This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52009AE1209
Opinion of the European Economic and Social Committee on the Proposal for a Directive of the European Parliament and of the Council laying down minimum standards for the reception of asylum seekers COM(2008) 815 final — 2008/0244 (COD)
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (αναδιατύπωση) COM(2008) 815 τελικό – 2008/0244 (COD)
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (αναδιατύπωση) COM(2008) 815 τελικό – 2008/0244 (COD)
ΕΕ C 317 της 23.12.2009, pp. 110–114
(BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
|
23.12.2009 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 317/110 |
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη» (αναδιατύπωση)
COM(2008) 815 τελικό – 2008/0244 (COD)
(2009/C 317/21)
Εισηγήτρια: η κα LE NOUAIL-MARLIÈRE
Την 1η Απριλίου 2009, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (αναδιατύπωση)
COM(2008) 815 τελικό – 2008/0244 COD.
Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 25 Ιουνίου 2009 με βάση την εισηγητική έκθεση της κας LE NOUAIL MARLIÈRE.
Κατά την 455η σύνοδο ολομέλειάς της, της 15ης και 16ης Ιουλίου 2009 (συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 2009), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 154 ψήφους υπέρ, 2 ψήφους κατά και 4 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:
1. Συμπεράσματα
1.1. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της για το ενδεχόμενο έμμεσης υποστήριξης των πιο αυταρχικών ή λιγότερο δημοκρατικών καθεστώτων λόγω ενός υπερβολικά περιοριστικού ή ανελαστικού κανονιστικού πλαισίου και γι’ αυτόν τον λόγο επικροτεί την αναδιατύπωση και τη βελτίωση της οδηγίας για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο. Ωστόσο, θα επιθυμούσε να επαναλάβει ορισμένες συστάσεις που έχει διατυπώσει και σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της και ιδίως στην απάντησή της για την Πράσινη Βίβλο σχετικά με το μέλλον του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (1) και το σχέδιο δράσης για ένα μελλοντικό κοινό σύστημα ασύλου (2).
Όσον αφορά την υποδοχή των αιτούντων άσυλο, κρίνεται ότι η πρόταση αναδιατύπωσης της οδηγίας θα πρέπει να θεσπίζει κοινούς και όχι ελάχιστους κανόνες και να περιλαμβάνει τις ρήτρες διασφάλισης των κανόνων που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη που κατοχυρώνουν στον μεγαλύτερο βαθμό τα θεμελιώδη δικαιώματα των αιτούντων διεθνή προστασία, τη χορήγηση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή την επικουρική προστασία. Συγκεκριμένα:
|
— |
την εγγύηση πρόσβασης στην επικράτεια, |
|
— |
την ελευθερία επιλογής του τόπου υποβολής της αίτησης χορήγησης ασύλου και προστασίας, |
|
— |
την εξέταση, πρώτον, του συμβατικού καθεστώτος και, δεύτερον, της επικουρικής προστασίας, εάν και μόνο εάν δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του πρώτου καθεστώτος, |
|
— |
τη μη επαναπροώθηση, εάν κινδυνεύει η σωματική ακεραιότητα του αιτούντος στη χώρα προέλευσης ή στην τελευταία χώρα διέλευσής του, |
|
— |
την προσφυγή για αναστολή των μέτρων απέλασης, αφ’ ης στιγμής η απόφαση δεν έχει εκδοθεί από το αρμόδιο δικαστήριο, προκειμένου να καταστεί ουσιαστικό το συγκεκριμένο δικαίωμα προσφυγής και να τηρηθεί η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. κατωτέρω σημείο 4.8.1), |
|
— |
την ειδική προστασία που απαιτείται για τους ανηλίκους ή τους υποτιθέμενους ανηλίκους, |
|
— |
τον σεβασμό των αυτοτελών δικαιωμάτων του ατόμου, και ιδίως των γυναικών που υποβάλλουν αίτηση προστασίας. |
1.2. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί, στην περίπτωση των ανηλίκων, να προσδιοριστεί με τρόπο συστηματικό ότι «το απώτερο συμφέρον του παιδιού» πρέπει να ερμηνεύεται με βάση το άρθρο 3(1) της Διεθνούς Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού [άρθρο 22(1)].
1.3. Ο «περιορισμός/κράτηση» θα πρέπει να αποτελεί έσχατη λύση, εφόσον θα έχουν εξαντληθεί όλες οι εναλλακτικές λύσεις και δεν θα πρέπει ποτέ να εφαρμόζεται αν το αρμόδιο δικαστήριο δεν έχει εκδώσει σχετική απόφαση που να τηρεί τα δικαιώματα υπεράσπισης βάσει της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.
1.4. Οι αρμόδιοι ΜΚΟ, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον χώρο των δικαιωμάτων του ανθρώπου θα πρέπει να έχουν συνεχώς πρόσβαση στους αιτούντες προστασία και οι αιτούντες, από την πλευρά τους, θα πρέπει να μπορούν συνεχώς να απολαύουν νομικής και ανθρωπιστικής βοήθειας, είτε αυτή προέρχεται από το κράτος είτε από τους ΜΚΟ.
1.5. Η ΕΟΚΕ προτρέπει τα κράτη μέλη να επισπεύσουν τις διαπραγματεύσεις για την υιοθέτηση, μέσω της διαδικασίας της συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της εν λόγω αναδιατύπωσης, χάρη στην οποία η ΕΕ θα μπορεί ευκολότερα να ανταποκριθεί αξιοπρεπώς και να παράσχει προστασία στους αιτούντες άσυλο.
1.6. Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της σύστασης μιας υπηρεσίας υποστήριξης των κρατών μελών σε θέματα ασύλου και διεθνούς προστασίας, εάν με αυτόν τον τρόπο α) επιταχυνθεί η διαδικασία κατανομής υποχρεώσεων υποδοχής και προστασίας μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, β) υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς την υποδοχή των αιτούντων άσυλο και διεθνή προστασία, γ) αξιοποιηθεί καλύτερα η πείρα των ενώσεων και των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στον χώρο της παροχής βοήθειας των αιτούντων άσυλο και διεθνή προστασία και δ) αναβαθμιστεί η διαδικασία της κατά περίπτωση εξέτασης.
2. Εισαγωγή και κύρια σημεία της πρότασης της Επιτροπής
2.1. Το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου (ΚΕΣΑ) αναπτύχθηκε σε δύο διακριτές φάσεις. Η πρώτη φάση ξεκίνησε με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε (1999), μετά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, η οποία προσέδωσε κοινοτική διάσταση στις πολιτικές για τη μετανάστευση και το άσυλο. Η πρώτη φάση ολοκληρώθηκε το 2005.
2.2. Κατά την περίοδο αυτή, σημειώθηκε πρόοδος στην εκπόνηση οδηγιών με θέμα το άσυλο, σχετική βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και πρόοδος, μέχρι ενός σημείου, όσον αφορά την εξωτερική διάσταση του ασύλου.
2.3. Την έναρξη της δεύτερης φάσης οικοδόμησης του ΚΕΣΑ σηματοδότησε η θέσπιση του Προγράμματος της Χάγης (που εγκρίθηκε τον Νοέμβριο του 2004), όπου θεσπίζεται ότι, έως το 2010, θα πρέπει να έχουν επιτευχθεί οι κύριοι στόχοι του ΚΕΣΑ, βάσει της υιοθέτησης μηχανισμών και μέτρων για την περαιτέρω εναρμόνιση και τη βελτίωση των απαιτήσεων προστασίας ενόψει της καθιέρωσης του ΚΕΣΑ.
2.4. Πριν υιοθετήσει νέες πρωτοβουλίες, η Επιτροπή κατήρτισε το 2007 μια Πράσινη Βίβλο (3) την οποία υπέβαλε στα διάφορα ευρωπαϊκά όργανα, στα κράτη μέλη και στην κοινωνία πολιτών (4). Η Επιτροπή υιοθέτησε στη συνέχεια βάσει της Πράσινης Βίβλου ένα σχέδιο δράσης στον τομέα του ασύλου. Η εν λόγω Πράσινη Βίβλος καθόριζε ένα χρονοδιάγραμμα για τα επόμενα χρόνια απαριθμώντας τα μέτρα που επρόκειτο να λάβει η Επιτροπή για την υλοποίηση της δεύτερης φάσης του ΚΕΣΑ.
2.5. Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται και η οδηγία, την αναδιατύπωση της οποίας προτείνει εν προκειμένω η Επιτροπή, μια πρόταση που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο στις 27 Ιανουαρίου 2003 και παράλληλα αποτέλεσε αντικείμενο γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ (5).
2.6. Κύριος στόχος της υπό εξέταση πρότασης είναι να εξασφαλιστούν υψηλότερα πρότυπα μεταχείρισης των αιτούντων άσυλο όσον αφορά τις συνθήκες υποδοχής, ώστε να τους παρέχονται αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Απαιτείται επίσης περαιτέρω εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών για τις συνθήκες υποδοχής ώστε να περιοριστεί το φαινόμενο των δευτερογενών μετακινήσεων των αιτούντων άσυλο μεταξύ των κρατών μελών, στο βαθμό που οι μετακινήσεις αυτές οφείλονται στις αποκλίνουσες εθνικές πολιτικές περί υποδοχής.
2.7. Με την πρόταση διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ώστε να καλύπτει τους αιτούντες επικουρική προστασία και θα ισχύει για κάθε είδος διαδικασίας ασύλου και για όλες τις γεωγραφικές περιοχές και τις εγκαταστάσεις φιλοξενίας αιτούντων άσυλο.
Επίσης, αποσκοπεί στη διευκόλυνση της πρόσβασης στην αγορά εργασίας. Προβλέπει δε ότι οι αιτούντες άσυλο θα έχουν πρόσβαση στην απασχόληση το αργότερο έξι μήνες αφότου υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας, και αναφέρει ότι η επιβολή των όρων που ισχύουν στην εθνική αγορά εργασίας δεν πρέπει να περιορίζει υπέρ το δέον την πρόσβαση των αιτούντων άσυλο στην αγορά εργασίας.
2.8. Η πρόταση επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη κατά τη χορήγηση οικονομικής στήριξης στους αιτούντες άσυλο το επίπεδο κοινωνικής αρωγής που παρέχουν στους υπηκόους τους, ούτως ώστε η πρόσβαση στις υλικές συνθήκες υποδοχής να παρέχει «επαρκές επίπεδο διαβίωσης για την υγεία του αιτούντα άσυλο και ικανό να του/της εξασφαλίσει τα προς το ζην».
2.9. Με την πρόταση εξασφαλίζεται ότι η κράτηση μπορεί να επιτρέπεται μόνο για εξαιρετικούς λόγους, οι οποίοι προβλέπονται στην οδηγία.
2.10. Η πρόταση εγγυάται επίσης ότι οι αιτούντες άσυλο που τελούν υπό κράτηση θα τυγχάνουν ανθρώπινης και αξιοπρεπούς μεταχείρισης, με σεβασμό των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων και σύμφωνα με το Διεθνές και το Εθνικό Δίκαιο.
2.11. Με την πρόταση εξασφαλίζεται η εφαρμογή μέτρων σε εθνικό επίπεδο για τον άμεσο εντοπισμό ειδικών αναγκών.
Επιπλέον, στην πρόταση ενσωματώνονται πολυάριθμες εγγυήσεις ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες υποδοχής ειδικά σχεδιασμένες για να ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες των αιτούντων άσυλο.
2.12. Όσον αφορά την εφαρμογή και βελτίωση των εθνικών συστημάτων, η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα που εξασφαλίζουν τη συνεχή παρακολούθηση και την ενίσχυση του ρόλου της Επιτροπής ως θεματοφύλακα της νομοθεσίας της EE.
3. Γενικές παρατηρήσεις
3.1. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τόσο τις αλλαγές που στοχεύουν να επιφέρουν οι προτάσεις της Επιτροπής στις συνθήκες υποδοχής των ατόμων που αιτούνται τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, όσο και τη βούληση εναρμόνισης των διεθνών διατάξεων και της διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής προκειμένου να καλύπτει και την επικουρική προστασία. Εντούτοις, υπενθυμίζει ότι πρέπει πάντα να εξετάζεται κάθε περίπτωση αιτούντος χωριστά – ακόμα και όταν καθορίζεται ποιο κράτος μέλος είναι αρμόδιο για τη διεξοδική εξέταση κάθε αίτησης – και πρέπει επίσης να τίθεται θέμα επικουρικής προστασίας εάν και μόνο εάν δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του πρώτου συμβατικού καθεστώτος (του πρόσφυγα).
3.2. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τους στόχους της εξασφάλισης αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης στους αιτούντες προστασία, της διευκόλυνσης της ένταξής τους στη χώρα υποδοχής (6), καθώς και της εγκατάστασής τους μέσω της δυνατότητας πρόσβασής τους στην αγορά εργασίας εντός έξι μηνών και χωρίς προσκόμματα «υπέρ το δέον» [άρθ. 15(2)] λόγω εθνικής εργατικής νομοθεσίας. Τούτο γίνεται με γνώμονα τον απόλυτο σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αιτούντων, όπως αυτά θα πρέπει να αντανακλώνται στο ευρωπαϊκό θετικό δίκαιο βάσει του άρθρου 23(1) της Οικουμενικής διακήρυξης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (7), του Διεθνούς συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα (άρθρα 2, 9, 10, 11 και 12), της Σύμβασης υπ. αριθ. 118 της Δ.Ο.Ε. με θέμα την ίση μεταχείριση ιθαγενών και μη στο ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καθώς και της Σύμβασης της Γενεύης για το καθεστώς των προσφύγων (8). Το ίδιο ισχύει και για το ύψος του χορηγούμενου κοινωνικού επιδόματος και για τις συνθήκες στέγασης, οι οποίες διαφοροποιούνται αναλόγως με τις ανάγκες του κάθε ατόμου και, κατ’ επέκταση, τους οικογενειακούς δεσμούς του αιτούντος· αυτές οι παράμετροι θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται δεόντως υπόψη κατά την εξέταση της αίτησής του.
3.3. Όσον αφορά τις γενικές αρχές και τις διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές που διέπουν την αναγνώριση και την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ατόμων που βρίσκονται σε απόγνωση, καθώς και όσον αφορά την κράτηση των αιτούντων διεθνή προστασία, κατ’ εφαρμογή της Σύμβασης της Γενεύης, και δη των άρθρων 26 περί ελεύθερης κυκλοφορίας και 31 περί παρανόμως διατελούντων προσφύγων στη χώρα υποδοχής τους (9), απαγορεύεται η κράτηση ατόμου με το απλό αιτιολογικό της αίτησης παροχής προστασίας –όπως άλλωστε σημειώνει και η Επιτροπή στην αιτιολογική της έκθεση (§16). Συνεπώς, η κράτηση δεν πρέπει να εφαρμόζεται παρά μόνο αν παραστεί απόλυτη και ορθά τεκμηριωμένη ανάγκη και δεν πρέπει να θεωρείται αποδεκτή πρακτική σε περιπτώσεις όπου δεν συντρέχουν λόγοι πρόθεσης απάτης ή παρελκυστικής τακτικής εκ μέρους του αιτούντος.
3.4. Όσον αφορά τα ανήλικα τέκνα, η ΕΟΚΕ εγκρίνει τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία για την κάλυψη των ειδικών αναγκών τους. Βάσει των ανωτέρω, η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η αναφορά στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 περί δικαιωμάτων των ανηλίκων θα καθίστατο ακόμα σαφέστερη εάν, πέραν του άρθρου 37 (10), γινόταν συστηματική αναφορά και στο άρθρο 3(1) (11) αντί της απλής μνείας ότι «πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού», το οποίο, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως.
3.5. Τέλος, η ΕΟΚΕ αποδίδει μεγάλη σημασία στη συστηματική θέσπιση της δυνατότητας προσφυγής των αιτούντων ή των προσφύγων κατά δικαστικών ή διοικητικών αποφάσεων που τους αφορούν. Σημειώνει, ωστόσο, ότι αυτή η προσφυγή πρέπει να έχει συστηματικά ανασταλτικό χαρακτήρα προκειμένου να είναι ουσιαστική.
4. Ειδικές παρατηρήσεις
4.1. Ως προς την ενημέρωση (κεφ. II – άρθρο 5)
4.1.1. Η ΕΟΚΕ προτείνει την προσθήκη της φράσης «τα κράτη μέλη ενημερώνουν τα μέλη της οικογένειας του αιτούντος άσυλο ότι έχουν το δικαίωμα ανεξάρτητης υποβολής αίτησης».
4.2. Κράτηση και όροι κράτησης (κεφ. II – άρθρα 8 έως 11)
Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι οι γενικοί κανόνες μεταχείρισης των αιτούντων άσυλο πρέπει να βασίζονται στο άρθρο 7 της πρότασης οδηγίας περί της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων και της προτίμησης εναλλακτικών λύσεων αντί της κράτησης.
4.2.1.1. Η κράτηση των αιτούντων (άρθρο 8) δεν μπορεί και δεν πρέπει να εφαρμόζεται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι:
|
— |
εάν η αίτηση ασύλου υποβληθεί ενώ έχει ήδη κοινοποιηθεί διαταγή απομάκρυνσης στον αιτούντα ή |
|
— |
προκειμένου να εκδοθεί απόφαση για την αίτηση χορήγησης ασύλου ως μέρος της διαδικασίας καθορισμού του δικαιώματός τους να εισέλθουν στο έδαφος της χώρας, σε περίπτωση κράτησης ή περιορισμού σε ζώνη παραμονής. |
4.2.1.2. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι, με εξαίρεση τις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις, κανένας αιτών άσυλο δεν μπορεί να κρατείται και ότι μια απόφαση κράτησης δεν δικαιολογείται επ’ ουδενί από την ανάγκη «για τη βεβαίωση, την επαλήθευση ή την εξακρίβωση της ταυτότητας ή της εθνικότητάς του», πολλώ δε μάλλον «για τον προσδιορισμό των στοιχείων στα οποία βασίζεται η αίτηση για άσυλο, τα οποία υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να χαθούν».
4.2.1.3. Η ΕΟΚΕ προτείνει την αναδιατύπωση του άρθρου 9(5) ως εξής: «Η κράτηση επανεξετάζεται αυτεπαγγέλτως από δικαστική αρχή ανά εύλογα χρονικά διαστήματα και κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου αιτούντος άσυλο, εάν συντρέχουν σχετικοί λόγοι ή προκύψουν νέα στοιχεία αφορούντα το νόμιμο της κράτησης».
4.2.2. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η ανθρώπινη μεταχείριση και ο σεβασμός της εγγενούς αξιοπρέπειας του ατόμου κατά τις συνθήκες κράτησης. Ως προς τους όρους κράτησης (άρθρο 10) σε ειδικές εγκαταστάσεις κράτησης και όχι σε σωφρονιστικά καταστήματα, για λόγους νομιμότητας, θα ήταν σκόπιμο να μην κρατείται ο αιτών μαζί με υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν έχουν υποβάλει αίτηση χορήγησης ασύλου, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεσή του [άρθρο 10(1)].
Εξάλλου, δεδομένου ότι οι μέθοδοι κράτησης διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα της ΕΕ, θα ήταν σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και άλλοι οργανισμοί δικαιούνται επίσης να επικοινωνούν με τους αιτούντες και να τους επισκέπτονται σε όλους τους χώρους κράτησης [άρθρο 10(2)]· η ίδια δε ορολογία θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί και στο άρθρο 10(3).
4.2.3.1. Επιπλέον, επαναλαμβάνοντας τις συστάσεις της για την πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού του Δουβλίνου 2 με θέμα τη «Θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα» (12), η ΕΟΚΕ προτείνει ο αιτών χορήγηση διεθνούς προστασίας να πληροφορείται όσα και όπως τα περιγράφει το άρθρο 10(3) «στη γλώσσα του ή σε γλώσσα που ευλόγως εικάζεται ότι κατανοεί» μέσω ορκωτού διερμηνέα ή νόμιμα επικυρωμένης μετάφρασης.
4.2.4. Για λόγους ομοιομορφίας του κειμένου, η φράση «αιτούντες διεθνή προστασία» πρέπει να αντικατασταθεί από τη φράση «αιτούντες άσυλο» [άρθρο 11(4)].
4.2.5. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί τόσο με την απαγόρευση κράτησης ασυνόδευτων ανηλίκων [αναδιατυπωμένο άρθρο 11(1)] όσο και με την επιβεβαίωση ότι, κατ’ αρχήν, τα άτομα με ειδικές ανάγκες δεν κρατούνται [αναδιατυπωμένο άρθρο 11(5)].
4.3. Ως προς τη φοίτηση των ανηλίκων στο σχολείο, την απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση (κεφ. ΙΙ – άρθρα 14 έως 16)
Η πρόταση οδηγίας στοχεύει στη διευκόλυνση και στην επίσπευση της ένταξης των αιτούντων στη χώρα υποδοχής. Η φοίτηση των ανηλίκων στο σχολείο, η δυνατότητα απασχόλησης και η επαγγελματική κατάρτιση αναμένεται να συντείνουν σε αυτόν τον σκοπό.
4.3.1.1. Υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι ανήλικοι πρέπει να ενσωματωθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα το ταχύτερο δυνατό και ότι μια καθυστέρηση της τάξης των «τριών μηνών» είναι αδικαιολόγητα μακρά και ότι θα ήταν σκόπιμη η μείωσή της στους δύο μήνες [άρθρο 14(2)].
Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να επιτρέψει στους αιτούντες άσυλο την πρόσβαση στην αγορά εργασίας εντός ενός χρονικού διαστήματος που δεν θα ξεπερνά τους έξι μήνες· θεωρεί δε ότι πρέπει να μειωθεί το χρονικό περιθώριο ερμηνείας του άρθρου 15(1) διευκρινίζοντας ότι «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στους αιτούντες άσυλο ουσιαστική πρόσβαση στην αγορά εργασίας», γεγονός που συνεπάγεται την πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες που διατίθενται σε όσους αναζητούν εργασία.
4.3.2.1. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι οι κανόνες υποδοχής μπορούν να είναι προς όφελος τόσο του κράτους όσο και του αιτούντος άσυλο, στο μέτρο που επιτρέπουν στον αιτούντα να επιτύχει μια ορισμένη αυτάρκεια.
4.3.3. Επικαλούμενη τη γνωμοδότηση (13) που εξέδωσε με θέμα την πρώτη οδηγία, η ΕΟΚΕ εμμένει στο γεγονός ότι «Η κατάρτιση πρέπει να παρέχεται όσο το δυνατόν ευρύτερα στους πολίτες τρίτων χωρών που τελούν υπό την αιγίδα κράτους μέλους. Η εκτίμηση αυτή οφείλεται σε δύο λόγους: Πριν απ' όλα, όποια κι αν είναι η κατάρτιση που παρέχεται στα πρόσωπα αυτά θα έχει θετικές συνέπειες για την ανάπτυξη της χώρας προέλευσης στην περίπτωση που επιστρέψουν σε αυτή. (…). Κατά δεύτερο λόγο, στην περίπτωση που τα πρόσωπα αυτά παραμείνουν στο κράτος μέλος, θα διευκολυνθεί η πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας λόγω της κατάρτισης που θα έχουν αποκτήσει.» Υπό αυτή την έννοια, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι πρέπει να επιβληθούν ορισμένοι περιορισμοί στον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη ερμηνεύουν το άρθρο 16 και ότι πρέπει να προτιμηθεί μια αμεσότερη και πληρέστερη διατύπωση: «Τα κράτη μέλη επιτρέπουν και οργανώνουν την πρόσβαση των αιτούντων άσυλο στην επαγγελματική κατάρτιση, ασχέτως του αν έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας».
4.4. Ως προς τους γενικούς κανόνες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (άρθρο 17)
4.4.1. Η ΕΟΚΕ συνιστά να διευκρινιστεί ότι οι κανόνες εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη διαδικασία προσφυγής.
4.4.2. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την αναδιατύπωση του άρθρου 17(5), το οποίο προβλέπει την αύξηση των παροχών υλικής βοήθειας κατά την υποδοχή σε όσα κράτη μέλη τα τρέχοντα επίπεδα κρίνονται χαμηλά.
4.5. Ως προς τον περιορισμό ή ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής (κεφ. ΙΙ – άρθρο 20)
4.5.1. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τις αμφιβολίες της για το συγκεκριμένο μέτρο στην περίπτωση που ο αιτών άσυλο «έχει υποβάλει ήδη αίτηση ασύλου στο ίδιο κράτος μέλος». Όντως, στην πράξη προκύπτει ότι μιας πρώτης αίτησης έπεται ενδεχομένως μια αίτηση για επανεξέταση με την αιτιολογία είτε της προσκόμισης επιπρόσθετων πληροφοριών ως προς την κατάσταση του αιτούντος είτε της προσκόμισης συμπληρωματικών εγγράφων. Άρα, κρίνεται ιδιαίτερα αυστηρός ο αποκλεισμός του αιτούντος από το υλικό σύστημα υποδοχής. Υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΟΚΕ εισηγείται την διαγραφή αυτής της αναφοράς [άρθρο 20(1)γ].
Επιπλέον, ένα τέτοιο μέτρο αντιβαίνει στο πνεύμα της πρότασης αναδιατύπωσης του «κανονισμού για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας» (14), καθώς και στις προσαρμογές που προβλέπει ο κανονισμός αυτός.
4.5.2. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τις προτάσεις του αναδιατυπωμένου άρθρου 20(2) για τον περιορισμό ή την ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής, καθώς και την πρόταση του αναδιατυπωμένου άρθρου 20(4) για παροχή ελάχιστων υλικών συνθηκών υποδοχής σε όλους τους αιτούντες άσυλο.
4.6. Ως προς τις διατάξεις σχετικά με τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες (κεφ. – άρθρα 21 έως 24)
Η ΕΟΚΕ ζητά, στην περίπτωση των ανηλίκων, να προσδιοριστεί με τρόπο συστηματικό ότι «το απώτερο συμφέρον του παιδιού» πρέπει να ερμηνεύεται με βάση το άρθρο 3(1) της Διεθνούς Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού [άρθρο 22(1)].
4.7. Ως προς τα θύματα βίας ή βασανιστηρίων (άρθρο 24)
4.7.1. Η ΕΟΚΕ προτείνει τα θύματα βίας ή βασανιστηρίων και τα άτομα με προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας να περιθάλπονται σε κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα.
4.7.2. Θα πρέπει επίσης να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε ειδικές νοσηλευτικές μονάδες. Το υγειονομικό προσωπικό, είτε πρόκειται για παθολόγους είτε για ειδικευμένους ιατρούς, πρέπει να έχει πρόσβαση στα κέντρα υποδοχής ή κράτησης· οι δε αιτούντες χορήγηση διεθνούς προστασίας πρέπει να δικαιούνται ιατρικής εξέτασης και ειδικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από υγειονομικό προσωπικό εγνωσμένης αξίας βάσει του συστήματος υγείας της εκάστοτε χώρας υποδοχής.
4.7.3. Αν και η Επιτροπή δεν προτείνει τροποποιήσεις στο άρθρο 13, βάσει του οποίου τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν τους αιτούντες σε ιατρικές εξετάσεις για λόγους δημόσιας υγείας, η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι η υποχρεωτική εξέταση για διάγνωση του ιού HIV συνιστά σωρεία παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ιδίως του δικαιώματος του ιδιωτικού βίου (15). Η υποβολή σε ιατρικούς ελέγχους δεν πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για την είσοδο στην επικράτεια της χώρας ή για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας χορήγησης ασύλου στους αιτούντες διεθνή προστασία. Γενικότερα, οι ιατρικές εξετάσεις πρέπει να συνοδεύονται από την κατάλληλη ενημέρωση σε γλώσσα που κατανοεί ο αιτών (βλ. 4.2.3.1) καθώς και από τη συγκατάθεση, την παροχή συμβουλών, την υποχρέωση εχεμύθειας, καθώς και την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση και θεραπεία.
4.8. Ως προς τις προσφυγές (κεφ. V – άρθρο 25)
4.8.1. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν πρόσβαση σε νομική βοήθεια στους αιτούντες [άρθρο 25(2)], αλλά κρίνει απαραίτητη τη διευκρίνιση ότι η προσφυγή έχει ανασταλτικό χαρακτήρα [άρθρο 25(1)], διαφορετικά, η διάταξη καθίσταται κενό γράμμα (16).
Βρυξέλλες, 16 Ιουλίου 2009
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
Mario SEPI
(1) Βλ. γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ στις 12.3.2008 με τίτλο «Πράσινη Βίβλος σχετικά με το μέλλον του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» με εισηγήτρια την κα LE NOUAIL MARLIERE (ΕΕ C 204, στις 9.8.2008).
(2) Βλ. γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ στις 25.2.2009 με τίτλο «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Σχέδιο πολιτικής για το άσυλο – Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της προστασίας σε όλη την ΕΕ» με εισηγητή τον κ. PARIZA CASTAÑOS και συνεισηγήτρια την κα BONTEA (ΕΕ C 218 της 11.9.2009).
(3) COM(2007) 301 τελικό που υποβλήθηκε στις 6 Ιουνίου 2007.
(4) Επί της οποίας η ΕΟΚΕ εξέδωσε τη γνωμοδότηση στις 12.3.2008 με τίτλο «Πράσινη Βίβλος σχετικά με το μέλλον του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» με εισηγήτρια την κα LE NOUAIL MARLIERE (ΕΕ C 204 στις 9.8.2008).
(5) Βλ. γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ στις 28.11.2001 με τίτλο «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη» με εισηγητή τον κ. DANTIN και συνεισηγητή τον κ. PARÍZA CASTAÑOS (ΕΕ C 48 στις 21.2.2002).
(6) Βλ. γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ στις 28.11.2001 με τίτλο «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη» με εισηγητή τον κ. DANTIN και συνεισηγητή τον κ. PARÍZA CASTAÑOS (ΕΕ C 48 στις 21.2.2002).
(7) «Καθένας έχει το δικαίωμα να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το επάγγελμά του, να έχει δίκαιες και ικανοποιητικές συνθήκες δουλειάς και να προστατεύεται από την ανεργία».
(8) 1951.
(9) Σύμβασης της Γενεύης, άρθρο 31: «Αι συμβαλλόμεναι χώραι δεν θα επιβάλλουν ποινικάς κυρώσεις εις πρόσφυγας λόγω παρανόμου εισόδου ή διαμονής, εάν ούτοι, προερχόμενοι απ' ευθείας εκ χώρας ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών ηπειλείτο, εν τη εννοία του άρθρου 1, εισέρχονται ή ευρίσκονται ήδη επί του εδάφους αυτών άνευ αδείας, υπό την επιφύλαξιν πάντως, ότι ούτοι αφ' ενός μεν θα παρουσιασθούν αμελλητί εις τας αρχάς αφ' ετέρου δε θα δώσουν επαρκείς εξηγήσεις περί της παρανόμου αυτών εισόδου ή διαμονής».
(10) Το άρθρο 37 αναφέρεται κυρίως στην κράτηση.
(11) Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, άρθ. 3(1): «Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές λαμβάνονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής προστασίας, είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού.»
(12) Βλέπε σελίδα 115 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.
(13) Βλ. γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ στις 28.11.2001 με τίτλο «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη» με εισηγητή τον κ. MENGOZZI και συνεισηγητή τον κ. PARÍZA CASTAÑOS (ΕΕ C 48 στις 21.2.2002) – Οδηγία 2003/9/ΕΚ.
(14) COM(2008) 820 τελικό που αποτελεί αντικείμενο γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ στις 16.7.2009 για την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (αναδιατύπωση)» με εισηγήτρια την κα LE NOUAIL MARLIÈRE (CESE 443/2009 - SOC/333 - Βρίσκεται επίσης στην ίδια δημοσίευση).
(15) Όπως ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 8 ΕΣΔΑ.
(16) Βλ. Υπόθεση Gebremedhin γ) Γαλλία, Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 26ης Απριλίου 2007: Σύμβαση για τη Διαφύλαξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του Συμβουλίου της Ευρώπης, 1950, άρθρα 3 και 13, σχετικά με την ανεπανόρθωτη βλάβη που μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί ο κίνδυνος βασανιστηρίων ή κακοποίησης, πλήρες δικαίωμα προσφυγής με ανασταλτικό αποτέλεσμα. Παράγραφοι 66 και 67, http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=816069&portal=hbkm&source=externalbydocnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649.