This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62023CJ0146
Judgment of the Court (Grand Chamber) of 25 February 2025.#XL and Others v Sąd Rejonowy w Białymstoku and Lietuvos Respublika.#Requests for a preliminary ruling from the Sąd Rejonowy w Białymstoku and Vilniaus apygardos administracinis teismas.#References for a preliminary ruling – Freezing or reduction of remuneration in the national public administration – Measures specifically aimed at judges – Article 2 TEU – Article 19(1), second subparagraph, TEU – Article 47 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union – Obligations on Member States to provide remedies sufficient to ensure effective judicial protection – Principle of judicial independence – Powers of the legislatures and executives of the Member States to set the detailed rules for determining judges’ remuneration – Possibility of derogating from those rules – Conditions.#Joined Cases C-146/23 and C-374/23.
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 25ης Φεβρουαρίου 2025.
XL κ.λπ. κατά Sąd Rejonowy w Białymstoku και Lietuvos Respublika.
Αιτήσεις του Sąd Rejonowy w Białymstoku και Vilniaus apygardos administracinis teismas για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Πάγωμα ή μείωση των αποδοχών στην εθνική δημόσια διοίκηση – Μέτρα που αφορούν ειδικά τους δικαστές – Άρθρο 2 ΣΕΕ – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Υποχρεώσεις των κρατών μελών να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Αρμοδιότητα της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας των κρατών μελών να θεσπίζουν λεπτομερείς κανόνες για τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών – Δυνατότητα παρέκκλισης από τους κανόνες αυτούς – Προϋποθέσεις.
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-146/23 και C-374/23.
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 25ης Φεβρουαρίου 2025.
XL κ.λπ. κατά Sąd Rejonowy w Białymstoku και Lietuvos Respublika.
Αιτήσεις του Sąd Rejonowy w Białymstoku και Vilniaus apygardos administracinis teismas για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Πάγωμα ή μείωση των αποδοχών στην εθνική δημόσια διοίκηση – Μέτρα που αφορούν ειδικά τους δικαστές – Άρθρο 2 ΣΕΕ – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Υποχρεώσεις των κρατών μελών να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Αρμοδιότητα της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας των κρατών μελών να θεσπίζουν λεπτομερείς κανόνες για τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών – Δυνατότητα παρέκκλισης από τους κανόνες αυτούς – Προϋποθέσεις.
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-146/23 και C-374/23.
Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2025:109
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 25ης Φεβρουαρίου 2025 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Πάγωμα ή μείωση των αποδοχών στην εθνική δημόσια διοίκηση – Μέτρα που αφορούν ειδικά τους δικαστές – Άρθρο 2 ΣΕΕ – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Υποχρεώσεις των κρατών μελών να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Αρμοδιότητα της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας των κρατών μελών να θεσπίζουν λεπτομερείς κανόνες για τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών – Δυνατότητα παρέκκλισης από τους κανόνες αυτούς – Προϋποθέσεις»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑146/23 [Sąd Rejonowy w Białymstoku] και C‑374/23 [Adoreikė] ( i ),
με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τις οποίες υπέβαλαν το Sąd Rejonowy w Białymstoku (πρωτοδικείο Białystok, Πολωνία) (C‑146/23) και το Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο Βίλνιους, Λιθουανία) (C‑374/23), με αποφάσεις της 10ης Μαρτίου και της 1ης Ιουνίου 2023, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 10 Μαρτίου και στις 13 Ιουνίου 2023 αντίστοιχα, στο πλαίσιο των δικών
XL
κατά
Sąd Rejonowy w Białymstoku (C‑146/23),
και
SR,
RB
κατά
Lietuvos Respublika (C‑374/23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, F. Biltgen, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο, M. L. Arastey Sahún, N. Jääskinen, Δ. Γρατσία και M. Gavalec (εισηγητή), προέδρους τμήματος, E. Regan, J. Passer, Z. Csehi και O. Spineanu-Matei, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. M. Collins
γραμματέας: M. Siekierzyńska, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Μαρτίου 2024,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
– |
ο XL, αυτοπροσώπως, |
|
– |
η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna και την S. Żyrek, |
|
– |
η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον K. Dieninis, τον S. Grigonis και τη V. Kazlauskaitė-Švenčionienė, |
|
– |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την K. Herrmann, την A. Steiblytė και τον P. Van Nuffel, |
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουνίου 2024,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 2 και του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ καθώς και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). |
|
2 |
Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών, όσον αφορά μεν την υπόθεση C‑146/23, μεταξύ του XL, δικαστή, και του Sąd Rejonowy w Białymstoku (πρωτοδικείου Białystok, Πολωνία), όσον αφορά δε την υπόθεση C‑374/23, μεταξύ των SR και RB, δύο δικαστών, και της Lietuvos Respublika (Δημοκρατίας της Λιθουανίας), σχετικά με το ύψος των αποδοχών των εν λόγω δικαστών. |
Το νομικό πλαίσιο
Το πολωνικό δίκαιο
|
3 |
Το άρθρο 178 του Konstytucja Rzeczypospolitej Polskiej (Συντάγματος της Δημοκρατίας της Πολωνίας), το οποίο αφορά την ανεξαρτησία των δικαστών, ορίζει τα εξής: «1. Οι δικαστές, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, είναι ανεξάρτητοι και υπόκεινται μόνον στο Σύνταγμα και τους νόμους. 2. Στους δικαστές παρέχονται προσήκουσες συνθήκες εργασίας και αμοιβές ανάλογες με την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους και τη φύση των καθηκόντων τους. 3. Οι δικαστές δεν μπορούν να είναι μέλη πολιτικού κόμματος ή συνδικαλιστικής οργάνωσης ούτε να ασκούν δημόσια δραστηριότητα ασυμβίβαστη με την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων και των δικαστών.» |
|
4 |
Ο ustawa – Prawo o ustroju sądów powszechnych (νόμος περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων), της 27ης Ιουλίου 2001 (Dz. U. 2001, αριθ. 98, θέση 1070), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑146/23 (στο εξής: νόμος περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων), ορίζει στο άρθρο 91, το οποίο αφορά τις αποδοχές των δικαστών, τα εξής: «[…] 1c. Ο ετήσιος βασικός μισθός των δικαστών καθορίζεται για κάθε έτος βάσει του μέσου μισθού του δευτέρου τριμήνου του προηγουμένου έτους, όπως δημοσιεύεται στην [Dziennik Urzędowy Rzeczypospolitej Polskiej “Monitor Polski” (Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Πολωνίας “Monitor Polski”)] από τον Πρόεδρο της [Głównego Urzędu Statystycznego (Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας, Πολωνία)], σύμφωνα με το άρθρο 20, σημείο 2, του [ustawa o emeryturach i rentach z Funduszu Ubezpieczeń Społecznych (νόμου περί συντάξεων γήρατος και λοιπών συντάξεων που καταβάλλονται από το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων), της 17ης Δεκεμβρίου 1998 (Dz. U. 1998, αριθ. 162, θέση 1118)], με την επιφύλαξη της παραγράφου 1d. 1d. Εάν ο μνημονευόμενος στην παράγραφο 1c μέσος μισθός είναι κατώτερος εκείνου που έχει δημοσιευθεί για το δεύτερο τρίμηνο του προηγουμένου έτους, ο δεύτερος θα αποτελεί τη βάση για τον καθορισμό του βασικού μισθού των δικαστών. 2. Ο βασικός μισθός των δικαστών καθορίζεται βάσει κλιμακίων, το ύψος των οποίων υπολογίζεται με την εφαρμογή συντελεστών πολλαπλασιασμού της κατά την παράγραφο 1c βάσεως υπολογισμού του βασικού μισθού. Τα βασικά μισθολογικά κλιμάκια των δικαστών, αναλόγως των θέσεων που αυτοί κατέχουν, και οι συντελεστές πολλαπλασιασμού για τον καθορισμό του ύψους του βασικού μισθού για τα διάφορα κλιμάκια παρατίθενται στο παράρτημα του παρόντος νόμου. […] 6. Ο δικαστής δικαιούται επίδομα θέσεως σχετικό με τα καθήκοντα που ασκεί. 7. Οι αποδοχές των δικαστών εξαρτώνται επίσης από το επίδομα αρχαιότητας, το οποίο, από το έκτο έτος υπηρεσίας, ανέρχεται στο 5 % του βασικού μισθού και το οποίο στη συνέχεια αυξάνεται κατά 1 % ανά έτος, χωρίς πάντως να υπερβαίνει το 20 % του βασικού μισθού. […]» |
|
5 |
Κατά το άρθρο 8 του ustawa o szczególnych rozwiązaniach służących realizacji ustawy budżetowej na rok 2022 (νόμου περί ειδικών ρυθμίσεων για την εφαρμογή του νόμου περί προϋπολογισμού για το έτος 2022), της 17ης Δεκεμβρίου 2021 (Dz. U. 2021, θέση 2445, στο εξής: συνοδευτικός του προϋπολογισμού του 2022 νόμος): «1. Όσον αφορά το έτος 2022, βάση για τον καθορισμό του βασικού μισθού των δικαστών, κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1c, του [νόμου περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων], αποτελεί ο μέσος μισθός του δευτέρου τριμήνου του 2020, όπως δημοσιεύθηκε από τον Πρόεδρο της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας. 2. Η βάση που μνημονεύεται στην παράγραφο 1 αυξάνεται κατά το ποσό των 26 [πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 6 ευρώ)]. 3. Όταν χωριστές διατάξεις αναφέρονται στον βασικό μισθό των δικαστών που μνημονεύεται στο άρθρο 91, παράγραφος 1c, του [νόμου περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων], αυτός αντιστοιχεί, για το 2022, στον μέσο μισθό του δευτέρου τριμήνου του 2020, όπως δημοσιεύθηκε από τον Πρόεδρο της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας, προσαυξημένο κατά 26 PLN. 4. Όταν χωριστές διατάξεις αναφέρονται στις αποδοχές των δικαστών, οι αποδοχές αυτές αντιστοιχούν, για το 2022, στις αποδοχές που καθορίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2.» |
|
6 |
Το άρθρο 8 του ustawa o szczególnych rozwiązaniach służących realizacji ustawy budżetowej na rok 2023 (νόμου περί ειδικών ρυθμίσεων για την εφαρμογή του νόμου περί προϋπολογισμού για το έτος 2023), της 1ης Δεκεμβρίου 2022 (Dz. U. 2022, θέση 2666, στο εξής: συνοδευτικός του προϋπολογισμού του 2023 νόμος), όριζε τα εξής: «1. Όσον αφορά το έτος 2023, βάση για τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών, κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1c, του [νόμου περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων], αποτελεί το ποσό των 5444,42 PLN (περίπου 1274 ευρώ). 2. Όταν χωριστές διατάξεις αναφέρονται στον βασικό μισθό των δικαστών που μνημονεύεται στο άρθρο 91, παράγραφος 1c, του [νόμου περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων], αυτός ανέρχεται, για το 2023, στο ποσό των 5444,42 PLN.» |
Το λιθουανικό δίκαιο
|
7 |
Το άρθρο 3 του Lietuvos Respublikos teisėjų darbo apmokėjimo įstatymas (νόμου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας περί αποδοχών των δικαστών), της 6ης Νοεμβρίου 2008 (Žin., 2008, αριθ. 131-5022, στο εξής: νόμος περί αποδοχών των δικαστών), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προέβλεπε ότι βάση για τον υπολογισμό των αποδοχών των δικαστών αποτελεί το βασικό ποσό των αποδοχών των πολιτικών προσώπων του κράτους, των δικαστών, των δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών και του λοιπού προσωπικού του Δημοσίου καθώς και των υπαλλήλων των δημοσιονομικών οργάνων του κράτους και των δήμων, το οποίο καθορίζεται για δεδομένο έτος από το Κοινοβούλιο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, κατόπιν πρότασης της κυβέρνησης του εν λόγω κράτους μέλους. Το βασικό αυτό ποσό δεν μπορούσε να είναι κατώτερο από το βασικό ποσό του προηγούμενου έτους, εκτός από την περίπτωση δήλωσης εξαιρετικών περιστάσεων. Έπρεπε να καθορίζεται λαμβανομένου υπόψη του μέσου ετήσιου ποσοστού πληθωρισμού του προηγούμενου έτους, το οποίο υπολογιζόταν βάσει του εθνικού δείκτη τιμών καταναλωτή, του ύψους του κατώτατου μηνιαίου μισθού και του αντίκτυπου άλλων παραγόντων που επηρεάζουν το ύψος και την εξέλιξη του μέσου μισθού στον δημόσιο τομέα. |
|
8 |
Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του νόμου περί αποδοχών των δικαστών, οι αποδοχές των δικαστών των δικαστηρίων γενικής δικαιοδοσίας και των ειδικών δικαστηρίων αποτελούνταν από τον βασικό μισθό, το επίδομα αρχαιότητας στον δημόσιο τομέα, την αποζημίωση λόγω εργασίας, επιφυλακής κατά τις ημέρες ανάπαυσης και τις αργίες καθώς και αναπλήρωσης και, τέλος, το επίδομα λόγω αύξησης του φόρτου εργασίας. |
|
9 |
Οι αποδοχές των δικαστών των apygardos teismai (περιφερειακών δικαστηρίων, Λιθουανία) υπολογίζονταν με πολλαπλασιασμό του βασικού μισθού με μισθολογικό συντελεστή ο οποίος, κατά τον τίτλο II του παραρτήματος του νόμου αυτού, ήταν 17,2 για τους εν λόγω δικαστές. |
Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
Η υπόθεση C‑146/23
|
10 |
Στις 4 Δεκεμβρίου 2003 ο XL διορίστηκε δικαστής στο Sąd Rejonowy w Suwałkach (πρωτοδικείο Suwałki, Πολωνία). Από τις 3 Απριλίου 2007 ασκεί τα καθήκοντά του στο Sąd Rejonowy w Białymstoku (πρωτοδικείο Białystok). Οι βασικές αποδοχές του αποτελούνται από τη βάση υπολογισμού του βασικού μισθού του, στον οποίο εφαρμόζεται συντελεστής πολλαπλασιασμού ύψους 2,5 και προστίθεται, μεταξύ άλλων, επίδομα αρχαιότητας που αντιστοιχεί στο 20 % του βασικού μισθού. Το ποσό της βάσης υπολογισμού του βασικού μισθού του ανερχόταν σε 5050,48 PLN (περίπου 1181 ευρώ) για το έτος 2022 και 5444,42 PLN (περίπου 1274 ευρώ) για το έτος 2023. |
|
11 |
Ειδικότερα, ο XL έλαβε μηνιαίες αποδοχές ύψους 15151,44 PLN (περίπου 3544 ευρώ) για τους μήνες Ιούλιο έως Νοέμβριο του 2022, 15033,51 PLN (περίπου 3517 ευρώ) για τον Δεκέμβριο του 2022 και 16333,26 PLN (περίπου 3821 ευρώ) για τον Ιανουάριο του 2023. |
|
12 |
Αφού το όργανο όπου υπηρετεί τον ενημέρωσε, κατόπιν αιτήματός του, ότι θα είχε λάβει 10000 PLN (περίπου 2339 ευρώ) επιπλέον σε σχέση με τις αποδοχές που έλαβε για την περίοδο από την 1η Ιουλίου 2022 έως τις 31 Ιανουαρίου 2023 εάν οι αποδοχές του είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 1c, του νόμου περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων, ο XL άσκησε αγωγή κατά του Sąd Rejonowy w Białymstoku (πρωτοδικείου Białystok) ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, με αίτημα να του καταβληθεί το ανωτέρω ποσό, πλέον νόμιμων τόκων υπερημερίας. |
|
13 |
Το εν λόγω δικαστήριο υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, ότι από την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C‑64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 42 έως 45), προκύπτει ότι η καταβολή στους δικαστές αποδοχών των οποίων το επίπεδο τελεί σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν αποτελεί εγγύηση σύμφυτη με την ανεξαρτησία των δικαστών. Το ανωτέρω δικαστήριο εκτιμά ότι η εγγύηση αυτή πρέπει να τηρείται ακόμη και όταν οι τροποποιήσεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών συνεπάγονται επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης λόγω μόνιμης μείωσης του ύψους των αποδοχών τους. |
|
14 |
Στη συνέχεια, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το άρθρο 91, παράγραφος 1c, του νόμου περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων προβλέπει ότι ο βασικός μισθός των δικαστών για ένα δεδομένο έτος καθορίζεται αντικειμενικά βάσει του μέσου μισθού του δεύτερου τριμήνου του προηγούμενου έτους, όπως αυτός δημοσιεύθηκε από τον Πρόεδρο της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας. |
|
15 |
Προσθέτει, ωστόσο, ότι ο ανωτέρω μηχανισμός καθορισμού του βασικού μισθού των δικαστών τροποποιήθηκε πρόσφατα, και μάλιστα τρεις φορές. Ειδικότερα, για το έτος 2021, ο βασικός μισθός καθορίστηκε με βάση τον μέσο μισθό του δεύτερου τριμήνου του έτους «ν – 2», δηλαδή του έτους 2019, και όχι με βάση τον μέσο μισθό του δεύτερου τριμήνου του έτους «ν – 1», δηλαδή του έτους 2020, πράγμα που οδήγησε σε «πάγωμα» της αναπροσαρμογής των αποδοχών των δικαστών. Για το έτος 2022, ελήφθη ως βάση ο μέσος μισθός του δεύτερου τριμήνου του 2020, προσαυξημένος κατά 26 PLN. Τέλος, για το έτος 2023, οι αποδοχές των δικαστών υπολογίστηκαν βάσει όχι του μέσου μισθού του δεύτερου τριμήνου του 2022, αλλά ενός βασικού ποσού που καθόρισε ο Πολωνός νομοθέτης. |
|
16 |
Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η Πολωνική Κυβέρνηση δικαιολόγησε τις τροποποιήσεις αυτές επικαλούμενη την οικονομική κατάσταση της Πολωνίας η οποία προκλήθηκε, για το έτος 2021, από την πανδημία COVID‑19 και, για το έτος 2023, τόσο από την πανδημία αυτή όσο και από την εισβολή της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ουκρανία. Αντιθέτως, δεν αναφέρθηκε κανένας ιδιαίτερος λόγος για το έτος 2022. |
|
17 |
Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η Πρώτη Πρόεδρος του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία), ο Πρόεδρος του Naczelny Sąd Administracyjny (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πολωνία) και το Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, Πολωνία) άσκησαν ενώπιον του Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Πολωνία) τρεις χωριστές προσφυγές με αίτημα να διαπιστωθεί η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 8 του συνοδευτικού του προϋπολογισμού του 2023 νόμου. Στο πλαίσιο των τριών αυτών προσφυγών υποστηρίχθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι το εν λόγω άρθρο παραβιάζει τις εγγυήσεις που εξασφαλίζουν στους δικαστές αποδοχές ανάλογες με την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους, την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών, καθώς και την αρχή της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων και της εμπιστοσύνης στο κράτος. Συγκεκριμένα, το ανωτέρω άρθρο προβλέπει μέθοδο καθορισμού του βασικού μισθού των δικαστών η οποία αντιβαίνει στο δικαίωμά τους να λαμβάνουν αποδοχές καθοριζόμενες βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που είναι ανεξάρτητα από κάθε αυθαίρετη απόφαση του νομοθέτη και αντιστοιχούν στην αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους. Δεδομένου ότι το βασικό ποσό των αποδοχών των δικαστών καθορίζεται ετησίως από τον νομοθέτη, το πρότυπο που υιοθετήθηκε για τον καθορισμό των αποδοχών αυτών είναι, σε κάποιον βαθμό, μη προβλέψιμο. Εξάλλου, ενώ το «πάγωμα» των μισθών υποτίθεται ότι θεσπίστηκε σε προσωρινή βάση, η διατήρησή του για το έτος 2023 καταδεικνύει την πρόθεση μόνιμης μείωσης των αποδοχών των δικαστών, κατά παράβαση του άρθρου 178, παράγραφος 2, του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Τέλος, κάθε παρέμβαση στη λειτουργία και την οργάνωση της δικαστικής εξουσίας μπορεί να γίνει μόνον κατ’ εξαίρεση και πρέπει να είναι αποτέλεσμα συντονισμένης δράσης της νομοθετικής εξουσίας και της δικαστικής εξουσίας. |
|
18 |
Το αιτούν δικαστήριο, το οποίο, ως όργανο όπου υπηρετεί ο XL, εκτιμά ότι δεν έχει την εξουσία να μην εφαρμόσει τις επίμαχες εθνικές διατάξεις, συμμερίζεται τα επιχειρήματα που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη. Εν προκειμένω, η προσβολή της ανεξαρτησίας των δικαστών έγκειται στο διαρκές «πάγωμα», επί τρία έτη, της αναπροσαρμογής των αποδοχών τους και στην de facto εγκατάλειψη, κατά τη διάρκεια του 2023, του μηχανισμού καθορισμού των αποδοχών των δικαστών βάσει του μέσου μισθού του δεύτερου τριμήνου του προηγούμενου έτους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 91, παράγραφος 1c, του νόμου περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι αυτή η διαρκής, επαναλαμβανόμενη και σημαντική μεταβολή στις αποδοχές των δικαστών είναι αδικαιολόγητη υπό το πρίσμα της σταθερής κατάστασης των δημόσιων οικονομικών της Δημοκρατίας της Πολωνίας και αποσκοπεί στην κάμψη της ανεξάρτητης και αυτόνομης δικαστικής εξουσίας προκειμένου αυτή να ενεργεί αυθαίρετα βάσει εκτιμήσεων πολιτικής φύσεως που υπαγορεύονται από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία. |
|
19 |
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, όπως και ο XL, ότι η λύση που δόθηκε με τις αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C‑64/16, EU:C:2018:117), και της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Escribano Vindel (C‑49/18, EU:C:2019:106), δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον, εν προκειμένω, η παρέκκλιση από τον μηχανισμό καθορισμού των αποδοχών των δικαστών είναι μόνιμη, και όχι προσωρινή όπως στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις, και αφορά κυρίως τους δικαστές, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε στις υποθέσεις εκείνες. |
|
20 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Rejonowy w Białymstoku (πρωτοδικείο Białystok) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Έχουν το άρθρο 2 [ΣΕΕ], το οποίο καθορίζει τις αξίες στις οποίες βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση μνημονεύοντας τον σεβασμό του κράτους δικαίου, και το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, [ΣΕΕ], σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του [Χάρτη], βάσει του οποίου τα κράτη μέλη διασφαλίζουν αποτελεσματική δικαστική προστασία στηριζόμενη στο δικαίωμα προσβάσεως σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, την έννοια ότι η αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, προκειμένου να περιορίσει τις δημοσιονομικές δαπάνες, παρεκκλίνει από τον μηχανισμό καθορισμού των αποδοχών των δικαστών βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ανεξάρτητων από αυθαίρετες παρεμβάσεις της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας και έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη μείωση του ύψους των αποδοχών των δικαστών, κατά παράβαση των συνταγματικών εγγυήσεων βάσει των οποίων οι δικαστές αμείβονται με αποδοχές ανάλογες της αξιοπρέπειας του λειτουργήματός τους και της φύσεως των καθηκόντων τους και διασφαλίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης από ανεξάρτητα δικαστήρια και ανεξάρτητους δικαστές;» |
|
21 |
Απαντώντας σε αίτημα του Δικαστηρίου για παροχή πληροφοριών σχετικών, μεταξύ άλλων, με τις ενδεχόμενες συνέπειες, επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, της απόφασης του Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικού Δικαστηρίου), της 8ης Νοεμβρίου 2023 (υπόθεση K 1/23), με την οποία διαπιστώθηκε ότι το άρθρο 8 του συνοδευτικού του προϋπολογισμού του 2023 νόμου αντιβαίνει στο άρθρο 178, παράγραφος 2, του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Πολωνίας, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι εμμένει στην αίτηση αυτή, καθώς το Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικό Δικαστήριο) δεν εξέτασε αν το εν λόγω άρθρο 8 είναι σύμφωνο με την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών που κατοχυρώνεται στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 178. Επιπλέον, η απόφαση εκείνη αφορούσε μόνον τον συνοδευτικό του προϋπολογισμού του 2023 νόμο, ενώ, στη διαφορά της κύριας δίκης, πρέπει επίσης να εξακριβωθεί αν ο συνοδευτικός του προϋπολογισμού του 2022 νόμος είναι σύμφωνος με την εν λόγω αρχή. |
Η υπόθεση C‑374/23
|
22 |
Οι SR και RB, δικαστές στο Vilniaus apygardos teismas (περιφερειακό δικαστήριο Βίλνιους, Λιθουανία), άσκησαν αγωγή αποζημίωσης κατά της Δημοκρατίας της Λιθουανίας ενώπιον του Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου Βίλνιους, Λιθουανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας την καταβολή αποζημίωσης ύψους 74286,09 ευρώ για την SR και ύψους 95620,17 ευρώ για την RB. Υποστηρίζουν ότι ο καθορισμός των αποδοχών τους εξαρτάται από την πολιτική βούληση της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας και αντιβαίνει ιδίως στη συνταγματική αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών. |
|
23 |
Οι SR και RB βάλλουν κατά της έλλειψης νομικού μηχανισμού ο οποίος να παρέχει σε δικαστήριο ή δικαστή τη δυνατότητα να υποχρεώσει την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία να καθορίσουν αξιοπρεπείς αποδοχές, βασιζόμενες σε εθνικούς οικονομικούς δείκτες και ανάλογες των αρμοδιοτήτων των δικαστών καθώς και των αυστηρών περιορισμών που τους επιβάλλονται, ιδίως όσον αφορά την άσκηση άλλης δραστηριότητας. |
|
24 |
Η Δημοκρατία της Λιθουανίας υποστηρίζει, από την πλευρά της, ότι ο προγραμματισμός του κρατικού προϋπολογισμού και, ειδικότερα, ο καθορισμός του ύψους των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών και των λοιπών εργαζομένων στον δημόσιο τομέα εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της κυβέρνησης σύμφωνα με το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Λιθουανίας. Επιπλέον, το βασικό ποσό των αποδοχών των εν λόγω υπαλλήλων, λειτουργών και εργαζομένων καθορίζεται ετησίως σε συνάρτηση με τους οικονομικούς πόρους και περιορισμούς του κράτους, οπότε το τελευταίο δεν μπορούσε να αυξήσει το βασικό αυτό ποσό ταχύτερα απ’ ό,τι το έπραξε. Εξάλλου, από το 2018 έως το 2023 το εν λόγω βασικό ποσό αυξανόταν σταθερά και είχε άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα και στον μέσο εθνικό μισθό, καθώς και σημαντικό αντίκτυπο στην αύξηση του μισθολογικού κόστους των δικαστηρίων. Τέλος, το ανωτέρω κράτος μέλος φρονεί ότι ο καθορισμός του μισθολογικού καθεστώτος των δικαστών εμπίπτει αποκλειστικά στην απονεμόμενη από το Σύνταγμα εξουσία εκτιμήσεως του κράτους και των θεσμικών οργάνων του. |
|
25 |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, δυνάμει της συνδυασμένης εφαρμογής του άρθρου 3 και του παραρτήματος του νόμου περί αποδοχών των δικαστών, οι αποδοχές των δικαστών των apygardos teismai (περιφερειακών δικαστηρίων) υπολογίζονται με πολλαπλασιασμό του βασικού ποσού, το οποίο ανερχόταν σε 181 ευρώ για το 2022 και σε 186 ευρώ για το 2023, με μισθολογικό συντελεστή 17,2, ο οποίος δεν έχει μεταβληθεί από την 1η Οκτωβρίου 2013, με εξαίρεση εκείνον που αφορά τους δικαστές των apylinkės teismai (τοπικών δικαστηρίων, Λιθουανία). |
|
26 |
Χωρίς να συνυπολογίζεται το επίδομα αρχαιότητας, οι αποδοχές των δικαστών των apygardos teismai (περιφερειακών δικαστηρίων) ανέρχονταν σε 2440,85 ευρώ (ακαθάριστα) το 2008 και σε 2362 ευρώ (ακαθάριστα) το 2021, λαμβανομένης υπόψη της φορολογικής μεταρρύθμισης που έγινε το 2019. Επομένως, ενώ φαίνεται ότι οι αποδοχές των δικαστών αυξήθηκαν κατά περίπου 8 % εντός διαστήματος δεκατριών ετών, στην πραγματικότητα οι ονομαστικές αποδοχές των δικαστών μειώθηκαν κατά 3,2 % λόγω και μόνον της φορολογικής αυτής μεταρρύθμισης. Επιπλέον, από τα τέλη του 2021, οι αποδοχές των δικαστών μειώνονται, προσεγγίζοντας τον μέσο εθνικό μισθό. Συγκεκριμένα, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2022, ο μέσος εθνικός μισθός ανερχόταν σε 1729,90 ευρώ και ο μέσος μισθός ενός δικαστή ανερχόταν σε 3113,20 ευρώ. Εξάλλου, οι δικαστές υπόκεινται σε αρκετά αυστηρές υποχρεώσεις, δηλαδή οφείλουν, μεταξύ άλλων, να επιδεικνύουν άψογη συμπεριφορά, να ασκούν τα καθήκοντά τους με τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές ανεξαρτήτως του φόρτου εργασίας τους και να μην ασκούν άλλες δραστηριότητες, με εξαίρεση εκείνες που αφορούν τη διδασκαλία και τη δημιουργία. |
|
27 |
Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει, άλλωστε, ότι, σύμφωνα με τις συστάσεις σχετικά με το μέγιστο ύψος της αμοιβής που οφείλεται για τη συνδρομή δικηγόρου ή ασκούμενου δικηγόρου στις αστικές υποθέσεις, οι οποίες εγκρίθηκαν το 2004 από τον Υπουργό Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας και το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου της Λιθουανίας, το ύψος της ωριαίας αμοιβής ενός δικηγόρου ανέρχεται σε 179,9 ευρώ, ενώ το ύψος των ακαθάριστων ωριαίων αποδοχών ενός δικαστή σε apygardos teismas (περιφερειακό δικαστήριο, Λιθουανία), μη συνυπολογιζομένου του επιδόματος αρχαιότητας, ανέρχεται σε περίπου 20 ευρώ. Η απόκλιση αυτή συνιστά δυσμενή διάκριση, αντίθετη προς την αρχή της ισότητας και προς το άρθρο 2 ΣΕΕ, εις βάρος των εν λόγω δικαστών σε σχέση με τους νομικούς που ασκούν συγκρίσιμα επαγγέλματα. |
|
28 |
Τέλος, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C‑64/16, EU:C:2018:117), προκύπτει ότι η ανεξαρτησία των δικαστών συνεπάγεται ότι οι αποδοχές των εθνικών δικαστών πρέπει να καθορίζονται βάσει κριτηρίων ανεξάρτητων από αυθαίρετες παρεμβάσεις της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας και ότι το επίπεδο των αποδοχών των δικαστών πρέπει να είναι ανάλογο προς τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. |
|
29 |
Στο πλαίσιο αυτό, το ανωτέρω δικαστήριο εκτιμά ότι οφείλει να εξακριβώσει αν εθνικό καθεστώς αποδοχών των δικαστών το οποίο εξαρτάται άμεσα από την πολιτική βούληση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης και διασφαλίζει τις αξίες που προστατεύονται από το άρθρο 2 ΣΕΕ καθώς και την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη. |
|
30 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο Βίλνιους) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
31 |
Με απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Ιανουαρίου 2024, οι υποθέσεις C‑146/23 και C‑374/23 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης. |
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑374/23
|
32 |
Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, δεδομένου ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν ρυθμίζει ούτε το ύψος των αποδοχών των εθνικών δικαστών ούτε τον τρόπο καθορισμού, υπολογισμού ή καταβολής των αποδοχών αυτών. |
|
33 |
Ωστόσο, η ανωτέρω επιχειρηματολογία αφορά, στην πραγματικότητα, την ερμηνεία των διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με τα ερωτήματά του. Η ερμηνεία των διατάξεων αυτών, όμως, εμπίπτει προδήλως στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Πράγματι, μολονότι η οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, εντούτοις τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης [πρβλ. αποφάσεις της 18ης Μαΐου 2021, Asociaţia Forumul Judecătorilor din România κ.λπ., C‑83/19, C‑127/19, C‑195/19, C‑291/19, C‑355/19 και C‑397/19, EU:C:2021:393, σκέψη 111, και της 9ης Ιανουαρίου 2024, G. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στα τακτικά δικαστήρια στην Πολωνία), C‑181/21 και C‑269/21, EU:C:2024:1, σκέψεις 57 και 58], ιδίως όταν θεσπίζουν λεπτομερείς κανόνες για τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών. |
|
34 |
Επιπλέον, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ τυγχάνει εφαρμογής, από ουσιαστικής απόψεως, στην περίπτωση κάθε εθνικού δικαστή ή δικαστηρίου δυνάμενου να αποφαίνεται επί ζητημάτων τα οποία αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και εμπίπτουν, επομένως, σε τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τούτο συμβαίνει, ιδίως, στην περίπτωση των δύο εναγουσών της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑374/23, υπό την ιδιότητά τους ως δικαστών του Vilniaus apygardos teismas (περιφερειακού δικαστηρίου Βίλνιους). |
|
35 |
Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπόθεση C‑374/23 εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. |
|
36 |
Δεύτερον, η Λιθουανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, για τον λόγο ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν έχουν καμία σχέση με τα πραγματικά περιστατικά και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και, ως εκ τούτου, η ζητούμενη ερμηνεία δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς αυτής. Συγκεκριμένα, υπογραμμίζει ότι, εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται κανένα εθνικό μέτρο που να αποσκοπεί ειδικά στη μείωση των αποδοχών των δικαστών και ότι, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, οι αποδοχές των Λιθουανών δικαστών σημείωσαν σταθερή αύξηση. |
|
37 |
Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο αν η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή. Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή και, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί. Το Δικαστήριο μπορεί, συνεπώς, να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 18ης Μαΐου 2021, Asociaţia Forumul Judecătorilor din România κ.λπ., C‑83/19, C‑127/19, C‑195/19, C‑291/19, C‑355/19 και C‑397/19, EU:C:2021:393, σκέψεις 115 και 116 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
38 |
Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο έχει επιληφθεί αγωγής αποζημίωσης κατά της Δημοκρατίας της Λιθουανίας στο πλαίσιο της οποίας προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, ότι η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία του εν λόγω κράτους μέλους για τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών αντιβαίνει στην αρχή της ανεξαρτησίας των τελευταίων. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί της αγωγής, ζητεί να διευκρινιστεί αν ο τρόπος καθορισμού των εν λόγω αποδοχών καθώς και το ύψος αυτών συνάδουν με την ανωτέρω αρχή, η οποία απορρέει από το άρθρο 2 και το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ καθώς και από το άρθρο 47 του Χάρτη. |
|
39 |
Κατά συνέπεια, η απάντηση στα υποβληθέντα στην υπόθεση C‑374/23 προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων αυτών, είναι αναγκαία για να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης. |
|
40 |
Επομένως, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑374/23 είναι παραδεκτή. |
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
|
41 |
Προκαταρκτικώς, καθόσον, στην υπόθεση C‑374/23, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη, υπογραμμίζεται ότι η αναγνώριση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, σε συγκεκριμένη περίπτωση, προϋποθέτει ότι το πρόσωπο που το επικαλείται προβάλλει δικαιώματα ή ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή ότι το πρόσωπο αυτό υπόκειται σε ποινική δίωξη που συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη [απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
42 |
Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, όμως, δεν προκύπτει ότι οι SR και RB πληρούν κάποια από τις προϋποθέσεις αυτές. |
|
43 |
Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, το άρθρο 47 του Χάρτη δεν έχει, αυτό καθεαυτό, εφαρμογή στην υπόθεση C‑374/23. Ωστόσο, δεδομένου ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει σε όλα τα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται, στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, η αποτελεσματική δικαστική προστασία, κατά την έννοια ιδίως του άρθρου 47 του Χάρτη, η δεύτερη αυτή διάταξη πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη για την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ [αποφάσεις της 20ής Απριλίου 2021, Repubblika, C‑896/19, EU:C:2021:311, σκέψεις 44 και 45, και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψεις 36 και 37]. |
|
44 |
Κατόπιν της διευκρίνισης αυτής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα υποβληθέντα στις υποθέσεις C‑146/23 και C‑374/23 προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, αφορούν, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών αντιτίθεται:
|
|
45 |
Συναφώς, ούτε το άρθρο 2, ούτε το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ούτε κάποια άλλη διάταξη του δικαίου της Ένωσης επιβάλλουν στα κράτη μέλη συγκεκριμένο συνταγματικό πρότυπο που να ρυθμίζει τις σχέσεις και την αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφόρων κρατικών εξουσιών, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό και την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων τους. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή. Ωστόσο, κατά την επιλογή του αντίστοιχου συνταγματικού τους προτύπου, τα κράτη μέλη οφείλουν να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που απορρέουν ως προς αυτά από το δίκαιο της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
46 |
Πράγματι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 33 της παρούσας απόφασης, μολονότι η οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, εντούτοις τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, από το άρθρο 2 και το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ [πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Τούτο ισχύει μεταξύ άλλων όταν θεσπίζουν τους λεπτομερείς κανόνες για τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών. |
|
47 |
Το άρθρο 19 ΣΕΕ, το οποίο συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που μνημονεύεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, αναθέτει στα εθνικά δικαστήρια και στο Δικαστήριο τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών, καθώς και της ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Προς τούτο, η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των οργάνων αυτών έχει πρωταρχική σημασία [πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, A.B. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές), C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψεις 108 και 115 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
48 |
Πράγματι, η απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαιοδοτικών οργάνων, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποστολή του δικαστή, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του θεμελιώδους δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία και σε δίκαιη δίκη, το οποίο είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης και για την προάσπιση των κοινών αξιών των κρατών μελών οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδίως δε της αξίας του κράτους δικαίου (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2024, Hann-Invest κ.λπ., C‑554/21, C‑622/21 και C‑727/21, EU:C:2024:594, σκέψη 49, και της 29ης Ιουλίου 2024, Valančius, C‑119/23, EU:C:2024:653, σκέψη 46). |
|
49 |
Η έννοια της ανεξαρτησίας των δικαιοδοτικών οργάνων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι το οικείο όργανο ασκεί τα δικαιοδοτικά καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση εξάρτησης έναντι οποιουδήποτε και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προέλευσης, προκειμένου να προστατεύεται έτσι από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους. Επομένως, όπως και η ισοβιότητα των μελών εντός τέτοιου οργάνου, η καταβολή, στα μέλη αυτά, αποδοχών των οποίων το επίπεδο τελεί σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν αποτελεί εγγύηση συμφυή με την ανεξαρτησία των δικαστών (αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C‑64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 44 και 45, και της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Escribano Vindel, C‑49/18, EU:C:2019:106, σκέψη 66). |
|
50 |
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου, η ανεξαρτησία των δικαστηρίων πρέπει να διασφαλίζεται έναντι της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας [αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου), C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982, σκέψη 124, της 20ής Απριλίου 2021, Repubblika, C‑896/19, EU:C:2021:311, σκέψη 54, και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 42]. |
|
51 |
Τούτου λεχθέντος, το γεγονός και μόνον ότι η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ενός κράτους μέλους συμμετέχουν στον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών δεν είναι, αυτό καθεαυτό, ικανό να δημιουργήσει εξάρτηση των δικαστών από τις εν λόγω εξουσίες ούτε να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία τους. Όπως υπογράμμισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού τους και τη στάθμιση των διαφόρων στοιχείων των δημοσίων δαπανών. Το ευρύ αυτό περιθώριο εκτιμήσεως περιλαμβάνει τον καθορισμό της μεθόδου υπολογισμού των εν λόγω δαπανών και, ιδίως, των αποδοχών των δικαστών. Πράγματι, η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ενός κράτους βρίσκονται στην πλέον κατάλληλη θέση για να λάβουν υπόψη το ιδιαίτερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο του κράτους μέλους εντός του οποίου πρέπει να καταρτιστεί ο προϋπολογισμός και να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία των δικαστών. |
|
52 |
Πάντως, οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις αποδοχές των δικαστών δεν πρέπει να προκαλούν εύλογες αμφιβολίες στους πολίτες ως προς το ανεπηρέαστο των δικαστών έναντι εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά τους έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Απριλίου 2021, Repubblika, C‑896/19, EU:C:2021:311, σκέψεις 56 και 57). |
|
53 |
Προς τούτο, οι χάρτες, οι εκθέσεις και άλλα έγγραφα που έχουν συνταχθεί από όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης ή όργανα εντός του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών μπορούν να παράσχουν χρήσιμες ενδείξεις για την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης σε περίπτωση που έχουν θεσπιστεί εθνικές διατάξεις επί του θέματος. |
|
54 |
Όσον αφορά, κατά πρώτον, τους λεπτομερείς κανόνες καθορισμού των αποδοχών των δικαστών, οι κανόνες αυτοί πρέπει, πρώτον, σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, να καθορίζονται από τον νόμο, ο οποίος μπορεί να προβλέπει την παρέμβαση των κοινωνικών εταίρων, ιδίως δε των οργανώσεων που εκπροσωπούν τους οικείους δικαστές. Στο πλαίσιο αυτό, η διαφάνεια της νομοθετικής διαδικασίας συμβάλλει στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστών. |
|
55 |
Συναφώς, το σημείο 11 των «Βασικών αρχών για την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας», που υιοθετήθηκαν από το έβδομο Συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη του εγκλήματος και τη μεταχείριση των δραστών το οποίο έλαβε χώρα στο Μιλάνο από τις 26 Αυγούστου έως τις 6 Σεπτεμβρίου 1985, προβλέπει ότι οι κατάλληλες αποδοχές των δικαστών πρέπει να «διασφαλίζονται από τον νόμο». Ομοίως, η σύσταση CM/Rec(2010)12 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, με τίτλο «Δικαστές: ανεξαρτησία, αποτελεσματικότητα και αρμοδιότητες», η οποία υιοθετήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2010 (στο εξής: σύσταση της Επιτροπής Υπουργών του 2010), αναφέρει στο σημείο 53 ότι «[ο]ι βασικοί κανόνες του συστήματος αποδοχών των επαγγελματιών δικαστών θα πρέπει να καθορίζονται από τον νόμο». |
|
56 |
Εξάλλου, η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών, σε συνδυασμό με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, επιτάσσει οι λεπτομερείς κανόνες καθορισμού των αποδοχών τους να είναι αντικειμενικοί, προβλέψιμοι, σταθεροί και διαφανείς, ούτως ώστε να αποκλείεται κάθε αυθαίρετη παρέμβαση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας του οικείου κράτους μέλους. |
|
57 |
Δεύτερον, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης, η καταβολή στους δικαστές αποδοχών των οποίων το επίπεδο τελεί σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν αποτελεί εγγύηση σύμφυτη με την ανεξαρτησία τους. |
|
58 |
Συναφώς, από τη νομολογία που διαμορφώθηκε με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Escribano Vindel (C‑49/18, EU:C:2019:106, σκέψεις 70, 71 και 73), προκύπτει ότι το επίπεδο των αποδοχών των δικαστών πρέπει να είναι αρκούντως υψηλό, λαμβανομένων υπόψη των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επικρατούν στο οικείο κράτος μέλος, ώστε να τους παρέχει βέβαιη οικονομική ανεξαρτησία που θα τους προστατεύει από τον κίνδυνο τυχόν εξωτερικών παρεμβάσεων ή πιέσεων οι οποίες θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ουδετερότητα των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν. Επομένως, το επίπεδο των αποδοχών αυτών πρέπει να είναι ικανό να προφυλάξει τους δικαστές από τον κίνδυνο διαφθοράς. |
|
59 |
Το σημείο 54 της σύστασης της Επιτροπής Υπουργών του 2010 αναφέρει ότι «[ο]ι αποδοχές των δικαστών θα πρέπει να είναι ανάλογες του ρόλου και των αρμοδιοτήτων τους και να είναι επαρκείς ώστε να τους προστατεύουν από κάθε πίεση που έχει ως σκοπό να επηρεάσει τις αποφάσεις τους». Το σημείο 57 της αιτιολογικής έκθεσης της σύστασης αυτής διευκρινίζει ότι«[έ]να κατάλληλο επίπεδο αποδοχών αποτελεί βασικό στοιχείο για την καταπολέμηση της διαφθοράς των δικαστών και αποσκοπεί στην προστασία τους από πιέσεις που ενδέχεται να ασκηθούν». |
|
60 |
Επομένως, οι αποδοχές των δικαστών είναι δυνατόν να ποικίλλουν ανάλογα με την αρχαιότητα και τη φύση των καθηκόντων που τους ανατίθενται. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει πάντοτε να τελούν σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν οι δικαστές. |
|
61 |
Η εκτίμηση της καταλληλότητας των αποδοχών των δικαστών προϋποθέτει ότι λαμβάνονται υπόψη, πέραν του συνήθους βασικού μισθού, τα διάφορα επιδόματα και αποζημιώσεις που λαμβάνουν οι δικαστές, ιδίως λόγω της αρχαιότητάς τους ή των καθηκόντων που τους ανατίθενται, αλλά και η τυχόν απαλλαγή από τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. |
|
62 |
Επιπλέον, η καταλληλότητα των αποδοχών των δικαστών πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα την οικονομική, κοινωνική και δημοσιονομική κατάσταση του οικείου κράτους μέλους, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 49 των προτάσεών του. Υπό το πρίσμα αυτό, ενδείκνυται να συγκριθούν οι μέσες αποδοχές των δικαστών με τον μέσο μισθό στο εν λόγω κράτος, όπως τονίζεται, μεταξύ άλλων, στην έκθεση αξιολόγησης των ευρωπαϊκών δικαστικών συστημάτων που συνέταξε το 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης (CEPEJ) (σ. 68). |
|
63 |
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ανωτέρω έκθεση (σ. 67), προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία των δικαστών και, γενικότερα, η ποιότητα της δικαιοσύνης σε ένα κράτος δικαίου, «[ο]ι πολιτικές στον τομέα της δικαιοσύνης θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τους μισθούς άλλων νομικών επαγγελμάτων προκειμένου να καταστήσουν το δικαστικό λειτούργημα ελκυστικό για τους επαγγελματίες του νομικού κλάδου που διαθέτουν υψηλή ειδίκευση». Ωστόσο, εξ αυτού δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών αντιτίθεται στον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών σε επίπεδο χαμηλότερο από τις μέσες αποδοχές άλλων επαγγελματιών του νομικού κλάδου, ιδίως εκείνων που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, όπως οι δικηγόροι, δεδομένου ότι αυτοί βρίσκονται προδήλως σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη των δικαστών. |
|
64 |
Τρίτον, οι λεπτομερείς κανόνες καθορισμού των αποδοχών των δικαστών πρέπει να μπορούν να υποβληθούν σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που προβλέπει το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους. |
|
65 |
Κατά δεύτερον, όσον αφορά τη δυνατότητα της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας ενός κράτους μέλους να παρεκκλίνουν από την εθνική νομοθεσία, η οποία θέτει κατά τρόπο αντικειμενικό τους λεπτομερείς κανόνες καθορισμού των αποδοχών των δικαστών, αποφασίζοντας να αυξήσουν τις αποδοχές αυτές λιγότερο απ’ ό,τι προβλέπει η ως άνω νομοθεσία, ή ακόμη και να παγώσουν ή να μειώσουν τις εν λόγω αποδοχές, η λήψη τέτοιων μέτρων παρέκκλισης πρέπει επίσης να πληροί ορισμένες απαιτήσεις. |
|
66 |
Πρώτον, ένα μέτρο παρέκκλισης όπως το μνημονευόμενο στην προηγούμενη σκέψη πρέπει, όπως και οι γενικοί κανόνες σχετικά με τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστών από τους οποίους παρεκκλίνει, να προβλέπεται από τον νόμο. Επιπλέον, οι λεπτομερείς κανόνες περί αποδοχών των δικαστών τους οποίους θέτει το εν λόγω μέτρο παρέκκλισης πρέπει να είναι αντικειμενικοί, προβλέψιμοι και διαφανείς. |
|
67 |
Δεύτερον, το μέτρο παρέκκλισης πρέπει να δικαιολογείται από σκοπό γενικού συμφέροντος, όπως είναι η επιταγή περί εξάλειψης υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος, κατά την έννοια του άρθρου 126, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C‑64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 46, και της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Escribano Vindel, C‑49/18, EU:C:2019:106, σκέψη 67). |
|
68 |
Ωστόσο, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 60 των προτάσεών του, η δυνατότητα ενός κράτους μέλους να επικαλεστεί μια τέτοια επιταγή δεν προϋποθέτει την κίνηση εναντίον του διαδικασίας βάσει του πρωτοκόλλου αριθ. 12 σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στις Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ. |
|
69 |
Οι δημοσιονομικοί λόγοι που δικαιολόγησαν τη λήψη μέτρου παρέκκλισης από τους κανόνες του κοινού δικαίου σχετικά με τις αποδοχές των δικαστών πρέπει να εξηγούνται με σαφήνεια. Επιπλέον, υπό την επιφύλαξη δεόντως αιτιολογημένων εξαιρετικών περιστάσεων, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να αφορούν, ειδικώς, μόνον τα μέλη των εθνικών δικαστηρίων και πρέπει να εντάσσονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο που αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί η συμβολή ενός ευρύτερου συνόλου μελών της εθνικής δημόσιας διοίκησης στην καταβαλλόμενη δημοσιονομική προσπάθεια (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C‑64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 49, και της 7ης Φεβρουαρίου 2019, Escribano Vindel, C‑49/18, EU:C:2019:106, σκέψη 67). |
|
70 |
Συναφώς, το σημείο 54 της σύστασης της Επιτροπής Υπουργών του 2010 αναφέρει ότι «[θ]α πρέπει να θεσπιστούν ειδικές νομικές διατάξεις για την προστασία από τυχόν μείωση αποδοχών που αφορά ειδικά τους δικαστές». Αντιθέτως, όπως διευκρινίζεται στο σημείο 57 της αιτιολογικής έκθεσης της σύστασης αυτής, «[η] διάταξη που αφορά ειδικά τη μη μείωση των αποδοχών των δικαστών δεν αποκλείει μείωση των αποδοχών η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο των δημοσίων πολιτικών που αποσκοπούν στη γενική μείωση των μισθών των μελών των δημοσίων υπηρεσιών». |
|
71 |
Επομένως, όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει μέτρα δημοσιονομικού περιορισμού τα οποία πλήττουν τους δημοσίους υπαλλήλους ή λειτουργούς του και το λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, μπορεί, σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από αλληλεγγύη, όπως τονίζεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, να αποφασίσει να εφαρμόσει τα μέτρα αυτά και στους εθνικούς δικαστές. |
|
72 |
Τρίτον, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης [απόφαση της 8ης Μαρτίου 2022, Bezirkshauptmannschaft Hartberg-Fürstenfeld (Άμεσο αποτέλεσμα), C‑205/20, EU:C:2022:168, σκέψη 31], ένα μέτρο παρέκκλισης όπως αυτό που μνημονεύεται στη σκέψη 65 της παρούσας απόφασης πρέπει να είναι κατάλληλο προκειμένου να εξασφαλίσει την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος, να περιορίζεται σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για την επίτευξή του και να μην είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον εν λόγω σκοπό, πράγμα που απαιτεί να γίνει στάθμιση της σημασίας του σκοπού αυτού και της σοβαρότητας της επέμβασης στην αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών. |
|
73 |
Ως εκ τούτου, μολονότι προκύπτει ότι ένα μέτρο τέτοιας φύσεως είναι κατάλληλο για την υλοποίηση του σκοπού γενικού συμφέροντος που μνημονεύεται στη σκέψη 67 της παρούσας απόφασης, εντούτοις το μέτρο αυτό πρέπει να διατηρεί τον εξαιρετικό και προσωρινό χαρακτήρα του, καθόσον δεν πρέπει να εφαρμόζεται πέραν του χρονικού διαστήματος που είναι αναγκαίο για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού, όπως είναι η εξάλειψη υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος. |
|
74 |
Επιπλέον, ο αντίκτυπος του εν λόγω μέτρου στις αποδοχές των δικαστών δεν πρέπει να είναι δυσανάλογος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. |
|
75 |
Τέταρτον, για τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των δικαστών, παρά την εφαρμογή έναντί τους μέτρου δημοσιονομικού περιορισμού, και ακόμη και αν ένα τέτοιο μέτρο συνδέεται με την ύπαρξη σοβαρής οικονομικής, κοινωνικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, απαιτείται το επίπεδο των αποδοχών των δικαστών να τελεί πάντοτε σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν, ώστε να προστατεύονται συνεχώς από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη κρίση τους και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης. |
|
76 |
Πέμπτον, ένα μέτρο παρέκκλισης όπως αυτό για το οποίο γίνεται λόγος στη σκέψη 65 της παρούσας απόφασης πρέπει να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου, υπό τους όρους που μνημονεύονται στη σκέψη 64 της παρούσας απόφασης. |
|
77 |
Μολονότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να εφαρμόσει τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης σε συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί, προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα αιτούντα δικαστήρια, να τους παράσχει στοιχεία με βάση τις δικογραφίες των υποθέσεων των κύριων δικών και τις γραπτές παρατηρήσεις που του έχουν υποβληθεί, ώστε τα δικαστήρια αυτά να είναι σε θέση να αποφανθούν (πρβλ. αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 1991, Newton, C‑356/89, EU:C:1991:265, σκέψη 10, της 16ης Ιουλίου 2015, CHEZ Razpredelenie Bulgaria, C‑83/14, EU:C:2015:480, σκέψη 71, και της 7ης Νοεμβρίου 2024, Centro di Assistenza Doganale Mellano, C‑503/23, EU:C:2024:933, σκέψη 85). |
|
78 |
Στην υπόθεση C‑146/23, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν, όπως υποστήριξε η Πολωνική Κυβέρνηση ενώπιον του Δικαστηρίου, τα μέτρα παρέκκλισης από το άρθρο 91, παράγραφος 1c, του νόμου περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων που ίσχυαν το 2022 και το 2023 ανταποκρίνονταν σε σκοπό γενικού συμφέροντος ο οποίος συνίστατο στην ανακατανομή των δημοσιονομικών πόρων σε ένα πλαίσιο χαρακτηριζόμενο από την πανδημία COVID‑19, την επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας και τη συνακόλουθη άνευ προηγουμένου αύξηση των τιμών της ενέργειας. |
|
79 |
Δεδομένου ότι το άρθρο 8 του συνοδευτικού του προϋπολογισμού του 2022 νόμου και το άρθρο 8 του συνοδευτικού του προϋπολογισμού του 2023 νόμου αφορούσαν ειδικώς τις αποδοχές των δικαστών και των εισαγγελέων, τέτοια μέτρα πρέπει να θεωρηθούν, εκ πρώτης όψεως, ικανά να θίξουν την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των όσων εκτέθηκαν στις σκέψεις 69 και 70 της παρούσας απόφασης και υπό το πρίσμα των στοιχείων που προέβαλε η Πολωνική Κυβέρνηση ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα μέτρα αυτά, μολονότι αφορούν ειδικώς τους δικαστές, να εντάσσονται στο πλαίσιο ευρύτερων μεταρρυθμίσεων που επηρεάζουν επίσης τις αποδοχές άλλων κατηγοριών δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών ή μελών του λοιπού προσωπικού του Δημοσίου, πράγμα το οποίο εναπόκειται πάντως στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, τα εν λόγω μέτρα θα μπορούσαν, στην πραγματικότητα, να αποσκοπούν στο να εφαρμοστούν ετεροχρονισμένα στους δικαστές μέτρα δημοσιονομικού περιορισμού που εφαρμόστηκαν σε άλλες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών ή σε μέλη του λοιπού προσωπικού του Δημοσίου κατά τα προηγούμενα έτη. |
|
80 |
Εξάλλου, υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης στην οποία θα προβεί το αιτούν δικαστήριο, καθεμία από τις δύο εθνικές διατάξεις που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη εφαρμόστηκε μόνο για ένα έτος. Επομένως, φαίνεται ότι τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης μισθολογικά μέτρα είχαν εξαιρετικό και προσωρινό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο φαίνεται να επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο μηχανισμός υπολογισμού των αποδοχών που προβλέπεται στο άρθρο 91 του νόμου περί οργάνωσης των τακτικών δικαστηρίων δεν καταργήθηκε και εφαρμόστηκε εκ νέου το 2024, όπως επισήμαναν η Πολωνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. |
|
81 |
Επιπλέον, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, πάντοτε υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης στην οποία θα προβεί το αιτούν δικαστήριο, τα μέτρα αυτά δεν είχαν ως αποτέλεσμα να στερήσουν από τον XL το δικαίωμά του να λαμβάνει αποδοχές οι οποίες, δεδομένων των οικονομικών, κοινωνικών και δημοσιονομικών συνθηκών του οικείου κράτους μέλους και του μέσου μισθού στο εν λόγω κράτος, τελούσαν σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που αυτός ασκεί. Πράγματι, τα ανωτέρω μέτρα, μολονότι είχαν ως συνέπεια την απώλεια αγοραστικής δύναμης του XL, δεν φαίνονται, σύμφωνα με τα στοιχεία της εν λόγω δικογραφίας, να μείωσαν το ποσό των αποδοχών του, οι οποίες είχαν παγώσει το 2021 και αυξήθηκαν κατά 4,37 % το 2022 και κατά 7,8 % το 2023. Άλλωστε, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπογράμμισαν ότι, συνυπολογιζομένων των διαφόρων επιδομάτων καθώς και της απαλλαγής από τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης της οποίας απολαύουν οι Πολωνοί δικαστές και η οποία συνιστά εξοικονόμηση της τάξεως περίπου του 14 % των ακαθάριστων αποδοχών, οι αποδοχές τους παρέμειναν, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, υψηλότερες από το τριπλάσιο του μέσου μισθού στην Πολωνία. |
|
82 |
Τέλος, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Sąd Rejonowy w Białymstoku (πρωτοδικείο Białystok) στην υπόθεση C‑146/23 αρκεί για να καταδείξει τη δυνατότητα αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης μισθολογικών μέτρων. |
|
83 |
Επομένως, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, δεν προκύπτει ότι το άρθρο 8 του συνοδευτικού του προϋπολογισμού του 2022 νόμου και το άρθρο 8 του συνοδευτικού του προϋπολογισμού του 2023 νόμου αντέβαιναν στις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών, όπως αυτή πηγάζει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ΣΕΕ. |
|
84 |
Όσον αφορά την υπόθεση C‑374/23, αφενός, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι ο καθορισμός των αποδοχών των δικαστών των apygardos teismai (περιφερειακών δικαστηρίων) στηρίζεται σε νομική βάση, ήτοι στο άρθρο 3 του νόμου περί αποδοχών των δικαστών, η οποία προβλέπει ότι το βασικό ποσό των εν λόγω αποδοχών καθορίζεται ετησίως από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία σε επίπεδο που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από εκείνο του προηγούμενου έτους και ότι, για τον καθορισμό αυτόν, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια σειρά αντικειμενικών κριτηρίων, όπως το ετήσιο ποσοστό πληθωρισμού του προηγούμενου έτους –το οποίο εξαρτάται από τον εθνικό δείκτη τιμών καταναλωτή–, το ύψος του κατώτατου μηνιαίου μισθού και ο αντίκτυπος άλλων παραγόντων που επηρεάζουν το ύψος και την εξέλιξη του μέσου μισθού στον δημόσιο τομέα. Αφετέρου, δεδομένων των στοιχείων αυτών και υπό την επιφύλαξη της εξακρίβωσης στην οποία θα προβεί το αιτούν δικαστήριο, οι εν λόγω λεπτομερείς κανόνες είναι αντικειμενικοί, προβλέψιμοι, σταθεροί και διαφανείς. |
|
85 |
Εάν υποτεθεί ότι πρόθεση του αιτούντος δικαστηρίου είναι να αμφισβητήσει την καταλληλότητα των αποδοχών που λαμβάνουν οι SR και RB, στη σκέψη 62 της παρούσας απόφασης επισημάνθηκε ότι η καταλληλότητα των αποδοχών των δικαστών πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα την οικονομική, κοινωνική και δημοσιονομική κατάσταση του οικείου κράτους μέλους και με σύγκριση των μέσων αποδοχών των δικαστών με τον μέσο μισθό στο εν λόγω κράτος. |
|
86 |
Όπως προκύπτει από την έκθεση αξιολόγησης των ευρωπαϊκών δικαστικών συστημάτων που συνέταξε το 2022 η CEPEJ (σ. 80), το 2020 οι μέσες ακαθάριστες αποδοχές των Λιθουανών δικαστών στην αρχή της σταδιοδρομίας τους αντιστοιχούσαν σε 2,1 φορές τον μέσο ακαθάριστο μισθό στη Λιθουανία και σε 2,9 φορές τον εν λόγω μέσο ακαθάριστο μισθό για τους δικαστές του Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λιθουανίας). |
|
87 |
Βεβαίως, το αιτούν δικαστήριο κάνει επίσης λόγο για φορολογική μεταρρύθμιση η οποία έγινε το 2019 και οδήγησε σε μείωση των ονομαστικών αποδοχών των ανωτέρω δικαστών. Ωστόσο, ελλείψει οποιασδήποτε ένδειξης σχετικής με τη μεταρρύθμιση αυτή στην απόφαση περί παραπομπής, η επίκληση της εφαρμογής της εν λόγω μεταρρύθμισης στους δικαστές δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να συναχθεί η ύπαρξη παραβίασης της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών. |
|
88 |
Κατά συνέπεια, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, δεν προκύπτει, στην υπόθεση C‑374/23, ότι οι λεπτομερείς κανόνες καθορισμού των αποδοχών που έλαβαν οι SR και RB κατά την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης περίοδο αντέβαιναν στην αρχή αυτή. |
|
89 |
Τέλος, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο Βίλνιους) στην υπόθεση αυτή αρκεί για να καταδείξει τη δυνατότητα αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης μισθολογικών μέτρων. |
|
90 |
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στις υποθέσεις C‑146/23 και C‑374/23 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών δεν αντιτίθεται:
|
Επί των δικαστικών εξόδων
|
91 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων, σ’ αυτά εναπόκειται να αποφανθούν επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται: |
|
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών δεν αντιτίθεται: |
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσες διαδικασίας: η πολωνική και η λιθουανική.
( i ) Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.