Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52005IP0035

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ — 2004 (2004/2268(INI))

ΕΕ C 304E της 1.12.2005, pp. 132–134 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)

52005IP0035

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ — 2004 (2004/2268(INI))

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 304 E της 01/12/2005 σ. 0132 - 0134


P6_TA(2005)0035

Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ (2004)

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ — 2004 (2004/2268(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

- έχοντας υπόψη την από 24 Ιουνίου 2004 ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο "Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ — 2004" (COM(2004)0425),

- έχοντας υπόψη την από 3 Σεπτεμβρίου 2004 ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης και την αποσαφήνιση της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (COM(2004)0581),

- έχοντας υπόψη την από 27 Νοεμβρίου 2002 ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την ενίσχυση του συντονισμού των δημοσιονομικών πολιτικών (COM(2002)0668),

- έχοντας υπόψη την από 27 Νοεμβρίου 2002 ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την αναγκαιότητα και τα μέσα αναβάθμισης της ποιότητας των δημοσιονομικών στατιστικών (COM(2002)0670),

- έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισσαβόνας στις 23 και 24 Μαρτίου 2000 και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Γκέτεμποργκ στις 15 και 16 Ιουνίου 2001, ιδίως όσον αφορά την ήδη συμφωνηθείσα στρατηγική για την οικονομική ανάπτυξη, την πλήρη απασχόληση, την αειφόρο ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή,

- έχοντας υπόψη τα πορίσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ με ημερομηνία 16 και 17 Ιουνίου 1997 σχετικά με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1466/97 της 7ης Ιουλίου 1997 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών [1], και τον κώδικα δεοντολογίας όσον αφορά το περιεχόμενο και τη μορφή των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης που ενέκρινε το Συμβούλιο ECOFIN της 10ης Ιουλίου 2001,

- έχοντας υπόψη τη δήλωση του Συμβουλίου ECOFIN της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 σχετικά με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης,

- έχοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 13ης Ιουλίου 2004 [2], σχετικά με μέτρα του Συμβουλίου ECOFIN της 25ης Νοεμβρίου 2003,

- έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

- έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A6-0025/2005),

A. λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Προεδρία του Λουξεμβούργου έχει συμπεριλάβει στο πρόγραμμα εργασίας της την εξέταση των κανόνων λειτουργίας και την αποσαφήνιση της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, καθώς και το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρόκειται να εγκρίνει, την άνοιξη του 2005, ψήφισμα σχετικά με πιθανές αλλαγές στις ρυθμίσεις και τους κανόνες δεοντολογίας που διέπουν την εφαρμογή του,

B. λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την παρελθούσα δεκαετία η κοινοτική οικονομία αναπτύχθηκε πολύ πιο κάτω από τις δυνατότητές της, με μείωση όχι μόνο στις ιδιωτικές επενδύσεις αλλά και στις ακαθάριστες δημόσιες επενδύσεις, με αποτέλεσμα να έχει πέσει από το 4% του ΑΕγχΠ στις αρχές τις δεκαετίας του 1970 στο 2,4% την εποχή του ευρώ, και ότι, μεταξύ άλλων, λόγω της μη πραγματοποίησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και παραγωγικών επενδύσεων σε πολλά κράτη μέλη το ποσοστό αύξησης του ΑΕγχΠ για τη ζώνη ευρώ για άλλη μια φορά δεν ανήλθε στο ύψος των προσδοκιών,

Γ. λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το 2003 το δημοσιονομικό έλλειμμα στη ζώνη του ευρώ ανήλθε στο 2,7% του ΑΕΠ, από 1,6 % το 2001 και 1,1 % το 2000, ενώ το 2004 προσέγγισε το όριο του 3%, αγγίζοντας το 2,9% του ΑΕΠ,

Δ. λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι σχεδόν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό είχαν επιτύχει, έως τα τέλη του 2002, μόνο τέσσερα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ —που αντιπροσώπευαν από κοινού μόλις το 18 % του ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ— και μόλις πέντε κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ το έτος 2004· λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, αντιθέτως, ο αριθμός των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ με δημοσιονομικό έλλειμμα άνω του 3% του ΑΕΠ αυξήθηκε από τρία σε τέσσερα· λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, αφότου εγκρίθηκε το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, δώδεκα κράτη μέλη έχουν παραβεί τις διατάξεις του ή τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ, μεταξύ των οποίων πέντε κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ —Γερμανία, Ελλάδα, Γαλλία, Κάτω Χώρες και Πορτογαλία— και το Ηνωμένο Βασίλειο, για το οποίο δεν ισχύει βέβαια η διαδικασία που αφορά το υπερβολικό έλλειμμα, το ίδιο όμως δεσμεύεται κατά το άρθρο 116, παράγραφος 4, της Συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο "τα κράτη μέλη προσπαθούν να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα", εφόσον βρίσκεται στο δεύτερο στάδιο· λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι κινήθηκε επίσης διαδικασία που αφορά το υπερβολικό έλλειμμα και κατά των έξι νέων κρατών μελών με έλλειμμα που υπερβαίνει το όριο του 3%: Τσεχική Δημοκρατία, Κύπρος, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία και Σλοβακία,

Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι, τον Σεπτέμβριο 2004, αντιδρώντας στην προφανή διαφορά μεταξύ των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης του 1997 και των προσφάτων οικονομικ·ων εξελίξεων, ο Επίτροπος Almunia υπέβαλε προτάσεις μεταρρύθμισης, η οποίες περιγράφονται στην από 24 Ιουνίου 2004 ανακοίνωση της Επιτροπής με θέμα "Δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ — 2004",

1. επισημαίνει ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο οικονομικός κύκλος φέρει μέρος μόνο της ευθύνης για τα υψηλότερα ονομαστικά ελλείμματα, τα οποία στην πραγματικότητα είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της επιλογής ορισμένων κρατών μελών να χαλαρώσουν τη δημοσιονομική πολιτική τους·

2. επισημαίνει ότι ορισμένα κράτη μέλη, παρότι κινήθηκαν εναντίον τους διαδικασίες που αφορούν το υπερβολικό έλλειμμα, δεν έχουν προβεί στη λήψη μέτρων επαρκών για τη μείωση των ελλειμμάτων τους και ότι εξακολουθούν να υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ανησυχίας σχετικά με την προοπτική μείωσης των ελλειμμάτων των κρατών αυτών κάτω του 3% του ΑΕΠ στο άμεσο μέλλον·

3. επισημαίνει τη σημασία θέσπισης τόσο πακέτων διαρθρωτικών αλλαγών όσο και επενδυτικών δραστηριοτήτων, τα οποία μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα θα αποδειχθούν ζωτικής σημασίας για την χρηματοοικονομική αειφορία, την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και την ανάπτυξη·

4. σημειώνει ότι η διαχείριση των οικονομικών αλλαγών στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης έχει σε ορισμένα νέα κράτη μέλη σοβαρές επιπτώσεις στα επίπεδα του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους τους· φρονεί ότι απαιτούνται πιο φιλόδοξες φορολογικές μεταρρυθμίσεις σε συνδυασμό με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να ενισχυθούν τα κίνητρα που θα οδηγήσουν σε αύξηση της απασχόλησης και σε επενδύσεις με στόχο τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα·

5. υπογραμμίζει το γεγονός ότι δεν μπορούν να υπάρξουν εξαιρέσεις από τους κανόνες και τις διαδικασίες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, και για το λόγο αυτό καλεί όλα τα θεσμικά όργανα να αναλάβουν την ευθύνη τους για την εφαρμογή, τον έλεγχο, καθώς και την τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αλλά ζητεί την ίση μεταχείριση όλων των κρατών μελών, μικρών και μεγάλων· θεωρεί ότι, προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος της Επιτροπής, ιδίως όσον αφορά την έναρξη της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος· καλεί όλα τα κράτη μέλη να ολοκληρώσουν επιτυχώς την εξέταση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης κατά τη διάρκεια της Προεδρίας του Λουξεμβούργου, αναζητώντας σθεναρές, δίκαιες και εφαρμόσιμες λύσεις για κάθε επιμέρους κεφάλαιο, όπως καθόρισε το Συμβούλιο ECOFIN στις 13 Σεπτεμβρίου 2004, ενώ συγχρόνως θα ενισχύεται η πτυχή που αφορά τα προληπτικά μέτρα, θα δίδεται μεγαλύτερη προσοχή στις διαφορές ως προς την οικονομική κατάσταση και θα βελτιώνεται η εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (το τμήμα του Συμφώνου που αφορά τα διορθωτικά μέτρα) και η οικονομική διακυβέρνηση·

6. καλεί τα κράτη μέλη, εφόσον δεν το έχουν πράξει ακόμη να μειώσουν, αφενός, δραστικά το έλλειμμά τους σε επίπεδα κάτω του 3% του ΑΕΠ, προκειμένου να διασφαλίσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη σταθερότητα των τιμών στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση και, αφετέρου, να φροντίσουν για τη συγκέντρωση επαρκών αποθεματικών σε περιόδους ευνοϊκών συνθηκών, ώστε σε χαλεπούς καιρούς να μπορούν να λαμβάνονται οικονομικά μέτρα χωρίς να υπάρχει κίνδυνος παραβίασης των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης·

7. υπογραμμίζει το πόσο σημαντικό είναι να βελτιωθούν οι δημοσιονομικές στατιστικές με πιο ορθούς και τυποποιημένους όρους, μεθόδους υπολογισμού και διαδικασίες, που θα πρέπει να περιληφθούν σε εγχειρίδιο μεθοδολογικών κατευθύνσεων, και επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να υποβάλει προτάσεις σχετικά με ελάχιστα πρότυπα για την ανεξαρτησία, ακεραιότητα και ποιότητα των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών καθώς και την ενισχυμένη αρμοδιότητα της Eurostat να συντονίζει, ελέγχει και διεξάγει επί τόπου έλεγχο των στοιχείων που τις παραπέμπουν τα κράτη μέλη·

8. καλεί τα νέα κράτη μέλη να επιταχύνουν τη μεταρρύθμιση των δημόσιων οικονομικών τους μέσω της αναδιανομής των πόρων, γεγονός που θα ποτελούσε νέο βήμα για τη διασφάλιση της πραγματικής σύγκλισης των οικονομιών τους, και να δώσουν μεγαλύτερη σημασία στον εκσυγχρονισμό των συνταξιοδοτικών τους συστημάτων και των συστημάτων κοινωνικών παροχών, προκειμένου να υποστηρίξουν την αποτελεσματικότητα της πολιτικής της απασχόλησης·

9. τονίζει την ανάγκη για διαρκείς βελτιώσεις της φορολογικής διοίκησης και για θέσπιση ενός αποτελεσματικού συστήματος συλλογής φόρων, προκειμένου να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων σε ολόκληρη την ενιαία αγορά, να καλλιεργηθεί το επιχειρηματικό πνεύμα και να ενθαρρυνθεί η δημιουργία νέων επιχειρήσεων·

10. υπενθυμίζει στα κράτη μέλη τη δέσμευσή τους στο πλαίσιο του Συμφώνου Ανάπτυξης και Σταθερότητας για την κατάρτιση προϋπολογισμών "σχεδόν ισοσκελισμένων ή πλεονασματικών"· θεωρεί ότι πρέπει να αποφεύγονται τα υπερβολικά ελλείμματα για να επιτυγχάνεται η σταθερότητα των τιμών και να εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών· συνιστά να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης για την οικονομική ανάπτυξη και περισσότερη προσοχή στην προστασία της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών· προειδοποιεί ότι οι κρατικές δαπάνες διακυβεύουν τη σταθερότητα των τιμών, τα χαμηλά επιτόκια και τα επίπεδα των κρατικών επενδύσεων και, επιπλέον, μειώνουν την ικανότητα αντιμετώπισης της πρόκλησης των δημογραφικών αλλαγών και της γήρανσης του πληθυσμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

11. επαναλαμβάνει την έκκλησή του για χρήση σαφούς μεθόδου που θα περιλαμβάνει ορισμό των "υψηλής ποιότητας δημόσιων δαπανών" ώστε να εκφρασθούν ποσοτικώς οι δημοσιονομικές καταστάσεις και η συμβολή τους στην ανάπτυξη και στις επενδύσεις, με στόχο τη θετική συμβολή στην επίτευξη των στόχων της Λισσαβόνας· επιπλέον, ζητεί τον επαναπροσανατολισμό των δημόσιων δαπανών κατά τρόπο που θα διασφαλίζει ότι τα διάφορα κονδύλια του προϋπολογισμού σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο θα αντικατοπτρίζουν τις βασικές πολιτικές προτεραιότητες που έχουν τεθεί για το 2010·

12. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, στην Επιτροπή των Περιφερειών και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

[1] ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

[2] Υπόθεση C-27/04, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.

--------------------------------------------------

Top