Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52017AE0689

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ» [COM(2017) 8 final — 2017/0002 (COD)]

ΕΕ C 288 της 31.8.2017, pp. 107–114 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

31.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 288/107


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ»

[COM(2017) 8 final — 2017/0002 (COD)]

(2017/C 288/15)

Εισηγητής: ο κ.

Jorge PEGADO LIZ

Αίτηση γνωμοδότησης

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 26.4.2017

Νομική βάση

Άρθρο 16 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

 

Αρμόδιο ειδικευμένο τμήμα

Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών

Υιοθετήθηκε από το ειδικευμένο τμήμα

16.5.2017

Υιοθετήθηκε από την ολομέλεια

31.5.2017

Σύνοδος ολομέλειας αριθ.

526

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

(υπέρ/κατά/αποχές)

161/0/2

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Με την υπό εξέταση πρόταση, η Επιτροπή συμμορφώνεται στην πράξη —κατά τρόπο εν γένει ορθό και πρόσφορο, από καθαρά νομοτεχνική άποψη— με την ανάγκη προσαρμογής του ισχύοντος καθεστώτος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου  (1) και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής  (2) , που αφορούν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, στον νέο Γενικό Κανονισμό για την Προστασία των Δεδομένων (ΓΚΠΔ) (3), που θα ισχύει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) από τις 25 Μαΐου 2018.

1.2

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υπενθυμίσει τις παρατηρήσεις και συστάσεις που είχε διατυπώσει για την πρόταση του ΓΚΠΔ, που στο μεταξύ έχει γίνει ο ισχύων ΓΚΠΔ, και να εκφράσει τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν ελήφθησαν πλήρως υπόψη στην τελική αυτή έκδοση του κανονισμού· εκφράζει εξάλλου την ανησυχία ότι —δεδομένης της ταχείας εξέλιξης της τεχνολογίας στον τομέα αυτόν— η καθυστερημένη υιοθέτηση και έναρξη της ισχύος του κανονισμού κινδυνεύει να αυξήσει τις πιθανότητες παράνομης ιδιοποίησης δεδομένων ή κατάχρησης της επεξεργασίας και εμπορίας τους, με κίνδυνο να καταστεί παρωχημένος πριν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή. Στο μέτρο που η υπό εξέταση πρόταση συνιστά προσαρμογή του εν λόγω ΓΚΠΔ στη λειτουργία των ενωσιακών οργάνων, οι ανησυχίες αυτές ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για το υπό εξέταση κείμενο, ιδίως όσον αφορά την έλλειψη σαφήνειας της χρησιμοποιούμενης γλώσσας, που είναι δυσνόητη για τον μέσο πολίτη.

1.3

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ εκτιμά πως ό,τι συμβαίνει στα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τις διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο· κρίνει, λοιπόν, ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την κατάρτιση της υπό εξέταση πρότασης.

1.4

Υπό την έννοια αυτή, η ΕΟΚΕ θα εκτιμούσε να είχαν διευθετηθεί ρητώς ορισμένες πτυχές, όπως: η συνάρθρωση της υπό εξέταση πρότασης με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ· η διαχείριση των καταστάσεων παρενόχλησης, εκφοβισμού μέσω διαδικτύου (cyberbullying) και καταγγελιών δυσλειτουργίας (whistleblowing) εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ· η εφαρμογή του κανονισμού σε ό,τι αφορά το διαδίκτυο των πραγμάτων, τα μαζικά δεδομένα και τη χρήση μηχανών αναζήτησης για σκοπούς πρόσβασης, δημιουργίας ή χρήσης προσωπικών δεδομένων· καθώς και οι προσωπικές πληροφορίες που δημοσιεύονται στις ιστοσελίδες των θεσμικών οργάνων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter, Instagram, LinkedΙn κ.λπ.).

1.5

Ομοίως, θα εκτιμούσε η ΕΟΚΕ να προβλέπονταν στην πρόταση οι όροι ασφαλείας των συστημάτων πληροφορικής που θα υποστηρίζουν τη διαχείριση δεδομένων και οι εγγυήσεις έναντι των επιθέσεων στον κυβερνοχώρο και της παραβίασης ή διαρροής των δεδομένων αυτών, και να εξασφαλίζεται η ουδετερότητά τους από τεχνολογική άποψη, αντί να παραπέμπονται απλώς τα ζητήματα αυτά σε ίδιους εσωτερικούς κανόνες της κάθε υπηρεσίας· ακόμη κι έτσι, θα έπρεπε να διασαφηνίζεται καλύτερα η σχέση μεταξύ προστασίας των δεδομένων και καταπολέμησης του εγκλήματος και της τρομοκρατίας, χωρίς αυτό να σημαίνει την υιοθέτηση δυσανάλογων ή υπερβολικών μέτρων επιτήρησης, και πάντοτε, ούτως ή άλλως, υπό τον έλεγχο του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ).

1.6

Ακόμη περισσότερο θα εκτιμούσε να προσδιορίζονταν στην πρόταση οι προϋποθέσεις από άποψη προσόντων, κατάρτισης και καταλληλότητας που απαιτούνται για τον ορισμό υπεύθυνου προστασίας των δεδομένων, υπεύθυνου της επεξεργασίας των δεδομένων και εκτελούντα την επεξεργασία, εντός των οργάνων της ΕΕ, πάντοτε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του ΕΕΠΔ.

1.7

Επίσης, δεδομένης της ιδιαιτερότητας των συλλεγόμενων δεδομένων, τα οποία έχουν άμεση επίδραση επί της ιδιωτικής ζωής του υποκειμένου των δεδομένων, ειδικότερα όσον αφορά την υγεία, τα φορολογικά και τα κοινωνικά δεδομένα, η ΕΟΚΕ θα εκτιμούσε να περιοριζόταν η συλλογή στα απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονται και να εξασφαλιζόταν η μέγιστη προστασία και οι μέγιστες εγγυήσεις κατά την επεξεργασία τέτοιου είδους προσωπικών δεδομένων, ιδιαίτερα ευαίσθητων, με βάση τους πλέον προηγμένους διεθνείς κανόνες και εθνικούς νόμους και τις βέλτιστες πρακτικές ορισμένων κρατών μελών.

1.8

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι απαιτείται να προβλέπεται ρητώς στην πρόταση η ενίσχυση των μέσων του ΕΕΠΔ και η στελέχωσή του με επαρκές προσωπικό, υψηλού επιπέδου γνώσεων και τεχνικών προσόντων στον τομέα της προστασίας των δεδομένων.

1.9

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει, για μία ακόμη φορά, ότι τα δεδομένα των νομίμως συσταθέντων νομικών προσώπων [επιχειρήσεων, μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), εμπορικών εταιρειών κ.λπ.] απαιτείται να αποτελούν επίσης αντικείμενο προστασίας κατά τη συλλογή και επεξεργασία.

1.10

Τέλος, στις ειδικές παρατηρήσεις της, η ΕΟΚΕ προτείνει μια σειρά τροποποιήσεις διαφόρων διατάξεων, οι οποίες, εάν υιοθετηθούν, θα συντελέσουν στην αποτελεσματικότερη προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός των οργάνων της ΕΕ, όχι μόνον όσον αφορά τους υπαλλήλους τους, αλλά και τους χιλιάδες Ευρωπαίους πολίτες που έχουν επαφές με τα όργανα· ζητά, λοιπόν, από την Επιτροπή, αλλά και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, να λάβουν υπόψη τις τροποποιήσεις αυτές για την τελική διαμόρφωση της πρότασης.

2.   Αντικείμενο και πλαίσιο της πρότασης

2.1

Όπως προσδιορίζει η Επιτροπή στην αιτιολογική της έκθεση, σκοπός της πρότασης είναι η κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001  (4) και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας, με δύο στόχους:

την κατοχύρωση του θεμελιώδους δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων,

τη διασφάλιση της ελεύθερης ροής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της ΕΕ.

2.2

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, μετά από μακρά και πολυτάραχη διαδικασία, υιοθέτησαν τελικά τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ) (5), ο οποίος θα είναι εφαρμοστέος σε ολόκληρη την ΕΕ από τις 25 Μαΐου 2018. Ο κανονισμός αυτός συνεπάγεται την προσαρμογή διαφόρων νομοθετικών πράξεων (6), μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση έχουν οι προαναφερθείσες: ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και η απόφαση αριθ. 1247/2002/ΕΚ.

2.3

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα των ερευνών και των διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και της μελέτης αξιολόγησης σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού κατά την τελευταία δεκαπενταετία, στην οποία και αναφέρεται εκτενώς, η Επιτροπή συνάγει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 θα μπορούσε να εφαρμόζεται πιο αυστηρά, με την επιβολή κυρώσεων εκ μέρους του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ),

η αυστηρότερη άσκηση των εξουσιών της εποπτικής αρχής θα μπορούσε να οδηγήσει στην καλύτερη εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των δεδομένων,

απαιτείται απλούστευση του καθεστώτος των κοινοποιήσεων και των προκαταρκτικών ελέγχων, ώστε να αυξηθεί η αποδοτικότητα και να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος,

οι υπεύθυνοι της επεξεργασίας δεδομένων θα πρέπει να υιοθετήσουν μια προσέγγιση διαχείρισης των κινδύνων και να εκπονούν εκτιμήσεις των κινδύνων πριν από την εκτέλεση πράξεων επεξεργασίας, με γνώμονα την καλύτερη εφαρμογή των απαιτήσεων διατήρησης και ασφάλειας των δεδομένων,

οι ισχύουσες διατάξεις για τον τομέα των τηλεπικοινωνιών είναι παρωχημένες και υπάρχει ανάγκη να ευθυγραμμιστεί το σχετικό κεφάλαιο με την οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες,

απαιτείται να αποσαφηνιστούν ορισμένοι βασικοί ορισμοί του κανονισμού, όπως, μεταξύ άλλων, ο προσδιορισμός των υπευθύνων της επεξεργασίας δεδομένων στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, ο ορισμός των αποδεκτών των δεδομένων και η επέκταση της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου στους εξωτερικούς εκτελούντες την επεξεργασία.

2.4

Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση των τροποποιήσεων που θα πρέπει να εισαχθούν στις ισχύουσες νομικές πράξεις, η Επιτροπή αποφάσισε την πλήρη κατάργησή τους και την αντικατάστασή τους από τον υπό εξέταση κανονισμό, για λόγους ομοιομορφίας με τους λοιπούς κανόνες που θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ ταυτόχρονα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και όπως προβλέπεται στο άρθρο 98 του εν λόγω κανονισμού.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Από καθαρά νομοτεχνική άποψη, η ΕΟΚΕ συμφωνεί επί της αρχής με τα εξής:

με την αναγκαιότητα και την ευστοχία της υπό εξέταση πρότασης,

με την επιλογή του νομικού μέσου: κανονισμού,

με την πρόκριση της πλήρους κατάργησης των υφιστάμενων πράξεων,

με την επιλογή της νομικής βάσης για την υιοθέτηση της πρότασης,

με την τήρηση των κριτηρίων της αναλογικότητας, της επικουρικότητας και της υποχρέωσης λογοδοσίας (accountability),

με τη σαφήνεια και τη διάρθρωση των διατάξεων της πρότασης,

με τη βελτίωση του ορισμού ορισμένων εννοιών, όπως η έγκυρη συγκατάθεση,

με τη συνεκτικότητα με τις λοιπές νομικές πράξεις με τις οποίες συνδέεται η πρόταση, ιδίως τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, την πρόταση κανονισμού COM(2017) 10 final και την ίδια την ανακοίνωση της Επιτροπής «Οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής οικονομίας δεδομένων» (7),

με την επιλογή της ρητής συμπερίληψης, για πρώτη φορά, προστίμων για τις ενδεχόμενες παραλείψεις συμμόρφωσης και παραβιάσεις,

με την ενίσχυση των εξουσιών του ΕΕΠΔ,

με τη μη συμπερίληψη της παρούσας πρωτοβουλίας στο πρόγραμμα βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT),

με την προσπάθεια που έχει επιδειχθεί για τη συμβατότητα με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως είναι, συγκεκριμένα, αυτά που κατοχυρώνονται στον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων σχετικά με την ελευθερία έκφρασης (άρθρο 11), την προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας (άρθρο 17 παράγραφος 2), την απαγόρευση διακρίσεων λόγω φυλής, εθνοτικής καταγωγής, γενετικών χαρακτηριστικών, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, αναπηρίας ή γενετήσιου προσανατολισμού (άρθρο 21), τα δικαιώματα του παιδιού (άρθρο 24), το δικαίωμα σε υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου (άρθρο 35), το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα (άρθρο 42) και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου (άρθρο 47).

3.2

Αυτό δεν θίγει το περιεχόμενο των παρατηρήσεων και συστάσεων που είχε διατυπώσει για την πρόταση του ΓΚΠΔ (8)—που στο μεταξύ έχει γίνει ο ισχύων ΓΚΠΔ (9)—, οι οποίες δεν ελήφθησαν πλήρως υπόψη στην τελική αυτή έκδοση του κανονισμού, πράγμα που επιδεινώνεται από την καθυστερημένη υιοθέτηση και έναρξη της ισχύος του κανονισμού, η οποία —δεδομένης της ταχείας εξέλιξης της τεχνολογίας στον τομέα αυτόν— αυξάνει τις πιθανότητες παράνομης ιδιοποίησης δεδομένων ή κατάχρησης της επεξεργασίας και εμπορίας τους, με κίνδυνο να καταστεί παρωχημένος πριν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή. Στο μέτρο που η υπό εξέταση πρόταση συνιστά προσαρμογή του εν λόγω ΓΚΠΔ στη λειτουργία των ενωσιακών οργάνων, οι ανησυχίες αυτές ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για το υπό εξέταση κείμενο —ιδίως όσον αφορά την έλλειψη σαφήνειας της χρησιμοποιούμενης γλώσσας, που είναι δυσνόητη για τον μέσο πολίτη—, το οποίο θα ήταν προτιμότερο, επίσης, να είχε υποβληθεί και συζητηθεί ταυτόχρονα με την πρόταση εκείνη.

3.3

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ πιστεύει πως ό,τι συμβαίνει στα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τις διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο και, συνεπώς, θα εκτιμούσε να είχαν εξεταστεί στην υπό εξέταση πρόταση ορισμένα ζητήματα.

3.4

Κατ’ αρχάς, δεν είναι σαφές εάν η πρόταση συνδυάζεται δεόντως με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 31 (10)], δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνονται ειδικές ρυθμιστικές διατάξεις που να κατοχυρώνουν ότι τα προσωπικά δεδομένα των υπαλλήλων και συνεργατών των θεσμικών οργάνων θα αποτελούν αντικείμενο αποτελεσματικότερης εγγύησης της προστασίας όσον αφορά την πρόσληψη, τη σταδιοδρομία, το διάστημα ισχύος της σύμβασης και των ενδεχόμενων ανανεώσεών της και τις αξιολογήσεις τους.

3.4.1

Είτε στο υπό εξέταση κείμενο είτε αλλού, θα έπρεπε να προβλέπονται διατάξεις γενικού χαρακτήρα με κανόνες σχετικά με το μητρώο υγείας των υπαλλήλων και των μελών της οικογενείας τους, με την προστασία δεδομένων που δημιουργούνται ή χρησιμοποιούνται από τους υπαλλήλους και των αντίστοιχων γενετικών δεδομένων, με την επεξεργασία και προστασία των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, είτε αυτά αποστέλλονται από πολίτες στους οργανισμούς της ΕΕ είτε αποστέλλονται ή ανταλλάσσονται μεταξύ υπαλλήλων των οργανισμών αυτών ή μεταξύ αυτών και εξωτερικών προσώπων, καθώς και του περιεχομένου τους και των ιστοσελίδων στο διαδίκτυο που επισκέπτονται (11).

3.4.2

Ομοίως, ειδική αντιμετώπιση θα άξιζαν οι καταστάσεις παρενόχλησης, κυβερνοεκφοβισμού (cyberbullying) και καταγγελιών δυσλειτουργίας (whistleblowing) εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 68.

3.4.3

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ διερωτάται σχετικά με τους όρους εφαρμογής της υπό εξέταση πρότασης και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, όσον αφορά το διαδίκτυο των πραγμάτων, τα μαζικά δεδομένα και τη χρήση μηχανών αναζήτησης για σκοπούς πρόσβασης, δημιουργίας ή χρήσης προσωπικών δεδομένων, καθώς επίσης και τις προσωπικές πληροφορίες που δημοσιεύονται στις σελίδες των θεσμικών οργάνων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter, Instagram, Linkedin κ.λπ.), ανεξάρτητα από την ρητή συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων.

3.5

Η ΕΟΚΕ θα εκτιμούσε να προβλέπονταν στην πρόταση της Επιτροπής —πέραν της αναφοράς στο απόρρητο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο άρθρο 34 της πρότασης κανονισμού— οι όροι ασφαλείας των συστημάτων πληροφορικής που θα υποστηρίζουν τη διαχείριση δεδομένων και οι εγγυήσεις έναντι των επιθέσεων στον κυβερνοχώρο και της παραβίασης ή διαρροής των δεδομένων αυτών (12), και να εξασφαλίζεται η ουδετερότητά τους από τεχνολογική άποψη, αντί να παραπέμπονται απλώς τα ζητήματα αυτά σε ίδιους εσωτερικούς κανόνες της κάθε υπηρεσίας· ακόμη κι έτσι, θα έπρεπε να διασαφηνίζεται καλύτερα η σχέση μεταξύ προστασίας των δεδομένων και καταπολέμησης του εγκλήματος και της τρομοκρατίας, χωρίς αυτό να σημαίνει την υιοθέτηση δυσανάλογων ή υπερβολικών μέτρων επιτήρησης, και πάντοτε, ούτως ή άλλως, υπό τον έλεγχο του ΕΕΠΔ.

3.6

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η διασύνδεση προσωπικών δεδομένων εντός των οργάνων της ΕΕ δεν μπορεί να περιορίζεται στην αρχή της υποχρέωσης λογοδοσίας που προβλέπεται στην αιτιολογική σκέψη 16· ζητά, λοιπόν, από την Επιτροπή να εισαγάγει ειδικό κανόνα που θα απαιτεί η διασύνδεση να μπορεί να γίνει μόνο μετά από έγκριση του ΕΕΠΔ, η οποία θα ζητηθεί από τον υπεύθυνο για την επεξεργασία ή, από κοινού, από τον εκτελούντα την επεξεργασία.

3.7

Ακόμη περισσότερο θα εκτιμούσε —πέραν των προβλεπόμενων στο σημείο 51 του προοιμίου και στο άρθρο 44 παράγραφος 3 της πρότασης— να προσδιορίζονταν τα προσόντα και τα χαρακτηριστικά κατάρτισης και καταλληλότητας που απαιτούνται για τον ορισμό υπεύθυνου προστασίας δεδομένων, υπεύθυνου της επεξεργασίας και εκτελούντα την επεξεργασία στα όργανα της ΕΕ (13). Εξάλλου, τυχόν παραβιάσεις των λειτουργικών υποχρεώσεων των προσώπων αυτών θα έπρεπε να υπόκεινται σε πραγματικά αποτρεπτικές κυρώσεις, σε πειθαρχικό, αστικό και ποινικό επίπεδο, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του ΕΕΠΔ, οι οποίες θα έπρεπε να προβλέπονται στην πρόταση.

3.8

Παρότι αναγνωρίζει ότι με την υπό εξέταση πρόταση αυξάνεται το επίπεδο προστασίας σε σύγκριση με τον ισχύοντα κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα των συλλεγόμενων δεδομένων —τα οποία έχουν άμεση επίδραση επί της ιδιωτικής ζωής του υποκειμένου των δεδομένων, ειδικότερα όσον αφορά την υγεία, τα φορολογικά και τα κοινωνικά δεδομένα—, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η πρόταση θα έπρεπε να περιορίζει τη συλλογή δεδομένων στα απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονται και να εξασφαλίζει τη μέγιστη προστασία και τις μέγιστες εγγυήσεις κατά την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, με βάση τους πλέον προηγμένους διεθνείς κανόνες και εθνικούς νόμους και τις βέλτιστες πρακτικές ορισμένων κρατών μελών (14).

3.9

Έχει επίγνωση του ότι τόσο ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 όσο και η υπό εξέταση πρόταση έχουν εφαρμογή αποκλειστικά σε δεδομένα το υποκείμενο των οποίων είναι φυσικά πρόσωπα. Επαναλαμβάνει, ωστόσο, ότι τα δεδομένα των νομίμως συσταθέντων νομικών προσώπων (επιχειρήσεων, ΜΚΟ, εμπορικών εταιρειών κ.λπ.) πρέπει επίσης να αποτελούν αντικείμενο προστασίας κατά τη συλλογή και επεξεργασία.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Στις ειδικές παρατηρήσεις του κειμένου της πρότασης αναφέρονται ορισμένες αμφιβολίες και επιφυλάξεις, υπό το φως των θεμελιωδών αρχών της προστασίας της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, καθώς και των αρχών της αναλογικότητας και της προφύλαξης.

4.2   Άρθρο 3

Στο άρθρο 2 στοιχείο α), ως «όργανα και οργανισμοί της Ένωσης» ορίζονται τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης που έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ή της Συνθήκης Ευρατόμ. Η ΕΟΚΕ διερωτάται εάν ο ορισμός αυτός συμπεριλαμβάνει και τις ομάδες εργασίας, συμβουλευτικά συμβούλια, επιτροπές, πλατφόρμες, ενδεχόμενες ομάδες κ.λπ., καθώς και τα διεθνή δίκτυα πληροφορικής στα οποία συμμετέχουν τα θεσμικά όργανα, χωρίς όμως να τα κατέχουν.

4.3   Άρθρο 4

4.3.1

Δεδομένου ότι ο υπό εξέταση κανονισμός έχει εφαρμογή στα δεδομένα που υφίστανται επεξεργασία εντός των οργάνων της ΕΕ, η ΕΟΚΕ θα εκτιμούσε να κατοχυρώνεται η ρητή αναφορά της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, βάσει των συλλεγόμενων δεδομένων.

4.3.2

Όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β), η περίπτωση της επεξεργασίας για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς, πρέπει να υπόκειται σε πρότερη έγκριση εκ μέρους του ΕΕΠΔ, που δεν προβλέπεται στο άρθρο 58.

4.3.3

Τέλος, εκτιμάται ότι θα έπρεπε να προβλέπεται ρητή διάταξη αντίστοιχη με την προβλεπόμενη στο σημερινό άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 όσον αφορά τη διαβίβαση δεδομένων μεταξύ οργάνων της ΕΕ.

4.4   Άρθρο 5

4.4.1

Δεν είναι κατανοητό για ποιο λόγο το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β) της πρότασης κανονισμού δεν υπάγεται στα θεσπιζόμενα στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στο άρθρο 6 στοιχεία γ) και ε), που υπόκεινται αμφότερα στα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ΓΚΠΔ.

4.4.2

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι στο στοιχείο δ) πρέπει να προστεθεί ότι η συναίνεση πρέπει να υπόκειται σε αρχή καλής πίστης.

4.5   Άρθρο 6

4.5.1

Η εφαρμογή του άρθρου αυτού πρέπει πάντοτε να υπόκειται σε έγκριση από τον ΕΕΠΔ.

4.5.2

Στις περιπτώσεις αυτές, το υποκείμενο των δεδομένων πρέπει πάντοτε να ενημερώνεται εκ των προτέρων για το ενδεχόμενο αυτό, κατά τη στιγμή της συλλογής ή όταν λαμβάνεται μία νέα απόφαση, και να μπορεί ενδεχομένως να ζητήσει την διόρθωση ή διαγραφή των δεδομένων, τον περιορισμό της επεξεργασίας ή να εναντιωθεί στην επεξεργασία.

4.6   Άρθρο 8

4.6.1

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η εξαίρεση από τον κανόνα της εγκυρότητας της συγκατάθεσης εκ μέρους παιδιών κάτω των 16 ετών (μεταξύ 13 και 16 ετών), ήδη εξωφρενική αφεαυτής, είναι αποδεκτή αποκλειστικά για τα κράτη μέλη, για πολιτιστικούς λόγους εσωτερικού δικαίου (άρθρο 8 του ΓΚΠΔ), αλλά δεν πρέπει να είναι αποδεκτή ως κανόνας για τα όργανα της ΕΕ (άρθρο 8 παράγραφος 1), όπου ορίζονται ως όριο τα 13 έτη.

4.6.2

Εξάλλου, δεν διευκρινίζεται κατά ποιον τρόπο οφείλει ο ΕΕΠΔ να αποδίδει την «ειδική προσοχή» σε σχέση με τα παιδιά, όπως προβλέπεται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο β), ιδίως δε στην περίπτωση των καταλόγων χρηστών που προβλέπονται στο άρθρο 36, όταν τα δεδομένα τους είναι προσιτά στο κοινό.

4.7   Άρθρο 10

4.7.1

Στην παράγραφο 1 πρέπει να συμπεριληφθεί και η συμμετοχή σε πολιτικό κόμμα (που δεν είναι ταυτόσημη με τα πολιτικά φρονήματα) και η ιδιωτική ζωή.

4.7.2

Στην παράγραφο 2 στοιχείο β), ακόμη και για την εκτέλεση των υποχρεώσεων και την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων, πρέπει πάντοτε να ενημερώνεται εκ των προτέρων το υποκείμενο των δεδομένων.

4.7.3

Στην παράγραφο 2 στοιχείο δ), η επεξεργασία πρέπει να μπορεί να εκτελείται μόνον εάν έχει συναινέσει το υποκείμενο των δεδομένων.

4.7.4

Το στοιχείο ε) πρέπει να συνιστά εξαίρεση μόνον εάν μπορεί να συναχθεί ευλόγως από τις δηλώσεις του η συναίνεση για την επεξεργασία των δεδομένων.

4.8   Άρθρο 14

Δεδομένου ότι τα όργανα της ΕΕ δεν δικαιούνται να επιβάλλουν τέλη για τις υπηρεσίες που παρέχουν, η άρνηση ανταπόκρισης στο αίτημα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον ως μέτρο έσχατης ανάγκης.

4.9   Άρθρα 15, 16 και 17

4.9.1

Όσον αφορά τις πρόσθετες πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2, πρέπει να προστεθεί επίσης η απαίτηση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων σχετικά με τον υποχρεωτικό ή προαιρετικό χαρακτήρα της απάντησης του υπεύθυνου της επεξεργασίας, καθώς και με τις ενδεχόμενες συνέπειες της απουσίας απάντησης.

4.9.2

Στην περίπτωση της συλλογής δεδομένων σε ανοιχτά δίκτυα, το υποκείμενο των δεδομένων πρέπει πάντοτε να ενημερώνεται ότι τα προσωπικά του δεδομένα είναι δυνατό να κυκλοφορούν στα δίκτυα χωρίς συνθήκες ασφάλειας, με κίνδυνο να τα δουν ή να τα χρησιμοποιήσουν μη εξουσιοδοτημένοι τρίτοι.

4.9.3

Το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 πρέπει να αποκτάται ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς, με εύλογη περιοδικότητα, ταχέως ή αμέσως και χωρίς δαπάνες.

4.9.4

Η ΕΟΚΕ προτείνει το υποκείμενο των δεδομένων να πρέπει επίσης να λαμβάνει υποχρεωτικά επιβεβαίωση για το κατά πόσον τα δεδομένα που το αφορούν βρίσκονται ή όχι υπό επεξεργασία.

4.9.5

Οι πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 πρέπει να παρέχονται κατά τρόπο ευανάγνωστο, σαφή και κατανοητό, ιδίως όσον αφορά τα δεδομένα που υπόκεινται σε επεξεργασία και οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την προέλευση των δεδομένων αυτών.

4.10   Άρθρο 21

Η ερμηνεία που δίνει η ΕΟΚΕ για την εξαίρεση από την πρόταση κανονισμού διατάξεων όμοιων με αυτές του άρθρου 21 παράγραφοι 2 και 3 του ΓΚΠΔ είναι ότι αυτό σημαίνει πως τα συλλεγόμενα δεδομένα δεν μπορούν ποτέ να υποβληθούν σε επεξεργασία για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης. Εάν ισχύει αυτό είναι αξιέπαινο, θα πρέπει όμως να αρθεί ρητώς η αβεβαιότητα της ερμηνείας αυτής στη διατύπωση των διατάξεων.

4.11   Άρθρο 24

4.11.1

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι θα πρέπει να προστεθεί στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) ότι η συγκατάθεση μπορεί να δοθεί μόνο μετά από ρητή ενημέρωση σχετικά με τα έννομα αποτελέσματα των αποφάσεων για το υποκείμενο των δεδομένων, εφόσον μόνον υπό αυτόν τον όρο η συγκατάθεση θα έχει δοθεί με την δέουσα ενημέρωση.

4.11.2

Όσον αφορά την παράγραφο 3, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι τα «κατάλληλα μέτρα» θα έπρεπε να προσδιορίζονται από τον ΕΕΠΔ και όχι από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας.

4.12   Άρθρο 25

4.12.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τον φόβο ότι η διατύπωση του άρθρου 25 της πρότασης κανονισμού συνιστά υπερβολικά ευρεία ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 23 του ΓΚΠΔ ως προς το πεδίο των περιορισμών στην εφαρμογή των διατάξεων που θεσπίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων. Θα συνιστούσε λοιπόν την κριτική αναθεώρηση του άρθρου, με βάση προσεκτική και ενδεχομένως περιοριστική ανάλυση των διαφόρων εδαφίων, ιδίως όσον αφορά τον περιορισμό του δικαιώματος στο απόρρητο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο θεσπίζεται στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, προβλέπεται στην ισχύουσα οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και έχει διατηρηθεί στην σχετική πρόταση κανονισμού που εξετάζεται σε άλλη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ.

4.12.2

Η ΕΟΚΕ αντιτάσσεται κατηγορηματικά στην προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παράγραφος 2 δυνατότητα των οργάνων και οργανισμών της Ένωσης να περιορίζουν την εφαρμογή των περιορισμών στα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, όταν οι περιορισμοί δεν προκύπτουν από νομικές πράξεις που να τους προβλέπουν ρητώς. Το αυτό ισχύει και για το άρθρο 34.

4.13   Άρθρο 26

Πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι υπεύθυνοι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, οι εκτελούντες την επεξεργασία, καθώς και όσοι λαμβάνουν γνώση των προσωπικών δεδομένων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υποχρεούνται να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους και για λογικό χρονικό διάστημα.

4.14   Άρθρα 29 και 39

Δεδομένου ότι, ορθώς, τα προβλεπόμενα στο άρθρο 24 παράγραφος 3 και στα άρθρα 40 κ.ε. του ΓΚΠΔ (κώδικες δεοντολογίας) δεν συμπεριελήφθησαν στην υπό εξέταση πρόταση κανονισμού —όπως ρητώς αναφέρεται στο προοίμιο, στο σημείο που αναφέρεται στο άρθρο 26—, δεν φαίνεται σκόπιμο να γίνεται αποδεκτό στο άρθρο 29 παράγραφος 5 και στο άρθρο 39 παράγραφος 7 της πρότασης κανονισμού ότι η απλή αποδοχή ενός κώδικα δεοντολογίας κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 40 του ΓΚΠΔ μπορεί να θεωρηθεί επαρκής εγγύηση για την άσκηση καθηκόντων εκτελούντος την επεξεργασία που δεν είναι όργανο ή οργανισμός της Ένωσης.

4.15   Άρθρο 31

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η απλή δυνατότητα τήρησης αρχείων των δραστηριοτήτων επεξεργασίας σε κεντρικό μητρώο, δημόσια προσβάσιμο, που προβλέπεται στο άρθρο 31 παράγραφος 5, θα ήταν προτιμότερο να μετατραπεί σε υποχρέωση.

4.16   Άρθρο 33

Η ΕΟΚΕ συνιστά, επίσης, ο υπεύθυνος της επεξεργασίας και ο εκτελών την επεξεργασία να μπορούν να ασκούν τον έλεγχο των υποθεμάτων των δεδομένων, τον έλεγχο της καταχώρησης, τον έλεγχο της χρήσης και τον έλεγχο της διαβίβασης δεδομένων, και προς τούτο να οφείλουν τα εξής:

να εμποδίζουν την πρόσβαση μη εξουσιοδοτημένων προσώπων στις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία των δεδομένων,

να εμποδίζουν την ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή αφαίρεση των υποθεμάτων δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα,

να εμποδίζουν τη μη εξουσιοδοτημένη καταχώρηση, καθώς και τη μη εξουσιοδοτημένη γνωστοποίηση, τροποποίηση ή διαγραφή καταχωρισμένων προσωπικών δεδομένων,

να εμποδίζουν τη δυνατότητα χρησιμοποίησης συστημάτων αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με τη βοήθεια εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων,

να εξασφαλίζουν ότι μπορεί να ελέγχεται σε ποιους φορείς μπορούν να διαβιβάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα,

να εξασφαλίζουν ότι τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα διαθέτουν πρόσβαση αποκλειστικά στα δεδομένα που καλύπτονται από τη σχετική εξουσιοδότηση.

4.17   Άρθρο 34

Η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι το άρθρο αυτό θα ευθυγραμμιστεί προς τις σχετικές διατάξεις της πρότασης κανονισμού για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και ότι τα όργανα και οργανισμοί της ΕΕ θα υπόκεινται στην εποπτεία του ΕΕΠΔ για θέματα απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

4.18   Άρθρο 42

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία μήπως η έκφραση «μετά την έγκριση», στην παράγραφο 1, οδηγήσει στην ερμηνεία ότι η διαβούλευση πρέπει να γίνεται αποκλειστικά κατόπιν εγκρίσεως των εν λόγω πράξεων και μήπως σταματήσει να ζητείται πρότερη διαβούλευση, ακόμη και άτυπα, όπως συμβαίνει σήμερα.

4.19   Άρθρο 44

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, κατ’ αρχήν, μόνο υπάλληλοι της ΕΕ θα πρέπει να διορίζονται υπεύθυνοι προστασίας δεδομένων. Σε περίπτωση όπου, κατ’ εξαίρεση, αυτό δεν είναι δυνατό, θα πρέπει να προσλαμβάνονται με σύμβαση που θα τηρεί τους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, και να υποβάλλονται στην κρίση του ΕΕΠΔ.

4.20   Άρθρο 45

4.20.1

Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, όταν δεν είναι υπάλληλος της ΕΕ, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων, λόγω της φύσης της θέσης του, πρέπει να μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του ανά πάσα στιγμή, αρκεί αυτό να κρίνεται σκόπιμο από τον ΕΕΠΔ (άρθρο 45 παράγραφος 8 του κανονισμού).

4.20.2

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η θητεία του πρέπει να είναι καθορισμένης διάρκειας 5 ετών και ανανεώσιμη μία μόνο φορά.

4.21   Άρθρο 56

Λόγω πρόσφατων και ευρέως γνωστών συμβάντων που αφορούν ανώτατους υπαλλήλους των οργάνων, συνιστάται η θέσπιση ασυμβίβαστου και κωλυμάτων για την άσκηση ορισμένων καθηκόντων, ιδίως σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, μετά τη λήξη της θητείας και για λογικό χρονικό διάστημα.

4.22   Άρθρο 59

Σε ορισμένες γλώσσες, μεταξύ άλλων στην αγγλική έκδοση, ο όρος «actions» που χρησιμοποιείται στην παράγραφο 5 είναι υπερβολικά περιοριστικός και πρέπει να αντικατασταθεί από τον όρο «proceedings» (στην πορτογαλική έκδοση η έννοια έχει αποδοθεί σωστά) [ΣτΜ: στην ελληνική επίσης].

4.23   Άρθρο 63

Όσον αφορά την παράγραφο 3, και με δεδομένο τον ευαίσθητο χαρακτήρα του αντικειμένου της υπό εξέταση πρότασης, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι θα πρέπει να αντιστραφεί η αρχή της σιωπηρής απόρριψης, πράγμα που θα αναγκάζει τον ΕΕΠΔ να ανταποκρίνεται ρητώς σε όλες τις καταγγελίες που του υποβάλλονται, υπό την απειλή ότι, εάν δεν το πράξει, θα θεωρηθεί ότι εγκρίθηκαν.

4.24   Άρθρο 65

Όπως αναφέρεται και στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την πρόταση που οδήγησε στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, τονίζεται ότι απαιτείται να προβλέπεται στην πρόταση, πέρα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 67, η δυνατότητα η αντίδραση στην παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να λαμβάνει τη μορφή ομαδικής αγωγής, χωρίς την ανάγκη μεμονωμένης εντολής, δεδομένου ότι, γενικά, όταν γίνονται τέτοιου είδους παραβιάσεις, δεν θίγεται μόνο ένα πρόσωπο αλλά ένα σύνολο προσώπων, ενίοτε απροσδιόριστο.

4.25

Η πρόταση κανονισμού περιλαμβάνει πλήθος ασαφών και υποκειμενικών εκφράσεων ή εννοιών, που συνιστάται να επανεξεταστούν και να αντικατασταθούν. Για παράδειγμα: «στο μέτρο του δυνατού», «όπου είναι δυνατό», «αμελλητί», «υψηλός κίνδυνος», «λαμβάνεται δεόντως υπόψη», «εύλογη προθεσμία», «έχει ιδίως σημασία».

Βρυξέλλες, 31 Μαΐου 2017.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Γιώργος ΝΤΑΣΗΣ


(1)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 183 της 12.7.2002, σ. 1.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(4)  Η σχετική γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ (ΕΕ C 51 της 23.2.2000, σ. 48).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 της 27.4.2016 (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(6)  COM(2017) 10 final, COM(2017) 9 final.

(7)  COM(2017) 9 final.

(8)  ΕΕ C 229 της 31.7.2012, σ. 90.

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679.

(10)  Ελληνική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 01 τόμος 001 σ. 19 — 84 και διαδοχικές τροποποιήσεις.

(11)  Ως έχουν, π.χ., στη συλλογή «Avis et Recommandations de la Commission de la Vie privée de la Belgique sur la vie privée sur le lieu de travail, 01.2013» [Γνωμοδοτήσεις και συστάσεις της βελγικής Επιτροπής προστασίας της ιδιωτικής ζωής σχετικά με την ιδιωτικότητα στον χώρο εργασίας, Ιανουάριος 2013].

(12)  Ως έχουν, π.χ., στη «Recommandation d’initiative relative aux mesures de sécurité à respecter afin de prévenir les fuites de données» [Σύσταση πρωτοβουλίας σχετικά με τα προς τήρηση μέτρα ασφαλείας για την πρόληψη διαρροών δεδομένων], βελγική Επιτροπή προστασίας της ιδιωτικής ζωής, 1/2013, της 21ης Ιανουαρίου 2013.

(13)  Όπως αναφέρεται π.χ. στις «Guidelines on Data Protection Officers» [Κατευθυντήριες γραμμές για τους υπεύθυνους προστασίας δεδομένων], WP 243, ομάδα εργασίας του άρθρου 29, 13 Δεκεμβρίου 2016.

(14)  Βλ. π.χ. τον πορτογαλικό νόμο για την προστασία των δεδομένων (Νόμος 67/98 της 26ης Οκτωβρίου 1998).


Top