This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 32004D0752
2004/752/EC, Euratom: Council Decision of 2 November 2004 establishing the European Union Civil Service Tribunal
2004/752/ΕΚ, Ευρατόμ: Απόφαση του Συμβουλίου, της 2ας Νοεμβρίου 2004, για την ίδρυση Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης
2004/752/ΕΚ, Ευρατόμ: Απόφαση του Συμβουλίου, της 2ας Νοεμβρίου 2004, για την ίδρυση Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΕΕ L 333 της 9.11.2004, pp. 7–11
(ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV) Το έγγραφο αυτό έχει δημοσιευτεί σε ειδική έκδοση
(BG, RO, HR)
ΕΕ L 153M της 7.6.2006, pp. 84–88
(MT)
ΕΕ L 296M της 26.10.2006, pp. 8–12
(GA)
No longer in force, Date of end of validity: 31/07/2016; καταργήθηκε από 32016R1192
| Relation | Act | Comment | Subdivision concerned | From | To |
|---|---|---|---|---|---|
| Modifies | 12001C/PRO/02 | προσθήκη | παράρτημα 1 | 12/11/2004 | |
| Modifies | 12002E/PRO/10 | προσθήκη | τίτλος 4 BIS | 10/11/2004 | |
| Modifies | 12002E/PRO/10 | προσθήκη | παράρτημα 1 | 12/11/2004 | |
| Modifies | 12002M/PRO/10 | προσθήκη | τίτλος 4 BI | 12/11/2004 | |
| Modifies | 12002M/PRO/10 | προσθήκη | παράρτημα 1 | 12/11/2004 |
| Relation | Act | Comment | Subdivision concerned | From | To |
|---|---|---|---|---|---|
| Corrected by | 32004D0752R(01) | (MT) | |||
| Corrected by | 32004D0752R(02) | (EN,ES, ET, FI, HU, LV, PL, PT, SK, SL) | |||
| Corrected by | 32004D0752R(03) | (CS, LT) | |||
| Corrected by | 32004D0752R(04) | (FI, IT) | |||
| Corrected by | 32004D0752R(05) | (BG) | |||
| Corrected by | 32004D0752R(06) | (HU) | |||
| Corrected by | 32004D0752R(07) | (PL) | |||
| Corrected by | 32004D0752R(08) | (LV) | |||
| Corrected by | 32004D0752R(09) | (ES) | |||
| Corrected by | 32004D0752R(10) | (LV, HU) | |||
| Repealed by | 32016R1192 | 01/08/2016 |
|
9.11.2004 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 333/7 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 2ας Νοεμβρίου 2004
για την ίδρυση Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(2004/752/ΕΚ, Ευρατόμ)
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 225 A και 245,
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως τα άρθρα 140 B και 160,
την πρόταση της Επιτροπής,
τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
τη γνώμη του Δικαστηρίου,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το άρθρο 225 A της συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 140 B της συνθήκης ΕΚΑΕ εξουσιοδοτούν το Συμβούλιο να συνιστά δικαιοδοτικά τμήματα για την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό ορισμένων κατηγοριών προσφυγών, να ορίζει τους κανόνες σχετικά με τη σύνθεση των εν λόγω δικαιοδοτικών τμημάτων και να προσδιορίζει την έκταση των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται. |
|
(2) |
Η σύσταση ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου για τις διαφορές της δημόσιας διοίκησης, το οποίο θα είναι αρμόδιο να αποφαίνεται πρωτοδίκως επί των διαφορών αυτών –αρμοδιότητα η οποία επί του παρόντος ασκείται από το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων– βελτιώνει τη λειτουργία του κοινοτικού δικαιοδοτικού συστήματος. Ανταποκρίνεται στο σχετικό αίτημα που διατυπώνεται στη δήλωση αριθ. 16 σχετικά με το άρθρο 225 Α της συνθήκης ΕΚ (1), η οποία εγκρίθηκε κατά την υπογραφή της συνθήκης της Νίκαιας στις 26 Φεβρουαρίου 2001. |
|
(3) |
Επομένως, θα πρέπει να προσαρτηθεί στο Πρωτοδικείο δικαιοδοτικό τμήμα, το οποίο, από θεσμική και οργανωτική άποψη, θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Δικαστηρίου και του οποίου τα μέλη θα έχουν καθεστώς ανάλογο με εκείνο των μελών του Πρωτοδικείου. |
|
(4) |
Θα πρέπει να δοθεί σε αυτό το νέο δικαιοδοτικό όργανο ονομασία που θα το διακρίνει από τα επιμέρους τμήματά του ή από τα τμήματα του Πρωτοδικείου. |
|
(5) |
Για να διασφαλιστεί ένα ευανάγνωστο στο σύνολό του δικαιοδοτικό σύστημα, πρέπει να εισαχθούν, σε παράρτημα του οργανισμού του Δικαστηρίου, διατάξεις σχετικές με τις αρμοδιότητες, τη σύνθεση, την οργάνωση και τη διαδικασία του δικαιοδοτικού τμήματος. |
|
(6) |
Ο αριθμός των δικαστών του δικαιοδοτικού τμήματος θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένος στο φόρτο εργασίας του. Για τη διευκόλυνση της λήψης απόφασης του Συμβουλίου όσον αφορά το διορισμό των δικαστών, θα πρέπει να προβλεφθεί η σύσταση, από το Συμβούλιο, ανεξάρτητης συμβουλευτικής επιτροπής, η οποία θα ελέγχει εάν οι υποβαλλόμενες υποψηφιότητες πληρούν τις απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις. |
|
(7) |
Το δικαιοδοτικό τμήμα θα πρέπει να αποφαίνεται σύμφωνα με διαδικασία που προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες των διαφορών των οποίων επιλαμβάνεται, εξετάζοντας τις δυνατότητες φιλικού διακανονισμού των διαφορών σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. |
|
(8) |
Σύμφωνα με το άρθρο 225 A τρίτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 140 B τρίτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚΑΕ, οι αποφάσεις των δικαιοδοτικών τμημάτων υπόκεινται σε αναίρεση, η οποία περιορίζεται σε νομικά ζητήματα ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που προβλέπονται για τις αναιρέσεις που επί του παρόντος ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου. Οι οικείες διατάξεις του οργανισμού του Δικαστηρίου επαναλαμβάνονται στο παράρτημα του οργανισμού που αφορά το δικαιοδοτικό τμήμα, για να αποφευχθούν οι παραπομπές που θα έθιγαν την σαφήνεια του συνολικού μηχανισμού. |
|
(9) |
Στην παρούσα απόφαση θα πρέπει να προβλεφθούν οι δέουσες μεταβατικές διατάξεις, ούτως ώστε το δικαιοδοτικό τμήμα να μπορέσει, ήδη από τη σύστασή του, να ασκήσει τα καθήκοντά του, |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Προσαρτάται στο Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαιοδοτικό τμήμα που αποφαίνεται επί των διαφορών της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, το οποίο εφεξής καλείται «Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έδρα του στο Πρωτοδικείο.
Άρθρο 2
Το πρωτόκολλο για τον Οργανισμό του Δικαστηρίου τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Παρεμβάλλεται ο ακόλουθος τίτλος: «ΤΊΤΛΟΣ IVa ΤΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ Άρθρο 62α Οι διατάξεις σχετικά με τις αρμοδιότητες, τη σύνθεση, την οργάνωση και τη διαδικασία των δικαιοδοτικών τμημάτων, που ιδρύονται δυνάμει των άρθρων 225 Α της συνθήκης ΕΚ και 140 Β της συνθήκης ΕΚΑΕ, περιλαμβάνονται σε παράρτημα του παρόντος οργανισμού.». |
|
2) |
Προστίθεται το παράρτημα Ι, το κείμενο του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης. |
Άρθρο 3
1. Ο διορισμός του πρώτου προέδρου του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνεται για χρονικό διάστημα τριών ετών, κατά τη διαδικασία διορισμού των δικαστών, εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει ότι θα εφαρμοστεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του παραρτήματος Ι του οργανισμού του Δικαστηρίου, το κείμενο του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης.
2. Αμέσως μετά την ορκωμοσία όλων των δικαστών του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο πρόεδρος του Συμβουλίου επιλέγει με κλήρο τρεις δικαστές του Δικαστηρίου αυτού, η θητεία των οποίων θα λήξει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο πρώτη φράση του παραρτήματος Ι του οργανισμού του Δικαστηρίου, μετά το πέρας των τριών πρώτων ετών θητείας.
3. Οι υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παραρτήματος Ι του οργανισμού του Δικαστηρίου, των οποίων έχει επιληφθεί το Πρωτοδικείο κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του άρθρου αυτού και για τις οποίες δεν έχει ολοκληρωθεί η γραπτή διαδικασία, όπως περιγράφεται στο άρθρο 52 του κανονισμού διαδικασίας του Πρωτοδικείου, παραπέμπονται στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έως την έναρξη της ισχύος του κανονισμού διαδικασίας του, εφαρμόζει κατ’ αναλογία τον κανονισμό διαδικασίας του Πρωτοδικείου, πλην των διατάξεων περί μονομελούς συνθέσεως.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός από το άρθρο 1 του παραρτήματος Ι του οργανισμού του Δικαστηρίου, το κείμενο του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης.
Το άρθρο 1 του παραρτήματος Ι του οργανισμού του Δικαστηρίου αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της απόφασης του προέδρου του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης συγκροτήθηκε νόμιμα.
Βρυξέλλες, 2 Νοεμβρίου 2004.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
B. R. BOT
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Άρθρο 1
Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφεξής καλούμενο “Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης”, είναι αρμόδιο σε πρώτο βαθμό για την εκδίκαση των διαφορών μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, δυνάμει του άρθρου 236 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 152 της συνθήκης ΕΚΑΕ, συμπεριλαμβανομένων των διαφορών μεταξύ κάθε οργάνου ή οργανισμού και του προσωπικού τους, για τις οποίες η αρμοδιότητα ανατίθεται στο Δικαστήριο.
Άρθρο 2
Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποτελείται από επτά δικαστές. Κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, ο αριθμός των δικαστών μπορεί να αυξηθεί με απόφαση του Συμβουλίου η οποία λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία.
Οι δικαστές διορίζονται για περίοδο έξι ετών. Τα απερχόμενα μέλη μπορούν να διορίζονται εκ νέου.
Οι κενές θέσεις πληρούνται με το διορισμό νέων δικαστών για περίοδο έξι ετών.
Άρθρο 3
1. Οι δικαστές διορίζονται από το Συμβούλιο, με απόφαση την οποία λαμβάνει σύμφωνα με τα άρθρα 225 Α εδάφιο 4 της συνθήκης ΕΚ και 140 Β εδάφιο 4 της συνθήκης ΕΚΑΕ, κατόπιν διαβουλεύσεως με την προβλεπόμενη στο παρόν άρθρο επιτροπή. Κατά το διορισμό των δικαστών το Συμβούλιο μεριμνά ούτως ώστε να είναι ισορροπημένη η σύνθεση του Δικαστηρίου και να στηρίζεται στην ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών και όσον αφορά τα εκπροσωπούμενα νομικά συστήματα.
2. Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την υπηκοότητα της Ένωσης και πληροί τις προβλεπόμενες στα άρθρα 225 Α εδάφιο 4 της συνθήκης ΕΚ και 140 Β εδάφιο 4 της συνθήκης ΕΚΑΕ προϋποθέσεις, δύναται να υποβάλλει την υποψηφιότητά του. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία κατόπιν συστάσεως του Δικαστηρίου ορίζει τις διαδικασίες υποβολής και εξέτασης των υποψηφιοτήτων.
3. Συγκροτείται επιτροπή η οποία αποτελείται από επτά προσωπικότητες που επιλέγονται μεταξύ των πρώην μελών του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου και νομομαθών αναγνωρισμένου κύρους. Ο διορισμός των μελών της επιτροπής και οι κανόνες λειτουργίας της αποφασίζονται από το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, κατόπιν συστάσεως του προέδρου του Δικαστηρίου.
4. Η επιτροπή εκφέρει γνώμη όσον αφορά την επάρκεια των υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Η επιτροπή συνοδεύει τη γνώμη αυτή με κατάλογο υποψηφίων οι οποίοι διαθέτουν την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου πείρα. Ο κατάλογος αυτός πρέπει να περιλαμβάνει αριθμό υποψηφίων τουλάχιστον διπλάσιο του αριθμού των δικαστών που πρόκειται να διορισθούν από το Συμβούλιο.
Άρθρο 4
1. Οι δικαστές εκλέγουν μεταξύ τους τον πρόεδρο του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης για τρία έτη. Η επανεκλογή του επιτρέπεται.
2. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης συνεδριάζει κατά τμήματα αποτελούμενα από τρεις δικαστές. Σε ορισμένες περιπτώσεις που καθορίζονται από τον κανονισμό διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται και εν ολομελεία, σε τμήμα πέντε δικαστών ή σε μονομελή τμήματα.
3. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης προεδρεύει της ολομέλειας και του πενταμελούς τμήματος. Οι πρόεδροι των τριμελών τμημάτων διορίζονται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Εάν ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης τοποθετηθεί σε τριμελές τμήμα, αναλαμβάνει την προεδρία του τμήματος αυτού.
4. Ο κανονισμός διαδικασίας ορίζει τις αρμοδιότητες και την απαρτία της ολομέλειας, καθώς και τη σύνθεση των τμημάτων και την ανάθεση υποθέσεων σε αυτά.
Άρθρο 5
Τα άρθρα 2 έως 6, 14, 15, το άρθρο 17 πρώτο, δεύτερο και πέμπτο εδάφιο, καθώς και το άρθρο 18 του οργανισμού του Δικαστηρίου εφαρμόζονται στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης και στα μέλη του.
Ο όρκος που προβλέπεται στο άρθρο 2 του οργανισμού δίδεται ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 3, 4 και 6 αφού ζητήσει τη γνώμη του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.
Άρθρο 6
1. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στηρίζεται στις υπηρεσίες του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου ή ενδεχομένως ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου καθορίζουν από κοινού με τον πρόεδρο του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης τις προϋποθέσεις με τις οποίες οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου, παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης για τη διασφάλιση της λειτουργίας του. Ορισμένοι υπάλληλοι ή μέλη του λοιπού προσωπικού υπάγονται στον γραμματέα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης υπό την εποπτεία του προέδρου του εν λόγω δικαστηρίου.
2. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διορίζει τον γραμματέα του και καθορίζει την υπηρεσιακή του κατάσταση. Το άρθρο 3 τέταρτο εδάφιο και τα άρθρα 10, 11 και 14 του οργανισμού του Δικαστηρίου ισχύουν για τον γραμματέα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.
Άρθρο 7
1. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης διέπεται από τον τίτλο III του οργανισμού του Δικαστηρίου, εξαιρέσει των άρθρων 22 και 23. Προσδιορίζεται και συμπληρώνεται, εφόσον παρίσταται ανάγκη, από τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.
2. Οι διατάξεις σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς του Πρωτοδικείου ισχύουν για το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.
3. Το γραπτό στάδιο της διαδικασίας περιλαμβάνει την υποβολή της προσφυγής και του υπομνήματος αντίκρουσης, εκτός εάν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποφασίσει ότι απαιτείται δεύτερη ανταλλαγή γραπτών υπομνημάτων. Όταν διενεργηθεί η δεύτερη ανταλλαγή γραπτών υπομνημάτων, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, να αποφασίσει να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία.
4. Σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, από την κατάθεση της προσφυγής και μετέπειτα, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δύναται να εξετάζει τις δυνατότητες φιλικού διακανονισμού της διαφοράς και δύναται να προσπαθεί να διευκολύνει τον εν λόγω διακανονισμό.
5. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποφαίνεται για τα έξοδα. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
Άρθρο 8
1. Εάν προσφυγή ή άλλο διαδικαστικό έγγραφο, απευθυνόμενο στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, κατατεθεί εκ παραδρομής στο γραμματέα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή του Πρωτοδικείου, διαβιβάζεται αμελλητί από αυτόν στον γραμματέα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Ομοίως, εάν προσφυγή ή άλλο διαδικαστικό έγγραφο, απευθυνόμενο στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή το Πρωτοδικείο, κατατεθεί εκ παραδρομής στον γραμματέα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, διαβιβάζεται αμελλητί από αυτόν στον γραμματέα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή του Πρωτοδικείου.
2. Εάν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κρίνει ότι δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει προσφυγή που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή του Πρωτοδικείου, την παραπέμπει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή στο Πρωτοδικείο. Ομοίως, εάν το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή το Πρωτοδικείο κρίνει ότι αρμόδιο για την εκδίκαση της προσφυγής είναι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, το επιληφθέν δικαστήριο την παραπέμπει σε αυτό, το οποίο δεν μπορεί σε τέτοια περίπτωση να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο.
3. Εάν ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και του Πρωτοδικείου εκκρεμούν υποθέσεις που θέτουν το ίδιο ζήτημα ερμηνείας ή αμφισβητούν το κύρος της ίδιας πράξης, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δύναται, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων, να αναστείλει τη διαδικασία έως ότου απαγγελθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου.
Εάν ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και του Πρωτοδικείου εκκρεμούν υποθέσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο, προκειμένου να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί των υποθέσεων αυτών.
Άρθρο 9
Κατά των οριστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και κατά των αποφάσεων που επιλύουν εν μέρει τη διαφορά ως προς την ουσία ή που επιλύουν δικονομικό ζήτημα που αφορά ένσταση αναρμοδιότητας ή απαραδέκτου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η αναίρεση αυτή μπορεί να ασκηθεί από τον εν όλω ή εν μέρει ηττηθέντα διάδικο. Οι παρεμβαίνοντες, εξαιρέσει των κρατών μελών και των οργάνων των Κοινοτήτων, δεν μπορούν πάντως να ασκήσουν αναίρεση, εκτός εάν η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης τους θίγει απευθείας.
Άρθρο 10
1. Κάθε πρόσωπο, η αίτηση παρεμβάσεως του οποίου απορρίφθηκε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου, εντός δύο εβδομάδων από της κοινοποιήσεως της απορριπτικής αποφάσεως.
2. Οι διάδικοι μπορούν να ασκήσουν αναίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης που εκδόθηκαν με βάση τα άρθρα 242 ή 243 ή το άρθρο 256 τέταρτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ ή με βάση τα άρθρα 157 ή 158 ή το άρθρο 164 τρίτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚΑΕ, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς τους.
3. Ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου δύναται να αποφασίζει για τις αναιρέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, με συνοπτική διαδικασία, η οποία παρεκκλίνει, κατά το αναγκαίο μέτρο, από ορισμένους κανόνες που περιέχονται στο παρόν παράρτημα και η οποία θα καθορισθεί από τον κανονισμό διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
Άρθρο 11
1. Η αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ως λόγοι αναίρεσης επιτρέπεται να προβάλλονται η αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, οι πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα δικαιώματα του ενδιαφερόμενου διαδίκου και η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.
2. Αναίρεση δεν χωρεί αποκλειστικά για τον καταλογισμό και το ύψος των δικαστικών εξόδων.
Άρθρο 12
1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 242 και 243 της συνθήκης ΕΚ και των άρθρων 157 και 158 της συνθήκης ΕΚΑΕ, η άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.
2. Σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατά αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου περιλαμβάνει δύο στάδια: τη γραπτή και την προφορική διαδικασία. Το Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στον κανονισμό διαδικασίας του, και μετά την ακρόαση των διαδίκων, μπορεί να αποφασίζει χωρίς προφορική διαδικασία.
Άρθρο 13
1. Εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Πρωτοδικείο αναιρεί την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και αποφαίνεται το ίδιο επί της διαφοράς. Παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημόσιας Διοίκησης, όταν η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση.
2. Σε περίπτωση παραπομπής, το Δικαστήριο της Δημόσιας Διοίκησης δεσμεύεται ως προς τα νομικά ζητήματα που έχουν επιλυθεί με την απόφαση του Πρωτοδικείου.»