και τα αποτελέσματα της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης·

γ)

Κατηγορία 3: Πιστωτικά ιδρύματα που δεν πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 στοιχείο α), β) ή γ) θα πρέπει κατ’ αρχήν να απέχουν από την όποια διανομή μερισμάτων.

Πιστωτικά ιδρύματα που πιστεύουν ότι αδυνατούν να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας σύστασης διότι θεωρούν ότι υπέχουν νομική υποχρέωση καταβολής μερισμάτων θα πρέπει να επικοινωνούν αμέσως με την οικεία μεικτή εποπτική ομάδα.

Τα πιστωτικά ιδρύματα των κατηγοριών 1, 2, και 3 που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α), β) και γ) θα πρέπει επίσης να πληρούν τις κατευθύνσεις του Πυλώνα 2. Υπό κατά τα άλλα όμοιες περιστάσεις, οι κεφαλαιακές ανάγκες (9) αναμένεται να παραμείνουν γενικά σταθερές. Εφόσον ένα πιστωτικό ίδρυμα λειτουργεί ή αναμένει ότι θα λειτουργήσει σε επίπεδο χαμηλότερο από τις κατευθύνσεις του Πυλώνα 2, θα πρέπει να επικοινωνήσει αμέσως με την οικεία μεικτή εποπτική ομάδα. Η ΕΚΤ θα εξετάζει τους λόγους για τους οποίους το επίπεδο κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος μειώθηκε ή αναμένεται να μειωθεί και θα εξετάζει τη λήψη κατάλληλων και ανάλογων μέτρων για το συγκεκριμένο ίδρυμα.

II.

Η παρούσα σύσταση απευθύνεται στις σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες και στους σημαντικούς εποπτευόμενους ομίλους κατά τους ορισμούς των σημείων 16 και 22, αντίστοιχα, του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ.468/2014 (ΕΚΤ/2014/17).

III.

Η παρούσα σύσταση απευθύνεται επίσης στις εθνικές αρμόδιες και εντεταλμένες αρχές αναφορικά με τις λιγότερο σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες και τους λιγότερο σημαντικούς εποπτευόμενους ομίλους κατά τους ορισμούς των σημείων 7 και 23, αντίστοιχα, του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ.468/2014 (ΕΚΤ/2014/17). Οι εθνικές αρμόδιες και εντεταλμένες αρχές καλούνται να εφαρμόσουν την παρούσα σύσταση στις εν λόγω οντότητες και τους ομίλους κατά την κρίση τους (10).

Φρανκφούρτη, 28 Δεκεμβρίου 2017.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)  ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63.

(2)  ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(4)  Οδηγία 2013/36/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(5)  Σύσταση ΕΚΤ/2016/44 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 13ης Δεκεμβρίου 2016, σχετικά με τις πολιτικές διανομής μερισμάτων (ΕΕ C 481 της 23.12.2016, σ. 1).

(6)  Αφορά όλα τα οριζόμενα αποθέματα ασφαλείας σε επίπεδα πλήρους εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ.575/2013, όπως ισχύει.

(7)  Τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να έχουν διάφορες νομικές μορφές, μπορούν π.χ. να είναι εισηγμένες και μη ανώνυμες εταιρείες, όπως ταμεία αλληλασφάλισης, συνεταιρισμοί ή ιδρύματα αποταμίευσης. Η χρήση του όρου «μέρισμα» στην παρούσα σύσταση αναφέρεται σε οποιαδήποτε μορφή καταβολής μετρητών υποκείμενη στην έγκριση της γενικής συνέλευσης.

(8)  Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι, αρχής γενομένης από την 31η Δεκεμβρίου 2014 και για περίοδο τεσσάρων ετών, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει κατ' αρχήν να διατηρούν τουλάχιστον ποσοστό 25 %, σε ετήσια βάση, της διαφοράς που υπολείπεται για την επίτευξη στο ακέραιο του δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, του δείκτη κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και του συνολικού δείκτη κεφαλαίου τους κατά την παράγραφο 1 στοιχείο δ).

(9)  Ως «κεφαλαιακές ανάγκες» νοούνται οι απαιτήσεις του πυλώνα 1, συν τις απαιτήσεις του πυλώνα 2, συν το απόθεμα διατήρησης κεφαλαίου, συν τις κατευθύνσεις του πυλώνα 2. Ανεξαρτήτως της σταδιακής εφαρμογής του αποθέματος διατήρησης κεφαλαίου, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει επίσης να αναμένουν θετικές κατευθύνσεις του πυλώνα 2 στο μέλλον.

(10)  Εφόσον η παρούσα σύσταση εφαρμόζεται σε λιγότερο σημαντικά εποπτευόμενα ιδρύματα και λιγότερο σημαντικούς εποπτευόμενους ομίλους που πιστεύουν ότι αδυνατούν να συμμορφωθούν με της διατάξεις της διότι θεωρούν ότι υπέχουν νομική υποχρέωση καταβολής μερισμάτων, τα εν λόγω ιδρύματα και οι όμιλοι θα πρέπει να επικοινωνούν αμέσως με την οικεία εθνική αρμόδια αρχή.


Top