Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document E2009C0341

Απόφαση της Εποπτευούσας Αρχής της ΕΖΕΣ αριθ. 341/09/COL, της 23ης Ιουλίου 2009 , σχετικά με το κοινοποιηθέν καθεστώς φορολογικών οφελών για ορισμένους συνεταιρισμούς (Νορβηγία)

ΕΕ L 158 της 16.6.2011, pp. 39–53 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2009/341(2)/oj

16.6.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 158/39


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΖΕΣ

αριθ. 341/09/COL

της 23ης Ιουλίου 2009

σχετικά με το κοινοποιηθέν καθεστώς φορολογικών οφελών για ορισμένους συνεταιρισμούς (Νορβηγία)

Η ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ (1),

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (2), και ιδίως τα άρθρα 61 έως 63 και το πρωτόκολλο 26,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου (3), και ιδίως το άρθρο 24,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το άρθρο 1 παράγραφος 2 του μέρους I και το άρθρο 4 παράγραφος 4, το άρθρο 6 και το άρθρο 7 παράγραφος 3 του μέρους II του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου (4),

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τις κατευθυντήριες γραμμές της Αρχής σχετικά με την εφαρμογή και την ερμηνεία των άρθρων 61 και 62 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (5), και ιδίως το κεφάλαιο περί φορολογίας των επιχειρήσεων,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την απόφαση αριθ. 195/04/COL της 14ης Ιουλίου 2004 σχετικά με τις διατάξεις εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 27 του μέρους II του πρωτοκόλλου 3 (6),

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την απόφαση αριθ. 719/07/COL της 19ης Δεκεμβρίου 2007 για την κίνηση της διαδικασίας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του μέρους I του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου όσον αφορά το κοινοποιηθέν καθεστώς φορολογικών οφελών για ορισμένους συνεταιρισμούς,

ΑΦΟΎ ΚΆΛΕΣΕ τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (7) και έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις τους,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Με επιστολή της 28ης Ιουνίου 2007 του νορβηγικού Υπουργείου Δημόσιας Διοίκησης και Μεταρρυθμίσεων, που παρελήφθη και πρωτοκολλήθηκε από την Αρχή στις 29 Ιουνίου 2007 (αριθ. αναφοράς 427327) και επιστολή του Υπουργείου Οικονομικών της 22ας Ιουνίου 2007, που παρελήφθη και πρωτοκολλήθηκε από την Αρχή στις 4 Ιουλίου 2007 (αριθ. αναφοράς 428135), οι νορβηγικές αρχές κοινοποίησαν τις προτεινόμενες τροπολογίες των διατάξεων για τη φορολόγηση των συνεταιριστικών εταιρειών που αναφέρονται στο τμήμα 10-50 του φορολογικού νόμου, βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 3 του μέρους 1 του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου.

Μετά από ανταλλαγή διαφόρων επιστολών (8), η Αρχή ενημέρωσε τις νορβηγικές αρχές, με επιστολή της 19ης Δεκεμβρίου 2007, ότι αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του μέρους I του πρωτοκόλλου 3 σχετικά με το κοινοποιηθέν καθεστώς περί φορολογικών οφελών για ορισμένες συνεταιριστικές εταιρείες. Με επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2008 (αριθ. αναφοράς 465882), οι νορβηγικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της απόφασης αριθ. 719/07/COL για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

Η απόφαση αριθ. 719/07/COL δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο συμπλήρωμα ΕΟΧ (9). Η Αρχή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.

Η Αρχή έλαβε τις παρατηρήσεις διαφόρων ενδιαφερομένων μερών (10). Με επιστολή της 23ης Μαΐου 2008 (αριθ. αναφοράς 478026), η Αρχή διαβίβασε τις παρατηρήσεις αυτές στις νορβηγικές αρχές, στις οποίες δόθηκε η δυνατότητα να απαντήσουν, αλλά αυτές αποφάσισαν να μην υποβάλουν συμπληρωματικές παρατηρήσεις.

2.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

2.1.   ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Το 1992, οι νορβηγικές αρχές θέσπισαν καθεστώς ειδικών εκπτώσεων φόρου για ορισμένους συνεταιρισμούς. Σύμφωνα με το εν λόγω σύστημα, παρέχεται σε ορισμένους συνεταιρισμούς των τομέων της γεωργίας, της δασοκομίας και της αλιείας καθώς και σε συνεταιρισμούς καταναλωτών το δικαίωμα έκπτωσης φόρου βάσει του μετοχικού κεφαλαίου τους. Η απαλλαγή περιοριζόταν κατ’ ανώτατο όριο στο 15 % των ετήσιων καθαρών εσόδων που προέρχονταν αποκλειστικά από συναλλαγές με τα μέλη του συνεταιρισμού. Μια έκπτωση που αντιστοιχεί στο ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό θα συνεπαγόταν μείωση του συνήθους εταιρικού φόρου του 28 % σε 23,8 %. Στόχος του εν λόγω καθεστώτος ήταν η παροχή φορολογικού πλεονεκτήματος στις συνεταιριστικές εταιρείες με το αιτιολογικό ότι είχαν δυσκολότερη πρόσβαση σε ίδια κεφάλαια σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις (11).

Το εν λόγω καθεστώς καταργήθηκε από το οικονομικό έτος 2005. Όμως, με τον κρατικό προϋπολογισμό του 2007, οι νορβηγικές αρχές πρότειναν την επανεφαρμογή του καθεστώτος με ελαφρές τροποποιήσεις (12). Ως εκ τούτου, το καθεστώς αυτό κοινοποιήθηκε στην Αρχή.

2.2.   ΣΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ

Σύμφωνα με την κοινοποίηση, οι συνεταιρισμοί πρέπει να ενισχύονται, διότι το δημόσιο συμφέρον επιτάσσει τη διατήρηση επιχειρήσεων οι οποίες βασίζονται στις αρχές της δημοκρατίας, της αυτοβοήθειας, της υπευθυνότητας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, εναλλακτικά προς τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης. Έτσι, για να διασφαλιστεί το δημόσιο, άυλο συμφέρον από τη διατήρηση συνεταιριστικών εταιρειών ως εναλλακτική δυνατότητα προς τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, είναι απαραίτητο να αποζημιώνονται οι συνεταιριστικές εταιρείες για τα μειονεκτήματα που τις πλήττουν σε σύγκριση με άλλες εταιρείες. Στόχος του κοινοποιηθέντος καθεστώτος είναι, σύμφωνα με την κοινοποίηση, να αντισταθμιστούν ορισμένα από τα μειονεκτήματα αυτά όσον αφορά την προμήθεια κεφαλαίων.

2.3.   ΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΜΕΤΡΟ

Το κοινοποιηθέν μέτρο ορίζεται στο νέο τμήμα 10-50 του φορολογικού νόμου σύμφωνα με το οποίο οι συνεταιριστικές εταιρείες δικαιούνται έκπτωση φόρου. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής:

«[…] επιτρέπεται έκπτωση για εισφορές σε συλλογικά ίδια κεφάλαια μέχρι 15 % των εσόδων. Η έκπτωση παραχωρείται μόνο για το εισόδημα που προκύπτει από συναλλαγές με τα μέλη. Οι συναλλαγές με μέλη και οι ισοδύναμες εμπορικές συναλλαγές πρέπει να εμφανίζονται στους λογαριασμούς και να τεκμηριώνονται». (13)

Σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, η έκφραση «συλλογικά ίδια κεφάλαια» δεν αναφέρεται σε στοιχείο του ισολογισμού των εταιρειών αλλά είναι μια καθαρά φορολογική διατύπωση. Εννοείται ότι τα συλλογικά ίδια κεφάλαια μπορεί να αποτελούνται από παρακρατούμενο κεφάλαιο, μερίσματα τα οποία ανήκουν στα μέλη και διατηρούνται στο συνεταιρισμό σε «αποθεματικό για μελλοντικές πληρωμές»  (14) και από εξατομικευμένα κεφάλαια υπό μορφή μερισμάτων τα οποία έχουν μεταφερθεί στους λογαριασμούς κεφαλαίου των μελών του συνεταιρισμού (15).

Ο όρος «ισοδύναμες εμπορικές συναλλαγές» ορίζεται στην παράγραφο 3 του τμήματος 10-50 του φορολογικού νόμου ως αγορές που πραγματοποιεί η ένωση αλιευτικών οργανώσεων από μέλη μιας άλλης ένωσης αλιευτικών οργανώσεων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αγορές που πραγματοποιούν γεωργικοί συνεταιρισμοί από αντίστοιχους συνεταιρισμούς με στόχο τη ρύθμιση της αγοράς και αγορές που επιβάλλει μια κρατική αρχή (16).

Από την προταθείσα διάταξη συνάγεται ότι η έκπτωση φόρου, γενικά, παρέχεται μόνο για έσοδα που προέρχονται από συναλλαγές με μέλη. Κατά συνέπεια, δεν παρέχεται καμία έκπτωση φόρου για έσοδα που προέρχονται από εμπορικές συναλλαγές με τρίτους. Όπως αναφέρεται στο σχέδιο του τμήματος 10-50 του φορολογικού νόμου, πρέπει να είναι δυνατό να προσδιορίζονται οι συναλλαγές με μέλη και οι ισοδύναμες εμπορικές συναλλαγές βάσει των λογαριασμών του συνεταιρισμού. Κατά συνέπεια, είναι απολύτως απαραίτητο να υπάρχει χωριστή καταγραφή των συναλλαγών με τα μέλη και των εμπορικών συναλλαγών με τρίτους. Ο συνεταιρισμός πρέπει να είναι σε θέση να τεκμηριώνει τις συναλλαγές με τα μέλη και τις ισοδύναμες εμπορικές συναλλαγές.

Κατά την εκτίμηση των νορβηγικών αρχών στην κοινοποίηση, η απώλεια φορολογικών εσόδων που οφείλεται στο εξεταζόμενο καθεστώς κυμαινόταν μεταξύ 30 εκατ. ΝΟΚ και 40 εκατ. ΝΟΚ (περίπου 4-5 εκατ. ευρώ) το οικονομικό έτος 2007.

2.4.   ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ

Το εν λόγω καθεστώς θα εφαρμοστεί στους συνεταιρισμούς οι οποίοι αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 έως 6 του προτεινόμενου τμήματος 10-50 του φορολογικού νόμου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το κοινοποιηθέν καθεστώς περιλαμβάνει κυρίως ορισμένους συνεταιρισμούς καταναλωτών και συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνται στους τομείς της γεωργίας, της δασοκομίας και της αλιείας.

Όσον αφορά τους συνεταιρισμούς καταναλωτών, από την παράγραφο 2(α) του προτεινόμενου τμήματος 10-50 το φορολογικού νόμου συνάγεται ότι από το κοινοποιηθέν καθεστώς θα επωφεληθούν μόνο συνεταιρισμοί καταναλωτών που έχουν ποσοστό άνω του 50 % του συνήθους κύκλου εργασιών τους από συναλλαγές με μέλη.

Επιπλέον, οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί που υπάγονται στο νόμο για τους συνεταιρισμούς κατασκευαστικών εταιρειών (17) μπορούν επίσης να επωφεληθούν από την έκπτωση φόρου. Η διάταξη αυτή συνιστά επέκταση του συστήματος σε σύγκριση με αυτό που ίσχυσε μέχρι το 2005, βλέπε τμήμα I-2.1 ανωτέρω.

Συνεταιρισμοί άλλοι πέρα από αυτούς που αναφέρονται ρητά στο τμήμα 10-50 του φορολογικού νόμου δεν καλύπτονται από το εν λόγω καθεστώς. Σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, η επιλογή δικαιούχων συνεταιρισμών βασίζεται στην υπόθεση ότι είναι απολύτως απαραίτητη η αντιστάθμιση πρόσθετων εξόδων στους τομείς οι οποίοι καλύπτονται από το κοινοποιηθέν καθεστώς. Οι συνεταιρισμοί σε τομείς οι οποίοι δεν θα καλύπτονται από το καθεστώς αυτό είναι, σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, κατά κανόνα μικρότερες οντότητες με περιορισμένη οικονομική δραστηριότητα ή χωρίς οικονομική δραστηριότητα.

2.5.   ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΝΟΡΒΗΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Σύμφωνα με τον ορισμό στο τμήμα 1(2) του νόμου για τους συνεταιρισμούς (18), ένας συνεταιρισμός είναι επιχείρηση

«που έχει ως βασικούς στόχους την προώθηση των οικονομικών συμφερόντων των μελών της από τα μέλη που συμμετέχουν στην εταιρεία ως αγοραστές, προμηθευτές ή με παρόμοιο άλλο τρόπο, όταν

1.

το κέρδος, πέρα από τη συνήθη απόδοση των επενδυμένων κεφαλαίων, είτε αποδίδεται στην εταιρεία είτε διανέμεται στα μέλη βάσει του ποσοστού συμμετοχής τους στις εμπορικές συναλλαγές του ομίλου, και

2.

κανένα από τα μέλη δεν είναι ατομικά υπόχρεο για τις οφειλές του ομίλου, είτε συνολικά είτε για μέρη που όλα μαζί συνθέτουν τις συνολικές οφειλές.». (19)

Επίσης, από το τμήμα 3(2) του νόμου για τους συνεταιρισμούς συνάγεται ότι τα μέλη ενός συνεταιρισμού δεν υποχρεούνται να εισφέρουν κεφάλαιο στο συνεταιρισμό, εάν αυτό δεν ορίζεται με γραπτή συμφωνία κατά την εγγραφή ενός μέλος ή με χωριστή συμφωνία. Η απαίτηση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο εάν η υποχρέωση καταβολής συνδρομής μέλους ορίζεται στο καταστατικό του συνεταιρισμού. Επιπλέον, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι κάθε υποχρέωση εισφοράς κεφαλαίου πρέπει να περιορίζεται σε συγκεκριμένο ποσό είτε με κάποιο άλλο τρόπο.

2.6.   ΤΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗ ΝΟΡΒΗΓΙΑ (20)

Στη Νορβηγία υπάρχουν περίπου 4 000 συνεταιρισμοί με περισσότερα από 2 εκατ. μέλη συνολικά. Οι συνεταιρισμοί δραστηριοποιούνται κυρίως στους τομείς της γεωργίας, της αλιείας, της στέγης και της προστασίας των καταναλωτών, αλλά και σε άλλους τομείς της οικονομίας, όπως οι ασφάλειες, οι μεταφορές, ο ενεργειακός εφοδιασμός, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τα μέσα ενημέρωσης κ.λπ.

Η Ομοσπονδία Νορβηγικών Γεωργικών Συνεταιρισμών (FNAC) περιλαμβάνει 14 εθνικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της μεταποίησης, πώλησης και αγοράς γεωργικών προϊόντων και αγαθών που χρησιμοποιούνται στη γεωργική παραγωγή (λιπάσματα, μηχανές κ.λπ.), την κτηνοτροφία, τον πιστωτικό τομέα και τις ασφάλειες. Οι γεωργικοί συνεταιρισμοί έχουν περισσότερα από 50 000 μέλη (κάτοχοι εκμεταλλεύσεων), περίπου 19 000 απασχολούμενους και ο ετήσιος κύκλος εργασιών τους υπερβαίνει τα 58 δισ. ΝΟΚ (περίπου 6 δισ. ευρώ). Οι γεωργικοί συνεταιρισμοί είναι ιδιοκτήτες ορισμένων από τα γνωστότερα νορβηγικά εμπορικά σήματα, όπως το TINE (γαλακτοκομικά προϊόντα), το Gilde (κόκκινο κρέας) και Prior (αυγά και πουλερικά). Οι βασικοί στόχοι των γεωργικών συνεταιρισμών είναι να διασφαλίζουν τρόπους διάθεσης για μεταποίηση και εμπορία της γεωργικής παραγωγής, καθώς και καλές συνθήκες πρόσβασης σε κεφάλαια και σε εισροές για την παραγωγή της κάθε γεωργικής εκμετάλλευσης.

Σύμφωνα με το νορβηγικό νόμο για τους νωπούς ιχθείς (21), οι νορβηγικές συνεταιριστικές οργανώσεις πωλήσεων έχουν αποκλειστικό δικαίωμα διάθεσης στην αγορά ιχθύων και οστρακοειδών, εκτός από τους ιχθείς υδατοκαλλιέργειας. Υπάρχουν έξι συνεταιριστικά δίκτυα πωλήσεων σε αυτόν τον τομέα. Το πεδίο δραστηριότητας του κάθε δικτύου είτε συνδέεται με μια γεωγραφική περιοχή είτε με τα είδη. Οι ιδιοκτήτες των συνεταιριστικών δικτύων πώλησης είναι οι ίδιοι οι αλιείς. Εκτός από τις εμπορικές δραστηριότητες, τα δίκτυα πωλήσεων ασκούν και δραστηριότητες ελέγχου, όπως η προστασία των θαλάσσιων πόρων. Η αξία των πωλήσεων ιχθύων και οστρακοειδών ανέρχεται περίπου σε 6 δισ. ΝΟΚ (περίπου 620 εκατ. ευρώ). Το 90 % του συνόλου των ιχθύων και οστρακοειδών εξάγεται.

Η Coop NKL BA είναι η κεντρική οργάνωση των νορβηγικών συνεταιρισμών καταναλωτών. Η Coop είναι αλυσίδα καταστημάτων τροφίμων με περίπου 1,1 εκατ. μέλη οργανωμένα σε 140 συνεταιρισμούς. Διαχειρίζεται περισσότερα από 1 350 καταστήματα με ετήσιο κύκλο εργασιών περίπου 34 δισ. ΝΟΚ (περίπου 3,6 δισ. ευρώ). Απασχολεί περίπου 22 000 εργαζόμενους και έχει μερίδιο αγοράς 24 % στα είδη παντοπωλείου. Η Coop δραστηριοποιείται επίσης στη μεταποίηση τροφίμων και συνεργάζεται με άλλες σκανδιναβικές συνεταιριστικές οργανώσεις λιανικών πωλήσεων όσον αφορά την αγορά και μεταποίηση. Βασικοί στόχοι των συνεταιρισμών καταναλωτών είναι να παρέχουν στα μέλη τους ασφαλή και χρήσιμα αγαθά και υπηρεσίες σε ανταγωνιστικές τιμές και ταυτόχρονα να λειτουργούν ως οργανώσεις προστασίας των καταναλωτών που είναι μέλη τους.

Η Νορβηγική Ομοσπονδία Στεγαστικών Συνεταιριστικών Οργανισμών (NBBL) είναι μια εθνική ένωση που εκπροσωπεί 86 στεγαστικούς συνεταιρισμούς με 772 000 μέλη και 378 000 μονάδες κατοικίας, με 5 100 συνδεδεμένους στεγαστικούς συνεταιρισμούς. Το μέγεθος των στεγαστικών συνεταιρισμών ποικίλλει, αριθμώντας από 100 έως 190 000 μέλη. Οι στεγαστικοί συνεταιρισμοί κατέχουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς κατοικίας στις πόλεις, ενώ το μερίδιο αγοράς τους στο Όσλο είναι περίπου 40 % και το μέσο μερίδιο σε εθνικό επίπεδο είναι 15 %. Οι βασικοί στόχοι είναι η διασφάλιση ποιοτικών και κατάλληλων κατοικιών για τα μέλη τους και η εργασία σε ικανοποιητικές και σταθερές συνθήκες για τη συνεταιριστική οργάνωση της στέγασης.

2.7.   ΝΟΡΒΗΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΦΟΡΟ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥΣ

Ο γενικός συντελεστής της φορολογίας εταιρειών στη Νορβηγία είναι σήμερα 28 %. Ο φόρος εφαρμόζεται στο καθαρό φορολογητέο εισόδημα των επιχειρήσεων. Εφαρμόζεται επίσης όταν το εισόδημα προστίθεται στα ίδια κεφάλαια της εταιρείας. Όμως, το νορβηγικό ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι οι καταθέσεις μετοχών δεν είναι φορολογητέο εισόδημα για την εισπράττουσα εταιρεία (22). Η αιτιολογία είναι ότι οι εισφορές θεωρείται ότι έχουν φορολογηθεί προηγουμένως ως έσοδα του εισφέροντος. Κατά συνέπεια, όταν μια επιχείρηση οφείλει να καταβάλει φόρο 28 % για ίδια κεφάλαια που χρηματοδοτούνται από τα ίδια έσοδα της επιχείρησης, δεν καταβάλλεται φόρος για καταθέσεις από τους μετόχους ή το κοινό. Ως εκ τούτου, οι επιχειρήσεις υπό μορφή εταιρειών περιορισμένης ευθύνης κ.λπ. μπορούν να αυξήσουν το μετοχικό τους κεφάλαιο λαμβάνοντας μη φορολογητέες καταθέσεις μετοχών από τους μετόχους τους ή από το κοινό.

Όμως, οι συνεταιρισμοί δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. Με βάση το νορβηγικό νόμο περί συνεταιρισμών, δεν μπορούν να εκδίδουν μετοχές για το κοινό, ομολογίες ή συμμετοχές. Επιπλέον, θεωρείται ότι η αρχή της ανοικτής συμμετοχής περιορίζει το μέγεθος των εισφορών κεφαλαίου που μπορούν να ζητήσουν οι συνεταιρισμοί από τα μέλη τους.

Σύμφωνα με την κοινοποίηση, οι υποχρεώσεις και οι περιορισμοί που επιβάλλει ο νόμος στους συνεταιρισμούς θεωρούνται από τις νορβηγικές αρχές ως καθοριστικές και εγγενείς αρχές για τους συνεταιρισμούς. Κατά συνέπεια, οι νορβηγικές αρχές θεωρούν ότι η άρση αυτών των περιορισμών θα παραβίαζε θεμελιώδεις αρχές των συνεταιρισμών. Οι νορβηγικές αρχές επισημαίνουν ότι ο νορβηγικός νόμος περί συνεταιρισμών μπορεί να είναι αυστηρότερος ως προς αυτό το σημείο απ’ ό,τι η νομοθεσία άλλων ευρωπαϊκών κρατών για τους συνεταιρισμούς. Για παράδειγμα, οι νορβηγικές αρχές παραπέμπουν στο άρθρο 64 του κανονισμού (ΕΚ) περί του καταστατικού της Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρείας (23), σύμφωνα με το οποίο ο συνεταιρισμός μπορεί να προβλέπει την έκδοση τίτλων πλην μεριδίων ή ομολόγων για την απόκτηση των οποίων μπορεί να απαιτείται εγγραφή των μελών και μη μελών. Παρ’ όλα αυτά, οι νορβηγικές αρχές θεωρούν ότι είναι απαραίτητη η επιβολή περιορισμών στους συνεταιρισμούς στη Νορβηγία.

3.   ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Με την απόφαση αριθ. 719/07/COL, η Αρχή αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας όσον αφορά το κοινοποιηθέν καθεστώς. Στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η προκαταρκτική άποψη της Αρχής ήταν ότι το εν λόγω καθεστώς συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

Πρώτον, η Αρχή έκρινε ότι το προτεινόμενο φορολογικό όφελος για τους συνεταιρισμούς αποφέρει σε αυτούς πλεονέκτημα. Δεύτερον, έκρινε ότι το φορολογικό όφελος για τους συνεταιρισμούς είναι επιλεκτικό και εξέφρασε αμφιβολίες αν δικαιολογείται από τη φύση ή τη δομή του νορβηγικού φορολογικού συστήματος. Με βάση το επιχείρημα ότι το εξεταζόμενο καθεστώς θα μείωνε τον εταιρικό φόρο που πρέπει να καταβάλλουν οι καλυπτόμενοι συνεταιρισμοί, η Αρχή εξέφρασε φόβους ότι το σύστημα θα μπορούσε να νοθεύσει ή να απειλήσει με νόθευση τον ανταγωνισμό. Τέλος, η Αρχή διατύπωσε αμφιβολίες αν το κοινοποιηθέν μέτρο μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνο με κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί συμβατό με τις διατάξεις της συμφωνίας για τον ΕΟΧ περί κρατικών ενισχύσεων.

4.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΝΟΡΒΗΓΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ

Οι νορβηγικές αρχές υποστηρίζουν ότι η προταθείσα φορολογική έκπτωση δεν προσδίδει πλεονέκτημα στους συνεταιρισμούς. Αφενός, οι νορβηγικές αρχές υποστήριξαν ότι η έκπτωση φόρου πρέπει να θεωρείται «μέρος μιας διαπραγμάτευσης κατά την οποία το φορολογικό σύστημα συνίσταται σε πληρωμές από το κράτος σε συνεταιριστικές εταιρείες για να προσαρμοστούν στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς»  (24). Κατά συνέπεια, το κράτος εγγυάται τη συνεταιριστική μορφή ως εναλλακτική προς τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, γεγονός που θεωρείται άυλο όφελος δημοσίου συμφέροντος. Από την άλλη, οι νορβηγικές αρχές ισχυρίζονται ότι η έκπτωση φόρου πρέπει να θεωρείται ως αντιστάθμιση των πρόσθετων εξόδων με τα οποία βαρύνονται οι συνεταιρισμοί λόγω των περιορισμών που επιβάλλονται σε αυτούς όσον αφορά την πρόσβαση σε ίδια κεφάλαια, στοιχείο που θεωρείται διαρθρωτικό μειονέκτημα για τους συνεταιρισμούς. Οι νορβηγικές αρχές θεωρούν ότι το εν λόγω μέτρο απλώς αποτελεί αποζημίωση και αντισταθμίζει το θεμελιώδες μειονέκτημα που βαρύνει τους συνεταιρισμούς όσον αφορά την πρόσβαση σε ίδια κεφάλαια.

Όσον αφορά και τα δύο επιχειρήματα, οι νορβηγικές αρχές αναφέρουν ότι το σύστημα είναι σύμφωνο με την αρχή του επενδυτή ελεύθερης αγοράς. Το επιχείρημα φαίνεται ότι βασίζεται στην άποψη ότι η χορηγούμενη ενίσχυση στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος δεν υπερβαίνει το πρόσθετο κόστος λειτουργίας ενός συνεταιρισμού ούτε το δημόσιο όφελος από τη διασφάλιση της συνεταιριστικής μορφής.

Επιπλέον, οι νορβηγικές αρχές υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή ενός φορολογικού μέτρου δεν εμποδίζει την τήρηση της αρχής του επενδυτή ελεύθερης αγοράς, εφόσον η επιλεγόμενη από το κράτος μορφή ενίσχυσης πρέπει να είναι μη συναφής.

Από τη νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνάγεται ότι το γεγονός πως ένα μέτρο αντισταθμίζει ένα μειονέκτημα το οποίο πλήττει μια επιχείρηση δεν σημαίνει ότι το μέτρο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσδίδει πλεονέκτημα στην εν λόγω επιχείρηση. Σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, η πρακτική αυτή δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Όλες οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης έχουν τη δυνατότητα να αυξάνουν τα ίδια κεφάλαιά τους εισπράττοντας καταθέσεις που δε είναι φορολογητέα έσοδα για την εταιρεία. Το σύστημα απλά αποζημιώνει τους συνεταιρισμούς γι’ αυτό το μειονέκτημα και τους αντιμετωπίζει ισότιμα με τις άλλες εταιρείες. Επιπλέον, οι νορβηγικές αρχές ισχυρίζονται ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να διαχωριστεί από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην υπόθεση του ΟΤΕ  (25), εφόσον το φορολογικό όφελος και το πρόσθετο κόστος που οφείλεται στην υποχρέωση συντρέχουν ταυτόχρονα στην παρούσα περίπτωση. Οι νορβηγικές αρχές θεωρούν ότι η παράγραφος 101 της απόφασης για τον ΟΤΕ δηλώνει ότι αυτό θα μπορούσε να είναι σημαντικό για τον χαρακτηρισμό ως κρατική ενίσχυση.

Αναφορικά με την επιλεκτικότητα του καθεστώτος, οι νορβηγικές αρχές υποστηρίζουν ότι το σύστημα έχει ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται οι συνεταιρισμοί ως εάν τα ίδια κεφάλαια είχαν χρηματοδοτηθεί από μετόχους. Το φορολογικό όφελος επιτρέπει στο δικαιούχο συνεταιρισμό να χρησιμοποιεί το ίδιο ποσό ως ίδιο κεφάλαιο χωρίς να οφείλει να καταβάλει φόρο, όπως εάν θα ελάμβανε αντίστοιχο ποσό ως καταθέσεις μετοχών. Κατά συνέπεια, κατά την άποψη των νορβηγικών αρχών, ο γενικός κανόνας για τις καταθέσεις ιδίων κεφαλαίων εφαρμόζεται και στους συνεταιρισμούς.

Επιπλέον, οι νορβηγικές αρχές ισχυρίζονται ότι το κοινοποιηθέν καθεστώς είναι σύμφωνο με τις διατάξεις της συμφωνίας για τον ΕΟΧ περί κρατικών ενισχύσεων και τις αρχές που διατυπώνονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τις συνεταιριστικές εταιρείες. (26) Συγκεκριμένα, οι νορβηγικές αρχές αναφέρονται στο τμήμα 3.2.6 της ανακοίνωσης της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο μπορεί να είναι επιθυμητή η ειδική φορολογική μεταχείριση των συνεταιριστικών εταιρειών.

Τέλος, όσον αφορά τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, οι νορβηγικές αρχές υποστηρίζουν ότι το σύστημα απλά αντισταθμίζει μια υφιστάμενη στρέβλωση σε βάρος των συνεταιρισμών και, κατά συνέπεια, βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των επηρεαζόμενων αγορών.

5.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

Μετά τη δημοσίευση της απόφασης αριθ. 719/07/COL να κινηθεί επίσημη διαδικασία έρευνας σε σχέση με την κοινοποιηθείσα ενίσχυση σε ορισμένες συνεταιριστικές εταιρείες, η εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ έλαβε παρατηρήσεις ορισμένων τρίτων μερών.

Οι παρατηρήσεις της γαλλικής κυβέρνησης αναφέρονται, επί της ουσίας, στον ειδικό χαρακτήρα των συνεταιριστικών εταιρειών και τονίζουν ότι το κοινοποιηθέν καθεστώς έχει ως αποκλειστικό στόχο να αντισταθμίσει τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα των συνεταιριστικών εταιρειών.

Η Cooperatives Europe εκπροσωπεί συνεταιρισμούς από όλη την Ευρώπη και σκοπός της είναι η στήριξη και η ανάπτυξη συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Καταρχήν, η οργάνωση αναφέρεται στην ειδική ταυτότητα του συνεταιρισμού που είναι αναγνωρισμένη από τις κοινοτικές αρχές. Η Cooperatives Europe πιστεύει ότι τα ειδικά συστήματα που εφαρμόζονται προς όφελος των συνεταιρισμών δεν πρέπει να συγκρίνονται με τα συστήματα που εφαρμόζονται σε άλλες μορφές επιχειρήσεων, δεδομένου ότι τα συστήματα αποτελούν τη λειτουργική έκφραση των αρχών του συνεταιρίζεσθαι. Ακόμη, η Cooperatives Europe υποστηρίζει ότι οι ειδικές φορολογικές ρυθμίσεις για τους συνεταιρισμούς δεν έχουν ως στόχο ή αποτέλεσμα την εδραίωση αθέμιτου ανταγωνισμού, αλλά είναι σχεδιασμένες για να λαμβάνουν υπόψη και να αντισταθμίζουν με αναλογικό τρόπο τους περιορισμούς οι οποίοι είναι εγγενείς στη συνεταιριστική μορφή. Κατά την άποψη της Cooperatives Europe, το σύστημα δικαιολογείται λόγω της αρχής της ισότητας, διότι οι συνεταιρισμοί πλήττονται από ορισμένα μειονεκτήματα, μεταξύ άλλων την πρόσβαση σε κεφάλαια. Η Cooperatives Europe θεωρεί ότι οι συνεταιρισμοί υπάγονται σε αυτόνομο νομικό καθεστώς το οποίο λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Υποστηρίζει ότι, εάν ένα ειδικό φορολογικό καθεστώς για τους συνεταιρισμούς είναι σύμφωνο με τη λογική του δικανικού συστήματος ενός κράτους μέλους, είναι επακόλουθο των μορφών επιχειρησιακής λειτουργίας του συνεταιρισμού που συνδέεται με τις αρχές και τις αξίες του συνεταιρίζεσθαι και είναι ανάλογο με τους περιορισμούς που επιβάλλουν αυτοί οι τρόποι συνεταιριστικής λειτουργίας, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι συνιστά κρατική ενίσχυση ή πλεονέκτημα, αλλά είναι απλώς ένα καθεστώς που απορρέει από μια λογική λειτουργίας η οποία είναι διαφορετική από αυτή των άλλων τύπων εταιρειών και δικαιολογείται για λόγους ίσης μεταχείρισης εταιρειών διαφορετικών μορφών. Τέλος, η Cooperatives Europe υποστηρίζει ότι το εν λόγω καθεστώς αντισταθμίζει τα μειονεκτήματα που πλήττουν τους συνεταιρισμούς και, κατά συνέπεια, αναγνωρίζει τη λογική του συνεταιριστικού συστήματος και το δικαίωμα των συνεταιριστικών εταιρειών να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις.

Η Kooperativa Förbundet, μια ένωση συνεταιρισμών καταναλωτών της Σουηδίας, υποστηρίζει τα επιχειρήματα που διατύπωσε η Cooperatives Europe.

Η Confcooperative – Confederazione Cooperative Italiane είναι ένωση ιταλικών συνεταιρισμών. Δίνει έμφαση στο σκοπό της αλληλοβοήθειας των συνεταιρισμών και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η νορβηγική νομοθεσία είναι σύμφωνη με τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών που προσπαθούν να περιορίσουν τα μειονεκτήματα που πλήττουν τους συνεταιρισμούς, ιδίως όσον αφορά την άντληση κεφαλαίων. Επισημαίνει ότι τα επιπλέον ποσά που καταβάλλουν τα μέλη στο συνεταιρισμό παραμένουν ιδιοκτησία του μέλους και, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να φορολογούνται ως έσοδα του συνεταιρισμού.

Η Legacoop – Lega Nazionale delle Cooperative e Mutue είναι μια ένωση ιταλικών συνεταιρισμών όλων των τομέων. Η Legacoop αναφέρεται στα πλεονάσματα των συνεταιρισμών που χαρακτηρίζονται από την περιστασιακή παραίτηση των μελών του συνεταιρισμού από τα κέρδη τους. Η οργάνωση θεωρεί ότι το καθεστώς είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του αστικού κώδικα και τη φορολογική νομοθεσία για τις ευρωπαϊκές συνεταιριστικές εταιρείες και ότι το σύστημα θα συμβάλει στον περιορισμό των μειονεκτημάτων των συνεταιρισμών όσον αφορά την προμήθεια κεφαλαίων.

Η Coop de France είναι ένωση γαλλικών γεωργικών συνεταιρισμών. Η οργάνωση αναφέρεται στο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο που έχει αναγνωρίσει την ειδική αποστολή των συνεταιρισμών, ανεξαρτήτως του τομέα οικονομικής δραστηριότητας, και έχει αναπτύξει μέσα που παρέχουν στους συνεταιρισμούς ασφάλεια δικαίου. Επιπλέον, η οργάνωση υποστηρίζει ότι το καθεστώς δεν συνιστά ενίσχυση, αλλά απλώς αποζημιώνει τους συνεταιρισμούς για τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα που είναι εγγενή της νομικής μορφής τους. Επιπλέον, αναφέρει ότι το φορολογικό καθεστώς εντάσσεται στη λογική του συστήματος και κατά συνέπεια δεν είναι επιλεκτικό. Βασίζεται κυρίως στο επιχείρημα ότι το κεφάλαιο των συνεταιριστικών εταιρειών είναι αδιαίρετο και συνίσταται σε μη διανεμόμενα κέρδη των μελών. Η Coop de France αναφέρει επίσης τις δυσκολίες των συνεταιρισμών να αποκτήσουν πρόσβαση σε ίδια κεφάλαια λόγω της αδυναμίας να εκδώσουν μετοχές, του περιορισμένου αριθμού δυνητικών μελών με βάση το στόχο του συνεταιρισμού και του γεγονότος ότι είναι αδύνατο οι συνεταιρισμοί να χρησιμοποιήσουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Η Landbrugsrådet είναι ένωση γεωργικών συνεταιρισμών της Δανίας. Η οργάνωση αυτή υποστηρίζει ότι το καθεστώς δημιουργεί ένα ενιαίο και δίκαιο πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων τύπων επιχειρήσεων, σεβόμενο τη φύση των συνεταιριστικών εταιρειών και των αρχών του συνεταιρίζεσθαι. Το εν λόγω καθεστώς δεν ευνοεί τους συνεταιρισμούς, αλλά αντιμετωπίζει ένα διαρθρωτικό μειονέκτημα.

Η CECOP-CICOPA-Europe εκπροσωπεί τους συνεταιρισμούς στους τομείς της βιομηχανίας και των υπηρεσιών. Υποστηρίζει ότι τα ειδικά συστήματα από τα οποία ωφελούνται οι συνεταιρισμοί δεν πρέπει να συγκρίνονται με τα συστήματα που εφαρμόζονται σε άλλες μορφές επιχειρήσεων, διότι βασίζονται στις αρχές που διέπουν τους συνεταιρισμούς. Υποστηρίζει ακόμη ότι, όταν η Αρχή συγκρίνει την κατάσταση των συνεταιριστικών εταιρειών με αυτή των άλλων εταιρειών, φαίνεται ότι κάνει ιεράρχηση των διάφορων νομικών μορφών των εταιρειών, θεωρώντας ως εξαίρεση το σύστημα των συνεταιριστικών εταιρειών. Αυτό δεν είναι σύμφωνο ούτε με την ευρωπαϊκή συνθήκη ούτε με τον κανονισμό περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας. Αναφερόμενη στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τις συνεταιριστικές εταιρείες, η ένωση υποστηρίζει ότι το κοινοποιηθέν καθεστώς λαμβάνει υπόψη και αντισταθμίζει με αναλογικό τρόπο τους περιορισμούς οι οποίοι είναι εγγενείς στη συνεταιριστική μορφή.

Η Γενική Συνομοσπονδία Γεωργικών Συνεταιρισμών της ΕΕ (COGECA) εκπροσωπεί το σύνολο των οικονομικών συμφερόντων των ευρωπαϊκών συνεταιρισμών στους τομείς της γεωργίας, των γεωργικών προϊόντων διατροφής, της δασοκομίας και της αλιείας. Η ένωση αναφέρεται στο θεμελιώδη ρόλο των συνεταιρισμών σε αυτούς τους τομείς, ο οποίος έχει αναγνωρισθεί από πολλά κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και στο γεγονός ότι τα καταστατικά των συνεταιρισμών περιλαμβάνουν την έννοια της μέριμνας για την κοινωνία (αειφόρος ανάπτυξη). Η συνομοσπονδία εκφράζει ανησυχία ότι η ενιαία φορολογική αντιμετώπιση των συνεταιρισμών και των εταιρειών άλλων μορφών θα ανάγκαζε τους συνεταιρισμούς να υιοθετήσουν άλλες νομικές μορφές οργάνωσης και, κατά συνέπεια, να δυσχέραινε ακόμη περισσότερο την πρόσβαση των γεωργών στην αγορά.

Η ένωση γεωργικών συνεταιρισμών CCAE Confederación de Cooperativas Agrarias de España υποστηρίζει τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν η COGECA, η Coop de France και η Cooperatives Europe.

Η Groupement National de la Coopération είναι μια οργάνωση υπέρ του συνεταιριστικού κινήματος στη Γαλλία. Υποστηρίζει ότι η ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση των συνεταιρισμών στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει στόχο να εξασφαλίσει δίκαιο ανταγωνισμό ανάμεσα στους συνεταιρισμούς και τις άλλες επιχειρήσεις και δεν νοθεύει τον ανταγωνισμό. Η ένωση αναφέρεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συνεταιρισμών και επισημαίνει ότι, για να μπορούν να υπάρξουν και να αναπτυχθούν οι συνεταιρισμοί, απαιτείται ένα ειδικό νομικό και φορολογικό πλαίσιο που να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και τις συνθήκες υπό τις οποίες ασκούν τις δραστηριότητές τους. Στηρίζει τη νορβηγική άποψη ότι το σύστημα δεν αποφέρει κανένα πλεονέκτημα στους συνεταιρισμούς και υποστηρίζει ότι το καθεστώς δεν θα νοθεύσει τον ανταγωνισμό, διότι δεν είναι δυνατό να εφαρμόζονται οι ίδιες ακριβώς διατάξεις για διαφορετικές μορφές επιχειρήσεων με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Με βάση τα ανωτέρω, η οργάνωση τονίζει ότι η ενίσχυση δεν είναι δυσανάλογη.

Η Μόνιμη Νορβηγική Επιτροπή για Συνεταιριστικά Θέματα (καλούμενη εφεξής «η NSCC») είναι μια ένωση νορβηγικών συνεταιρισμών. Η NSCC δηλώνει καταρχήν ότι υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις συνεταιριστικές εταιρείες και σε άλλες νομικές μορφές επιχειρήσεων, και συγκεκριμένα ότι η σχέση ανάμεσα στο συνεταιρισμό και τα μέλη του είναι διαφορετική από τη σχέση ανάμεσα σε μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και σε ένα μέτοχο. Αυτό επηρεάζει επίσης και τα φορολογικά μέτρα που εφαρμόζονται στις συνεταιριστικές εταιρείες.

Η NSCC υποστηρίζει καταρχάς ότι το μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, διότι δικαιολογείται από τη φύση ή το γενικό καθεστώς του φορολογικού συστήματος. Ως προς αυτό, η NSCC υποστηρίζει ότι οι συνεταιριστικές εταιρείες συγκροτούν τα ίδια κεφάλαιά τους χωρίς να καταβάλλουν μερίσματα στα μέλη τους. Κατά κανόνα, το πλεόνασμα αυτό πρέπει να καταβάλλεται στα μέλη του συνεταιρισμού, διότι στην ουσία αποτελεί μια υπό αίρεση αύξηση του κεφαλαίου η οποία δεν ανήκει στο συνεταιρισμό, αλλά στα μέλη του. Εάν το πλεόνασμα αυτό αποδοθεί στα μέλη, θα εκπίπτει από το φόρο του συνεταιρισμού. Εάν δεν αποδοθεί, τότε θα συνιστά εισφορά κεφαλαίου από τα μέλη στο συνεταιρισμό. Αποτελεί, λοιπόν, στοιχείο της λογικής του συστήματος ότι το πλεόνασμα πρέπει να απαλλάσσεται από φόρο, ανεξάρτητα αν προστίθεται στο μετοχικό κεφάλαιο ή επιστρέφεται στα μέλη. Επιπλέον, τηρείται η επικρατούσα λογική της αποφυγής της διπλής φορολόγησης ενός ποσού. Όπως ακριβώς οι ιδιωτικές επενδύσεις απαλλάσσονται από φόρο στις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, διότι έχουν ήδη φορολογηθεί στους μετόχους, η εισφορά των μελών στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού πρέπει να απαλλάσσεται από την καταβολή φόρου σε επίπεδο συνεταιρισμού, διότι έχει ήδη φορολογηθεί σε επίπεδο μέλους. Βάσει των ανωτέρω, η NSCC θεωρεί ότι το εν λόγω καθεστώς δεν πρέπει να εξετάζεται με βάση τις διατάξεις περί φόρου εισοδήματος, αλλά με βάση το νομικό πλαίσιο που διέπει την εισφορά ιδίων κεφαλαίων από τους μετόχους.

Δεύτερον, η NSCC υποστηρίζει ότι το μέτρο δε συνιστά πλεονέκτημα, διότι απλώς αντισταθμίζει τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα που είναι εγγενή στο νομικό καθεστώς των συνεταιρισμών. Αναφερόμενη στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας έρευνας, η NSCC υποστηρίζει ότι δεν έχει σημασία αν τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα αντισταθμίζονται με άλλα στοιχεία του καθεστώτος των συνεταιρισμών στη Νορβηγία, αλλά ότι το νομικό κριτήριο πρέπει να είναι αν αντισταθμίζεται από άλλα μέτρα το ειδικό μειονέκτημα που το εξεταζόμενο μέτρο έχει στόχο να αντισταθμίσει.

Τρίτον, η NSCC υποστηρίζει ότι το μέτρο δεν είναι επιλεκτικό, διότι η διαφορετική φορολογική μεταχείριση των συνεταιρισμών σε σχέση με τις άλλες επιχειρήσεις αντανακλά τις υφιστάμενες διαφορές στο εταιρικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, εφόσον το υπό εξέταση φορολογικό μέτρο εφαρμόζεται μόνο σε επιχειρήσεις που είναι οργανωμένες ως συνεταιριστικές εταιρείες, αφορά μόνο μια νομική μορφή εταιρείας η οποία είναι ανοικτή σε όλους. Κατά συνέπεια, το μέτρο δεν είναι επιλεκτικό.

II.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

1.   ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Όπως ορίζεται στο τμήμα I-2.4 ανωτέρω, οι δυνητικοί δικαιούχοι του εξεταζόμενου καθεστώτος είναι συνεταιριστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους τομείς της γεωργίας, της αλιείας και της δασοκομίας, ορισμένοι συνεταιρισμοί καταναλωτών και οικοδομικοί συνεταιρισμοί.

Το άρθρο 8 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ ορίζει το πεδίο της συμφωνίας. Από την παράγραφο 3 του άρθρου 8 συνάγεται ότι:

«Εκτός εάν άλλως ορίζεται, οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας εφαρμόζονται μόνο:

α)

στα προϊόντα που υπάγονται στα κεφάλαια 25 μέχρι 97 του εναρμονισμένου συστήματος περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων, εκτός από τα προϊόντα που απαριθμούνται στο πρωτόκολλο 2·

β)

στα προϊόντα που αναφέρονται στο πρωτόκολλο 3 με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στο εν λόγω πρωτόκολλο».

Ως εκ τούτου, οι τομείς της γεωργίας και της αλιείας σε μεγάλο βαθμό δεν εμπίπτουν στο πεδίο των διατάξεων της συμφωνίας για τον ΕΟΧ περί κρατικών ενισχύσεων.

Κατά συνέπεια, η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται στην προτεινόμενη φορολογική ελάφρυνση για τους συνεταιρισμούς, αλλά δεν αφορά τους συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνται στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας, εφόσον οι δραστηριότητες αυτών των επιχειρήσεων δεν εμπίπτουν στο πεδίο των διατάξεων της συμφωνίας για τον ΕΟΧ περί κρατικών ενισχύσεων.

2.   Η ΥΠΑΡΞΗ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

2.1.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ προβλέπει τα εξής:

«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη της ΕΚ, τα κράτη της ΕΖΕΣ ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, είναι ασυμβίβαστες με τη λειτουργία της παρούσας συμφωνίας, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συναλλαγές, εκτός εάν η παρούσα συμφωνία ορίζει άλλως.»

Η Αρχή υπενθυμίζει ότι, κατά κανόνα, το φορολογικό σύστημα ενός κράτους ΕΖΕΣ δεν καλύπτεται από τη συμφωνία για τον ΕΟΧ. Κάθε κράτος ΕΖΕΣ είναι ελεύθερο να σχεδιάζει και να εφαρμόζει φορολογικό σύστημα με βάση τις δικές του πολιτικές επιλογές. Η εφαρμογή ενός φορολογικού μέτρου, εντούτοις, όπως η έκπτωση του εταιρικού φόρου για ορισμένους συνεταιρισμούς, ενδέχεται να έχει επιπτώσεις κατά τρόπο που να υπαχθεί το εν λόγω φορολογικό μέτρο στο πεδίο του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Σύμφωνα με τη νομολογία (27), το άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε μέτρα κρατικής παρέμβασης με βάση τις αιτίες ή τους στόχους τους, αλλά τα ορίζει σε σχέση με τα αποτελέσματά τους.

2.2.   ΥΠΑΡΞΗ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

Για να συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 ΕΟΧ, η ενίσχυση πρέπει να χορηγείται από το κράτος ή με κρατικούς πόρους.

Η Αρχή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, η έννοια της ενίσχυσης είναι ευρύτερη από την έννοια της επιδότησης, διότι δεν περιλαμβάνει μόνο τις θετικές παροχές αλλά και μέτρα τα οποία με διάφορες μορφές ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που συνήθως βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης και, κατά συνέπεια, χωρίς να αποτελούν επιδοτήσεις με τη στενή έννοια του όρου, είναι της ίδιας φύσης ή έχουν ανάλογο αποτέλεσμα. (28)

Σύμφωνα με το κοινοποιηθέν καθεστώς, οι συνεταιρισμοί που αναφέρονται στο τμήμα 10-15 του φορολογικού νόμου επωφελούνται από μια ειδική μορφή έκπτωσης φόρου. Κατά συνέπεια, οι εισφορές από τα έσοδα αυτών των συνεταιρισμών σε ίδια κεφάλαια μπορούν να εκπίπτουν από τον φόρο. Η έκπτωση φόρου συνεπάγεται ότι μειώνεται ο φόρος που πρέπει να καταβάλουν οι καλυπτόμενοι από το καθεστώς συνεταιρισμοί. Το μέτρο συνεπάγεται μείωση των φορολογικών εσόδων για το νορβηγικό κράτος, η οποία εκτιμάται από τις νορβηγικές αρχές ότι κυμάνθηκε μεταξύ 35 και 40 εκατ. ΝΟΚ (περίπου 4-5 εκατ. ευρώ) το οικονομικό έτος 2007. Κατά πάγια νομολογία, ένα μέτρο με το οποίο οι δημόσιες αρχές παρέχουν σε ορισμένες επιχειρήσεις φορολογική απαλλαγή το οποίο, μολονότι δεν συνεπάγεται μεταβίβαση κρατικών πόρων, θέτει τους δικαιούχους σε ευνοϊκότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με τους υπολοίπους φορολογουμένους, συνιστά κρατική ενίσχυση (29). Κατά συνέπεια, η Αρχή κρίνει ότι το κοινοποιηθέν καθεστώς περιλαμβάνει κρατικούς πόρους.

2.3.   ΕΥΝΟΪΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ H ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

2.3.1.    Επιλεκτικότητα

Πρώτον, το μέτρο της ενίσχυσης πρέπει να είναι επιλεκτικό κατά την έννοια ότι ευνοεί « ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων αγαθών ».

Οι επιλέξιμοι συνεταιρισμοί για το εν λόγω σύστημα είναι επιχειρήσεις κατά την έννοια των διατάξεων της συμφωνίας για τον ΕΟΧ περί κρατικών ενισχύσεων. Κατά πάγια νομολογία, ο όρος «επιχείρηση» καλύπτει την οντότητα που ασκεί μια οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς και τον τρόπο χρηματοδότησής της (30).

Για να εκτιμηθεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας ενός μέτρου, πρέπει να εξεταστεί αν, στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου νομικού συστήματος, το μέτρο αυτό συνιστά πλεονέκτημα για ορισμένες επιχειρήσεις έναντι άλλων που τελούν σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση (31).

Η Αρχή θα εξετάσει κατωτέρω τα στοιχεία αυτά σε σχέση με την έκπτωση φόρου υπέρ ορισμένων συνεταιρισμών, όπως ορίζεται στο τμήμα 10-50 του φορολογικού νόμου.

Πλαίσιο αναφοράς

Για να χαρακτηρίσει ένα φορολογικό μέτρο ως επιλεκτικό, η Αρχή πρέπει καταρχάς να το εντοπίσει και να εξετάσει το σύνηθες ή «φυσιολογικό» καθεστώς βάσει του οποίου εφαρμόζεται ένα φορολογικό σύστημα το οποίο συνιστά και το σχετικό πλαίσιο αναφοράς (32).

Στη Νορβηγία, οι συνεταιρισμοί υπόκεινται στη γενική εφαρμογή της φορολογίας εταιρειών. Στόχος του εταιρικού φόρου είναι να φορολογήσει τα κέρδη (καθαρά έσοδα) των επιχειρήσεων. Όμως, σύμφωνα με το προτεινόμενο τμήμα 10-50 του φορολογικού νόμου, ορισμένοι συνεταιρισμοί καταναλωτών, συνεταιρισμοί που δραστηριοποιούνται στους τομείς της γεωργίας, της αλιείας και της δασοκομίας, καθώς και οικοδομικοί συνεταιρισμοί δικαιούνται έκπτωση έως και 15 % των εσόδων τους που προέρχονται από συναλλαγές με τα μέλη τους. Με αυτό τον τρόπο μειώνεται η φορολογητέα βάση αυτών των επιχειρήσεων και, κατά συνέπεια, ο εταιρικός φόρος τους. Αυτή η φορολογική διάταξη αποκλίνει από τις συνήθεις διατάξεις για τον εταιρικό φόρο που πρέπει να καταβάλλουν οι επιχειρήσεις στη Νορβηγία.

Στην κοινοποίησή τους, οι νορβηγικές αρχές υποστηρίζουν ότι το σχετικό σύστημα αναφοράς στην παρούσα υπόθεση είναι το γενικό πλαίσιο της προμήθειας κεφαλαίων. Η Αρχή έχει διαφορετική άποψη. Εφόσον η έκπτωση φόρου για ορισμένες επιχειρήσεις αποτελεί παρέκκλιση από τη γενική εφαρμογή του εταιρικού φόρου, η Αρχή κρίνει ότι το πλαίσιο αναφοράς βάσει του οποίου πρέπει να κριθεί το κοινοποιηθέν μέτρο είναι το σύστημα φορολόγησης εταιρειών. Κατά συνέπεια, ο εταιρικός φόρος συνιστά το σχετικό πλαίσιο αναφοράς σε σχέση με το οποίο πρέπει να μετρηθεί η παρέκκλιση.

Πραγματική και νομική κατάσταση

Στη συνέχεια, η Αρχή πρέπει να εκτιμήσει αν, στο πλαίσιο ενός ειδικού συστήματος (στην προκειμένη περίπτωση του εταιρικού φόρου), ένα κρατικό μέτρο μπορεί να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις ή την παραγωγή ορισμένων αγαθών κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονται σε παρόμοια πραγματική και νομική κατάσταση βάσει του στόχου ο οποίος επιδιώκεται από το εξεταζόμενο μέτρο (33).

Κατά συνέπεια, η Αρχή πρέπει να αξιολογήσει και να καθορίσει αν ένα πλεονέκτημα το οποίο παρέχεται από το επίμαχο φορολογικό μέτρο μπορεί να είναι επιλεκτικό, αποδεικνύοντας ότι το εν λόγω μέτρο παρεκκλίνει από αυτό το κοινό σύστημα, εφόσον το μέτρο αυτό διαφοροποιεί τους επιχειρηματίες οι οποίοι βρίσκονται, από απόψεως του σκοπού του φορολογικού συστήματος του οικείου κράτους μέλους σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση (34).

Με βάση την ανωτέρω νομολογία, η Αρχή πρέπει συνεπώς να αξιολογήσει αν βάσει του εταιρικού φόρου, η μείωση κατά 15 % των εσόδων των συνεταιρισμών που προέρχονται από συναλλαγές με τα μέλη τους ευνοεί ορισμένες συνεταιριστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονται σε συγκρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση βάσει του στόχου που επιδιώκεται με τον εταιρικό φόρο.

Όπως προαναφέρθηκε, ο επιδιωκόμενος στόχος του εταιρικού φόρου είναι η φορολογία των κερδών των επιχειρήσεων.

Ως προς αυτό, η Αρχή γνωρίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συνεταιρισμών. Συγκεκριμένα, η Αρχή επισημαίνει ότι σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συνεταιριστικές εταιρείες, «οι συνεταιρισμοί λειτουργούν για το συμφέρον των μελών τους, τα οποία είναι ταυτόχρονα και χρήστες, και όχι προς το συμφέρον εξωτερικών επενδυτών. Τα κέρδη εισπράττονται από τα μέλη ανάλογα με τις συναλλαγές τους με τον συνεταιρισμό και τα αποθεματικά και τα στοιχεία του ενεργητικού είναι κοινά, μη διανεμήσιμα και αφιερωμένα στα κοινά συμφέροντα των μελών. Επειδή οι προσωπικοί δεσμοί των μελών είναι καταρχήν ισχυροί και σημαντικοί, για την εισδοχή νέων μελών χρειάζεται προηγούμενη έγκριση, ενώ το δικαίωμα ψήφου δεν είναι αναγκαστικά ανάλογο με τις μετοχές (ένα άτομο μία ψήφος). Η παραίτηση μέλους δίνει το δικαίωμα στο μέλος αυτό να ζητήσει κατανομή της μερίδας του και συνεπάγεται αφαίρεση από το κεφάλαιο.»  (35).

Κατά συνέπεια, ένας συνεταιρισμός αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα ορίζεται, πρώτον, από μια ειδική σχέση με τα μέλη του συνεταιρισμού, που σημαίνει ότι τα μέλη συμμετέχουν ενεργά στη λειτουργία του συνεταιρισμού και ότι υπάρχει μεγάλη αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών και του συνεταιρισμού η οποία υπερβαίνει μια απλή εμπορική σχέση. Δεύτερον, τα στοιχεία ενεργητικού του συνεταιρισμού είναι κοινά για τα μέλη και τα κέρδη εισπράττονται από τα μέλη του συνεταιρισμού ανάλογα με τις συναλλαγές τους με το συνεταιρισμό.

Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή δεν αποκλείει ότι οι συνεταιρισμοί αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα και άλλες επιχειρήσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έχουν συγκρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση όσον αφορά τον στόχο του φόρου επί των εταιρικών κερδών.

Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση, φαίνεται ότι τίθεται υπό αμφισβήτηση ο αμιγής συμμετοχικός χαρακτήρας ορισμένων συνεταιρισμών που καλύπτονται από το κοινοποιηθέν σύστημα. Ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας διαφόρων συνεταιρισμών που καλύπτονται από το σύστημα δεν αφορά συναλλαγές με τα μέλη τους, αλλά συναλλαγές με τρίτους. Από αυτή την άποψη, η Αρχή αναφέρεται στον περιορισμό που θέτει το τμήμα 10 -50 του φορολογικού νόμου, βάσει του οποίου από το κοινοποιηθέν σύστημα επωφελούνται αποκλειστικά συνεταιρισμοί καταναλωτών όταν ποσοστό άνω του 50 % του συνήθους κύκλου εργασιών τους αφορά συναλλαγές με τα μέλη τους. Κατά την άποψη της Αρχής, αυτοί οι συνεταιρισμοί αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα είναι τελείως διαφορετικοί από το καθαρά συνεταιριστικό πρότυπο το οποίο περιγράφεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τους συνεταιρισμούς.

Επιπλέον, το σύστημα καλύπτει μόνο τους συνεταιρισμούς που ορίζονται στο σχέδιο του τμήματος 10-50 του φορολογικού νόμου, δηλαδή σε συγκεκριμένους συνεταιρισμούς καταναλωτών, συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνται στους τομείς της γεωργίας, της αλιείας και της δασοκομίας και συνεταιρισμούς κατασκευαστικών εταιρειών. Μόνο αυτοί οι συνεταιρισμοί δικαιούνται έκπτωση έως 15 % από τα έσοδά τους που προέρχονται από συναλλαγές με τα μέλη τους. Κατά συνέπεια, το εξεταζόμενο φορολογικό πλεονέκτημα παραχωρείται σε σχέση με τη νομική μορφή της εταιρείας ως συνεταιρισμού και με τους τομείς στους οποίους δραστηριοποιείται η επιχείρηση. Είναι, κατά συνέπεια, σαφές ότι το μέτρο είναι επιλεκτικό σε σχέση με άλλους συγκρίσιμους οικονομικούς φορείς.

Η Αρχή θεωρεί ότι, με το να εφαρμόζει διαφορετική φορολόγηση των κερδών ορισμένων συνεταιρισμών τα οποία προέρχονται από συναλλαγές με τα μέλη τους βάσει του τομέα δραστηριότητάς τους, το τμήμα 10-50 του νορβηγικού φορολογικού νόμου κάνει διάκριση ανάμεσα στους επιχειρηματίες οι οποίοι, με βάση το στόχο που αποδίδεται στο σύστημα φορολόγησης εταιρειών που είναι η φορολόγηση των κερδών, βρίσκονται σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση.

Αιτιολόγηση με βάση τη φύση και την οικονομία του συστήματος

Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της κρατικής ενίσχυσης δεν αναφέρεται στα κρατικά μέτρα που κάνουν διάκριση μεταξύ επιχειρήσεων και τα οποία είναι, συνεπώς, εκ πρώτης όψεως επιλεκτικά, όταν η διάκριση αυτή δικαιολογείται από τη φύση ή τη δομή του συστήματος στο οποίο εντάσσεται (36). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ και των κοινοτικών δικαστηρίων, ένα συγκεκριμένο φορολογικό μέτρο που αποσκοπεί στη μερική ή ολική απαλλαγή επιχειρήσεων ενός συγκεκριμένου κλάδου από τις επιβαρύνσεις οι οποίες απορρέουν από τη συνήθη εφαρμογή του γενικού καθεστώτος μπορεί να δικαιολογηθεί από την εσωτερική λογική του φορολογικού συστήματος, εάν είναι συνεπές με αυτό (37).

Κατά συνέπεια, η Αρχή πρέπει να καθορίσει αν η διάκριση ανάμεσα σε ορισμένους συνεταιρισμούς και άλλες επιχειρήσεις δεν είναι παρ’ όλα αυτά επιλεκτική, όταν προκύπτει από τη φύση ή τη δομή του φορολογικού καθεστώτος στο οποίο εντάσσεται. Ως εκ τούτου, πρέπει να καθοριστεί κατά πόσο η διαφοροποίηση απορρέει άμεσα από τις βασικές ή τις κατευθυντήριες αρχές του εν λόγω καθεστώτος (38).

Κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος του ΕΟΧ που έχει θεσπίσει παρόμοια διάκριση οφείλει να αποδείξει ότι αυτή δικαιολογείται από τη φύση ή τη δομή του εν λόγω καθεστώτος (39). Οι νορβηγικές αρχές υποστηρίζουν ότι η έκπτωση φόρου που εφαρμόζεται για ορισμένους συνεταιρισμούς δικαιολογείται από τη φύση ή τη δομή του καθεστώτος, εφόσον αυτό συνεπάγεται ότι το νορβηγικό σύστημα χρηματοδότησης ιδίων κεφαλαίων των εταιρειών με την καταβολή αφορολόγητων καταθέσεων εφαρμόζεται και στους συνεταιρισμούς. Με άλλους όρους, το εν λόγω καθεστώς έχει στόχο να αντισταθμίσει ένα μειονέκτημα σε βάρος των συνεταιρισμών, το οποίο είναι εγγενές στη νομική μορφή τους.

Κατά την άποψη της Αρχής, στην προκειμένη περίπτωση, η αιτιολόγηση εκ μέρους των νορβηγικών αρχών ότι η μείωση του συντελεστή εταιρικού φόρου πρέπει να θεωρηθεί ως αντιστάθμιση των πρόσθετων εξόδων που βαρύνουν τους συνεταιρισμούς λόγω της δυσκολίας πρόσβασής τους σε κεφάλαια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στη λογική του συστήματος φορολόγησης εταιρειών. Ο εταιρικός φόρος είναι φόρος που εισπράττεται επί των εσόδων μιας επιχείρησης τα οποία προέρχονται από τις συνήθεις συναλλαγές, ενώ οι καταθέσεις μετοχών και άλλες εισφορές μετοχικού κεφαλαίου δεν χαρακτηρίζονται ως έσοδα με βάση το νορβηγικό φορολογικό νόμο (40). Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ο στόχος που επιδιώκουν οι νορβηγικές αρχές είναι θεμιτός, δεν φαίνεται να απορρέει άμεσα από τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές του συστήματος στο οποίο εντάσσεται το μέτρο, δηλαδή το φορολογικό καθεστώς. Η Αρχή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, ο στόχος που επιδιώκουν οι κρατικές παρεμβάσεις δεν είναι αρκετός για να αποκλεισθεί εξαρχής η δυνατότητα να χαρακτηριστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (41).

Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση, η Αρχή επισημαίνει ότι το κοινοποιηθέν καθεστώς δεν προορίζεται να εφαρμοστεί σε όλους τους συνεταιρισμούς, οι οποίοι εξ ορισμού πλήττονται από το ίδιο διαρθρωτικό μειονέκτημα το οποίο επισημαίνουν οι νορβηγικές αρχές. Αντίθετα, το καθεστώς αυτό καλύπτει μόνο συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνται στους τομείς οι οποίοι αναφέρονται ρητά στο τμήμα 10-50 του φορολογικού νόμου. Οι νορβηγικές αρχές δεν έχουν υποβάλει επιχειρήματα που να αποδεικνύουν ότι ο περιορισμός του συστήματος σε αυτούς τους συνεταιρισμούς είναι σύμφωνος με τη φύση και τη γενική οικονομία του φορολογικού καθεστώτος. Τα προπαρασκευαστικά έγγραφα του τμήματος 10-50 του φορολογικού νόμου απλά αναφέρουν ότι οι καλυπτόμενοι από το σύστημα συνεταιρισμοί αντιπροσωπεύουν τους παραδοσιακούς συνεταιριστικούς τομείς (42), παρατήρηση που δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της φορολόγησης επιχειρήσεων. Επιπλέον, σύμφωνα με τις νορβηγικές αρχές, ο περιορισμός αυτός βασίζεται στην υπόθεση ότι οι συνεταιρισμοί που θα καλύπτονται από το εν λόγω καθεστώς έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από την ενίσχυση σε σύγκριση με τους συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς. Όμως, οι νορβηγικές αρχές δεν έχουν παράσχει ούτε κάποια αντικειμενική πληροφόρηση που να στηρίζει την υπόθεσή τους ούτε και κάποια άλλη αντικειμενική και βασιζόμενη σε αποδείξεις αιτιολόγηση της εν λόγω διάκρισης.

Κατά πάγια νομολογία (43), η Αρχή θεωρεί ότι η ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη ορισμένες απαιτήσεις (στην προκειμένη περίπτωση οι ιδιαιτερότητες των συνεταιρισμών ως οργανώσεων) όσο θεμιτές και αν είναι, δεν δικαιολογεί την εξαίρεση επιλεκτικών μέτρων, ακόμη και των ειδικών, από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, εφόσον οι στόχοι αυτοί μπορούν, σε κάθε περίπτωση, να ληφθούν λυσιτελώς υπόψη κατά την εκτίμηση της συμβατότητας του μέτρου κρατικής ενίσχυσης με το άρθρο 61 παράγραφος 3 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

Επιπροσθέτως, η Αρχή αναφέρεται στις παρατηρήσεις της νορβηγικής μόνιμης επιτροπής για συνεταιριστικές υποθέσεις και στην παρατήρηση ότι η φορολογική απαλλαγή για τους συνεταιρισμούς μπορεί να δικαιολογείται βάσει των επιχειρημάτων περί διπλής φορολόγησης και κατά συνέπεια να εμπίπτει στη φύση και τη δομή του καθεστώτος φορολογίας επιχειρήσεων. Εντούτοις, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της, η Αρχή δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπάρχουν καταστάσεις όπου το κεφάλαιο δεν φορολογείται ούτε στο επίπεδο του συνεταιρισμού ούτε στο επίπεδο των μελών του.

Επιπλέον, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και ελλείψει πειστικών επιχειρημάτων περί του αντιθέτου, η Αρχή πιστεύει ότι η εφαρμογή ειδικής φορολογικής μεταχείρισης μόνο για ορισμένους συνεταιρισμούς, χωρίς να παρέχεται καμία αντικειμενική αιτιολόγηση γι’ αυτή τη διάκριση, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί σύμφωνη με τη γενική οικονομία του φορολογικού συστήματος (44). Ακόμη και αν το πεδίο του επίμαχου φορολογικού μέτρου προσδιορίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, εξακολουθεί να είναι γεγονός ότι το μέτρο αυτό έχει επιλεκτικό χαρακτήρα (45).

Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή θεωρεί ότι η έκπτωση φόρου που εφαρμόζεται για ορισμένους συνεταιρισμούς παρεκκλίνει από το κοινό καθεστώς φορολόγησης εταιρειών, δεν κρίνεται δικαιολογημένη από τη φύση ή τη δομή του φορολογικού καθεστώτος και πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί επιλεκτική (46).

2.3.2.    Πλεονέκτημα

Δεύτερον, για να προσδιορίσει αν έχει παραχωρηθεί οικονομικό πλεονέκτημα στους καλυπτόμενους από το εν λόγω καθεστώς συνεταιρισμούς, η Αρχή πρέπει να αξιολογήσει αν το μέτρο απαλλάσσει τους δικαιούχους από έξοδα με τα οποία συνήθως επιβαρύνονται κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους. Η Αρχή έχει την άποψη ότι το ερώτημα αν το σύστημα παραχωρεί πλεονέκτημα στους καλυπτόμενους συνεταιρισμούς πρέπει να εξεταστεί με βάση το σύστημα φορολόγησης εταιρειών το οποίο εφαρμόζεται και στις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και στους συνεταιρισμούς, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δεν καλύπτονται από το εν λόγω καθεστώς.

Σύμφωνα με το κοινοποιηθέν καθεστώς, ορισμένοι συνεταιρισμοί δικαιούνται έκπτωση μέχρι και του 15 % των εσόδων τους τα οποία προέρχονται από συναλλαγές με τα μέλη τους. Έτσι, η φορολογική βάση αυτών των επιχειρήσεων περιορίζεται και, κατά συνέπεια, και ο εταιρικός φόρος τους. Ως εκ τούτου, το μέτρο τις απαλλάσσει από επιβαρύνσεις στους προϋπολογισμούς τους. Αυτή η φορολογική διάταξη παρεκκλίνει από τους ισχύοντες κανόνες για τον εταιρικό φόρο που καταβάλουν οι επιχειρήσεις στη Νορβηγία.

Οι νορβηγικές αρχές και αρκετά τρίτα μέρη που υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους για την απόφαση να κινηθεί διαδικασία υποστηρίζουν ότι η έκπτωση φόρου δεν παραχωρεί πλεονέκτημα στους συνεταιρισμούς. Πρώτον, κατά την άποψη των νορβηγικών αρχών, το σύστημα είναι σύμφωνο με την αρχή του επενδυτή ελεύθερης αγοράς και πρέπει να θεωρείται ως πληρωμή στους συνεταιρισμούς για τη διατήρηση της νομικής μορφής τους η οποία είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Δεύτερον, η έκπτωση φόρου είναι αποζημίωση για τα πρόσθετα έξοδα με τα οποία βαρύνονται οι συνεταιρισμοί λόγω των επιβαλλόμενων περιορισμών, και ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης σε ίδια κεφάλαια, και δεν συνεπάγεται καμία υπεραντιστάθμιση.

Πρώτον, όσον αφορά την αρχή του επενδυτή ελεύθερης αγοράς, η επιχειρηματολογία φαίνεται να βασίζεται στην άποψη ότι η χορηγούμενη στο πλαίσιο του καθεστώτος ενίσχυση δεν θα υπερβαίνει τα πρόσθετα έξοδα που βαρύνουν μια επιχείρηση διότι λειτουργεί ως συνεταιρισμός (υπεραντιστάθμιση) ούτε το δημόσιο συμφέρον από τη διασφάλιση των συνεταιρισμών. Οι νορβηγικές αρχές υποστηρίζουν ότι η αρχή του επενδυτή ελεύθερης αγοράς εφαρμόζεται όταν το κράτος αγοράζει άυλα οφέλη προς το δημόσιο συμφέρον στην τιμή της αγοράς, τουλάχιστον όταν το άυλο όφελος για το κράτος είναι απολύτως ξένο προς τα συμφέροντα της εμπλεκόμενης επιχείρησης (47).

Η Αρχή θεωρεί ότι, για διάφορους λόγους, η αρχή του επενδυτή ελεύθερης αγοράς δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Καταρχάς, η Αρχή δεν συμφωνεί με τη θέση των νορβηγικών αρχών ότι μια επιχείρηση δεν έχει κανένα πλεονέκτημα με το να λειτουργεί ως συνεταιρισμός. Ως προς αυτό, η Αρχή παραπέμπει στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τις συνεταιριστικές εταιρείες, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το πρότυπο του συνεταιρισμού μπορεί να αποτελεί «μέσο για τη δημιουργία ή την αύξηση της οικονομικής ισχύος μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ)»  (48).

Επίσης, η Αρχή θεωρεί ότι το άυλο όφελος που προτίθεται να «αγοράσει» το κράτος στην προκειμένη περίπτωση είναι η αναβάθμιση του συνεταιριστικού τομέα στη Νορβηγία υπό τις παρούσες συνθήκες περιορισμένης πρόσβασης σε ίδια κεφάλαια. Η Αρχή πιστεύει ότι είναι αδύνατο να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση η αρχή του επενδυτή ελεύθερης αγοράς για τον απλούστατο λόγο ότι κανένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα πραγματοποιούσε ποτέ παρόμοια συναλλαγή με αυτή που προτείνουν οι νορβηγικές αρχές. Σε αυτή την περίπτωση, το κράτος δεν ενεργεί ως επενδυτής ελεύθερης αγοράς ούτε ως επιχείρηση. Αντίθετα, το κράτος ασκεί τις κυριαρχικές και διοικητικές του λειτουργίες και ένα από τα βασικά στοιχεία αυτών των λειτουργιών είναι η επιβολή φόρων. Ως εκ τούτου, η Αρχή θεωρεί ότι δεν εφαρμόζεται η αρχή του επενδυτή ελεύθερης αγοράς.

Οι νορβηγικές αρχές υποστήριξαν ακόμη ότι το εν λόγω καθεστώς δεν συνεπάγεται υπεραντιστάθμιση και ότι η χορηγούμενη ενίσχυση δεν υπερβαίνει το δημόσιο όφελος από τη διασφάλιση της λειτουργίας των συνεταιρισμών. Η Αρχή επισημαίνει ότι οι νορβηγικές αρχές δεν έχουν υποβάλει αριθμητικά ή άλλα στοιχεία σε σχέση με αυτό, αλλά απλώς ανέφεραν ότι θεωρούν πως έτσι έχουν τα πράγματα. Κατά συνέπεια, η Αρχή δεν μπορεί να αποδεχθεί αυτό το επιχείρημα.

Δεύτερον, η Αρχή θα εξετάσει αν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το σύστημα δεν προσδίδει πλεονέκτημα στους συνεταιρισμούς που καλύπτονται από αυτό, από την άποψη ότι η ενίσχυση χορηγείται για την αντιστάθμιση των διαρθρωτικών μειονεκτημάτων των συνεταιρισμών. Έχει γίνει αποδεκτό ότι τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα μπορούν, σε συγκεκριμένες καταστάσεις, να αντισταθμιστούν με μέτρα ενίσχυσης (49). Η αντιστάθμιση ενός μειονεκτήματος έχει κριθεί ότι δεν συνιστά πλεονέκτημα σε ορισμένες καταστάσεις, ιδίως κατά την αναδιάρθρωση παλαιών κρατικών μονοπωλίων και τη μετατροπή τους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις με την εισαγωγή του ανταγωνισμού στην αγορά. Αυτά τα προηγούμενα παραπέμπουν σε μια πραγματική κατάσταση η οποία διαφέρει από την κατάσταση που χαρακτηρίζει την προκειμένη περίπτωση. Επιπλέον, ούτε από τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων ούτε από την πρακτική λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής φαίνεται να συνάγεται ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δεν παραχωρεί πλεονέκτημα στην υπό εξέταση επιχείρηση απλά και μόνο διότι αντισταθμίζει ένα «μειονέκτημα» που πλήττει την επιχείρηση (50).

Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή εξάγει το συμπέρασμα ότι η προτεινόμενη φορολογική ελάφρυνση προσδίδει πλεονέκτημα στους συνεταιρισμούς οι οποίοι καλύπτονται από αυτό το εν λόγω καθεστώς.

2.4.   ΝΟΘΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΠΤΏΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

Όσον αφορά το κριτήριο του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σχετικά με τις ενισχύσεις που νοθεύουν ή υπάρχει κίνδυνος να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στο βαθμό που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, κατά πάγια νομολογία, δεν είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί ότι η ενίσχυση έχει πραγματική επίπτωση στο εμπόριο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και ότι υπάρχει όντως νόθευση του ανταγωνισμού, αλλά μόνο να εξεταστεί αν η ενίσχυση μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (51).

Οι νορβηγικές αρχές ισχυρίζονται ότι σκοπός του καθεστώτος είναι η αντιστάθμιση του υφισταμένου ανταγωνιστικού μειονεκτήματος των συνεταιρισμών όσον αφορά την πρόσβαση σε ίδια κεφάλαια. Ως προς αυτό, υποστηρίζουν ότι το σύστημα δεν νοθεύει ούτε υπάρχει κίνδυνος να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Η Αρχή επισημαίνει ότι το σύστημα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του εταιρικού φόρου των συνεταιρισμών που καλύπτονται από το καθεστώς αυτό σε σύγκριση με τις άλλες επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, ενισχύεται η ανταγωνιστική θέση αυτών των συνεταιρισμών. Το γεγονός ότι οι συνεταιρισμοί υπόκεινται σε ορισμένους περιορισμούς βάσει της νορβηγικής νομοθεσίας, οι οποίοι δεν επιβάλλονται μεταξύ άλλων στις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, δεν μπορεί να είναι από αυτή την άποψη καθοριστικό.

Επιπλέον, όταν μια ενίσχυση που χορηγείται από το κράτος ενισχύει τη θέση μιας επιχείρησης έναντι άλλων επιχειρήσεων που λαμβάνουν μέρος στο ανταγωνιστικό εμπόριο εντός του ΕΟΧ, αυτές οι άλλες επιχειρήσεις πρέπει να θεωρηθεί ότι πλήττονται από αυτή την ενίσχυση. Αντίθετα, δεν είναι απαραίτητο η επιχείρηση που λαμβάνει την ενίσχυση να συμμετέχει η ίδια σε αυτό το εμπόριο (52). Η προταθείσα έκπτωση φόρου ενισχύει τη θέση των συνεταιρισμών έναντι των ανταγωνιστών τους που έχουν διαφορετική μορφή οργάνωσης. Η έκπτωση φόρου εφαρμόζεται σε όλες τις βασικές μορφές συνεταιρισμών και τουλάχιστον ορισμένες από αυτές δραστηριοποιούνται και σε αγορές εντός του ΕΟΧ. Από αυτή την άποψη, η Αρχή επισημαίνει ότι ο συνεταιρισμός καταναλωτών Coop NKL BA έχει μερίδιο αγοράς 24 % στην αγορά ειδών παντοπωλείου στη Νορβηγία. Επιπλέον, η Coop NKL BA συνεργάζεται με άλλες σκανδιναβικές ενώσεις συνεταιρισμών λιανικών πωλήσεων όσον αφορά την αγορά και μεταποίηση.

Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή συμπεραίνει ότι το κοινοποιηθέν καθεστώς μπορεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της συμφωνίας του ΕΟΧ.

2.5.   Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

Οι νορβηγικές αρχές υποστηρίζουν ότι το κοινοποιηθέν καθεστώς ως έχει δεν συνιστά κρατική ενίσχυση σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τις συνεταιριστικές εταιρείες. Οι νορβηγικές αρχές αναφέρονται συγκεκριμένα στο τμήμα 3.2.6 της ανακοίνωσης της Επιτροπής, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι η ειδική φορολογική μεταχείριση μεταξύ των συνεταιρισμών μπορεί να είναι ευπρόσδεκτη. Το σχετικό απόσπασμα είναι το ακόλουθο:

«Ορισμένα κράτη μέλη (όπως το Βέλγιο, η Ιταλία και η Πορτογαλία) θεωρούν ότι οι περιορισμοί που είναι εγγενείς της ιδιαίτερης φύσης του συνεταιριστικού κεφαλαίου αξίζουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι οι μετοχές των συνεταιρισμών δεν είναι εισηγμένες στα χρηματιστήρια αξιών και, επομένως δεν είναι ευθέως διαθέσιμες για αγορά έχουν ως αποτέλεσμα να είναι σχεδόν αδύνατη η πραγματοποίηση κερδών κεφαλαίου· το γεγονός ότι οι μετοχές εξοφλούνται στο άρτιο της αξίας τους (δεν έχουν κερδοσκοπική αξία) και η απόδοσή τους (μέρισμα) είναι κατά κανόνα περιορισμένη, μπορεί να αποθαρρύνει την εγγραφή νέων μελών. Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι οι συνεταιρισμοί υπόκεινται συχνά σε αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά την απόδοση σε αποθεματικά. Η ειδική φορολογική μεταχείριση μπορεί να είναι ευπρόσδεκτη αλλά, σε όλες τις πτυχές της κανονιστικής νομοθεσίας για τους συνεταιρισμούς, θα πρέπει να τηρείται η αρχή σύμφωνα με την οποία τυχόν προστασία ή προνόμια που χορηγούνται σε ένα είδος επιχειρησιακής οντότητας θα πρέπει να είναι ανάλογα με τυχόν νομικούς περιορισμούς, την κοινωνική προστιθέμενη αξία ή περιορισμούς εγγενείς αυτού του είδους δραστηριότητας και δεν θα πρέπει συνεπώς, να οδηγούν σε αθέμιτο ανταγωνισμό. Επιπροσθέτως, τυχόν άλλα χορηγούμενα “πλεονεκτήματα” δεν θα πρέπει να επιτρέπουν την ανεπιθύμητη χρήση της συνεταιριστικής μορφής από μη καλόπιστους συνεταιρισμούς, ως μέσου για την αποφυγή των σχετικών απαιτήσεων κοινοποίησης και εταιρικής διακυβέρνησης. Η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη, όταν σχεδιάζουν την κατάλληλη και αναλογική φορολογική μεταχείριση για το μετοχικό κεφάλαιο και τα αποθεματικά των συνεταιρισμών, να λαμβάνουν υπόψη τους ότι τέτοιου είδους διατάξεις δεν πρέπει να δημιουργούν καταστάσεις που δεν ευνοούν τον ανταγωνισμό […]».

Η Αρχή επισημαίνει, ωστόσο, ότι στο τμήμα 3.2.7 της ανακοίνωσης της Επιτροπής αναφέρεται ότι «οι συνεταιρισμοί που ασκούν οικονομικές δραστηριότητες θεωρούνται “επιχειρήσεις” κατά την έννοια των άρθρων 81, 82 και 86 έως 88 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Επομένως, υπόκεινται πλήρως στους ευρωπαϊκούς κανόνες περί ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων, καθώς και στις διάφορες εξαιρέσεις, κατώτατα όρια και κανόνες de minimis.»

Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή πιστεύει ότι, ενώ κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συνεταιρισμών, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της ανακοίνωσης της Επιτροπής στο σύνολό της για να υποστηριχθεί ότι η χορηγηθείσα σε συνεταιρισμούς κρατική ενίσχυση δεν εμπίπτει στο πεδίο των διατάξεων της συμφωνίας του ΕΟΧ περί κρατικών ενισχύσεων.

Κατά συνέπεια, η Αρχή κρίνει ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής για τους συνεταιρισμούς, ως ενιαίο κείμενο, δεν καθιστά απαραίτητη καμία μεταβολή του συμπεράσματος ότι η προτεινόμενη φορολογική αλλαγή παραχωρεί πλεονέκτημα στους συνεταιρισμούς οι οποίοι καλύπτονται από το εν λόγω καθεστώς.

2.6.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Αρχή συμπεραίνει ότι το κοινοποιηθέν σύστημα σχετικά με φορολογικές απαλλαγές για ορισμένους συνεταιρισμούς συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

3.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3, μέρος I του πρωτοκόλλου 3, «η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ ενημερώνεται, αρκετά έγκαιρα ώστε να είναι σε θέση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, για κάθε σχέδιο χορήγησης ή τροποποίησης ενίσχυσης […]. Το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί να θέσει τα προταθέντα μέτρα του σε εφαρμογή μέχρις ότου η διαδικασία καταλήξει σε τελική απόφαση».

Οι νορβηγικές αρχές κοινοποίησαν το προτεινόμενο καθεστώς σχετικά με τις φορολογικές απαλλαγές σε ορισμένους συνεταιρισμούς με επιστολές της 28ης Ιουνίου 2007 και της 16ης Οκτωβρίου 2007 και δεν έχουν θέσει σε εφαρμογή το καθεστώς αυτό, σε αναμονή τελικής απόφασης της Αρχής.

Η Αρχή μπορεί, συνεπώς, να συμπεράνει ότι οι νορβηγικές αρχές έχουν τηρήσει τις υποχρεώσεις τους βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 3 του μέρους I του πρωτοκόλλου 3.

4.   ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

Η Αρχή επισημαίνει ότι οι νορβηγικές αρχές δεν έχουν υποβάλει, ούτε κατά την κοινοποίηση του καθεστώτος ούτε με τις παρατηρήσεις τους επί της απόφασης της Αρχής να κινήσει διαδικασία, κανένα επιχείρημα σχετικά με τη συμβατότητα της ενίσχυσης. Η Αρχή έχει αξιολογήσει, παρ’ όλα αυτά, τη συμβατότητα του κοινοποιηθέντος μέτρου με το άρθρο 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ βάσει προηγούμενων πληροφοριών.

Η Αρχή θεωρεί ότι, στην εξεταζόμενη περίπτωση, δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 61 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 61 παράγραφος 3 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, το φορολογικό όφελος για τους συνεταιρισμούς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, εφόσον καμία από τις νορβηγικές περιφέρειες δεν καλύπτεται από την εν λόγω διάταξη, η οποία απαιτεί να υπάρχει ασυνήθιστα χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή σοβαρή υποαπασχόληση στις εν λόγω περιοχές. Ούτε φαίνεται ότι το σύστημα προωθεί την εκτέλεση ενός σημαντικού σχεδίου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή να αποσκοπεί στην άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας του νορβηγικού κράτους, όπως θα ήταν απαραίτητο για να είναι συμβιβάσιμο με το άρθρο 61 παράγραφος 3 στοιχείο β) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

Όσον αφορά το άρθρο 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η ενίσχυση θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με τη συμφωνία για τον ΕΟΧ, εάν διευκόλυνε την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών με τρόπο που θα ήταν αντίθετος προς το κοινό συμφέρον. Η Αρχή επισημαίνει ότι το επίμαχο μέτρο ούτε περιορίζεται στις περιοχές οι οποίες καλύπτονται από το νορβηγικό χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων, ούτε εμπίπτει σε κάποια άλλη από τις υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις αναφορικά με τη συμβατότητα με τη συμφωνία για τον ΕΟΧ βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ).

Εφόσον δεν υφίστανται κατευθυντήριες γραμμές άμεσα εφαρμοστέες στο κοινοποιηθέν καθεστώς, η Αρχή θα αξιολογήσει τη συμβατότητα του καθεστώτος άμεσα, βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (53). Η ερμηνεία των παρεκκλίσεων κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ πρέπει να είναι συσταλτική (54) και οι παρεκκλίσεις μπορούν να εγκριθούν μόνο αν διαπιστωθεί ότι η ενίσχυση θα συμβάλει στην επίτευξη ενός στόχου κοινού συμφέροντος που δεν θα μπορούσε να διασφαλιστεί μόνο από τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς. Η αρχή «του αντισταθμίσματος που δικαιολογεί τη χορήγηση ενίσχυσης» έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση Philip Morris  (55).

Η αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των κρατικών ενισχύσεων είναι κατά βάση αναζήτηση ισορροπίας μεταξύ των αρνητικών επιπτώσεων της ενίσχυσης στον ανταγωνισμό και των θετικών αποτελεσμάτων της από τη σκοπιά του κοινού συμφέροντος (56). Για να είναι δυνατό να θεωρηθεί συμβιβάσιμο βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, ένα σύστημα κρατικής ενίσχυσης πρέπει:

να στοχεύει σε ένα σαφώς προσδιορισμένο στόχο κοινού συμφέροντος,

να είναι σωστά σχεδιασμένο για να εξασφαλίσει την επιτυχία του στόχου κοινού συμφέροντος και, από αυτή την άποψη, να αποτελεί το κατάλληλο μέσο, να έχει αποτέλεσμα κινήτρου και να είναι αναλογικό,

να μην νοθεύει τον ανταγωνισμό και το εμπόριο στον ΕΟΧ σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον (57).

Η Αρχή πρέπει να αξιολογήσει αν ο επιδιωκόμενος από το επίμαχο μέτρο στόχος είναι απαραίτητος, σύμφωνα με τους στόχους κοινού συμφέροντος και, εφόσον είναι, αν το μέτρο συνιστά την ελάχιστα στρεβλωτική μέθοδο για την επιδίωξη αυτού του στόχου.

Σαφώς ορισμένος στόχος κοινού συμφέροντος

Οι νορβηγικές αρχές υποστήριξαν ότι ο απώτερος στόχος του κοινοποιηθέντος καθεστώτος είναι να διασφαλιστεί η διατήρηση της συνεταιριστικής μορφής εταιρείας. Οι νορβηγικές αρχές υποστηρίζουν ότι η διευκόλυνση της πρόσβασης των συνεταιρισμών σε ίδια κεφάλαια έχει ζωτική σημασία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η Αρχή αναγνωρίζει ότι οι συνεταιρισμοί μπορεί να έχουν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως αυτά ορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τις συνεταιριστικές εταιρείες. Η ανακοίνωση της Επιτροπής αναφέρει ότι η προώθηση του συνεταιριστικού μοντέλου μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλει στην αποτελεσματικότερη λειτουργία της οικονομίας και να έχει θετικές κοινωνικές επιπτώσεις. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής διαφαίνεται ότι, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το συνεταιριστικό πρότυπο θεωρείται ότι εξασφαλίζει ευρεία ισότητα και κοινωνικά οφέλη, τα οποία δεν θα ήταν υπό διαφορετικές συνθήκες εφικτά στην αγορά, η διατήρηση του συνεταιριστικού προτύπου μπορεί να θεωρηθεί ως στόχος κοινού συμφέροντος. Επιπλέον, επισημαίνεται η πιθανή συμβολή του συνεταιριστικού προτύπου ως μέσου για τη διαμόρφωση ή την αύξηση της οικονομικής δύναμης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην αγορά παροχής υπηρεσιών που οι κερδοσκοπικές εταιρείες δεν θα μπορούσαν να παρέχουν και η συμβολή στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας που βασίζεται στη γνώση (58). Πρέπει, ωστόσο, να έχουμε υπόψη ότι οι ορισμός ενός συνεταιρισμού στην ανακοίνωση της Επιτροπής φαίνεται ότι είναι σχετικά αυστηρός, εφόσον η ανακοίνωση της Επιτροπής γενικά θεωρείται ότι αφορά τους συνεταιρισμούς αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα (59).

Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή πιστεύει ότι το επίμαχο καθεστώς αποσκοπεί σε ένα σαφώς προσδιορισμένο στόχο κοινού συμφέροντος, στο βαθμό που αφορά τους συνεταιρισμούς αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα.

Κατάλληλα σχεδιασμένο σύστημα

Σε δεύτερο στάδιο αξιολογείται αν η ενίσχυση είναι κατάλληλα σχεδιασμένη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου του κοινού συμφέροντος, στην προκειμένη περίπτωση να διασφαλιστεί η διατήρηση της συνεταιριστικής μορφής με τη διευκόλυνση της πρόσβασης των συνεταιρισμών σε ίδια κεφάλαια.

Θα μπορούσε να γίνει διάκριση ανάμεσα σε συνεταιριστικές εταιρείες αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα και μη, εφόσον η αμοιβαιότητα αποτελεί το βασικό στοιχείο των συνεταιρισμών. Όσο εντονότερο είναι το στοιχείο της αμοιβαιότητας ενός συνεταιρισμού τόσο περισσότερο ο συνεταιρισμός μπορεί να θεωρηθεί ότι διαφέρει από τις επιχειρήσεις που έχουν σκοπό το κέρδος. Κατά συνέπεια, ο στόχος του κοινού συμφέροντος από τη διατήρηση των συνεταιρισμών όπως ορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα μέσω της χορήγησης ενίσχυσης σε συνεταιρισμούς οι οποίοι είναι πράγματι συνεταιρισμοί συμμετοχικού χαρακτήρα.

Όσον αφορά την έννοια των συνεταιρισμών συμμετοχικού χαρακτήρα, η Αρχή αμφιβάλλει αν είναι αρκετό για να θεωρηθεί ένας συνεταιρισμός ότι είναι συμμετοχικού χαρακτήρα, κατά την έννοια της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τους συνεταιρισμούς, να έχει ο συνεταιρισμός συναλλαγές κυρίως με τα μέλη του. Η Αρχή πιστεύει ότι για να χαρακτηριστεί ένας συνεταιρισμός ως αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα πρέπει να συντρέχουν επίσης και ορισμένοι άλλοι παράγοντες: η συχνότητα επαφών μεταξύ του συνεταιρισμού και των μελών· η ενεργός συμμετοχή των μελών στη λειτουργία του συνεταιρισμού· η ενεργός συμμετοχή των μελών στη διαχείριση και στη λήψη αποφάσεων του συνεταιρισμού· η μη αυτόματη διαδικασία εγγραφής μελών στον συνεταιρισμό, αλλά η υποβολή αίτησης μέλους και η έγκρισή της από τα υπάρχοντα μέλη· η καταβολή μεγάλου μέρους των μερισμάτων στα μέλη κατ’ αναλογία των κερδών· η διάθεση μεγάλου μέρους των κερδών στα μέλη σε σύγκριση με τα οφέλη για τους πελάτες οι οποίοι δεν είναι μέλη του συνεταιρισμού κ.λπ. Κατά την άποψη της Αρχής, για να αξιολογηθεί αν ένας συνεταιρισμός είναι πράγματι συμμετοχικού χαρακτήρα θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτά και άλλα συναφή κριτήρια.

Η Αρχή επισημαίνει ότι ορισμένοι συνεταιρισμοί που καλύπτονται από το εξεταζόμενο καθεστώς είναι συνεταιρισμοί αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα, ενώ άλλοι είναι κατά κύριο λόγο. Όσον αφορά τους συνεταιρισμούς καταναλωτών, το σχέδιο του τμήματος 10-50 του φορολογικού νόμου αναφέρει ότι το καθεστώς καλύπτει μόνο τους κατά κύριο λόγο συμμετοχικούς συνεταιρισμούς καταναλωτών (60). Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι είναι αμφίβολος ο αμιγής συμμετοχικός χαρακτήρας ορισμένων συνεταιριστικών εταιρειών που καλύπτονται από το κοινοποιηθέν καθεστώς. Για παράδειγμα ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητας ορισμένων συνεταιρισμών που καλύπτονται από το εν λόγω καθεστώς και ιδίως των συνεταιρισμών καταναλωτών, δεν αφορά συναλλαγές με τα μέλη, αλλά συναλλαγές με άλλους πελάτες. Επιπλέον, λόγω του μεγέθους ορισμένων καλυπτόμενων συνεταιρισμών, η ενεργός συμμετοχή των μελών στη λειτουργία και διαχείριση του συνεταιρισμού είναι περιορισμένη. Επιπροσθέτως, η εγγραφή νέων μελών φαίνεται ότι γίνεται σε μεγάλο βαθμό αυτόματα, τουλάχιστον όσον αφορά τους συνεταιρισμούς καταναλωτών και κατασκευαστικών εταιρειών. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη της Αρχής, το σύστημα δεν είναι σχεδιασμένο για να καλύπτει μόνο συνεταιρισμούς με έντονο συμμετοχικό χαρακτήρα.

Επιπλέον, σε σχέση με την αξιολόγηση αν το εν λόγω καθεστώς είναι κατάλληλα σχεδιασμένο για την επίτευξη του στόχου κοινού ενδιαφέροντος, πρέπει να εξεταστεί αν η δραστηριότητα στόχου συνεπάγεται πρόσθετο κόστος το οποίο αντισταθμίζεται από την ενίσχυση. Η Αρχή επισημαίνει ότι οι νορβηγικές αρχές δεν έχουν κοινοποιήσει δεδομένα που θα της επέτρεπαν να προσδιορίσει ποσοτικά, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, το κόστος μιας επιχείρησης για να αποκτήσει μορφή συνεταιρισμού. Ως εκ τούτου, η Αρχή δεν μπορεί να αξιολογήσει ούτε αν η ενίσχυση είναι απαραίτητη και αναλογική προς τον επιδιωκόμενο στόχο.

Από την άλλη πλευρά, η Αρχή αξιολογεί θετικά το ότι η προτεινόμενη έκπτωση φόρου θα χορηγείται μόνο, με βάση τους όρους της κοινοποίησης, σε σχέση με τα έσοδα που προέρχονται από τις συναλλαγές με μέλη και από ισοδύναμες συναλλαγές. Επιπλέον, το κοινοποιηθέν καθεστώς απαιτεί χωριστή λογιστική καταγραφή των συναλλαγών με μέλη και των συναλλαγών με τρίτους για να μπορούν οι συνεταιριστικές εταιρείες να λάβουν ενίσχυση βάσει του εν λόγω καθεστώτος.

Όμως, για τους ανωτέρω λόγους, η Αρχή αμφιβάλλει αν το κοινοποιηθέν σύστημα είναι κατάλληλα σχεδιασμένο για να επιτευχθεί ο στόχος του κοινού συμφέροντος ο οποίος είναι η διατήρηση της συνεταιριστικής μορφής, και ιδίως των συνεταιρισμών αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα, διευκολύνοντας την πρόσβασή τους σε ίδια κεφάλαια.

Μη νόθευση του ανταγωνισμού και των εμπορικών συναλλαγών στον ΕΟΧ σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον

Τέλος, πρέπει να αξιολογηθεί αν υπάρχει δυνατότητα νόθευσης του ανταγωνισμού και των συναλλαγών στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον.

Όσον αφορά τη δυνητική νόθευση του ανταγωνισμού και των εμπορικών συναλλαγών, η Αρχή επισημαίνει ότι το καθεστώς πρέπει να χαρακτηρισθεί ως λειτουργική ενίσχυση, διότι απαλλάσσει τους δικαιούχους από επιβαρύνσεις με τις οποίες φυσιολογικά βαρύνονται οι επιχειρήσεις κατά τη συνήθη άσκηση των εμπορικών δραστηριοτήτων τους, στην προκειμένη περίπτωση από τον εταιρικό φόρο.

Η λειτουργική ενίσχυση μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με τη συμφωνία του ΕΟΧ, εάν επιτρέπει την επίτευξη ενός στόχου κοινού συμφέροντος ο οποίος δεν θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί χωρίς την ενίσχυση. Η Αρχή αμφιβάλλει αν ο επιδιωκόμενος από τις νορβηγικές αρχές στόχος της διατήρησης της συνεταιριστικής μορφής εταιρειών μέσω της διευκόλυνσης της πρόσβασής τους σε ίδια κεφάλαια θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα, αναλογικότερα, μέτρα. Συγκεκριμένα, η Αρχή επισημαίνει το γεγονός ότι ορισμένοι από τους συνεταιρισμούς οι οποίοι καλύπτονται από το εξεταζόμενο καθεστώς είναι μεγάλες επιχειρήσεις που λειτουργούν σε έντονα ανταγωνιστικές αγορές στο εσωτερικό του ΕΟΧ.

Συμπέρασμα

Όπως προαναφέρθηκε, η Αρχή θεωρεί ότι το εν λόγω καθεστώς στοχεύει σε ένα σαφώς προσδιορισμένο στόχο κοινού συμφέροντος, τουλάχιστον στο βαθμό που αποσκοπεί σε συνεταιρισμούς αμιγώς συμμετοχικού χαρακτήρα. Όμως, φαίνεται ότι δεν είναι δεδομένος ο αμιγής συμμετοχικός χαρακτήρας ορισμένων συνεταιρισμών. Κατά συνέπεια, η Αρχή πιστεύει ότι η ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί καλά στοχευμένη. Επιπλέον, η Αρχή δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει αν η ενίσχυση είναι απαραίτητη και αναλογική προς τον επιδιωκόμενο στόχο.

Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι, ακόμη και αν ο στόχος του συστήματος μπορεί να θεωρηθεί σαφώς προσδιορισμένος στόχος κοινού συμφέροντος, οι νορβηγικές αρχές δεν έχουν αποδείξει ότι οι θετικές επιπτώσεις της ενίσχυσης θα αντισταθμίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις της. Ως εκ τούτου, το σύστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμο με το άρθρο 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

5.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Βάσει της ανωτέρω αξιολόγησης, η Αρχή θεωρεί ότι η κοινοποιηθείσα φορολογική απαλλαγή για ορισμένους συνεταιρισμούς συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της συμφωνίας του ΕΟΧ περί κρατικών ενισχύσεων.

Η Εποπτεύουσα Αρχή θα επιθυμούσε να τονίσει ότι η παρούσα απόφαση, όπως ορίζεται στο τμήμα II-1 ανωτέρω, δεν εφαρμόζεται σε συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνται στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας, εφόσον οι δραστηριότητες αυτών των συνεταιρισμών δεν εμπίπτουν στο πεδίο των διατάξεων της συμφωνίας του ΕΟΧ περί κρατικών ενισχύσεων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το προγραμματισθέν καθεστώς φορολογικών απαλλαγών για ορισμένους συνεταιρισμούς συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με τη λειτουργία της συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά την έννοια του άρθρου 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

Άρθρο 2

Απαγορεύεται η εφαρμογή του κοινοποιηθέντος καθεστώτος.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο της Νορβηγίας.

Άρθρο 4

Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό.

Βρυξέλλες, 23 Ιουλίου 2009.

Για την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ

Per SANDERUD

Πρόεδρος

Kristján A. STEFÁNSSON

Μέλος του Σώματος


(1)  Στο εξής «η Αρχή».

(2)  Στο εξής «η συμφωνία για τον ΕΟΧ».

(3)  Στο εξής «η συμφωνία Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου».

(4)  Στο εξής «πρωτόκολλο 3».

(5)  Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή και ερμηνεία των άρθρων 61 και 62 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας περί Εποπτείας και Δικαστηρίου, που εγκρίθηκαν και εκδόθηκαν από την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ στις 19 Ιανουαρίου 2004, δημοσιεύθηκαν στην ΕΕ L 231 της 3.9.1994, σ. 1 και στο Συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 32 της 3.9.1994. Στο εξής «κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις».

(6)  Απόφαση 195/04/COL της 14ης Ιουλίου 2004 που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L 139 της 25.5.2006, σ. 37 και στο Συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 26, 25.5.2006, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε. Η επικαιροποιημένη έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις δημοσιεύθηκε στον δικτυακό τόπο της Εποπτεύουσας Αρχής: http://www.eftasurv.int/state-aid/legal-framework/state-aid-guidelines/.

(7)  Δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 96 της 17.4.2008, σ. 27 και στο Συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 20 της 17.4.2008, σ. 44.

(8)  Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες επιστολές μεταξύ της Αρχής και των νορβηγικών αρχών, υπάρχει αναφορά στην απόφαση της Αρχής να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας, απόφαση αριθ. 719/07/COL, που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 96 της 17.4.2008, σ. 27 και στο Συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 20 της 17.4.2008, σ. 44.

(9)  Βλέπε υποσημείωση 8 για ΕΕ αναφοράς.

(10)  Τμήμα I-5 κατωτέρω.

(11)  Τμήμα 12.2 της πρότασης της νορβηγικής κυβέρνησης της 29ης Σεπτεμβρίου 2006 (Ot.prp. nr. 1 (2006-2007) Skatte- og avgiftsopplegget 2007 - lovendringer).

(12)   Ot.prp. nr. 1 (2006-2007) Skatte- og avgiftsopplegget 2007 - lovendringer.

(13)  Ανεπίσημη μετάφραση από την Αρχή. Το πρωτότυπο νορβηγικό κείμενο έχει ως εξής: « […] I tillegg kan det gis fradrag for avsetning til felleseid andelskapital med inntil 15 prosent av inntekten. Fradrag gis bare i inntekt av omsetning med medlemmene. Omsetning med medlemmene og likestilt omsetning må fremgå av regnskapet og kunne legitimeres. »

(14)  Άρθρο 28 του νόμου για τους συνεταιρισμούς.

(15)  Άρθρο 29 του νόμου για τους συνεταιρισμούς.

(16)  Οι νορβηγικές αρχές έχουν αναφέρει ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο τους συνεταιρισμούς οι δραστηριότητες των οποίων δεν εμπίπτουν στο πεδίο της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, βλέπε επιστολή των νορβηγικών αρχών της 6ης Ιουλίου 2009 (αριθ. αναφοράς 523765), σ. 3. Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή δεν θα αναλύσει την έννοια «ισοδύναμες εμπορικές συναλλαγές».

(17)   Lov 6. juni 2003 No 38 Lov om bustadbyggjelag (bustadbyggjelagslova).

(18)   Lov 29. juni 2007 No 8l Lov om samvirkeforetak (samvirkelova).

(19)  Μετάφραση από το διαδικτυακό τόπο του Νορβηγικού Κέντρου Συνεταιρισμών, www.samvirke.org.

(20)  Τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτό το τμήμα βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο διαδικτυακό τόπο του Νορβηγικού Κέντρου Συνεταιρισμών, ενός κέντρου ενημέρωσης, τεκμηρίωσης και παροχής συμβουλών για τους συνεταιρισμούς, οι ιδιοκτήτες του οποίου είναι οι κυριότερες συνεταιριστικές οργανώσεις της Νορβηγίας, www.samvirke.org.

(21)   Lov 14. desember 1951 No 3 om omsetning av råfisk (Råfiskloven), βλέπε ιδίως τμήμα 3.

(22)  Rt. 1917 σ. 627 και Rt. 1927 σ. 869.

(23)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας (ΕΕ L 207 της 18.8.2003, σ. 1).

(24)  Επιστολή των νορβηγικών αρχών της 20ής Φεβρουαρίου 2008 (αριθ. αναφοράς 465882), σ. 2.

(25)  Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην υπόθεση C 2/2006 OTE.

(26)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και των Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την προώθηση των συνεταιριστικών εταιρειών στην Ευρώπη, COM(2004)18 της 23ης Φεβρουαρίου 2004, στο εξής «ανακοίνωση της Επιτροπής για τους συνεταιρισμούς» ή «ανακοίνωση της Επιτροπής».

(27)  Υπόθεση E-6/98 Νορβηγία κατά Εποπτεύουσας Αρχής ΕΖΕΣ 1999] Έκθεση Δικαστηρίου ΕΖΕΣ, σ. 76, σκέψη 34· συνεκδικασθείσες υποθέσεις E-5/04, E-6/04 και E-7/04 Fesil and Finnfjord, PIL και λοιποί και Νορβηγία κατά Εποπτεύουσας Αρχής ΕΖΕΣ [2005] Έκθεση του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ σ. 121, σκέψη 76· υπόθεση 173/73 Ιταλία κατά Επιτροπής [1974] Συλλογή 709, σκέψη 13 και υπόθεση C-241/94 Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής [1996] Συλλογή I-4551, σκέψη 20.

(28)  Βλέπε, ιδίως, υπόθεση C-143/99 Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke [2001] Συλλογή I-8365, σκέψη 38· υπόθεση C-501/00 Ισπανία κατά Επιτροπής [2004] Συλλογή I-6717, σκέψη 90 και υπόθεση C-66/02 Ιταλία κατά Επιτροπής [2005] Συλλογή I-10901, σκέψη 77.

(29)  Βλέπε σχετικά υπόθεση C-387/92 Banco Exterior de España [1994] Συλλογή I-877, σκέψη 14 και υπόθεση C-222/04 Cassa di Risparmio di Firenze και λοιποί [2006] Συλλογή I-289, σκέψη 132.

(30)  Υπόθεση C-222/04 Cassa di Risparmio di Firenze και λοιποί [2006] Συλλογή I-289, σκέψεις 107 και επόμενες και η νομολογία που παρατίθεται σε αυτήν.

(31)  Υπόθεση C-487/06 P, British Aggregates Association κατά Επιτροπής, σκέψεις 82 και επόμενες.· υπόθεση C-409/00 Ισπανία κατά Επιτροπής [2003] Συλλογή I-1487, σκέψη 47· συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-428/06 έως C-434/06 UGT-Rioja και λοιποί, δεν έχουν ακόμη κοινοποιηθεί, σκέψη 46.

(32)  Υποθέσεις T-211/04 και T-215/04 κυβέρνηση του Γιβραλτάρ κατά Επιτροπής, δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί, σκέψη 143.

(33)  Υπόθεση C-75/97 Βέλγιο κατά Επιτροπής [1999] Συλλογή I-3671, σκέψεις 28-31.

(34)  Υποθέσεις T-211/04 και T-215/04 κυβέρνηση του Γιβραλτάρ κατά Επιτροπής, δεν έχουν ακόμη κοινοποιηθεί, σκέψη 143 με περαιτέρω παραπομπές.

(35)  Τμήμα 1.1 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις συνεταιριστικές εταιρείες.

(36)  Υπόθεση 173/73 Ιταλία κατά Επιτροπής [1974] Συλλογή 709, σκέψη 33· υπόθεση C-143/99 Adria-Wien Pipeline and Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke [2001] Συλλογή I-8365, σκέψη 42.

(37)  Προμνημονευθείσα υπόθεση E-6/98 κατά Εποπτεύουσας Αρχής ΕΖΕΣ, σκέψη 38· συνεκδικασθείσες υποθέσεις E-5/04, E-6/04 και E-7/04 Fesil and Finnfjord, PIL και λοιποί και Νορβηγία κατά Εποπτεύουσας Αρχής ΕΖΕΣ, σκέψεις 84-85· συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-127/99, T-129/99 και T-148/99 Territorio Histórico de Alava et a κατά Επιτροπής [2002] Συλλογή II-1275, σκέψη 163· υπόθεση C-143/99 Adria-Wien Pipeline [2001] Συλλογή I-8365, σκέψη 42· υπόθεση T-308/00 Salzgitter κατά Επιτροπής [2004] Συλλογή II-1933, σκέψη 42· υπόθεση C-172/03 Wolfgang Heiser [2005] Συλλογή I-1627, σκέψη 43.

(38)  Υποθέσεις T-211/04 και T-215/04 κυβέρνηση του Γιβραλτάρ κατά Επιτροπής, δεν έχουν ακόμη κοινοποιηθεί, σκέψη 144 με περαιτέρω παραπομπές.

(39)  Υπόθεση C-159/01 Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής [2004] Συλλογή I-4461, σκέψεις 43-47.

(40)  Βλέπε τμήμα I-2.3 ανωτέρω.

(41)  Υπόθεση C-241/94 Γαλλία κατά Επιτροπής [1996] Συλλογή I-4551, σκέψη 21· υπόθεση C-342/96 Ισπανία κατά Επιτροπής [1999] Συλλογή I-2459, σκέψη 23.

(42)   Ot.prp. nr. 1 (2006-2007) Skatte- og avgiftsopplegget 2007 - lovendringer.

(43)  Υπόθεση C-487/06 P, British Aggregates κατά Επιτροπής, σκέψη 92.

(44)  Ως προς αυτό, η Αρχή παραπέμπει στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην υπόθεση σχετικά με σύστημα της Δανίας για αντιστάθμιση του δασμού για το CO2, βλέπε υπόθεση C 41/2006 (ex N 318/2004), δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί. Στην αιτιολογική σκέψη 44 της απόφασής της, η Επιτροπή αναφέρει ότι το εξεταζόμενο σύστημα καλύπτει μόνο ορισμένες από τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στην πραγματική κατάσταση την οποία επιχειρεί να αποκαταστήσει το σύστημα, κατά την άποψη των δανικών αρχών. Η Επιτροπή το θεωρεί αυτό παρέκκλιση από τη γενική λογική η οποία, κατά τις δανικές αρχές, πρέπει να εφαρμοστεί και, κατά συνέπεια, συμπεραίνει ότι το σύστημα δεν είναι σύμφωνο με αυτή τη λογική.

(45)  Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-92/00 και T-103/00, Territorio Histórico de Álava - Diputación Foral de Álava και λοιποί κατά Επιτροπής [2002] Συλλογή II-1385, σκέψη 58

(46)  Υπόθεση C-222/04, Cassa di Risparmio di Firenze [2006] Συλλογή I-289, σκέψεις 134-138· Υπόθεση C-148/04 Unicredito Italiano [2005] Συλλογή I-11137, σκέψεις 48-49.

(47)  Οι νορβηγικές αρχές παραπέμπουν στη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα Fennelly στην υπόθεση 251/97 Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής για να στηρίξουν την επιχειρηματολογία τους. Σύμφωνα με τα επιχειρήματα που προβάλουν οι γαλλικές αρχές στην εν λόγω υπόθεση, είναι δυνατό να υποστηριχθεί επί της ουσίας ότι, όταν το κράτος αγοράζει αγαθά ή υπηρεσίες ή περισσότερα άυλα οφέλη προς όφελος του γενικού δημοσίου συμφέροντος σε τιμές της αγοράς, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ενίσχυσης, ή ότι υπάρχει ενίσχυση η οποία είναι, τουλάχιστον εν δυνάμει, συμβιβάσιμη, βλέπε σκέψη 20 της γνώμης. Ο Γενικός Εισαγγελέας, ωστόσο, δεν ακολούθησε την επιχειρηματολογία των γαλλικών αρχών στην εν λόγω υπόθεση.

(48)  Τμήμα 2.1.1 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τους συνεταιρισμούς.

(49)  Υπόθεση T-157/01 Danske Busvognmænd κατά Επιτροπής [2004] Συλλογή II-917.

(50)  Υπόθεση 30/59 Gezamenlijke Steenkolenmijnen [1961] Συλλογή σ. 3, 29-30· υπόθεση C-173/73 Ιταλία κατά Επιτροπής [1974] Συλλογή 709, σκέψεις 12-13· υπόθεση C-241/94 Γαλλία κατά Επιτροπής [1996] Συλλογή I-4551, σκέψεις 25 και 35· υπόθεση C-251/97 Γαλλία κατά Επιτροπής [1999] Συλλογή I-6639, σκέψεις 41, 46-47 και αποφάσεις της Επιτροπής στην υπόθεση C 2/2006 ΟΤΕ, αιτιολογική σκέψη 92.

(51)  Υπόθεση C-372/97 Ιταλία κατά Επιτροπής [2004] Συλλογή I-3679, σκέψη 44· υπόθεση C-66/02 Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 111· υπόθεση C-148/04 Unicredito Italiano [2005] Συλλογή I-11137, σκέψη 54.

(52)  Προμνημονευθείσα υπόθεση C-66/02 Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψεις 115 και 117, και προμνημονευθείσα υπόθεση C-148/04 Unicredito Italiano, σκέψεις 56 και 58.

(53)  Υπόθεση T-288/97, Regione Autonoma Friuli Venezia Giulia κατά Επιτροπής [2001] Συλλογή II-1169, σκέψη 72.

(54)  Υπόθεση C-301/96 Γερμανία κατά Επιτροπής [2003] Συλλογή I-9919, σκέψεις 66 και105.

(55)  Υπόθεση 730/79 Philip Morris κατά Επιτροπής [1980] Συλλογή I-2671.

(56)  Βλέπε σχέδιο δράσης της Επιτροπής για τις κρατικές ενισχύσεις της 7ης Ιουνίου 2005, COM(2005) 107, παράγραφος 11.

(57)  Βλέπε απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιανουαρίου 2007 C (2006) 6630, στην υπόθεση N 270/2006, αιτιολογική σκέψη 67.

(58)  Τμήμα 2.1.1 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τους συνεταιρισμούς.

(59)  Τμήμα II-2.3.1 ανωτέρω.

(60)  Ο όρος αυτός δεν εφαρμόζεται σε άλλους συνεταιρισμούς και η Αρχή δεν έχει στη διάθεσή της στοιχεία για το αν το προταθέν καθεστώς πρόκειται να καλύψει και μη κατά κύριο λόγο συνεταιρισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης που δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς.


Top