This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document C2007/247/23
Case C-393/07: Action brought on 9 August 2007 — Italian Republic v European Parliament
Υπόθεση C-393/07: Προσφυγή της 9ης Αυγούστου 2007 — Ιταλική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Υπόθεση C-393/07: Προσφυγή της 9ης Αυγούστου 2007 — Ιταλική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
ΕΕ C 247 της 20.10.2007, pp. 18–19
(BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
|
20.10.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 247/18 |
Προσφυγή της 9ης Αυγούστου 2007 — Ιταλική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
(Υπόθεση C-393/07)
(2007/C 247/23)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωποι: I. M. Braguglia, P. Gentili, avvocato dello Stato)
Καθού: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση P6_TA-PROV(2007)0209 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 24ης Μαΐου 2007, η οποία κοινοποιήθηκε στις 28 Μαΐου 2007, σχετικά με τον έλεγχο της εντολής του Beniamino Donnici· |
|
— |
να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η προσφυγή στηρίζεται σε πέντε ισχυρισμούς.
Με τον πρώτο ισχυρισμό, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται παραβίαση κανόνων δικαίου όσον αφορά τα άρθρα 6 (πρώην άρθρο 4), 8 (πρώην άρθρο 7), 12 (πρώην άρθρο 11) και 13 (πρώην άρθρο 12) της αποφάσεως 76/787/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ σχετικά με την πράξη εκλογής των αντιπροσώπων στο Κοινοβούλιο με άμεση καθολική ψηφοφορία της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 (στο εξής: Πράξη του 1976) όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 2002/772/ΕΚ, Ευρατόμ (1), της 25ης Ιουνίου 2002, και όσον αφορά το άρθρο 6 ΕΕ. Πράγματι, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο του ελέγχου της εντολής των βουλευτών, δεν μπορεί να εξετάσει τη νομιμότητα των εθνικών εκλογικών διαδικασιών και πρέπει μόνο να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα των εν λόγω διαδικασιών που ανακηρύσσονται προσηκόντως. Η απαγόρευση δεσμευτικών οδηγιών και επιτακτικών εντολών προς τους βουλευτές, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 της Πράξεως του 1976, δεν έχει καμία σχέση με τη ρητή άρνηση μη εκλεγέντος υποψηφίου να αντικαταστήσει εκλεγέντα υποψήφιο που έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του.
Με τον δεύτερο ισχυρισμό, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται παραβίαση κανόνων δικαίου όσον αφορά το άρθρο 2 του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο θεσπίσθηκε με την απόφαση 2005/684/ΕΚ (2), Ευρατόμ της 28ης Σεπτεμβρίου 2005. Πράγματι, οι διατάξεις αυτές θα αρχίσουν να ισχύουν από την κοινοβουλευτική περίοδο 2009 και, εν πάση περιπτώσει, αφορούν μόνον τους βουλευτές που είναι ήδη μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και, για τον λόγο αυτό, είναι παντελώς αλυσιτελείς προς τον σκοπό της αξιολογήσεως της αρνήσεως μη εκλεγέντος υποψηφίου να αντικαταστήσει εκλεγέντα υποψήφιο που έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του.
Με τον τρίτο ισχυρισμό, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται παραβίαση κανόνων δικαίου όσον αφορά το άρθρο 199 ΕΚ και τα άρθρα 3 και 4 του Εσωτερικού Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι διατάξεις αυτές διέπουν μόνον την εσωτερική διαδικασία του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο, μεταξύ άλλων, του ελέγχου της εντολής και, για τον λόγο αυτό, δεν είναι δυνατό να συναχθεί από τις διατάξεις αυτές η εξουσία εξετάσεως του σύννομου χαρακτήρα των εθνικών εκλογικών διαδικασιών, ούτε όσον αφορά την αντικατάσταση εκλεγέντων υποψηφίων που έπαυσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους από μη εκλεγέντες υποψηφίους.
Με τον τέταρτο ισχυρισμό, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται παραβίαση κανόνων δικαίου όσον αφορά τα άρθρα 6 ΕΕ, 10 και 230 ΕΚ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν είχε την εξουσία να μη δεχθεί την εφαρμογή της αποφάσεως του Consiglio di Stato (ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας), που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, το οποίο απεφάνθη ότι η εκλογή του B. Donnici είναι σύννομη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όφειλε, εφόσον παρίστατο ανάγκη, να προσβάλει την εν λόγω απόφαση με ανακοπή τρίτου. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έρχεται σε αντίθεση με τη γενική αρχή της ισχύος του δεδικασμένου, η οποία είναι κοινή σε όλα τα κράτη μέλη.
Με τον πέμπτο ισχυρισμό, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, η εν λόγω απόφαση δεν αναφέρει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση του Α. Occhetto να αντικαταστήσει τον Α. Di Pietro δεν αποτελούσε έκφραση ελεύθερης βουλήσεως.
(1) ΕΕ L 283, σ. 1.
(2) ΕΕ L 262, σ. 1.