This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52003AE1401
Opinion of the European Economic and Social Committee on the "Initiative of the Kingdom of the Netherlands with a view to the adoption of a Council Regulation amending Regulation (EC) No 44/2001 on jurisdiction and the recognition and enforcement of judgements in civil and commercial matters"
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την "Πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ενόψει υιοθέτησης κανονισμού που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις"
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την "Πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ενόψει υιοθέτησης κανονισμού που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις"
ΕΕ C 32 της 5.2.2004, pp. 88–91
(ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την "Πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ενόψει υιοθέτησης κανονισμού που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις"
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 032 της 05/02/2004 σ. 0088 - 0091
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την "Πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ενόψει υιοθέτησης κανονισμού που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις"(1) (2004/C 32/18) Στις 27 Νοεμβρίου 2002, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρωτοβουλία. Το ειδικευμένο τμήμα "Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση" στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 7 Οκτωβρίου 2003 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Retureau. Κατά την 403η σύνοδο ολομέλειάς της, της 29ης και 30ής Οκτωβρίου 2003 (συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 63 ψήφους υπέρ, 11 κατά και 7 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση. 1. Η νομοθετική πρόταση 1.1. Προκύπτει από την πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών(2)για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ο κανονισμός), που τέθηκε σε ισχύ την πρώτη Μαρτίου 2002, και αφορά τις κοινές διατάξεις εφαρμογής της Σύμβασης των Βρυξελλών Ι για το ίδιο θέμα η οποία ωστόσο εξακολουθεί να ισχύει για το Βασίλειο της Δανίας. Η Σύμβαση του Λουγκάνο (1988) εξακολουθεί να ισχύει για ορισμένες τρίτες χώρες. 1.1.1. Στην πρόταση τροποποίησης ζητείται η εξαίρεση από τον κανονισμό όσον αφορά τη δικαιοδοσία σε θέματα διασυνοριακών συμβάσεων εργασίας. 1.1.2. Ως νομική βάση αναφέρονται τα άρθρα της ΣΕΚ 61(γ) και 67(1). Στα άρθρα αυτά καθώς και στο άρθρο 65 στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 61, εξετάζεται η αρμοδιότητα του Συμβουλίου και το δικαίωμα πρωτοβουλίας των μελών του (παράλληλα με το δικαίωμα της Επιτροπής, αλλά με χρονικό περιορισμό πέντε ετών από τη θέση σε ισχύ της ΣΕΚ όπως τροποποιήθηκε στο Άμστερνταμ) στον τομέα της δικαιοδοσίας, της αναγνώρισης και της εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Νίκαιας το δικαίωμα πρωτοβουλίας της Επιτροπής καθίσταται αποκλειστικό και τα μέλη του Συμβουλίου μπορούν μόνο σε ατομική βάση να υποβάλλουν προτάσεις. 1.2. Το άρθρο 20 του κανονισμού αντικατοπτρίζει τους κανόνες δικαιοδοσίας που έχουν οριστεί για αγωγές που αφορούν συμβάσεις εργασίας, οι οποίες ασκούνται με πρωτοβουλία του εργοδότη κατά των εργαζομένων που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος· κανονικά, η εξέταση παρόμοιας αγωγής εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εργαζομένου. 1.2.1. Πρόκειται για γενικό κανόνα παρέκτασης της δικαιοδοσίας για κάθε αγωγή που ασκείται σύμφωνα με τον κανονισμό, ο οποίος προβλέπει ωστόσο ορισμένες εξαιρέσεις περιοριστικού χαρακτήρα. 1.3. Η πρόταση αποσκοπεί στην τροποποίηση αυτού του κανόνα δικαιοδοσίας, εφόσον πρόκειται για δικαστική λύση της διαφοράς σχετικά με τη λήξη της σύμβασης εργασίας κατόπιν πρωτοβουλίας των εργοδοτών, που ζητούν από το δικαστήριο να αποφανθεί επί της απόλυσης και να προσδιορίσει τις συνέπειες, ιδίως τις χρηματικές· η δικαστική λύση της διαφοράς είναι μία διαδικασία αποδεκτή ως φαίνεται σε ορισμένα κράτη μέλη, και η δικαστική ακύρωση μπορεί να είναι υποχρεωτική στις Κάτω Χώρες στην περίπτωση ορισμένων προστατευόμενων μισθωτών, σύμφωνα με τους συντάκτες της πρότασης. 1.3.1. Η προτεινόμενη τροποποίηση αποσκοπεί στο να δώσει στον εργοδότη την επιλογή να ασκήσει την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του, και όχι πλέον ενώπιον του δικαστηρίου στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του. Η μονομερής αυτή επιλογή παρουσιάζει, σύμφωνα με την πρόταση, πλεονεκτήματα και για τα δύο μέρη. 2. Γενικές παρατηρήσεις 2.1. Η πρόταση παρέχει βασικά ένα νέο πλεονέκτημα στον εργοδότη, εφόσον του επιτρέπει να επιλέγει το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης της σύμβασης εργασίας αντί του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου και στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να επιλέξει το αρμόδιο δικαστήριο (του τόπου κατοικίας του ή του τόπου εργασίας ή έδρας του εργοδότη). 2.2. Πρόκειται για παρέκκλιση των αρχών δικαιοδοσίας που φαίνεται ότι σταθεροποιούνται στον κανονισμό με στόχο την προστασία των ασθενέστερων μερών σε ορισμένες συμβάσεις που χαρακτηρίζονται άνισες από οικονομική άποψη ή από πλευράς τεχνικής και επαγγελματικής αρμοδιότητας μεταξύ των μερών (εργοδότες/εργαζόμενοι, έμποροι/καταναλωτές/ ασφαλιστές/ασφαλιζόμενοι). Η ΕΟΚΕ έχει εξάλλου εγκρίνει τον κανονισμό αυτό στη γνωμοδότησή της, της 1ης Μαρτίου 2000(3). 2.3. Εάν η κοινωνική ασφάλιση αποκλείεται ρητά από το πεδίο εφαρμογής ratione materiæ της Σύμβασης των Βρυξελλών και του προαναφερθέντος κανονισμού, το εργατικό δίκαιο αποτελεί, ωστόσο, τμήμα του παρά τη δυσκολία να εκληφθεί ως κλάδος του ιδιωτικού δικαίου. 2.3.1. Τούτο υπήρξε αρχικά το αποτέλεσμα νομολογίας του Δικαστηρίου, αρμόδιου για την ερμηνεία της Σύμβασης, που αποφάσισε ότι αφορά σιωπηρά τη σύμβαση εργασίας, διότι δεν γινόταν αναφορά στην πρώτη έκδοση της Σύμβασης. Δύο αναθεωρήσεις της Σύμβασης οδήγησαν στην πλήρη συμπερίληψη της σύμβασης εργασίας. 2.3.2. Όλες οι εξαιρέσεις από το κοινό ενοχικό δίκαιο και τη διεθνή δικαιοδοσία σχετικά με την σύμβαση εργασίας απορρέουν λογικά από το γεγονός ότι το εργατικό δίκαιο αποτελεί έναν πολύ ειδικό τομέα. 2.3.3. Πράγματι, πολλές διατάξεις δημόσιας τάξεως επηρεάζουν σημαντικά το εργατικό δίκαιο. Στα περισσότερα κράτη μέλη, οι στόχοι προστασίας των μισθωτών και των εκπροσώπων τους εκφράζονται γενικά με την παρέμβαση των δημόσιων αρχών σε ό,τι αφορά τις συνθήκες σύναψης, εκτέλεσης και λύσης της σύμβασης (επιθεώρηση εργασίας, ρύθμιση ορισμένων διατάξεων της σύμβασης, υποχρεωτικές ή απαγορευμένες ρήτρες, ενισχυμένη προστασία ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων, ρύθμιση των συνθηκών εργασίας και των συμβάσεων σύμφωνα με τα επαγγέλματα, με νομοθετικά μέσα ή με συλλογικές κλαδικές συμβάσεις, εθνικές ή περιφερειακές), και με πολλές άλλες παρεκκλίσεις της αρχής της συμβατικής ελευθερίας. 2.3.4. Οι προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για τη θέσπιση ευρωπαϊκού ενοχικού δικαίου αφήνουν κατά μέρος τη σύμβαση εργασίας, που θεωρείται ότι συνδέεται πολύ με τις κοινωνικές και νομικές παραδόσεις κάθε χώρας, ότι υπάγεται σε κριτήρια δημόσιας τάξεως και σε άλλα νομικά ή πραγματικά στοιχεία. Η κατάσταση θα γίνει ακόμη πιο πολύπλοκη και θα διαφοροποιηθεί περισσότερο με τη διεύρυνση της Ένωσης. 2.3.5. Συνεχίζει, επίσης, να αναπτύσσεται ένα κοινοτικό εργατικό δίκαιο με πληθώρα νομοθετικών κειμένων, που επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας προκειμένου να πραγματοποιηθεί η εναρμόνιση που θα ευνοεί την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού στην ενιαία αγορά, να εφαρμοστεί η αρχή της ισότητας, και να εξασφαλιστεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων. 2.4. Η δυνατότητα ανακοίνωσης της απόλυσης από ένα δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως του εργοδότη αποτελεί βέβαια ειδική περίπτωση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είτε διότι δεν προβλέπεται από το εθνικό τους δίκαιο, είτε διότι αποτελεί μια διαδικασία που εφαρμόζεται κατ' εξαίρεση και δικαίως διερωτάται κανείς για τη σκοπιμότητα τροποποίησης ενός θεμελιώδους διαδικαστικού κανόνα του κανονισμού για σπάνιες εμφανώς αγωγές. 2.4.1. Πράγματι, εάν και κατ' αρχήν η δικαστική λύση ατομικών ή εμπορικών συμβάσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί, εάν το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη εκτιμά ότι το άλλο δεν τηρεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις, και εάν η διαφορά δεν επιλύθηκε με συναλλαγή ή με διαιτησία, η κατάσταση αυτή κάθε άλλο παρά συχνή είναι όσον αφορά τις συμβάσεις εργασίας· συνήθως αυτές λήγουν την προκαθορισμένη προθεσμία, όσον αφορά τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ή γενικά με τη θέληση ενός των μερών, με την επιφύλαξη σεβασμού των ρητρών και των κανονισμών που εφαρμόζονται ή ακόμη, σε περίπτωση σοβαρού σφάλματος ενός των μερών, με πρωτοβουλία του άλλου, και ενδεχομένως υπό τον έλεγχο δικαστού σε περίπτωση διαφοράς σχετικά με το σκεπτικό και τις οικονομικές συνέπειες της λύσης της σύμβασης. 2.4.2. Η δικαστική λύση αποτελεί εξαίρεση, ελλείψει συνήθους όρου διακοπής ή λήξης της σύμβασης, κυρίως δε ελλείψει άμεσης διαδικασίας απόλυσης που έχει αναληφθεί με πρωτοβουλία του εργοδότη εξαιτίας σφάλματος ή για οικονομικούς λόγους. Η απόλυση ορισμένων προστατευόμενων μισθωτών υπάγεται σε ειδικούς κανόνες κατά την περίοδο της προστασίας, οι οποίοι ποικίλουν από χώρα σε χώρα· η υποχρέωση άσκησης αγωγής για να απολύσει το δικαστήριο προστατευόμενους εργαζόμενους (εκπροσώπους των εργαζομένων) φαίνεται να υπάρχει σε ελάχιστες χώρες· μόνον η περίπτωση των Κάτω Χωρών αναφέρεται στην πρόταση. 2.5. Οι διατάξεις του κανονισμού που αφορούν την κατά τόπο αρμοδιότητα υποχρεώνουν τον ενάγοντα να ασκήσει αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο της κατοικίας του εναγομένου, διότι οιαδήποτε ρήτρα παρέκτασης δεν αφορά τις συμβάσεις εργασίας· παρόμοια ρήτρα μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού αρχίσει ο δικαστικός αγώνας και η διαδικασία που οδηγεί στη διακοπή της σύμβασης, εάν αποτελεί αντικείμενο εκούσιας συμφωνίας των μερών. Μπορεί, ωστόσο, να γίνει αποδεκτή στη σύμβαση, υπό ορισμένους όρους, κυρίως εάν η κατοικία του εργαζομένου βρίσκεται σε τρίτη χώρα. 2.5.1. Όταν ο εργοδότης αποφασίζει να ασκήσει αγωγή για τη δικαστική λύση της σύμβασης, τίποτα δεν τον εμποδίζει να διαπραγματευτεί με τον εργαζόμενο για να αποφασίσουν από κοινού το αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού, και τίποτα δεν εμποδίζει την σύναψη της συμφωνίας αυτής εάν κριθεί ευνοϊκή και για τα δύο μέρη σε ορισμένες περιστάσεις, ιδίως για διασυνοριακές συμβάσεις εργασίας. 2.6. Η πρόταση όμως που υποβάλλεται στο Συμβούλιο επιτρέπει στον εργοδότη να επιλέξει το δικαστήριο, πράγμα που ενδέχεται να έχει σοβαρές συνέπειες στον μισθωτό κατά του οποίου στρέφεται η δικαστική διαδικασία απόλυσης, και ο οποίος θα πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάσει και να ασκήσει την υπεράσπισή του έναντι του ενάγοντα με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες· η πρόταση εισάγει μία σημαντική εξαίρεση από τις γενικές αρχές διαδικασίας του κανονισμού και ενδέχεται να βλάψει τα συμφέροντα της υπεράσπισης εάν ο μισθωτός δεν επιθυμεί να αποδεχτεί τη ρήτρα για την ανάθεση της αρμοδιότητας για την επίλυση της διαφοράς, όταν θα έχει αρχίσει η δίκη, στο δικαστήριο του τόπου εργασίας ή του τόπου σύναψης της σύμβασης, αλλά προτιμά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του, όταν κατοικεί σε ένα κράτος μέλος όπου ισχύουν οι διατάξεις του κανονισμού. 2.7. Μόνον εάν ο εναγόμενος δεν κατοικεί σε χώρα μέλος όπου ισχύουν οι διατάξεις του κανονισμού, και δεν υπάρχει ρήτρα ανάθεσης της αρμοδιότητας, μπορεί να ασκηθεί η δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου του εργοδότη, εφόσον έχει νομίμως επιληφθεί, και να εφαρμόσει τους κανόνες του εθνικού του δικαίου. 2.8. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι δεν συντρέχει λόγος γενίκευσης μιας εξαίρεσης προς αποκλειστικό όφελος ενός των μερών όταν ο κανονισμός θέτει μία γενική αρχή, επιτρέποντας μία εξαίρεση με αμοιβαία συναίνεση όταν έχει αρχίσει η δίκη· με τον τρόπο αυτό, στην εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη καταστάσεις όπου η άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του τόπου εκτέλεσης της εργασίας μπορεί να ευνοεί τα συμφέροντα και των δύο εμπλεκόμενων μερών. 2.9. Στο πλαίσιο της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού στο εσωτερικό της Ενιαίας Αγοράς, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η πρόταση, αν γίνει αποδεκτή από τον νομοθέτη: α) καθιστά δυνατή την αναγνώριση και την εφαρμογή στα άλλα κράτη μέλη μιας απόφασης που απορρέει από μία σχετικά σπάνια διαδικασία του εργατικού δικαίου, ακόμη και στις χώρες όπου είναι αποδεκτή β) μπορεί να βλάψει τα δικαιώματα της υπεράσπισης και τις γενικές αρχές προστασίας του ασθενέστερου μέρους σε ορισμένες συμβάσεις γ) ενδέχεται να έλθει σε σύγκρουση με την κοινωνική δημόσια τάξη ορισμένων χωρών, εάν πρόκειται για παράδειγμα για προστατευόμενο μισθωτό, ή για λόγους απόλυσης μη παραδεκτούς από τυπική άποψη, και η απόφαση θα μπορούσε συνεπώς να μην αναγνωριστεί ούτε να εκτελεστεί στις χώρες αυτές, με την εφαρμογή της ρήτρας της Σύμβασης που επιτρέπει στο κράτος αποδέκτη να προβάλλει την εσωτερική του δημόσια τάξη κατά την εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης δ) ενδέχεται να δημιουργήσει δυσπιστία έναντι των αρμόδιων δικαστηρίων των άλλων κρατών μελών όσον αφορά την ικανότητα αναγνώρισης και εφαρμογής του νόμου περί συμβάσεων, που αποτελεί έναν από τους λόγους στους οποίους βασίζεται η υποστήριξη της πρότασης. 3. Συμπέρασμα Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, η πρόταση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών πρέπει να απορριφθεί για λόγους νομικής ασφάλειας και σεβασμού της γενικής αρχής διαδικασίας. Βρυξέλλες, 29 Οκτωβρίου 2003. Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Roger Briesch (1) ΕΕ C 311 της 14.12.2002, σ. 16. (2) ΕΕ C 311 της 14.12.2002, σ. 16. (3) ΕΕ C 117 της 26.6.2000. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής H ακόλουθη τροπολογία, η οποία έλαβε το ένα τέταρτο τουλάχιστον των εκπεφρασμένων ψήφων, απορρίφθηκε: Σημείο 3 Να αντικατασταθεί από το ακόλουθο κείμενο: "Η πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών είναι αντικανονική εφόσον καταργήθηκε η σχετική νομική βάση στη Συνθήκη των ΕΚ. Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να εξετάσει το ζήτημα αυτό λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ." Αιτιολογία Με τη θέσπιση της συνθήκης της Νίκαιας, στο άρθρο 65 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας προστέθηκε η παράγραφος 5 με την οποία αναιρείται το δικαίωμα πρωτοβουλίας που είχε παραχωρηθεί στα κράτη μέλη για μια πενταετή μεταβατική περίοδο μετά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης του Μάαστριχ. Επομένως, αναιρέθηκε η νομική βάση της πρωτοβουλίας των Κάτω Χωρών και συνεπώς η πρωτοβουλία αυτή είναι αντικανονική. Οι παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ πρέπει να διαβιβαστούν στην Επιτροπή με σκοπό την αντικειμενική εξέταση του ζητήματος. Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας Υπέρ: 21, κατά: 54, αποχές: 2.