Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 51999PC0385

Τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ

/* COM/99/0385 τελικό - COD 99/0245 */

ΕΕ C 177E της 27.6.2000, pp. 21–27 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

51999PC0385

Τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ /* COM/99/0385 τελικό - COD 99/0245 */

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 177 E της 27/06/2000 σ. 0021 - 0027


Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ

(υποβληθείσα από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Στις 19 Νοεμβρίου 1998 η Επιτροπή ενέκρινε πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση της οδηγίας 90/619/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ [1].

[1] ΕΕ C 385 της 11.12.1998, σ. 10.

H Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ενέκρινε τη γνώμη της κατά την 363η ολομέλειά της (συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 1999) ύστερα από πρόταση του εισηγητή της, κ. ATAIDE FERREIRA [2].

[2] CES 458/99.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 5 Μαΐου 1999 ψήφισμα νομοθετικού περιεχομένου με τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ύστερα από πρόταση της εισηγήτριάς του, κας OOMEN-RUITEN [3].

[3] A4-190/99.

Στις 8 και 15 Δεκεμβρίου 1998, στις 18 Ιανουαρίου, 8 Φεβρουαρίου, 8 Μαρτίου, 17 Μαΐου και 22 Ιουνίου 1999 συνεδρίασαν ομάδες εργασίας του Συμβουλίου.

Κατά την 2171η συνεδρίαση του Συμβουλίου στις 13 Απριλίου 1999 στο Λουξεμβούργο, πραγματοποιήθηκε πολιτική συζήτηση [4].

[4] Έγγρ. 7206/99.

Η τροποποιημένη πρόταση εκπονήθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά και προβλέποντας ορισμένες τροποποιήσεις που προκύπτουν τόσο από τη συνολική εναρμόνισης της παρούσας πρότασης, όσο και από την ανάγκη να γίνει σαφής σύνδεση με τα ήδη υπάρχοντα κείμενα. Η παρούσα πρόταση εκπονήθηκε επίσης συνυπολογίζοντας τις εργασίες του Συμβουλίου. Στην παρούσα πρόταση λαμβάνονται επίσης υπόψη οι εργασίες της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής.

2. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

* Αιτιολογική αναφορά

Η τροπολογία 1 δεν εγκρίθηκε, διότι η αιτιολογική αναφορά του άρθρου 153, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 95, είναι περιττή.

* Αιτιολογικές σκέψεις

Εγκρίθηκαν οι τροπολογίες 2 και 3 για τη βελτίωση της διατύπωσης των αιτιολογικών σκέψεων 3 και 5.

Η τροπολογία 4, σκοπός της οποίας είναι να επισημάνει ότι οι κοινοί κανόνες που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο αυτής της οδηγίας δεν πρέπει να έχουν ως συνέπεια τη μείωση του γενικού επιπέδου προστασία του καταναλωτή στα κράτη μέλη, εγκρίθηκε εφόσον δεν μειώνει το επιδιωκόμενο από την πρόταση επίπεδο συνολικής εναρμόνισης.

Εγκρίθηκε η τροπολογία 7 για τη διαγραφή της αναφοράς στο δικαίωμα σκέψης.

Δεν εγκρίθηκε η τροπολογία 42 , διότι δεν εγκρίθηκε η τροπολογία 43 για την τροποποίηση της παραγράφου 2 του άρθρου 1.

Η τροπολογία 9 δεν εγκρίθηκε, διότι δεν εγκρίθηκε η τροπολογία 45 για την τροποποίηση του εδαφίου α) του άρθρου 2.

Η τροπολογία 10 εγκρίθηκε εν μέρει.

Η τροπολογία 11 εγκρίθηκε.

Λαμβάνοντας υπόψη την τροποποίηση του άρθρου 4, διαγράφτηκε η αιτιολογική σκέψη 18, και εγκρίθηκε συνεπώς η τροπολογία 12.

Η τροπολογία 13, η οποία αφορά αποκλειστικά τη διατύπωση, δεν εγκρίθηκε.

Η τροπολογία 14 εγκρίθηκε και περιλήφθηκε ως αιτιολογική σκέψη 16α).

. Άρθρο 1: πεδίο εφαρμογής

Η τροπολογία 57 (για την εισαγωγή σε μια παράγραφο 1α) διάταξης που απαγορεύει στα κράτη μέλη να εκδίδουν διατάξεις άλλες από εκείνες που θεσπίζει η παρούσα οδηγία) δεν εγκρίθηκε. Πράγματι, επειδή η οδηγία δεν παρέχει ρητά το δικαίωμα στα κράτη μέλη να εκδίδουν ή να διατηρούν διατάξεις για υψηλότερο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών από εκείνο που προβλέπεται στην οδηγία (λεγόμενη ρήτρα ελάχιστης προστασίας), προκύπτει ότι δεν μπορούν αυτά να εκδίδουν άλλες διατάξεις από εκείνες που περιέχει η οδηγία. Αυτή η διευκρίνιση περιέχεται πλέον στην αιτιολογική σκέψη 9. Μια τέτοια διάταξη θα είχε επίσης ως συνέπεια να αμφισβητηθεί το πεδίο εφαρμογής των άλλων οδηγιών.

Δεν εγκρίθηκε η τροπολογία 43 ( για την τροποποίηση της παραγράφου 2 σχετικά με τις συμβάσεις για χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που περιλαμβάνουν διαδοχικές πράξεις ή σειρά χωριστών πράξεων που κλιμακώνονται χρονικά). Η διατύπωση της 2ης παραγράφου του άρθρου 1 στην αρχική πρόταση είναι ακριβέστερη.

Οι τροπολογίες 40 και 44 (για την εισαγωγή παραγράφου 2α) στο άρθρο 1 που εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 3 έως 11 τις συμβάσεις οι οποίες επικυρώνονται από συμβολαιογράφο) δεν εγκρίθηκαν. Μια τέτοια διάταξη θα είχε ως αποτέλεσμα να περιληφθεί αυτό το είδος των συμβάσεων στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, εμποδίζοντας όμως τα κράτη μέλη να εκδίδουν οποιαδήποτε διάταξη σχετικά με αυτές. Εξάλλου τα προβλήματα που δημιουργεί αυτό το είδος των συμβάσεων αφορά την εφαρμογή του δικαιώματος υπαναχώρησης. Επειδή η εφαρμογή των άλλων διατάξεων της οδηγίας δεν δημιουργεί καμία ιδιαίτερη δυσκολία, το πρόβλημα παρουσιάζεται επομένως στο πλαίσιο του άρθρου 4.

. Άρθρο 2: ορισμοί

- Ο ορισμός της «σύμβασης εξ αποστάσεως» τροποποιήθηκε, ώστε να αφορά τις συμβάσεις για τις οποίες ο προμηθευτής χρησιμοποιεί αποκλειστικά τηλεπικοινωνιακές τεχνικές έως και τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης. Πρόκειται εδώ για ευθυγράμμιση του ορισμού με εκείνον που περιέχεται στην οδηγία 97/7/ΕΚ. Σε αυτή την τροπολογία ενσωματώνεται το δεύτερο μέρος της τροπολογίας 45 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Το πρώτο μέρος αυτής της τροπολογίας αποσκοπεί στην κάλυψη όλων των εξ αποστάσεως συμβάσεων, ανεξάρτητα από το εάν συνάπτονται ή όχι στο πλαίσιο συστήματος εξ αποστάσεως πώλησης ή παροχής υπηρεσιών οργανωμένου από τον προμηθευτή. Αυτό το πρώτο μέρος δεν εγκρίθηκε επειδή, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν πρέπει να καλύπτονται οι υπηρεσίες που παρέχονται εξ αποστάσεως κατά τρόπο ευκαιριακό και επειδή ο ορισμός που περιέχεται στην οδηγία 97/7/ΕΚ βασίζεται επίσης στην έννοια του οργανωμένου συστήματος, και με τον ορισμό αυτό επιθυμεί να ευθυγραμμισθεί.

- Ο ορισμός των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών απλοποιήθηκε σε σχέση με την αρχική πρόταση* αφαιρέθηκαν όλες οι αναφορές σε ισχύουσες οδηγίες, ώστε, αφενός να εξασφαλιστεί η κάλυψη όλων των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που είναι δυνατό να προσφερθούν σε έναν καταναλωτή και, αφετέρου, να αποκλειστεί η ύπαρξη κενών που θα είχε δημιουργήσει ο προηγούμενος ορισμός. Αυτή η τροπολογία ανταποκρίνεται στον προβληματισμό που εκφράζει το Κοινοβούλιο με την τροπολογία 46.

Διαγράφτηκε επίσης το παράρτημα με τον ενδεικτικό κατάλογο, προκειμένου να αποφευχθούν επίσης προβλήματα ερμηνείας. Το περιεχόμενο του παραρτήματος περιλαμβάνεται σήμερα στα κείμενα των άρθρων.

- Κατέστη αναγκαία η προσθήκη νέος ορισμός για τα «ενυπόθηκα δάνεια», προκειμένου να ληφθεί υπόψη η απαίτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για τα ενυπόθηκα δάνεια.

- Με την έγκριση της τροπολογίας 19 του Κοινοβουλίου, ο ορισμός του «καταναλωτή» απλοποιήθηκε και ευθυγραμμίστηκε με τους ορισμούς που χρησιμοποιούνται συνήθως. Αφαιρέθηκε το τμήμα που αφορά την κατοικία στο έδαφος της Κοινότητας, η οποία θα δημιουργούσε προβλήματα ερμηνείας.

- Ο ορισμός του «σταθερού μέσου» τροποποιήθηκε, ώστε να διασαφηνιστεί η έκταση της έννοιας. Αυτή η διασαφήνιση υπήρχε επίσης στην τροπολογία 20 του Κοινοβουλίου. Αυτή η τροπολογία δεν εγκρίθηκε ωστόσο, λόγω των συνεπειών που θα είχε αυτή η διατύπωση για το ηλεκτρονικό εμπόριο.

. Άρθρο 3: πληροφόρηση του καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης

Η τροπολογία 21 του Κοινοβουλίου, της οποίας το βασικό μέρος αφορά την παροχή πληροφοριών στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης, εγκρίθηκε, αλλά με διαφορετική διατύπωση, ώστε, αφενός να καταρτίζεται κατάλογος πληροφοριών με προστιθέμενη αξία στο πλαίσιο των συμβάσεων που συνάπτονται εξ αποστάσεως, και, αφετέρου, να συνδέεται αυτός ο κατάλογος με τις διατάξεις των τομεακών οδηγιών (ασφάλιση εκτός του κλάδου ζωής, ασφάλιση ζωής, ΟΣΕΚΑ, ενημερωτικά δελτία και επενδυτικές υπηρεσίες).

Πρόκειται για πολύ σημαντική διάταξη, η οποία ζητήθηκε τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

Αυτή η διάταξη εγκρίνεται, αλλά με κατάλογο επαρκών πληροφοριών και συμπληρωμένο, ώστε να συνυπολογίζεται η ανάγκη επίτευξης πλήρους εναρμόνισης.

Επίσης το κείμενο προσαρμόστηκε και συμπληρώθηκε, ώστε να συνδέεται με τις άλλες οδηγίες, προβλέποντας ότι στο πλαίσιο της προτεινόμενης οδηγίας πρέπει να παρέχονται μόνο οι πληροφορίες που δεν προβλέπονται ακόμη στις τομεακές οδηγίες.

Η παράγραφος 2 εγκρίθηκε όπως προτάθηκε από το Κοινοβούλιο. Αυτή η διάταξη περιέχεται επίσης στην οδηγία 97/7/ΕΚ.

Δεν εγκρίθηκε η παράγραφος 2α) που προτάθηκε από το Κοινοβούλιο, εφόσον αναφέρεται στη σύναψη της σύμβασης την οποία δεν αφορά αυτό το άρθρο.

Οι παράγραφοι 3 και 4 της αρχικής πρότασης διαγράφτηκαν εφόσον εγκαταλείφθηκε η προσέγγιση που βασίζεται στο δικαίωμα σκέψης πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

. Άρθρο 3α): Ανακοίνωση των συμβατικών όρων και πληροφόρηση πριν από τη σύναψη της σύμβασης

Η τροπολογία 21 του Κοινοβουλίου προβλέπει ότι οι συμβατικοί όροι και η περίληψή τους με τις πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, πρέπει να ανακοινώνονται εγγράφως πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

Αυτό το τμήμα της τροπολογίας 21 θα είχε ως συνέπεια να εξαιρεθούν ορισμένες μορφές σύναψης συμβάσεων οι οποίες πρέπει να εκτελούνται αμέσως (παραδείγματος χάρη σύναψη συμβάσεων τηλεφωνικώς).

Ωστόσο η Επιτροπή αποδέχτηκε το γενικό στόχο που επιδιώκει το Κοινοβούλιο, ο οποίος είναι να έχει στη διάθεσή του ο καταναλωτής πληροφορίες και τους συμβατικούς όρους.

Το άρθρο 3α) προβλέπει συνεπώς ότι οι συμβατικοί όροι και οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 πρέπει να διαβιβάζονται σε χαρτί ή με άλλο σταθερό μέσο αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης, εάν ο καταναλωτής δεν έχει ήδη στη διάθεσή του αυτά τα στοιχεία τη στιγμή της σύναψης. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις καθορίζουν εξάλλου την έναρξη της περιόδου υπαναχώρησης που αναφέρεται στο άρθρο 4.

Η επιλογή του μέσου ορίζεται με κοινή συμφωνία των μερών.

Τέλος, η τροπολογία της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την απαγόρευση των προκαταβολών δεν εγκρίθηκε, διότι επιδιώκεται η συνοχή με την οδηγία 97/7/ΕΚ, η οποία δεν προβλέπει μια τέτοια απαγόρευση.

. Άρθρο 4: δικαίωμα υπαναχώρησης

Αντικείμενο των τροπολογιών 38, 39 αναθ., 22, 48, 49 και 50 είναι η θέσπιση δικαιώματος υπαναχώρησης γενικού χαρακτήρα, διάρκειας τριάντα ημερών, ο καθορισμός της έναρξης της προθεσμίας, και η θέσπιση εξαιρέσεων από τη βασική αρχή.

Η Επιτροπή ενέκρινε την αρχή που ακολουθεί το Κοινοβούλιο, η οποία είναι να υπάρχει δικαίωμα υπαναχώρησης γενικού χαρακτήρα.

Το άρθρο 4 τροποποιήθηκε συνεπώς, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι σημαντικότερες απόψεις του Κοινοβουλίου, αλλά με διαφορετική διατύπωση από εκείνη του Κοινοβουλίου σε ορισμένα σημεία. Ο σκοπός είναι να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η πρόταση καλύπτει ευρύ φάσμα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ορισμένες από τις οποίες είναι περισσότερο και άλλες λιγότερο πολύπλοκες, ορισμένες περιέχουν σημαντικές και μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις για τον καταναλωτή, άλλες αφορούν ενέργειες που εκτελούνται αμέσως και είναι μικρής σημασίας.

- Η τροποποιημένη πρόταση ορίζει δικαίωμα υπαναχώρησης γενικού χαρακτήρα.

- Η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο καταναλωτής μπορεί να υπαναχωρήσει είναι 14 έως 30 ημέρες, και μπορεί αυτή να καθοριστεί από τα κράτη μέλη ανάλογα με τις λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές ανάγκες προστασίας του καταναλωτή σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Αυτή η διάταξη επιτρέπει για παράδειγμα να δοθεί μεγαλύτερης διάρκειας προθεσμία για συμβάσεις που αφορούν σημαντικά ποσά ή για μακροχρόνιες συμβάσεις.

- Για να μη παρεμποδιστεί ωστόσο η ελεύθερη κυκλοφορία των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ο προμηθευτής, όταν τηρεί την προθεσμία υπαναχώρησης που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος, δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει διαφορετική προθεσμία υπαναχώρησης που προβλέπεται ενδεχομένως στο κράτος μέλος στο οποίο κατοικεί ο καταναλωτής.

- Η έναρξη της προθεσμίας εξαρτάται από τις διατάξεις του νέου άρθρου 3α.

Οι εξαιρέσεις, οι οποίες είναι εν μέρει συνέπεια των τροπολογιών του Κοινοβουλίου, αφορούν:

- τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες για τις οποίες η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης μπορεί να οδηγήσει σε κίνδυνο κερδοσκοπίας (πρόκειται για τα πρώην σημεία 5 έως 7 του παραρτήματος το οποίο έχει πλέον διαγραφεί).

- τις ασφαλίσεις εκτός του κλάδου ζωής με προθεσμία μικρότερη των 2 μηνών (αντί του ενός μηνός)*

- τις συμβάσεις των οποίων η εκτέλεση ολοκληρώθηκε πριν ασκήσει ο καταναλωτής το δικαίωμα υπαναχώρησης, επειδή δεν έχει πλέον αυτό αντικείμενο σε μια τέτοια περίπτωση.

Δεν φαίνεται ευκταία η εξαίρεση όλων των μορφών πιστώσεων.

Ωστόσο, για να δοθεί απάντηση στον προβληματισμό που εκφράστηκε τόσο από το Κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο, προβλέφθηκαν ειδικές διατάξεις για τα ενυπόθηκα δάνεια:

- Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία αυτών των υπηρεσιών για τον καταναλωτή, είναι σημαντικό να περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και να εφαρμόζονται πλήρως οι διατάξεις αυτής της οδηγίας σε αυτό τον τύπο υπηρεσιών*

- Λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές των εθνικών δικαίων σε ό,τι αφορά τα ενυπόθηκα δάνεια και την ποικιλία των μορφών που μπορεί να λάβουν τα τελευταία, προκύπτει ότι απαιτούνται ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης:

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί το δικαίωμα υπαναχώρησης όταν το ποσό χρηματοδότησης μεταβιβάστηκε στον πωλητή του ακίνητου αγαθού ή στον αντιπρόσωπό του με τη συγκατάθεση του καταναλωτή*

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη στιγμή που έχει συναφθεί έγκυρα και κανονικά συμβολαιογραφική πράξη σχετικά με το ενυπόθηκο δάνειο στην οποία αποτελεί μέρος. Αυτή η διατύπωση λαμβάνει υπόψη κυρίως τις ακόλουθες εκτιμήσεις. Η εγγύηση που προσφέρει η παρουσία συμβολαιογράφου για τον καταναλωτή ισχύει μόνο όταν είναι αυτός παρών κατά τη σύναψη της σύμβασης για το δάνειο. Ωστόσο, σε ορισμένα κράτη μέλη η σύναψη της σύμβασης για δάνειο μπορεί να γίνει πριν συναφθεί η συμβολαιογραφική πράξη. Σε αυτή την περίπτωση ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να υπαναχωρήσει έως τη σύναψη της πράξης. Από τη στιγμή που συνάψει την πράξη, αυτή η δυνατότητα μπορεί να του στερηθεί.

Πρέπει να υπογραμμιστεί εξάλλου ότι στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν η παρέμβαση ενός συμβολαιογράφου είναι αναγκαία για να είναι δυνατή η ίδια η σύναψη της σύμβασης, η επικύρωση της πράξης πραγματοποιείται παρουσία των μερών και η σύμβαση δεν θα έχει συναφθεί εξ αποστάσεως κατά την έννοια του ορισμού του άρθρου 2.

3. Σε ό,τι αφορά τα ενυπόθηκα δάνεια βάσει οφειλών εξασφαλισμένων με έγγεια περιουσία («Pfandbrief» για παράδειγμα), τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ο καταναλωτής δεν έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 σχετικά με την αθέμιτη παρακίνηση τροποποιήθηκε σύμφωνα με την επιθυμία του Κοινοβουλίου, αλλά με ελάχιστα διαφορετική διατύπωση.

Τέλος, η παράγραφος 4 διαγράφτηκε, λαμβάνοντας υπόψη τη συμπερίληψη των πιστώσεων που διατίθενται στον κατάλογο των προαναφερόμενων εξαιρέσεων.

. Άρθρο 5: Εκτέλεση της σύμβασης και πληρωμή των υπηρεσιών που παρέχονται πριν από την υπαναχώρηση

Η τροπολογία 23 του Κοινοβουλίου για τη σαφέστερη διατύπωση αυτής της διάταξης, περιλήφθηκε εν μέρει στο κείμενο της τροποποιημένης πρότασης.

Πράγματι, η δομή του άρθρου 5 τροποποιήθηκε, ώστε να ενσωματωθεί παράγραφος σχετικά με την αναγκαία συγκατάθεση του καταναλωτή για να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης πριν από τη λήξη της προθεσμίας υπαναχώρησης.

Εγκρίθηκε, με ελάχιστη διαφορά στη διατύπωση, το κείμενο που προτάθηκε από το Κοινοβούλιο για την απαγόρευση πληρωμής ποσού ύψος τέτοιου που να μπορεί να αποτελεί ποινή.

Εξάλλου η αναφορά στην πληροφόρηση πριν από τη σύναψη της σύμβασης σχετικά με την τιμή που πρέπει να καταβληθεί, περιέχεται τώρα στον κατάλογο των πληροφοριών που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης και οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 3 της πρότασης. Η παράγραφος 2 τροποποιήθηκε αναλόγως.

Τέλος, στόχος της τροπολογίας του Κοινοβουλίου ήταν να καθοριστεί ανώτατη προθεσμία για την επιστροφή των ποσών που έλαβε ο προμηθευτής σε περίπτωση υπαναχώρησης. Αυτή η αρχή εγκρίθηκε, αλλά η προθεσμία αυξήθηκε σε τριάντα ημέρες (επειδή παρόμοια προθεσμία προβλέπεται στην οδηγία 97/7/ΕΚ).

. Άρθρο 6: πληροφόρηση πριν από τη σύναψη της σύμβασης

Επειδή η πληροφόρηση του καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης περιέχεται τώρα στο άρθρο 3, και δεν υπάρχει πλέον το δικαίωμα σκέψης, το άρθρο 6 διαγράφτηκε.

. Άρθρο 7: ανακοίνωση σε σταθερό μέσο

Η ανακοίνωση των πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης και των συμβατικών όρων σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, αποτελεί τώρα αναπόσπαστο μέρος του άρθρου 3α και του άρθρου 4 παράγραφος 3, επειδή η επιλογή του μέσου γίνεται με τη συμφωνία των μερών.

Το γεγονός ότι τα μέρη πρέπει να συμφωνήσουν σχετικά με το χρησιμοποιούμενο μέσο, ανταποκρίνεται στο αίτημα του Κοινοβουλίου που διατυπώνεται στην τροπολογία 51.

Εξάλλου η απαίτηση της "έγγραφης ανακοίνωσης", όπως και σε άλλες οδηγίες, εισάγεται, ανεξάρτητα από το εάν είναι σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο.

Συνεπώς το άρθρο 7 διαγράφτηκε.

. Άρθρο 8: μη διαθέσιμη υπηρεσία

Η τροπολογία 25 του Κοινοβουλίου σχετικά με τις παραγράφους 1 έως 3 του άρθρου 8 για τον καθορισμό ανώτατης προθεσμίας για την επιστροφή των ποσών που πληρώθηκαν, σε περίπτωση μη διαθέσιμης υπηρεσίας.

Αυτή η τροπολογία εγκρίθηκε, αλλά η προθεσμία αυξήθηκε σε 30 ημέρες αντί των 14 ημερών που προβλέπει το Κοινοβούλιο.

. Άρθρο 8α: πληρωμή με πιστωτική κάρτα

Το δεύτερο μέρος της τροπολογίας 25 αφορά την εισαγωγή στο κείμενο της πρότασης οδηγίας μηχανισμού προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 97/7/ΕΚ, σε περίπτωση δόλιας χρησιμοποίησης κατά την πληρωμή με πιστωτική κάρτα.

Αυτή η τροπολογία εγκρίθηκε, αλλά για λόγους σαφήνειας προστέθηκε τώρα στο άρθρο 8α.

. Άρθρο 8β: επιστροφή των πρωτότυπων εγγράφων

Σύμφωνα με την τροπολογία 26 του Κοινοβουλίου, ο καταναλωτής πρέπει να είναι υποχρεωμένος να επιστρέφει τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του, σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης ή μη διαθέσιμης υπηρεσίας, και με σκοπό να προβλεφθεί πιθανή απάτη.

Η βασική αρχή αυτής της τροπολογίας εγκρίθηκε. Ωστόσο η υποχρέωση επιστροφής των εγγράφων περιορίζεται στα πρωτότυπα έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του προμηθευτή και είναι τα μόνα που μπορεί να είναι αυθεντικά. Μια τέτοια υποχρέωση δεν είναι δυνατό να επεκταθεί στα αντίγραφα επειδή η αναπαραγωγή τους δεν είναι ελέγξιμη, ούτε στα διαφημιστικά έντυπα.

. Άρθρο 9: Μη παραγγελθείσες υπηρεσίες

Η τροπολογία 27 του Κοινοβουλίου δεν εγκρίθηκε, διότι θα μπορούσε να έχε ως συνέχεια την κατάργηση της απαγόρευσης που προβλέπεται στην αρχική διάταξη, αφήνοντας όμως να υπάρχουν οι συνέπειες αυτής της απαγόρευσης.

. Άρθρο 10: αυτόκλητη πορεία υπηρεσιών

Οι τροπολογίες 52 και 28 αφορούν, αφενός την προσθήκη του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και του τηλεφώνου στον κατάλογο των μέσων επικοινωνίας που απαιτούν, για τη χρησιμοποίησή τους, την προηγούμενη συγκατάθεση του καταναλωτή, και αφετέρου τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων των κρατών μελών σε ό,τι αφορά το μηχανισμό που επιτρέπει στον καταναλωτή να καταγραφεί η άρνησή του να δεχτεί οποιοδήποτε μήνυμα με άλλα μέσα τηλεπικοινωνίας.

Τέλος, προβλέπεται, όπως στην οδηγία 97/7/ΕΚ, ότι για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες πρέπει να δηλώνεται στην αρχή οποιασδήποτε συνομιλίας η ταυτότητα του προμηθευτή και ο σκοπός της κλήσης.

Αυτή η τροπολογία εγκρίθηκε εν μέρει.

Για να εξασφαλιστεί η συνοχή με τις διατάξεις των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 97/66/ΕΚ, η προηγούμενη συγκατάθεση πρέπει να ζητείται μόνο για τις αυτόματες κλήσεις και την τηλεομοιοτυπία.

Σε ό,τι αφορά τα άλλα μέσα επικοινωνίας, ο καταναλωτής μπορεί να λαμβάνει μηνύματα εφόσον δεν εξέφρασε την επιθυμία του να μη λαμβάνει πλέον τέτοιου είδους μηνύματα.

Η διατύπωση αυτών των αρχών ευθυγραμμίζεται ωστόσο εν μέρει με εκείνη της οδηγίας 97/7/ΕΚ, ώστε να υπάρχει σαφήνεια και συνοχή.

Εγκρίθηκε το τμήμα της τροπολογίας που αφορά τις διευκρινίσεις που πρέπει να δίνονται σε περίπτωση τηλεφωνικών επικοινωνιών.

Τέλος, η ποινή σε περίπτωση παράβασης αυτών των διατάξεων που προβλέπονταν προηγουμένως στο άρθρο 11, τροποποιήθηκε και προστέθηκε ως παράγραφο 5.

. Άρθρο 11: αναγκαστικός χαρακτήρας των διατάξεων

Δεν υπήρξαν τροπολογίες του Κοινοβουλίου για το άρθρο αυτό. Τροποποιήθηκε ωστόσο ελάχιστα - διαγράφτηκε η παράγραφος 2.

Αυτή η παράγραφος περιείχε τις κυρώσεις που πρέπει να προβλεφθούν σε περίπτωση παράβασης των άρθρων 6 και 10.

Λαμβάνοντας υπόψη τη διαγραφή του άρθρου 6, η κύρωση που αφορά το άρθρο 10 μεταφέρθηκε απευθείας στο κείμενο του άρθρου 10 (παράγραφος 5) και διαγράφτηκε συνεπώς η παράγραφος 2 του άρθρου 11.

. Άρθρο 12: Δικαστική ή διοικητική προσφυγή

Η τροπολογία 29 του Κοινοβουλίου για την τροποποίηση της διατύπωσης της παραγράφου 1 του άρθρου 12 (αντικαθιστώντας τη λέξη «ενδεχομένως» από τις λέξεις «όταν αυτό είναι δυνατό») δεν εγκρίθηκε, διότι δεν προσθέτει τίποτε ουσιαστικό σε σχέση με το αρχικό κείμενο.

Τροποποιήθηκε ωστόσο το άρθρο 12, ώστε να αφορά μόνο τις δικαστικές ή διοικητικές προσφυγές (και τούτο επιδιώκοντας τη συνοχή με την οδηγία 97/7/ΕΚ), διότι οι εξωδικαστικές προσφυγές ρυθμίζονται στο άρθρο 12α.

Η τροπολογία 31, η οποία προβλέπει ειδικούς κανόνες για την αρμοδιότητα των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων, επιτρέποντας ευκολότερη πρόσβαση του καταναλωτή στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί και η οποία θεσπίζει κανόνες διαφορετικούς από εκείνους της Σύμβασης των Βρυξελλών, δεν εγκρίθηκε διότι παρεκκλίνει από την εν λόγω Σύμβαση.

. Άρθρο 12α: Εξωδικαστική προσφυγή

Ένα νέο άρθρο 12α αφορά τους τρόπους εξωδικαστικής προσφυγής και περιέχει την παράγραφος 3 της αρχικής πρότασης.

. Άρθρο 13: βάρος της απόδειξης

Αυτό το άρθρο δεν τροποποιήθηκε.

. Τροπολογία 34 για την εισαγωγή νέου άρθρου 13α

Αυτή η τροπολογία, η οποία προβλέπει ότι το ιδιωτικό δίκαιο των κρατών μελών εξακολουθεί να εφαρμόζεται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις για τις οποίες η παρούσα οδηγία περιέχει διαφορετική ρύθμιση, δεν εγκρίθηκε εφόσον δεν είναι σαφές το πεδίο εφαρμογής της και εφόσον φαίνεται ότι επιβεβαιώνει απλώς μια προϋπάρχουσα νομική πραγματικότητα.

. Άρθρο 14: οδηγία 90/619/ΕΟΚ

Το άρθρο 4, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει προθεσμία 14-30 ημερών για το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Αυτή η προθεσμία είναι ίδια με την προθεσμία που προβλέπεται στην οδηγία 90/619/ΕΟΚ και είναι συνεπώς άσκοπη η τροποποίηση της τελευταίας.

Κατά συνέπεια, αυτό το άρθρο διαγράφεται.

. Άρθρα 15, 16, 17, 18 και 19

Αυτά τα άρθρα δεν τροποποιήθηκαν.

Η τροπολογία 35, για τη μείωση της περιόδου μεταφοράς, δεν εγκρίθηκε, διότι η προθεσμία που ορίζει το Κοινοβούλιο είναι πολύ σύντομη.

Η τροπολογία 36, που αφορά την υποχρέωση της Επιτροπής να υποβάλει έκθεση το αργότερο 4 έτη μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας και να προτείνει ενδεχομένως τροποποίηση της οδηγίας, δεν εγκρίθηκε.

3. Ανακεφαλαίωση

. Εργασίες της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Βασικά σημεία της γνώμης της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής // Απάντηση της Επιτροπής

3.1 Άρθρο 1 § 1: η λέξη «προσέγγιση» να αντικατασταθεί από τη λέξη «εναρμόνιση»

3.2. Άρθρο 1 § 2: αναφέρεται σε «όλες τις νέες διακριτές και μεμονωμένες συμβάσεις»

3.3. Άρθρο 2 εδάφιο α: να περιληφθεί στον ορισμό η λέξη «αποκλειστικά»

3.4.1 νέα παράγραφος του άρθρου 3 σχετικά με την απαγόρευση των προκαταβολών

3.4.2. (δεν αφορά την ελληνική μετάφραση)

3.5.1. και 3.5.2. τροποποιήσεις της σύνταξης

3.5.3. εξαίρεση των υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίων και παροχής συμβουλών σχετικά με επενδύσεις

3.6. υπηρεσίες για τις οποίες είναι αδύνατη η υπαναχώρηση

3.7. δυνατότητα να απαιτηθεί χρησιμοποίηση χαρτιού αντί σταθερού μέσου

3.8. τροποποίηση της σύνταξης του άρθρου 9

3.9. Άρθρο 10: να εγκριθεί μόνο εφόσον επιλεγεί

3.10. Άρθρο 11 § 2

3.11. οι λέξεις «συνδέεται στενά» να αντικατασταθούν από τις λέξεις «στενότερη σύνδεση»

3.12. διευρυμένη αρμοδιότητα των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του καταναλωτή

3.13. έκθεση σχετικά με την εφαρμογή

* ρήτρα ελάχιστης προστασίας

* νομική βάση (άρθρο 153) // Απορρίπτεται; διότι δεν υπάρχει διαφορά

Απορρίπτεται (βλ. σχόλιο για το άρθρο 1 § 2)

Αποδεκτή

Απορρίπτεται

Το άρθρο 3 τροποποιήθηκε εξ ολοκλήρου λαμβάνοντας υπόψη την προκαταρκτική πληροφόρηση και η τροπολογία είναι συνεπώς χωρίς αντικείμενο.

Το άρθρο 4 τροποποιήθηκε εξ ολοκλήρου και για το λόγο αυτό η τροπολογία είναι χωρίς αντικείμενο.

Απορρίπτεται

Εγκρίνεται εν μέρει με εξαίρεση τις υπηρεσίες που παρέχονται εξ ολοκλήρου πριν από την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης.

Απορρίπτεται, αλλά βλέπε τις τροποποιήσεις στο άρθρο 3α σχετικά με τη συμφωνία των μερών για το σταθερό μέσο.

Απορρίπτεται

Απορρίπτεται (βλ. σχόλιο για το άρθρο 10)

Εγκρίνεται εν μέρει (βλ. τροποποίηση άρθρα 10 και 11)

Απορρίπτεται

Απορρίπτεται (βλ. σχόλιο για το άρθρο 12)

Απορρίπτεται (βλ. σχόλιο για το άρθρο 17)

Απορρίπτεται (βλ. αιτιολογική σκέψη 9)

Απορρίπτεται (βλ. σχόλια πρώτη αιτιολογική αναφορά)

. Εργασίες του Κοινοβουλίου

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47, παράγραφος 2, το άρθρο 55 και το άρθρο 95

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης,

Εκτιμώντας:

(1) ότι είναι σημαντικό στο πλαίσιο της υλοποίησης των στόχων της εσωτερικής αγοράς, να ληφθούν τα μέτρα για την προοδευτική εγκαθίδρυση της αγοράς αυτής, μέτρα τα οποία θα πρέπει να συμβάλλουν εκτός των άλλων και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, σύμφωνα με τα άρθρα 95 και 153 της συνθήκης*

(2) ότι, τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους προμηθευτές χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, η εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών θα είναι ένα από τα κυριότερα απτά αποτελέσματα της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς*

(3) ότι στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς είναι προς το συμφέρον των καταναλωτών να έχουν πρόσβαση χωρίς διακρίσεις στο ευρύτερο δυνατό φάσμα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που διατίθενται στην Κοινότητα, ώστε να μπορούν να επιλέξουν τις πλέον κατάλληλες για τις ανάγκες τους* ότι, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ελευθερία επιλογής του καταναλωτή, η οποία αποτελεί ουσιώδες δικαίωμά του, είναι απαραίτητο να υπάρχει υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, ώστε να βελτιώνεται η εμπιστοσύνη του στο εξ αποστάσεως εμπόριο*

(4) ότι είναι ουσιώδες για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς να είναι οι καταναλωτές σε θέση να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συμβάσεις με προμηθευτή εγκατεστημένο εκτός της χώρας τους, ανεξάρτητα αν ο προμηθευτής είναι εγκατεστημένος και στη χώρα συνήθους διαμονής του καταναλωτή*

(5) ότι οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, λόγω του μη υλικού τους χαρακτήρα, προσφέρονται κατ’ εξοχήν για την εξ αποστάσεως εμπορία και ότι η θέσπιση ενός νομικού πλαισίου για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις που αφορούν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες πρέπει να αυξάνει την εμπιστοσύνη του καταναλωτή στη χρησιμοποίηση των νέων τεχνικών εξ αποστάσεως εμπορίας χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, όπως το ηλεκτρονικό εμπόριο*

(6) ότι η οδηγία 97/7/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 1997 για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις [5] θεσπίζει τις βασικές διατάξεις που εφαρμόζονται στις εξ αποστάσεως συμβάσεις οι οποίες αφορούν και υπηρεσίες και συνάπτονται μεταξύ ενός προμηθευτή υπηρεσιών και ενός καταναλωτή* ότι, ωστόσο, η εν λόγω οδηγία δεν αφορά τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες*

[5] ΕΕ L 144 της 4.6.1997, σ. 19.

(7) ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της ανάλυσης στην οποία προέβη προκειμένου να προσδιορίσει την ανάγκη λήψης ειδικών μέτρων στο συγκεκριμένο τομέα, κάλεσε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να της διαβιβάσουν τις παρατηρήσεις τους με την ευκαιρία κυρίως του πράσινου βιβλίου που εξέδωσε με τίτλο: «Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες: οι προσδοκίες των καταναλωτών» [6] ότι από τις διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν στο πλαίσιο αυτό προέκυψε ότι είναι ανάγκη να ενισχυθεί η προστασία των καταναλωτών στο συγκεκριμένο τομέα* ότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε να υποβάλει ειδική πρόταση για την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών [7]*

[6] COM (96) 209 τελικό της 22ας Μαΐου 1996.

[7] Ανακοίνωση της Επιτροπής "Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες: αύξηση της εμπιστοσύνης του καταναλωτή", COM(97)309 τελικό, 26.6.1997.

(8) ότι αν τα κράτη μέλη ελάμβαναν διαφορετικά ή αποκλίνοντα μέτρα προστασίας των καταναλωτών στον τομέα της εξ αποστάσεως εμπορίας χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές , αυτό θα είχε αρνητικές συνέπειες για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και για τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων σε αυτήν* ότι, συνεπώς, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν κοινοί κανόνες σε κοινοτικό επίπεδο στο συγκεκριμένο τομέα, χωρίς να μειώνεται το γενικό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή στα κράτη μέλη*

(9) ότι, έχοντας υπόψη το υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών που διασφαλίζεται από την παρούσα οδηγία και προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προβλέπουν διατάξεις άλλες από αυτές που θεσπίζονται από την παρούσα οδηγία για τους τομείς τους οποίους αυτή εναρμονίζει*

(10) ότι η παρούσα οδηγία καλύπτει όλες τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που είναι δυνατόν να παρασχεθούν εξ αποστάσεως* ότι, ωστόσο, ορισμένες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες διέπονται από ειδικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας* ότι οι εν λόγω ειδικές διατάξεις εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις συγκεκριμένες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες* ότι είναι εντούτοις σκόπιμο να θεσπιστούν αρχές σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία τέτοιων υπηρεσιών*

(11) ότι σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 5 της συνθήκης, οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν κατά τρόπο ικανοποιητικό από τα κράτη μέλη και μπορούν συνεπώς να πραγματοποιηθούν σε κοινοτικό επίπεδο*

(12) ότι η διαπραγμάτευση συμβάσεων εξ αποστάσεως συνεπάγεται χρησιμοποίηση τηλεπικοινωνιακών τεχνικών* ότι αυτές οι διαφορετικές τεχνικές χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο ενός συστήματος εξ αποστάσεως πωλήσεως ή παροχής υπηρεσιών χωρίς να υπάρχει ταυτόχρονη παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή* ότι η διαρκής εξέλιξη των τεχνικών αυτών επιβάλλει την ανάγκη καθορισμού έγκυρων αρχών ακόμη και για τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται προς το παρόν ελάχιστα* ότι, επομένως, οι συμβάσεις εξ αποστάσεως είναι εκείνες των οποίων η προσφορά, η διαπραγμάτευση και η σύναψη πραγματοποιούνται εξ αποστάσεως*

(13) ότι η ίδια σύμβαση που περιλαμβάνει διαδοχικές πράξεις μπορεί να χαρακτηρίζεται νομικώς με διαφορετικούς τρόπους στα διάφορα κράτη μέλη* ότι είναι ωστόσο σημαντικό η οδηγία να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη* ότι, για το σκοπό αυτό, πρέπει να θεωρούμε ότι η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στην πρώτη από μια σειρά διαδοχικών πράξεων ή στην πρώτη από μια σειρά διακριτών πράξεων που κλιμακώνονται εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο ανεξάρτητα από το εάν η πράξη αυτή ή αυτή η σειρά πράξεων αποτελεί αντικείμενο μιας μοναδικής σύμβασης ή διακριτών διαδοχικών συμβάσεων*

(14) ότι η παρούσα οδηγία, αναφερόμενη σ' ένα σύστημα παροχής υπηρεσιών οργανωμένο από τον προμηθευτή των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της την παροχή υπηρεσιών σε αυστηρά περιστασιακή βάση και εκτός συγκεκριμένης εμπορικής δομής, ο στόχος της οποίας είναι ο στόχος της σύναψης συμβάσεων εξ αποστάσεως*

(15) ότι ο προμηθευτής είναι το άτομο που παρέχει υπηρεσίες εξ αποστάσεως* ότι η παρούσα οδηγία πρέπει ωστόσο να εφαρμόζεται και σε περίπτωση που κάποια από τις φάσεις της εμπορίας διεκπεραιώνεται με τη συμμετοχή κάποιου μεσολαβητή* ότι, έχοντας υπόψη τη φύση και το βαθμό αυτής της συμμετοχής, πρέπει να εφαρμόζονται στο μεσολαβητή οι κατάλληλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας, ανεξάρτητα από το νομικό του καθεστώς*

(16) ότι η χρησιμοποίηση τηλεπικοινωνιακών τεχνικών δεν πρέπει να οδηγεί σε απαράδεκτο περιορισμό των πληροφοριών που παρέχονται στον πελάτη* ότι, προκειμένου να διασφαλίζεται η διαφάνεια, η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους ελάχιστους όρους που απαιτούνται για την εξασφάλιση της επαρκούς ενημέρωσης του καταναλωτή τόσο πριν από όσο και μετά τη σύναψη της σύμβασης* ότι πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης, οι απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσει ορθά τη χρηματοπιστωτική υπηρεσία που του προτείνεται και να προβεί στην επιλογή του έχοντας πλήρη επίγνωση* ότι ο προμηθευτής οφείλει να υποδεικνύει ρητώς επί πόσο χρόνο ισχύει αμετάβλητη η ενδεχόμενη προσφορά του*

(16α) ότι είναι σημαντικό, για να εξασφαλιστεί η άριστη προστασία των καταναλωτών, να ενημερώνονται αυτοί επαρκώς για τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και ενδεχομένως για τους κώδικες συμπεριφοράς που υφίστανται στον εν λόγω τομέα*

(17) ότι πρέπει να προβλεφθεί δικαίωμα υπαναχώρησης χωρίς ποινικές ρήτρες και χωρίς υποχρέωση αιτιολόγησης*

(18) (διαγράφεται)

(19) ότι ο καταναλωτής πρέπει να προστατεύεται από τις αυτόκλητες υπηρεσίες* ότι ο καταναλωτής πρέπει να απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση στις περιπτώσεις αυτόκλητων υπηρεσιών, και η απουσία απάντησης να μην ισοδυναμεί με συγκατάθεση εκ μέρους του* ότι ωστόσο ο κανόνας αυτός δεν θίγει τη σιωπηρή ανανέωση των συμβάσεων που έχουν εγκύρως συναφθεί μεταξύ των μερών, όταν το δίκαιο των κρατών μελών επιτρέπει μια τέτοια σιωπηρή ανανέωση*

(20) ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να προστατεύουν αποτελεσματικά τους καταναλωτές που δεν επιθυμούν να τους διαβιβάζονται προτάσεις με ορισμένες τηλεπικοινωνιακές τεχνικές* ότι η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις συγκεκριμένες εγγυήσεις που προσφέρει στον καταναλωτή η κοινοτική νομοθεσία για την προστασία του ιδιωτικού βίου και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα*

(21) ότι είναι σημαντικό για να προστατεύεται ο καταναλωτής, να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των διαφορών* ότι πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλες και αποτελεσματικές διαδικασίες υποβολής ενστάσεων και προσφυγών στα κράτη μέλη για το διακανονισμό τυχόν διαφορών μεταξύ των καταναλωτών και των προμηθευτών, με χρησιμοποίηση ενδεχομένως των υφιστάμενων διαδικασιών*

(22) ότι, όσον αφορά την πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και ειδικότερα στα διάφορα δικαστήρια σε περίπτωση διασυνοριακών διαφορών, αξίζει να λάβουμε υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τίτλο «Προς αύξηση της αποτελεσματικότητας στην έκδοση και την εκτέλεση των αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» [8]

[8] EE C 33 της 31.1.1998, σ.

(23) ότι τα κράτη μέλη αξίζει να παρακινούν τους δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι έχουν ιδρυθεί με σκοπό την εξώδικη ρύθμιση διαφορών, να συνεργάζονται για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών* ότι η συνεργασία αυτή θα μπορούσε ιδίως να έχει ως στόχο να παρέχεται στον καταναλωτή η δυνατότητα να απευθύνεται στα εξωδικαστικά όργανα που είναι εγκατεστημένα στο κράτος συνήθους διαμονής του καταγγελίες οι οποίες αφορούν προμηθευτές εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη*

(24) ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της έχουν δεσμευτεί στο πλαίσιο της GATS (συμφωνία στο πλαίσιο της ΠΟΕ για το εμπόριο των υπηρεσιών) σχετικά με τη δυνατότητα των ευρωπαίων καταναλωτών να αγοράζουν στο εξωτερικό τραπεζικές και επενδυτικές υπηρεσίες* ότι η GATS επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα για προληπτικούς λόγους, συμπεριλαμβάνοντας μέτρα για την προστασία των επενδυτών, των καταθετών, των ασφαλιζομένων ή των ατόμων στα οποία οφείλεται χρηματοπιστωτική υπηρεσία από τον προμηθευτή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών* ότι τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να επιβάλλουν περιορισμούς οι οποίοι να υπερβαίνουν ό,τι απαιτείται για τη διασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών*

(25) (διαγράφεται)

(26) ότι λόγω της έκδοσης της παρούσας οδηγίας είναι σκόπιμο να προσαρμοσθεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 97/7/EK και της οδηγίας 98/27/EK και της οδηγίας 98/27/EK της 19ης Μαΐου 1998 περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών [9]*

[9] ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 51.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1: Πεδίο εφαρμογής

α) Το αντικείμενο της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές.

β) Όσον αφορά τις συμβάσεις που αφορούν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνουν διαδοχικές πράξεις ή σειρά χωριστών πράξεων που κλιμακώνονται χρονικώς, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται μόνο στην πρώτη πράξη, ανεξάρτητα από το εάν οι πράξεις αυτές είναι δυνατόν να θεωρηθούν με βάση την εθνική νομοθεσία ως μέρη μιας μοναδικής σύμβασης ή διακριτών μεμονωμένων συμβάσεων.

Άρθρο 2: Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α) «σύμβαση εξ αποστάσεως»: κάθε σύμβαση που αφορά χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή των υπηρεσιών αυτών και ενός καταναλωτή, στο πλαίσιο ενός συστήματος εξ αποστάσεως πώλησης ή παροχής υπηρεσιών το οποίο είναι οργανωμένο από τον προμηθευτή, ο οποίος χρησιμοποιεί αποκλειστικά μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως για τις επαφές του με τον καταναλωτή μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης*

β) «χρηματοπιστωτική υπηρεσία»: κάθε τραπεζική, ασφαλιστική, επενδυτική υπηρεσία και υπηρεσία πληρωμών*

β α) «ενυπόθηκο δάνειο»: κάθε δάνειο ανεξάρτητα από την εγγύηση ή την ασφάλεια που συνδέεται με αυτό, το οποίο προορίζεται κυρίως για την απόκτηση ή τη διατήρηση δικαιωμάτων κυριότητας επί εδαφικής έκτασης ή κτιρίου κατασκευασμένου ή υπό κατασκευή, ή το οποίο προορίζεται για την ανακαίνιση ή τον καλλωπισμό ενός κτιρίου*

γ) «προμηθευτής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ενεργώντας στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής του ιδιότητας, παρέχει το ίδιο τις υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενο των συμβάσεων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία ή μεσολαβεί για την παροχή των υπηρεσιών αυτών ή για τη σύναψη εξ αποστάσεως σύμβασης μεταξύ των μερών αυτών*

δ) «καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος της Κοινότητας και το οποίο, στο πλαίσιο των συμβάσεων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι εκτός του πεδίου των εμπορικών, επιχειρηματικών ή επαγγελματικών του δραστηριοτήτων*

ε) «τηλεπικοινωνιακή τεχνική»: κάθε μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, χωρίς την αυτοπρόσωπη και ταυτόχρονη παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, για την εξ αποστάσεως αγοραπωλησία υπηρεσίας μεταξύ τους*

στ) «σταθερό μέσο»: κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή να διατηρεί πληροφορίες οι οποίες αποστέλλονται προσωπικά και ειδικά σε αυτόν, και οι οποίες περιέχονται κυρίως σε δισκέτες ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε CD-ROM καθώς και σε σκληρό δίσκο ενός προσωπικού υπολογιστή όπου αποθηκεύονται τα δεδομένα που διαβιβάζονται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο*

ζ) «φορέας ή προμηθευτής μέσου τηλεπικοινωνίας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, του οποίου η επαγγελματική δραστηριότητα συνίσταται στη διάθεση μίας ή περισσότερων τηλεπικοινωνιακών τεχνικών στους προμηθευτές.

Άρθρο3: Πληροφόρηση του καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης

1. Σε εύθετο χρόνο πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ο καταναλωτής πρέπει να λαμβάνει τις ακόλουθες προκαταρκτικές πληροφορίες:

α) ταυτότητα και διεύθυνση του προμηθευτή, καθώς και ταυτότητα και διεύθυνση του αντιπροσώπου του προμηθευτή που είναι εγκατεστημένος στη χώρα κατοικίας του καταναλωτή στον οποίο μπορεί να απευθυνθεί ενδεχομένως ο καταναλωτής, όταν υπάρχει αντιπρόσωπος*

β) περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών της χρηματοπιστωτικής υπηρεσίας*

γ) η συνολική τιμή της χρηματοπιστωτικής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων όλων των σχετικών φόρων*

δ) οι ρυθμίσεις σχετικά με την πληρωμή και την προμήθεια ή την εκτέλεση της σύμβασης*

ε) η χρονική περίοδος κατά την οποία ισχύει η προσφορά ή η τιμή*

στ) όταν η τιμή μπορεί να μεταβληθεί από τη στιγμή της παροχής της πληροφορίας έως τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, να επισημαίνεται αυτή η πιθανότητα μεταβολής και τα στοιχεία που επιτρέπουν στον καταναλωτή να ελέγξει την τιμή τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης*

ζ) το κόστος που συνεπάγεται η χρήση των τεχνικών τηλεπικοινωνίας, όταν αυτό υπολογίζεται βάσει τιμολογίου άλλου από το βασικό*

η) η ύπαρξη, η διάρκεια, οι τρόποι άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης, όπως προβλέπεται αυτό στο άρθρο 4*

θ) η απουσία δικαιώματος υπαναχώρησης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 εδάφιο 2*

ι) το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 5α) ή, στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 5β), το ποσό που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό της τιμής που πρέπει να καταβάλει εάν ασκήσει ο καταναλωτής το δικαίωμα υπαναχώρησης*

ια) ενδεχομένως, η ελάχιστη διάρκεια της σύμβασης, εάν πρόκειται για συμβάσεις παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε μόνιμη βάση ή περιοδικά*

ιβ) πληροφορίες για τη διαδικασία λύσης της σύμβασης*

ιγ) το εφαρμοστέο δίκαιο για τη σύμβαση, όταν υπάρχει συμβατική ρήτρα στην οποία επιλέγεται άλλο δίκαιο από εκείνο που ισχύει στη χώρα κατοικίας του καταναλωτή*

ιδ) το αρμόδιο δικαστήριο σε περίπτωση διαφοράς, όταν υπάρχει ρήτρα επιλογής του δικαστηρίου που αναθέτει αρμοδιότητα σε δικαστήριο άλλο από εκείνο του τόπου κατοικίας του καταναλωτή σε περίπτωση διαφοράς.

ιε) τα στοιχεία της εποπτεύουσας αρχής από την οποία εξαρτάται ο προμηθευτής, όταν υπόκειται αυτός σε μια τέτοια εποπτεία*

ιστ) οι εξωδικαστικές διαδικασίες υποβολής ενστάσεων και προσφυγών.

Ωστόσο σε ό,τι αφορά:

- τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην οδηγία 92/49/ΕΟΚ, και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 43 της παρούσας οδηγίας, πρέπει να παρέχονται μόνο οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια γ), δ), ε), στ), ζ), η), θ), ι), ια), ιβ) και ιστ)*

- τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην οδηγία 92/96/ΕΟΚ, και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 31 και του παραρτήματος 2 της παρούσας οδηγίας, πρέπει να παρέχονται μόνο οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια γ), ε), στ), ζ), ι), και ιζ)

- τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που αναφέρονται στην οδηγία 85/611/ΕΟΚ, και με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 27- έως 35 και 44 έως 47, καθώς και των παραρτημάτων Α και Β της παρούσας οδηγίας, πρέπει να παρέχονται μόνο οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια ζ), θ), ιγ), ιδ), ιζ) και ιστ

- τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που αναφέρονται στην οδηγία 89/298/ΕΟΚ, και με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7 έως 18 και 21 της παρούσας οδηγίας, πρέπει να παρέχονται μόνο οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια ζ), θ), ιγ), ιδ), ιε) και ιστ)*

- τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην οδηγία 93/22/ΕΟΚ, και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 11 της παρούσας οδηγίας, πρέπει να παρέχονται μόνο οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια ε), στ), ζ), η), θ), ι), ιγ), ιδ), ιε) και ιστ)*

2. Οι πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1, και των οποίων ο εμπορικός χαρακτήρας πρέπει να είναι αναμφισβήτητος, πρέπει να παρέχονται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό με κάθε ενδεικνυόμενο μέσο σε σχέση με τη χρησιμοποιούμενη τηλεπικοινωνιακή τεχνική, και ειδικότερα με πλήρη σεβασμό της αρχής της καλής πίστης που πρέπει να διέπει τις εμπορικές συναλλαγές, και των αρχών που διέπουν την προστασία εκείνων που σύμφωνα με τη νομοθεσία των κρατών μελών είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία, όπως οι ανήλικοι.

3. διαγράφεται

4. διαγράφεται

Άρθρο 3α): Ανακοίνωση των συμβατικών όρων και προκαταρκτική πληροφόρηση

1. Ο προμηθευτής πρέπει να ανακοινώνει στον καταναλωτή όλους τους συμβατικούς όρους σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, καθώς και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, μόλις υπογραφεί η σύμβαση.

2. Ο προμηθευτής απαλλάσσεται από αυτή την υποχρέωση όταν οι συμβατικοί όροι και οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 διαβιβάζονται στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο.

3. Τα μέρη επιλέγουν το μέσο με κοινή συμφωνία.

Άρθρο 4: Δικαίωμα υπαναχώρησης μετά τη σύναψη της σύμβασης

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι ο καταναλωτής διαθέτει δικαίωμα υπαναχώρησης εντός 14 έως 30 ημερών, το οποίο ποικίλλει ανάλογα με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες για τις οποίες πρόκειται, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του και χωρίς ποινικές ρήτρες:

α) από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, όταν οι συμβατικοί όροι και οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 δόθηκαν στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 3α) παράγραφος 2.*

β) όταν η σύμβαση συνάπτεται με ρητό αίτημα του καταναλωτή πριν διαβιβαστούν σε αυτόν οι συμβατικοί όροι και οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, από την ημερομηνία παραλαβής αυτών των στοιχείων ή του τελευταίου από αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 3α) παράγραφος 1..

Όταν ο προμηθευτής τηρεί την προθεσμία υπαναχώρησης που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος, δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει διαφορετική προθεσμία υπαναχώρησης άλλη από εκείνη που προβλέπεται στο κράτος μέλος στο οποίο κατοικεί ο καταναλωτής.

1α) Το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις που αφορούν:

α) συναλλαγματικές πράξεις*

β) λήψη, διαβίβαση και/ή εκτέλεση εντολών και παροχή υπηρεσιών σχετικών με τα ακόλουθα χρηματοπιστωτικά προϊόντα:

- μέσα χρηματαγοράς

- διαπραγματεύσιμοι τίτλοι αξιών

- ΟΣΕΚΑ και άλλες μορφές συλλογικών επενδύσεων

- προθεσμιακές συμβάσεις χρηματοπιστωτικών μέσων (financial futures) και συμβάσεις δικαιωμάτων προαίρεσης (options)

- μέσα σχετικά με συναλλαγματικές ισοτιμίες και επιτόκια, το τίμημα των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις στη χρηματοπιστωτική αγορά τις οποίες είναι αδύνατο να ελέγξει ο προμηθευτής των υπηρεσιών*

γ) ασφάλειες εκτός της ασφάλειας ζωής με διάρκεια μικρότερη των 2 μηνών*

δ) τις συμβάσεις των οποίων η εκτέλεση ολοκληρώθηκε προτού ασκήσει ο καταναλωτής το δικαίωμα υπαναχώρησης.

1β) Σε ό,τι αφορά τα ενυπόθηκα δάνεια, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί το δικαίωμα υπαναχώρησης:

- όταν με τη συγκατάθεσή του το ποσό χρηματοδότησης μεταφέρθηκε στον πωλητή του ακίνητου αγαθού ή στον αντιπρόσωπο του τελευταίου.

- αφού έχει συναφθεί έγκυρα και κανονικά συμβολαιογραφική πράξη σχετικά με το ενυπόθηκο δάνειο.

Ωστόσο σε ό,τι αφορά τις πιστώσεις που χρηματοδοτούνται βάσει οφειλών εξασφαλισμένων με έγγεια περιουσία, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ο καταναλωτής δεν έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο.

2. Με την επιφύλαξη του δικαιώματος υπαναχώρησης, εφόσον η σύμβαση έχει συναφθεί από τον καταναλωτή κατόπιν σχετικής αθέμιτης παρακίνησης από τον προμηθευτή, η σύμβαση μπορεί να ακυρωθεί με όλες τις νομικές συνέπειες που προβλέπει η νομοθεσία που διέπει τη σύμβαση και με την επιφύλαξη του δικαιώματος του καταναλωτή να λάβει αποζημίωση για τυχόν ζημία που έχει υποστεί δυνάμει του εθνικού δικαίου.

Δεν θεωρείται αθέμιτη παρακίνηση κατά την έννοια της παρούσας διάταξης το γεγονός ότι ο προμηθευτής ανακοινώνει στον καταναλωτή αντικειμενικές πληροφορίες σχετικά με την τιμή μιας χρηματοπιστωτικής υπηρεσίας η οποία εξαρτάται από τις διακυμάνσεις της αγοράς.

3. Ο καταναλωτής ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης που διαθέτει ειδοποιώντας σχετικά τον προμηθευτή σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο στη διάθεση του τελευταίου και στο οποίο αυτός έχει πρόσβαση.

4. (διαγράφεται)

5. Οι λοιπές έννομες συνέπειες και οι όροι της υπαναχώρησης ρυθμίζονται σύμφωνα με το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση.

Άρθρο 5: Εκτέλεση της σύμβασης και πληρωμή για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν πριν από την υπαναχώρηση

-1. Η εκτέλεση της σύμβασης πριν από την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, μπορεί να αρχίσει από τον προμηθευτή μόνο με τη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή.

Εφόσον ο καταναλωτής ασκεί το δικαίωμα που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, υποχρεούται να καταβάλει το συντομότερο δυνατόν:

α) είτε κατ' αποκοπή ποσό αντίστοιχο προς το τίμημα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που του έχουν ήδη παρασχεθεί από τον προμηθευτή πριν από την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, ανεξάρτητα από το ποσό που αφορά η υπαναχώρηση*

β) είτε, όταν το κόστος των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που έχουν ήδη παρασχεθεί από τον προμηθευτή εξαρτάται από τη στιγμή κατά την οποία ασκείται το δικαίωμα υπαναχώρησης, ποσό που επιτρέπει στον καταναλωτή να υπολογίσει την τιμή που πρέπει να πληρώσει κατ' αναλογία της χρονικής περιόδου από την ημέρα σύναψης της σύμβασης έως την ημέρα που ο καταναλωτής άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Στις περιπτώσεις α) και β) το ύψος του οφειλόμενου ποσού, δεν μπορεί να είναι τέτοιο που να μπορεί να αποτελεί ποινή.

2. Αν ο προμηθευτής δεν μπορεί να αποδείξει με στοιχεία ότι ο καταναλωτής είναι ενήμερος σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 εδάφιο ι), τότε δεν μπορεί να απαιτήσει οποιοδήποτε ποσό από τον καταναλωτή σε περίπτωση που αυτός ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης που διαθέτει.

3. Ο προμηθευτής υποχρεούται να επιστρέψει στον καταναλωτή το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριάντα ημερών, όλα τα ποσά που έχει ενδεχομένως λάβει από αυτόν στο πλαίσιο της εξ αποστάσεως σύναψης της σύμβασης, με εξαίρεση τα ποσά που καλύπτει η παράγραφος 1.

Άρθρο 6

Διαγράφεται

A5Aρθρο 7

Διαγράφεται

A5Aρθρο 8: Μη διαθέσιμη υπηρεσία

1. Με την επιφύλαξη των κανόνων του αστικού δικαίου των κρατών μελών σχετικά με τη μη εκτέλεση των συμβάσεων, σε περίπτωση που η χρηματοπιστωτική υπηρεσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης δεν είναι διαθέσιμη πλήρως ή εν μέρει, ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώσει τον καταναλωτή χωρίς καθυστέρηση για το ότι η υπηρεσία δεν είναι διαθέσιμη.

2. Σε περίπτωση που η χρηματοπιστωτική υπηρεσία δεν είναι πλήρως διαθέσιμη, ο προμηθευτής είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει στον καταναλωτή χωρίς καθυστέρηση, και το αργότερο εντός τριάντα ημερών, τα ποσά που τυχόν έχει καταβάλει για τις υπηρεσίες αυτές.

3. Σε περίπτωση που η χρηματοπιστωτική υπηρεσία είναι εν μέρει διαθέσιμη, η σύμβαση μπορεί να εκτελεστεί μόνον εφόσον υπάρχει ρητή συμφωνία μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή.

Αν δεν υπάρχει αυτή η ρητή συμφωνία, ο προμηθευτής υποχρεούται να επιστρέψει στον καταναλωτή χωρίς καθυστέρηση, και το αργότερο εντός τριάντα ημερών, τα ποσά που ενδεχομένως έχει καταβάλει ο καταναλωτής.

Εφόσον η υπηρεσία εκτελείται μόνο εν μέρει, ο προμηθευτής επιστρέφει στον καταναλωτή χωρίς καθυστέρηση, και το αργότερο εντός τριάντα ημερών, όλα τα ποσά που αφορούν στο μη εκτελεσθέν μέρος της υπηρεσίας .

Άρθρο 8α): Πληρωμή με πιστωτική κάρτα

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχουν κατάλληλες διατάξεις που εξασφαλίζουν ότι ο καταναλωτής:

- μπορεί να ζητήσει την ακύρωση πληρωμής σε περίπτωση δόλιας χρήσης της πιστωτικής του κάρτας στο πλαίσιο συμβάσεων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία*

- να επιστρέφονται τα ποσά που πληρώθηκαν ή να του επιστρέφονται αυτά σε περίπτωση δόλιας χρήσης.

Άρθρο 8β): Επιστροφή των πρωτότυπων εγγράφων

Στην περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει τα δικαιώματα που του αναγνωρίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, καθώς και στις υποθετικές περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 8, ο καταναλωτής επιστρέφει στον προμηθευτή χωρίς καθυστέρηση όλα τα πρωτότυπα συμβατικά έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του προμηθευτή που του διαβιβάστηκαν με τη σύναψη της σύμβασης.

Άρθρο 9: Μη παραγγελθείσες υπηρεσίες

Με την επιφύλαξη των κανόνων δικαίου των κρατών μελών σχετικά με τη σιωπηρή παράταση των συμβάσεων, όταν αυτό επιτρέπει μια τέτοια σιωπηρή ανανέωση, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:

- να απαγορεύεται η παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε καταναλωτή χωρίς να το έχει ζητήσει αυτός προηγουμένως, όταν αυτή η παροχή περιλαμβάνει αίτηση για άμεση ή μεταγενέστερη πληρωμή*

- να απαλλάσσεται ο καταναλωτής από οποιαδήποτε υποχρέωση στις περιπτώσεις μη παραγγελθείσας υπηρεσίας, χωρίς η έλλειψη απάντησης εκ μέρους του να εκλαμβάνεται ως συγκατάθεση.

Άρθρο 10: Αυτόκλητη εμπορία υπηρεσιών

1. Η χρησιμοποίηση από έναν προμηθευτή των ακόλουθων τεχνικών απαιτεί την προηγούμενη συγκατάθεση του καταναλωτή:

- αυτοματοποιημένα συστήματα κλήσης χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση (αυτόματες συσκευές κλήσης)*

- τηλεομοιοτυπικές συσκευές (φαξ).

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι τηλεπικοινωνιακές τεχνικές εκτός από εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όταν επιτρέπουν προσωπική επικοινωνία:

α) να μην επιτρέπονται εάν δεν υπάρχει συγκατάθεση των ενδιαφερομένων καταναλωτών,

ή

β) να χρησιμοποιούνται μόνον εφόσον δεν υπάρχει έκδηλος αντίθεση του καταναλωτή.,

3. Τα μέτρα που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν πρέπει να συνεπάγονται επιβάρυνση για τους καταναλωτές.

4. Στην περίπτωση τηλεφωνικών επικοινωνιών, η ταυτότητα του προμηθευτή και η εμπορική φύση της επικοινωνίας πρέπει να δηλώνονται ρητά στην αρχή οποιασδήποτε συνομιλίας με τον καταναλωτή.

5. Τα κράτη μέλη προβλέπουν επαρκείς, αποτελεσματικές και ανάλογες προς την παράβαση κυρώσεις σε περίπτωση που ο προμηθευτής παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 10.

Τα κράτη μέλη μπορούν κυρίως, για το σκοπό αυτό, να μεριμνούν ώστε να επιτρέπεται στον καταναλωτή να λύσει τη σύμβαση οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς έξοδα και ποινικές ρήτρες

Άρθρο 11: Αναγκαστικός χαρακτήρας των διατάξεων της οδηγίας

1. Ο καταναλωτής δεν μπορεί να παραιτηθεί των δικαιωμάτων που του παραχωρούνται από την παρούσα οδηγία.

2. Διαγράφεται

3. Ο καταναλωτής δεν μπορεί να στερηθεί την προστασία που του παραχωρείται βάσει παρούσας οδηγίας στην περίπτωση που το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση είναι το δίκαιο τρίτης χώρας, όταν ο καταναλωτής, αφενός, έχει την κατοικία του στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και η σύμβαση, αφετέρου, συνδέεται στενά με την Κοινότητα.

Άρθρο 12: Δικαστική και διοικητική προσφυγή

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εισαγάγουν τις κατάλληλες και αποτελεσματικές διαδικασίες υποβολής ενστάσεων και προσφυγών για τη ρύθμιση των διαφορών μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών.

2. Τα μέτρα για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν διατάξεις βάσει των οποίων ένας ή περισσότεροι από τους ακόλουθους οργανισμούς, όπως αυτοί ορίζονται από το εθνικό δίκαιο, μπορούν να προσφύγουν βάσει του εθνικού δικαίου ενώπιον των δικαστηρίων ή των αρμόδιων διοικητικών φορέων για την εξασφάλιση της εφαρμογής των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας:

α) οι δημόσιοι οργανισμοί ή οι εκπρόσωποι τους

β) οι οργανώσεις των καταναλωτών που έχουν έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών

γ) οι επαγγελματικές οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον να ενεργήσουν.

3. Διαγράφεται

4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι οργανισμοί και οι προμηθευτές τηλεπικοινωνιακών τεχνικών, εφόσον είναι σε θέση να το πράξουν και βασιζόμενοι σε δικαστική απόφαση, σε διοικητική απόφαση ή σε απόφαση ελεγκτικής αρχής η οποία τους κοινοποιείται, να παύουν τις πρακτικές που κηρύσσονται ότι αντιβαίνουν με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 12α): Εξωδικαστική προσφυγή

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τα εξωδικαστικά όργανα που δημιουργούνται για την εξωδικαστική λύση των διαφορών, να συνεργάζονται ώστε να επιλύονται οι διασυνοριακές διαφορές.

Άρθρο 13: Το βάρος της απόδειξης

Το βάρος της απόδειξης για την τήρηση των υποχρεώσεων για ενημέρωση του καταναλωτή που επιβάλλονται στον προμηθευτή, καθώς και για τη συγκατάθεση του καταναλωτή στη σύναψη της σύμβασης και, ενδεχομένως, στην εκτέλεσή της, το φέρει ο προμηθευτής.

Θεωρείται καταχρηστική ρήτρα κατά την έννοια της οδηγίας 93/13/EOK [10], η συμβατική ρήτρα η οποία προβλέπει ότι το βάρος της απόδειξης για την τήρηση εκ μέρους του προμηθευτή του συνόλου ή μέρους των υποχρεώσεων που τον βαρύνουν βάσει της παρούσας οδηγίας, το φέρει ο καταναλωτής

[10] EE L 95 της 21.4.1993, σ. 29.

Άρθρο 14: Οδηγία 90/619/ΕΟΚ

Διαγράφεται

Άρθρο 15: Οδηγία 97/7/ΕΚ

Η οδηγία 97/7/EK τροποποιείται ως εξής:

1. Στο άρθρο 3, παράγραφος 1 η πρώτη περίπτωση αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«- που αφορούν τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στις οποίες εφαρμόζεται η οδηγία . . ./. . ./EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*).

(*) ΕΕ L . . .»

2. Το παράρτημα ΙΙ καταργείται.

Άρθρο 16: Οδηγία 98/27/ΕΚ

Στο παράρτημα της οδηγίας 98/27/EK προστίθεται το ακόλουθο σημείο 10:

«10. Οδηγία . . ./. . ./EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές (*).

(*) ΕΕ L . . .»

Άρθρο 17 : Ενσωμάτωση

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2002 και ενημερώνουν αμέσως της Επιτροπή σχετικά.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία η συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Στην ανακοίνωση αυτή περιλαμβάνουν και πίνακα ο οποίος υποδεικνύει τις εθνικές διατάξεις που αντιστοιχούν σε κάθε άρθρο της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 18: Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 19: Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος0

Top