This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52000PC0162
Proposal for a European Parliament and Council Directive amending Council Directive 95/53/EC fixing the principles governing the organisation of official inspections in the field of animal nutrition and Council Directive 1999/29/EC on undesirable substances and products in animal nutrition
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 95/53/ΕΚ του Συμβουλίου για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων, καθώς και την οδηγία 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 95/53/ΕΚ του Συμβουλίου για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων, καθώς και την οδηγία 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων
/* COM/2000/0162 τελικό - COD 2000/0068 */
ΕΕ C 274E της 26.9.2000, pp. 28–31
(ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 95/53/ΕΚ του Συμβουλίου για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων, καθώς και την οδηγία 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων /* COM/2000/0162 τελικό - COD 2000/0068 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 274 E της 26/09/2000 σ. 0028 - 0031
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ που τροποποιεί την οδηγία 95/53/EΚ του Συμβουλίου για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων, καθώς και την οδηγία 1999/29/EΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Στην οδηγία 95/53/EΚ του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 1995 καθορίζονται οι αρχές που διέπουν την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων. I. Υφιστάμενη κατάσταση Ο κύριος στόχος της ισχύουσας οδηγίας είναι η εναρμόνιση των επίσημων ελέγχων που πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, τόσο όσον αφορά τις εισαγωγές όσο και τις συναλλαγές εντός της Κοινότητας. Η οδηγία καλύπτει όλα τα προϊόντα και τις ουσίες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων και προβλέπονται οι βασικές διατάξεις που αφορούν : - Τις αρχές για τη διεξαγωγή των ελέγχων. - Τους συστηματικούς ελέγχους των εγγράφων και την τυχαία ταυτοποίηση, καθώς και τους φυσικούς ελέγχους των εισαγωγών. - Την ενίσχυση των ελέγχων στο αρχικό σημείο και τη διοργάνωση ελέγχων στον τόπο προορισμού, στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς. - Τη διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών σε περίπτωση που διαπιστώνονται παραβάσεις και, στην περίπτωση αυτή, τη δυνατότητα διεξαγωγής επιθεωρήσεων από την Επιτροπή, καθώς και την έγκριση μέτρων προστασίας. - Την απαίτηση να καταρτίζουν τα κράτη μέλη εθνικά ετήσια προγράμματα επιθεώρησης. - Την απαίτηση να αποστέλλουν τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή έκθεση σχετικά με την υλοποίηση των εθνικών προγραμμάτων, με αρχή τον Απρίλιο 2000. - Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, την απαίτηση να υποβάλλει η Επιτροπή κάθε έτος, με αρχή τον Οκτώβριο 2000, μια γενική συνοπτική έκθεση και πρόταση σύστασης που θα αφορά ένα συντονισμένο κοινοτικό πρόγραμμα ελέγχου. Η οδηγία εφαρμόζεται από την 1η Μαΐου 1998. II. Τροποποιήσεις που έχουν ήδη προταθεί από την Επιτροπή Μετά από την ανίχνευση διοξίνης σε πολτό εσπεριδοειδών προς χρήση στις ζωοτροφές που εισάγονται στην Κοινότητα, η Επιτροπή υπέβαλε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο την πρόταση COM(1998) 602 τελικό, για την τροποποίηση της οδηγίας 95/53/EΚ. Η πρόταση βρίσκεται επί του παρόντος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για δεύτερη ανάγνωση. Σκοπός της πρότασης είναι να δημιουργηθεί η νομική βάση για βελτιωμένη εναρμόνιση των ελέγχων σε προϊόντα από τρίτες χώρες κατά την εισαγωγή και πριν από τη διάθεση στο εμπόριο. Επιπλέον, επεκτείνεται η νομική βάση για την διεξαγωγή επιτόπου επιθεωρήσεων της Επιτροπής τόσο στα κράτη μέλη όσο και στις τρίτες χώρες και παρέχεται η δυνατότητα στην Επιτροπή, όταν αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο, να εγκρίνει μέτρο διασφάλισης για προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών. Η πρόταση παρέχει επίσης τη δυνατότητα στην Επιτροπή να απαιτεί από τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ειδικά στοχοθετημένα προγράμματα επιθεώρησης, εφόσον είναι σκόπιμο. Τα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται συμπληρωματικά σε σχέση με το ετήσιο πρόγραμμα γενικού ελέγχου, με σκοπό τη διαμόρφωση ενός ελαστικότερου πλαισίου. III. Η ανάγκη υποβολής επιπλέον πρότασης για την τροποποίηση της οδηγίας 95/53/ΕΚ Μετά από την κρίση της διοξίνης, τον Μάιο του 1999, η Επιτροπή εξήγγειλε νομοθετικό πρόγραμμα για τη βελτίωση της νομικής διάταξης που ρυθμίζει την ασφάλεια των τροφίμων. Tο πρόγραμμα εγκρίθηκε από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και συμπεριλάμβανε επίσης ανασκόπηση της οδηγίας 95/53/ΕΚ. Εντοπίστηκαν οι ακόλουθες κατηγορίες θεμάτων 1. Προβλήματα που διαπιστώθηκαν μετά από την πρόσφατη κρίση της διοξίνης - Κατά τη διεξαγωγή επιθεώρησης από την Επιτροπή, προέκυψαν και εντοπίστηκαν ελλείψεις ως προς τη διαχείριση της κρίσης και ειδικότερα ανεπαρκής συντονισμός μεταξύ των διαφόρων αρχών. - Η Επιτροπή ήταν σε θέση να θεσπίσει επείγοντα μέτρα διασφάλισης που κάλυπταν τις ζωοτροφές μόνον επειδή η μόλυνση οφείλετο σε ένα προϊόν υποτιθέμενης ζωικής προέλευσης. - Τα στοιχεία σχετικά με τη μόλυνση από διοξίνη παρασχέθηκαν καθυστερημένα στην Επιτροπή και τα ληφθέντα μέτρα σε εθνική κλίμακα ήσαν ανεπαρκή. 2. Άλλα προβλήματα που απαιτούν επίλυση - Παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των επίσημων ελέγχων σε ένα κράτος μέλος, διαπιστώθηκε η χρησιμοποίηση ιλύος στις ζωοτροφές, δεν υπήρχε ένα σύστημα που να επιβάλει την έγκαιρη διαβίβαση των σχετικών στοιχείων στην Επιτροπή, έτσι ώστε να ειδοποιηθούν τα λοιπά κράτη μέλη. - Η σχέση που έχουν οι ζωοτροφές με την παραγωγή ασφαλών τροφίμων απαιτεί την υποχρεωτική εφαρμογή των συντονισμένων ετήσιων προγραμμάτων επιθεώρησης σε κοινοτική κλίμακα. 3. Προσαρμογή των αναφορών σε άλλες νομοθετικές πράξεις της Κοινότητας και προσθήκη διατάξεων που προβλέπονται από άλλες νομοθετικές πράξεις για τις ζωοτροφές στην οδηγία 95/53/ΕΚ - Πρέπει να τροποποιηθούν οι αναφορές στην οδηγία 74/63/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με την οδηγία 99/29/ΕΚ του Συμβουλίου για τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στις ζωοτροφές. - Όσον αφορά την εναρμόνιση των όρων στον τομέα της διατροφής των ζώων, απαιτείται επίσης η διόρθωση του ορισμού που αφορά την κυκλοφορία των προϊόντων που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στη διατροφή των ζώων (στο ελληνικό κείμενο "θέση σε εμπορία") όπως ορίζεται στην οδηγία 96/25/ΕΚ του Συμβουλίου για την κυκλοφορία των πρώτων υλών ζωοτροφών. - Για λόγους συνέπειας, οι απαιτήσεις σχετικά με την ενημέρωση των επίσημων αρχών σε περίπτωση που ανακύπτουν προβλήματα στις ζωοτροφές, απαιτήσεις που επί του παρόντος αποτελούν τμήμα της οδηγίας 99/29/ΕΚ του Συμβουλίου, θα καταργηθούν και θα συμπεριληφθούν στην οδηγία 95/53/ΕΚ. 4. Ορισμένες απόψεις εν αναμονή της υποβολής άλλων κοινοτικών νομοθετικών προτάσεων - Με βάση την οδηγία 92/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, η Επιτροπή διαχειρίζεται επί του παρόντος ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για κινδύνους που προκύπτουν από τα τρόφιμα. Η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος το ενδεχόμενο να συμπεριληφθεί η ασφάλεια των ζωοτροφών στην προαναφερθείσα οδηγία. Εν αναμονή της επανεξέτασης της προαναφερθείσας οδηγίας, το σύστημα πληροφόρησης για καταστάσεις επείγουσας ανάγκης σχετικά με τις ζωοτροφές, το οποίο προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, ενδέχεται να εφαρμοστεί στο πλαίσιο του υφιστάμενου συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης που προβλέπεται στην οδηγία 92/59/ΕΟΚ. - Δύνανται επίσης να προταθούν οριζόντια μέτρα που θα καλύπτουν τους ελέγχους στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, στο πλαίσιο του ανακοινωθέντος Λευκού Βιβλίου της Επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων. Εν αναμονή της έγκρισης των εν λόγω μέτρων είναι ωστόσο σημαντικό να τροποποιηθεί η οδηγία 95/53/ΕΚ. IV. Περίληψη των προτεινόμενων τροποποιήσεων Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, προτείνεται η τροποποίηση της οδηγίας ως εξής : 1. Τα κράτη μέλη θα είναι υποχρεωμένα να διαθέτουν ενδεδειγμένα σχέδια έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση σοβαρών κινδύνων που αφορούν τις ζωοτροφές. 2. Η Επιτροπή θα είναι σε θέση να λάβει προσωρινά μέτρα προστασίας για τις ζωοτροφές και τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων και παράγονται εντός της Κοινότητας, σε περίπτωση που ανακύψουν σοβαροί κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων ή για το περιβάλλον. 3. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή αμέσως όταν διαπιστωθεί σοβαρή μόλυνση ή κίνδυνος μόλυνσης και εξαπλωθεί στην αλυσίδα παραγωγής ζωοτροφών και τροφίμων, ή εφόσον είναι πιθανόν να εξαπλωθεί σε άλλες χώρες, και υποχρεούνται να παράσχουν τα εν λόγω στοιχεία σε εναρμονισμένη μορφή. 4. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ενημερώνουν την Επιτροπή εφόσον αυξάνεται η συχνότητα κάποιας συγκεκριμένης μόλυνσης ή κινδύνου. 5. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να περιλαμβάνουν στην ετήσια έκθεση που υποβάλλουν στην Επιτροπή σχετικά με τις ελεγκτικές δραστηριότητές τους στον τομέα των ζωοτροφών, όλα τα στοιχεία που αφορούν μια περιστασιακή και περιορισμένη μόλυνση ή κινδύνους. 6. Με βάση τις ετήσιες εκθέσεις των κρατών μελών, η Επιτροπή θα προβεί στην έκδοση απόφασης αντί για σύσταση, ώστε να διασφαλιστεί, με το ενδεδειγμένο νομικό μέσο, η υλοποίηση των συντονισμένων προγραμμάτων ελέγχου για το επόμενο έτος. 7. Η ανταλλαγή πληροφοριών για τις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που αφορούν προϊόντα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στη διατροφή των ζώων, θα πραγματοποιείται με το υφιστάμενο σύστημα που εφαρμόζεται σε κοινοποιήσεις επείγουσας ανάγκης που αφορούν τα τρόφιμα. 8. Θα δημιουργηθεί μια νομική βάση για την εναρμόνιση όλων των στοιχείων που διαβιβάζονται σχετικά με τους ελέγχους στον τομέα των ζωοτροφών καθώς και σχετικά με την ασφάλεια των ζωοτροφών. 9. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, όχι μόνο θα υπάρξει μια νομική βάση για την ανάληψη δράσης σε περίπτωση σοβαρής μόλυνσης των ζωοτροφών, αλλά τα κράτη μέλη θα διαθέτουν την κατάλληλη επιχειρησιακή δομή για την αντιμετώπιση περιπτώσεων επείγουσας ανάγκης στον τομέα των ζωοτροφών. Επιπλέον, με τον έλεγχο της μόλυνσης και των κινδύνων σε κοινοτική κλίμακα, δύνανται να εγκριθούν ειδικά προγράμματα ελέγχου, να επιλεγούν προτεραιότητες για τα συντονισμένα ετήσια προγράμματα ελέγχου και να θεσπιστούν ειδικοί όροι, με βάση την κτηθείσα πείρα, για την έγκριση ή την επίσημη καταχώρηση εγκαταστάσεων ή εμπορευομένων που χειρίζονται ορισμένα προϊόντα στα οποία έχουν διαπιστωθεί κίνδυνοι. 2000/0068 (COD) Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ που τροποποιεί την οδηγία 95/53/EΚ του Συμβουλίου για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων, καθώς και την οδηγία 1999/29/EΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων (Κείμενο με ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη : τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 152 παράγραφος 4 σημείο β), την πρόταση της Επιτροπής [1], [1] ΕΕ ... τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [2], [2] ΕΕ ... τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών [3], [3] ΕΕ ... αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 251 της συνθήκης, Εκτιμώντας τα εξής : (1) Η ασφάλεια των προϊόντων που προορίζονται για τη διατροφή των ζώων αποτελεί κύριο μέλημα και είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά για τη διατροφή των ζώων είναι ασφαλή. Η οδηγία 95/53/ΕΚ [4] του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 1995 για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων, συμβάλει στην υλοποίηση του εν λόγω στόχου. Είναι απαραίτητο να τροποποιηθεί η οδηγία 95/53 για τους ακόλουθους λόγους. [4] ΕΕ L 265, 8.11.1995, σ. 17 (2) Η οδηγία 74/63/ΕΟΚ [5] του Συμβουλίου έχει αντικατασταθεί από την οδηγία 1999/29/ΕΚ [6] του Συμβουλίου της 22ας Απριλίου 1999 σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων. Κατά συνέπεια, πρέπει να τροποποιηθούν οι αναφορές στην οδηγία 74/63/ΕΟΚ. [5] ΕΕ L 38, 11.02.1974, σ. 31 όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 98/60/EΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 209, 25.07.1998 σ. 50) [6] ΕΕ L 115, 04.05.1999, σ. 32 (3) Σχετικά με την αναφορά στην κυκλοφορία προϊόντων που χρησιμοποιούνται για τη διατροφή των ζώων, είναι απαραίτητο να εναρμονιστούν οι ορισμοί των εν λόγω προϊόντων με την πλέον πρόσφατη κοινοτική νομοθεσία. (4) Πρόσφατα παρουσιάστηκε δύο φορές σοβαρή μόλυνση από διοξίνη σε πρώτες ύλες ζωοτροφών και σε ζωοτροφές. Από την κτηθείσα πείρα που προήλθε από τις εν λόγω μολύνσεις, προκύπτει ότι είναι απαραίτητο να βελτιωθούν οι διαδικασίες τόσο ως προς τη λήψη μέτρων προστασίας όσο και για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ορισμένα προϊόντα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για τη διατροφή των ζώων είναι ακατάλληλα και σε περίπτωση άμεσου κινδύνου για τη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων ή για περιβάλλον. (5) Το αποτέλεσμα ενός ελέγχου που πραγματοποίησε η Επιτροπή μετά από την μόλυνση από διοξίνη της αλυσίδας παραγωγής ζωοτροφών και τροφίμων, οδήγησε στον εντοπισμό λειτουργικών ανεπαρκειών στη διαχείριση της κρίσης της διοξίνης. Με βάση την κτηθείσα πείρα, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν διατάξεις που θα απαιτούν από τα κράτη μέλη να διαθέτουν σχέδια παρέμβασης για την αντιμετώπιση καταστάσεων επείγουσας ανάγκης στον τομέα της διατροφής των ζώων. Τα εν λόγω σχέδια παρέμβασης είναι επίσης απαραίτητα για την ενδεδειγμένη συλλογή των αναγκαίων στοιχείων. (6) Σε περίπτωση που εμφανιστεί σε ένα κράτος μέλος κάποιος σοβαρός και άμεσος κίνδυνος για την υγεία των ζώων, λόγω της μόλυνσης των ζωοτροφών, είναι απαραίτητο να είναι σε θέση η Επιτροπή να λαμβάνει όλα τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πρέπει ιδίως να έχει τη δυνατότητα να αναστέλλει τις συναλλαγές και τις εξαγωγές από το συγκεκριμένο κράτος μέλος ή τμήμα του κράτους μέλους και/ή να θεσπίζει ειδικούς όρους για τα σχετικά προϊόντα ή ουσίες. (7) Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει προσωρινά μέτρα προστασίας, που θα εφαρμόζονται σε αρχικό στάδιο της τροφικής αλυσίδας, ιδίως σε επίπεδο πρώτων υλών ζωοτροφών και ζωοτροφών, έτσι ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα σχετικά με τη μείωση εξάπλωσης ενός κινδύνου. Η αποτελεσματικότητα αυτή εξαρτάται επίσης από την ενιαία εφαρμογή των εν λόγω προσωρινών μέτρων προστασίας σε ολόκληρη την Κοινότητα. (8) Η οδηγία 1999/29/ΕΚ καθορίζει τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια για ορισμένες ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα των οποίων η παρουσία δεν δύναται να αποκλειστεί πλήρως σε ορισμένες πρώτες ύλες ζωοτροφών ή ζωοτροφές. (9) Με την οδηγία 1999/29/ΕΚ θεσπίστηκε ένα σύστημα, σε επίπεδο επίσημου ελέγχου, για τη διευκόλυνση των κρατών μελών να ενημερώνονται από τους εμπορευόμενους, σε όλα τα στάδια της αλυσίδας παραγωγής ζωοτροφών, σχετικά με περιπτώσεις μη τήρησης της προαναφερθείσας οδηγίας για τα ανεπιθύμητα προϊόντα και ουσίες. Επί του παρόντος η υποχρέωση να ενημερώνονται τα λοιπά κράτη μέλη και η Επιτροπή επιβάλλεται εφόσον μια παρτίδα πρώτων υλών ζωοτροφών ή ζωοτροφών, η οποία δεν πληροί τις διατάξεις της οδηγίας, είναι πιθανόν να αποσταλεί σε άλλα κράτη μέλη. (10) Το εν λόγω σύστημα ενημέρωσης απαιτείται να ενσωματωθεί στην οδηγία 95/53/ΕΚ, έτσι ώστε να δύναται να εφαρμοστεί μελλοντικά σε όλες τις περιπτώσεις που ένα προϊόν θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον, καθώς και για λόγους βελτίωσης του συστήματος ελέγχου στο σύνολό του. (11) Δεν είναι δυνατόν να απαριθμηθούν όλες οι δυνητικές επικίνδυνες μολύνσεις βιολογικής ή χημικής προέλευσης, οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν τυχαία ή από παράνομες ενέργειες και ενδέχεται να μολύνουν ένα προϊόν που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για τη διατροφή των ζώων. (12) Πρέπει να εξεταστούν οι δυνητικοί κίνδυνοι που έχουν την προέλευσή τους στη λανθασμένη σήμανση ή προκύπτουν κατά την μεταχείριση, τη μεταφορά, την αποθήκευση ή την επεξεργασία. (13) Για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του συστήματος ελέγχων καθώς και των σχετικών μέτρων, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι υποχρεωμένα να επαληθεύουν τη φύση και την έκταση της μόλυνσης και να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για τον εντοπισμό της προέλευσής της, έτσι ώστε να ανιχνεύεται κάθε άλλη πιθανή μόλυνση. (14) Η οδηγία 95/53/ΕΚ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θα υποβάλλουν στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων που διεξάγονται κάθε έτος και για πρώτη φορά πριν από την 1η Απριλίου 2000. Η οδηγία προβλέπει επίσης ότι οι εν λόγω εκθέσεις θα χρησιμοποιηθούν από την Επιτροπή για τη σύνταξη και την υποβολή μιας γενικής συνοπτικής έκθεσης σχετικά με τους ελέγχους που διεξάγονται σε κοινοτική κλίμακα, καθώς και μιας πρότασης σχετικά με ένα συντονισμένο πρόγραμμα επιθεώρησης για το επόμενο έτος. Τα στοιχεία τα σχετικά με την μόλυνση που επηρεάζει την ασφάλεια ενός προϊόντος που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τη διατροφή των ζώων, θα εξετάζονται από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή κατά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων για την κατάρτιση των ετήσιων συντονισμένων προγραμμάτων επιθεώρησης. Όλα τα στοιχεία που συλλέγονται σχετικά με τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων ή για το περιβάλλον και αφορούν την κυκλοφορία και τη χρησιμοποίηση προϊόντων που προορίζονται για τη διατροφή των ζώων, θα εξετάζονται ικανοποιητικότερα εφόσον παρέχονται υπό εναρμονισμένη και τυποποιημένη μορφή. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να παρακολουθείται η εμφάνιση ορισμένων περιπτώσεων μόλυνσης ή η μόλυνση που αφορά ορισμένα προϊόντα ή μεθόδους που ενδέχεται να δημιουργήσουν κινδύνους. (15) Η ενιαία και εναρμονισμένη εφαρμογή των προγραμμάτων ελέγχου σε κοινοτική κλίμακα, είναι απαραίτητη για την εγγύηση της ασφάλειας των προϊόντων που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στη διατροφή των ζώων, ενώ το νομικό μέσο που αποτελεί μια απόφαση παρέχει ικανοποιητικότερες εγγυήσεις ως προς την εφαρμογή της σε σχέση με μια σύσταση και τούτο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την κατάρτιση των συντονισμένων προγραμμάτων ελέγχου. (16) Έχουν θεσπιστεί διαδικασίες για την ανταλλαγή πληροφοριών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, δυνάμει της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ [7] του Συμβουλίου σχετικά με την γενική ασφάλεια των προϊόντων και οι διαδικασίες αυτές δύνανται να χρησιμοποιούνται για την εναρμόνιση και την αποτελεσματικότητα της ανταλλαγής των στοιχείων στις έκτακτες περιπτώσεις που αφορούν τη διατροφή των ζώων. [7] ΕΕ L 228, 11.08.1992, σ. 24 ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Η οδηγία 95/53/ΕΚ τροποποιείται ως ακολούθως : 1. Το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο : «Στην οδηγία 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Απριλίου 1999 για τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στις ζωοτροφές.» 2. Το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο : « "θέση σε κυκλοφορία" ("κυκλοφορία") : η κατοχή προϊόντων που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στη διατροφή των ζώων, με σκοπό την πώλησή τους, συμπεριλαμβανομένης της πρότασης για πώληση, ή οποιαδήποτε άλλη μορφή εκχώρησής τους σε τρίτους, χαριστικά ή όχι, καθώς και η ίδια η πώληση και οι άλλοι τρόποι εκχώρησης.» 3. Μετά το άρθρο 4 προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 4α : Άρθρο 4α 1. Τα κράτη μέλη καταρτίζουν εθνικά επιχειρησιακά σχέδια παρέμβασης για την αντιμετώπιση καταστάσεων επείγουσας ανάγκης που συνδέονται με τον εντοπισμό σοβαρών κινδύνων για τη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων ή για το περιβάλλον από προϊόντα που προορίζονται για τη διατροφή των ζώων. 2. Σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 23, η Επιτροπή καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων προσδιορίζονται οι ελάχιστες απαιτήσεις για τα εν λόγω σχέδια παρέμβασης μέχρι [τον Οκτώβριο 2000]. Τα κριτήρια αυτά δύνανται να τροποποιηθούν λαμβάνοντας υπόψη την κτηθείσα πείρα. 3. Η Επιτροπή εξετάζει τα σχέδια για να αποφασίσει εάν επιτρέπουν την επίτευξη του επιθυμητού στόχου και προτείνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κάθε απαιτούμενη τροποποίηση. 4. Η αποτελεσματικότητα των εν λόγω σχεδίων παρέμβασης πρέπει να επαληθεύεται τακτικά με προσομοιώσεις παντός ενδεχομένου και ιδίως εφόσον πραγματοποιούνται μεταβολές στη δομή των αρμόδιων υπηρεσιών ελέγχου και να τροποποιούνται τα σχέδια εφόσον παρίσταται ανάγκη. 4. Μετά το άρθρο 15 προστίθεται το ακόλουθο τμήμα 3α : «Τμήμα 3α Ρήτρα διασφάλισης Άρθρο 15α 1. Σε περίπτωση που ένα πρόβλημα, το οποίο οφείλεται σε ένα προϊόν που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τη διατροφή των ζώων, ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων ή για το περιβάλλον, εμφανιστεί ή εξαπλωθεί στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός κράτους μέλους, λαμβάνει αμέσως τα ακόλουθα μέτρα, ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης : - αναστέλλει τη θέση σε κυκλοφορία εντός της Κοινότητας και τις εξαγωγές σε τρίτες χώρες, από ολόκληρο ή τμήμα του συγκεκριμένου κράτους μέλους και/ή - θεσπίζει ειδικούς όρους για τη θέση σε κυκλοφορία εντός της Κοινότητας και/ή για τις εξαγωγές σε τρίτες χώρες προϊόντων από ολόκληρο ή τμήμα του συγκεκριμένου κράτους μέλους. 2. Η Επιτροπή κοινοποιεί στο Συμβούλιο και τα κράτη μέλη κάθε απόφαση που ελήφθη σύμφωνα με την παράγραφο 1. Με εξαίρεση έκτακτες καταστάσεις, η Επιτροπή συμβουλεύεται τα κράτη μέλη πριν από τη λήψη των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. 3. Κάθε κράτος μέλος δύναται, εντός 30 ημερών από την εν λόγω κοινοποίηση, να παραπέμψει την απόφαση της Επιτροπής στο Συμβούλιο. Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, δύναται να λάβει διαφορετική απόφαση εντός 30 ημερών. 4. Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος ενημερώσει επίσημα την Επιτροπή σχετικά με την ανάγκη να ληφθούν προστατευτικά μέτρα, και η Επιτροπή δεν ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1, το εν λόγω κράτος μέλος δύναται να θεσπίσει προσωρινά μέτρα προστασίας σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές. Εφόσον ένα κράτος μέλος θεσπίσει προσωρινά μέτρα προστασίας, ενημερώνει τα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή. Η Επιτροπή υποβάλει το θέμα στη Μόνιμη Επιτροπή Ζωοτροφών, εντός 10 εργασίμων ημερών για γνωμοδότηση σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 23, με σκοπό την παράταση της ισχύος, την τροποποίηση ή την κατάργηση των εθνικών προσωρινών προστατευτικών μέτρων.» 5. Μετά το άρθρο 16 προτίθεται το ακόλουθο κεφάλαιο "IIIA" : « ΚΕΦΑΛΑΙΟ III A "ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΠΟΥ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΖΩοτροφΩΝ Άρθρο 16α 1. Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι εφόσον ένας εμπορευόμενος (εισαγωγέας, ενδιάμεσοι, παραγωγός, κλπ) ή ένα άτομο το οποίο, λόγω των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του, κατέχει ή κατείχε ή ήλθε σε άμεση επαφή με μια αποστολή προϊόντων που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για τη διατροφή ζώων, με την ευρύτερη έννοιά της, και γνώριζε ότι : - η αποστολή των προϊόντων που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για τη διατροφή των ζώων είναι μολυσμένη από επικίνδυνες ουσίες, προϊόντα ή οργανισμούς, ή ενδέχεται να προκύψει κίνδυνος από εσφαλμένη σήμανση ή από τον χειρισμό, τη μεταφορά, την αποθήκευση ή την παραγωγή· - η αποστολή πρώτων υλών ζωοτροφών δεν πληροί τις διατάξεις που ορίζονται στην οδηγία 1999/29/ΕΚ· και, κατά συνέπεια, έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η εν λόγω αποστολή αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την υγεία των ζώων και/ή τη δημόσια υγεία ή για το περιβάλλον, το εν λόγω άτομο ή εμπορευόμενος ενημερώνει αμέσως τις επίσημες αρχές, ακόμα και αν προβλέπεται η καταστροφή, η απόσυρση από την αγορά ή η επανεπεξεργασία του αποστελλόμενου φορτίου. 2. Κατά την επαλήθευση των στοιχείων που παρελήφθησαν, οι επίσημες αρχές λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της μη χρησιμοποίησης των προϊόντων της αποστολής για τη διατροφή ζώων και ειδικότερα θέτουν την αποστολή υπό περιορισμούς και ερευνούν αμέσως : - τη φύση του κινδύνου και εφόσον απαιτείται το μέγεθος της μόλυνσης· - την πιθανή προέλευση της μόλυνσης ή του κινδύνου. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο τελικός προορισμός της μολυσμένης αποστολής, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής απολύμανσης, επανεπεξεργασίας ή καταστροφής, δεν δύναται να έχει επιβλαβείς επιπτώσεις για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων ή για το περιβάλλον. 3. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί το γεγονός ότι η μόλυνση ή ο κίνδυνος θα μπορούσαν να έχουν επεκταθεί στην αλυσίδα ζωοτροφών και τροφίμων, ή έχουν εμφανιστεί σε άλλες παρτίδες, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προβαίνουν άμεσα : - στην αναζήτηση και τη θέση υπό περιορισμό κάθε παρτίδας του προϊόντος που θεωρείται εποκίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων των ζώντων ζώων που έχουν τραφεί με επικίνδυνες ζωοτροφές και προϊόντα ή παραπροϊόντά τους, διασφαλίζοντας τον συντονισμό μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών ελέγχου, ιδίως για την αποφυγή της διάθεσης στην αγορά επικίνδυνων προϊόντων και για την εφαρμογή των διαδικασιών απόσυρσης των προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά· - σε προκαταρκτική εκτίμηση των κινδύνων σχετικά με : α) την πιθανή διασταυρωμένη μόλυνση με άλλα προϊόντα που χρησιμοποιήθηκαν ή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στην αλυσίδα ζωοτροφών· β) την πιθανή ανακύκλωση επικίνδυνων προϊόντων στην αλυσίδα ζωοτροφών - την άμεση ενημέρωση της Επιτροπής, ιδίως με την παροχή επαρκών στοιχείων για την αναζήτηση και τον εντοπισμό πρώτων υλών ζωοτροφών, ζώντων ζώων και προϊόντων τους, καθώς και σχετικά με τα προστατευτικά μέτρα που προβλέπονται ή έχουν ήδη ληφθεί για να παρασχεθεί η δυνατότητα στην Επιτροπή να ενημερώσει κατάλληλα τα λοιπά κράτη μέλη. Κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα παρακολούθησης που τυχόν ελήφθησαν σχετικά με τους κοινοποιηθέντες κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αφορούν την παύση της επικίνδυνης κατάστασης. 4. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διαχειρίζονται το εν λόγω σύστημα για την ανταλλαγή στοιχείων, κατ´εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, με την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται για το σύστημα ταχείας προειδοποίησης που έχει θεσπιστεί με την οδηγία 92/59/ΕΚ του Συμβουλίου για την γενική ασφάλεια των προϊόντων.» 6. Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής : 1. Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος "2α" : Τα κράτη μέλη τηρούν μητρώα των αναληφθεισών δράσεων στο πλαίσιο των παρεμβάσεών τους σύμφωνα με το άρθρο 16α παράγραφος 2 και συμπεριλαμβάνουν στην ετήσια έκθεση που υποβάλλεται στην Επιτροπή περίληψη των εν λόγω ενεργειών. Στην περίπτωση που αυξάνεται η συχνότητα κάποιας συγκεκριμένης μόλυνσης ή κινδύνου που προέρχεται από ένα συγκεκριμένο προϊόν που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη διατροφή των ζώων, υποβάλλεται αμελλητί στην Επιτροπή ενδιάμεση έκθεση. Οι πληροφορίες τις οποίες περιλαμβάνουν οι ενδιάμεσες εκθέσεις αποτελούν το αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο της Μόνιμης Επιτροπής Ζωοτροφών, έτσι ώστε να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα. Οι ετήσιες και ενδιάμεσες εκθέσεις υποβάλλονται με βάση το υπόδειγμα που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23. 2. Η πρώτη πρόταση της παραγράφου 3 τροποποιείται ως εξής : 1. Μετά από τις λέξεις "& σε κοινοτικό επίπεδο", παρεμβάλλεται η ακόλουθη φράση : "και περίληψη των ενδιάμεσων εκθέσεων". 2. Η λέξη "σύστασης" αντικαθίσταται από τη λέξη "απόφασης". Άρθρο 2 Καταργούνται οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 12 της οδηγίας 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου. Άρθρο 3 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για την τήρηση της παρούσας οδηγίας, το αργότερο μέχρι τις [31 Δεκεμβρίου 2000]. Εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις από την [1η Ιανουαρίου 2001]. Ενημερώνουν αμέσως περί αυτού την Επιτροπή. 2. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις προαναφερόμενες διατάξεις, αυτές παραπέμπουν στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από τέτοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη. 3. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που εκδίδουν στο πεδίο που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 4 Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 5 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος