Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32021O2253

Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2021/2253 τησ Ευρωπαϊκήσ Κεντρικήσ τράπεζασ της 2ας Νοεμβρίου 2021 για τον καθορισμό των αρχών του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος (ΕΚΤ/2021/49) (αναδιατύπωση)

ECB/2021/49

ΕΕ L 454 της 17.12.2021, pp. 7–16 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/guideline/2021/2253/oj

17.12.2021   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 454/7


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΑ ΓΡΑΜΜΗ (ΕΕ) 2021/2253 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 2ας Νοεμβρίου 2021

για τον καθορισμό των αρχών του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος (ΕΚΤ/2021/49)

(αναδιατύπωση)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 127 και 128,

Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως τα άρθρα 12.1 και 14.3, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 και 16,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Επίκειται σειρά τροποποιήσεων της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2015/855 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2015/11) (1). Για λόγους σαφήνειας η εν λόγω κατευθυντήρια γραμμή θα πρέπει να αναδιατυπωθεί.

(2)

Για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και στις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ (στο εξής το «Ευρωσύστημα») βάσει της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωσύστημα τηρεί τις αρχές της ανεξαρτησίας, της λογοδοσίας και της διαφάνειας, καθώς και τα πλέον υψηλά πρότυπα επαγγελματικής δεοντολογίας και ακεραιότητας, επιδεικνύοντας επίσης μηδενική ανοχή σε οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά και παρενόχληση. Η ύπαρξη πλαισίου διακυβέρνησης για τη διαφύλαξη των εν λόγω αρχών και προτύπων αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας του Ευρωσυστήματος και αναγκαίο στοιχείο για τη διαφύλαξη της εμπιστοσύνης των εποπτευόμενων οντοτήτων, των αντισυμβαλλομένων σε πράξεις νομισματικής πολιτικής και των πολιτών της Ένωσης.

(3)

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω και προς ενίσχυση της προϊσχύσασας κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2002/6 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (2), το διοικητικό συμβούλιο εξέδωσε το 2015 την κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/855 (ΕΚΤ/2015/11) (3), με την οποία καθορίστηκαν οι αρχές κοινού πλαισίου δεοντολογίας για το Ευρωσύστημα (στο εξής το «πλαίσιο δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος») το οποίο διαφυλάσσει την αξιοπιστία και φήμη του Ευρωσυστήματος, καθώς και την εμπιστοσύνη του κοινού στην ακεραιότητα και την αμεροληψία των μελών των οργάνων και του προσωπικού της ΕΚΤ και των ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήματος.

(4)

Το διοικητικό συμβούλιο εκτιμά ότι η διατήρηση των πλέον υψηλών προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας και ακεραιότητας καθιστά αναγκαία την περαιτέρω ανάπτυξη των υφιστάμενων κοινών ελάχιστων προτύπων και των κανόνων που στοχεύουν, αφενός, στην πρόληψη της εκμετάλλευσης εμπιστευτικών πληροφοριών και της κατάχρησης μη δημόσιων πληροφοριών του Ευρωσυστήματος και, αφετέρου, στην πρόληψη και διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων. Ενόψει τούτου το διοικητικό συμβούλιο θεωρεί ότι είναι σημαντικό η ΕΚΤ και οι ΕθνΚΤ να λαμβάνουν μέτρα για την αποφυγή ακόμη και εντυπώσεων περί εκμετάλλευσης εμπιστευτικών πληροφοριών, κατάχρησης μη δημόσιων πληροφοριών ή πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων. Ενώ η ΕΚΤ και οι ΕθνΚΤ θα πρέπει να διαθέτουν κάποια περιθώρια ευελιξίας κατά τον καθορισμό του πλέον κατάλληλου πλαισίου που θα διέπει τα εν λόγω μέτρα, για τη δέουσα προστασία της φήμης του Ευρωσυστήματος είναι παράλληλα σημαντική η εφαρμογή δέσμης ευθυγραμμισμένων μέτρων τουλάχιστον στα μέλη του προσωπικού της ΕΚΤ και των ΕθνΚΤ που ασκούν καθήκοντα του Ευρωσυστήματος, ιδίως ως προς τους κανόνες που αφορούν κρίσιμες ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Τα ευθυγραμμισμένα αυτά μέτρα θα πρέπει να εφαρμόζονται και στα μέλη εσωτερικού οργάνου με διοικητικές ή/και συμβουλευτικές αρμοδιότητες οι οποίες σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την εκτέλεση καθηκόντων του Ευρωσυστήματος που ανατίθενται στις ΕθνΚΤ.

(5)

Για να διαφυλαχθεί περαιτέρω η εμπιστοσύνη των εποπτευόμενων οντοτήτων, των αντισυμβαλλομένων σε πράξεις νομισματικής πολιτικής και των πολιτών της Ένωσης στην άκρως αμερόληπτη άσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων των μελών του προσωπικού και των οργάνων της ΕΚΤ και των ΕθνΚΤ, θα πρέπει να αποφεύγεται η δημιουργία εντυπώσεων περί συγκρούσεων συμφερόντων. Προς τούτο, τα μέλη του προσωπικού και των οργάνων με πρόσβαση σε πληροφορίες που μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές θα πρέπει να υποχρεούνται σε συμμόρφωση με ειδικούς κανόνες και πρότυπα όταν διενεργούν ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές, ιδίως όταν οι τελευταίες αφορούν ρυθμιζόμενες οντότητες.

(6)

Παρότι η εφαρμογή του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος αφορά αποκλειστικά την εκτέλεση καθηκόντων του Ευρωσυστήματος, το διοικητικό συμβούλιο, προκειμένου να διασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή συνεκτικότητα των προτύπων ακεραιότητας και χρηστής διακυβέρνησης σε επίπεδο ΕθνΚΤ και εθνικών αρμόδιων αρχών (ΕΑΑ), εξέδωσε την κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/856 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2015/12) (4) η οποία καθορίζει τις αρχές πλαισίου δεοντολογίας του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (στο εξής το «πλαίσιο δεοντολογίας του ΕΕΜ») που διέπει την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων από την ΕΚΤ και τις ΕΑΑ.

(7)

Οι αρχές που διατυπώθηκαν στην κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/855 (ΕΚΤ/2015/11) συμπληρώθηκαν από τις πρακτικές εφαρμογής του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος (5), οι οποίες εγκρίθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο και μεταφέρθηκαν σε εσωτερικούς κανόνες και πρακτικές που θεσπίστηκαν από κάθε κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος. Οι εν λόγω πρακτικές εφαρμογής του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος, και ειδικότερα η πρακτική εφαρμογής αριθ. 4 που αφορά τη λειτουργία συμμόρφωσης, θα πρέπει να ενσωματωθούν στο αναθεωρημένο πλαίσιο δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος κατά τρόπο που να διαφυλάσσει την αρχή της οργανωτικής αυτονομίας κάθε κεντρικής τράπεζας του Ευρωσυστήματος.

(8)

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το πλαίσιο δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος ενσωματώνει διαρκώς κατάλληλα πρότυπα και βέλτιστες πρακτικές που λαμβάνουν υπόψη τις πλέον πρόσφατες εξελίξεις στην κοινότητα των κεντρικών τραπεζών και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, η κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/855 (ΕΚΤ/2015/11) προβλέπει την τακτική επανεξέτασή της από το διοικητικό συμβούλιο. Η θέση σε ισχύ του κώδικα συμπεριφοράς ανωτάτων λειτουργών της ΕΚΤ (6) (στο εξής ο «ενιαίος κώδικας συμπεριφοράς») ενίσχυσε περαιτέρω τα ομοιόμορφα πρότυπα επαγγελματικής δεοντολογίας για όλα τα μέλη των ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ και τους αναπληρωτές τους. Υπό τις συνθήκες αυτές το διοικητικό συμβούλιο θεωρεί αναγκαία την προσαρμογή των υφιστάμενων προτύπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο πλαίσιο δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος.

(9)

Το διοικητικό συμβούλιο συνέστησε την ομάδα δράσης υπαλλήλων αρμόδιων για θέματα δεοντολογίας και συμμόρφωσης (Ethics and Compliance Officers Task Force, ECTF) με σκοπό τη δημιουργία ενός διοργανικού φόρουμ για την ανταλλαγή απόψεων σε θέματα δεοντολογίας και συμμόρφωσης και σε ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών (ΕΕ) 2015/855 (ΕΚΤ/2015/11) και (ΕΕ) 2015/856 (ΕΚΤ/2015/12). Λαμβανομένων υπόψη της αυξανόμενης σημασίας των παραπάνω θεμάτων, της συνακόλουθης αναγκαιότητας θέσπισης πιο φιλόδοξων προτύπων στο επίπεδο του Ευρωσυστήματος και της στήριξης της συνεκτικής εφαρμογής του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος, το διοικητικό συμβούλιο θεώρησε σκόπιμο να αναθέσει στην ECTF αυξημένες αρμοδιότητες και να τη μετατρέψει σε μόνιμη διάσκεψη δεοντολογίας και συμμόρφωσης (Ethics and Compliance Conference, ECC). Οι ενισχυμένες αυτές αρμοδιότητες αναμένεται ότι θα παρέχουν στο Ευρωσύστημα τη δυνατότητα αποτελεσματικής αντιμετώπισης των προκλήσεων που είναι εγγενείς στη δυναμική φύση των προτύπων ακεραιότητας και χρηστής διακυβέρνησης.

(10)

Προς διασφάλιση της συνολικής συνεκτικότητας των εν λόγω πλαισίων δεοντολογίας θα πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω και να ευθυγραμμιστούν με τον ενιαίο κώδικα συμπεριφοράς οι κύριες έννοιες που αφορούν τις συγκρούσεις συμφερόντων, την αποδοχή δώρων και φιλοξενίας και την απαγόρευση κατάχρησης μη δημόσιων πληροφοριών κατά τα οριζόμενα στις κατευθυντήριες γραμμές (ΕΕ) 2015/855 (ΕΚΤ/2015/11) και (ΕΕ) 2015/856 (ΕΚΤ/2015/12). Ειδικότερα, οι έλεγχοι πριν από την έναρξη της εργασιακής σχέσης και οι περιορισμοί μετά τη λύση της θα πρέπει να επεκταθούν πέραν των υψηλόβαθμων μελών του προσωπικού του Ευρωσυστήματος που αναφέρονται απευθείας στο εκτελεστικό επίπεδο, προκειμένου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά ανησυχίες που αφορούν μετακινήσεις μεταξύ κεντρικών τραπεζών και ιδιωτικού τομέα μέσω «περιστρεφόμενης θύρας», ιδίως όσον αφορά συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

(11)

Παρότι η εφαρμογή του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος αφορά μόνο την εκτέλεση καθηκόντων του Ευρωσυστήματος, είναι εντούτοις ευκταίο οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος να εφαρμόζουν ισοδύναμα πρότυπα στα μέλη των οργάνων και του προσωπικού τους, καθώς και σε άλλα πρόσωπα που εκτελούν καθήκοντα μη σχετιζόμενα με το Ευρωσύστημα.

(12)

Οι διατάξεις της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής ισχύουν υπό την επιφύλαξη της εκάστοτε εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, ιδίως της εργατικής.

(13)

Οι διατάξεις της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής ισχύουν υπό την επιφύλαξη του ενιαίου κώδικα συμπεριφοράς και τυχόν απαιτήσεων δεοντολογικής συμπεριφοράς που αφορούν ειδικούς τομείς και ανταποκρίνονται κατ’ ελάχιστον στις αρχές του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΑ ΓΡΑΜΜΗ:

ΚΕΦΆΛΑΙΟ I

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Εφαρμογή

1.   Η παρούσα κατευθυντήρια γραμμή εφαρμόζεται στις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του Ευρωσυστήματος που τους ανατίθενται. Συναφώς, οι εσωτερικοί κανόνες τους οποίους οι ίδιες θεσπίζουν στο πλαίσιο της συμμόρφωσής τους με τις διατάξεις της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής εφαρμόζονται στα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους.

2.   Στον βαθμό που είναι νομικώς εφικτό οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος επιδιώκουν την επέκταση των υποχρεώσεων που ορίζονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής και σε πρόσωπα που συμμετέχουν στην εκτέλεση καθηκόντων του Ευρωσυστήματος, χωρίς να είναι μέλη του προσωπικού τους.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής:

(1)

ως «κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος» νοείται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή εθνική κεντρική τράπεζα κράτους μέλους με νόμισμα το ευρώ·

(2)

ως «καθήκον του Ευρωσυστήματος» νοείται καθήκον που ανατίθεται στο Ευρωσύστημα βάσει της Συνθήκης και του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·

(3)

ως «πλαίσιο δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος» νοούνται οι διατάξεις της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής, όπως εφαρμόζονται από κάθε κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος·

(4)

ως «μη δημόσια πληροφορία» νοείται οποιασδήποτε μορφής πληροφορία αφορά την εκτέλεση καθηκόντων του Ευρωσυστήματος από κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος και δεν έχει δημοσιοποιηθεί·

(5)

ως «πληροφορία που μπορεί να επηρεάσει τις αγορές» νοείται μη δημόσια πληροφορία συγκεκριμένης φύσης, της οποίας η δημοσιοποίηση ενδέχεται να επιδρά σημαντικά στην τιμή περιουσιακών στοιχείων ή στις τιμές στις χρηματοπιστωτικές αγορές·

(6)

ως «μέλος του προσωπικού» νοείται πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση απασχόλησης με κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος και το οποίο δεν είναι επιφορτισμένο αποκλειστικά με καθήκοντα σχετικά με την εκτέλεση καθηκόντων που δεν σχετίζονται με το Ευρωσύστημα·

(7)

ως «μέλος οργάνου» νοείται μέλος οργάνου λήψης αποφάσεων ή άλλου εσωτερικού οργάνου κεντρικής τράπεζας του Ευρωσυστήματος, πλην μέλους του προσωπικού, το οποίο δεν είναι επιφορτισμένο αποκλειστικά με καθήκοντα σχετικά με την εκτέλεση καθηκόντων που δεν σχετίζονται με το Ευρωσύστημα·

(8)

ως «ρυθμιζόμενη οντότητα» νοείται οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους φορείς:

α)

νομισματικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (ΝΧΙ), όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2021/379 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2021/2) (7), αλλά αποκλειομένων των αμοιβαίων κεφαλαίων της χρηματαγοράς·

β)

πιστωτικό ίδρυμα που αποτελεί μη ΝΙΧΙ, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/379 (ΕΚΤ/2021/2)·

γ)

σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 10) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8)· κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9)· διαχειριστής κεντρικού αποθετηρίου τίτλων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014· διαχειριστής συστήματος πληρωμών, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2014/28) (10)· διαχειριστής κάθε άλλου συστήματος πληρωμών ή σχήματος πληρωμών με κάρτες που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του πλαισίου του Ευρωσυστήματος για την πολιτική επίβλεψης (11) ή του αναθεωρημένου πλαισίου επίβλεψης της ΕΚΤ για τα συστήματα πληρωμών λιανικής (12) (στο εξής από κοινού οι «εγκεκριμένες υποδομές της χρηματοπιστωτικής αγοράς»)·

δ)

κρίσιμος πάροχος υπηρεσιών εγκεκριμένης υποδομής χρηματοπιστωτικής αγοράς που επιβλέπεται άμεσα από το Ευρωσύστημα σύμφωνα με το πλαίσιο του Ευρωσυστήματος για την πολιτική επίβλεψης·

(9)

ως «σύγκρουση συμφερόντων» νοείται κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας προσωπικά συμφέροντα ενδέχεται να επηρεάζουν ή να θεωρηθεί ότι επηρεάζουν την αμερόληπτη και αντικειμενική εκτέλεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων·

(10)

ως «προσωπικό συμφέρον» νοείται πραγματικό ή δυνητικό ωφέλημα, χρηματικής ή μη χρηματικής φύσης, που προσπορίζεται σε μέλος του προσωπικού ή οργάνου, συμπεριλαμβανομένου, ενδεικτικά, ωφελήματος προσποριζόμενου σε μέλη της άμεσης οικογένειας (γονείς, τέκνα, αδέλφια), σύζυγο ή σύντροφο·

(11)

ως «βραχυπρόθεσμες συναλλαγές» νοούνται η αγορά και εν συνεχεία πώληση χρηματοπιστωτικού μέσου ή η πώληση και εν συνεχεία αγορά του ίδιου χρηματοπιστωτικού μέσου εντός 90 ημερολογιακών ημερών·

(12)

ως «προϋφιστάμενο περιουσιακό στοιχείο» νοείται απαγορευμένο περιουσιακό στοιχείο το οποίο αποκτάται από μέλος οργάνου ή του προσωπικού πριν από την απαγόρευσή του ή πριν από την εφαρμογή της απαγόρευσής του στο μέλος αυτό ή το οποίο περιέρχεται εκ των υστέρων στην κατοχή του μέλους λόγω της συνδρομής περιστάσεων που εκφεύγουν παντελώς του πεδίου επιρροής του τελευταίου·

(13)

ως «όφελος» νοείται δώρο, φιλοξενία ή άλλο ωφέλημα σε χρήμα, σε είδος ή άλλης φύσης, το οποίο δεν συνιστά αντάλλαγμα συμφωνούμενο για την παροχή υπηρεσιών και το οποίο ο αποδέκτης δεν δικαιούται άλλως·

(14)

ως «ασφαλιστική εταιρεία» νοείται επιχείρηση που εμπίπτει σε έναν ή περισσότερους από τους ορισμούς του άρθρου 13, σημεία 1) έως 6), της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), υπό τον όρο ότι είναι καταχωρισμένη στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων.

Άρθρο 3

Συγκρουόμενες εθνικές διατάξεις και δυνατότητα εφαρμογής διαφορετικών πλαισίων δεοντολογίας

1.   Εφόσον ισχύουσα εθνική νομοθεσία εμποδίζει ορισμένη ΕθνΚΤ να εφαρμόσει διάταξη της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής, η ΕθνΚΤ ενημερώνει την ΕΚΤ χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και λαμβάνει εύλογα μέτρα που βρίσκονται στη διάθεσή της με σκοπό την άρση του εμποδίου που θέτει η οικεία εθνική νομοθεσία και την επίτευξη εναρμονισμένης εφαρμογής της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής σε επίπεδο Ευρωσυστήματος.

2.   Οι διατάξεις της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής ισχύουν με την επιφύλαξη αυστηρότερων κανόνων δεοντολογίας τους οποίους θεσπίζουν και εφαρμόζουν κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος στα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ II

Πρότυπα δεοντολογικής συμπεριφοράς

ΜΕΡΟΣ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 4

Βασικές αρχές

1.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους τηρούν τα πλέον υψηλά πρότυπα δεοντολογικής συμπεριφοράς κατά την άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους.

2.   Κατά τη συμμόρφωση με την υποχρέωση της παραγράφου 1 οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν ειδικότερα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους ενεργούν με εντιμότητα, ανεξαρτησία, αμεροληψία, σεβασμό και διακριτικότητα, αποφεύγοντας οποιαδήποτε μορφή ανάρμοστης συμπεριφοράς και παρενόχλησης, και με ανιδιοτέλεια, διατηρώντας και προάγοντας έτσι την εμπιστοσύνη του κοινού στο Ευρωσύστημα.

Άρθρο 5

Αλληλεπιδράσεις με εξωτερικούς φορείς

Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους που πραγματοποιούν συναντήσεις με εξωτερικούς φορείς, και ιδίως με εκπροσώπους του κλάδου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, α) επιδεικνύουν ουδετερότητα και τηρούν την αρχή της ίσης μεταχείρισης στις αλληλεπιδράσεις με τους εξωτερικούς φορείς· β) πριν από κάθε συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής του διοικητικού συμβουλίου τηρούν επταήμερη περίοδο αποχής από την πραγματοποίηση ομιλιών ή τη διατύπωση παρατηρήσεων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις προσδοκίες σχετικά με επικείμενες αποφάσεις νομισματικής πολιτικής· γ) τηρούν στοιχειώδη αρχεία των συναντήσεων· και δ) αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά θα μπορούσε να εκληφθεί ως συμπεριφορά η οποία προσπορίζει σε εξωτερικούς φορείς οφέλη, μεταξύ άλλων οφελών εμπορικού χαρακτήρα ή οφελών από άποψη κύρους.

ΜΕΡΟΣ 2

ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Άρθρο 6

Συγκρούσεις συμφερόντων

1.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος οφείλουν να διαθέτουν μηχανισμό διαχείρισης καταστάσεων σύγκρουσης συμφερόντων οι οποίες εκδηλώνονται στο πρόσωπο υποψήφιων μελών του προσωπικού τους λόγω, μεταξύ άλλων, πρότερων επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, χρηματοοικονομικών συμμετοχών, ιδιωτικών δραστηριοτήτων ή προσωπικών σχέσεων.

2.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος θεσπίζουν εσωτερικούς κανόνες που να υποχρεώνουν τα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους να αποφεύγουν και να γνωστοποιούν οποιαδήποτε κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση συμφερόντων. Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι σε περίπτωση γνωστοποίησης σύγκρουσης συμφερόντων η σύγκρουση αυτή καταχωρίζεται δεόντως και ότι υφίστανται και λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την άρση ή τον μετριασμό της, μεταξύ άλλων μέσω της απαλλαγής από τα καθήκοντα που σχετίζονται με το οικείο αντικείμενο.

3.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος οφείλουν να διαθέτουν μηχανισμό αξιολόγησης και αποτροπής πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων λόγω της ανάληψης επαγγελματικών δραστηριοτήτων από μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους μετά τη λύση της εργασιακής τους σχέσης με τις ίδιες, περιλαμβανομένης της εφαρμογής κατάλληλων απαιτήσεων ειδοποίησης και μεταβατικών περιόδων («cooling-off periods»).

4.   Εφόσον απαιτείται, οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος οφείλουν να διαθέτουν μηχανισμό αξιολόγησης και αποτροπής πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων λόγω της ανάληψης επαγγελματικών δραστηριοτήτων από μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους κατά τη διάρκεια άδειας άνευ αποδοχών.

Άρθρο 7

Απαγόρευση λήψης οφελών

1.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος θεσπίζουν εσωτερικούς κανόνες που απαγορεύουν στα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους να ζητούν, να λαμβάνουν ή να αποδέχονται υποσχέσεις με σκοπό τον προσπορισμό οφέλους συνδεόμενου με οποιονδήποτε τρόπο με την άσκηση των επίσημων καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων.

2.   Στους εσωτερικούς κανόνες τους οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις από την απαγόρευση της παραγράφου 1 όσον αφορά οφέλη προσφερόμενα από κεντρικές τράπεζες, ΕΑΑ, θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, διεθνείς οργανισμούς, κυβερνητικές υπηρεσίες και πανεπιστήμια, καθώς και εθιμοτυπικής ή αμελητέας αξίας οφέλη προσφερόμενα από τον ιδιωτικό τομέα, στην τελευταία αυτή περίπτωση υπό την προϋπόθεση ότι τα οφέλη δεν προσφέρονται συχνά και δεν προέρχονται από την ίδια πηγή. Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι προαναφερθείσες εξαιρέσεις ούτε επηρεάζουν ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζουν την ανεξαρτησία και αμεροληψία των μελών του προσωπικού και των οργάνων τους.

ΜΕΡΟΣ 3

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΜΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 8

Επαγγελματικό απόρρητο και απαγόρευση γνωστοποίησης μη δημόσιων πληροφοριών

Λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που απορρέουν από το άρθρο 37 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των μελών του προσωπικού και των οργάνων τους με τις υποχρεώσεις επαγγελματικού απορρήτου που τα διέπουν και την απαγόρευση σε αυτά της γνωστοποίησης μη δημόσιων πληροφοριών σε τρίτους χωρίς σχετική άδεια.

Άρθρο 9

Απαγόρευση κατάχρησης μη δημόσιων πληροφοριών

1.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν την απαγόρευση της κατάχρησης μη δημόσιων πληροφοριών από τα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους.

2.   Η απαγόρευση κατάχρησης μη δημόσιων πληροφοριών καλύπτει κατ’ ελάχιστον τη χρήση μη δημόσιων πληροφοριών: α) για τη διενέργεια ιδιωτικών χρηματοοικονομικών συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων· και β) για την παροχή συστάσεων σε τρίτους ή την παρακίνησή τους να ενεργήσουν σε σχέση με τις εν λόγω μη δημόσιες πληροφορίες.

Άρθρο 10

Γενικές αρχές όσον αφορά τις ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές

Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι κατά τη διενέργεια ιδιωτικών χρηματοοικονομικών συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων τα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους υποχρεούνται να επιδεικνύουν προσοχή και αυτοσυγκράτηση και να ενεργούν σε μεσομακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα.

Άρθρο 11

Ειδικοί περιορισμοί όσον αφορά τις κρίσιμες ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές

1.   Λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες που αφορούν την αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και αναλογικότητα, οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος θεσπίζουν εσωτερικούς κανόνες εφαρμοστέους στα μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους, τα οποία κατά την εκτέλεση καθηκόντων του Ευρωσυστήματος έχουν κατ’ επανάληψη πρόσβαση σε πληροφορίες που μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές (στο εξής «πρόσωπα με πρόσβαση σε πληροφορίες που μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές»), εισάγοντας τους ειδικούς περιορισμούς της παραγράφου 2 σχετικά με τις ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές που συνδέονται ή μπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέονται στενά με την εκτέλεση καθηκόντων του Ευρωσυστήματος (στο εξής οι «κρίσιμες ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές»).

2.   Οι εσωτερικοί κανόνες της παραγράφου 1:

α)

απαγορεύουν τις κρίσιμες ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές που αφορούν:

i)

μετοχικούς τίτλους και χρεόγραφα που εκδίδει ρυθμιζόμενη οντότητα·

ii)

παράγωγα σχετιζόμενα με μετοχικούς τίτλους και χρεόγραφα που εκδίδει ρυθμιζόμενη οντότητα·

iii)

μερίδια σε σχήματα συλλογικών επενδύσεων των οποίων η δεδηλωμένη επενδυτική πολιτική απευθύνεται αποκλειστικά σε ρυθμιζόμενες οντότητες· και

β)

περιορίζουν τις κρίσιμες ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές που αφορούν ιδίως:

i)

συνάλλαγμα, χρυσό, κρατικά χρεόγραφα της ζώνης του ευρώ, μετοχικούς τίτλους και χρεόγραφα που εκδίδουν ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς και μετοχικούς τίτλους και χρεόγραφα που εκδίδουν μη ρυθμιζόμενες οντότητες και αγοράζουν κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος στο πλαίσιο οποιουδήποτε προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού της ΕΚΤ·

ii)

παράγωγα σχετιζόμενα με τις κρίσιμες ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές του σημείου i)· και

γ)

περιορίζουν τις βραχυπρόθεσμες συναλλαγές.

3.   Λαμβανομένων υπόψη παραγόντων που αφορούν την αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και αναλογικότητα, οι εσωτερικοί κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει της παραγράφου 2, στοιχεία β) και γ), μπορούν να προβλέπουν έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους περιορισμούς της οικείας συναλλαγής:

α)

απαγόρευση·

β)

απαίτηση λήψης προηγούμενης άδειας·

γ)

απαίτηση εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων γνωστοποίησης·

δ)

περίοδο απαγόρευσης διενέργειας (embargo) της εν λόγω συναλλαγής.

4.   Στους εσωτερικούς κανόνες που θεσπίζουν, οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος: i) προβλέπουν ότι τα πρόσωπα με πρόσβαση σε πληροφορίες που μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές γνωστοποιούν τα προϋφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία τους όταν η κατοχή αυτών οδηγεί σε σύγκρουση συμφερόντων λόγω της συμμετοχής των συγκεκριμένων προσώπων σε καθήκοντα του Ευρωσυστήματος· και ii) θεσπίζουν μηχανισμό που διασφαλίζει την εντός εύλογου χρονικού διαστήματος άρση των συγκρούσεων συμφερόντων λόγω της κατοχής προϋφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων, προβλέποντας μεταξύ άλλων την ενδεχόμενη υποχρέωση πώλησης των περιουσιακών αυτών στοιχείων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στους εσωτερικούς κανόνες τους οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος μπορούν να προβλέπουν τη διατήρηση όσων προϋφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων δεν οδηγούν σε συγκρούσεις συμφερόντων.

5.   Στους εσωτερικούς κανόνες που θεσπίζουν, οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος καθορίζουν τους όρους και τα εχέγγυα βάσει των οποίων δεν υπόκεινται στους ειδικούς περιορισμούς του παρόντος άρθρου τα πρόσωπα με πρόσβαση σε πληροφορίες που μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές, τα οποία αναθέτουν σε ανεξάρτητους τρίτους τη διαχείριση των ιδιωτικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων τους βάσει έγγραφης συμφωνίας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

6.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος μπορούν να θεσπίζουν εσωτερικούς κανόνες για την εφαρμογή των περιορισμών του παρόντος άρθρου σε μέλη του προσωπικού και των οργάνων τους πέραν των προσώπων με πρόσβαση σε πληροφορίες που μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές.

7.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προσαρμογής των εσωτερικών τους κανόνων που επιβάλλουν ειδικούς περιορισμούς όσον αφορά τις κρίσιμες ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, κατά τρόπο ώστε οι κανόνες αυτοί να αποτυπώνουν τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Συνεργασία και εφαρμογή του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος

Άρθρο 12

Ανεξάρτητες λειτουργίες δεοντολογίας ή/και συμμόρφωσης

1.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι διαθέτουν ειδικό τμήμα δεοντολογίας ή/και συμμόρφωσης, το οποίο θα συνιστά ουσιώδες τμήμα διαχείρισης κινδύνου και θα αποσκοπεί στη στήριξη των οργάνων λήψης αποφάσεών τους κατά την εφαρμογή του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος. Το τμήμα δεοντολογίας ή/και συμμόρφωσης περιβάλλεται με κατάλληλο κύρος, εξουσία και ανεξαρτησία, όπως απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ιεραρχικά ή λειτουργικά αναφέρεται απευθείας στο ανώτατο επίπεδο διοίκησης της οικείας κεντρικής τράπεζας του Ευρωσυστήματος. Λαμβάνει επαρκείς πόρους για να εκτελεί τα καθήκοντά του, να παραμένει ενήμερο για τις συναφείς εξελίξεις και να διατηρεί επικαιροποιημένο το επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης του.

2.   Οι αρμοδιότητες του τμήματος δεοντολογίας ή/και συμμόρφωσης σε σχέση με το πλαίσιο δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος περιλαμβάνουν τα εξής: α) παροχή συμβουλών και καθοδήγησης σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος· β) ενημέρωση και διενέργεια υποχρεωτικής κατάρτισης· γ) προσδιορισμό και αξιολόγηση κινδύνων συμμόρφωσης· δ) παρακολούθηση και έλεγχο συμμόρφωσης· ε) αναφορά περιπτώσεων μη συμμόρφωσης· στ) σύνταξη ή συμβολή στη σύνταξη των εσωτερικών κανόνων και πρακτικών της οικείας κεντρικής τράπεζας του Ευρωσυστήματος· και ζ) εκπόνηση της ετήσιας έκθεσης της οικείας κεντρικής τράπεζας του Ευρωσυστήματος κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 15 παράγραφος 1

3.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι το τμήμα δεοντολογίας ή/και συμμόρφωσης συμμετέχει δεόντως και εγκαίρως σε ζητήματα δυνάμενα να έχουν αντίκτυπο στο πλαίσιο δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος.

4.   Το τμήμα δεοντολογίας ή/και συμμόρφωσης των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος μεταχειρίζεται τις πληροφορίες που αποκτά στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ως άκρως εμπιστευτικές και επεξεργάζεται και διατηρεί τυχόν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες για την προστασία δεδομένων.

5.   Σε περιπτώσεις στις οποίες το τμήμα δεοντολογίας ή/και συμμόρφωσης των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος εκτελεί και ασκεί άλλα καθήκοντα και αρμοδιότητες, οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν τη συμβατότητα των εν λόγω καθηκόντων και αρμοδιοτήτων με τη λειτουργία δεοντολογίας ή/και συμμόρφωσης ή με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της οργανωτικής μονάδας με την οποία το εν λόγω τμήμα συνδέεται οργανωτικά.

Άρθρο 13

Παρακολούθηση της συμμόρφωσης

1.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος οφείλουν να διαθέτουν μηχανισμούς παρακολούθησης της συμμόρφωσης με τους κανόνες εφαρμογής της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής. Η παρακολούθηση περιλαμβάνει, ειδικότερα, τη συμμόρφωση με τους εσωτερικούς κανόνες εφαρμογής των ειδικών περιορισμών που ισχύουν όσον αφορά κρίσιμες ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 και, κατά περίπτωση, τακτικούς ή/και έκτακτους ελέγχους συμμόρφωσης.

2.   Η παρακολούθηση της συμμόρφωσης τελεί υπό την επιφύλαξη εσωτερικών κανόνων που επιτρέπουν τη διενέργεια εσωτερικών ερευνών σε περίπτωση υπονοιών περί παράβασης των κανόνων εφαρμογής της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής από μέλος του προσωπικού ή οργάνου.

Άρθρο 14

Αναφορά και ενεργή παρακολούθηση περιπτώσεων μη συμμόρφωσης

1.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος θεσπίζουν εσωτερικούς κανόνες για τους πληροφοριοδότες δημόσιου συμφέροντος και εσωτερικές διαδικασίες για την αναφορά περιπτώσεων μη συμμόρφωσης με τους κανόνες εφαρμογής της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής. Οι εν λόγω εσωτερικοί κανόνες και διαδικασίες περιλαμβάνουν μέτρα διασφάλισης της κατάλληλης προστασίας των προσώπων που αναφέρουν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.

2.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν την ενεργή παρακολούθηση (follow-up) της εξέλιξης πιθανών περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης κατά περίπτωση της επιβολής αναλογικών πειθαρχικών μέτρων σύμφωνα με τους εφαρμοστέους πειθαρχικούς κανόνες και διαδικασίες.

3.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος γνωστοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο διοικητικό συμβούλιο, μέσω της επιτροπής οργανωτικής ανάπτυξης και της εκτελεστικής επιτροπής και σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εσωτερικές διαδικασίες, κάθε μείζον συμβάν που αφορά παράλειψη συμμόρφωσης με τους οικείους εσωτερικούς κανόνες εφαρμογής της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής και ενημερώνουν παράλληλα την επιτροπή επιθεώρησης και την ECC.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 15

Υποβολή εκθέσεων και επανεξέταση

1.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος διαβιβάζουν στην ECC την ετήσια έκθεσή τους σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εφαρμογή αυτή, την προετοιμασία επανεξετάσεων ή/και τη διευκόλυνση της ανάπτυξης κοινών προσεγγίσεων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 παράγραφος 2.

2.   Το διοικητικό συμβούλιο επανεξετάζει την παρούσα κατευθυντήρια γραμμή τουλάχιστον ανά τριετία από την καταληκτική ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή των κανόνων και των μέτρων εφαρμογής της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 παράγραφος 2 ή κατόπιν σύστασης της ECC.

Άρθρο 16

Κατάργηση

1.   Η κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/855 (ΕΚΤ/2015/11) καταργείται.

2.   Οι παραπομπές στην κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/855 (ΕΚΤ/2015/11) νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα κατευθυντήρια γραμμή και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής.

Άρθρο 17

Έναρξη παραγωγής αποτελεσμάτων και εφαρμογή

1.   Η παρούσα κατευθυντήρια γραμμή αρχίζει να παράγει αποτελέσματα την ημέρα της κοινοποίησής της στις ΕθνΚΤ.

2.   Οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής και τη συμμόρφωση με αυτήν, και εφαρμόζουν τους κανόνες και τα μέτρα εφαρμογής της κατευθυντήριας οδηγίας από την 1η Ιουνίου 2023. Οι ΕθνΚΤ ενημερώνουν την ΕΚΤ για τυχόν εμπόδια στην εφαρμογή της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής και της κοινοποιούν τα κείμενα και τα μέσα που σχετίζονται με τα εν λόγω μέτρα έως την 1η Απριλίου 2023.

Άρθρο 18

Αποδέκτες

Η παρούσα κατευθυντήρια γραμμή απευθύνεται σε όλες τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος.

Φρανκφούρτη, 2 Νοεμβρίου 2021..

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ

Η Πρόεδρος της ΕΚΤ

Christine LAGARDE


(1)  Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/855 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 12ης Μαρτίου 2015, για τον καθορισμό των αρχών πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος και την κατάργηση της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2002/6 για τους ελάχιστους κανόνες που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες εφαρμόζουν κατά τη διενέργεια πράξεων νομισματικής πολιτικής και πράξεων συναλλάγματος με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ΕΚΤ και κατά τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της ΕΚΤ (ΕΚΤ/2015/11) (ΕΕ L 135 της 2.6.2015, σ. 23).

(2)  Κατευθυντήρια γραμμή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, για τους ελάχιστους κανόνες που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες εφαρμόζουν κατά τη διενέργεια πράξεων νομισματικής πολιτικής και πράξεων συναλλάγματος με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ΕΚΤ και κατά τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της ΕΚΤ (ΕΚΤ/2002/6) (ΕΕ L 270 της 8.10.2002, σ. 14).

(3)  Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/855 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 12ης Μαρτίου 2015, για τον καθορισμό των αρχών πλαισίου δεοντολογίας του Ευρωσυστήματος και την κατάργηση της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2002/6 για τους ελάχιστους κανόνες που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες εφαρμόζουν κατά τη διενέργεια πράξεων νομισματικής πολιτικής και πράξεων συναλλάγματος με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ΕΚΤ και κατά τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της ΕΚΤ (ΕΚΤ/2015/11) (ΕΕ L 135 της 2.6.2015, σ. 23).

(4)  Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/856 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 12ης Μαρτίου 2015, για τον καθορισμό των αρχών πλαισίου δεοντολογίας του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΚΤ/2015/12) (ΕΕ L 135 της 2.6.2015, σ. 29).

(5)  Eurosystem Ethics Framework Implementation Practices, 12 Μαρτίου 2015, διατίθεται στον ιστότοπο EUR-Lex.

(6)  Κώδικας συμπεριφοράς ανωτάτων λειτουργών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ C 89 της 8.3.2019, σ. 2).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2021/379 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 22ας Ιανουαρίου 2021, σχετικά με τα στοιχεία λογιστικής κατάστασης των πιστωτικών ιδρυμάτων και του τομέα των νομισματικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΚΤ/2021/2) (ΕΕ L 73 της 3.3.2021, σ. 16).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 795/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 3ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τις απαιτήσεις επίβλεψης για τα συστημικώς σημαντικά συστήματα πληρωμών (ΕΚΤ/2014/28) (ΕΕ L 217 της 23.7.2014, σ. 16).

(11)  Eurosystem oversight policy framework, αναθεωρημένη έκδοση (Ιούλιος 2016), διατίθεται στον ιστότοπο της ΕΚΤ (www.ecb.europa.eu).

(12)  Revised oversight framework for retail payment systems, Φεβρουάριος 2016, διατίθεται στον ιστότοπο της ΕΚΤ (www.ecb.europa.eu).

(13)  Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πίνακας αντιστοιχίας

Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/855 (ΕΚΤ/2015/11)

Παρούσα κατευθυντήρια γραμμή

Άρθρο 1

Άρθρο 2

Άρθρο 2

Άρθρο 1

Άρθρο 3

/

Άρθρο 4

/

Άρθρο 5

Άρθρο 13

Άρθρο 6

Άρθρο 14

Άρθρο 7

Άρθρο 9

Άρθρο 8

Άρθρο 11

Άρθρο 9

Άρθρο 6

Άρθρο 10

Άρθρο 7

Άρθρο 11

Άρθρο 16

Άρθρο 12

Άρθρο 17

Άρθρο 13

Άρθρο 15

Άρθρο 14

Άρθρο 18


Top