This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52004PC0273
Proposal for a Directive of the European Parliament and of the Council on reinsurance and amending Council Directives 73/239/EEC, 92/49/EEC and Directives 98/78/EC and 2002/83/EC {SEC(2004)443}
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ {SEC(2004) 443}
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ {SEC(2004) 443}
/* COM/2004/0273 Τελικό - COD 2004/0097 */
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ {SEC(2004) 443} /* COM/2004/0273 Τελικό - COD 2004/0097 */
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ {SEC(2004) 443} (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ [1] [1] Για εκτενέστερη παρουσίαση των ζητημάτων που περιλαμβάνονται στο παρόν κεφάλαιο, βλέπε την εκτενή αξιολόγηση των επιπτώσεων της πρότασης οδηγίας για τις αντασφαλίσεις, η οποία είναι διαθέσιμη στον εξής δικτυακό τόπο της Επιτροπής: http://europa.eu.int/comm/internal_market/ insurance/reinsurance_en.htm Μια ενιαία χρηματοπιστωτική αγορά θα αποτελέσει παράγοντα - κλειδί για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας και τη μείωση του κόστους του κεφαλαίου για τις επιχειρήσεις. Μια ολοκληρωμένη αγορά, ρυθμιζόμενη κατάλληλα και υποκείμενη σε επαρκή εποπτεία, θα προσπορίσει μείζονα οφέλη στους καταναλωτές και στους λοιπούς συντελεστές της αγοράς, μέσω αυξημένης ασφάλειας έναντι των θεσμικών αδυναμιών. Το μέσο για την επίτευξη αυτής της ολοκληρωμένης αγοράς είναι το Σχέδιο Δράσης για τις Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες. Το σχέδιο αυτό προαναγγέλλει μια πρόταση οδηγίας σχετικά με την εποπτεία των αντασφαλίσεων για τις αρχές του 2004. Αντασφάλιση είναι η διαρθρωμένη μεταβίβαση κινδύνων μεταξύ μιας ασφαλιστικής επιχείρησης και μιας αντασφαλιστικής. Η αντασφάλιση καλύπτει τις εξής λειτουργίες, προς όφελος μιας ασφαλιστικής επιχείρησης: μείωση των τεχνικών κινδύνων, διαρκής μεταβίβαση τεχνικών κινδύνων στον αντασφαλιστή, αύξηση της ομοιογένειας του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, μείωση της αστάθειας των τεχνικών αποτελεσμάτων, υποκατάσταση των κεφαλαίων/ιδίων κεφαλαίων, παροχή κεφαλαίων για σκοπούς χρηματοδότησης και παροχής υπηρεσιών. Παρά την προφανή σχέση με τις πρωτασφαλίσεις, υπάρχουν ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των αντασφαλίσεων που αξίζει να επισημανθούν. Δεν υπάρχει άμεση συμβατική σχέση μεταξύ του αντασφαλιστή και του αρχικού ασφαλισμένου, οι δε κάτοχοι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων κανονικά δεν έχουν προτεραιότητα επί των περιουσιακών στοιχείων του αντασφαλιστή για την κάλυψη των αξιώσεων τους για αποζημίωση. Ακόμη, η αντασφάλιση είναι μια επιχειρηματική δραστηριότητα μεταξύ επαγγελματιών. Η αντασφάλιση έχει περισσότερο διεθνή χαρακτήρα και υψηλότερο βαθμό διαφοροποίησης ως προς τη γεωγραφική κάλυψη και τους κλάδους ασφάλισης απ' ό,τι η πρωτασφάλιση. Ο τομέας της αντασφάλισης παίζει βασικό ρόλο στην οικονομία, παρέχοντας μεγάλου ύψους κάλυψη των κινδύνων που αναλαμβάνονται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για λογαριασμό των πελατών τους. Ενώ το μέσο ποσοστό των εκχωρήσεων στην ΕΕ είναι μάλλον χαμηλό (ήτοι αντασφαλίζεται περίπου 10% των συνολικών ασφαλίστρων), το ποσοστό αυτό είναι σχετικά υψηλό για ορισμένες δραστηριότητες (ήτοι αντασφαλίζεται το 18% των ασφαλίστρων εκτός κλάδου ζωής σε σύγκριση με το μέσο 3% για τα ασφάλιστρα ζωής). Πέρα από την ασφάλιση των ασφαλιστών, οι αντασφαλιστές αποτελούν και ιδιαίτερα σημαντικούς χρηματοπιστωτικούς μεσάζοντες και θεσμικούς επενδυτές, τα δε περιουσιακά στοιχεία των αντασφαλιστών αντιστοιχούσαν το 2001 στο 1% της παγκόσμιας αγοράς χρεογράφων [2]. Ως εκ τούτου, η σταθερότητα του τομέα των αντασφαλίσεων όχι μόνο είναι ζωτικής σημασίας για τη σταθερότητα του τομέα των ασφαλίσεων, αλλά έχει σημαντική επίδραση σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. [2] Πηγή: "Reinsurance - a systemic risk?"; Sigma 5/2003, Swiss Re. Τα πρόσφατα φαινόμενα χρηματοοικονομικών εντάσεων μεταξύ αντασφαλιστών συγκέντρωσαν την προσοχή στο ύψος και στα χαρακτηριστικά των αναλαμβανόμενων κινδύνων στον τομέα αυτόν. Οι αντασφαλιστές έχουν να αντιμετωπίσουν δύο επιπλέον κινδύνους, πέραν εκείνων που αναλαμβάνονται από τους πρωτασφαλιστές. Πρώτον, συνήθως είναι εκτεθειμένοι σε μεγαλύτερη αστάθεια ως προς τα χρηματοοικονομικά τους αποτελέσματα, διότι προστατεύουν την πρωτογενή αγορά έναντι των μέγιστων πιθανών κινδύνων, όπως είναι οι κίνδυνοι φυσικών καταστροφών. Λόγω των κινδύνων αυτών, χρειάζεται να διατηρούν σχετικά υψηλά επίπεδα κεφαλαιοποίησης. Δεύτερον, είναι δυνατόν να κληθούν να υποστηρίξουν προβληματικές θυγατρικές, καθώς συχνά αποτελούν την επικεφαλής επιχείρηση σε έναν όμιλο. Παρά τους πρόσθετους αυτούς κινδύνους, οι αντασφαλιστές δραστηριοποιούνται σε μια παγκόσμια αγορά, όπου συχνά οι δραστηριότητές τους δεν υπόκεινται σε εποπτικό έλεγχο, ή το εποπτικό σύστημα είναι ελαστικότερο από εκείνο για τις πρωτασφαλίσεις. Επιπλέον δε, δεν υπάρχει παγκόσμιο πλαίσιο για την εποπτεία των αντασφαλίσεων. Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει ανησυχίες ως προς τους δυνητικούς κινδύνους στον τομέα των αντασφαλίσεων. Από την άλλη πλευρά, οι αντασφαλιστές μπορούν να επωφελούνται από τα αποτελέσματα της σημαντικής γεωγραφικής και τομεακής διαφοροποίησης σε μεγαλύτερο βαθμό από τους πρωτασφαλιστές. Η αντασφάλιση είναι ένας τομέας με ιδιαίτερα διεθνή χαρακτήρα και με περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων. Το 2002, τα συνολικά αντασφάλιστρα των 40 μεγαλύτερων ομίλων ανήλθαν σε 138 601 200 000 δολάρια ΗΠΑ, από τα οποία τα 58 544 000 000 αντιστοιχούσαν σε αντασφαλιστές της ΕΕ [3]. Στο πλαίσιο της ΕΕ, η Γερμανία κατέχει δεσπόζουσα θέση , με επιχειρήσεις όπως οι Munich Re, Hannover Re και Allianz Re. Η Lloyd's αποτελεί τον μεγαλύτερο αντασφαλιστή του ΗΒ, ενώ η SCOR και η Axa Re τους μεγαλύτερους αντασφαλιστές της Γαλλίας. [3] Standard & Poor's, Global Reinsurance Highlights 2003 Edition, London/New York 2003. 1) Η αναγκαιότητα ενός ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου για την εποπτεία των αντασφαλίσεων Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν εναρμονισμένοι κανόνες για την εποπτεία των αντασφαλίσεων. Η έλλειψη ενός κοινοτικού ρυθμιστικού πλαισίου για τις αντασφαλίσεις έχει οδηγήσει σε σημαντικές διαφορές ως προς τον βαθμό εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στην ΕΕ. Οι διαφορετικοί εθνικοί κανόνες έχουν δημιουργήσει αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης (και τους ασφαλισμένους των), φραγμούς στις συναλλαγές εντός της εσωτερικής αγοράς, διοικητικό φόρτο και δαπάνες, καθώς και εξασθένιση της θέσης της ΕΕ στις διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις. Αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης (και τους ασφαλισμένους των): Τα διάφορα συστήματα εποπτείας των αντασφαλίσεων εντός της ΕΕ έχουν οδηγήσει σε αυξημένες δυσχέρειες για τις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης κατά την επιλογή αντασφαλιστή με τρόπο συνετό και οικονομικά αποδοτικό. Η επιλογή αντασφαλιστή είναι αποφασιστικής σημασίας για μια ασφαλιστική επιχείρηση, θα μπορούσε δε να επηρεάσει την ικανότητα της επιχείρησης να καταβάλλει αποζημιώσεις στους ασφαλισμένους της. Φραγμοί στις συναλλαγές: Ορισμένες χώρες της ΕΕ εφαρμόζουν συστήματα όπου τα περιουσιακά στοιχεία του αντασφαλιστή πρέπει να ενεχυριάζονται (collateralised), έτσι ώστε να καλύπτονται οι προβλέψεις για αποζημιώσεις προς εκκαθάριση. Τούτο καθιστά τη βέλτιστη διαχείριση των επενδύσεων δυσχερέστερη, οπότε οδηγεί σε υψηλότερα λειτουργικά έξοδα για τους αντασφαλιστές. Ακόμη, οι επιχειρήσεις αντασφάλισης είναι δυνατόν να αποφασίσουν να μην δραστηριοποιηθούν σε αγορές όπου απαιτείται η παροχή εγγύησης της προαναφερόμενης μορφής, οπότε θα περιορισθεί και η προσφορά αντασφαλιστικής κάλυψης. Διοικητικός φόρτος: Στην ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων (Comit? Europ?en des Assurances - CEA) και ο ΟΟΣΑ έχουν εντοπίσει εμπόδια στις διασυνοριακές υπηρεσίες αντασφάλισης. Η έλλειψη αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των αρμόδιων κοινοτικών εποπτικών αρχών σε ορισμένες περιπτώσεις σημαίνει 'ότι οι επιχειρήσεις αντασφάλισης υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες εποπτείας σε αρκετά κράτη μέλη. Για τις επιχειρήσεις αντασφάλισης τούτο θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές επικαλύψεις και αυξημένο διοικητικό φόρτο. Παραδείγματα μέτρων που επιβαρύνουν τις διοικητικές διαδικασίες είναι οι πολλαπλοί έλεγχοι καταλληλότητας των ανώτατων στελεχών ενός ομίλου, η διπλή απαίτηση επικύρωσης των ισολογισμών από ελεγκτές, καθώς και η υποχρέωση των υποκαταστημάτων να εκδίδουν για ολόκληρο τον όμιλο οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις γενικώς αποδεκτές, σε τοπικό επίπεδο, λογιστικές αρχές. Διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις: Υποστηρίζεται ότι η έλλειψη ενός εναρμονισμένου κοινοτικού συστήματος καθιστά τις διεθνείς συμφωνίες αμοιβαίας αναγνώρισης δυσχερέστερες. Η έλλειψη τέτοιων συμφωνιών σημαίνει ότι οι αντασφαλιστές της ΕΕ έχουν να αντιμετωπίσουν σημαντικούς φραγμούς κατά τη είσοδο σε ξένες αγορές, όπως είναι η απαίτηση ενεχυρίασης περιουσιακών στοιχείων μέχρι το ύψος των υποχρεώσεών τους στην ξένη αγορά όπου ο αντασφαλιστής προτίθεται να δραστηριοποιηθεί. Εάν δεν αναληφθούν ενέργειες σε κοινοτικό επίπεδο, υπάρχει ο κίνδυνος, η εσωτερική αγορά για τις υπηρεσίες αντασφάλισης να συνεχίσει να λειτουργεί με ελλείψεις, πράγμα που θα έβλαπτε τις επιχειρήσεις του τομέα των αντασφαλίσεων, Οι δε διαπραγματεύσεις συμφωνιών με τους εκπροσώπους των αντίστοιχων τομέων τρίτων χωρών σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση θα ήσαν σημαντικά δυσχερέστερες. Κατά τα τελευταία έτη, η εποπτεία των αντασφαλίσεων αντιμετωπίσθηκε σε διεθνές επίπεδο με ιδιαίτερη προσοχή. Η ομάδα G7 και το ΔΝΤ έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι η έλλειψη κανονιστικών ρυθμίσεων των αντασφαλίσεων θα μπορούσε να βλάψει τη διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Και πράγματι, στις πρόσφατες εκθέσεις του για τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο του προγράμματος Financial Sector Assessment Programme (FSAP), το ΔΝΤ επανέλαβε την ανάγκη νομοθετικής ρύθμισης του εν λόγω τομέα. Το δε FSF (Financial Stability Forum) έχει επανειλημμένα εκφράσει ανησυχίες σχετικά με τη διαφάνεια της αγοράς των αντασφαλίσεων, και για τον λόγο αυτόν συγκρότησε μια ομάδα ειδικών καθηκόντων για την εξέταση του ζητήματος αυτού. Ο ΟΟΣΑ συνεχίζει τις εργασίες του στον τομέα των αντασφαλίσεων, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών για τους αντασφαλιστές μεταξύ των εποπτικών αρχών. Ο φορέας IAIS (International Association of Insurance Supervisors) εργάζεται συντονισμένος στενά με το σχέδιο της ΕΕ για ταχεία έκδοση της σχετικής οδηγίας. Ήδη έχουν υιοθετηθεί μια σειρά αρχές για τις κατ' ελάχιστον απαιτήσεις ως προς την εποπτεία των αντασφαλίσεων, καθώς και ένα πρότυπο για την εποπτεία αυτή. 2) Η προσέγγιση της οδηγίας Στην αρχή των εργασιών για την εποπτεία των αντασφαλίσεων, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έθεσαν τρεις κατευθυντήριες αρχές για το μελλοντικό κοινοτικό σύστημα εποπτείας: - Το σύστημα θα πρέπει να δημιουργεί ένα ορθολογικό και συνετό καθεστώς προς το συμφέρον των ασφαλισμένων. Οι ισχυροί και καλά εποπτευόμενοι αντασφαλιστές συμβάλλουν σε μια ισχυρότερη εσωτερική αγορά και στη διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα. - Το σύστημα θα πρέπει να βασισθεί στην ουσιαστική εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών και στην αμοιβαία αναγνώριση της εποπτείας στο κράτος μέλος όπου ο αντασφαλιστής έχει λάβει την άδεια του. Αφού λάβει την άδεια στο κράτος μέλος καταγωγής, μια αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει αυτομάτως να μπορεί να δραστηριοποιηθεί σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, βάσει των αρχών της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Καμιά επιπλέον εποπτεία ή έλεγχος της επιχείρησης αυτής δεν θα πρέπει να ασκείται από τους επόπτες στα κράτη μέλη υποδοχής. Η προσέγγιση αυτή έχει αποδειχθεί κατάλληλη επί σειρά ετών στον τομέα των πρωτασφαλίσεων, όπου καθιερώθηκε με την τρίτη οδηγία για τις ασφαλίσεις [4]. [4] Οδηγία 92/49/EΟΚ (ΕΕ L 228, 11.8.1992, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2002/87/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ. 1), και οδηγία 92/96/EΟΚ (ΕΕ L 360, 9.12.1992, σ.1), η οποία αναδιατυπώθηκε με την οδηγία 2002/83/EΚ (ΕΕ L 345, 19.12.2002, σ. 1). - Η θέσπιση ενός εναρμονισμένου συστήματος εποπτείας των αντασφαλίσεων αναμένεται να οδηγήσει στην κατάργηση συστημάτων που συνεπάγονται την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη προβλέψεων για εκκρεμούσες αξιώσεις αποζημίωσης. Μετά από εκτενείς διαβουλεύσεις, η Επιτροπή κατέληξε στην παρουσίαση μιας πρότασης οδηγίας με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: - Εποπτεία βασιζόμενη στην εναρμόνιση και στην αμοιβαία αναγνώριση - Ταχεία έγκριση της οδηγίας, βάσει κυρίως των ισχυόντων κανόνων εποπτείας της πρωτασφάλισης - Υποχρεωτικό σύστημα αδειοδότησης - Απαιτήσεις για το περιθώριο φερεγγυότητας ευθυγραμμισμένες με εκείνες για την πρωτασφάλιση, αν και με τη δυνατότητα αύξησης του περιθωρίου μέχρι το 50%, μέσω επεξεργασίας σε επιτροπές, για την αντασφάλιση εκτός κλάδου ζωής, όπου τούτο είναι αντικειμενικά δικαιολογημένο. Η κοινοτική προσέγγιση της εποπτείας θα πρέπει να βασίζεται σε εναρμονισμένους νομικούς κανόνες που να εξασφαλίζουν την αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ των κρατών μελών. Η Επιτροπή πιστεύει ότι η εποπτεία της πρωτασφάλισης και της αντασφάλισης αποτελεί δημόσιο μέλημα και απαιτεί δημόσια ρύθμιση. Άλλα συστήματα (όπως τα προαιρετικά και τα βασιζόμενα στη δημοσιοποίηση πληροφοριών) δεν θα παρείχαν επαρκή αξιοπιστία στο εποπτικό σύστημα. Η έλλειψη απτών κυρώσεων σε ένα βασιζόμενο στη δημοσιοποίηση πληροφοριών σύστημα θα μπορούσε να μειώσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος κατά την αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η Επιτροπή πιστεύει ότι υπάρχει ανάγκη ταχείας δράσης για την επίτευξη απτών αποτελεσμάτων βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Μια τέτοια «ταχεία» λύση θα μπορούσε να ξεκινήσει με τους ισχύοντες κανόνες εποπτείας της πρωτασφάλισης και επιχειρηματικές πρακτικές, με τις ενδεικνυόμενες τυχόν αναπροσαρμογές. Ωστόσο, το μακροπρόθεσμο σχέδιο "Solvency II" («Φερεγγυότητα ΙΙ») για την πρωτασφάλιση θα επηρεάσει και την αντασφάλιση, θα μπορούσε δε σε αρκετά μεγάλο βαθμό να βασισθεί στα πλεονεκτήματα της ταχείας έγκρισης. Η προτεινόμενη οδηγία απαιτεί από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις - όπως συμβαίνει και με τις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης - να διαθέτουν άδεια άσκησης δραστηριοτήτων αντασφάλισης. Η αποδοτικότητα ενός συστήματος αδειοδότησης έχει αποδειχθεί με την ευρεία χρήση του στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Ένα τέτοιο σύστημα αναθέτει και μια σαφή αποστολή στους επόπτες, συμπεριλαμβανόμενης της εξουσίας να αποκλείουν τις ακατάλληλες επιχειρήσεις από την αγορά των αντασφαλίσεων. Ακόμη, ένα σύστημα αδειοδότησης θα εξασφαλίσει την ενιαία αντιμετώπιση όλων των αντασφαλιστικών οντοτήτων εντός της ΕΕ, πράγμα που δεν θα συνέβαινε εάν είχε επιλεγεί ένα σύστημα «διαβατηρίου» (στο οποίο μια επιχείρηση επιλέγει η ίδια να ζητήσει κάθε φορά άδεια (διαβατήριο)). Επιπλέον δε, το σύστημα αυτό θα αυξήσει την υπευθυνότητα των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής, καθώς αυτές καθίστανται οι μόνες αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εντός της Κοινότητας. Το σύστημα αυτό θα απαιτεί ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Η πρωτασφάλιση και η αντασφάλιση είναι συναφείς δραστηριότητες, οπότε οι απαιτήσεις φερεγγυότητας και για τις δύο θα πρέπει να είναι παρόμοιες. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη οδηγία περιλαμβάνει απαιτήσεις φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις ζωής που είναι πανομοιότυπες με εκείνες για τις ασφαλίσεις ζωής. Για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής θα πρέπει να εφαρμοσθούν παρόμοιοι κανόνες. Πάντως, για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής η προτεινόμενη οδηγία προβλέπει τη δυνατότητα αύξησης των απαιτήσεων φερεγγυότητας μετά από απόφαση στο πλαίσιο αρμόδιων επιτροπών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η δυνατότητα «αύξησης κατά κλάδο» για ορισμένους κλάδους αντασφάλισης ή κατηγορίες αντασφαλιστήριων συμβολαίων (έως και 50%) αποτελεί ουσιώδες μέρος της προτεινόμενης οδηγίας. Ακόμη, θα αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για την περαιτέρω επεξεργασία των απαιτήσεων φερεγγυότητας, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται καλύτερα στη φύση των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων. Η δυνατότητα έκδοσης αποφάσεων από αρμόδιες επιτροπές θα χρησιμοποιείται μόνο μετά από λεπτομερή ανάλυση και εκτενείς διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Για να εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες, η παρούσα πρόταση προβλέπει και τη συνακόλουθη αναπροσαρμογή της οδηγίας 73/239/EΟΚ, περί ασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής, και της οδηγίας 2002/83/EΚ, περί ασφαλίσεων ζωής. Έτσι, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που πραγματοποιούν αντασφαλίσεις μέσω της αποδοχής εκχωρήσεων κινδύνων υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας αντασφαλίσεων που αναφέρονται στο απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, οσάκις ο όγκος των αντασφαλιστικών τους δραστηριοτήτων αντιστοιχεί σε σημαντικό μέρος των συνολικών τους εργασιών (άρθρα 57 παρ. 5 και 59 παρ. 8). Οι διατάξεις αυτές θα ισχύουν όταν η απόφαση περί αναπροσαρμογής του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής εκδοθεί από την Επιτροπή. 2. Διαβουλευσεισ με τους εμπλεκομενουσ και τα ενδιαφερομενα μερη και αξιολογηση επιπτωσεων α) Διαβουλεύσεις με τους εμπλεκόμενους και τα ενδιαφερόμενα μέρη Κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του σχεδίου διεξήχθησαν τακτικά διαβουλεύσεις με τους εμπλεκόμενους, οι οποίοι έδωσαν στην Επιτροπή σημαντικά στοιχεία. Κατά την έναρξη του σχεδίου, διοργανώθηκε μια μεγάλη ακρόαση, με περισσότερους από 100 συμμετέχοντες, στη συνέχεια δε όλοι αυτοί (καθώς και άλλοι ενδιαφερόμενοι) εντάχθηκαν σε ταχυδρομικό κατάλογο και έλαβαν όλα τα έγγραφα που είχαν συνταχθεί στο πλαίσιο του σχεδίου, ή ένα μήνυμα που ανέφερε ότι νέα έγγραφα είχαν ενταχθεί στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής που αφορούσαν την αντασφάλιση. Δημοσιεύθηκε και μια μελέτη για την εποπτεία των αντασφαλίσεων. [5] [5] http://europa.eu.int/comm/internal_market/ insurance/studies/reins-sup_en.htm Το σχέδιο το παρακολούθησαν τα ενδιαφερόμενα μέρη από μια μεγάλη ποικιλία τομέων και επαγγελμάτων. Οι τομείς με τους οποίους γίνονται διαβουλεύσεις είναι κατά βάση οι εξής: ασφαλίσεις (εμπορικές επιχειρήσεις, αλληλασφάλειες, συνεταιρισμοί κ.λπ.), ασφαλιστικές ενώσεις (σε κοινοτικό επίπεδο αλλά και σε εθνικό), ασφαλιστικοί μεσάζοντες (πράκτορες κ.λπ.), λογιστικές ενώσεις, αναλογιστικές ενώσεις, η βιομηχανία εν γένει (UNICE), αναλυτές, διαχειριστές κινδύνων/εξαρτήσεων, οργανώσεις ΜΜΕ, οργανώσεις καταναλωτών (BEUC), επιχειρήσεις παροχής συμβουλών, τράπεζες, δικηγορικές εταιρείες, οργανισμοί κατάταξης επιχειρήσεων. Η Επιτροπή επωφελήθηκε σημαντικά από τα στοιχεία που της έδωσαν οι εμπλεκόμενοι και τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως λόγω του ότι το σχέδιο περιελάμβανε πολλά δύσκολα τεχνικά ζητήματα. Τα έγγραφα που απεστάλησαν προς σχολιασμό αφορούσαν ζητήματα πολιτικής και διάφορα επιμέρους ζητήματα. Ληφθέντα σχόλια σχετικά με τους στόχους του σχεδίου για την αντασφάλιση Οι σχολιαστές υποστήριξαν εν γένει σημαντικά και τους τρεις βασικούς στόχους του σχεδίου. Λίγα κράτη μέλη διατύπωσαν παρατηρήσεις σχετικά με το ότι η ουσιώδης εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών και η αμοιβαία αναγνώριση θα καθιστούσαν περιττούς τους πρόσθετους ελέγχους και απαιτήσεις από τα κράτη υποδοχής. Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη που χρησιμοποιούν σήμερα συστήματα με ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων εκκαθάρισης εκκρεμών αξιώσεων προφανώς εξέφρασαν αντιρρήσεις ως προς την κατάργηση των συστημάτων αυτών. Πάντως, όλοι οι άλλοι εμπλεκόμενοι υποστήριξαν ομόφωνα τον στόχο, όπως αυτός είχε διατυπωθεί από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Ορισμένα κράτη μέλη σχολίασαν τις διαφορές των ενεχυριάσεων στις ασφαλίσεις εντός και εκτός κλάδου ζωής. Ληφθέντα σχόλια σχετικά με τα κυριότερα ζητήματα πολιτικής Προσέγγιση ενός εποπτικού πλαισίου για τις αντασφαλίσεις Οι περισσότεροι σχολιαστές ετάχθησαν υπέρ ενός συστήματος εποπτείας των αντασφαλίσεων. Ορισμένες επιχειρήσεις υποστήριξαν προαιρετικές λύσεις, αλλά περισσότερες επιχειρήσεις και ενώσεις δήλωσαν ότι μόνο μια εποπτική λύση θα προσέδιδε επιπλέον ποιότητα στις κοινοτικές αντασφαλίσεις. Η εναλλακτική πρόταση για διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης δεν υποστηρίχθηκε από κανέναν από τους κυριότερους εμπλεκόμενους. Τα κράτη μέλη ετάχθησαν υπέρ της ταχείας έγκρισης της οδηγίας, την ίδια δε άποψη υποστήριξε σαφώς και η Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων. Άλλοι εμπλεκόμενοι υποστήριξαν ιδιαίτερα και αυτοί μια ταχεία λύση βασιζόμενη στους ισχύοντες κανόνες περί εποπτείας των πρωτασφαλίσεων. Ωστόσο, οι τεχνικοί εμπειρογνώμονες (όπως οι αναλογιστές και λογιστές) επεσήμαναν ότι ο περιορισμένος διαθέσιμος χρόνος (2004) θα περιορίσει τον αριθμό των πιθανών λύσεων, οπότε και θα αναβληθεί η εισαγωγή ορισμένων μεθόδων μέχρι να οριστικοποιηθεί το σχέδιο Solvency II. Απαιτήσεις φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής: Οι αντιδράσεις των εμπλεκομένων ως προς το ύψος των απαιτήσεων φερεγγυότητας υπήρξαν πολλές και έντονες. Πραγματοποιήθηκαν πολλές συσκέψεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως με εκπροσώπους του τομέα των ασφαλίσεων, των εξαρτημένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των διαχειριστών κινδύνων, των αναλογιστών, των συμβούλων και των λογιστών. Σε γενικές γραμμές, οι εκπρόσωποι του τομέα των ασφαλίσεων και των συμβούλων υποστήριξαν ότι η αντασφάλιση είναι μια δραστηριότητα συναφής με την πρωτασφάλιση, οπότε θα πρέπει να ισχύουν οι ίδιες απαιτήσεις φερεγγυότητας. Πάντως, ορισμένοι επόπτες ασφαλίσεων υποστήριξαν σθεναρά την άποψη ότι η αντασφάλιση είναι περισσότερο ασταθής και δύσκολα εποπτεύεται, οπότε καλό θα ήταν να προβλεφθούν ελαφρώς υψηλότερες απαιτήσεις. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τις διάφορες απόψεις κατά την επεξεργασία των απαιτήσεων φερεγγυότητας που περιλαμβάνονται στην προτεινόμενη οδηγία (άρθρα 37 και 40). Απαιτήσεις φερεγγυότητας για τις ασφαλίσεις ζωής: Και αυτό το ζήτημα αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών συζητήσεων, όσον αφορά τόσο τις πραγματικές απαιτήσεις όσο και τις μεθόδους υπολογισμού. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξέτασαν πράγματι διάφορες λύσεις. Λαμβάνοντας υπόψη τα ληφθέντα σχόλια, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν προτιμότερη μια προσέγγιση ίδια με εκείνη για τις πρωτασφαλίσεις (χρήση των κανόνων που διέπουν τις πρωτασφαλίσεις ζωής για τις αντασφαλίσεις ζωής, και, ανάλογα, για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής) (άρθρα 38, 39 και 40). Ληφθέντα σχόλια για επιμέρους νομικά ζητήματα Κατά το 2003 διεξήχθησαν και διάφορες διαβουλεύσεις σχετικά με επιμέρους νομικά ζητήματα. Η παρούσα πρόταση συντάχθηκε με συνεκτίμηση των σχολίων των ενδιαφερόμενων μερών, ιδίως του τομέα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αναλογιστών. Μερικά από τα σχόλια αυτά ήσαν πολύ λεπτομερειακά και συνέβαλαν επωφελώς στις εργασίες των υπηρεσιών της Επιτροπής. β) Αξιολόγηση επιπτώσεων Πραγματοποιήθηκε μια εκτεταμένη αξιολόγηση επιπτώσεων, με σκοπό τη διαπίστωση αν υπάρχει ανάγκη ανάληψης δράσης σε κοινοτικό επίπεδο και, εάν ναι, τι είδους δράση. Από την αξιολόγηση επιπτώσεων προκύπτει μια γενική σύμπτωση απόψεων ως προς την ανάγκη για μια τέτοια δράση, εάν θέλουμε να επιτευχθούν οι στόχοι στους οποίους αναφέρεται το τμήμα 1 της παρούσας αιτιολογικής έκθεσης. Όσον αφορά τις διάφορες εναλλακτικές πολιτικές επιλογές για την επίτευξη των στόχων αυτών, εξετάσθηκαν τρεις κύριες επιλογές: 1. Διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης ως έχει 2. Μηχανισμός αγοράς/οικειοθελής δημοσιοποίηση των πληροφοριών για τις αντασφαλίσεις και, εναλλακτικά, σύσταση σχετικά με την άσκηση έμμεσης εποπτείας 3. Λύσεις εποπτείας Όπως προαναφέρθηκε στο παρόν τμήμα 2, τα περισσότερα κράτη μέλη και οργανώσεις του τομέα πιστεύουν ότι υπάρχει ανάγκη για ανάληψη δράσης εποπτείας. Η επιλογή 1 στην ουσία δεν υποστηρίχθηκε από κανέναν. Η επιλογή 2 θεωρήθηκε ότι δεν παρέχει επαρκή εμπιστοσύνη στο εποπτικό σύστημα. Η έλλειψη απτών κυρώσεων σε ένα τέτοιο σύστημα, το οποίο βασίζεται στη δημοσιοποίηση των πληροφοριών, θα το καθιστούσε λιγότερο αποτελεσματικό κατά την αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Όσον αφορά την επιλογή 3 (Λύσεις εποπτείας), εξετάσθηκαν δύο εναλλακτικές λύσεις: 1. Προαιρετικό σύστημα «διαβατηρίου» για τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να ενταχθούν στο σύστημα 2. Υποχρεωτικό σύστημα αδειοδότησης Μετά από εκτεταμένες διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη, τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, η Επιτροπή αποφάσισε να προτείνει ένα σύστημα αδειοδότησης. Ένα τέτοιο σύστημα είναι σύμφωνο με την προσέγγιση που υιοθέτησε η ΕΕ για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον χρηματοπιστωτικό τομέα εν γένει, και στις ασφαλίσεις ειδικότερα (μία και μοναδική άδεια, και έλεγχος στην χώρα καταγωγής για τα εποπτικά ζητήματα). Ένα τέτοιο σύστημα αποδείχθηκε αποτελεσματικό από τότε που θεσπίσθηκε με την τρίτη οδηγία για τις ασφαλίσεις, το 1994. Εξασφαλίζει την οικονομική ευρωστία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οπότε και τη σταθερότητα των ασφαλιστικών αγορών, δεδομένου ότι ισχύει για κάθε κοινοτική αντασφαλιστική επιχείρηση, και όχι μόνο για όσες έχουν ευρωπαϊκή εμβέλεια. Ακόμη, ένα σύστημα αδειοδότησης θα οδηγούσε σε καλύτερο συντονισμό ως προς την εκ μέρους των κρατών μελών αντιμετώπιση όλων των αντασφαλιστών και θα ήταν το πλέον ενδεδειγμένο για την επίτευξη του στόχου της υλοποίησης μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς για τις αντασφαλίσεις. Τέλος, η εισαγωγή ενός εποπτικού συστήματος βασιζόμενου στην εποπτεία όλων των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από αρμόδιες δημόσιες αρχές είναι σύμφωνο και με τον προσανατολισμό του σχεδίου για την εποπτεία των αντασφαλίσεων που βρίσκεται εν εξελίξει στους κόλπους του φορέα IAIS, στον οποίο είναι μέλη όλα τα κράτη μέλη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η διεξαχθείσα εκτεταμένη αξιολόγηση επιπτώσεων αφορούσε και τις ποσοτικές απαιτήσεις φερεγγυότητας για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Συζητήθηκαν δύο βασικές πιθανές λύσεις: 1. Οι απαιτήσεις φερεγγυότητας για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι παρόμοιες με εκείνες που ισχύουν για τις πρωτασφαλίσεις 2. Οι απαιτήσεις φερεγγυότητας για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι υψηλότερες από εκείνες που ισχύουν για τις πρωτασφαλίσεις Τελικά, η Επιτροπή αποφάσισε να δημιουργήσει ένα σύστημα βασιζόμενο στις απαιτήσεις φερεγγυότητας που προβλέπονται στις υφιστάμενες οδηγίες περί ασφαλίσεων. Ωστόσο, και για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες ορισμένων αντασφαλιστικών συμβάσεων, καθώς και συγκεκριμένοι κλάδοι στις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής, η πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα αύξησης του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας έως και κατά 50% για τους κλάδους πέραν των κινδύνων ως προς τις ευθύνες. Αυτή η αύξηση θα πραγματοποιείται από την Επιτροπή, στο πλαίσιο των εκτελεστικών της αρμοδιοτήτων και μετά από διαβουλεύσεις με την Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων. 3. Νομικη βαση της προτασησ Η παρούσα πρόταση βασίζεται στα άρθρα 47 παρ. 2 και 55 της Συνθήκης, τα οποία αποτελούν τη νομική βάση για την υιοθέτηση κοινοτικών μέτρων με σκοπό την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των υπηρεσιών. Ως νομοθετική πράξη επελέγη η οδηγία, διότι φαίνεται ως η πλέον κατάλληλη για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Ακόμη, και οι νομοθετικές εργασίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ασφαλίσεων διεξήχθησαν μέσω οδηγιών βασιζόμενων στις ως άνω διατάξεις της Συνθήκης. Τέλος, οι διατάξεις της προτεινόμενης οδηγίας δεν υπερβαίνουν ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. 4. Σχολιασμός των άρθρων Η παρούσα πρόταση θεσπίζει ένα σύστημα εποπτείας των αντασφαλίσεων το οποίο είναι σύμφωνο με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για τις ασφαλίσεις, βασίζεται δε στην προσέγγιση που ακολουθείται από τις ισχύουσες σήμερα οδηγίες περί ασφαλίσεων. Ορισμένες από τις διατάξεις των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ και 2002/83/ΕΚ οι οποίες επαναλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία είναι μακροσκελείς. Τούτο συμβαίνει ιδιαίτερα στις διατάξεις που αναφέρονται τους όρους χορήγησης άδειας σε αντασφαλιστική επιχείρηση, τις ειδικές συμμετοχές, το επαγγελματικό απόρρητο και το περιθώριο φερεγγυότητας. Η κατάσταση αυτή συχνά οδηγεί σε περίπλοκες διατάξεις, οι οποίες είναι δυνατόν να μη συμφωνούν με τις ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές για τη σύνταξη των κοινοτικών νομοθετικών κειμένων. Δεν είναι αναγκαίο, για ερμηνευτικούς λόγους, ένα και μοναδικό άρθρο να καλύπτει μία ολόκληρη πλευρά των κανόνων που θεσπίζονται με μια νομοθετική πράξη. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις της παρούσας πρότασης υποδιαιρούνται σε άρθρα, τα οποία ομαδοποιούνται δεόντως σε τίτλους, κεφάλαια και τμήματα, έτσι ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση και να ενισχύεται η σαφήνειά τους. Άρθρο 1: Σκοπός της οδηγίας - Πεδίο εφαρμογής Σκοπός της προτεινόμενης οδηγίας είναι η θέσπιση του νομικού πλαισίου για την εποπτεία των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων εντός της Κοινότητας. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κοινοτική νομοθεσία που να διέπει την εποπτεία αυτή. Ως εκ τούτου, οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν μόνο αντασφαλιστικές δραστηριότητες (οι επαγγελματίες αντασφαλιστές) δεν υπόκεινται σε ιδιαίτερες κοινοτικές διατάξεις. Έτσι, η εν λόγω οδηγία θα καλύψει το κενό στο κοινοτικό καθεστώς εποπτείας των ασφαλίσεων. Θα εισαγάγει δε για τις αντασφαλίσεις ένα εποπτικό σύστημα βασιζόμενο στις ίδιες αρχές που ισχύουν για τις πρωτασφαλίσεις, και συγκεκριμένα στις αρχές της μιας και μοναδικής άδειας και της εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Η προτεινόμενη οδηγία αναφέρεται στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους εντός της Κοινότητας και ασκούν μόνο αντασφαλιστικές δραστηριότητες (επαγγελματίες αντασφαλιστές). Η οδηγία δεν ισχύει για όσες ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπάγονται ήδη στις οδηγίας για τις ασφαλίσεις εντός και εκτός κλάδου ζωής [6], δεδομένου ότι οι αντασφαλιστικές τους δραστηριότητες μέσω αποδοχής εκχώρησης καλύπτονται ήδη από τις οδηγίες αυτές. Ακόμη, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και φορείς που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των ως άνω οδηγιών εξαιρούνται και από το πεδίο εφαρμογής της προτεινόμενης οδηγίας. Πάντως, οι διατάξεις της οδηγίας αυτής που αναφέρονται στον υπολογισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας (άρθρα 35-39) είναι δυνατόν να εφαρμόζονται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στις ως άνω οδηγίες σε ό,τι αφορά την ανάληψη αντασφαλίσεων (βλέπε άρθρα 57 παρ. 5 και 59 παρ. 8). [6] Οδηγίες 73/239/EΟΚ (ΕΕ L 228, 16.8.1973, σ. 3), 92/49/EΟΚ (ΕΕ L 228, 11.8.1992, σ. 1), 2002/83/EΚ (ΕΕ L 345, 19.12.2002, σ. 1). Για να ληφθεί υπόψη η πολύ ειδική περίπτωση που είναι πιθανόν να εμφανισθεί σε ένα κράτος μέλος όπου δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί αντασφαλιστική κάλυψη στην αντίστοιχη αγορά, η πρόταση δεν ισχύει για την παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης εκ μέρους κράτους μέλους εφόσον τούτο ενεργεί ως αντασφαλιστής τελευταίου βαθμού για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν απαλλάσσει το εκάστοτε κράτος μέλος από την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις κοινοτικές διατάξεις που αναφέρονται στους κανόνες περί ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων. Ως παράδειγμα αναφέρεται η περίπτωση της ασφάλισης των αεροπορικών πτήσεων μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, κατά την οποία η αγορά των αντασφαλίσεων δεν ήταν σε θέση να παράσχει αντασφαλιστική κάλυψη για ορισμένους κινδύνους. Τα κράτη μέλη εκλήθησαν να παράσχουν επειγόντως την κάλυψη αυτή, τα δε δημιουργηθέντα συστήματα εξετάσθηκαν, πριν εγκριθούν, υπό το πρίσμα της κοινοτικής νομοθεσίας, και ιδίως των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Άρθρο 2: Ορισμοί Το άρθρο 2 περιλαμβάνει ορισμούς που αναφέρονται στις βασικές έννοιες που χρησιμοποιούνται στην πρόταση, έτσι ώστε να αποσαφηνίζει το νόημά τους και, συνεπώς, να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόησή τους. Οι περισσότερες από τις έννοιες αυτές έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί σε άλλες νομοθετικές πράξεις της Κοινότητας στον τομέα των ασφαλίσεων, όπως στις οδηγίες 2002/83/EΚ, για τις ασφαλίσεις ζωής, 73/239/EΟΚ και 92/49/EΟΚ, για τις ασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής, και 98/78/EΚ για τη συμπληρωματική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου. Δίδεται και ο ορισμός της «εξαρτημένης αντασφαλιστικής επιχείρησης», για να καλυφθούν εκείνες οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή σε αντασφαλιστική επιχείρηση ή σε ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό όμιλο. Στόχος των επιχειρήσεων αυτών είναι η παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους των επιχειρήσεων ή ομίλων επιχειρήσεων στους οποίους ανήκουν οι εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή μιας επιχείρησης ή ομίλου επιχειρήσεων στον οποίο συμμετέχει η εκάστοτε εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση. Ο ορισμός αυτός είναι αναγκαίος διότι η πρόταση προβλέπει ειδικό καθεστώς για τις επιχειρήσεις αυτές όσον αφορά το ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων που απαιτείται, κατά το άρθρο 40, για την άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων. Άρθρα 3-14: Διατάξεις σχετικά με την ανάληψη αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων Η παρούσα πρόταση οδηγίας ακολουθεί την προσέγγιση των ισχυουσών οδηγιών περί ασφαλίσεων σε ό,τι αφορά την ανάληψη αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων εντός της Κοινότητας. Η πρόταση αυτή θεσπίζει τις αρχές της ενιαίας άδειας και του ελέγχου εκ μέρους της χώρας καταγωγής για την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Τούτο είναι εφικτό χάρη στην εναρμόνιση των ουσιωδών πλευρών της εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, η οποία επιτρέπει την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών και των εποπτικών συστημάτων των κρατών μελών. Έτσι, μια αντασφαλιστική επιχείρηση θα υπόκειται στην εκ των προτέρων έκδοση διοικητικής άδειας, η οποία θα εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Η παρούσα πρόταση θεσπίζει τις κατ' ελάχιστον προϋποθέσεις για την εξασφάλιση διοικητικής άδειας. Η ενδιαφερόμενη αντασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να έχει συγκεκριμένη νομική μορφή και να υποβάλει ένα πρόγραμμα δραστηριοτήτων με ουσιώδη στοιχεία για το επιχειρηματικό της σχέδιο. Ακόμη, πρέπει να διαθέτει το ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 40. Ακόμη, η οδηγία απαιτεί από την αντασφαλιστική επιχείρηση να διοικείται πράγματι από διευθυντικά στελέχη με τα κατάλληλα τεχνικά προσόντα και εμπειρία. Η αντασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να περιορίζει το αντικείμενό της στις αντασφαλιστικές και συναφείς δραστηριότητες. Η απαίτηση αυτή είναι δυνατόν να επιτρέπει σε μια αντασφαλιστική επιχείρηση να ασκεί, π.χ., δραστηριότητες όπως η παροχή στατιστικών ή αναλογιστικών συμβουλών, ανάλυση κινδύνων ή έρευνα για τους πελάτες της. Ακόμη, είναι δυνατόν να ασκεί και δραστηριότητες εταιρείας χαρτοφυλακίου, καθώς και δραστηριότητες στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 8 της οδηγίας 2002/87/EΚ. Οι τελευταίες δραστηριότητες θα υπάγονται, σε κάθε περίπτωση, στις διατάξεις περί συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών ομίλων και των ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στις οδηγίες 98/78/EΚ και 2002/87/EΚ (άρθρα 5-11). Επιπλέον δε, πριν από τη χορήγηση της άδειας οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ενημερώνονται για την ταυτότητα των εταίρων ή μετόχων που διαθέτουν ειδική συμμετοχή στην αντασφαλιστική επιχείρηση. Η διάταξη αυτή σκοπό έχει να επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές να αξιολογούν την καταλληλότητα των μετόχων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ορθολογική και συνετή διοίκηση της αντασφαλιστικής επιχείρησης. Εάν δεν ικανοποιούνται από τα προσόντα των μετόχων, δεν θα χορηγούν τη ζητούμενη άδεια. Ομοίως, οσάκις υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της αντασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, δεν θα χορηγείται η άδεια εάν οι δεσμοί αυτοί δεν επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να ασκούν αποτελεσματικά τα εποπτικά τους καθήκοντα. Οι απαιτήσεις αυτές επιδιώκουν έναν εποπτικό στόχο, και συγκεκριμένα να εξασφαλίζουν τόσο ότι η διοίκηση της αντασφαλιστικής επιχείρησης ασκείται ορθολογικά όσο και ότι η εποπτεία της είναι αποτελεσματική. Άλλοι στόχοι βασιζόμενοι σε θεωρήσεις όπως η βιομηχανική και οικονομική πολιτική της χώρας, ή οι ανάγκες της αγοράς δεν καλύπτονται από τις διατάξεις αυτές και θα πρέπει να απαγορεύονται κατά την εξέταση μιας αίτησης για τη χορήγηση άδειας, καθώς θα μπορούσαν να αντιβαίνουν προς τις αρχές της Συνθήκης (άρθρο 7, 9, 10 και 12). Η αίτηση χορήγησης άδειας πρέπει να εξετάζεται εντός έξι μηνών από την υποβολή της από την αντασφαλιστική επιχείρηση. Η απόρριψη αίτησης καθώς και η ανάκληση άδειας πρέπει να αιτιολογούνται, με αναφορά των επακριβών λόγων της απόρριψης. Η ενδιαφερόμενη επιχείρησης πρέπει να έχει το δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια για τη νομική επανεξέταση τυχόν απορριπτικής απόφασης (άρθρο 13). Η χορηγούμενη άδεια ισχύει για ολόκληρη την Κοινότητα. Επιτρέπει στην αντασφαλιστική επιχείρηση να ασκεί δραστηριότητες στην Κοινότητα, υπό το καθεστώς της ελεύθερης εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω διατυπώσεις (άρθρο 4). Άρθρα 15-31: Όροι που διέπουν τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες. Αρχές και μέθοδοι εποπτείας Ένα εποπτικό σύστημα βασιζόμενο σε μία και μοναδική άδεια χορηγούμενη από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της αντασφαλιστικής επιχείρησης και ισχύουσα σε ολόκληρη την Κοινότητα απαιτεί τη μεταβίβαση εποπτικών εξουσιών στις αρμόδιες αρχές που χορηγούν την άδεια, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης συμμόρφωση με τους όρους που διέπουν την άσκηση των δραστηριοτήτων της αντασφαλιστικής επιχείρησης, υπό καθεστώς είτε ελεύθερης εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Το άρθρο 15 της προτεινόμενης οδηγίας θεσπίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής σε ό,τι αφορά την οικονομική εποπτεία της αντασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανόμενων των δραστηριοτήτων που αυτή ασκεί είτε μέσω υποκαταστημάτων είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Λόγω της αποκλειστικής αρμοδιότητας του κράτους μέλους καταγωγής σε ό,τι αφορά όλες τις οικονομικές πλευρές μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης, οι αρμόδιες αρχές δεν είναι δυνατόν να απορρίψουν μια αντασφαλιστική σύμβαση συναπτόμενη από την επιχείρηση αυτή με μια κοινοτική αντασφαλιστική επιχείρηση καλυπτόμενη από την προτεινόμενη οδηγία [7] για λόγους άμεσα συνδεόμενους με την οικονομική ευρωστία εκείνης της αντασφαλιστικής (ή ασφαλιστικής) επιχείρησης. Μια τέτοια περίπτωση άσκησης έμμεσης εποπτείας επί των επιχειρήσεων αυτών θα σήμαινε ανάμειξη στις εποπτικές εξουσίες των αρχών των αρμόδιων για τις επιχειρήσεις αυτές και θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη θεμελιώδη αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία εντάσσεται στη βάση του νομικού πλαισίου της προτεινόμενης οδηγίας. [7] Ή μια κοινοτική ασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με τις οδηγίες για τις ασφαλίσεις εντός ή εκτός κλάδου ζωής (οδηγίες 73/239/EΟΚ και 2002/83/EΚ). Η αντασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να εφαρμόζει ορθολογικές διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, καθώς και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου. Τούτο χρειάζεται για την εξασφάλιση εύρυθμης και οικονομικά σταθερής άσκησης των αρμοδιοτήτων της. Το κράτος μέλος καταγωγής θεσπίζει τους όρους για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής. Το άρθρο 16 αναφέρει το δικαίωμα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής να διεξάγουν επιτόπιους ελέγχους στα υποκαταστήματα της αντασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλα κράτη μέλη, και θεσπίζει τη διαδικασία των ελέγχων αυτών. Η διάταξη αυτή είναι παρόμοια με εκείνες των οδηγιών περί ασφαλίσεων εντός και εκτός κλάδου ζωής [8]. [8] Οδηγία 73/239/EΟΚ, άρθρο 16, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/49/EΟΚ, άρθρο 11, και την οδηγία 2002/83/EΚ, άρθρο 11. Για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της εποπτείας επί των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να διαθέτουν τις κατάλληλες εξουσίες για να διεξάγουν αναλυτικές έρευνες σχετικά με τις επιχειρήσεις αυτές, να ζητούν την υποβολή εγγράφων και να λαμβάνουν μέτρα, όπως η επιβολή κυρώσεων, κατά των επιχειρήσεων ή των διευθυντικών ή διοικητικών στελεχών τους (άρθρο 17). Τα άρθρα 19-23 περιλαμβάνουν συγκεκριμένες διατάξεις σχετικά με την εποπτεία των ειδικών συμμετοχών σε αντασφαλιστική επιχείρηση. Οι διατάξεις αυτές σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν γνώση της ιδιοκτησιακής δομής της αντασφαλιστικής επιχείρησης. Οι διατάξεις αυτές απορρέουν από την αξιολόγηση των κατόχων ειδικών συμμετοχών κατά τη στιγμή της εξέτασης της αίτησης αδείας σύμφωνα με το άρθρο 12. Το σύστημα αυτό είναι το ίδιο με το ήδη εφαρμοζόμενο για τις ασφαλίσεις [9] και τις λοιπές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. [9] Οδηγία 92/49/ΕΟΚ, άρθρο 15, και οδηγία 2002/83/EΚ, άρθρο 15. Τα άρθρα 24-30 προβλέπουν την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές. Όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργασθεί για τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανόμενων των ελεγκτών και των εμπειρογνωμόνων που ενεργούν εξ ονόματος των αρμόδιων αρχών, υπέχουν την υποχρέωση του επαγγελματικού απορρήτου. Η εμπιστευτική φύση των πληροφοριών αυτών δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, δεδομένου ότι τούτο αποσκοπεί στην εξασφάλιση της κατάλληλης εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες υπόκεινται και στην απαίτηση εμπιστευτικότητας, είναι δε δυνατόν να αποκαλυφθούν μόνο με τη ρητή συναίνεση των αρμόδιων αρχών που διέθεσαν τις πληροφορίες. Τα άρθρα 28-30 καθορίζουν και τους όρους και τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι πληροφορίες είναι δυνατόν να αποκαλυφθούν σε αρχές και όργανα πέραν των αρχών που εποπτεύουν τις αντασφαλίσεις. Το προβλεπόμενο σύστημα είναι το ίδιο με εκείνο που εφαρμόζεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις [10]. [10] Οδηγία 92/49/EΟΚ, άρθρο 16, και οδηγία 2002/83/EΚ, άρθρο 16. Το άρθρο 31 προβλέπει την υποχρέωση των ελεγκτών να αναφέρουν αμέσως στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κάθε πραγματικό περιστατικό ή απόφαση που αφορά την αντασφαλιστική επιχείρηση και επηρεάζει τους όρους που διέπουν την άσκηση των αντασφαλιστικών της δραστηριοτήτων, υποπίπτει δε στην αντίληψή τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στην αντασφαλιστική επιχείρηση ή σε κάθε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την αντασφαλιστική επιχείρηση. Η παρούσα οδηγία ακολουθεί το σύστημα που ήδη εφαρμόζεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. [11] [11] Οδηγία 92/49/EΟΚ, άρθρο 16α, το οποίο προσετέθη με την οδηγία 95/26/EΚ (ΕΕ L 168, 18.7.1995, σ. 7), και οδηγία 2002/83/EΚ, άρθρο 17. Άρθρα 32-34: Κανόνες αναφερόμενοι στις τεχνικές προβλέψεις Οι τεχνικές προβλέψεις αποτελούν θεμελιώδες μέρος της ασφαλιστικής τεχνικής. Και πράγματι, πρέπει να επιτρέπουν στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις. Για τον λόγο αυτόν, η απαίτηση από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να συνιστούν επαρκείς τεχνικές προβλέψεις αποτελεί τη βασική αρχή του συστήματος εποπτείας των ασφαλίσεων και των αντασφαλίσεων. Σε ένα σύστημα που προβλέπει μία και μοναδική άδεια, εκδιδόμενη από το κράτος μέλος καταγωγής, εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής να απαιτούν από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να συνιστούν επαρκείς τεχνικές προβλέψεις για όλες τις δραστηριότητες της επιχείρησης, συμπεριλαμβανόμενων και όσων διεξάγονται υπό το καθεστώς της ελεύθερης εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εντός της Κοινότητας. Ακόμη, το κράτος μέλος καταγωγής πρέπει να επαληθεύει τη συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή και να διαθέτει τα κατάλληλα μέσα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης αυτής. Το άρθρο 32 θέτει την αρχή του εκ μέρους της χώρας καταγωγής ελέγχου για τον ορισμό και τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης. Το ύψος των προβλέψεων αυτών καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που τίθενται στην οδηγία 91/674/EΟΚ, σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. [12] Η παρούσα πρόταση προβλέπει και ότι, όσον αφορά τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες του κλάδου ζωής, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να θέτει και πιο συγκεκριμένους κανόνες για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 20 της οδηγίας 2002/83/EΚ, περί ασφαλίσεων ζωής. Η πρόβλεψη αυτή θέτει τις αναλογιστικές αρχές που πρέπει να ακολουθούνται για τη σύσταση των τεχνικών προβλέψεων για ασφαλιστικές δραστηριότητες του κλάδου ζωής. [12] ΕΕ L 374, 31.12.1991 σ. 7. Ακόμη, το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις δικές του αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να συνιστούν αποθεματικό εξισορρόπησης σε σχέση με τις αντασφαλίσεις πιστώσεων (άρθρο 33). Το ύψος των αποθεματικών αυτών υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στην οδηγία 73/239/EΟΚ, και ιδίως στο παράρτημά της, όπου περιγράφονται τέσσερις μέθοδοι, θεωρούμενες ως ισοδύναμες. Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαλλάσσει από την υποχρέωση σύστασης αποθεματικού εξισορρόπησης τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες η αντασφάλιση πιστώσεων δεν αντιπροσωπεύει σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων τους. Ακόμη, το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις δικές του αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να συνιστούν αποθεματικό εξισορρόπησης για τους κλάδους κινδύνων πέραν της αντασφάλισης πιστώσεων, με βάση τους κανόνες που τίθενται από το εκάστοτε κράτος μέλος καταγωγής. Τούτο συμφωνεί με την ισχύουσα νομοθεσία περί ασφαλίσεων, και ιδίως με την οδηγία 73/239/EΟΚ, καθώς και με την οδηγία 91/674/EΟΚ, περί των ετήσιων λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η εισαγωγή ενός συστήματος εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες μέχρι τώρα δεν υπάγονται σε κοινοτικό νομικό πλαίσιο, συνεπάγεται την κατάργηση της απαίτησης ενεχυρίασης περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των προβλέψεων μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης για μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα και εκκρεμούσες αξιώσεις αποζημίωσης οσάκις αυτή συνάπτει αντασφάλιση με αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή με ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 73/239/EΟΚ (ασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής) ή την οδηγία 2002/83/EΚ (ασφαλίσεις ζωής). Ωστόσο, ένα κράτος μέλος παραμένει αρμόδιο για την επιβολή της ενεχυρίασης περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των ως άνω τεχνικών προβλέψεων των δικών του αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οσάκις αυτές συνάπτουν αντασφάλιση με αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, διότι μια τέτοια επιχείρηση δεν υπάγεται στο εποπτικό σύστημα της μιας και μοναδικής άδειας και της αμοιβαίας αναγνώρισης της παρούσας οδηγίας. Το άρθρο 34 προτείνει μια ποιοτική προσέγγιση των επενδυτικών κανόνων. Οι ιδιαιτερότητες των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων καθιστούν μια τέτοια προσέγγιση προτιμότερη από την ποσοτική μέθοδο που εφαρμόζεται στον τομέα των πρωτασφαλίσεων. Το ως άνω άρθρο αναφέρει ότι τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των δραστηριοτήτων της αντασφαλιστικής επιχείρησης, το ύψος και τη διάρκεια των προβλεπόμενων αξιώσεων αποζημίωσης, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται επάρκεια, ρευστότητα, ποιότητα, κερδοφορία και ανταποδοτικότητα των επενδύσεων. Για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής, η απαίτηση ανταποδοτικότητας πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των επιχειρηματικών πρακτικών και της εγγενούς περιπλοκότητας του προσδιορισμού της διάρκειας των ταμειακών ροών των υποχρεώσεων. Ακόμη, οι επενδύσεις θα πρέπει να διαφοροποιούνται και να διασπείρονται κατάλληλα, έτσι ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες οικονομικές περιστάσεις. Άρθρα 35-41: Περιθώριο φερεγγυότητας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων Το περιθώριο φερεγγυότητας αποτελεί σημαντικό στοιχείο της εποπτείας. Η παρούσα πρόταση θέτει απαιτήσεις για τη φερεγγυότητα των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με βάση τους κανόνες που ισχύουν για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Όπως επισημάνθηκε ήδη, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές δραστηριότητες είναι συναφείς, οπότε οι απαιτήσεις φερεγγυότητας και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να είναι παρόμοιες. Όσον αφορά τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής, η παρούσα πρόταση επαναλαμβάνει τις απαιτήσεις που τίθενται στην οδηγία 73/239/EΟΚ (άρθρο 37) για τις ασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής. Πάντως, και λόγω της ιδιάζουσας φύσης ορισμένων αντασφαλιστικών συμβάσεων ή συγκεκριμένων κλάδων, η πρόταση περιλαμβάνει και τη δυνατότητα αύξησης του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας. Ήδη η οδηγία περί ασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής προέβλεπε αύξηση κατά 50% για την ασφάλιση ευθύνης, διότι αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερα ασταθή χαρακτηριστικά κινδύνου. Η παρούσα πρόταση προβλέπει αύξηση μέχρι 50% του περιθωρίου φερεγγυότητας για συγκεκριμένες κατηγορίες ή κλάδους ασφάλισης, πέραν των κλάδων ευθύνης. Η αναπροσαρμογή του περιθωρίου φερεγγυότητας γίνεται από την Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων, κατά την άσκηση των εκτελεστικών εξουσιών που της ανατίθενται από τη Συνθήκη. Τα σχετικά μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται με την κανονιστική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5 της απόφασης 1999/648/EΚ (άρθρο 55). Η αύξηση του περιθωρίου φερεγγυότητας θα χρησιμοποιείται μόνο μετά από λεπτομερή ανάλυση και διεξοδικές διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους. Για να εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες, η παρούσα πρόταση προβλέπει τις συνακόλουθες προσαρμογές στην οδηγία 73/239/EΟΚ, περί ασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής, και στην οδηγία 2002/83/EΚ, περί ασφαλίσεων ζωής. Έτσι, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που πραγματοποιούν αντασφαλίσεις μέσω της αποδοχής εκχωρήσεων κινδύνων υπάγονται στις διατάξεις της οδηγίας περί αντασφαλίσεων που αναφέρονται στο απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, οσάκις ο όγκος των αντασφαλιστικών τους δραστηριοτήτων αντιστοιχεί σε σημαντικό μέρος των συνολικών τους εργασιών (άρθρα 57 παρ. 5 και 59 παρ. 8). Οι διατάξεις αυτές θα ισχύσουν όταν η απόφαση περί αναπροσαρμογής του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής θα έχει εκδοθεί από την Επιτροπή (άρθρο 43). Όσον αφορά τις αντασφαλίσεις ζωής, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που τίθενται στην οδηγία 2002/83/EΚ (άρθρο 38), περί ασφαλίσεων ζωής. Οσάκις μια αντασφαλιστική επιχείρηση ασκεί αντασφαλιστικές δραστηριότητες ταυτόχρονα εντός και εκτός κλάδου ζωής, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας καλύπτει το συνολικό άθροισμα των απαιτούμενων περιθωρίων φερεγγυότητας, για τις αντασφαλίσεις τόσο εντός όσο και εκτός κλάδου ζωής (άρθρο 39). Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας αντιστοιχεί στα περιουσιακά στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 36. Γίνονται αποδεκτά τα περιουσιακά στοιχεία που ήδη αναγνωρίζονται από τις οδηγίες περί ασφαλίσεων εντός και εκτός κλάδου ζωής για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας. Το άρθρο 40 αναφέρεται στο ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων που απαιτείται για την άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων. Το κεφάλαιο εγγυήσεων αντιστοιχεί στο ελάχιστο κεφάλαιο που η αντασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να διαθέτει διαρκώς, για να ασκεί αντασφαλιστικές δραστηριότητες με την κατάλληλη οικονομική ευρωστία. Η παρούσα πρόταση καθορίζει ένα κεφάλαιο εγγυήσεων το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 3 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, και όσον αφορά τις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να καθορίζει το κεφάλαιο εγγυήσεων σε 1 εκατ. ευρώ. Η διάταξη αυτή σκοπό έχει να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εξαρτημένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, και ιδίως το γεγονός ότι αυτές συνήθως είναι μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις, οι δε δραστηριότητές τους περιορίζονται αποκλειστικά στην κάλυψη κινδύνων που έχουν σχέση με την επιχείρηση στην οποία ανήκει ο εκάστοτε εξαρτημένος αντασφαλιστής. Άρθρα 42-44: Προβληματικές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις - Ανάκληση άδειας Οι αρχές οι αρμόδιες για μια αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να διαθέτουν τις κατάλληλες εξουσίες για να λαμβάνουν μέτρα κατά αυτής οσάκις η οικονομική κατάστασή της επιδεινώνεται, π.χ. οσάκις δεν συνιστά επαρκείς τεχνικές προβλέψεις ή το περιθώριο φερεγγυότητας δεν ανέρχεται στο απαιτούμενο ύψος. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να έχουν την εξουσία να απαιτούν την υποβολή σχεδίου χρηματοδότησης, σχεδίου ανάκαμψης ή σχεδίου οικονομικής εξυγίανσης, ή και να απαγορεύουν την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της εμπλεκόμενης επιχείρησης. Παρομοίως, έχει ουσιώδη σημασία να προβλεφθεί ότι η άδεια που χορηγείται σε αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να ανακληθεί σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις (π.χ., μη εκπλήρωση των όρων της άδειας, σοβαρή αδυναμία συμμόρφωσης με τους όρους και τους κανόνες άσκησης των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων κ.λπ.). Οι κανόνες που τίθενται στην παρούσα πρόταση είναι πανομοιότυποι με εκείνους που ήδη ισχύουν για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Άρθρα 45-46: Αντασφαλιστικές δραστηριότητες ασκούμενες στο πλαίσιο της ελεύθερης εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών Μια αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει τη δέουσα άδεια από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής έχει το δικαίωμα να ασκεί αντασφαλιστικές δραστηριότητες σε ολόκληρη την Κοινότητα, υπό το καθεστώς είτε της ελεύθερης εγκατάστασης είτε της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρο 4 παρ. 1). Το άρθρο 45 περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την περίπτωση όπου μια αντασφαλιστική επιχείρηση, υπό το καθεστώς είτε της ελεύθερης εγκατάστασης είτε της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δεν συμμορφώνεται με τις νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος καταγωγής. Το προτεινόμενο καθεστώς, το οποίο εμπνέεται και από το καθεστώς που θεσπίζεται με τις οδηγίες περί ασφαλίσεων, βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής. Το άρθρο 46 θεσπίζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των αντασφαλισμένων πιστωτών σε περίπτωση εκκαθάρισης αντασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς διακρίσεις για λόγους σχετιζόμενους με τον τρόπο με τον οποίο έχουν συναφθεί οι αντασφαλιστικές συμβάσεις: π.χ. υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν εισάγει την εναρμόνιση των εθνικών κανόνων ως προς την εκκαθάριση επιχειρήσεων. Η εναρμόνιση αυτή σε ό,τι αφορά τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκε με την οδηγία 2001/17/EΚ (οδηγία για την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων) [13]. Και η οδηγία για την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι δυνατόν να χρειασθεί αναπροσαρμογή, μετά από προσεκτική εξέταση, σε μεταγενέστερο στάδιο, έτσι ώστε να συμπεριλάβει και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. [13] ΕΕ L 110, 20.04.2001 σ. 28. Άρθρα 47-50: Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την εταιρική τους έδρα σε τρίτη χώρα και οι οποίες ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες σε κράτος μέλος δεν τυγχάνουν μεταχείρισης ευνοϊκότερης από εκείνη που επιφυλάσσεται στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την εταιρική τους έδρα σε αυτό το κράτος μέλος (άρθρο 47). Το άρθρο 48 προβλέπει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών με τρίτες χώρες σχετικά με την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Αυτές οι διεθνείς συμφωνίες αποσκοπούν ιδίως στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών της ΕΕ και των εμπλεκόμενων τρίτων χωρών, σε σχέση με τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, αλλά και στην αμοιβαία αναγνώριση των εποπτικών κανόνων και πρακτικών ως προς την αντασφάλιση μεταξύ ΕΕ και τρίτων χωρών. Η διάταξη αυτή θεωρείται σημαντική για την αντιμετώπιση των κανονιστικών φραγμών που εμποδίζουν την πρόσβαση των κοινοτικών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις τρίτες χώρες. Άρθρα 51-54: Δικαιώματα αποκτώμενα από υφιστάμενες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις - Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που παύουν να λειτουργούν Μια αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία διαθέτει άδεια ή το δικαίωμα να ασκεί αντασφαλιστικές δραστηριότητες σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του κράτους μέλους καταγωγής πριν από την ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας είναι δυνατόν να τις ασκεί χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει άδεια. Ωστόσο, αυτή η αντασφαλιστική επιχείρηση υπάγεται στις διατάξεις της οδηγίας, ιδίως δε στις απαιτήσεις που αφορούν την οικονομική ευρωστία της (τεχνικές προβλέψεις, περιθώριο φερεγγυότητας, κεφάλαιο εγγυήσεων), την επαγγελματική επάρκεια και την εντιμότητα των διοικητικών στελεχών, ή την καταλληλότητα των κατόχων ειδικών συμμετοχών. Η προτεινόμενη οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν μεταβατική περίοδο δύο ετών, έτσι ώστε να μη δημιουργούνται προβλήματα στις υφιστάμενες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην προσπάθειά τους να συμμορφωθούν με τις ως άνω απαιτήσεις (άρθρο 51). Από την άλλη πλευρά, η προτεινόμενη οδηγία δεν ισχύει για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες, κατά τη έναρξη της εφαρμογής της έχουν παύσει να συνάπτουν νέες αντασφαλιστικές συμβάσεις και ασχολούνται αποκλειστικά με τη διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου τους με σκοπό την παύση των δραστηριοτήτων τους. Πάντως, επειδή οι επιχειρήσεις αυτές δεν υπάγονται στο καθεστώς της μιας και μοναδικής άδειας που θεσπίζεται με την οδηγία, είναι ουσιώδες, για λόγους διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου, τα κράτη μέλη να καταρτίζουν κατάλογο με τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αυτής της κατηγορίας και να τον κοινοποιούν σε όλα τα κράτη μέλη (άρθρο 52). Τέλος, το άρθρο 53 προβλέπει το δικαίωμα των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να ασκούν ένδικα μέσα κατά οποιασδήποτε απόφασης που εκδίδεται για αυτές από τις αρμόδιες αρχές κατά την εφαρμογή των εθνικών κανόνων που θα έχουν εκδοθεί κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Άρθρα 55-56:- Εκτελεστικές εξουσίες της Επιτροπής ως προς την πραγματοποίηση τεχνικών προσαρμογών της προτεινόμενης οδηγίας Η πρόταση θεσπίζει τη δυνατότητα τεχνικών προσαρμογών συγκεκριμένων κανόνων της οδηγίας. Η οδηγία αναθέτει στην Επιτροπή εκτελεστικές εξουσίες ως προς τις διατάξεις που απαριθμούνται ρητά στο άρθρο 56. Κατά την άσκηση αυτών των εκτελεστικών εξουσιών, η Επιτροπή επικουρείται από την Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων, η οποία θεσμοθετείται με την οδηγία 91/675/EΟΚ. Τα μέτρα προς έγκριση από την Επιτροπή υπόκεινται στη διαδικασία του άρθρου 5 παρ. 6 της απόφασης 1999/648/EΚ, η οποία θεσπίζει τις διαδικασίες για την άσκηση των εκτελεστικών εξουσιών που ανατίθενται στην Επιτροπή. Οι ως άνω εκτελεστικές εξουσίες ασκούνται ιδίως για την αύξηση του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας για συγκεκριμένες κατηγορίες συμβάσεων, ή για δραστηριότητες σε κλάδους πέραν των ασφαλίσεων ευθύνης (άρθρο 37 παράγραφοι 3 και 4). Άρθρα 57-60: Τεχνικές προσαρμογές των οδηγιών περί ασφαλίσεων εντός και εκτός κλάδου ζωής, και περί ασφαλιστικών ομίλων Η θέσπιση ενός κοινοτικού κανονιστικού πλαισίου για την αντασφάλιση επηρεάζει τις υφιστάμενες οδηγίες περί ασφαλίσεων (εντός και εκτός κλάδου ζωής), και περί ασφαλιστικών ομίλων) [14]. Ενόσω η προτεινόμενη οδηγία, αφότου εκδοθεί, θα συμπληρώνει το νομοθετικό πλαίσιο για τον ασφαλιστικό τομέα, κρίνεται αναγκαίο να ληφθεί και αυτός υπόψη, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ένα ομοιόμορφο κανονιστικό πλαίσιο. Έτσι, οι υφιστάμενες οδηγίες χρειάζεται να αναπροσαρμοσθούν. Τούτο ισχύει, π.χ., για την έμμεση εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η οποία ασκείται από τις αρχές τις αρμόδιες για την ασφαλιστική επιχείρηση που έχει συνάψει αντασφαλιστική σύμβαση με κοινοτική αντασφαλιστική επιχείρηση υπαγόμενη στην παρούσα οδηγία [15]. Η αρχή η αρμόδια για την ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να απορρίψει μια τέτοια αντασφαλιστική σύμβαση για λόγους συνδεόμενους άμεσα με την οικονομική ευρωστία του αντασφαλιστή. [14] Κλάδος εκτός ζωής: Οδηγίες 73/239/EΟΚ, 88/357/EΟΚ, 92/49/EΟΚ. Κλάδος ζωής: Οδηγία 2002/83/ΕΟΚ. Ασφαλιστικοί όμιλοι: Οδηγία 98/78/EΟΚ (ΕΕ L 330, 5.12.1998, σ. 1). [15] Ή κοινοτική ασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με τις οδηγίες περί ασφαλίσεων εντός ή εκτός κλάδου ζωής (οδηγίες 73/239/EΟΚ και 2002/83/EΚ). Η προτεινόμενη οδηγία προβλέπει και την κατάργηση της απαίτησης για ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων με σκοπό την κάλυψη των προβλέψεων για μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα και για εκκρεμούσες αξιώσεις αποζημίωσης μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, οσάκις αυτή έχει αντασφαλισθεί από αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή από ασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα τις οδηγίες 73/239/EΟΚ (ασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής) ή 2002/83/EΚ (ασφαλίσεις ζωής). Οι αναπροσαρμογές αυτές καθίστανται αναγκαίες και για την υπαγωγή των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης που αποδέχονται αντασφαλίσεις στις απαιτήσεις περί φερεγγυότητας που θα θεσπισθούν για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και για την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων που ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες. Η οδηγία 98/78/EΚ, περί ασφαλιστικών ομίλων, αναπροσαρμόζεται και αυτή, έτσι ώστε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι κοινοτικές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα υπόκεινται σε εποπτεία [16]. Η μεταγενέστερη αναπροσαρμογή της οδηγίας 2002/87/EΚ, περί ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων [17], καθίσταται επίσης αναγκαία. [16] ΕΕ L 330, 5.12.1998, σ. 1. [17] ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ. 1. Ακόμη, και η οδηγία 2001/17/EΚ είναι δυνατόν να χρειασθεί αναπροσαρμογή, έτσι ώστε να συμπεριλάβει και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι μέχρι τώρα δεν υπάγονται στην οδηγία περί εκκαθάρισης επιχειρήσεων. Ως προς αυτό απαιτούνται και άλλες εργασίες, για να εντοπισθούν τα ζητήματα που πρέπει να εξετασθούν με σκοπό τις αναγκαίες αναπροσαρμογές. 2004/0097 (COD) Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47 παράγραφος 2 και το άρθρο 55, την πρόταση της Επιτροπής [18], [18] ΕΕ C [...], [...], σ. [...]. τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [19], [19] ΕΕ C [...], [...], σ. [...]. τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών [20], [20] ΕΕ C [...], [...], σ. [...]. Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 251 της Συνθήκης [21], [21] ΕΕ C [...], [...], σ. [...]. Εκτιμώντας τα εξής: (1) Η οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, πρώτη οδηγία περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής [22], η οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλισης ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ [23], καθώς και της οδηγίας 2002/83/EΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής [24], έχουν θεσπίσει τις διατάξεις που διέπουν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων πρωτασφάλισης εντός της Κοινότητας. [22] ΕΕ L 228, 16.8.1973, σ. 3. [23] ΕΕ L 228, 11.8.1992, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2002/87/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ. 1). [24] ΕΕ L 345, 19.12.2002, σ. 1. (2) Οι προαναφερόμενες οδηγίες προβλέπουν το νομικό πλαίσιο για την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων από ασφαλιστικές επιχειρήσεις εντός της εσωτερικής αγοράς, υπό το καθεστώς τόσο της ελεύθερης εγκατάστασης όσο και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, έτσι ώστε να καθίσταται ευκολότερη, για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με εταιρική έδρα εντός της Κοινότητας, η κάλυψη των υποχρεώσεων που αυτές αναλαμβάνουν εντός της Κοινότητας και να μπορούν οι ασφαλιζόμενοι να αποτείνονται όχι μόνο σε ασφαλιστές εγκατεστημένους στη χώρα τους, αλλά και σε ασφαλιστές με έδρα εντός της Κοινότητας και εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. (3) Το καθεστώς που θεσπίζεται με τις προαναφερόμενες οδηγίες εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης, και για όλες τις δραστηριότητές τους, τόσο εκείνες της πρωτασφάλισης όσο και εκείνες της αντασφάλισης μέσω αποδοχής εκχωρήσεων. Ωστόσο, οι δραστηριότητες αντασφάλισης που ασκούνται από εξειδικευμένο αντασφαλιστή δεν υπάγονται ούτε σε αυτό το καθεστώς ούτε σε οποιοδήποτε άλλο που προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία. (4) Η αντασφάλιση αποτελεί μείζονα οικονομική δραστηριότητα, διότι επιτρέπει στις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης, μέσω της διευκόλυνσης της ευρύτερης διασποράς των κινδύνων σε παγκόσμιο επίπεδο, να διαθέτουν υψηλότερη δυνατότητα ασφαλιστικής κάλυψης κατά την άσκηση των ασφαλιστικών τους δραστηριοτήτων και να παρέχουν την κάλυψη αυτή, καθώς και να μειώνουν το κόστος κεφαλαίου τους. Ακόμη, η αντασφάλιση παίζει και ζωτικό ρόλο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δεδομένου ότι αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την εξασφάλιση της οικονομικής ευρωστίας και της σταθερότητας των αγορών της πρωτασφάλισης, όπως και ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, χάρη στον ρόλο της ως μείζονος χρηματοπιστωτικού διαμεσολαβητή και θεσμικού επενδυτή. (5) Η οδηγία 64/225/EΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, σχετικά με την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη εγκατάσταση και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα της πρωτασφάλισης και της αντεκχώρησης [25], εξάλειψε τους περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών που συνδέονται με την εθνικότητα ή τον τόπο διαμονής του παρόχου αντασφάλισης. Ωστόσο, δεν εξαλείφθηκαν οι περιορισμοί που δημιουργούνται με τις αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών διατάξεων περί ρύθμισης της εποπτείας των αντασφαλίσεων. Η κατάσταση αυτή κατέληξε σε σημαντικές διαφορές ως προς την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στην Κοινότητα, οι οποίες διαφορές δημιουργούν φραγμούς στην άσκηση των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, όπως είναι η υποχρέωση των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να ενεχυριάζουν περιουσιακά τους στοιχεία για να καλύπτουν το μερίδιο τους στις τεχνικές προβλέψεις των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης, καθώς και η συμμόρφωση των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με διαφορετικούς εποπτικούς κανόνες σε διαφορετικά κράτη μέλη στα οποία ασκούν τις δραστηριότητές τους, ή η έμμεση εποπτεία των διαφόρων δραστηριοτήτων μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης από τις αρχές τις αρμόδιες για τις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης. [25] ΕΕ 56, 4.4.1964, σ. 878. (6) Το Πρόγραμμα Δράσης για τις Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες χαρακτήρισε την αντασφάλιση ως έναν τομέα που χρειάζεται την ανάληψη δράσης σε κοινοτικό επίπεδο, για να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Ακόμη, οι μεγαλύτεροι διεθνείς οικονομικοί φορείς, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Διεθνής Ένωση Ασφαλιστικών Εποπτών (International Association of Insurance Supervisors - IAIS) έχουν τονίσει την έλλειψη εναρμονισμένων κανόνων εποπτείας της αντασφάλισης σε κοινοτικό επίπεδο ως σημαντικό κενό στο κανονιστικό πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί. (7) Η παρούσα οδηγία σκοπό έχει τη θέσπιση ενός κανονιστικού πλαισίου για την εποπτεία των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων εντός της Κοινότητας. Αποτελεί δε μέρος του κορμού της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα των ασφαλίσεων που αποβλέπει στην υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα αυτόν. (8) Η παρούσα οδηγία είναι σύμφωνη με τις σημαντικότερες διεθνείς εργασίες που αφορούν τους κανόνες εποπτείας της αντασφάλισης, ιδίως δε τις εργασίες της προαναφερόμενης ένωσης IAIS. (9) Η προτεινόμενη οδηγία ακολουθεί την προσέγγιση της κοινοτικής νομοθεσίας που έχει υιοθετηθεί για την πρωτασφάλιση, πραγματοποιώντας την εναρμόνιση που είναι ουσιώδης, αναγκαία και ικανή για την εξασφάλιση της αμοιβαίας αναγνώρισης των συστημάτων έκδοσης αδειών και εποπτικού ελέγχου, οπότε και καθιστά εφικτή τη χορήγηση μιας και μοναδικής άδειας, με ισχύ σε ολόκληρη την Κοινότητα, και εφαρμόζει την αρχή της εποπτείας από το κράτος μέλος καταγωγής. (10) Κατά συνέπεια, η ανάληψη και η άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων υπόκεινται στη χορήγηση μιας και μοναδικής άδειας, η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει την εταιρική της έδρα. Η άδεια αυτή επιτρέπει σε μια επιχείρηση να ασκεί τις δραστηριότητές της σε ολόκληρη την Κοινότητα, υπό το καθεστώς είτε της ελεύθερης εγκατάστασης είτε της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Το κράτος μέλος όπου υπάρχει υποκατάστημα, ή όπου παρέχονται οι υπηρεσίες δεν μπορεί να απαιτήσει από μια αντασφαλιστική επιχείρηση που επιθυμεί να ασκήσει αντασφαλιστικές δραστηριότητες και η οποία έχει ήδη λάβει άδεια στο κράτος μέλος καταγωγής, να ζητήσει νέα άδεια. Ακόμη, μια αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει ήδη λάβει άδεια στο κράτος μέλος καταγωγής δεν θα πρέπει να υπόκειται σε πρόσθετη εποπτεία ή έλεγχο ως προς την οικονομική της ευρωστία εκ μέρους των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης που αντασφαλίζεται από την εν λόγω αντασφαλιστική επιχείρηση. Επίσης, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από μια αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας να ενεχυριάζει περιουσιακά στοιχεία για την κάλυψη του μεριδίου της στις τεχνικές προβλέψεις του αντασφαλιζόμενου. Οι όροι για τη χορήγηση και την ανάκληση άδειας θα πρέπει να καθορισθούν. Οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να χορηγούν άδεια, ή να τη διατηρούν, σε μια αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία δεν τηρεί τους όρους που τίθενται με την παρούσα οδηγία. (11) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν αποκλειστικά αντασφαλιστικές δραστηριότητες και δεν ασχολούνται με πρωτασφαλίσεις. Ακόμη, θα πρέπει να ισχύει και για τις λεγόμενες «δέσμιες» (εξαρτημένες) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες ιδρύονται ή κατέχονται από βιομηχανικές, εμπορικές ή χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις πέραν των επιχειρήσεων για τις οποίες ισχύει η οδηγία 98/78/EC του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ασφαλιστικού ομίλου [26], και των οποίων σκοπός είναι η παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν. [26] ΕΕ L 330, 5.12.1998, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2002/87/ΕΚ (ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ. 1). (12) Πάντως, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να ισχύει για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται ήδη στις οδηγίες 73/239/EΟΚ και 2002/83/EΚ. Ωστόσο, για να εξασφαλίζεται η οικονομική ευρωστία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν και αντασφαλιστικές δραστηριότητες, και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δραστηριοτήτων αυτών να λαμβάνονται δεόντως υπόψη ως προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις αυτών των επιχειρήσεων, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που διέπουν το περιθώριο φερεγγυότητας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να ισχύουν για τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες αυτών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων εφόσον ο όγκος των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων τους αποτελεί σημαντικό μέρος των συνολικών. (13) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αποσαφηνίσει τις εξουσίες και τα μέσα εποπτείας που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης θα πρέπει να είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της οικονομικής ευρωστίας της αντασφαλιστικής επιχείρησης, ιδίως όσον αφορά τη φερεγγυότητά της, τη σύσταση επαρκών τεχνικών προβλέψεων, καθώς και την κάλυψη αυτών των προβλέψεων με τα ενδεδειγμένα περιουσιακά στοιχεία. (14) Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να διαθέτουν τα μέσα εποπτείας που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η ομαλή άσκηση των δραστηριοτήτων των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο σύνολο της Κοινότητας, υπό καθεστώς είτε ελεύθερης εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να είναι σε θέση να θεσπίζουν κατάλληλα μέτρα διασφάλισης ή να επιβάλλουν κυρώσεις προκειμένου να προλαμβάνουν ενδεχόμενες παρατυπίες και παραβιάσεις των διατάξεων περί εποπτείας της αντασφάλισης. (15) Θα πρέπει να προβλεφθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών ή οργάνων που, ως εκ των καθηκόντων τους, συμβάλλουν στην ενίσχυση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για να διαφυλάσσεται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών που διαβιβάζονται, ο κατάλογος των αποδεκτών τους θα πρέπει να παραμένει αυστηρά περιορισμένος. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προσδιορισθούν οι όροι υπό τους οποίους θα επιτρέπονται οι ως άνω ανταλλαγές πληροφοριών. Ακόμη, οσάκις προβλέπεται ότι οι πληροφορίες δεν αποκαλύπτονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών, οι αρχές αυτές μπορούν, εφόσον ενδείκνυται, να εξαρτήσουν τη συγκατάθεσή τους από την τήρηση συγκεκριμένων αυστηρών όρων. Ως προς αυτό, και με σκοπό την εξασφάλιση κατάλληλης εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από τις αρμόδιες αρχές, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να περιλάβει κανόνες που να επιτρέπουν στα κράτη μέλη να συνάπτουν συμφωνίες περί ανταλλαγής πληροφοριών με τρίτες χώρες, υπό τον όρο ότι οι αποκαλυπτόμενες πληροφορίες θα καλύπτονται από τις κατάλληλες εγγυήσεις για το επαγγελματικό απόρρητο. (16) Για την ενίσχυση της εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι ο ελεγκτής οφείλει να ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές οσάκις, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, λάβει γνώση, κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, ορισμένων πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν σοβαρά τη χρηματοοικονομική κατάσταση ή τη διοικητική και λογιστική οργάνωση της αντασφαλιστικής επιχείρησης. Λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου στόχου, είναι ευκταίο τα κράτη μέλη να προβλέψουν ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση, οσάκις αυτά τα πραγματικά περιστατικά διαπιστώνονται από έναν ελεγκτή κατά την εκπλήρωση της αποστολής του σε μια επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με μια αντασφαλιστική επιχείρηση. Η υποχρέωση των ελεγκτών να γνωστοποιούν, εφόσον ενδείκνυται, στις αρμόδιες αρχές ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή αποφάσεις που αφορούν μια αντασφαλιστική επιχείρηση, και τα οποία διαπίστωσαν κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους σε μια μη αντασφαλιστική επιχείρηση, δεν μεταβάλλει αφεαυτής τον χαρακτήρα της αποστολής τους σ' αυτήν την επιχείρηση, ούτε τον τρόπο με τον οποίο οφείλουν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους έναντι της επιχείρησης αυτής. (17) Θα πρέπει να προβλεφθεί ο προσδιορισμός της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας για τις υφιστάμενες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που διέθεταν ήδη άδεια ή το δικαίωμα να ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες σύμφωνα με τις διατάξεις των κρατών μελών πριν από την έναρξη της εφαρμογής της οδηγίας. (18) Για να μπορεί μια αντασφαλιστική επιχείρηση να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της, το κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να απαιτεί από αυτή να συνιστά επαρκείς τεχνικές προβλέψεις. Το ύψος των προβλέψεων αυτών θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με την οδηγία 91/674/EΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1991, σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων [27], ενώ, όσον αφορά τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες ζωής, το κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να μπορεί να θεσπίζει πιο εξειδικευμένους κανόνες, σύμφωνα με την οδηγία 2002/83EΚ. [27] ΕΕ L 374, 31.12.1991, σ. 7. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2003/51/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 178, 17.7.2003, σ. 16). (19) Μια αντασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί αντασφαλιστικές δραστηριότητες στον κλάδο των ασφαλίσεων πιστώσεων, το δε ύψος των αντασφαλίσεων πιστώσεων ανέρχεται σε περισσότερο από ένα μικρό ποσοστό των συνολικών δραστηριοτήτων της, θα πρέπει να συνιστά αποθεματικό εξισορρόπησης, το οποίο δεν θα αποτελεί μέρος του περιθωρίου φερεγγυότητας. Το αποθεματικό αυτό θα πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με μία από τις μεθόδους που προβλέπονται στην οδηγία 73/239/EΟΚ, και οι οποίες μέθοδοι αναγνωρίζονται ως ισοδύναμες. Ακόμη, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιτρέπει στο κράτος μέλος καταγωγής να απαιτεί από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η εταιρική έδρα βρίσκεται εντός της επικράτειά στους να συνιστούν αποθεματικά εξισορρόπησης και για κλάδους κινδύνων πέραν της αντασφάλισης πιστώσεων, και τούτο σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζονται από το κράτος μέλος καταγωγής. (20) Μια αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που να καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις, οι οποίες θα λαμβάνουν υπόψη το είδος των δραστηριοτήτων αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης, ιδίως δε το είδος, το ύψος και τη διάρκεια των αναμενόμενων αξιώσεων αποζημίωσης, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει επάρκεια, ρευστότητα, ασφάλεια, ποιότητα, κερδοφορία και ανταποδοτικότητα των επενδύσεών της, για τις οποίες η επιχείρηση φροντίζει να είναι διαφοροποιημένες και κατάλληλα διασπαρμένες, και να δίδουν στην επιχείρηση τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται κατάλληλα στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών, ιδίως στις εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών των ακινήτων, ή σε ευρείας κλίμακας καταστροφές. (21) Είναι αναγκαίο, πέραν των τεχνικών προβλέψεων οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν και ένα πρόσθετο αποθεματικό, γνωστό ως περιθώριο φερεγγυότητας, το οποίο να αντιστοιχεί σε ελεύθερα περιουσιακά στοιχεία και, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, σε άλλα, αφανή περιουσιακά στοιχεία, να ενεργεί δε ως αποσβεστήρας τυχόν δυσμενών επαγγελματικών διακυμάνσεων. Η απαίτηση αυτή αποτελεί σημαντικό στοιχείο της εποπτείας. Με την επιφύλαξη της αναθεώρησης του ισχύοντος συστήματος περιθωρίων φερεγγυότητας, την οποία πραγματοποιεί η Επιτροπή στο πλαίσιο του αποκαλούμενου σχεδίου "Solvency II", με σκοπό να καθορίσει το περιθώριο φερεγγυότητας που θα απαιτείται από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, εφαρμόζονται οι κανόνες που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία περί πρωτασφάλισης. (22) Για να λαμβάνεται υπόψη ο ιδιάζων χαρακτήρας ορισμένων κατηγοριών αντασφαλιστικών συμβάσεων ή συγκεκριμένων κλάδων, θα πρέπει να προβλεφθεί η αναπροσαρμογή του τρόπου υπολογισμού των απαιτούμενων περιθωρίων φερεγγυότητας. Η αναπροσαρμογή αυτή θα πρέπει να γίνει από την Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων, η οποία συστάθηκε με την οδηγία 91/675/EΟΚ [28], στο πλαίσιο της άσκησης των εκτελεστικών εξουσιών που της ανατίθενται από τη Συνθήκη. Τα σχετικά μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται μέσω της κανονιστικής διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της απόφασης 1999/468/EΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των διαδικασιών άσκησης των εκτελεστικών εξουσιών που ανατίθενται στην Επιτροπή [29]. [28] ΕΕ L 374, 31.12.1991, σ. 32. [29] ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23. (23) Για την απαρίθμηση των στοιχείων που θα είναι επιλέξιμα για τη σύσταση του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο κατάλογος που περιλαμβάνεται στις οδηγίες 73/239/EΟΚ και 2002/83/EΚ. (24) Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να διαθέτουν και ένα κεφάλαιο εγγυήσεων, έτσι ώστε να είναι βέβαιο ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους κατά την ίδρυσή τους, και ότι κατά την εν συνεχεία άσκηση των δραστηριοτήτων τους το περιθώριο φερεγγυότητας δεν θα μειώνεται σε καμία περίπτωση κάτω του ελάχιστου επιπέδου ασφαλείας. Ωστόσο, και για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των εξαρτημένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να υπάρξει διάταξη που να επιτρέπει στα κράτη μέλη καταγωγής να καθορίζουν το ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων που θα απαιτείται από τις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε χαμηλότερο ύψος. (25) Ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας καθορίζουν τους ελάχιστους κανόνες. Ένα κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να είναι σε θέση να θεσπίζει αυστηρότερους κανόνες για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που λαμβάνουν άδεια από τις δικές του αρμόδιες αρχές, ιδίως σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις περί περιθωρίου φερεγγυότητας. (26) Είναι αναγκαίο να προβλεφθούν μέτρα για τις περιπτώσεις όπου η χρηματοοικονομική κατάσταση μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης διαμορφώνεται κατά τρόπο που καθιστά δύσκολη την εκπλήρωση των ασφαλιστικών της υποχρεώσεων. Σε συγκεκριμένες περιστάσεις, οι αρμόδιες αρχές είναι αναγκαίο να διαθέτουν εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης, αλλά κατά την άσκηση αυτών των εξουσιών οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ενημερώνουν τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τους λόγους που υπαγορεύουν την παρέμβαση τους, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της τήρησης των διαδικασιών. Ενόσω διατηρείται μια τέτοια κατάσταση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αποφεύγουν να βεβαιώνουν ότι η εμπλεκόμενη αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας. (27) Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι μια αντασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί τις δραστηριότητές της υπό το καθεστώς της ελεύθερης εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών συμμορφώνεται με τις διατάξεις που τη διέπουν στο κράτος μέλος καταγωγής. (28) Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων μη χορήγησης ή ανάκλησης μιας άδειας. (29) Είναι σημαντικό να προβλεφθεί ότι οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η εταιρική έδρα βρίσκεται εκτός Κοινότητας, και οι οποίες ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες εντός της Κοινότητας δεν θα πρέπει να τυγχάνουν αντιμετώπισης ευνοϊκότερης από εκείνη που επιφυλάσσεται στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η εταιρική έδρα βρίσκεται σε κράτος μέλος. (30) Για να ληφθούν υπόψη οι διεθνείς πλευρές της αντασφάλισης, θα πρέπει να υπάρξει διάταξη που να επιτρέπει τη σύναψη διεθνών συμφωνιών με τρίτες χώρες, και με σκοπό τον προσδιορισμό των μέσων εποπτείας των οντοτήτων αντασφάλισης που δραστηριοποιούνται στην επικράτεια καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. (31) Θα πρέπει να προβλεφθεί μια ευέλικτη διαδικασία με την οποία να διαπιστώνεται η ισοδυναμία των εποπτικών ελέγχων έναντι των τρίτων χωρών σε κοινοτική βάση, έτσι ώστε να βελτιώνεται η απελευθέρωση των αντασφαλιστικών υπηρεσιών στις τρίτες χώρες, είτε μέσω ελεύθερης εγκατάστασης είτε μέσω ελεύθερης διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών. Προς τούτο, η παρούσα οδηγία προβλέπει διαδικασίες διαπραγματεύσεων με τις τρίτες χώρες. (32) Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει τις εξουσίες να λαμβάνει εκτελεστικά μέτρα, υπό τον όρο ότι αυτά δεν θα τροποποιούν τα ουσιώδη στοιχεία της παρούσας οδηγίας. Αυτά τα εκτελεστικά μέτρα θα πρέπει να επιτρέπουν στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη τις μελλοντικές εξελίξεις στον τομέα των αντασφαλίσεων. Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να λαμβάνονται με βάση την απόφαση 1999/468/EΚ. (33) Το ισχύον κοινοτικό νομικό πλαίσιο για τις ασφαλίσεις θα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί, έτσι ώστε να ληφθεί υπόψη το νέο σύστημα εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θεσπίζεται με την παρούσα οδηγία, καθώς και να εξασφαλισθεί ένα ομοιόμορφο κανονιστικό πλαίσιο για ολόκληρο τον τομέα των ασφαλίσεων. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να αναπροσαρμοσθούν οι ισχύουσες διατάξεις που επιτρέπουν την «έμμεση εποπτεία» των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης. Ακόμη, οι ισχύουσες διατάξεις που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να απαιτούν την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων ασφαλιστικής επιχείρησης όταν ο ασφαλιστής αντασφαλίζεται από αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ή από ασφαλιστική επιχείρηση, θα πρέπει να καταργηθούν. Τέλος, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι το περιθώριο φερεγγυότητας που απαιτείται από ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί αντασφαλιστικές δραστηριότητες, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές αντιστοιχούν σε ουσιώδες μέρος των συνολικών, υπάγεται στους κανόνες περί περιθωρίου φερεγγυότητας που θεσπίζονται για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με την παρούσα οδηγία. Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ και 2002/83/EΚ θα πρέπει να αναπροσαρμοσθούν ανάλογα. (34) Η οδηγία 98/78/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί για να διασφαλισθεί ότι οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό όμιλο υπόκεινται σε συμπληρωματική εποπτεία όπως και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σήμερα σε ασφαλιστικό όμιλο. (35) Με δεδομένο ότι ο στόχος της προτεινόμενης οδηγίας, δηλαδή η θέσπιση ενός νομικού πλαισίου για την ανάληψη και την άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί από τα κράτη μέλη, οπότε, λόγω της κλίμακας και των επιπτώσεων της οδηγίας, μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως εκτίθεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της. Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία καθορίζει τους κατ' ελάχιστον κανόνες, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΤΙΤΛΟΣ Ι - ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ Άρθρο 1 - Πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες για την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων αντασφάλισης εκ μέρους αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν μόνο αντασφαλιστικές δραστηριότητες και είναι εγκατεστημένες ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος. 2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται: α) στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες ισχύουν οι οδηγίες 73/239/EΟΚ και 2002/83/ΕΚ. β) στις δραστηριότητες και τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ. γ) στις δραστηριότητες και τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ. δ) στις δραστηριότητες αντασφάλισης που ασκούνται από την κυβέρνηση κράτους μέλους όταν αυτή ενεργεί, για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος, με την ιδιότητα του αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού σε περιπτώσεις όπου ο ρόλος αυτός απαιτείται από τις συνθήκες της αγοράς, λόγω των οποίων καθίσταται αντικειμενικά αδύνατη η παροχή κάλυψης από επιχειρήσεις της αγοράς. Άρθρο 2 - Ορισμοί 1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α) Ως αντασφάλιση νοείται η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση, από άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση ή από φορέα επαγγελματικών συντάξεων εντός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [30]. [30] ΕΕ L 235, 23.9.2003, σ. 10. β) Ως αντασφαλιστική επιχείρηση νοείται κάθε επιχείρηση που έχει λάβει διοικητική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3. γ) Ως υποκατάστημα νοείται κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα αντασφαλιστικής επιχείρησης. δ) Ως κατάστημα νοείται η εταιρική έδρα καθώς και κάθε υποκατάστημα αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβανομένου υπόψη του σημείου γ). ε) Ως κράτος μέλος καταγωγής νοείται το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η εταιρική έδρα της αντασφαλιστικής επιχείρησης. στ) Ως κράτος μέλος του υποκαταστήματος νοείται το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα της αντασφαλιστικής επιχείρησης. ζ) Ως κράτος μέλος υποδοχής νοείται το κράτος μέλος στο οποίο μια αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες. η) Ως έλεγχος νοείται η σχέση που υφίσταται μεταξύ μιας μητρικής και μιας θυγατρικής επιχείρησης, κατά τον ορισμό του άρθρου 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ [31] του Συμβουλίου, ή παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης. [31] ΕΕ αριθ. L 193, 18.7.1983, σ. 1. θ) Ως ειδική συμμετοχή νοείται η κατοχή, άμεσα ή έμμεσα, τουλάχιστον του 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή κάθε άλλη δυνατότητα άσκησης ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης στην οποία υπάρχει συμμετοχή. ι) Ως μητρική επιχείρηση νοείται η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ. ια) Ως θυγατρική επιχείρηση νοείται η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ. ιβ) Ως αρμόδιες αρχές νοούνται οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες, δυνάμει νομοθετικών ή κανονιστικών ρυθμίσεων, να εποπτεύουν τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. ιγ) Ως στενοί δεσμοί νοείται μια κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με: i) συμμετοχή, δηλαδή άμεση ή μέσω δεσμού ελέγχου κατοχή του 20 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης. ή ii) δεσμό ελέγχου, σε όλες τις περιπτώσεις τις οποίες αναφέρουν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή με παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης. ιδ) Ως εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση νοείται μια αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή των ομίλων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στους οποίους εφαρμόζεται η οδηγία 98/78/EΚ, είτε σε μία ή περισσότερες μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, με σκοπό την παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει, ή της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη επιχείρηση. 2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), εξομοιώνεται με πρακτορείο ή υποκατάστημα κάθε μόνιμη παρουσία μιας επιχείρησης στο έδαφος κράτους μέλους, έστω και αν αυτή η παρουσία δεν έχει τη μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου αλλά υλοποιείται μέσω απλού γραφείου το οποίο διευθύνεται από το προσωπικό της ίδιας της επιχείρησης, ή από ανεξάρτητο πρόσωπο εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση όπως θα ενεργούσε ένα πρακτορείο. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο θ), και στ πλαίσιο των άρθρων 12. 19, 20 και 21, καθώς και των άλλων ποσοστών συμμετοχής που αναφέρονται στο άρθρο 14, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που αναφέρονται στο άρθρο 92 της οδηγίας 2001/34/ΕΚ [32]. [32] L 184, 6.7.2001, σ. 66. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ια), κάθε θυγατρική επιχείρηση μιας άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται και αυτή ως θυγατρική της επιχείρησης που αποτελεί την επικεφαλής όλων μητρική επιχείρηση των εν λόγω επιχειρήσεων. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιγ), κάθε θυγατρική επιχείρηση μιας άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται και αυτή ως θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιγ), Θεωρείται επίσης ότι δημιουργεί στενούς δεσμούς μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, φυσικών ή νομικών, μια κατάσταση κατά την οποία τα πρόσωπα αυτά συνδέονται μόνιμα με το αυτό πρόσωπο μέσω δεσμού ελέγχου. 3. Όπου, στην παρούσα οδηγία, γίνεται αναφορά στο ευρώ, μετά την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους ως ισοτιμία προς εθνικό νόμισμα λαμβάνεται εκείνη της τελευταίας ημέρας του προηγουμένου Οκτωβρίου για την οποία είναι διαθέσιμες οι ισοτιμίες του ευρώ προς όλα τα νομίσματα της Κοινότητας. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ - ΑΝΑΛΗΨΗ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ - ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΣΕ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ Άρθρο 3 - Η αρχή της έκδοσης άδειας Η ανάληψη αντασφαλιστικής δραστηριότητας υπόκειται στην εκ των προτέρων χορήγηση διοικητικής άδειας. Την άδεια αυτή ζητεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής: α) η αντασφαλιστική επιχείρηση που εγκαθιστά την εταιρική έδρα της στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. β) κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία, αφού λάβει άδεια, επεκτείνει τις δραστηριότητές της και σε αντασφαλσιτικές δραστηριότητες πέραν εκείνων για τις οποίες έχει ήδη χορηγηθεί άδεια. Άρθρο 4 - Πεδίο ισχύος της άδειας 1. Άδεια χορηγηθείσα δυνάμει του άρθρου 3 ισχύει για το σύνολο της Κοινότητας. Επιτρέπει στην αντασφαλιστική επιχείρηση να ασκεί δραστηριότητες υπό καθεστώς είτε ελεύθερης εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 2. Άδεια χορηγείται για αντασφαλσιτικές δραστηριότητες εκτός κλάδου ζωής, αντασφαλιστικές δραστηριότητες στον κλάδο ζωής και για όλα τα είδη αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, ανάλογα με το αίτημα του ενδιαφερομένου. Εξετάζεται υπό το πρίσμα του προγράμματος δραστηριοτήτων που προβλέπεται στα άρθρα 6 στοιχείο β), και 11, καθώς και της ικανοποίησης των όρων που έχουν θεσπισθεί για την αδειοδότηση από το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η χορήγηση της άδειας. Άρθρο 5 - Μορφή της αντασφαλιστικής επιχείρησης 1. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας να υιοθετήσουν μία από τις μορφές που εμφαίνονται στο παράρτημα Ι. Η αντασφαλιστική επιχείρηση είναι δυνατόν να υιοθετήσει και τη μορφή της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE), όπως αυτή ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 [33]. [33] ΕΕ L 294, 10.11.2001 σ. 1. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να δημιουργούν, εφόσον τούτο ενδείκνυται, επιχειρήσεις δημοσίου δικαίου οποιασδήποτε μορφής, υπό την προϋπόθεση ότι οι οντότητες αυτές διεξάγουν αντασφαλιστικές εργασίες υπό όρους ισοδύναμους με εκείνους των επιχειρήσεων ιδιωτικού δικαίου. Άρθρο 6 - Όροι Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας να: α) περιορίζουν τις δραστηριότητές τους στην αντασφάλιση και στις συναφείς πράξεις. Η απαίτηση αυτή είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνει τις δραστηριότητες και τη λειτουργία εταιρείας συμμετοχών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 8 της οδηγίας 2002/87/EΚ [34]. [34] ΕΕ L 35, 11.02.2003 σ. 1. β) παρουσιάζουν πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 11. γ) κατέχουν το ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2. δ) διοικούνται από πρόσωπα που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις εντιμότητας και επαγγελματικών προσόντων ή πείρας. Άρθρο 7 - Στενοί δεσμοί 1. Οσάκις υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ αντασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την ομαλή άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τους. Οι αρμόδιες αρχές αρνούνται την άδεια και εφόσον οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία η επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, ή δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τους. 2. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να τους παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούν ώστε να μπορούν οι αρχές αυτές να βεβαιώνονται ότι τηρούνται πάντοτε οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Άρθρο 8 - Εταιρική έδρα αντασφαλιστικής επιχείρησης Τα κράτη μέλη απαιτούν, η εταιρική έδρα των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να βρίσκεται στο κράτος μέλος όπου και η καταστατική έδρα τους. Άρθρο 9 - Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τιμολόγια ασφαλίστρων 1. Η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί εμπόδιο στη διατήρηση ή θέσπιση από τα κράτη μέλη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση εποπτείας. 2. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις με τις οποίες να απαιτείται η εκ των προτέρων έγκριση ή η συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιεί στις σχέσεις της με τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εκχωρούν κινδύνους. Άρθρο 10 - Οικονομικές απαιτήσεις της αγοράς Τα κράτη μέλη δεν είναι δυνατόν να απαιτούν την εξέταση αίτησης για τη χορήγηση άδειας υπό το πρίσμα των οικονομικών απαιτήσεων της αγοράς. Άρθρο 11 - Πρόγραμμα δραστηριοτήτων 1. Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 6 στοιχείο β) περιλαμβάνει τα λεπτομερειακά ή ενδεικτικά στοιχεία που αφορούν: α) τη φύση των κινδύνων τους οποίους η αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να καλύψει. β) τα είδη των αντασφαλιστικών ρυθμίσεων τις οποίες η αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να πραγματοποιήσει με τις εκχωρούσες επιχειρήσεις. γ) τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντεκχώρηση. δ) τα οικονομικά στοιχεία που συγκροτούν το ελάχιστο κεφάλαιο εγγύησης. ε) τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης των διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, καθώς και τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους. 2. Επιπλέον των απαιτήσεων της παραγράφου 1, για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις το πρόγραμμα δραστηριοτήτων περιλαμβάνει: α) τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες. β) τις προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις εισφορές και τις αξιώσεις αποζημίωσης. γ) τον προβλεπόμενο ισολογισμό. δ) τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις αναλήψεις υποχρεώσεων και το περιθώριο φερεγγυότητας. Άρθρο 12 - Μέτοχοι και εταίροι με ειδικές συμμετοχές Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν χορηγούν σε επιχείρηση άδεια ανάληψης αντασφαλιστικής δραστηριότητας εάν δεν τους έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων, αμέσων ή εμμέσων, είτε φυσικών είτε νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή στην επιχείρηση αυτή, καθώς και το ύψος αυτής της συμμετοχής. Οι ίδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας εάν, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης χρηστής και συνετής διαχείρισης της αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή εταίρων. Άρθρο 13 - Άρνηση χορήγησης άδειας Κάθε απόφαση άρνησης χορήγησης άδειας πρέπει να αιτιολογείται επακριβώς και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Κάθε κράτος μέλος προβλέπει το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων, δυνάμει του άρθρου 53, κατά τυχόν αρνητικής απόφασης. Τα αυτά ένδικα μέσα προβλέπονται και για την περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές δεν αποφανθούν επί αίτησης αδείας εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης. Άρθρο 14 - Εκ των προτέρων διαβουλεύσεις με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών 1. Η χορήγηση άδειας σε αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί το αντικείμενο εκ των προτέρων διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές του άλλου εμπλεκόμενου κράτους μέλους, εφόσον η επιχείρηση αυτή: α) είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια στο άλλο κράτος μέλος. ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια στο άλλο κράτος μέλος. ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με άδεια στο άλλο κράτος μέλος. 2. Με την αρμόδια αρχή εμπλεκόμενου κράτους μέλους που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των εταιρειών επενδύσεων διεξάγονται διαβουλεύσεις πριν από τη χορήγηση άδειας σε αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία: α) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που διαθέτει άδεια εντός της Κοινότητας. ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που διαθέτει άδεια εντός της Κοινότητας. ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που διαθέτει άδεια εντός της Κοινότητας. 3. Οι αρμόδιες αρχές των παραγράφων 1 και 2 πραγματοποιούν διαβουλεύσεις μεταξύ τους ιδίως οσάκις αξιολογούν την καταλληλότητα των μετόχων καθώς και την εντιμότητα και την εμπειρία των διευθυντικών στελεχών άλλης επιχείρησης του ίδιου ομίλου. Οι αρχές αυτές κοινοποιούν η μία στην άλλη οποιαδήποτε σχετική πληροφορία, εφόσον η πληροφορία αυτή ενδιαφέρει και άλλες αρχές αρμόδιες για τη χορήγηση άδειας, καθώς και για τον διαρκή έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ - ΟΡΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ Κεφάλαιο 1 - Αρχές και μέθοδοι οικονομικής εποπτείας τμημα 1 - αρμοδιεσ αρχεσ και γενικοι κανονεσ Άρθρο 15 - Αρμόδιες αρχές και αντικείμενο της εποπτείας 1. Η οικονομική εποπτεία μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτή ασκεί μέσω υποκαταστημάτων ή υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής. Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν λόγους να θεωρούν ότι οι δραστηριότητες μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης θα μπορούσαν να αποβούν επιβλαβείς για την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης, ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής εξακριβώνουν αν η επιχείρηση τηρεί τους κανόνες εποπτείας που τίθενται με την παρούσα οδηγία. 2. Η οικονομική εποπτεία δυνάμει της παραγράφου 1 περιλαμβάνει την εξακρίβωση, ως προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της αντασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών προβλέψεων και των περιουσιακών στοιχείων που τις καλύπτουν σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος καταγωγής δυνάμει διατάξεων που έχουν εκδοθεί σε κοινοτικό επίπεδο. 3. Το κράτος μέλος καταγωγής της αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν απορρίπτει σύμβαση αντεκχώρησης η οποία συνάπτεται μεταξύ αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης και αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 73/239/EΟΚ ή την οδηγία 2002/83/EΚ, για λόγους συνδεόμενους άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. 4. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής απαιτούν από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση να εφαρμόζει ορθολογικές διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου." Άρθρο 16 - Εποπτεία των υποκαταστημάτων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος προβλέπει ότι, όταν μια αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τις δραστηριότητές της μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού πρώτα ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του υποκαταστήματος, να προβαίνουν οι ίδιες ή μέσω εντεταλμένων γι' αυτόν τον σκοπό προσώπων, στην επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να εξασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική εποπτεία της επιχείρησης. Οι αρχές του κράτους μέλους του υποκαταστήματος μπορούν να συμμετέχουν στην εξακρίβωση αυτή. Άρθρο 17 - Λογιστικά, εποπτικά και στατιστικά στοιχεία: Εποπτικές εξουσίες 1. Κάθε κράτος μέλος απαιτεί από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην επικράτειά του, την ετήσια υποβολή απολογισμού, ως προς όλες τις πράξεις τους, της χρηματοοικονομικής κατάστασής τους και της φερεγγυότητάς τους. 2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην επικράτειά τους, να τους παρέχουν περιοδικά τα έγγραφα που είναι αναγκαία για την άσκηση της εποπτείας, καθώς και τα σχετικά στατιστικά στοιχεία. Οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν τα έγγραφα και τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι χρήσιμα για την άσκηση της εποπτείας. 3. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε οι αρμόδιες αρχές του να διαθέτουν τις εξουσίες και τα μέσα που είναι αναγκαία για την επιτήρηση των δραστηριοτήτων των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην επικράτειά του, συμπεριλαμβανόμενων των δραστηριοτήτων που ασκούνται εκτός της επικράτειας αυτής. Πιο συγκεκριμένα, οι προαναφερόμενες εξουσίες και μέσα πρέπει να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα: α) να πραγματοποιούν λεπτομερείς έρευνες σχετικά με την κατάσταση της αντασφαλιστικής επιχείρησης και το σύνολο των δραστηριοτήτων της, μεταξύ άλλων συλλέγοντας στοιχεία ή απαιτώντας την υποβολή εγγράφων που αφορούν τις πραγματοποιούμενες από αυτή αντασφαλίσεις και αντεκχωρήσεις, και πραγματοποιώντας επιτόπιες έρευνες στις εγκαταστάσεις της αντασφαλιστικής επιχείρησης. β) να λαμβάνουν μέτρα, έναντι μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης, του διευθυντικού και διοικητικού προσωπικού της, καθώς των προσώπων που την ελέγχουν, τα οποία να είναι κατάλληλα και αναγκαία για να εξασφαλίζεται ότι οι δραστηριότητες της επιχείρησης αυτής εξακολουθούν να συμμορφώνονται με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις με τις οποίες οφείλει να συμμορφώνεται μια αντασφαλιστική επιχείρηση σε κάθε κράτος μέλος. γ) να εξασφαλίζουν την εφαρμογή των προαναφερόμενων μέτρων, εν ανάγκη με αναγκαστική εκτέλεση και προσφεύγοντας, εφόσον ενδείκνυται, στις δικαστικές αρχές. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά με τις συμβάσεις που βρίσκονται στην κατοχή διαμεσολαβητών. Άρθρο 18 - Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου Υπό τους όρους που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, κάθε κράτος μέλος επιτρέπει στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην επικράτειά του να μεταβιβάζουν το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου συμβάσεών τους, είτε αυτές έχουν συναφθεί υπό το καθεστώς της ελεύθερης εγκατάστασης είτε υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σε εκδοχέα εγκατεστημένο στην Κοινότητα, εφόσον οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του εκδοχέα πιστοποιούν ότι αυτός διαθέτει, λαμβανομένης υπόψη της εν λόγω μεταβίβασης, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας στο οποίο αναφέρεται το κεφάλαιο 3. τμημα 2 - ειδικεσ συμμετοχεσ Άρθρο 19 - Απόκτηση συμμετοχών Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προτίθεται να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση, οφείλει να ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και να τους γνωστοποιεί το ύψος αυτής της συμμετοχής. Το πρόσωπο αυτό πρέπει, ομοίως, να γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής αν προτίθεται να αυξήσει την ειδική συμμετοχή του προκειμένου η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάσει ή να υπερβεί το 20%, το 33% ή το 50%, ή προκειμένου η αντασφαλιστική επιχείρηση να καταστεί θυγατρική του. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής διαθέτουν μεγίστη προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, για να αντιταχθούν στο εκάστοτε σχέδιο, εάν, με γνώμονα την ανάγκη να εξασφαλισθεί η συνετή και χρηστή διαχείριση της εμπλεκόμενης αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα του προσώπου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Οι αρμόδιες αρχές, εφόσον δεν αντιταχθούν, μπορούν να ορίσουν μεγίστη προθεσμία για την υλοποίηση του εν λόγω σχεδίου. Άρθρο 20 - Απόκτηση συμμετοχών από χρηματοπιστωτική επιχείρηση Αν ο αποκτών συμμετοχή κατά την έννοια του άρθρου 19 είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων με άδεια σε άλλο κράτος μέλος, ή μητρική επιχείρηση τέτοιας οντότητας, ή το νομικό ή φυσικό πρόσωπο που ελέγχει τέτοια οντότητα, και εάν, λόγω αυτής της εξαγοράς, η επιχείρηση στην οποία ο ενδιαφερόμενος σκοπεύει να αποκτήσει συμμετοχή καθίσταται θυγατρική του ή υπάγεται στον έλεγχό του, η αξιολόγηση της εξαγοράς πρέπει να υπόκειται στη διαδικασία της εκ των προτέρων διαβούλευσης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 14. Άρθρο 21 - Εκποίηση συμμετοχών Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προτίθεται να εκποιήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση, πρέπει να ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και να τους γνωστοποιεί το ύψος της συμμετοχής αυτής. Κάθε τέτοιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει, ομοίως, να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές για την πρόθεσή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του προκειμένου η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί κάτω του 20%, του 33% ή του 50 %, ή προκειμένου η αντασφαλιστική επιχείρηση να παύσει να είναι θυγατρική του. Άρθρο 22 - Ενημέρωση των αρμοδίων αρχών εκ μέρους αντασφαλιστικής επιχείρησης Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, μόλις ενημερωθούν σχετικά, τις αποκτήσεις ή εκποιήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα αντίστοιχα ποσοστά πέραν των ποσοστών που αναφέρονται στα άρθρα 19 και 21. Γνωστοποιούν επίσης, τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος, τα ονόματα των μετόχων ή εταίρων που διαθέτουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, π.χ., από τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή εταίρων, ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους δυνάμει των κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τις εταιρείες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο. Άρθρο 23 - Ειδικές συμμετοχές: Εξουσίες των αρμοδίων αρχών Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, οσάκις η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 19 είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της αντασφαλιστικής επιχείρησης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή η κατάσταση. Στα εν λόγω μέτρα είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, επιπλήξεις, κυρώσεις έναντι των διευθυντικών και διοικητικών στελεχών ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές ή τα μερίδια που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή εταίροι. Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται και κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία παραβαίνουν την υποχρέωση εκ των προτέρων ενημέρωσης που υπέχουν κατά το άρθρο 19. Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που πρόκειται να επιβληθούν, προβλέπουν είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου είτε την ακυρότητα ή τη δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων. τμημα 3 - επαγγελματικο απορρητο και ανταλλαγη πληροφοριων Άρθρο 24 - Υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου 1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι όλα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα για λογαριασμό των αρμοδίων αρχών, καθώς και οι ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές, δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου. Η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες που τυχόν λαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθούν σε άλλο πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή και κατά τρόπο που να μην είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν συγκεκριμένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο. 2. Ωστόσο, οσάκις μια αντασφαλιστική επιχείρηση έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, ή έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση για την αναγκαστική εκκαθάρισή της, οι εμπιστευτικές πληροφορίες που δεν αφορούν τους τρίτους που συμμετέχουν στις προσπάθειες διάσωσής της μπορούν να κοινολογηθούν στα πλαίσια αστικών ή εμπορικών διαδικασιών. Άρθρο 25 - Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών και κρατών μελών Το άρθρο 24 δεν εμποδίζει τις ανταλλαγές πληροφοριών, μεταξύ των αρμόδιων αρχών των διαφόρων κρατών μελών σύμφωνα με τις οδηγίες που διέπουν τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Οι πληροφορίες αυτές υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο άρθρο 24. Άρθρο 26 - Συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με αρχές ή όργανα τρίτων χωρών, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 28 παρ. 1 και 2, μόνο αν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο παρόν τμήμα. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργάνων. Οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να αποκαλύπτονται παρά μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που τις διαβίβασαν και, εφόσον ενδείκνυται, αποκλειστικά για τον σκοπό για τον οποίο οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Άρθρο 27 - Χρησιμοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών Οι αρμόδιες αρχές οι οποίες δέχονται εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 25, μπορούν να τις χρησιμοποιούν μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους: α) για τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψης αντασφαλιστικής δραστηριότητας και τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, του περιθωρίου φερεγγυότητας, των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου. β) για την επιβολή κυρώσεων. γ) για την κατάθεση διοικητικής προσφυγής κατά αποφάσεων των αρμοδίων αρχών. δ) σε δικαστικές διαδικασίες που κινούνται δυνάμει του άρθρου 53, ή δυνάμει ειδικών διατάξεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ή σε άλλες οδηγίες που έχουν εκδοθεί στον τομέα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Άρθρο 28 - Ανταλλαγή πληροφοριών με λοιπές αρχές 1. Τα άρθρα 24-27 δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, εφόσον σε αυτό υπάρχουν περισσότερες της μιας αρμόδιες αρχές, ή, στο πλαίσιο περισσοτέρων κρατών μελών, μεταξύ των αρμόδιων αρχών και: α) των αρχών που έχουν δημόσια εξουσία για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών. β) των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και στη διαδικασία πτώχευσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες. και γ) των προσώπων στα οπαία έχει ανατεθεί ο κατά νόμο έλεγχος των λογαριασμών των ασφαλιστικών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους, καθώς και κατά τη διαβίβαση, προς τα όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση διαδικασιών αναγκαστικής εκκαθάρισης ή εγγυητικών κεφαλαίων, των απαραίτητων πληροφοριών για την εκπλήρωση του έργου τους. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές, όργανα και πρόσωπα υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο άρθρο 24. 2. Παρά τις διατάξεις των άρθρων 24-27, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και: α) των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των οργάνων τα οποία συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες. ή β) των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον κατά νόμο έλεγχο των λογαριασμών των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των εταιρειών επενδύσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. ή γ) των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίοι ασκούν κατά νόμο έλεγχο επ' αυτών, καθώς και των οργάνων που είναι αρμόδια για την εποπτεία των αναλογιστών αυτών. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας του πρώτου εδαφίου απαιτούν τη συνδρομή των ακόλουθων τουλάχιστον προϋποθέσεων: α) Η ανταλλαγή πληροφοριών προορίζεται για την εκπλήρωση της αποστολής εποπτείας ή κατά νόμο ελέγχου κατά τα προβλεπόμενα στο πρώτο εδάφιο. β) Οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο άρθρο 24. γ) Οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να κοινολογηθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν αυτές τις πληροφορίες και, εφόσον ενδείκνυται, μπορούν να κοινολογηθούν μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου. 3. Παρά τις διατάξεις των άρθρων 24-27, τα κράτη μέλη, προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών ή οργάνων που είναι εκ του νόμου αρμόδια για τον εντοπισμό και τη διερεύνηση των παραβάσεων του δικαίου των εταιρειών. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας του πρώτου εδαφίου απαιτούν τη συνδρομή των ακόλουθων τουλάχιστον προϋποθέσεων: α) Οι πληροφορίες προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. β) Οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο άρθρο 24. γ) Οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να κοινολογηθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν αυτές τις πληροφορίες και, εφόσον ενδείκνυται, μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Οσάκις, σ' ένα κράτος μέλος, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο προβαίνουν στον εντοπισμό ή τη διερεύνηση παραβάσεων χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στον δημόσιο τομέα, η βάσει του πρώτου εδαφίου δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών μπορεί να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά, και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο δεύτερο εδάφιο. Για την εφαρμογή της τελευταίας περίπτωσης του δεύτερου εδαφίου, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές οι οποίες κοινολόγησαν τις πληροφορίες την ταυτότητα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων στα οποία θα διαβιβασθούν οι εν λόγω πληροφορίες. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών ή των οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου. Άρθρο 29 - Διαβίβαση πληροφοριών σε κεντρικές τράπεζες και νομισματικές αρχές Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλες οντότητες με παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής, ούτε, εφόσον ενδείκνυται, σε άλλες δημόσιες αρχές υπεύθυνες για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμής, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Ακόμη, δεν εμποδίζουν τις εν λόγω αρχές ή οντότητες να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αυτές τυχόν χρειάζονται για τους σκοπούς του άρθρου 27. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό υπόκεινται στις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος τμήματος. Άρθρο 30 - Κοινολόγηση πληροφοριών σε δημόσιες αρχές αρμόδιες για την εφαρμογή της χρηματοπιστωτικής νομοθεσίας Παρά τις διατάξεις των άρθρων 24 και 27, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων, την κοινολόγηση ορισμένων πληροφοριών και σε άλλες υπηρεσίες της κεντρικής τους διοίκησης που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των επενδυτικών υπηρεσιών και των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και στους επιθεωρητές τους οποίους επιφορτίζουν οι υπηρεσίες αυτές. Ωστόσο, οι προαναφερόμενες κοινολογήσεις είναι δυνατές μόνον εφόσον αυτό απαιτείται για λόγους εποπτικού ελέγχου. Πάντως, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει των άρθρων 25 και 28 παρ. 1, καθώς και εκείνες που συγκεντρώνονται μέσω των επιτοπίων ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 16, δεν μπορούν να κοινολογηθούν στις περιπτώσεις που αναφέρει η παρούσα παράγραφος χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν τις πληροφορίες, ή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος. τμημα 4 - καθηκοντα ελεγκτων Άρθρο 31 - Καθήκοντα ελεγκτών 1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τουλάχιστον ότι κάθε πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο σύμφωνα με την οδηγία 84/253/ΕΟΚ [35] του Συμβουλίου, το οποίο ασκεί σε μια αντασφαλιστική επιχείρηση τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 51 της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ [36] του Συμβουλίου, στο άρθρο 37 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ή στο άρθρο 31 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ [37] του Συμβουλίου, ή οποιαδήποτε άλλα κατά νόμον καθήκοντα, υποχρεούται να γνωστοποιεί αμέσως στις αρμόδιες αρχές κάθε απόφαση ή πραγματικό περιστατικό τα οποία αφορούν την επιχείρηση αυτή, των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την άσκηση των ως άνω καθηκόντων του και τα οποία είναι δυνατόν: [35] ΕΕ L 126, 12.5.1984, σ. 20. [36] ΕΕ L 222, 14.8.1978, σ. 11. [37] ΕΕ L 375, 31.12.1985, σ. 3. α) να αποτελέσουν ουσιώδη παράβαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας, ή διέπουν ειδικά την άσκηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης. ή β) να θίξουν τη συνέχιση της λειτουργίας της εκάστοτε αντασφαλιστικής επιχείρησης ή γ) να οδηγήσουν σε άρνηση της επικύρωσης των λογαριασμών ή σε διατύπωση επιφυλάξεων. Το αυτό πρόσωπο υποχρεούται επίσης να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά και τις αποφάσεις των οποίων λαμβάνει γνώση στο πλαίσιο της άσκησης καθηκόντων κατά το πρώτο εδάφιο σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς απορρέοντες από δεσμό ελέγχου με την αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία το πρόσωπο αυτό έχει αναλάβει τα προαναφερόμενα καθήκοντα. 2. Η κοινολόγηση στις αρμόδιες αρχές σχετιζόμενων πραγματικών περιστατικών ή αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, από πρόσωπα εξουσιοδοτημένα σύμφωνα με την οδηγία 84/253/ΕΟΚ, δεν αποτελεί παράβαση τυχόν περιορισμού κοινολόγησης πληροφοριών που επιβάλλεται συμβατικώς ή από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη, και δεν συνεπάγεται κανενός είδους ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά. Κεφάλαιο 2 - Κανόνες ως προς τις τεχνικές προβλέψεις Άρθρο 32 - Σύσταση τεχνικών προβλέψεων 1. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση τη σύσταση επαρκών τεχνικών προβλέψεων για το σύνολο των δραστηριοτήτων της. Το ύψος των προβλέψεων αυτών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στην οδηγία 91/674/ΕΟΚ. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να θεσπίζει περισσότερο συγκεκριμένους κανόνες, σύμφωνα με το άρθρο 20 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ. 2. Τα κράτη μέλη δεν επιλέγουν ούτε θεσπίζουν σύστημα ακαθαρίστων αποθεματικών το οποίο να απαιτεί την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των προβλέψεων για μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα και εκκρεμείς αξιώσεις αποζημίωσης, εάν ο αντασφαλιστής είναι αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με τις οδηγίες 73/239/EΟΚ ή 2002/83/EΚ. 3. Οσάκις το κράτος μέλος καταγωγής επιτρέπει την κάλυψη τεχνικών προβλέψεων με απαιτήσεις έναντι αντασφαλιστών που δεν έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δεν έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τις οδηγίες 73/239/EΟΚ ή 2002/83/EΚ, καθορίζει το ποσοστό που επιτρέπεται σχετικά. Άρθρο 33 - Αποθεματικά εξισορρόπησης 1. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση που αντασφαλίζει κινδύνους του κλάδου 14 του σημείου Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, τη σύσταση αποθεματικού εξισορρόπησης προοριζόμενου να αντισταθμίζει τυχόν τεχνική ζημία ή τυχόν ανώτερο του μέσου όρου ποσοστό αξιώσεων αποζημίωσης σε αυτόν τον κλάδο κατά τη διάρκεια μιας οποιασδήποτε εταιρικής χρήσης. 2. Το αποθεματικό εξισορρόπησης για αντασφαλίσεις πιστώσεων υπολογίζεται βάσει των κανόνων που θεσπίζει το κράτος μέλος καταγωγής σύμφωνα με μία από τις τέσσερις μεθόδους του σημείου Δ του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, οι οποίες και θεωρούνται ισοδύναμες. 3. Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαλλάσσει τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις από την υποχρέωση σύστασης αποθεματικού εξισορρόπησης για τις αντασφαλίσεις πιστώσεων οσάκις τα προς είσπραξη ασφάλιστρα ή εισφορές για τις αντασφαλίσεις πιστώσεων είναι κατώτερα του 4% των συνολικών προς είσπραξη από αυτές ασφαλίστρων ή εισφορών, και του ποσού των 2 500 000 ευρώ. 4. Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να επιβάλλει σε κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση τη σύσταση αποθεματικού εξισορρόπησης για κλάδους κινδύνων πέραν των αντασφαλίσεων πιστώσεων. Αυτά τα αποθεματικά εξισορρόπησης υπολογίζονται σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζει το κράτος μέλος καταγωγής. Άρθρο 34 - Περιουσιακά στοιχεία καλύπτοντα τεχνικές προβλέψεις Τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις λαμβάνουν υπόψη το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται από την αντασφαλιστική επιχείρηση, ιδίως δε το είδος, το ύψος και τη διάρκεια των αναμενόμενων πληρωμών έναντι αποζημιώσεων, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει επάρκεια, ρευστότητα, ασφάλεια, ποιότητα, κερδοφορία και ανταπόδοση των επεν δύσεών της, για τις οποίες η επιχείρηση φροντίζει να είναι διαφοροποιημένες και κατάλληλα διασπαρμένες και να δίδουν στην επιχείρηση τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται κατάλληλα στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών, ιδίως στις εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών των ακινήτων, ή σε ευρείας κλίμακας καταστροφές. Κεφάλαιο 3 - Κανόνες ως προς το περιθώριο φερεγγυότητας και το κεφάλαιο εγγυήσεων τμημα 1 - διαθεσιμο περιθωριο φερεγγυτοτητασ Άρθρο 35 - Γενικοί κανόνες Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της στην επικράτειά τους να διαθέτει κατάλληλο διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας ως προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της και ανά πάσα στιγμή, το οποίο να καλύπτει τουλάχιστον τις απαιτήσεις που τίθενται στην παρούσα οδηγία. Άρθρο 36 - Επιλέξιμα χρηματοοικονομικά στοιχεία 1. Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας αποτελείται από τα περιουσιακά στοιχεία της αντασφαλιστικής επιχείρησης μετά την αφαίρεση κάθε προβλεπτής υποχρέωσης και κάθε άυλου περιουσιακού στοιχείου, και συγκεκριμένα από: α) το καταβληθέν εταιρικό κεφάλαιο ή, εάν πρόκειται περί αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών, το αρχικό πράγματι καταβληθέν κεφάλαιο συν τους λογαριασμούς των εταίρων οι οποίοι ικανοποιούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια: (i) Οι καταστατικές διατάξεις πρέπει να ορίζουν ότι από τους λογαριασμούς αυτούς μπορούν να γίνονται πληρωμές στους εταίρους μόνον εφόσον αυτό δεν προκαλεί πτώση του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας κάτω του απαιτούμενου επιπέδου, ή εάν, μετά τη διάλυση της επιχείρησης, έχουν εξοφληθεί όλα τα άλλα χρέη της επιχείρησης. (ii) Οι καταστατικές διατάξεις πρέπει να ορίζουν, όσον αφορά οποιαδήποτε πληρωμή κατά την περίπτωση (i) και για λόγους πέραν της ατομικής καταγγελίας της ιδιότητας του εταίρου, ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ειδοποιούνται τουλάχιστον ένα μήνα πριν, και ότι μπορούν, εντός αυτής της περιόδου, να απαγορεύσουν την πληρωμή. (iii) Οι σχετικές καταστατικές διατάξεις μπορούν να τροποποιηθούν μόνον αφού οι αρμόδιες αρχές δηλώσουν ότι δεν έχουν αντιρρήσεις για την τροποποίηση, υπό την επιφύλαξη των κριτηρίων που απαριθμούνται στις περιπτώσεις (i) και (ii) β) τα εκ του νόμου επιβαλλόμενα ή ελεύθερα αποθεματικά που δεν αντιστοιχούν σε αναλήψεις υποχρεώσεων γ) τα κέρδη ή ζημίες που μεταφέρονται μετά την αφαίρεση των προς καταβολή μερισμάτων. 2. Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται κατά το ποσό των ιδίων μετοχών που κατέχει άμεσα η αντασφαλιστική επιχείρηση. Για εκείνες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που προεξοφλούν ή μειώνουν τις τεχνικές τους προβλέψεις για εκκρεμείς αξιώσεις αποζημίωσης εκτός κλάδου ζωής, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το εισόδημα από επενδύσεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο 60 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται κατά τη διαφορά μεταξύ των μη προεξοφληθεισών τεχνικών προβλέψεων ή των τεχνικών προβλέψεων προ των αφαιρέσεων, όπως αυτές εμφαίνονται στις παρατηρήσεις επί των λογαριασμών, και των προεξοφληθεισών ή των τεχνικών προβλέψεων μετά τις αφαιρέσεις. Η αναπροσαρμογή αυτή πραγματοποιείται για όλους τους κινδύνους που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, εκτός των κινδύνων που απαριθμούνται στους κλάδους 1 και 2 του παραρτήματος αυτού. Για όλους τους κλάδους πέραν των κλάδων 1 και 2 του ίδιου παραρτήματος, δεν απαιτείται αναπροσαρμογή όσον αφορά την προεξόφληση των προσόδων που συνυπολογίζονται στις τεχνικές προβλέψεις. Πέρα από τις μειώσεις κατά το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται και κατά τα ακόλουθα χρηματοοικονομικά στοιχεία: α) Συμμετοχές που διαθέτει η αντασφαλιστική επιχείρηση στις ακόλουθες οντότητες: i) ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 73/239/EΟΚ, του άρθρου 4 της οδηγίας 2002/83/EΚ, ή του άρθρου 1 στοιχείο β) της οδηγίας 98/78/EΚ. ii) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 της παρούσας οδηγίας, ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε τρίτη χώρα, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 της οδηγίας 98/78/EΚ. iii) ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο θ) της οδηγίας 98/78/EΚ. iv) πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 5 της οδηγίας 2000/12/EΚ. v) εταιρείες επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ [38] του Συμβουλίου, και του άρθρου 2 παράγραφοι 4 και 7 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ [39] του Συμβουλίου. [38] ΕΕ L 141, 11.6.1993, σ. 27. [39] ΕΕ L 141, 11.6.1993, σ. 1. β) Καθένα από τα ακόλουθα χρηματοοικονομικά στοιχεία, τα οποία διαθέτει η αντασφαλιστική επιχείρηση έναντι των οντοτήτων που ορίζονται στο στοιχείο α), και στις οποίες διαθέτει συμμετοχή: i) τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 4. ii) τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται το άρθρο 27 παρ. 3 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ. iii) τις απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και τα χρηματοοικονομικά μέσα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 35 και το άρθρο 36 παρ. 3 της οδηγίας 2000/12/EΚ. Οσάκις οι μετοχές σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατέχονται προσωρινά για τις ανάγκες χρηματοδοτικής συνδρομής με σκοπό την ανασυγκρότηση και τη διάσωση της εμπλεκόμενης οντότητας, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρεκκλίνει από τις διατάξεις περί αφαίρεσης που περιέχονται στα στοιχεία α) και β) του τέταρτου εδαφίου. Εναλλακτικά προς την αφαίρεση των χρηματοοικονομικών στοιχείων τα οποία απαριθμούνται στα στοιχεία α) και β) του τετάρτου εδαφίου, και τα οποία η αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει σε πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις αντασφαλιστικές τους επιχειρήσεις να εφαρμόζουν κατ' αναλογία τις μεθόδους 1, 2 ή 3 του παρατήματος Ι της οδηγίας 2002/87/EΚ. Η μέθοδος 1 (Λογιστική ενοποίηση) εφαρμόζεται μόνο εφόσον η αρμόδια αρχή έχει εμπιστοσύνη ως προς το επίπεδο ολοκληρωμένης διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου των οντοτήτων που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην ενοποίηση. Η επιλεγόμενη μέθοδος εφαρμόζεται με διαχρονική συνέπεια. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπόκεινται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 98/78/ΕΚ, ή σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/EΚ, δεν χρειάζεται να αφαιρούν τα στοιχεία στα οποία αναφέρονται τα στοιχεία α) και β) του τετάρτου εδαφίου, και τα οποία κατέχονται σε πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων, χρηματοδοτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου υπό συμπληρωματική εποπτεία. Για τους σκοπούς της αφαίρεσης των συμμετοχών στις οποίες αναφέρεται η παρούσα παράγραφος, η συμμετοχή νοείται κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 98/78/EΚ. 3. Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να αποτελείται και: α) από τις σωρευτικές προνομιούχες μετοχές και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, μέχρι το 50% του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, του οποίου το 25% κατ' ανώτατο όριο περιλαμβάνει δάνεια μειωμένης εξασφάλισης καθορισμένης λήξης, ή σωρευτικές προνομιούχες μετοχές με καθορισμένη διάρκεια, εφόσον σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης της αντασφαλιστικής επιχείρησης υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες βάσει των οποίων τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης ή οι προνομιούχες μετοχές κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μόνο μετά την εξόφληση όλων των άλλων εκκρεμούντων τη στιγμή εκείνη χρεών. Τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης πρέπει να πληρούν και τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) Μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί. (ii) Η αρχική διάρκεια των δανείων με καθορισμένη λήξη πρέπει να είναι τουλάχιστον πενταετής. Ένα έτος το αργότερο πριν από τη λήξη, η αντασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να υποβάλει προς έγκριση στις αρμόδιες αρχές σχέδιο που να εμφαίνει πώς θα διατηρηθεί ή θα αυξηθεί το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας στο απαιτούμενο επίπεδο κατά τη λήξη, εκτός εάν το ποσό μέχρι το οποίο το δάνειο μπορεί να συμπεριληφθεί στα συστατικά μέρη του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας μειώνεται σταδιακά κατά τα τελευταία πέντε τουλάχιστον έτη προ της λήξης. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την προ της λήξης εξόφληση αυτών των δανείων, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα από την εκδότρια αντασφαλιστική επιχείρηση και το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητάς της δεν μειώνεται κάτω του απαιτούμενου επιπέδου. (iii) Τα δάνεια μη καθορισμένης λήξης πρέπει να εξοφλούνται μόνο με πενταετή προειδοποίηση, εκτός εάν δεν θεωρούνται πλέον ως συστατικό μέρος του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, ή εάν για την πρόωρη εξόφλησή τους απαιτείται συγκεκριμένα να συμφωνήσουν προηγουμένως οι αρμόδιες αρχές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αντασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία εξόφλησης, υποδεικνύοντας το διαθέσιμο και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας πριν και μετά την εξόφληση αυτή. Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την εξόφληση μόνο εάν το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας της αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν κινδυνεύει να υποχωρήσει κάτω του απαιτούμενου επιπέδου. iv) Η δανειακή σύμβαση δεν πρέπει να περιλαμβάνει ρήτρες που προβλέπουν ότι σε συγκεκριμένες περιστάσεις, εκτός από την εκκαθάριση της αντασφαλιστικής επιχείρησης, η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν από τη συμφωνημένη ημερομηνία εξόφλησης. (v) Η δανειακή σύμβαση μπορεί να τροποποιηθεί μόνον αφού οι αρμόδιες αρχές δηλώσουν ότι δεν αντιτίθενται στην τροποποίηση της. β) από κινητές αξίες αόριστης διάρκειας και άλλα χρηματοοικονομικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των σωρευτικών προνομιούχων μετοχών εκτός από αυτές που αναφέρονται στο σημείο α), και μέχρι το 50% του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, για το συνολικό ποσό των κινητών αξιών αυτών και των δανείων μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στο σημείο α), εφόσον πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) Δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν με πρωτοβουλία του κομιστή ή χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής. (ii) Η σύμβαση έκδοσης των χρεογράφων πρέπει να παρέχει στην αντασφαλιστική επιχείρηση τη δυνατότητα να αναβάλει την καταβολή των τόκων του δανείου. (iii) Οι απαιτήσεις του δανειστή έναντι της αντασφαλιστικής επιχείρησης πρέπει να κατατάσσονται εξ ολοκλήρου μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών που δεν έχουν μειωμένη εξασφάλιση. (iv) Τα έγγραφα τα σχετικά με την έκδοση των κινητών αξιών πρέπει να προβλέπουν τη δυνατότητα κάλυψης των ζημιών με το χρέος και τους μη καταβληθέντες τόκους, επιτρέποντας συγχρόνως τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της αντασφαλιστικής επιχείρησης. (v) Μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί. 4. Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της επιχείρησης προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, και μετά τη σύμφωνη γνώμη αυτής της αρμόδιας αρχής, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να αποτελείται και: α) από το ήμισυ του μη καταβληθέντος τμήματος του μετοχικού ή του αρχικού κεφαλαίου, εφόσον το καταβληθέν τμήμα ισούται με το 25% του μετοχικού ή αρχικού κεφαλαίου, και τούτο μέχρι το 50% του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας. β) στην περίπτωση των συνεταιρισμών αλληλασφάλισης ή αλληλασφαλιστικής μορφής εκτός κλάδου ζωής, με μεταβλητές εισφορές, από κάθε απαίτηση που αυτοί έχουν έναντι των μελών τους μέσω προσκλήσεων για την καταβολή συμπληρωματικών εισφορών, εντός της εταιρικής χρήσης, και τούτο μέχρι το ήμισυ της διαφοράς μεταξύ των ανώτατων εισφορών και των πράγματι προς καταβολή εισφορών, και υπό τον όρο ότι δεν υπερβαίνουν το 50% του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές θεσπίζουν κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες θέτουν τους όρους υπό τους οποίους είναι δυνατόν να γίνονται δεκτές οι συμπληρωματικές εισφορές. γ) από τα λανθάνοντα καθαρά αποθεματικά που προκύπτουν μετά την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων, ενόσω τα λανθάνοντα αυτά αποθεματικά δεν έχουν έκτακτο χαρακτήρα. 5. Επιπλέον, και όσον αφορά τις αντασφαλίσεις ζωής, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας είναι δυνατόν, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της επιχείρησης προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, και μετά τη σύμφωνη γνώμη αυτής της αρμόδιας αρχής, να αποτελείται και: α) μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2009, από ποσό ίσο με το 50% των μελλοντικών κερδών της επιχείρησης, αλλά όχι ανώτερο του 25% του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας. Το ποσό των μελλοντικών κερδών προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του προβλεπόμενου ετήσιου κέρδους επί τον συντελεστή που αντιπροσωπεύει τη μέση υπολειπόμενη διάρκεια των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Ο χρησιμοποιούμενος συντελεστής δεν μπορεί να είναι ανώτερος του 6, το δε εκτιμώμενο ετήσιο κέρδος δεν υπερβαίνει τον αριθμητικό μέσο όρο των πραγματοποιηθέντων κερδών κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε εταιρικών χρήσεων από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 2, παρ. 1 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εγκρίνουν τον συνυπολογισμό του ποσού αυτού στο διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μόνον: (i) εφόσον υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές αναλογιστική μελέτη στην οποία τεκμηριώνεται η πιθανότητα εμφάνισης αυτών των κερδών στο μέλλον. και (ii) ενόσω το μέρος των μελλοντικών κερδών που απορρέει από τα λανθάνοντα καθαρά αποθεματικά της παραγράφου 5 στοιχείο γ) δεν έχει ήδη ληφθεί υπόψη. β) οσάκις δεν χρησιμοποιείται η μέθοδος Zillmer, ή οσάκις χρησιμοποιείται μεν αλλά υπολείπεται της επιβάρυνσης λόγω εξόδων απόκτησης που περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο, από τη διαφορά μεταξύ της μαθηματικής πρόβλεψης που προκύπτει χωρίς τη μέθοδο Zillmer ή εν μέρει με τη μέθοδο αυτή, και μιας μαθηματικής πρόβλεψης με τη μέθοδο Zillmer και σε ποσοστό ίσο προς την επιβάρυνση λόγω εξόδων απόκτησης που περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο. Το προκύπτον ποσό πάντως δεν μπορεί να υπερβαίνει το 3,5% του αθροίσματος των διαφορών μεταξύ των σχετικών κεφαλαίων του κλάδου ζωής και των μαθηματικών προβλέψεων για το σύνολο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων στα οποία είναι δυνατή η εφαρμογή της μεθόδου Zillmer. Η διαφορά αυτή μειώνεται κατά το ποσό των τυχόν μη αποσβεσθέντων εξόδων απόκτησης που έχουν καταχωρηθεί στο ενεργητικό. 6. Οι τυχόν τροποποιήσεις των παραγράφων 1 έως 5 με σκοπό να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που αιτιολογούν τεχνική προσαρμογή των επιλέξιμων στοιχείων για τον υπολογισμό του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 55 παρ. 2 της παρούσας οδηγίας. τμημα 2 - απαιτουμενο περιθωριο φερεγγυοτητασ Άρθρο 37 - Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής 1. Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας καθορίζεται με βάση είτε το ετήσιο ποσό των ασφαλίστρων και των εισφορών, είτε τη μέση επιβάρυνση από αποζημιώσεις των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων. Ωστόσο, όταν οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καλύπτουν κατά βάση μόνο έναν ή περισσότερους από τους κινδύνους πιστώσεων, καταιγίδας, χαλαζιού ή παγετού, λαμβάνονται υπόψη οι επτά τελευταίες εταιρικές χρήσεις ως περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου όρου των αποζημιώσεων. 2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 40, το ύψος του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας είναι ίσο προς το μεγαλύτερο από τα δύο ποσά που προκύπτουν κατά τις παραγράφους 3 και 4. 3. Για τη βάση υπολογισμού των ασφαλίστρων επιλέγεται το μεγαλύτερο μεταξύ του ποσού των δεδουλευμένων ασφαλίστρων και εισφορών που υπολογίζονται κατωτέρω, και του ποσού των ακαθάριστων εισπραχθέντων ασφαλίστρων ή εισφορών. Τα ασφάλιστρα και εισφορές των κλάδων 11, 12 και 13 που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ προσαυξάνονται κατά 50%. Τα ασφάλιστρα και εισφορές των κλάδων πέραν των 11, 12 και 13 που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ μπορούν να προσαυξάνονται κατά 50% για συγκεκριμένες αντασφαλιστικές δραστηριότητες ή είδη σύμβασης, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες αυτών των δραστηριοτήτων ή συμβάσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 55 παρ. 2 της παρούσας οδηγίας. Τα ασφάλιστρα και εισφορές, συμπεριλαμβανομένων των παρεπόμενων δικαιωμάτων, που οφείλονται για αντασφαλίσεις κατά την τελευταία εταιρική χρήση, αθροίζονται. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων και εισφορών που ακυρώθηκαν κατά την τελευταία εταιρική χρήση, όπως επίσης και το συνολικό ποσό των φόρων και τελών που αναλογούν στα ασφάλιστρα και εισφορές που περιέχονται στο ως άνω άθροισμα. Το κατ' αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο μπορεί να ανέλθει μέχρι τα 50.000.000 ευρώ, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό. Το 18% και το 16%, αντίστοιχα, των μερών αυτών υπολογίζονται και αθροίζονται. Το κατ' αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμητικό λόγο, για τις τρεις τελευταίες εταιρικές χρήσεις αθροιστικά, του ποσού των αποζημιώσεων προς καταβολή από την αντασφαλιστική επιχείρηση, μετά την αφαίρεση των ποσών προς είσπραξη στο πλαίσιο αντεκχώρησης, προς το ακαθάριστο ποσό των αποζημιώσεων. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος του 50%. Με την έγκριση των αρμοδίων αρχών, είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται στατιστικές μέθοδοι για την κατανομή των ασφαλίστρων και εισφορών. 4. Για τη βάση υπολογισμού των αποζημιώσεων χρησιμοποιούνται, κατά τα κατωτέρω, και για τους κλάδους 11, 12 και 13 του σημείου Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, τα ποσά των αξιώσεων αποζημίωσης, των προβλέψεων και των εισπράξεων, προσαυξημένα κατά 50%. Οι αξιώσεις αποζημίωσης, οι προβλέψεις και οι εισπράξεις των κλάδων πέραν των 11, 12 και 13 που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ μπορούν να προσαυξάνονται έως και κατά 50% για συγκεκριμένες αντασφαλιστικές δραστηριότητες ή τύπους σύμβασης, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες αυτών των δραστηριοτήτων ή συμβάσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 55 παρ. 2 της παρούσας οδηγίας. Τα ποσά των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων, χωρίς αφαίρεση των αποζημιώσεων που καταβάλλονται από τους εκδοχείς αντεκχωρήσεων, κατά τις περιόδους που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1, αθροίζονται. Στο ως άνω άθροισμα προστίθεται το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις που βεβαιώθηκαν κατά τη λήξη της προηγούμενης εταιρικής χρήσης. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των εισπράξεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των περιόδων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1. Από το ποσό που προκύπτει κατά τα ανωτέρω αφαιρείται το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις που βεβαιώθηκαν κατά την έναρξη της δεύτερης εταιρικής χρήσης πριν από την τελευταία εταιρική χρήση για την οποία είναι διαθέσιμοι λογαριασμοί. Εάν η καθοριζόμενη στην παράγραφο 1 περίοδος αναφοράς ισούται με επτά έτη, αφαιρείται το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις που βεβαιώθηκαν κατά την έναρξη της έκτης εταιρικής χρήσης πριν από την τελευταία εταιρική χρήσης για την οποία είναι διαθέσιμοι λογαριασμοί. Το ένα τρίτο ή το ένα έβδομο, ανάλογα με την περίοδο αναφοράς που καθορίζεται στην παράγραφο 1, του ποσού που προκύπτει κατά τα ανωτέρω διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο μπορεί να ανέλθει μέχρι τα 35.000.000 ευρώ, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό. Το 26% και το 23%, αντίστοιχα, των μερών αυτών υπολογίζονται και αθροίζονται. Το κατ' αυτόν τον τρόπο προκύπτον ποσό πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμητικό λόγο, για τις τρεις τελευταίες εταιρικές χρήσεις αθροιστικά, του ποσού των αποζημιώσεων προς καταβολή από την επιχείρηση, αφού αφαιρεθούν τα ποσά προς είσπραξη στο πλαίσιο αντεκχώρησης, προς το ακαθάριστο ποσό των αποζημιώσεων. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος του 50%. Με την έγκριση των αρμοδίων αρχών, είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται στατιστικές μέθοδοι για την κατανομή των αξιώσεων αποζημίωσης, προβλέψεων και εισφορών. 5. Εάν το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως αυτό υπολογίζεται στις παραγράφους 2, 3 και 4, είναι κατώτερο από το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας λαμβάνεται τουλάχιστον ίσο προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμητικό λόγο του ποσού των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά τη λήξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης, προς το ποσό των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά την έναρξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης. Στους υπολογισμούς αυτούς, οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται χωρίς τις τυχόν αντεκχωρήσεις, αλλά ο αριθμητικός λόγος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του 1. 6. Τα κλάσματα που εφαρμόζονται στα επιμέρους ποσά του έκτου εδαφίου της παραγράφου 3 και του έκτου εδαφίου της παραγράφου 4 μειώνονται, το καθένα, στο ένα τρίτον σε περίπτωση των αντασφάλισης ασφάλισης υγείας που έχςι τεχνική βάση παρόμοια με εκείνη των ασφαλίσεων ζωής, εάν : α) τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα υπολογίζονται βάσει πινάκων ασθενείας σύμφωνα με τις μαθηματικές μεθόδους που εφαρμόζονται στον τομέα των ασφαλίσεων. β) συνιστάται πρόβλεψη γήρανσης. γ) εισπράττεται συμπληρωματικό ασφάλιστρο για τη σύσταση ενός περιθωρίου ασφάλειας κατάλληλου ύψους. δ) η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση πριν από τη λήξη του τρίτου έτους της ασφάλισης το αργότερο. ε) το ασφαλιστήριο προβλέπει τη δυνατότητα αύξησης των ασφαλίστρων ή μείωσης των παροχών ακόμη και κατά την περίοδο ισχύος του. Άρθρο 38 - Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις ζωής 1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 40, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις ζωής προσδιορίζεται κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 έως 7, ανάλογα με τους καλυπτόμενους κλάδους αντασφάλισης. 2. Για τις κατηγορίες αντασφάλισης που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2002/83/ΕΚ, εκτός από τις ασφαλίσεις που συνδέονται με επενδυτικά κεφάλαια, και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το άθροισμα των εξής δύο αποτελεσμάτων: α) Πρώτο αποτέλεσμα: Το 4% των μαθηματικών προβλέψεων για την ανάληψη αντασφαλίσεων, μαζί με τις αντεκχωρήσεις, πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμητικό λόγο, για την τελευταία εταιρική χρήση, των συνολικών μαθηματικών προβλέψεων χωρίς τις αντεκχωρήσεις, προς τις ακαθάριστες συνολικές μαθηματικές προβλέψεις. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος του 85%. β) Δεύτερο αποτέλεσμα: Για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια των οποίων τα καλυπτόμενα κεφάλαια δεν είναι αρνητικά, το 0,3% αυτών των κεφαλαίων που καλύπτονται από την αντασφαλιστική επιχείρηση πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμητικό λόγο, για την τελευταία εταιρική χρήση, των συνολικών κεφαλαίων που εξακολουθούν να καλύπτονται από την επιχείρηση μετά τις αντεκχωρήσεις, προς τα συνολικά καλυπτόμενα κεφάλαια μαζί με τις αντεκχωρήσεις. Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. Για τις πρόσκαιρες αντασφαλίσεις θανάτου ανώτατης διάρκειας τριών ετών, το ως άνω ποσοστό είναι 0,1%. Για τις αντασφαλίσεις αυτού του είδους με διάρκεια ανώτερη των τριών ετών, αλλά μέχρι πέντε ετών, το ποσοστό αυτό είναι 0,15%. 3. Για την αντασφάλιση των πρόσθετων ασφαλίσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2002/83/EΚ, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας που καθορίζεται στο άρθρο 37 της παρούσας οδηγίας για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. 4. Για την αντασφάλιση των ασφαλίσεων ασθενείας μακράς διαρκείας που δεν υπόκεινται σε ακύρωση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 2002/83/EΚ, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο: α) με το 4% των μαθηματικών προβλέψεων, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, συν β) το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας που καθορίζεται στο άρθρο 37 της παρούσας οδηγίας για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, ο όρος που τίθεται στο άρθρο 37 παρ. 6 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας, ότι δηλαδή πρέπει να συνιστάται πρόβλεψη για τη γήρανση του πληθυσμού, μπορεί να αντικαθίσταται με την απαίτηση να ασκούνται οι αντασφαλσιτικές δραστηριότητες βάσει πληθυσμιακών ομάδων. 5. Για την αντασφάλιση των πράξεων εξαγοράς κεφαλαίων (κεφαλαιοποίησης) στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2002/83/EΚ, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το 4% των μαθηματικών προβλέψεων, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου. 6. Για την αντασφάλιση των τοντινών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2002/83/EΚ, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το 1% των αντίστοιχων περιουσιακών στοιχείων. 7. Για τους αντασφαλιστικούς κλάδους των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2002/83/EΚ και έχουν σχέση με επενδυτικά κεφάλαια, για τις πράξεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παρ. 2 στοιχεία γ), δ) και ε) της οδηγίας 2002/83/EΚ, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με: α) ενόσω η αντασφαλιστική επιχείρηση αναλαμβάνει επενδυτικό κίνδυνο, το 4% των τεχνικών προβλέψεων, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου. β) ενόσω η αντασφαλιστική επιχείρηση δεν αναλαμβάνει επενδυτικό κίνδυνο, αλλά τα κεφάλαια για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών καθορίζονται για περίοδο ανώτερη των πέντε ετών, το 1% των τεχνικών προβλέψεων, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου. γ) ενόσω η αντασφαλιστική επιχείρηση δεν αναλαμβάνει επενδυτικό κίνδυνο και τα κεφάλαια για την κάλυψη των εξόδων διαχείρισης δεν καθορίζονται για περίοδο ανώτερη των πέντε ετών, ποσό ισοδύναμο με το 25% των σχετικών καθαρών εξόδων διαχείρισης της τελευταίας χρήσης. δ) ενόσω η αντασφαλιστική επιχείρηση καλύπτει κίνδυνο θανάτου, το 0,3% του καλυπτόμενου κεφαλαίου, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου. Άρθρο 39 - Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα εντός και εκτός κλάδου ζωής 1. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση επιχειρήσεις που δραστηριοποιείται ταυτόχρονα εντός και εκτός κλάδου ζωής να διαθέτει περιθώριο φερεγγυότητας για την κάλυψη του συνολικού ποσού των απαιτούμενων περιθωρίων φερεγγυότητας όσον αφορά τις δραστηριότητες τόσο στον κλάδο ζωής όσο και εκτός αυτού, περιθωρίων τα οποία προσδιορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 38, αντίστοιχα. 2. Εάν το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας δεν ανέρχεται στο ύψος που αιατείται κατά την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 42 και 43. τμημα 3 - κεφαλαιο εγγυησεων Άρθρο 40 - Ύψος του κεφαλαίου εγγυήσεων 1. Το ένα τρίτο του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, όπως αυτό καθορίζεται στα άρθρα 37, 38 και 39, συνιστά το κεφάλαιο εγγυήσεων. Αυτό το κεφάλαιο συγκροτείται από τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 36 παράγραφοι 1, 2, 3 και, εφόσον συμφωνεί η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, 4 στοιχείο γ). 2. Το κεφάλαιο εγγυήσεων δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 3.000.000 ευρώ. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι, όσον αφορά τις εξαρτημένες (δέσμιες) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, το ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 1 εκατ. ευρώ. Άρθρο 41 - Αναθεώρηση του ύψους του κεφαλαίου εγγυήσεων 1. Τα ποσά, σε ευρώ, που καθορίζονται στο άρθρο 40 παρ. 2 αναθεωρούνται ετησίως, με έναρξη την [ημερομηνία εφαρμογής προβλεπόμενη στο άρθρο 61 παρ. 1], έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές στον ευρωπαϊκό δείκτη τιμών καταναλωτή, ο οποίος καλύπτει όλα τα κράτη μέλη και δημοσιεύεται από την ΣΥΕΕ (Eurostat). Τα ως άνω ποσά αναπροσαρμόζονται αυτομάτως, με αύξηση του βασικού ποσού σε ευρώ κατά το ποσοστό μεταβολής του προαναφερθέντος δείκτη κατά την περίοδο μεταξύ της θέσης σε ισχύ της παρούσας οδηγίας και της ημερομηνίας αναθεώρησης, και στρογγυλοποιείται στο εγγύτερο πολλαπλάσιο των 100.000 ευρώ. Εάν, μετά την τελευταία αναπροσαρμογή, η μεταβολή είναι μικρότερη του 5%, δεν πραγματοποιείται νέα αναπροσαρμογή. 2. Η Επιτροπή ενημερώνει ετησίως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την αναθεώρηση και την αναπροσαρμογή κατά στην παράγραφο 1. Κεφάλαιο 4 - Προβληματικές ή μη τακτοποιημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, και ανάκληση της άδειας Άρθρο 42 - Προβληματικές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις 1. Εάν μια αντασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 32, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης μπορεί να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών της στοιχείων, αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή της στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής. 2. Για την αποκατάσταση της οικονομικής ευρωστίας μιας επιχείρησης της οποίας το περιθώριο φερεγγυότητας υπολείπεται πλέον του ελάχιστου ορίου που καθορίζεται στα άρθρα 37, 38 και 39, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής απαιτεί να της υποβληθεί προς έγκριση σχέδιο επανόδου στη χρηστή οικονομική διαχείριση. Σε έκτακτες περιπτώσεις, εάν η αρμόδια αρχή είναι της γνώμης ότι θα επιδεινωθεί περαιτέρω η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, η αρχή αυτή μπορεί επίσης να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης. Ενημερώνει τότε τις αρχές των άλλων κρατών μελών στην επικράτεια των οποίων η αντασφαλιστική επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητές της, για κάθε ληφθέν μέτρο, τα δε κράτη αυτά λαμβάνουν, μετά από αίτημα της εν λόγω αρχής, τα ίδια μέτρα με αυτή. 3. Εάν το περιθώριο φερεγγυότητας υπολείπεται πλέον του ύψους του κεφαλαίου εγγυήσεων που καθορίζεται στο άρθρο 40, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής απαιτεί από την αντασφαλιστική επιχείρηση να της υποβάλει προς έγκριση βραχυπρόθεσμο σχέδιο χρηματοδότησης. Μπορεί επίσης να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ενημερώνει δε τις αρχές όλων των άλλων κρατών μελών, τα οποία, μετά από σχετικό αίτημα του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνουν τα ίδια μέτρα. 4. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να μπορεί να απαγορεύει, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην επικράτειά του, μετά από σχετικό αίτημα, στις περιπτώσεις των παραγράφων 1, 2 και 3, του κράτους μέλους καταγωγής της αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο και προσδιορίζει τα περιουσιακά στοιχεία για το οποία θα ισχύουν αυτά τα μέτρα. Άρθρο 43 - Σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης 1. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν την εξουσία να απαιτούν την κατάρτιση σχεδίου οικονομικής εξυγίανσης από εκείνες τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι οι υποχρεώσεις τους που απορρέουν από αντασφαλιστικές συμβάσεις απειλούνται με αθέτηση. 2. Το σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης πρέπει να περιλαμβάνει, για τις τρεις επόμενες εταιρικές χρήσεις, κατ' ελάχιστον τις εξής λεπτομερειακά ή αποδεικτικά στοιχεία: α) εκτιμήσεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες. β) σχέδιο στο οποίο να εμφαίνονται λεπτομερώς οι εκτιμήσεις εσόδων και εξόδων για τις αποδοχές αντασφάλισης και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης. γ) τον προβλεπόμενο ισολογισμό. δ) εκτιμήσεις σχετικά με τους χρηματοδοτικούς πόρους που προορίζονται να καλύψουν τις αναλήψεις υποχρεώσεων, και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας. ε) τη συνολική πολιτική στον τομέα των αντεκχωρήσεων. 3. Οσάκις η χρηματοοικονομική θέση της αντασφαλιστικής επιχείρησης επιδεινώνεται και οι συμβατικές υποχρεώσεις της απειλούνται με αθέτηση, τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν την εξουσία να υποχρεώνουν την αντασφαλιστική επιχείρηση να διατηρεί υψηλότερο απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι αυτή θα είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις φερεγγυότητας κατά τα εγγύς μέλλον. Το ύψος αυτού του υψηλότερου απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας βασίζεται σε σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης που καταρτίζεται κατά την παράγραφο 1. 4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν την εξουσία να αναθεωρούν προς τα κάτω την αξία όλων των στοιχείων τα οποία είναι επιλέξιμα για τον υπολογισμό του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, ιδίως οσάκις έχει επέλθει ουσιώδης μεταβολή στην αγοραία αξία των στοιχείων αυτών μετά την λήξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης. 5. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν την εξουσία να μειώνουν την περικοπή, λόγω αντεκχώρησης, του περιθωρίου φερεγγυότητας που καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 37, 38 και 39, οσάκις: α) έχει μεταβληθεί ουσιωδώς, μετά την τελευταία εταιρική χρήση, η φύση ή η ποιότητα των συμβάσεων αντεκχώρησης. β) στο πλαίσιο των συμβάσεων αντεκχώρησης, η μεταβίβαση κινδύνων είναι ανύπαρκτη ή επουσιώδης. 6. Εάν οι αρμόδιες αρχές έχουν απαιτήσει την κατάρτιση σχεδίου οικονομικής εξυγίανσης από την αντασφαλιστική επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο 1, αποφεύγουν την έκδοση πιστοποιητικού σύμφωνα με το άρθρο 18 ενόσω θεωρούν ότι οι υποχρεώσεις της επιχείρησης που απορρέουν από συμβάσεις αντασφάλισης απειλούνται με αθέτηση κατά την έννοια της παραγράφου 1. Άρθρο 44: Ανάκληση αδείας 1. Η άδεια που έχει χορηγηθεί σε αντασφαλιστική επιχείρηση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί να ανακληθεί από την αρχή αυτή εφόσον η επιχείρηση: α) δεν κάνει χρήση της άδειας εντός δωδεκαμήνου, παραιτείται ρητά από αυτήν ή παύει να ασκεί τις δραστηριότητές της για περίοδο μεγαλύτερη του εξαμήνου, εκτός εάν το εμπλεκόμενο κράτος μέλος προβλέπει ότι στις περιπτώσεις αυτές εκπνέει η ισχύς της άδειας. β) δεν πληροί πλέον τους όρους ανάληψης δραστηριότητας. γ) δεν κατέστη δυνατόν να λάβει εμπρόθεσμα τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης ή στο σχέδιο χρηματοδότησης στα οποία αναφέρεται στο άρθρο 42. δ) αθετεί σοβαρά τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των κανονιστικών ρυθμίσεων που εφαρμόζονται στην περίπτωσή της. Σε περίπτωση ανάκλησης ή εκπνοής άδειας, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, οι οποίες οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να εμποδίσουν τη συγκεκριμένη αντασφαλιστική επιχείρηση να αναλάβει, υπό καθεστώς είτε ελεύθερης εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, νέες δραστηριότητες στην επικράτειά τους. 2. Κάθε απόφαση ανάκλησης άδειας πρέπει να είναι επακριβώς αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη αντασφαλιστική επιχείρηση. ΤΙΤΛΟΣ ΙV - ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Άρθρο 45 - Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν συμμορφώνονται με τις νομοθετικές διατάξεις 1. Εάν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής διαπιστώσουν ότι μια αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα ή λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών την επικράτειά του δεν τηρεί τις νομοθετικές διατάξεις αυτού του κράτους μέλους που ισχύουν στην περίπτωσή της, καλούν την εν λόγω επιχείρηση να θέσει τέρμα στην αντικανονική αυτή κατάσταση. Παράλληλα, αναφέρουν τις διαπιστώσεις τους στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Εάν, παρά τα ληφθέντα από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μέτρα, ή σε περίπτωση ανεπάρκειας των ληφθέντων μέτρων, η αντασφαλιστική επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει τις νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν γι' αυτή στο κράτος μέλος υποδοχής, αυτό μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή νέων παραβάσεων και, ενόσω τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, για την απαγόρευση της σύναψης νέων συμβάσεων αντασφάλισης από την επιχείρηση αυτή στην επικράτειά του. Τα κράτη μέλη φροντίζουν να παρέχεται στην επικράτειά τους η δυνατότητα διάθεσης των κατά νόμο εγγράφων που είναι αναγκαία για τη λήψη τέτοιων μέτρων για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. 2. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου 1 και συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, πρέπει να αιτιολογείται δεόντως και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη αντασφαλιστική επιχείρηση. Άρθρο 46 - Εκκαθάριση επιχείρησης Εάν μια αντασφαλιστική επιχείρηση τίθεται υπό εκκαθάριση, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις συναφθείσες μέσω υποκαταστήματός της, ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εκπληρώνονται με τον ίδιο τρόπο με εκείνες που απορρέουν από τις λοιπές συμβάσεις αντασφάλισης της επιχείρησης. ΤΙΤΛΟΣ V - ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΕ ΕΔΡΑ ΕΚΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΣΙΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΝΤΟΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ Άρθρο 47 - Αρχές και όροι άσκησης αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων Ένα κράτος μέλος δεν εφαρμόζει για αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την καταστατική τους έδρα εκτός Κοινότητας και αναλαμβάνουν ή ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης στην επικράτειά τους, διατάξεις που οδηγούν σε μεταχείριση ευνοϊκότερη από εκείνη που επιφυλάσσεται στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα βρίσκεται σ' αυτό το κράτος μέλος. Άρθρο 48 - Συμφωνίες με τρίτες χώρες 1. Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει προτάσεις στο Συμβούλιο, προκειμένου να διαπραγματευθεί συμφωνίες με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, σχετικά με τους όρους άσκησης εποπτείας σε: α) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα βρίσκεται σε τρίτη χώρα (και οι οποίες ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες εντός της Κοινότητας). β) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα βρίσκεται εντός της Κοινότητας (και οι οποίες ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες σε τρίτη χώρα). 2. Οι συμφωνίες στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 επιδιώκουν ιδίως να εξασφαλίσουν, υπό όρους ισοδυναμίας των εποπτικών κανόνων, πραγματική πρόσβαση στην αγορά για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν στην επικράτεια καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, και προβλέπουν την αμοιβαία αναγνώριση των εποπτικών κανόνων και πρακτικών ως προς την αντασφάλιση. Ακόμη, επιδιώκουν: α) οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να είναι σε θέση να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Κοινότητα και ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες στην επικράτεια των εκάστοτε τρίτων χωρών. β) οι αρμόδιες αρχές των εκάστοτε τρίτων χωρών να είναι σε θέση να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στην επικράτειά τους και ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες εντός της Κοινότητα. 3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 300 παράγραφοι 1 και 2 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή, με τη συνδρομή της Επιτροπής Ασφαλιστικών Θεμάτων, εξετάζει το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1, και την προκύπτουσα κατάσταση. ΤΙΤΛΟΣ VΙ - ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΜΗΤΡΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ Άρθρο 49 - Παροχή πληροφοριακών στοιχείων από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ενημερώνουν την Επιτροπή: α) για κάθε άδεια λειτουργίας που χορηγείται σε επιχείρηση άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μιας ή περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας. β) οσάκις μια τέτοια μητρική επιχείρηση αποκτά συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση της Κοινότητας, η οποία με τον τρόπο αυτόν καθίσταται θυγατρική της. Η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων. Όταν χορηγείται άδεια λειτουργίας σε επιχείρηση άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μιας ή περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, πρέπει να προσδιορίζεται, στην κοινοποίηση την οποία αποστέλλουν οι αρμόδιες αρχές στην Επιτροπή, η δομή του αντίστοιχου ομίλου. Άρθρο 50 - Στάση των τρίτων χωρών έναντι των κοινοτικών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων 1. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις γενικής φύσης δυσκολίες που συναντούν οι αντασφαλιστικές τους επιχειρήσεις κατά την εγκατάσταση και τη λειτουργία τους, ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε τρίτη χώρα. 2. Κατά διαστήματα, η Επιτροπή συντάσσει έκθεση στην οποία εξετάζει, υπό το πρίσμα των διατάξεων της παραγράφου 3, τη μεταχείριση την οποία επιφυλάσσουν οι τρίτες χώρες στις κοινοτικές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όσον αφορά την εγκατάσταση των κοινοτικών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες, την απόκτηση συμμετοχών σε αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών, την άσκηση δραστηριοτήτων αντασφάλισης από τέτοιες εγκατεστημένες επιχειρήσεις και τη διασυνοριακή παροχή αντασφαλιστικών υπηρεσιών από την Κοινότητα προς τρίτες χώρες. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις εκθέσεις αυτές στο Συμβούλιο συνοδευόμενες από τυχόν κατάλληλες προτάσεις ή συστάσεις. 3. Οσάκις η Επιτροπή διαπιστώνει, είτε βάσει των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είτε βάσει άλλων πληροφοριών, ότι μια τρίτη χώρα δεν παρέχει στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της Κοινότητας πραγματική πρόσβαση στην αγορά συγκρίσιμη με εκείνη που παρέχεται από την Κοινότητα στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της τρίτης αυτής χώρας, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει συστάσεις στο Συμβούλιο ζητώντας να της δοθεί η δέουσα εντολή διαπραγματεύσεων με σκοπό να εξασφαλίσει για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της Κοινότητας βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά. 4. Τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Κοινότητα βάσει διεθνών συμφωνιών, ιδίως στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. ΤΙΤΛΟΣ VII ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 51 - Δικαιώματα αποκτώμενα από υφιστάμενες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις 1. Θεωρείται ότι έχουν λάβει άδεια κατά το άρθρο 3 οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια ή το δικαίωμα να ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του κράτους μέλους στο οποίο έχουν την έδρα τους πριν από την ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, οφείλουν να ικανοποιούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αναφέρονται στην άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, καθώς και τις απαιτήσεις που τίθενται στο άρθρο 6 στοιχεία α), γ) και δ), στα άρθρα 7, 8 και 12, και στα άρθρα 32 έως 41, από την ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής που προβλέπεται στο άρθρο 61. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν σε επιχειρήσεις που εμπίπτουν στην παράγραφο 1 και οι οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δεν τηρούν τα άρθρα 6 στοιχείο α), 7 και 8, καθώς και τα άρθρα 32 έως 40, περίοδο [2 ετών] μετά την ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 61, για να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις αυτές. Άρθρο 52 - Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που παύουν να λειτουργούν 1. Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες την (ημερομηνία ενσωμάτωσης της παρούσας οδηγίας κατά το άρθρο 61 παρ.1) έχουν παύσει να συνάπτουν νέες συμβάσεις αντασφάλισης και ασχολούνται αποκλειστικά με τη διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου τους με σκοπό την παύση των δραστηριοτήτων τους, δεν υπάγονται στην παρούσα οδηγία. 2. Τα κράτη μέλη καταρτίζουν κατάλογο των σχετικών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και κοινοποιούν τον κατάλογο αυτό σε όλα τα λοιπά κράτη μέλη. Άρθρο 53 - Ένδικα μέσα Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται για αντασφαλιστική επιχείρηση βάσει των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής της παρούσας οδηγία, να αποτελούν το αντικείμενο άσκησης ενδίκων μέσων. Άρθρο 54 - Συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής 1. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους με σκοπό τη διευκόλυνση της εποπτείας των αντασφαλίσεων εντός της Κοινότητας και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. 2. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται στενά με σκοπό την διευκόλυνση της εποπτείας των αντασφαλίσεων εντός της Κοινότητας και την εξέταση τυχόν δυσκολιών που είναι δυνατόν να προκύψουν κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 55 - Η διαδικασία της Επιτροπής Ασφαλιστικών Θεμάτων 1. Η Επιτροπή επικουρείται από την Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων, η οποία συστάθηκε με το άρθρο 1 της οδηγίας 91/675/ΕΟΚ. 2. Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης. Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παρ. 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ανέρχεται σε τρεις μήνες. 3. Η προαναφερόμενη επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της. Άρθρο 56 - Μέτρα εφαρμογής Τα ακόλουθα μέτρα εφαρμογής της παρούσας οδηγίας λαμβάνονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 55 παρ. 2: α) Επέκταση των νομικών μορφών που προβλέπονται στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας. β) Αποσαφήνιση των στοιχείων που συγκροτούν το περιθώριο φερεγγυότητας και τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 36, έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη η δημιουργία νέων χρηματοδοτικών μέσων. γ) Αύξηση έως και κατά 50% του ύψος των ασφαλίστρων ή των αποζημιώσεων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφοι 3 και 4, για τους κλάδους πέραν των κλάδων 11, 12 και 13 που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/EΟΚ, για συγκεκριμένες αντασφαλιστικές δραστηριότητες ή είδη συμβάσεων, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες αυτών των δραστηριοτήτων ή συμβάσεων. δ) Τροποποίηση του ελαχίστου κεφαλαίου εγγυήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 40 παρ. 2, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις. ε) Αποσαφήνιση των ορισμών του άρθρου 2, για να εξασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας σε ολόκληρη την Κοινότητα. ΤΙΤΛΟΣ VIII ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ Άρθρο 57 - Τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ Η οδηγία 73/239/ΕΟΚ τροποποιείται ως ακολούθως: (1) Στο άρθρο 12α, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται με το ακόλουθο κείμενο: "1. Η χορήγηση άδειας σε επιχείρηση ασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής αποτελεί το αντικείμενο εκ των προτέρων διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές του άλλου εμπλεκόμενου κράτους μέλους, εφόσον η επιχείρηση αυτή: α) είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος μέλος. ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος μέλος. ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος μέλος. 2. Η χορήγηση άδειας σε επιχείρηση ασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής αποτελεί το αντικείμενο εκ των προτέρων διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή του άλλου εμπλεκόμενου κράτους μέλους η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των εταιρειών επενδύσεων, εφόσον η επιχείρηση αυτή: α) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας. ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας. ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας." (2) Στο άρθρο 13 παρ. 2, προστίθεται και τρίτο εδάφιο, ως εξής: "Το κράτος μέλος καταγωγής ασφαλιστικής επιχείρησης δεν απορρίπτει αντασφαλιστική σύμβαση που συνάπτεται από αυτήν την ασφαλιστική επιχείρηση με αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 200./.../ΕΚ* του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [οδηγία αντασφαλίσεων], ή με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή την οδηγία 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντασφαλιστικής ή της ασφαλιστικής επιχείρησης. * ΕΕ L ... ** ΕΕ L 345, 19.12.2002, σ. 1." (3) Το άρθρο 15, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: "3. Τα κράτη μέλη δεν προκρίνουν ούτε καθιερώνουν, για τη σύσταση των τεχνικών προβλέψεων, σύστημα ακαθάριστων αποθεματικών το οποίο να απαιτεί την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη προβλέψεων για μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα και για εκκρεμείς αποζημιώσεις εκ μέρους του αντασφαλιστή, εφόσον ο αντασφαλιστής είναι αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 200./.../ΕΚ [οδηγία αντασφαλίσεων], ή με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή την οδηγία 2002/83/ΕΚ. Οσάκις το κράτος μέλος καταγωγής επιτρέπει την κάλυψη τεχνικής πρόβλεψης με απαιτήσεις έναντι αντασφαλιστή ο οποίος δεν είναι ούτε αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 200./.../ΕΚ, ούτε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή την οδηγία 2002/83/ΕΚ, καθορίζει το επιτρεπόμενο σχετικά ποσοστό. " (4) Στο άρθρο 16 παράγραφος 2, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: «Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται και κατά τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: α) Συμμετοχές που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση σε: - ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 6 της παρούσας οδηγίας, του άρθρου 4 της οδηγίας 2002/83/EΚ, ή του άρθρου 1 στοιχείο β) της οδηγίας 98/78/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*. - αντασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 200./.../ΕΚ [οδηγία αντασφαλίσεων], ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 της οδηγίας 98/78/EΚ. - ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο θ) της οδηγίας 98/78/ΕΚ. - πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 5 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**. - εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου***, και του άρθρου 2 παράγραφοι 4 και 7 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου****. * L 141, 11.6.1993, σ. 27. **** ΕΕ L 330, 5.12.1998, σ. 1. ** ΕΕ L 126, 26.5.2000, σ. 1. *** ΕΕ ΕΕ L 141, 11.6.1993, σ. 1.» (5) Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 17β: «Άρθρο 17β "1. Εάν η Επιτροπή αποφασίσει, δυνάμει του άρθρου 56 στοιχείο γ) της οδηγίας 200./../ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου* [οδηγία αντασφαλίσεων] να αυξήσει τα ποσά που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας του άρθρου 37 παρ. 3 και 4 της οδηγίας αυτής, κάθε κράτος μέλος εφαρμόζει στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν στην επικράτειά του τις διατάξεις των άρθρων 35-39 της ίδιας οδηγίας σε ό,τι αφορά την εκ μέρους των ανάληψη αντασφαλίσεων, οσάκις συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν το 10% των συνολικών ασφαλίστρων τους. β) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν τα 500 000 ευρώ. γ) οι τεχνικές προβλέψεις που απορρέουν από την εκ μέρους των ανάληψη αντασφαλίσεων υπερβαίνουν το 10% των συνολικών τεχνικών προβλέψεών τους. 2. Μια αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία εφαρμόζεται η παράγραφος 1 συνιστά, για όλες τις δραστηριότητές της, ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 2 της οδηγίας 200./.../ΕΚ [οδηγία αντασφαλίσεων]. * ΕΕ L ...." Άρθρο 58 - Τροποποίηση της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ Η οδηγία 92/49/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής: 1. Στο άρθρο 15, η παράγραφος 1α αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: «1α. Εάν ο αποκτών συμμετοχή κατά την έννοια της παραγράφου 1 είναι ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων με άδεια σε άλλο κράτος μέλος, ή μητρική επιχείρηση μιας τέτοιας οντότητας, ή νομικό ή φυσικό πρόσωπο που ελέγχει μια τέτοια οντότητα, και εάν, λόγω αυτής της εξαγοράς, η επιχείρηση στην οποία ο αγοραστής σκοπεύει να αποκτήσει συμμετοχή καθίσταται θυγατρική του εν λόγω αγοραστή ή ελέγχεται από αυτόν, η αξιολόγηση της εξαγοράς πρέπει να υπόκειται στη διαδικασία της εκ των προτέρων διαβούλευσης του άρθρου 12α της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ.» 2. Στο άρθρο 16, οι παράγραφοι 4, 5 και 5α αντικαθίστανται με το ακόλουθο κείμενο: "4. Οι αρμόδιες αρχές οι οποίες δέχονται εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, μπορούν να τις χρησιμοποιούν μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους με σκοπό: - τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψης ασφαλιστικής δραστηριότητας και τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, του περιθωρίου φερεγγυότητας, των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου. ή - την επιβολή κυρώσεων. ή - την κατάθεση διοικητικής προσφυγής κατά αποφάσεων των αρμοδίων αρχών. ή - την άσκηση ενδίκων μέσων δυνάμει του άρθρου 53 ή άλλων ειδικών διατάξεων της παρούσας οδηγίας ή άλλων οδηγιών που εκδίδονται στον τομέα των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. 5. Οι παράγραφοι 1 και 4 δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών, στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους οσάκις υπάρχουν περισσότερες της μιας αρμόδιες αρχές, ή στο πλαίσιο περισσοτέρων κρατών μελών, μεταξύ των αρμόδιων αρχών και: - των αρχών που έχουν δημόσια εξουσία για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών. - των οργάνων που εμπλέκονται στην εκκαθάριση και στην πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες. και - των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί ο κατά νόμο έλεγχος των λογαριασμών των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους, καθώς και τη διαβίβαση, προς τα όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση (αναγκαστικών) διαδικασιών εκκαθάρισης ή εγγυητικών κεφαλαίων, των απαραίτητων πληροφοριών για την εκπλήρωση του έργου τους. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στις εν λόγω αρχές, όργανα και πρόσωπα υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο κατά την παράγραφο 1." 5α. Παρά τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 4, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και: - των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και στην πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες. ή - των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον κατά νόμο έλεγχο των λογαριασμών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, πιστωτικών ιδρυμάτων, εταιρειών επενδύσεων ή άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. ή - των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δυνάμει του νόμου εποπτεία επ' αυτών, καθώς και των οργάνων που είναι υπεύθυνα για την επιτήρηση των αναλογιστών αυτών. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας του πρώτου εδαφίου απαιτούν τη συνδρομή των ακόλουθων τουλάχιστον προϋποθέσεων: - Οι πληροφορίες προορίζονται για την άσκηση της επιτήρησης ή της κατά νόμον εποπτείας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο. - Οι πληροφορίες που λαμβάνονται σ' αυτό το πλαίσιο υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. - Οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να κοινολογηθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν αυτές τις πληροφορίες και, εφόσον ενδείκνυται, μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρμόδιες αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων τα οποία μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου.» Άρθρο 59 - Τροποποίηση της οδηγίας 2002/83/ΕΚ Η οδηγία 2002/83/EK τροποποιείται ως εξής: (1) Στο άρθρο 1 παρ. 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ιθ): " ιθ) επιχείρηση αντασφάλισης: μια αντασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο β) της οδηγίας 200./.../ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου* [οδηγία αντασφαλίσεων]. * ΕΕ L ..." (2) Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 9α: «Άρθρο 9α Εκ των προτέρων διαβουλεύσεις με τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους 1. Η χορήγηση άδειας σε επιχείρηση ασφαλίσεων ζωής αποτελεί το αντικείμενο εκ των προτέρων διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές του άλλου εμπλεκόμενου κράτους μέλους, εφόσον η επιχείρηση αυτή: α) είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος μέλος. ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος μέλος. ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. 2. Η χορήγηση άδειας σε επιχείρηση ασφαλίσεων ζωής αποτελεί το αντικείμενο εκ των προτέρων διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή του άλλου εμπλεκόμενου κράτους μέλους η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των εταιρειών επενδύσεων, εφόσον η επιχείρηση αυτή : α) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας. ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας. ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας. 3. Οι αρμόδιες αρχές των παραγράφων 1 και 2 πραγματοποιούν ειδικότερα διαβουλεύσεις μεταξύ τους οσάκις αξιολογούν την καταλληλότητα των μετόχων, καθώς και την εντιμότητα και την εμπειρία των διευθυντικών στελεχών άλλης επιχείρησης του ίδιου ομίλου. Οι αρχές αυτές κοινοποιούν μεταξύ τους οποιαδήποτε πληροφορία αναφερόμενη στην καταλληλότητα των μετόχων καθώς και την εντιμότητα και την εμπειρία των διευθυντικών στελεχών, εφόσον η πληροφορία αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τις άλλες αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στη χορήγηση άδειας, καθώς και για τον διαρκή έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας.» (3) Στο άρθρο 10 παρ. 2, προστίθεται και δεύτερο εδάφιο: "Το κράτος μέλος καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης δεν απορρίπτει μια αντασφαλιστική σύμβαση που συνάπτεται από αυτή την ασφαλιστική επιχείρηση με αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 200./.../ΕΚ [οδηγία αντασφαλίσεων], ή με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 73/239/ΕΟΚ ή την παρούσα οδηγία, για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντασφαλιστικής ή της ασφαλιστικής επιχείρησης." (4) Στο άρθρο 15, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α: «1α. Εάν ο αποκτών συμμετοχή κατά την έννοια της παραγράφου 1 είναι ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων με άδεια σε άλλο κράτος μέλος, ή μητρική επιχείρηση μιας τέτοιας οντότητας, ή νομικό ή φυσικό πρόσωπο που ελέγχει μια τέτοια οντότητα, και εάν, λόγω αυτής της εξαγοράς, η επιχείρηση στην οποία ο αγοραστής σκοπεύει να αποκτήσει συμμετοχή καθίσταται θυγατρική του εν λόγω αγοραστή ή ελέγχεται από αυτόν, η αξιολόγηση της εξαγοράς πρέπει να υπόκειται στη διαδικασία της εκ των προτέρων διαβούλευσης του άρθρου 9α." (5) Το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής: α) Οι παράγραφοι 4, 5 και 6 αντικαθίστανται με το ακόλουθο κείμενο: «4. Η αρμόδια αρχή η οποία λαμβάνει εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, μπορεί να τις χρησιμοποιήσει μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων της με σκοπό: - τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψης ασφαλιστικής δραστηριότητας και τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, του περιθωρίου φερεγγυότητας, των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου ή - την επιβολή κυρώσεων.ή - την κατάθεση διοικητικής προσφυγής κατά αποφάσεων των αρμοδίων αρχών.ή - την άσκηση ενδίκων μέσων δυνάμει του άρθρου 67 ή άλλων ειδικών διατάξεων της παρούσας οδηγίας ή άλλων οδηγιών που εκδίδονται στον τομέα των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. 5. Οι παράγραφοι 1 και 4 δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών, στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους οσάκις υπάρχουν περισσότερες της μιας αρμόδιες αρχές, ή στο πλαίσιο περισσοτέρων κρατών μελών, μεταξύ των αρμόδιων αρχών και: - των αρχών που έχουν δημόσια εξουσία για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών. - των οργάνων που εμπλέκονται στην εκκαθάριση και στην πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες. και - των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί ο κατά νόμο έλεγχος των λογαριασμών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους καθώς και κατά τη διαβίβαση, προς τα όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση (αναγκαστικών) διαδικασιών εκκαθάρισης ή εγγυητικών κεφαλαίων, των απαραίτητων πληροφοριών για την εκπλήρωση του έργου τους. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στις εν λόγω αρχές, όργανα και πρόσωπα υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο κατά την παράγραφο 1. 6. Παρά τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 4, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ των αρμοδίων αρχών και: - των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και στην πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες. ή - των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον κατά νόμο έλεγχο των λογαριασμών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, πιστωτικών ιδρυμάτων, εταιρειών επενδύσεων ή άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. ή - των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δυνάμει του νόμου εποπτεία επ' αυτών, καθώς και των οργάνων που είναι υπεύθυνα για την επιτήρηση των αναλογιστών αυτών. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας του πρώτου εδαφίου απαιτούν τη συνδρομή των ακόλουθων τουλάχιστον προϋποθέσεων: - Οι πληροφορίες προορίζονται για άσκηση της επιτήρησης ή της κατά νόμον εποπτείας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο. - Οι πληροφορίες που λαμβάνονται σ' αυτό το πλαίσιο υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. - Οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να κοινολογηθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν αυτές τις πληροφορίες και, στην περίπτωση αυτή, μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρμόδιες αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων τα οποία μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου.» β) Η παράγραφος 8 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: "8. Οι παράγραφοι 1 έως 7 δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν: - στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλες οντότητες με παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής, και - εφόσον ενδείκνυται, σε άλλες δημόσιες αρχές υπεύθυνες για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμής, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους, ούτε εμποδίζουν τις εν λόγω αρχές ή οντότητες να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αυτές τυχόν χρειάζονται για τους σκοπούς της παραγράφου 4. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό υπόκεινται στις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος άρθρου." (6) Στο άρθρο 20, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: «4. Τα κράτη μέλη δεν προκρίνουν ούτε θεσπίζουν, για τη σύσταση των τεχνικών προβλέψεων, σύστημα ακαθάριστων αποθεματικών το οποίο να απαιτεί την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη προβλέψεων για μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα και εκκρεμείς αποζημιώσεις εκ μέρους του αντασφαλιστή, ο οποίος έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 200./.../ΕΚ [οδηγία αντασφαλίσεων], οσάκις ο αντασφαλιστής είναι αντασφαλιστική ή ασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 73/239/ΕΟΚ ή την παρούσα οδηγία. Οσάκις το κράτος μέλος καταγωγής επιτρέπει την κάλυψη τεχνικής πρόβλεψης με απαιτήσεις έναντι αντασφαλιστή ο οποίος δεν είναι ούτε αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 200./.../ΕΚ ούτε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 73/239/ΕΟΚ ή την παρούσα οδηγία, καθορίζει το επιτρεπόμενο σχετικά ποσοστό.» (7) Στο άρθρο 27 παράγραφος 2, προστίθεται δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο εδάφιο: «Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται και κατά τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: α) Συμμετοχές που διαθέτει η αντασφαλιστική επιχείρηση σε: - ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 4 της παρούσας οδηγίας, του άρθρου 6 της οδηγίας 73/239/EΟΚ, ή του άρθρου 1 στοιχείο β) της οδηγίας 98/78/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*. - αντασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 200./../EΚ, ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο ιβ) της οδηγίας 98/78/EC. - ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο θ) της οδηγίας 98/78/EC. - χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 5 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ. - εταιρείες επενδύσεων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, και του άρθρου 2 παράγραφοι 4 και 7 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου**. β) Καθένα από τα ακόλουθα χρηματοοικονομικά στοιχεία, τα οποία διαθέτει η αντασφαλιστική επιχείρηση στις οντότητες που ορίζονται στο στοιχείο α), και στις οποίες διαθέτει συμμετοχή: - τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 3. - τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται το άρθρο 16 παρ. 3 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ. - τις απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται το άρθρο 35 και το άρθρο 36 παρ. 3 της οδηγίας 2000/12/EΚ. Οσάκις οι μετοχές σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατέχονται προσωρινά για τις ανάγκες χρηματοδοτικής συνδρομής με σκοπό την ανασυγκρότηση και τη διάσωση της εμπλεκόμενης οντότητας, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρεκκλίνει από τις διατάξεις περί αφαίρεσης που περιέχονται στα στοιχεία α) και β) του τρίτου εδαφίου. Εναλλακτικά προς την αφαίρεση των στοιχείων τα οποία απαριθμούνται στα στοιχεία α) και β) του τρίτου εδαφίου, και τα οποία η ασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει σε πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις ασφαλιστικές τους επιχειρήσεις να εφαρμόζουν κατ' αναλογία τις μεθόδους 1, 2 ή 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2002/87/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου***. Η μέθοδος 1 (Λογιστική ενοποίηση) εφαρμόζεται μόνο εφόσον η αρμόδια αρχή έχει εμπιστοσύνη στο επίπεδο της ολοκληρωμένης διαχείρισης και του εσωτερικού ελέγχου των οντοτήτων που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην ενοποίηση. Η επιλεγόμενη μέθοδος εφαρμόζεται με διαχρονική συνέπεια. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπόκεινται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 98/78/ΕΚ, ή σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/EΚ, δεν χρειάζεται να αφαιρούν τα στοιχεία στα οποία αναφέρονται τα στοιχεία α) και β) του τρίτου εδαφίου, και τα οποία κατέχονται σε πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου υπό συμπληρωματική εποπτεία. Για τις ανάγκες της αφαίρεσης των συμμετοχών στις οποίες αναφέρεται η παρούσα παράγραφος, η συμμετοχή νοείται κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 98/78/EΚ. * ΕΕ L 330, 5.12.1998, σ. 1. ** ΕΕ L 141, 11.6.1993, σ. 27. *** ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ. 1. » (8) Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 28α: «Άρθρο 28α Περιθώριο φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες Εάν η Επιτροπή αποφασίσει, δυνάμει του άρθρου 56 στοιχείο γ) της οδηγίας 200./../ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου* [οδηγία αντασφαλίσεων] να αυξήσει τα ποσά που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας κατά το άρθρο 37 παρ. 3 και 4 της οδηγίας αυτής, κάθε κράτος μέλος εφαρμόζει στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν στην επικράτειά του τις διατάξεις των άρθρων 35 έως 39 της ίδιας οδηγίας σε ό,τι αφορά την εκ μέρους των ανάληψη αντασφαλίσεων, οσάκις συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν το 10% των συνολικών ασφαλίστρων τους. β) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν τα 500 000 ευρώ. γ) οι τεχνικές προβλέψεις που απορρέουν από την εκ μέρους των ανάληψη αντασφαλίσεων υπερβαίνουν το 10% των συνολικών τεχνικών προβλέψεών τους.» Άρθρο 60 - Τροποποίηση της οδηγίας 98/78/ΕΚ Η οδηγία 98/78/EK τροποποιείται ως εξής: (1) Ο τίτλος της αντικαθίσταται με τα εξής: «Οδηγία 98/78/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού ομίλου.» (2) Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής: α) Τα στοιχεία γ), θ), ι) και κ) αντικαθίστανται ως εξής: «γ) «αντασφαλιστική επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση η οποία έχει λάβει διοικητική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 200./../ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου* [οδηγία αντασφαλίσεων]. θ) «ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου» νοείται η μητρική επιχείρηση της οποίας κύρια δραστηριότητα είναι η απόκτηση και η κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, όπου οι εν λόγω θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών, εφόσον από αυτές τις θυγατρικές επιχειρήσεις η μία τουλάχιστον είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και δεν αποτελεί χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, κατά την έννοια της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*. ι) «ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας» νοείται η μητρική επιχείρηση, πέραν των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας, ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου ή χρηματοοικονομικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, κατά την έννοια της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οποίας η μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. ια) «αρμόδιες αρχές» νοούνται οι εθνικές αρχές οι οποίες δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τις ασφαλιστικές ή τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. * ΕΕ L ... ** ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ.1.» β) Προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ιβ): «ιβ) «αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» νοείται η επιχείρηση η οποία, εάν είχε καταστατική έδρα εντός της Κοινότητας, θα χρειαζόταν διοικητική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 200./.../ΕΚ [οδηγία αντασφαλίσεων].». (3) Τα άρθρα 2, 3 και 4 αντικαθίστανται με το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 2 Περιπτώσεις εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων 1. Πέραν των διατάξεων των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, και 200./.../ΕΚ [οδηγία αντασφαλίσεων], οι οποίες θεσπίζουν τους κανόνες εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα κράτη μέλη προβλέπουν τη συμπληρωματική εποπτεία οποιασδήποτε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση μιας τουλάχιστον ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, με τον τρόπο που προβλέπεται στα άρθρα 5, 6, 8 και 9. 2. Κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 και στα άρθρα 6, 8 και 10. 3. Κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 και στα άρθρα 6 και 8. Άρθρο 3 Εμβέλεια της συμληρωματικής εποπτείας 1. Η άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 2 ουδόλως σημαίνει ότι οι αρμόδιες αρχές είναι υποχρεωμένες να εποπτεύουν ατομικώς ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας. 2. Κατά τη συμπληρωματική εποπτεία λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες επιχειρήσεις, στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 5, 6, 8, 9 και 10: - οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. - οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. - οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. 3. Τα κράτη μέλη μπορούν, κατά τη συμπληρωματική εποπτεία που αναφέρεται στο άρθρο 2, να μην λάβουν υπόψη επιχείρηση με καταστατική έδρα σε τρίτη χώρα οσάκις υφίστανται νομικά κωλύματα για τη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος I σημείο 2.5, και του παραρτήματος II σημείο 4. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές που ασκούν τη συμπληρωματική εποπτεία μπορούν, κατά τη συμπληρωματική εποπτεία που αναφέρεται στο άρθρο 2, να μην λάβουν υπόψη τους μια επιχείρηση στις ακόλουθες περιπτώσεις: - όταν η συγκεκριμένη επιχείρηση είναι αμελητέας σημασίας σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. - όταν η εποπτεία της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης αντενδείκνυται ή μπορεί να είναι παραπλανητική σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Άρθρο 4 Αρχές αρμόδιες για την άσκησητης συμπληρωματικής εποπτείας 1. Η συμπληρωματική εποπτεία ασκείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου χορηγήθηκε η διοικητική άδεια στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, του άρθρου 4 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ ή του άρθρου 3 της οδηγίας 200./../ΕΚ [οδηγία αντασφαλίσεων]. 2. Οσάκις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη έχουν ως μητρική επιχείρηση την αυτή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, οι αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κρατών μελών μπορούν να συμφωνήσουν ποια από αυτές θα ασκεί τη συμπληρωματική εποπτεία. 3. Οσάκις ένα κράτος μέλος διαθέτει περισσότερες αρμόδιες αρχές για την προληπτική εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, μεριμνά για την οργάνωση του συντονισμού μεταξύ των αρχών αυτών. * ΕΕ L 345, 19.12.2002, σ. 1.» (4) Στο άρθρο 5, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: «1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποκειμένη σε συμπληρωματική εποπτεία να διαθέτει κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου για την παραγωγή δεδομένων και πληροφοριών σχετικών με τους στόχους της συμπληρωματικής αυτής εποπτείας.» (5) Τα άρθρα 6, 7 και 8 αντικαθίστανται ως εξής: «Άρθρο 6 Πρόσβαση στις πληροφορίες 1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους που είναι υπεύθυνες για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας έχουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με την εποπτεία ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απευθύνονται απ' ευθείας στις εκάστοτε επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 για να εξασφαλίζουν τις απαιτούμενες πληροφορίες μόνον εφόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν δίδει τις πληροφορίες που της ζητούνται. 2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να διενεργούν στην επικράτειά τους, είτε οι ίδιες είτε μέσω προσώπων που διορίζονται από αυτές, επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1: - στην ασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στη συμπληρωματική εποπτεία. - στην αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στη συμπληρωματική εποπτεία. - στις θυγατρικές επιχειρήσεις αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης. - στις θυγατρικές επιχειρήσεις αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης. - στις μητρικές επιχειρήσεις αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης. - στις μητρικές επιχειρήσεις αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης. - στις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης. - στις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής επιχείρησης αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης. 3. Οσάκις, κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους επιθυμούν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να επαληθεύσουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, η οποία είναι συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση, συνδεδεμένη αντασφαλιστική επιχείρηση, θυγατρική επιχείρηση, μητρική επιχείρηση ή θυγατρική επιχείρηση μιας μητρικής επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπόκειται στη συμπληρωματική εποπτεία, πρέπει να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους τη διενέργεια της επαλήθευσης αυτού. Οι αρχές οι οποίες λαμβάνουν ένα τέτοιο αίτημα οφείλουν, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους, να δώσουν συνέχεια σ' αυτό, είτε διενεργώντας οι ίδιες την επαλήθευση είτε επιτρέποντας στις αιτούσες αρχές να διενεργήσουν αυτές την επαλήθευση, είτε επιτρέποντας τη διενέργειά της από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα. Οι αρμόδιες αρχές που υποβάλλουν το αίτημα μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να συμμετάσχουν στην επαλήθευση, όταν δεν τη διενεργούν οι ίδιες. Άρθρο 7 Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών 1. Οσάκις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη συνδέονται άμεσα ή έμμεσα, ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους κοινοποιούν στις αρχές των άλλων κρατών μελών, μετά από αίτημά τους, όλες τις πληροφορίες που θα επιτρέψουν ή θα διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας δυνάμει της παρούσας οδηγίας, κοινοποιούν δε αυτοβούλως κάθε πληροφορία που κρίνουν ουσιώδη για τις άλλες αρμόδιες αρχές. 2. Οσάκις ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, και είτε ένα πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, είτε εταιρεία επενδύσεων, κατά την έννοια της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, ή και τα δύο, συνδέονται άμεσα ή έμμεσα, ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές που έχουν δημόσια εξουσία εποπτείας των άλλων αυτών επιχειρήσεων, συνεργάζονται στενά. Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, οι εν λόγω αρχές κοινοποιούν αμοιβαία όλες τις πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν την αποστολή τους, ιδίως στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. 3. Οι πληροφορίες που συλλέγονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, και ιδίως οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, υπόκεινται στην υποχρέωση που ισχύει σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 16 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ, στο άρθρο 16 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ και στα άρθρα 24 έως 30 της οδηγίας 200./../ΕΚ [οδηγία αντασφαλίσεων]. Άρθρο 8 Πράξεις στο πλαίσιο ομίλου 1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές ασκούν γενική εποπτεία των πράξεων μεταξύ: α) μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και: i) μιας συνδεδεμένης επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. ii) μιας συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. iii) μιας συνδεδεμένης επιχείρησης συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. β) μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και ενός φυσικού προσώπου που διαθέτει συμμετοχή: i) στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή σε μια από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της. ii) σε συμμετέχουσα επιχείρηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. iii) σε συνδεδεμένη επιχείρηση συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Οι πράξεις αυτές αφορούν ιδίως: - δάνεια, - εγγυήσεις και πράξεις εκτός ισολογισμού, - στοιχεία επιλέξιμα για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας, - επενδύσεις, - αντασφαλίσεις και αντεκχωρήσεις, - συμφωνίες περί επιμερισμού εξόδων. 2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν κατάλληλους μηχανισμούς για τη διαχείριση των κινδύνων και για τον εσωτερικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων και ορθολογικών διαδικασιών δημοσιοποίησης των πληροφοριών και λογιστικής, έτσι ώστε να μπορούν να εντοπίζουν, να υπολογίζουν, να παρακολουθούν και να ελέγχουν, τις πράξεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 1. Ακόμη, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αναφέρουν, τουλάχιστον ετησίως, τις σημαντικές πράξεις στις αρμόδιες αρχές. Οι ως άνω διαδικασίες και μηχανισμοί υπόκεινται στην εποπτεία των αρμόδιων αρχών. Εάν, με βάση τις πληροφορίες αυτές, φαίνεται ότι τίθεται σε κίνδυνο ή ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η φερεγγυότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η αρμόδια αρχή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα έναντι αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. * ΕΕ L 126, 26.5.2000, σ. 1.» (6) Στο άρθρο 9, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: «3. Εάν ο υπολογισμός της παραγράφου 1 καταδείξει ότι η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα είναι αρνητική, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα έναντι της εμπλεκόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.» (7) Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής: α) Ο τίτλος του αντικαθίσταται με τον ακόλουθο: «Ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας» β) Οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται ως εξής: «2. Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2, στον υπολογισμό συμπεριλαμβάνονται όλες οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, ή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο παράρτημα II. 3. Εάν, βάσει του υπολογισμού αυτού, οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι τίθεται σε κίνδυνο ή ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η φερεγγυότητα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης θυγατρικής της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, ή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα έναντι της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.» (8) Το άρθρο 10α τροποποιείται ως εξής: (α) Στην παράγραφο 1, το στοιχείο β) αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: «β) των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν συμμετέχουσες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, των οποίων η εταιρική έδρα βρίσκεται σε τρίτη χώρα. γ) των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας που έχουν συμμετέχουσες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, των οποίων η έδρα βρίσκεται εντός της Κοινότητας.» (β) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: «2. Οι συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σκοπό έχουν ιδίως να εξασφαλίζουν: α) ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών είναι σε θέση να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη συμπληρωματική εποπτεία των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων των οποίων η έδρα βρίσκεται εντός της Κοινότητας και οι οποίες έχουν θυγατρικές ή κατέχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις εκτός της Κοινότητας. και β) ότι οι αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών είναι σε θέση να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την συμπληρωματική εποπτεία των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων των οποίων η έδρα βρίσκεται στην επικράτειά τους και οι οποίες έχουν θυγατρικές ή κατέχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.» (9) Τα παραρτήματα Ι και ΙΙ αντικαθίστανται με το κείμενο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας οδηγίας. ΤΙΤΛΟΣ IX ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 61 - Ενσωμάτωση της παρούσας οδηγίας 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία έως την [...] το αργότερο. Γνωστοποιούν δε αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών, μαζί με πίνακα αντιστοίχισης μεταξύ αυτών και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Κατά τη θέσπισή τους από τα κράτη μέλη, οι διατάξεις αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία, ή συνοδεύονται από σχετική παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι τρόποι διατύπωσης της παραπομπής αυτής καθορίζονται από τα κράτη μέλη. 2. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των κυριότερων διατάξεων της εθνικής τους νομοθεσίας που αυτά θεσπίζουν στο πεδίο που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 62 - Έναρξη της ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την [ ... ] ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 63 - Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, [...] Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι Μορφή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων - Όσον αφορά το Βασίλειο του Βελγίου: "soci?t? anonyme/naamloze vennootschap", "soci?t? en commandite par actions/commanditaire vennootschap op aandelen", "association d'assurance mutuelle/onderlinge verzekeringsvereniging", "soci?t? coop?rative/cooeperatieve vennootschap". - Όσον αφορά το Βασίλειο της Δανίας: "aktieselskaber", "gensidige selskaber". - Όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: "Aktiengesellschaft", "Versicherungsverein auf Gegenseitigkeit", "Oeffentlich-rechtliches Wettbewerbsversicherungsunternehmen". - Όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία: "soci?t? anonyme", "soci?t? d'assurance mutuelle", "institution de prevoyance r?gie par le code de la S?curit? Sociale", "institution de prevoyance r?gie par le Code Rurale", καθώς και "mutuelles r?gies par le Code de la Mutualit?". - Όσον αφορά την Ιρλανδία: "incorporated companies limited by shares or by guarantee or unlimited". - Όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία: "societ? per azioni". - Όσον αφορά το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: "soci?t? anonyme". - Όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών: "naamloze vennootschap", "onderlinge waarborgmaatschappij". - Όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο: "incorporated companies limited by shares or by guarantee or unlimited", "societies registered under the Industrial and Provident Societies Acts", "societies registered under the Friendly Societies Acts", "the association of underwriters known as Lloyd's". - Όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία: "ανώνυμη εταιρία", "αλληλασφαλιστικός συνεταιρισμός". - Όσον αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας: "sociedad anόnima". - Όσον αφορά την Πορτογαλική Δημοκρατία: "sociedade anόnima", "m?tua de seguros". - Όσον αφορά τη Δημοκρατία της Αυστρίας: "Aktiengesellschaft", "Versicherungsverein auf Gegenseitigkeit". - Όσον αφορά τη Δημοκρατία της Φινλανδίας: "keskin?inen vakuutusyhti?/?msesidigt f?rs?kringsbolag", "vakuutusosake-yhti?/f?rs?kringsaktiebolag", "vakuutusyhdistys/f?rs?krings-f?rening". - Όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας: "f?rs?kringsaktiebolag", "?msesidigt f?rs?kringsbolag". ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ Τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 98/78/ΕΚ αντικαθίστανται ως εξής: «Παράρτημα I ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΦΕΡΕΓΓΥΤΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΙΤΚΛΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ 1. ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΕΘΟΔΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ A. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι ο υπολογισμός της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παρ. 1 πραγματοποιείται σύμφωνα με μία από τις μεθόδους που περιγράφονται στο σημείο 3. Ωστόσο, ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν ή επιβάλλουν την εφαρμογή μιας από τις μεθόδους του σημείου 3 διαφορετικής από εκείνη που επιλέγει το κράτος μέλος. B. Αναλογικότητα Ο υπολογισμός της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων λαμβάνει υπόψη το αναλογικό μερίδιο που κατέχει η συμμετέχουσα επιχείρηση στις συνδεδεμένες με αυτή επιχειρήσεις. Ως αναλογικό μερίδιο νοείται είτε, οσάκις χρησιμοποιείται η μέθοδος 1 ή η μέθοδος 2 του σημείου 3, το μερίδιο του εγγεγραμμένου κεφαλαίου που κατέχεται, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τη συμμετέχουσα επιχείρηση, είτε, οσάκις χρησιμοποιείται η μέθοδος 3 του σημείου 3, τα ποσοστά που χρησιμοποιούνται κατά την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη μέθοδο που χρησιμοποιείται, όταν η συνδεδεμένη επιχείρηση είναι θυγατρική που παρουσιάζει έλλειμμα φερεγγυότητας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής. Ωστόσο, οσάκις, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών, η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης που κατέχει μερίδιο του κεφαλαίου είναι περιορισμένη, αυστηρά και χωρίς αμφισβήτηση, στο συγκεκριμένο μερίδιο του κεφαλαίου, οι αυτές αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν να ληφθεί υπόψη το έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής σε αναλογική βάση. Οσάκις δεν υπάρχουν δεσμοί κεφαλαίου μεταξύ ορισμένων από τις επιχειρήσεις του ασφαλιστικού ομίλου, οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν το αναλογικό μερίδιο που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Γ. Κατάργηση της διπλής χρήσης των στοιχείων του περιθωρίου φερεγγυότητας Γ.1. Γενική αντιμετώπιση των στοιχείων του περιθωρίου φερεγγυότητας Ανεξάρτητα από τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η διπλή χρήση των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας μεταξύ των διαφόρων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό αυτόν, πρέπει να καταργηθεί. Προς τούτο, κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και οσάκις οι μέθοδοι που περιγράφονται στο σημείο 3 δεν το προβλέπουν, καταργούνται τα ακόλουθα ποσά: - η αξία κάθε περιουσιακού στοιχείου αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης το οποίο αντιστοιχεί στη χρηματοδότηση των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας μιας από τις συνδεδεμένες με αυτή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. - η αξία κάθε περιουσιακού στοιχείου μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης το οποίο αντιστοιχεί στη χρηματοδότηση των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας αυτής της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. - η αξία κάθε περιουσιακού στοιχείου μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης το οποίο αντιστοιχεί στη χρηματοδότηση των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας κάθε άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Γ.2. Αντιμετώπιση ορισμένων χρηματοοικονομικών στοιχείων Με την επιφύλαξη των διατάξεων του σημείου Γ.1: - τα αδιανέμητα κέρδη και τα μελλοντικά κέρδη συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης του κλάδου ζωής ή συνδεδεμένης αντασφαλιστικής επιχείρησης του κλάδου ζωής] της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα, και - τα εγγεγραμμένα αλλά μη καταβεβλημένα κεφάλαια συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα, είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό μόνο ενόσω είναι επιλέξιμα για την κάλυψη του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας αυτής της συνδεδεμένης επιχείρησης. Ωστόσο, κάθε εγγεγραμμένο αλλά μη καταβεβλημένο κεφάλαιο που αντιστοιχεί σε δυνητική υποχρέωση της συμμετέχουσας επιχείρησης εξαιρείται εξ ολοκλήρου από τον υπολογισμό. Κάθε εγγεγραμμένο αλλά μη καταβεβλημένο κεφάλαιο συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που αντιστοιχεί σε δυνητική υποχρέωση συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εξαιρείται επίσης από τον υπολογισμό. Κάθε εγγεγραμμένο αλλά μη καταβεβλημένο κεφάλαιο συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που αντιστοιχεί σε δυνητική υποχρέωση από την πλευρά άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της ίδιας συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εξαιρείται επίσης από τον υπολογισμό. Γ.3. Δυνατότητα μεταφοράς Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι ορισμένα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης πέραν εκείνων στις οποίες αναφέρεται το σημείο Γ.2 δεν είναι πράγματι δυνατόν να διατεθούν για την κάλυψη του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα, τα στοιχεία αυτά είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό μόνο ενόσω είναι επιλέξιμα για την κάλυψη του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας αυτής της συνδεδεμένης επιχείρησης. Γ.4. Το άθροισμα των στοιχείων στα οποία αναφέρονται τα σημεία Γ.2 και Γ.3 δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Δ. Κατάργηση της σύστασης κεφαλαίου στο πλαίισο ομίλου Κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας, δεν λαμβάνεται υπόψη κανένα στοιχείο που είναι επιλέξιμο για το περιθώριο φερεγγυότητας αλλά προκύπτει από αμοιβαία χρηματοδότηση μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και: - συνδεδεμένης επιχείρησης, - συμμετέχουσας επιχείρησης, - άλλης συνδεδεμένης επιχείρησης οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις της. Ακόμη, δεν λαμβάνεται υπόψη κανένα στοιχείο που είναι επιλέξιμο για το περιθώριο φερεγγυότητας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα, εφόσον το εκάστοτε στοιχείο προκύπτει από αμοιβαία χρηματοδότηση με οποιαδήποτε άλλη συνδεδεμένη επιχείρηση αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Πιο συγκεκριμένα, αμοιβαία χρηματοδότηση υφίσταται όταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή οποιασδήποτε από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της κατέχει μερίδια ή δανειοδοτεί άλλη επιχείρηση, η οποία, είτε άμεσα είτε έμμεσα, κατέχει στοιχείο επιλέξιμο για το περιθώριο φερεγγυότητας των πρώτων επιχειρήσεων. Ε. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα να υπολογίζεται με την ίδια συχνότητα που καθορίζεται στις οδηγίες 73/239/EΟΚ, 2002/83/EΚ και 2..../../EΚ (οδηγία αντασφαλίσεων) για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων αποτιμάται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 2002/83/EΚ, 2..../../EΚ (οδηγία αντασφαλίσεων) και 91/674/EΟΚ. 2. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΜΕΘΟΔΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ 2.1. Συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις Ο υπολογισμός της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας πραγματοποιείται σύμφωνα με τις γενικές αρχές και μεθόδους που τίθενται στο παρόν παράρτημα. Για όλες τις μεθόδους, οσάκις η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει περισσότερες της μιας συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο υπολογισμός της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας πραγματοποιείται με συνεκτίμηση όλων αυτών των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Σε περίπτωση διαδοχικών συμμετοχών (π.χ., οσάκις ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι συμμετέχουσα επιχείρηση σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία είναι επίσης συμμετέχουσα επιχείρηση σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση), ο υπολογισμός της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας πραγματοποιείται για καθεμία συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία διαθέτει τουλάχιστον μία συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Τα κράτη μέλη μπορούν να αντιπαρέλθουν τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: - εάν η επιχείρηση είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια στο ίδιο κράτος μέλος, αυτή δε η συνδεδεμένη επιχείρηση λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. ή - εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι συνδεδεμένη επιχείρηση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου της οποίας η καταστατική έδρα βρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, τόσο δε η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου όσο και η συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας. Ακόμη, τα κράτη μέλη μπορούν να αντιπαρέλθουν τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εάν αυτή είναι συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ή ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου της οποίας η καταστατική έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, και εφόσον οι αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κρατών μελών συμφωνούν να αναθέσουν την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας στην αρμόδια αρχή του τελευταίου κράτους μέλους. Σε κάθε περίπτωση, η παραίτηση από την απαίτηση αναπροσαρμογής της φερεγγυότητας είναι δυνατή μόνο εφόσον οι αρμόδιες αρχές είναι ικανοποιημένες ως προς το ότι τα επιλέξιμα στοιχεία για τα περιθώρια φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας είναι κατάλληλα κατανεμημένα μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι, οσάκις η καταστατική έδρα της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης βρίσκεται σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα, κατά τον υπολογισμό λαμβάνεται υπόψη, ως προς τη συνδεδεμένη επιχείρηση, η φερεγγυότητα όπως αυτή αξιολογείται από τις αρμόδιες αρχές αυτού του άλλου κράτους μέλους. 2.2. Ενδιάμεσες ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου Κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία διαθέτει συμμετοχή σε (συνδεδεμένη) ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, μέσω ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, η κατάσταση της ενδιάμεσης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου λαμβάνεται υπόψη. Για τον σκοπό αυτού του υπολογισμού και μόνο, ο οποίος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις γενικές αρχές και μεθόδους που εκτίθενται στο παρόν παράρτημα, η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου αντιμετωπίζεται ωσάν να ήταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποκείμενη σε μηδενική απαίτηση φερεγγυότητας και στους ίδιους όρους που τίθενται στο άρθρο 16 της οδηγίας 73/239/EΟΚ, στο άρθρο 27 της οδηγίας 2002/83/EΚ ή στο άρθρο 36 της οδηγίας 200./../ΕΚ, σχετικά με τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας. 2.3. Συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών Κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία διαθέτει συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, η τελευταία αντιμετωπίζεται, μόνο για τους σκοπούς του υπολογισμού, κατ' αναλογία με συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και με εφαρμογή των γενικών αρχών και μεθόδων που εκτίθενται στο παρόν παράρτημα. Ωστόσο, οσάκις η τρίτη χώρα στην οποία βρίσκεται η καταστατική έδρα της επιχείρησης την υποβάλλει στη διαδικασία έκδοσης άδειας και της επιβάλλει απαίτηση φερεγγυότητας τουλάχιστον συγκρίσιμη με εκείνη που καθορίζεται στις οδηγίες 73/239/EΟΚ, 2002/83/EΚ ή 2.../../EΚ (οδηγία αντασφαλίσεων), λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία για την κάλυψη της απαίτησης αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι κατά τον υπολογισμό λαμβάνεται υπόψη, όσον αφορά την εν λόγω επιχείρηση, η απαίτηση φερεγγυότητας και τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη της απαίτησης αυτής, όπως προβλέπεται από την εκάστοτε τρίτη χώρα. 2.4. Συνδεδεμένα πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες επενδύσεων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα Κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία διαθέτει συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι κανόνες που τίθενται στο άρθρο 16 της οδηγίας 73/239/EΟΚ, στο άρθρο 27 της οδηγίας 2002/83/EΚ ή στο άρθρο 36 της οδηγίας 200./../ΕΚ, σχετικά με την αφαίρεση αυτών των συμμετοχών, καθώς και οι διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα των κρατών μελών, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να επιτρέπουν εναλλακτικές μεθόδους καθώς και τη μη αφαίρεση των συμμετοχών αυτών. 2.5. Μη διαθεσιμότητα των αναγκαίων πληροφοριακών στοιχείων Οσάκις τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, σχετικά με συνδεδεμένη επιχείρηση της οποίας η καταστατική έδρα βρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, δεν είναι διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές, για οποιονδήποτε λόγο, η λογιστική αξία της επιχείρησης αυτής στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αφαιρείται από τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για το αναπροσαρμοσμένο περιθώριο φερεγγυότητας. Στην περίπτωση αυτή, τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη που συνδέονται με αυτή τη συμμετοχή δεν γίνονται δεκτά ως στοιχείο επιλέξιμο για το αναπροσαρμοσμένο περιθώριο φερεγγυότητας. 3. ΜΕΘΟΔΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Mέθοδος 1: Αφαίρεση και άθροιση Η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προκύπτει ως η διαφορά μεταξύ: (i) του αθροίσματος: α) των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και β) του μεριδίου που αναλογεί στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επί των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. και (ii) του αθροίσματος: α) της λογιστικής αξίας, στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, β) της απαίτησης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρηση, και γ) του μεριδίου της απαίτησης φερεγγυότητας που αναλογεί στη συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Οσάκις η συμμετοχή σε συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έγκειται, εν όλω ή εν μέρει, σε έμμεση κυριότητα, τότε το μέρος α) του αθροίσματος (ii) ενσωματώνει την αξία αυτής της έμμεσης κυριότητας, με συνεκτίμηση των σχετικών διαδοχικών συμφερόντων, τα δε μέρη β) και γ) του αθροίσματος συμπεριλαμβάνουν τα αντίστοιχα αναλογικά μερίδια επί των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Mέθοδος 2: Αφαίρεση απαίτησης Η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προκύπτει ως η διαφορά μεταξύ: (i) του αθροίσματος των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και (ii) του αθροίσματος: α) της απαίτησης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και β) του μεριδίου της απαίτησης φερεγγυότητας που αναλογεί στη συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Κατά την αποτίμηση των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας, οι συμμετοχές κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας αποτιμώνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης, σύμφωνα με την επιλογή που προβλέπεται στο άρθρο 59 παρ. 2 στοιχείο β) της οδηγίας 78/660/EΟΚ. Mέθοδος 3: Λογιστική ενοποίηση Ο υπολογισμός της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης πραγματοποιείται βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών. Η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προκύπτει ως η διαφορά μεταξύ: των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας, υπολογιζόμενων βάσει των ενοποιημένων δεδομένων, και α) είτε του αθροίσματος της απαίτησης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και του μεριδίου της απαίτησης φερεγγυότητας που αναλογεί στη συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, βάσει των ποσοστών που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών. β) είτε της απαίτησης φερεγγυότητας υπολογιζόμενης βάσει των ενοποιημένων δεδομένων. Για τον υπολογισμό των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας και την απαίτηση φερεγγυότητας βάσει των ενοποιημένων δεδομένων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 2002/83/EΚ, 200./..EΚ (οδηγία αντασφαλίσεων) και 91/674/EΟΚ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ Ή ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ, Ή ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ Ή ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ 1. Στην περίπτωση δύο ή περισσοτέρων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παρ. 2 και οι οποίες είναι θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, έχουν δε έδρα σε διαφορετικά κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε η μέθοδος που περιγράφεται στο παρόν παράρτημα να εφαρμόζεται με ομοιόμορφο τρόπο. Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τη συμπληρωματική εποπτεία με τη συχνότητα που καθορίζεται στις οδηγίες 73/239/EΟΚ, 2002/83/EΚ and 2.../../EΚ, για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αντιπαρέλθουν τον υπολογισμό που προβλέπεται στο παρόν παράρτημα σε σχέση με ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση: - εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβάνεται δε υπόψη κατά τον υπολογισμό που προβλέπεται στο παρόν παράρτημα και διεξάγεται για αυτή την άλλη επιχειρήσεις. - εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και μία ή περισσότερες άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια στο ίδιο κράτος μέλος έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, η δε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό που προβλέπεται στο παρόν παράρτημα και διεξάγεται για μία από αυτές τις άλλες επιχειρήσεις. - εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και μία ή περισσότερες άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια σε άλλα κράτη μέλη έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, έχει δε συναφθεί συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2, με την οποία ανατίθεται η άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας που προβλέπεται στο παρόν παράρτημα στην εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους. Στην περίπτωση διαδοχικών συμμετοχών (π.χ., ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας η οποία ανήκει η ίδια σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας), τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τους υπολογισμούς που προβλέπονται στο παρόν παράρτημα μόνο ως προς την επικεφαλής όλων μητρική επιχείρηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας. 3. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε να πραγματοποιούνται ως προς την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας υπολογισμοί ανάλογοι προς αυτούς που περιγράφονται στο παράρτημα Ι. Η αναλογία αυτή έγκειται στην εφαρμογή των γενικών αρχών και μεθόδων που περιγράφονται στο παράρτημα Ι ως προς την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας. Για τους σκοπούς και μόνο αυτών των υπολογισμών, η μητρική επιχείρηση αντιμετωπίζεται ως ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποκείμενη: - σε μηδενική απαίτηση φερεγγυότητας, οσάκις είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, - σε απαίτηση φερεγγυότητας καθοριζόμενη σύμφωνα με τις αρχές του τμήματος 2.3 του παραρτήματος Ι, οσάκις είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, υπόκειται δε και αυτή στους όρους του άρθρου 16 της οδηγίας 73/239/EΟΚ, του άρθρου 27 της οδηγίας 2002/83/EΚ και του άρθρου 36 της οδηγίας 200./../EΚ (οδηγία αντασφαλίσεων), όσον αφορά τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας. 4. Μη διαθεσιμότητα των αναγκαίων πληροφοριακών στοιχείων Οσάκις τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για τους υπολογισμούς που προβλέπονται στο παρόν παράρτημα και αφορούν τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις με καταστατική έδρα σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, δεν είναι διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές, για οποιονδήποτε λόγο, η λογιστική αξία της εκάστοτε επιχείρησης στη συμμετέχουσα επιχείρηση αφαιρείται από τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για τους υπολογισμούς που προβλέπονται στο παρόν παράρτημα. Στην περίπτωση αυτή, τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη που συνδέονται με την αντίστοιχη συμμετοχή δεν γίνονται δεκτά ως στοιχεία επιλέξιμα για τους υπολογισμούς.» COMMISSION STAFF WORKING PAPER Proposal for a Directive of the European Parliament and of the Council on reinsurance and amending Council Directives 73/239/EEC, 92/49/EEC and Directives 98/78/EC and 2002/83/EC Extended Impact Assessment {COM(2004) 273 final} The structure of this document This extended impact assessment consists of the following parts: 1. A general introduction to reinsurance, insurance/reinsurance markets and reinsurance supervision 2. Problems affecting the EU reinsurance market 3. Stakeholders for a reinsurance supervision directive 4. The main objectives for the reinsurance supervision project 5. Main policy decisions to reach the objectives 6. Expected impacts from the different options identified 7. How to monitor and evaluate the results and impacts of the proposal after implementation? 8. Results from stakeholder consultations 9. Justification for the Commission proposal 1. Introduction to reinsurance, insurance/reinsurance markets and reinsurance supervision Introduction to reinsurance Reinsurance is a structured risk transfer between an insurance undertaking (often called the "cedant") and a reinsurer. Reinsurance fulfils the following functions for an insurance undertaking [40]: [40] See also an Issues Paper prepared by IAIS Working Group on Reinsurance, "Reinsurance and reinsurers: relevant issues for establishing general supervisory principles standards and practices", Amsterdam 2000, p. 20 ff. Website: http://www.iaisweb.org/ . Reduction of technical risks Permanent transfer of technical risks to the reinsurer Increase of homogeneity of insurance portfolio Reduction of volatility of technical results Substitute for capital/own funds Supply of funds for financing purposes Supply of service provision In spite of its obvious connection to direct insurance business, there are some characteristics of reinsurance that may be important to highlight: There is no direct contractual relationship between the reinsurer and the original insured, and the policyholders have normally no priority to the assets of the reinsurer to cover their claims. Reinsurance is a business activity between professional parties. Reinsurers largely depend on information from the direct insurers to establish claims reserves. There are furthermore significant delays in receiving claims information. Reinsurance business has higher degrees of diversity in respect of geography and combinations of insured lines than direct insurance business. Reinsurers have significant catastrophe exposure, and special retrocession and pooling techniques to cope with those. The role of the insurance and reinsurance sectors in the economy The insurance sector plays a primary role in the economy by allowing businesses and households to buy protection from the risk of adverse events. By facilitating a wider distribution of risk, the insurance sector facilitates investment and consumption thereby contributing to a higher rate and a more sustainable pattern of economic growth. The importance of the insurance sector as a provider of risk protection within the EU economy has been increasing steadily, as indicated by a rise in the penetration level (i.e. the ratio of the value of insurance premiums to GDP) from 6.76% in 1993 to 9.22% in 2000 [41]. More recently, the role of the insurance sector has expanded to include the provision of a wide range of financial services, notably vehicles for investment and saving (e.g. in relation to house purchase, retirement etc.). This broader role in channelling savings into investment has also increased, as reflected in the substantial securities holdings of insurance companies, e.g. 39% of GDP in Germany in 2000, 72% of GDP in France and 110% of GDP in the United Kingdom in 1999). [42] In consequence, the insurance sector has emerged as a major non-bank provider of financial services, often in direct competition with the depository institutions. [41] Source: OECD. [42] idem. There is no experience of widespread failures in the insurance sector and, until recently, episodes of financial stress within the sector were not seen as having systemic implications. This view was based (a) on the fact that insurance companies are not deposit-taking institutions and do not perform payment and settlement functions and (b) on the assumption that insurance companies in financial difficulty would face only "slow-moving" liquidity shocks in light of their relatively long-term liabilities. In consequence, it was considered unlikely that insurers under financial strain would need to resort to rapid and large-scale asset sales to raise liquidity. However, the assessment of systemic risk associated with the insurance sector has been modified somewhat as the sector has intensified its financial market activities, building up considerable counter-party relationships with banks and becoming a major player in securities markets. While the risk is still less than that associated with the banking sector, there is increasing concern that widespread failures among insurance companies could affect the economic performance (i) directly by creating a shortage of insurance coverage causing disruption in businesses activities, (ii) indirectly via the impact on financial markets (e.g. the risk of fire sales in securities markets) and/or via links to the banking sector. The reinsurance sector plays an equally key role in the economy by providing wholesale cover for the risks assumed by insurance companies on behalf of their clients. The transfer of risks to reinsurers reduces the fluctuations in the business performance of the primary insurers and also reduces their capital costs. While the average cession level in the EU is rather low (i.e. some 10% of all insurance premiums are reinsured), the cession level is relatively high for certain activities (i.e. 18% of non-life insurance premiums are reinsured, compared to 3% for life insurance premiums [43] on average). Reinsurers may also serve the primary insurers as an equity substitute, provide additional underwriting capacity and are often part (or even the dominant business) of financial conglomerates. Besides insuring insurers, reinsurers are also major financial intermediaries and institutional investors and reinsurers' financial assets represented 1% of the global securities market in 2001. [44] Accordingly, the stability of the reinsurance sector is not only vital to the stability of the insurance sector generally but also has important implications for the financial system as a whole. [43] The low cession rate for life insurance is due to the fact that only the risk component of it, not the larger savings component, that is reinsured. [44] Source: "Reinsurance - a systemic risk?"; Sigma 5/2003, Swiss Re. Recent evidence of financial strain among reinsurers has focused the attention on the level and nature of risk assumed within the sector. Reinsurers face two risks in addition to those faced by primary insurers. First, they are exposed to greater volatility in their financial results because they protect the primary market against peak exposures. In consequence of this risk, they need to maintain relatively high levels of capitalisation. Second, they may be called upon to support ailing subsidiaries, as they are often the top trading company in a group structure. Despite these additional risks, reinsurers operate in a global market where their activities are often not subject to prudential oversight or to a lighter regime than that applying to primary insurers. Moreover, there is no global framework for reinsurance supervision. This situation has raised concern about potential risks in the reinsurance industry. One the other hand, reinsurers can benefit from significant geographical and sectoral diversification effects to a greater extent than direct companies. Reinsurance is a highly international industry with a limited number of large companies. In 2002, the total reinsurance premium of the 40 largest reinsurance groups amounted to USD 138 601 200 000, whereof USD 58 544 000 000 stemmed from EU reinsurers [45]. In the EU, Germany has a dominant position with companies as Munich Re, Hannover Re and Allianz Re. Lloyd's is the largest UK writer of reinsurance, and SCOR together with Axa Re are the largest French reinsurers. [45] Standard & Poor's, Global Reinsurance Highlights 2003 Edition, London/New York 2003. Supervision of reinsurance in the EU Direct insurance activities in the EU are regulated and supervised in accordance with directives. These have been in force for 10-25 years and have been successful in assuring harmonised establishment and supervision rules, being the absolute prerequisites for the creation of a single market in insurance. There are currently no prudential directives dealing with reinsurance. The only directive directly dealing with reinsurance is 64/225/EEC [46] on the abolition of restrictions on freedom of establishment and freedom to provide services in respect of reinsurance and retrocession. The directive does not deal with prudential issues but merely removes restrictions and discriminations on grounds of nationality or residence. The issue of creating a single licence or a passport for reinsurers is not dealt with in this Directive. [46] Council Directive of 25 February 1964 on the abolition of restrictions of establishment and freedom to provide services in respect of reinsurance and retrocession (64/225/EEC), O.J. S64 of 4.4.64. Concerning the actual supervision of reinsurers, a Commission questionnaire [47] showed that all but one Member State supervise reinsurers either directly or indirectly [48]. There appears to be a movement towards direct supervision. However, direct supervision does not exclude indirect supervision and it may be difficult to draw a sharp boundary between the two. [47] "Report: results of questionnaire on the supervision of reinsurance undertakings", European Commission, doc XV/2040/99 + annex, 1999. [48] Directly means that any reinsurer conducting business in the Member State is required to be authorised in some way by the supervisor. Indirectly means that the supervisor only examines a reinsurer when it examines the adequacy of a reinsurance contract taken out by a primary insurer with that reinsurer. (Commission questionnaire, see footnote 6). With regard to direct supervision, domestic reinsurers are supervised more stringently than non-domestic reinsurers. This may appear paradoxical but it also perhaps reflects the greater difficulty of supervising effectively non-domestic reinsurers. For domestic reinsurers, all Member States require the submission of annual accounts and have the power to carry out on-site inspections. Other important supervisory powers are the ability to: impose fines, examine the sufficiency of technical provisions and require managers to be fit and proper. With regard to indirect supervision, domestic reinsurers are again more strictly supervised than non-domestic reinsurers. Important supervisory functions are to examine: the financial solidity of the reinsurer, the spread of reinsurance business and assessments carried out by rating agencies. 2. Problems affecting the EU reinsurance market The need for EU harmonised reinsurance supervision There are currently no harmonised reinsurance supervision rules in the EU. The lack of an EU regulatory framework for reinsurance has resulted in significant differences in the level of supervision of reinsurance undertakings in the EU. The different national rules have created uncertainty for direct insurance companies (and their policyholders), barriers to trade within the internal market, administrative burden and costs as well as weakening the EU position in international trade negotiations: 1. Uncertainty for direct insurance undertakings (and their policyholders): The different reinsurance supervision regimes in the EU have resulted in increased difficulties for direct insurance undertakings to choose their reinsurers in a prudent and cost-efficient way. The selection of reinsurers is of decisive importance for an insurance company, and could also affect the company's ability to pay claims towards policyholders. 2. Barriers to trade: Certain EU countries use systems where assets of the reinsurer must be pledged (collateralised) in order to cover outstanding claims provisions. This makes optimal investment management more difficult and thus results in higher operational costs for reinsurance undertakings. This could in fact increase the price the reinsurer charges for taking over risks from direct insurance companies, and this pattern has been seen in certain Member States. Reinsurance companies may also decide not to be active in markets where the posting of collaterals is required, and consequently the availability of reinsurance protection will be more restricted. 3. Administrative burden: In the EU, the CEA [49] and the OECD [50] have identified administrative impediments for cross-border reinsurance services. The lack of mutual recognition between EU supervisory authorities in reinsurance in certain cases means that reinsurance undertakings are subject to different supervisory rules in several Member States. For reinsurance companies this could lead to significant double work and increased administrative burdens. Examples of burdensome administrative measures are the multiple fit and proper checks of the group's highest management, double requirement for auditors' confirmation of balances as well as the obligation for branches to issue financial statements according to local GAAP (generally accepted accounting principles) for the whole group. [49] See http:// www.cea.assur.org. [50] See http://www.oecd.org/home/ . 4. International trade negotiations: It is argued that the lack of a harmonised EU system makes international mutual recognition agreements more difficult. The absence of such agreements means that European reinsurers are confronted with important barriers to entry into foreign markets, such as the requirement of posting collateral for the value of their commitments in the foreign market where the reinsurer intends to conduct business. If no actions are taken at EU level, there is a risk that the internal market for reinsurance services would continue to work in a suboptimal way, which would harm the EU reinsurance industry. Negotiations with third markets on mutual recognition agreements could be significantly more difficult. Underlying drivers internationally to the process There are several underlying international drivers to this process: G7 and the IMF have expressed concern that lack of reinsurance regulation could impede international financial stability. In fact, at recent Financial Sector Assessment Programme (FSAP) reviews in Member States, IMF has reiterated the need for legislation in this field. The FSF (Financial Stability Forum) has repeatedly expressed concerns about the transparency of the reinsurance market and has therefore created a task force to address the issue [51]. [51] See http://www.fsforum.org/home/ home.html. The OECD has ongoing work in the reinsurance field, particularly as concerns exchange of reinsurance company information between supervisors. The IAIS (International Association of Insurance Supervisors) reinsurance work is closely coordinated with the EU fast-track project. A set of principles for minimum requirements for supervision of reinsurers as well as a standard on reinsurance supervision have been adopted. Regulatory assessment - subsidiarity and proportionality Before the formal initiation of the reinsurance supervision project, the Commission Services ordered a large study on general background issues [52]. One specific part of the study related to arguments for and against reinsurance supervision in general, and in the EU in particular. [52] The study - prepared by the KPMG - is available at the Commission website: http://europa.eu.int/comm/internal_market/ insurance/reinsurance_en.htm. The consultant identified the following arguments in favour of reinsurance supervision in the EU: Harmonised reinsurance supervision would contribute to financial stability through more transparent supervision and reduced regulatory arbitrage. This fact has been highlighted by several international organisations (see above). Streamlining of supervisory requirements that today vary substantially between Member States would reduce internationally active companies' compliance costs and reduce their administrative burden. Through the removal of barriers to entry, harmonised reinsurance supervision will lead to a more efficient internal market for reinsurance services. Reduced costs to market participants due to the disappearance of market barriers. Indirect additional protection for policyholders as insurance companies would be more able to make a prudent and cost-efficient choice of reinsurers. Improved transparency of the European reinsurance market as EU reinsurers will be subject to a harmonised supervisory framework. A supervisory system could give a quality mark to the EU reinsurance sector and increase its competitive situation world-wide. This is particularly important as the EU is the world's largest provider of reinsurance services. Reduction in insolvency risk for EU reinsurance companies due to the introduction of harmonised quantitative and qualitative solvency requirements. Increased bargaining power in trade negotiations with non-EU countries. The lack of a harmonised EU reinsurance framework has been an issue in recent discussions with US regulators and the US insurance/reinsurance industry. Cost savings for supervisors as duplication of work between control authorities in different countries can be avoided. This is important also for the insurance industry that directly or indirectly normally finances the supervisory authorities. The consultant found the following arguments against reinsurance supervision in the EU: Reinsurance is an activity between professional buyers and sellers. As there is normally no direct link between the reinsurer and the policyholders, the need for supervision is less than in direct insurance. In addition strong market practice has been developed over many years. The global nature of reinsurance makes it less suitable to national supervision schemes, which could in fact become be barriers to trade. Many direct supervisory schemes tend to have a domestic focus that is less relevant to reinsurance. The wide range of activities and business lines of a reinsurer may be difficult to capture in a supervisory system. It is a tall order for a national supervisor to be knowledgeable in such a wide field. A more severe EU reinsurance supervision system could disadvantage EU reinsurance companies, and some may leave the EU for an off-shore location. Reinsurance solvency requirements could increase reinsurance undertakings cost of capital. Particularly after the 9/11 terrorist attacks, the cost of capital for reinsurance undertakings has increased. The introduction of high solvency margin requirements would increase the capital costs further. Additional cost for supervisors as well as difficulties to find experienced reinsurance staff. Already today it is difficult for supervisory authorities to find and keep experienced reinsurance staff. Reinsurance is an insurance activity and therefore direct insurance rules should apply, and not specific reinsurance regulations. Different rules between insurance and reinsurance could make it increasingly difficult to create a level playing-field. 3. Stakeholders for a reinsurance supervision directive During the preparation of the draft directive the following stakeholders were identified: Reinsurance undertakings: It is evident that reinsurance companies (including reinsurance captives) are the most directly concerned by a supervision directive. They will be subjected to a new set of rules that may require some entities to change their procedures or raise more risk capital. However, the system will also give a quality mark to EU reinsurance entities which will be a distinct advantage on the international reinsurance market. The system proposed by the draft directive will provide better market access in the EU and reduce administrative barriers. The sector is very concentrated and the new reinsurance supervision rules will directly affect about 150 reinsurance undertakings and about 250 reinsurance captives in the EU. Insurance undertakings: A reinsurance supervision regime in the EU will make it easier for direct insurance undertakings to evaluate the standing of different reinsurers. The existence of a reinsurance supervision system gives direct insurance undertakings a higher level of assurance when choosing reinsurers to participate in their outwards reinsurance programs. Supervised reinsurers will contribute to more financial stability for direct insurers, which could have an overall positive impact on the financial markets. In principle all direct insurance companies have outwards reinsurance, and this means that the reinsurance directive will have large importance for the insurance market. Policyholders: Policyholders will benefit indirectly through their insurance companies. Supervised reinsurance will bring more stability to direct insurance companies, which will reduce the risk that policyholders will suffer financial losses or lack of insurance cover resulting from insolvencies of direct insurance companies. Insurance supervisors: Harmonised reinsurance supervision in the EU will have marked positive impacts on the insurance supervisors. It will give increased quality to the supervision process as the home supervisor, who has the greatest knowledge of the reinsurance company, will be responsible for the analysis. The directive will also reduce double work between different supervisors and facilitate change of information between supervisors. The directive will provide supervisors with a clearer legal framework for their ongoing work as well as for sanctions and other types of interventions. 4. The main objectives for the reinsurance supervision project Having considered the current problems affecting the EU reinsurance market (part 2 above) and after wide-ranging consultations with Member States and interested parties, the Commission Services decided to launch the work on a reinsurance supervision directive in 2001. Member States, the insurance industry and other specialists broadly supported the initiation of reinsurance supervision work at EU level. Together with Member States, the Commission Services formulated three guiding objectives for the reinsurance supervision work: Objective 1 - The system should establish a sound and prudent regime in the interest of policyholders. Strong and well-supervised reinsurers contribute to a stronger internal market and international financial stability. Problem areas addressed by the formulated objective The objective addresses problem areas 1 (uncertainty for insurance companies and their policyholders), 2 (barriers to trade), and 3 (administrative burdens) as identified in chapter 2 above. Discussion The first principle is straight-forward and there is general consensus between Member States as well as the insurance sector. The importance of the reinsurance sector for financial stability has been studied by the IAIS, the IMF, the Financial Stability Forum and the G7 (see chapter 2 above). Objective 2 - The system should build on essential coordination of Member States' legislation and mutual recognition of the supervision in the Member State where the reinsurance undertaking is licensed. Once licensed a company should automatically be allowed to conduct reinsurance business all over the European Community under the freedom of establishment and the freedom to provide services. No additional supervision of or checks on the reinsurance undertaking should be performed by supervisors in host Member States. This approach has shown its suitability during many years in the direct insurance field. Problem areas addressed by the formulated objective The objective addresses problem areas 1 (uncertainty for insurance companies and their policyholders), 2 (barriers to trade), and 3 (administrative burdens) as identified in chapter 2 above. The existence of a reinsurance supervisory system based on this principle will also be beneficial for the EU position in international trade negotiations (problem area 4). Discussion This is a key paragraph outlining the strategic choice between: - 1. Harmonisation and mutual recognition - 2. Pure mutual recognition without harmonisation Experience in the EU has shown that a certain harmonisation of supervisory practices can improve the functioning of mutual recognition. It is however important to highlight that harmonisation through Directives - contrary to unification - provides some latitude to Member States to implement EU rules in a way that best suits their national situation. Alternative 1 would furthermore seem to be more in line with international efforts. Member States, industry and the Commission have agreed on continuing the work based on alternative 1. In addition, mutual recognition and essential harmonisation of prudential rules is the approach followed by the EU in order to establish the internal market for financial services (banking, insurance, investment services). It seems therefore appropriate to follow the same approach when establishing a EU regulatory framework for reinsurance. Objective 3 - The introduction of a harmonised system for reinsurance supervision should lead to the abolition of systems with pledging of assets to cover outstanding claims provisions. Problem areas addressed by the formulated objective The objective primarily addresses problem areas 2 (barriers to trade) and 4 (the EU position in international trade negotiations) as identified in chapter 2 above. Discussion The collateralisation issue could be dealt with in two ways: - 1. Abolish collateralisation requirements within the EU - 2. Maintain the possibility for collateralisation One major driving force for the reinsurance work - in the EU as well as internationally - is to reduce trade barriers and make the market more efficient. In this light, the collateralisation requirements used by some Member States and other jurisdictions could be seen as an obstacle. Other commentators argue that it is a necessary tool for prudential supervision. Abolishing the collateralisation requirement was a key element in the CEA passport proposal, and it is widely supported by the EU insurance sector. A clear majority of Member States do not use collaterals and consider them as obstacles to an efficient internal reinsurance market. Certain Member States argue that the situation concerning collaterals is different in life and non-life reinsurance. A new reinsurance supervision regime should provide clear and forceful rules that remove the need for collateral requirements. The EU reinsurance work should clearly build on alternative 1. Indeed, in a regime founded on harmonisation of prudential rules and mutual recognition of regulatory/supervisory regimes by Member States, a requirement such as collateralisation of outstanding claims provisions is not longer necessary since the reinsurer is subject to specific supervision according to mutually agreed standards aimed at ensuring its financial position. 5. Main policy decisions to reach the objectives In order to reach the above objectives, a number of strategic choices had to be made during the project. For these major issues the available alternatives are discussed below, followed by reasoning for the chosen solutions. Issue 1: Overall approach The objectives outlined in chapter 4 could be addressed in different ways: Alternatives - 1. Status quo - no changes necessary to the current situation - 2. Market mechanism solution/voluntary disclosure of reinsurance related information, alternatively recommendation concerning indirect supervision practice - 3. Supervisory solutions Discussion and reasons for the Commission proposal The Commission Services agree with most commentators that there are problems in the internal market for reinsurance that must be addressed. A status quo solution does therefore not seem applicable. Virtually no commentators have given their support for a "do-nothing" alternative. Concerning the issue of market mechanism, voluntary approaches vs. supervisory solutions, the Services believe that a comparison with the direct insurance field is relevant and instructive. The Services believe that, as in the direct insurance field, reinsurance legislation at EU level would be necessary, as significant differences in approaches today between Member States is at the core of the problem. Insurance supervision is a public concern and requires public regulation. A voluntary, disclosure-based approach would not provide sufficient trust in the supervisory system. The lack of tangible sanctions in such a disclosure-based approach could make the system less efficient when addressing potential problems in reinsurance undertakings. A majority of Member States and industry organisations believe that there is a need for supervisory action in the field. The Services therefore propose that such an approach is chosen for the EU reinsurance project. The chosen alternative in the light of the objectives in chapter 4 The Services believe that only a supervisory solution could fulfil objectives 1 and 2 laid down in chapter 4. Self-regulation within the insurance industry would not suffice to meet the objectives as insurance supervision is a regulatory function in all jurisdictions world-wide. The Services also consider it difficult to address objectives 3 and 4 through voluntary measures as amendments to legislation would be needed in several Member States. Issue 2: Fast-track solution or comprehensive, long-term project Different models for reinsurance supervisory systems have been discussed and/or proposed by several organisations. The proposals differ particularly on the comprehensiveness of the proposed systems and on the applicable time frame. Two broad approaches can be identified: Alternatives - 1. Fast-track solution for a reinsurance supervision framework - 2. Long-term comprehensive project for a reinsurance supervision framework Discussion and reasons for the Commission proposal A majority of Member States and industry organisations believe that there is a need for expedient action to achieve tangible results in a short to medium-term perspective. Such a "fast-track" solution would take its starting point in current direct supervision rules and business practice, when appropriate with adjustments. A long-term project, linked to Solvency II, could to a fairly large extent build on the achievements in a fast-track project, but such a project will also have to take other long-term developments into account (such as profound changes in insurance accounting or in solvency rules). Against this background, the Commission Services have proposed that the reinsurance work should be based on a "fast-track" approach. Furthermore, developments in the reinsurance industry during last years (post September 11, impact from declining stock markets, etc.) call for a rapid introduction of a harmonised supervisory system. A number of reinsurance companies have ceased writing new business, and a number of new entrants have appeared. The level of premium has increased with over 30% between 2001 and 2002 according to Standards & Poor's [53]. [53] ibid. The chosen alternative in the light of the objectives in chapter 4 The Services believe that both alternatives could fulfil the objectives identified in chapter 4. However, as there is a clear need for swift action, a preference is given to a fast-track solution. As stated above, a fast-track solution can be seen as a first block towards a comprehensive Solvency II solution. Issue 3: Voluntary passport or mandatory licensing system? Alternatives - 1. A voluntary passport system for companies wanting to adhere to the system - 2. Mandatory licensing system giving Community reinsurers a passport for cross-border business in the EU Discussion and reasons for the Commission proposal This issue has been the subject of extensive discussions with Member States and interested parties. The below discussion is based on the document MARKT/2036/01 (available on the Commission website). In order to structure the discussion, some key aspects of the systems are highlighted in the first box below. Thereafter pros and cons with the two systems are summarised. >???? ?I????> Pros and cons with a mandatory licensing system The introduction of a licensing system would have the following general pros and cons. The table also indicates the stakeholders - see above chapter 3 - that are specifically concerned by the described advantages or disadvantages. Pros // Cons A mandatory licensing system would be the best suited to ensure a level-playing field in the EU for reinsurance services (all stakeholders). // To introduce a mandatory licensing system in a previously non-regulated sector could be perceived as being contrary to "deregulation" efforts currently ? la mode (reinsurance companies). The efficiency of a mandatory licensing system has been proven by its wide use in financial sector and insurance (all stakeholders). It gives a clear mandate to the insurance supervisor (supervisors). // Could create problems, as already active companies would have to pass a licensing or a registration procedure. It may be difficult in such a situation to request the company to cease activities if not fulfilling the criteria (reinsurance companies). Alternatively extensive transition periods may be needed. In line with EU principles as it covers any undertaking and not only those having a European perspective. The system will ensure the financial soundness of all reinsurance undertakings (all stakeholders). // As certain companies could be removed from the market, the choice of reinsurers at different ratings could be limited. This may reduce cedants' possibilities to entity-specific risk management and optimal allocation of capital. (insurance undertakings, policyholders) A mandatory licensing system gives supervisors means to remove unsuited companies from the reinsurance market (supervisors). // A full, mandatory licensing system could be difficult to sell to the insurance industry which could perceive it as cumbersome and expensive (reinsurance companies). Pros and cons with a voluntary passport system The introduction of a voluntary passport system would have the following general pros and cons. The table also indicates the stakeholders - see above chapter 3 - that are specifically concerned by the described advantages or disadvantages. Pros // Cons Such a system could be based on "soft law" and thereby be comparatively easy to implement, and to maintain (insurance companies, reinsurance companies, supervisors). Believed to be less administratively burdensome. Could be more suitable to a B2B sector like reinsurance. // A voluntary passport system could be perceived as provide weaker assurance than a licensing system as only some companies would be supervised (all stakeholders). Such a system would also lead to less transparency for buyers of reinsurance. Leave companies the choice whether they would like to adhere to the system or not (reinsurance companies). // The position of the supervisor in such a system would be weaker than in mandatory licensing system. Supervisors do not have the possibility to remove unsuited companies from the reinsurance market (supervisors). Easier to get acceptance from insurance industry (reinsurance companies). // If licensing systems for reinsurers are in place in certain countries, it would seem illogical to replace those with a voluntary passport system (supervisors). A voluntary passport system may be easier to implement internationally (insurance companies, reinsurance companies, supervisors). // A voluntary passport system would introduce differences in treatment between direct insurers and reinsurers (all stakeholders). Member States have expressed their support for a mandatory licensing system at several occasions. The insurance industry has reiterated their preference for a voluntary passport solution. After wide consultation with Member States, the insurance industry and other interested parties the Commission Services decided to propose a mandatory licensing system. Such a system would fit well to the current structure of EU insurance legislation and be similar to the "single EU passport" in direct insurance. The choice is also in line with the direction of the ongoing IAIS reinsurance supervision project. The chosen alternative in the light of the objectives in chapter 4 The Services believe that a mandatory licensing system would be more likely to fulfil the set objectives of the EU reinsurance supervision project. Such a system would cover the whole market and thereby better serve financial stability and internal market concerns (objective 1). A mandatory licensing system would furthermore lead to more coordination between Member States' treatments of all reinsurers (objective 2). Concerning the objective to abolish collateralisation requirements (objective 3), the Services consider the mandatory licensing solution more efficient as it has the support of most supervisors in the EU and internationally. Issue 4: Quantitative solvency requirements for non-life reinsurance As in the direct insurance field, a legal proposal in the reinsurance field will consist of qualitative and quantitative rules. Qualitative rules for example relate to the quality of the management, risk management and internal control of the reinsurance undertakings. These areas are normally very similar to direct insurance, and in principle the same rules should be used. Quantitative rules relate to issues like the solvency margin requirement, the level of the minimum guarantee fund, reinsurance reduction factor and investment rules. In these fields other solutions may be needed than in direct insurance. In simulations and consultations we have considered different designs and levels for the solvency requirements: Possible approaches Alternatives where the solvency requirements for reinsurance are close to those of direct non-life insurance, possibly combined with comitology powers to increase the requirements in particularly risky lines of insurance Alternatives where the solvency requirements for reinsurance are higher than those for direct non-life insurance, for example 50% or 100% higher Discussion In the Insurance Committee document MARKT/2513/03, the Commission Services presented three main alternatives for the quantitative solvency requirements (available on the Commission website). Specific alternatives for quantitative solvency requirements for non-life reinsurance Alternative 1 ("100% alternative") consisted of solvency requirements that were close to those of direct non-life insurance (including Solvency I amendments). In such an alternative the reinsurance reduction factor would remain at 50% and amounts set aside to equalisation reserves would not be part of the available solvency margin. The minimum guarantee fund would be EUR 3m for reinsurance undertakings and EUR 1m for reinsurance captives. - Arguments in favour of a 100% alternative: It is a solution inspired by the existing EU legislation for direct insurance and has a good track record. Member States that today supervise reinsurance mainly use direct non-life rules. It avoids distortions between direct insurers accepting reinsurance and pure reinsurers. It brings a common denominator to the reinsurance and insurance rules which would facilitate subsequent adaptations following the outcome of the Solvency II project. This solution is supported by the Member States which have the most important reinsurance sectors, i.e. the "exporters" of reinsurance (DE, IE, LU and UK). Industry broadly supports such a solution. - Arguments against a 100% alternative: This option is perceived as too soft by Member States that primarily "import" reinsurance and by those requiring collaterals. An adoption of this alternative could increase the difficulty to abolish the collateral requirement within the EU. This alternative does not take the more risky nature of some reinsurance activities (long tail business, catastrophic covers etc) into account, which would require higher solvency requirements. The model may be seen by third countries as too soft and therefore be an insufficient basis for trade negotiations. These countries could therefore be less inclined to agree to abolish collaterals for EU reinsurers. Alternative 2 ("150% alternative") would increase the direct solvency requirements by about 50%. The reinsurance reduction factor would be increased to 75% and amounts set aside to equalisation reserves could be part of the available solvency margin. Same minimum guarantee fund requirements as for alternative 1 above. - Arguments in favour of a 150% alternative: It reflects the more risky nature of reinsurance as it would require a higher solvency margin It could contribute to a generally higher solvency standing of the EU reinsurance industry and thereby positively affect its international business. It could facilitate the suppression of the collateral requirement in the EU It could enhance the EU position in trade negotiations It has support by most Member States that "import" reinsurance (for example EL, ES, FR, IT, FI). - Arguments against a 150% alternative: Based on data currently available to the Commission, it has not been proven that reinsurance has a systematically higher risk level than direct insurance. However, certain lines and individual portfolios may have a higher risk level. A risk-based approach is the object of Solvency II work, and the 150% alternative in fact pre-empts the outcome of this work. Industry has expressed its opposition to this alternative. The higher capital cost for reinsurers could reduce the reinsurance capacity in the EU, increase the price of reinsurance and could lead to relocation of companies to non-EU jurisdictions (especially reinsurance captives). It would create a distortion of competition between insurers and reinsurers. Furthermore, the Services defined a third alternative (1b) that builds on alternative 1 above but includes elements of comitology for future amendments to the reinsurance regime. According to this alternative, solvency requirements could be enhanced by up to 50% for certain reinsurance business lines or types of reinsurance contracts. Until such comitology decisions have been taken, direct insurance solvency requirements should apply. - Arguments in favour of alternative 1b: It is consistent with a "fast-track" approach. It is broadly consistent with the Solvency I amendments implemented for direct insurance. The model would allow better fine tuning of the solvency requirements than the direct regime, and alternatives 1 and 2 above. It could therefore be considered a "bridge" to Solvency II. Several Member States with important reinsurance business (DE, LU, UK) are ready to consider it. The alternative builds on involvement of supervisors in the elaboration of the new rules. This is important as the solvency regime is one of supervisors' most important tools. - Arguments against alternative 1b: It will take a certain time before the new class enhancement rules have been adopted through comitology. Some Member States, mainly "importers" of reinsurance and France, consider this alternative less robust than alternative 2 above, and it may therefore be more difficult to achieve the suppression of the collateral requirement within the EU. Industry has expressed hesitation about this solution. After consideration and discussions with Member States and the insurance industry, the Commission proposes to build on alternative 1b for the proposed reinsurance directive. The Commission Services are of the view that such a model would enable a better fine-tuning than for example the Solvency I solutions. It is for example likely that differentiated enhancements (i.e. somewhere in between "0%" or "50%") would be used. The solution also provides an efficient tool for reacting quickly to market developments. The specific considerations relating to the minimum guarantee fund requirement can be found in connection with the simulations in chapter 6 below. The chosen alternative in the light of the objectives in chapter 4 The Services believe that several of the proposed solutions could in fact fulfil the objectives set in chapter 4. The quantitative requirements are only one part of the supervisory system and must be seen in the light also of other supervisory measures. As the proposed alternative 1b gives supervisors an important function in assessing the need for further capital for certain lines, it could be considered more adapted to reinsurance business than a general increase of the solvency requirement with a certain percentage. This is essential for objectives 1 and 2. Certain commentators may argue that a higher solvency requirement for reinsurance would facilitate the abolishing of collaterals in the EU (objective 3). The Member States that currently use a collateralisation system have in fact asked for higher solvency requirements for reinsurance. Taking arguments and reactions from commentators into consideration, the Services believe that alternative 1b will be the most appropriate in addressing the objectives for the exercise, and that it will efficiently pave the way for the abolishing of the collaterals within the EU. Issue 5: Quantitative solvency requirements for life reinsurance For life reinsurance, certain other considerations than in non-life have to be made. Life reinsurance business is sometimes very similar to direct life business, but often it has another character as normally only risk-bearing elements (i.e. not the savings part) are reinsured. During the project two distinct solutions have been discussed for life reinsurance. Alternatives 1. In principle use direct life rules for life reinsurance 2. Approximate through use of direct non-life rules also for life reinsurance Both alternatives could include certain adjustments such as class enhancement. Discussion and reasons for the Commission proposal In initial discussions it was proposed that life reinsurance business in principle could be treated in a way similar to non-life reinsurance. This model is used in certain countries that today supervise reinsurance. One possible approach would be to use the current health rules in the non-life directive, which in principle would lead to a solvency requirement that is one third of the non-life requirement. In discussions with Member States and the insurance industry, however some cases where highlighted where the nature of life reinsurance would be better reflected through the use of direct life rules. Member States also feared that approximation through non-life rules would lead to arbitrage between life insurance and life reinsurance. Considering the arguments, the Commission Services have decided to propose that life reinsurance should be subject to direct life rules. The class enhancement discussion is also different for life reinsurance. There is generally perceived to be less need for enhancements in life business, and therefore Solvency I did only included such rules for non-life insurance. The Commission Services have not encountered arguments that call for class enhancement through comitology for life reinsurance. Certain commentators, particularly from the UK and Ireland, have however called for lower requirements in life reinsurance than direct life insurance due to the (perceived) lower risk level. The Commission Services however consider that due to level playing field reasons the same requirement should be applied in life insurance and life reinsurance. More detailed considerations on the risk inherent in different life products will be made in the Solvency II project. The chosen alternative in the light of the objectives in chapter 4 The Services believe that both proposed solutions could in principle fulfil the objectives set in chapter 4. The quantitative requirements are only one part of the supervisory system and must be seen in the light also of other supervisory measures. The chosen alternative has the great advantage to ensure consistency between life insurance and life reinsurance, thereby reducing the risk of arbitrage. 6. Expected impacts from the different options identified Introduction In chapter 5, a number of alternative solutions to the five major issues were presented. One major function of this paper is to analyse the potential economic, social and environmental impacts on different stakeholders of the different alternatives. In this chapter we will therefore address the impacts of the following issues from an economic and a social angle: - Issue 1: Overall approach - Issue 2: Fast-track solution or long-term, comprehensive project - Issue 3: Voluntary passport or mandatory licensing system - Issue 4: Quantitative solvency requirements for non-life reinsurance - Issue 5: Quantitative solvency requirements for life reinsurance The reinsurance supervision project does not have any direct environmental impact. The impact will be discussed from the perspectives of the different major stakeholders identified in chapter 3, i.e. reinsurance undertakings, insurance undertakings, policyholders and insurance supervisors. Some of the issues involved are highly technical and for most stakeholders the impact will basically be the same for most alternatives. A qualitative analysis has been judged the most relevant for the issues. However, for issues 4 and 5 also certain quantitative simulations have been performed. The analysis is based on background studies, market material, quantitative analyses (when available) as well as material and comments from Member States and stakeholders. The Services have summarised the different impacts in order to facilitate the presentation of the results. After the discussion on the different issues, certain general issues will be commented upon (impact over time, impact outside the EU or in accession countries). Impacts of the alternatives for the overall approach (issue 1) The grid outlines the main expected impacts of the proposals on the different stakeholders: >???? ?I????> The grid clearly demonstrates that the most positive market and economic impacts (reduced administrative burden, single European licence, facilitated market access, etc.) will come from the supervisory alternative. The additional costs related to the supervisory alternative would be outweighed by the significant advantages of a single European licence system. A supervisory alternative will bring certain compliance costs for reinsurance companies. For certain reinsurance companies, capital increases may be needed. Social impacts, i.e. primarily the interests of the policyholders, would be best served by a supervisory alternative. A reinsurance supervision system is unlikely to have any material impact on the employment situation in the insurance/reinsurance sector. The analysis has not led the Services to believe that the introduction of reinsurance supervision would materially increase the premium level of policyholders. As indicated above in chapter 5, both the status quo and the voluntary disclosure alternatives fail to meet the objectives of this exercise. Impacts of a fast-track vs. a long-term comprehensive project (issue 2) As outlined in the previous chapter, the differences between the alternatives mainly relates to the timing and the measures possible to introduce in a short to medium-term perspective. In a fast-track project the perceived benefits as well as certain implementation costs will come earlier. As outlined above, many elements of the two approaches are in fact similar and the fast-track approach prepares the introduction of Solvency II. Reinsurance undertakings may argue that an alignment to the long-term Solvency II project would give them more time to implement necessary changes. An introduction of a fast-track system followed by changes due to Solvency II, could force companies to change their systems twice. On the other hand, a swift introduction of a reinsurance supervisory scheme will give advantages to EU reinsurers, and particularly this argument has been highlighted in the consultations. For the same reasons as outlined under issue 1, insurance undertakings and their policyholders would benefit from a swift introduction of reinsurance supervision. Insurance supervisors are obviously benefiting from a swift fast-track system as well as from the introduction of a more thorough Solvency II project. Most supervisors have clearly expressed the need for a fast-track approach, but at the same time they are committing very important resources to work related to the Solvency II project. Impacts of a passport vs. a licensing system (issue 3) The impacts on different stakeholders of the introduction of a passport or a licensing have been discussed in detail in chapter 5. The two grids on pros and cons with a licensing respective a passport system highlight the impact on different stakeholders. Impacts of alternatives for the non-life solvency requirements (issue 4) This section contains a general discussion on how the different stakeholders are affected by the choice of the solvency alternative. The aim of this section is to give a qualitative overview of some results from the more technical simulations. The second section contains summary results of the simulations performed during the reinsurance supervision project. General discussion on the impacts of different solvency alternatives The different solvency alternatives outlined in chapter 5 in fact represent a continuum between basically identical requirements as in direct insurance to alternatives with higher requirements, both in terms of solvency and size of the guarantee fund. The reinsurance companies are directly concerned by the requirements under the different alternatives, and the impact on them are outlined in the sub-chapter below containing the summary results from the simulations. As discussed above, the Services believe that all the outlined solvency alternatives would bring advantages to insurance companies and their policyholders. High requirements could be said to lead to stronger, more solvent reinsurance undertakings, which would be in the interest of direct companies. However, if the requirements are set too high, the price of reinsurance cover may increase, which would affect direct insurance companies. It is important to remember that many direct insurance companies also accept inwards reinsurance business, and may therefore be subject to some of the new reinsurance rules. This issue is analysed below in connection with the fourth simulation. Insurance supervisors have different views on the impact of the different solvency alternatives. Some supervisors believe that higher solvency requirements are motivated from a prudential point of view, whereas others stress the importance of similar requirements between insurance and reinsurance. Results from simulations A number of the most important alternatives outlined above have been the subject of three simulation exercises performed between August 2002 and October 2003. The simulations performed related to the following quantitative parameters in different combinations: Solvency margin requirements as percentages of claims and premiums Size of the minimum guarantee fund Size of the reinsurance reduction factor The application of reinsurance solvency margins (and minimum guarantee fund requirements) for the inward reinsurance business of direct insurance undertakings The parameters were combined into scenarios which were subsequently simulated using data available at national insurance supervisors. The samples used differ somewhat between the simulations. For certain computations life reinsurance business have been included in the samples, and simulations been done according to the non-life requirements. The extent of life reinsurance business is normally small in reinsurance companies. The first set of simulations related to combinations of different solvency margin and minimum guarantee fund levels. Around 400 reinsurers from 11 Member States were included in the sample and the simulation period was 1999-2001/2002. The simulated solvency margin requirement ranged from 16% of premiums/23% of claims to 35% of premiums/50% of claims. The minimum guarantee fund sizes ranged from 3-10m EUR for reinsurers and 1-10m EUR for reinsurance captives. The results showed that a number of smaller reinsurance undertakings would suffer due to the minimum guarantee fund requirements. Some companies showed solvency deficits because they were part of a group and only capitalised to a certain extent, although the group as such was solvent. The results showed in particular that many reinsurance captives were only capitalised to a minimum extent, and that an increase in the minimum guarantee fund requirement could directly hurt their solvency position. The Commission Services believe that the new solvency system must be robust and sufficiently prudent, but at the same time the requirements on EU reinsurers cannot be significantly higher than their international competitors. Commentators argue that high solvency requirements could hurt the captive reinsurance industry severely and there could be a risk that these companies will move to a non-EU jurisdiction if the solvency requirements are deemed to be excessive. This would in fact lead to a situation with less supervisory control. For larger companies in particular, the simulations showed the clear impact of losses in 2001 and 2002 on the available solvency margin. In conclusion, the Commission Services conclude that the results call for a solvency margin for reinsurance that is not too different from that of that of direct insurance companies, and that special considerations for captive reinsurers should be made. The second set of simulations related to a possible increase in the reinsurance reduction factor. Today a direct insurance undertaking that reinsures a portfolio of risks can only get solvency requirement relief up to a cession of 50% regardless how large the reinsured part is. A quality supervision framework could however enable this level to be raised. A simulation to analyse the impact of an increase of the reinsurance reduction factor to 75% and 90% was therefore made. Around 1 500 direct insurance undertakings from 10 countries totalling a premium volume of about EUR 270 000m were included in a simulation for the year 2001. The simulations showed that roughly one fifth of the companies in the sample did in fact reinsure to an extent of more than 50%, and therefore would profit from an increased reduction factor. Some market segments seem to profit more than others. This was for example the case for smaller life insurers and larger composite insurance undertakings. On a market level the relative decrease in the solvency requirement would be small (less than 5%) in both simulated alternatives. The purpose of the third set of simulations was to test a number of combinations of solvency requirements and minimum guarantee funds from the perspective of small reinsurers and reinsurance captives. 145 pure reinsurance undertakings from 8 Member States and 275 reinsurance captives from 6 Member States were included in the simulations for the period 1999-2001. The simulated solvency margin requirements ranged from 16% of premiums/23% of claims to 35% of premiums/50% of claims. The minimum guarantee fund sizes ranged from 1-3m EUR. When analysing the results of these simulations, it is obvious that the lowered minimum guarantee fund requirement leave smaller reinsurers in a significantly better position than in the cases studied in the first set of simulations. However the number of deficits under certain of the above hypotheses is still noteworthy, particularly for reinsurance captives. It is important to note that these companies in many cases are well capitalised in relation to the solvency requirement, but hit by the minimum guarantee fund amount. Also for this simulation it is important to note the very significant impact that accumulated equalisation provisions/reserves have in certain Member States. The purpose of the fourth set of simulations was to analyse the impact of using the proposed reinsurance solvency margin requirements and sizes of guarantee funds to the inwards reinsurance business of direct insurance undertakings. If the solvency requirements for reinsurance business would be different from those of direct insurance, it may be necessary for level-playing field reasons to apply such requirements also to that part of direct insurers' business that consists of inwards reinsurance. About 150 direct insurance undertakings from 10 Member States for which the inwards reinsurance business written surpassed 10 % of their total premium income or 500m EUR were included in the sample for the period 1999-2001. The simulated solvency margin requirement ranged from 16% of premiums/23% of claims to 35% of premiums/50% of claims. The minimum guarantee fund sizes ranged from 3-10m EUR. Also in this context, it is important to see the simulations results in the light of the average figures and time period. On average the companies in the sample fulfil the different requirements more or less easily (depending on the hypotheses). When considering developments over time period 1999 to 2001, the trend has been slightly negative. In the higher hypothesis the number of negatively affected companies is elevated. The insolvency deficits affect above all small companies. The results are broadly in line with those of pure reinsurance companies. The simulation convinced the Commission Services that - if different - reinsurance requirements should be used for reinsurance business regardless of the entity - reinsurance or insurance undertaking - that does the underwriting. Impacts of alternatives for the life solvency requirements (issue 5) As stated above, life reinsurance business has to a certain extent been included in the simulations under issue 4. These results consequently give a tentative indication on how the impact of a direct non-life approximation solution would impact reinsurance companies. One important outcome was that direct non-life did neither take the remaining saving element nor the different risk structure into account. In certain markets the application of non-life rules would lead to significant solvency requirements. The insurance industry suggested that a solution similar to the one used for health insurance practiced by non-life companies could be appropriate. Furthermore, the results indicated significant calculations difficulties. The Commission Services asked Member States to perform simulations in which the life part of the reinsurance portfolio was separated and computed according to direct life insurance rules. However, in many Member States such information was not readily available. This solution was therefore studied based on material from a restricted number of Member States. The different calculation methodologies and the small sample make definite conclusions difficult. In subsequent discussions of the results with Member States, several concluded that a split solution with life rules for the life part, and non-life rules for the non-life part would be preferable. The quantitative and qualitative analyses performed have not led the Commission Services to believe that the choice of solvency alternative for life reinsurance will have an impact on policyholders, neither as regards the level of premium nor the certainty of claims payments. Insurance companies as well as reinsurance companies are affected by the different proposals, but the effects seem to be very linked to market conditions in different markets. Continental European reinsurers tend to accept a non-life approximation solution to a larger extent than reinsurers from the UK and Ireland. Different supervisory practices and requirements in EU Member States basically decide to what extent supervisors are affected by the alternatives. For example, a split solution is already practices in countries like the UK and would lead to less supervisory implementation costs than in countries that already today use a non-life approximation solution. Some general comments Impact over time The simulations have been made for the period 1999-2001, with completions for 2002 for certain options. This has been a difficult period for the insurance sector, and the simulated figures indicate deterioration of the solvency situation during this time. The weaker results are however more related to the difficult situation on the financial markets than to reinsurance claims following the 11 September event. We have had several discussions with Member States and insurance industry on the results of the simulation taking the cyclic situation into account. Impact outside the European Union or in accession countries Representatives for accession countries have participated in the working group during 2003. The reinsurance sector in the future Member States is very small, and representatives have stated that they assess the impact of the proposals to be very limited. Furthermore, the major reinsurance providers in the accession countries often are subsidiaries or affiliates from reinsurance companies established in the current EU-15. As has been the case for the direct insurance directives, a future directive may be used as inspiration for legislation in certain third countries. As the Commission has intended the proposal to be in line with current reinsurance work at the international level it is believed that the adoption of a harmonised EU regime will positively affect the standing of recently adopted IAIS reinsurance standards. It is furthermore believed that the reinsurance directive could be a positive element in the reinsurance part of the ongoing EU-US Regulatory Dialogue. 7. How to monitor and evaluate the results and impacts of the proposal after implementation? The proposal is expected to follow normal implementation procedures, i.e. transposition in Member States within 18-24 months. As in other insurance fields, implementation may be facilitated through cooperation between Member States ministries' and supervisory authorities. In addition to normal monitoring by Commission Services, the Insurance Committee will follow how the directive is implemented and used. The ongoing long-term project Solvency II will also at a later stage deal with reinsurance related issues, and to that end work in this project would need to take the working of this reinsurance directive into account. As the Solvency II system will come into place in the EU within a number of years, no formal evaluation clause has been included in the proposed fast-track reinsurance directive. 8. Results from stakeholder consultations Introduction Stakeholders have been consulted regularly during the project, and have provided the Commission Services with very important input. In the beginning of the project, a major hearing with over 100 participants was organised, and subsequently all participants (as well as other interested parties) were included in a sending-list that received all documents produced under the project or a message stating that new documents have been posted on the website (see annex). The Commission reinsurance website is: The project has been followed by interested parties from a broad variety of sectors and professions. The sectors consulted are basically the following: insurance (commercial companies, mutuals, cooperatives etc), insurance associations (EU level as well as nationally), insurance intermediaries (brokers etc), accounting associations, actuarial associations, industry general (UNICE), analysts, risk/captive managers, SME-organisation (BEUC), consulting firms, banks, lawyer firms, rating agencies. The Commission Services have benefited significantly from the input given by stakeholders and interested parties, particularly as the project has involved many very difficult technical matters. The documents send out for comments dealt with policy issues as well as detailed matters. During 2002 and 2003 all policy decisions taken by the Commission Services were preceded by comments from stakeholders, in particular the insurance industry. Comments received on the objectives of the reinsurance project (chapter 4) The early consultations were taken into account when formulating the general approach and the objectives for the project. Commentators have generally been very supportive of all the three major objectives of the project. A few Member States have raised comments on the fact that objective 2 would prohibit additional checks or requirements by Host States. This objective has however been strongly supported by all other stakeholders, in particular the insurance industry. The Member States that currently use collateralisation have obviously expressed objections to objective 3, but all other stakeholders have unanimously supported the objective as formulated by the Commission Services. Certain Member States have commented on the difference in collaterals between the life and non-life insurance fields. Comments received on the major policy issues (chapter 5) Issue 1 - Overall approach: Most commentators have been in favour of a supervisory approach to reinsurance. Certain companies have argued in favour of voluntary solutions, but a greater number of companies and associations have stated that only a supervisory solution would give an additional quality mark to EU reinsurance. A status quo alternative has not been supported by any of the major stakeholders. Issue 2 - Fast-track or comprehensive, long-term project: Most Member States have argued in favour of a fast-track approach, and this has also been the clear view of the Insurance Committee. Initially a number of Member States however supported an alignment to the long-term Solvency II project. Other stakeholders have been very supportive of a fast-track solution based on current direct supervision rules. Technical specialists (like actuaries and accountants) have however pointed out that the restricted time frame would limit the number of possible solutions, thereby postponing the introduction of certain methods until the Solvency II project is finalised. Issue 3 - Voluntary passport or mandatory licensing system: A clear majority of Member States has expressed support for a mandatory licensing system similar to that of direct insurance. Most industry commentators, but not all, would however have preferred a voluntary passport solution, but for reasons stated above the Commission has followed Member States' advice to propose a mandatory licensing system. Issue 4 - Quantitative solvency requirements for non-life reinsurance: The reactions from stakeholders on the level of the solvency requirements have been many and strong. The Commission Services have had a large number of meetings with interested parties, particularly from the insurance industry, the captive reinsurance industry, risk managers, actuaries, consultants and accountants. Generally industry representatives and insurance consultants have argued that reinsurance is an activity that is close to direct insurance and therefore the same solvency requirements should apply. Some insurance supervisors have however strongly taken the view that reinsurance is more volatile and difficult to supervise and consequently a slightly higher requirement would be appropriate. The Commission Services have taken account of the views of both sides in the proposed option (see chapter 9 below). Technical comments from the actuarial and accounting professions have been taken into account when elaborating the solvency requirements. Issue 5 - Quantitative solvency requirements for life reinsurance: This issue has also been the subject of much discussion, both as regards the actual requirements as the calculation methods. The Services have in fact consulted on different solutions, but both among insurance companies and Member States divergent views remain. Continental European companies have both expressed support for a non-life approximation method, but this has been rejected by several Member States. Furthermore industry has asked for adjustments in certain of the direct insurance values to be used for reinsurance. Ireland and the UK seem to have a specific situation as they today use adjusted direct life requirements to their reinsurance companies. These are in some cases significantly lower than the direct life rules. Considering these comments, the Services have concluded that a split solution (use direct life rules for life reinsurance, direct non-life rules for non-life reinsurance) would be preferable. The Commission proposal would consequently lead to higher requirements in life reinsurance than the current ones used in the UK and Ireland. Comments received on the draft legal text During 2003 the Commission Services have consulted at several occasions on issues concerning the draft legal text, and new versions have been prepared following comments from interested parties, in particular the insurance industry and the actuarial profession. Some of the submissions were very detailed and provided very useful input to the work of the Commission Services. Comments often related to possibilities of simplifying the legal text, and these have to a large extent been integrated. Technical comments from industry and actuaries have been important for the elaboration of the technical parts of the directive. 9. Commission draft proposal and justification The chosen policy options In accordance with the considerations presented in chapters 4 and 5, the Commission has chosen to present a proposal for a directive with the following features: An approach based on harmonisation and mutual recognition. A fast-track approach for a directive based primarily on current direct supervision rules. A mandatory licensing system. A system that would abolish collateralisation requirements in the EU. Solvency requirements in line with those of direct insurance, however with the possibility of class enhancement up to 50% through comitology for non-life reinsurance. Particularly the issues of collateralisation and the level of the solvency requirements have been discussed by Member States and interested parties. In the Commission Services' view, abolishing the collateralisation requirement is a key element improving the internal market for reinsurance services in the EU. It is widely supported by the EU insurance sector. A clear majority of Member States do not use collaterals and consider them as obstacles to an efficient internal reinsurance market. A new reinsurance supervision regime should provide clear and forceful rules that remove the need for collateral requirements. Furthermore, if Member States were allowed to maintain their collateral requirements vis-?-vis EU reinsurers, this would considerably weaken the EU's position in international negotiations aiming at abolishing such requirements. Concerning the solvency requirements, the Commission Services believe that the chosen solution (direct solvency rules as the basis, complemented through comitology) would link this proposal in a logical way to the Solvency I and Solvency II exercises. This is also a logical step towards a more risk-based structure foreseen for Solvency II. The solution enables fine-tuning of the solvency requirement in reinsurance, using Solvency I techniques. The solution has the support by a number of Member States. The solvency requirement is an important supervisory tool, and it is therefore important that the supervisors advice the Commission before the presentation of a proposal for reinsurance class enhancement. The insurance and reinsurance industries have expressed hesitation towards the use of comitology and class enhancement. The Commission Services believe that such a model would enable fine-tuning to a greater extent than for example the Solvency I solutions. It is for example likely that differentiated enhancements (not only "0%" or "50%") would be used. The solution also provides an efficient tool for reacting quickly to market developments. The Commission Services will ask CEIOPS (Committee of European Insurance and Occupational Pensions Supervisors) for advice on possible class enhancement, and substantive consultation with industry and specialists will be ensured. The Services see the clear role of the actuarial profession in this work. The chosen option in the light of other solutions As indicated in earlier chapter, technically there are both a less ambitious alternative (a disclosure model) and a more elaborated model (risk-based capital, Solvency II type solutions) for an EU reinsurance supervision approach. A more ambitious alternative going in the direction of risk-based capital requirement would not have fitted the time constraints for a fast-track project, and it would furthermore have clashed with Solvency II work. A pure disclosure model would not have fulfilled the objectives set for this exercise. Though the comitology element, some positive trade-off from a more advanced model has been included. When discussing possible trade-off between the different solvency options, the Commission Services believe that the chosen alternative in a way could combine certain advantages of the 100% as well as of the 150% alternatives. Available data for simulations of the alternatives Member States have done great efforts to collect the data needed for the simulations. In some cases, information was not available and in others approximations have been made. The Services however believe that the results from the simulations give a sufficiently full picture to proceed with the presentation of a Commission proposal. The experiences from this simulation exercise will serve as useful input for coming Solvency II simulations. ANNEX: Consultative documents prepared during the project See website: http://europa.eu.int/comm/internal_market/ insurance/reinsurance_en.htm >???? ?I????> Contact: Ulf Linder, Telephone:(32-2) 299.22.76, ulf.linder@cec.eu.int