This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62019CC0420
Opinion of Advocate General Pitruzzella delivered on 17 September 2020.#Maksu- ja Tolliamet v Heavyinstall OÜ.#Request for a preliminary ruling from the Riigikohus.#Reference for a preliminary ruling – Directive 2010/24/EU – Article 16 – Recovery of claims relating to taxes, duties and other measures – Mutual assistance – Request for precautionary measures – Judicial decision of the applicant Member State for the purpose of implementing precautionary measures – Jurisdiction of the court of the requested Member State to assess and reassess the justification of those measures – Principles of mutual trust and of mutual recognition.#Case C-420/19.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G.Pitruzzella της 17ης Σεπτεμβρίου 2020.
Maksu- ja Tolliamet κατά Heavyinstall OÜ.
Αίτηση του Riigikohus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2010/24/ΕΕ – Άρθρο 16 – Είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα – Αμοιβαία συνδρομή – Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων – Δικαστική απόφαση του αιτούντος κράτους μέλους για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων – Διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση να εκτιμήσει και να επανεκτιμήσει αν είναι δικαιολογημένη η λήψη τέτοιων ασφαλιστικών μέτρων – Αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
Υπόθεση C-420/19.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G.Pitruzzella της 17ης Σεπτεμβρίου 2020.
Maksu- ja Tolliamet κατά Heavyinstall OÜ.
Αίτηση του Riigikohus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2010/24/ΕΕ – Άρθρο 16 – Είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα – Αμοιβαία συνδρομή – Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων – Δικαστική απόφαση του αιτούντος κράτους μέλους για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων – Διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση να εκτιμήσει και να επανεκτιμήσει αν είναι δικαιολογημένη η λήψη τέτοιων ασφαλιστικών μέτρων – Αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
Υπόθεση C-420/19.
Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2020:737
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GIOVANNI PITRUZZELLA
της 17ης Σεπτεμβρίου 2020 ( 1 )
Υπόθεση C‑420/19
Maksu- ja Tolliamet
κατά
Heavyinstall OÜ
[αίτηση του Riigikohus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Εσθονία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα – Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων – Δικαστική απόφαση του αιτούντος κράτους μέλους για να τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων – Διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση να εκτιμήσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που δικαιολογούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων βάσει του εθνικού δικαίου του και σύμφωνα με τις διοικητικές πρακτικές του»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Δεσμεύεται το δικαστήριο του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ κρατών μελών για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα, όπως προβλέπεται από την οδηγία 2010/24/ΕΕ ( 2 ), από την κρίση του δικαστηρίου του αιτούντος κράτους μέλους σχετικά με την ανάγκη να ληφθούν και τη δυνατότητα να διαταχθούν τα εν λόγω μέτρα, σε περίπτωση κατά την οποία διαβιβάζεται από κοινού με την αίτηση έγγραφο στο οποίο εκτίθεται η ανωτέρω κρίση; |
|
2. |
Αυτό είναι συνοπτικά το ζήτημα το οποίο εγείρει η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Riigikohus (Ανώτατο Δικαστήριο, Εσθονία). |
|
3. |
Το υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται στο πλαίσιο διαφοράς με αντικείμενο αναίρεση που άσκησε η Maksu- ja Tolliamet (φορολογική και τελωνειακή αρχή, Εσθονία, στο εξής: εσθονική φορολογική αρχή) κατά απόφασης του Tallinna Ringkonnakohus (εφετείου του Τάλιν, Εσθονία), με την οποία το τελευταίο απέρριψε την αίτησή της να επιτραπεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά της εταιρίας Heavyinstall OÜ (στο εξής: Heavyinstall). Η εν λόγω αίτηση αποτελούσε συνέχεια αίτησης λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που απηύθυναν οι φινλανδικές αρχές στις εσθονικές αρχές σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στην οδηγία 2010/24 διατάξεις περί αμοιβαίας συνδρομής. |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
|
4. |
Το άρθρο 14 της οδηγίας 2010/24, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαφορές», ορίζει τα εξής: «1. Οι διαφορές σχετικά με την απαίτηση, τον αρχικό τίτλο, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος μέλος, ή τον ομοιόμορφο τίτλο, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση και διαφορές σχετικά με το κύρος της κοινοποίησης από την αρμόδια αρχή του αιτούντος κράτους μέλους, εμπίπτουν στη [διεθνή δικαιοδοσία] των αρμόδιων οργάνων του αιτούντος κράτους μέλους. Εάν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αμφισβητήσει στην πορεία της διαδικασίας είσπραξης την απαίτηση, τον αρχικό τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος μέλος ή τον ομοιόμορφο τίτλο, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση, η αποδέκτρια αρχή πληροφορεί το μέρος αυτό ότι πρέπει να φέρει την εν λόγω αγωγή ενώπιον του αρμόδιου οργάνου του αιτούντος κράτους μέλους, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει σε αυτό. 2. Διαφορές σχετικά με τα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ελήφθησαν στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση ή σχετικά με την εγκυρότητα της κοινοποίησης της αρμόδιας αρχής τού κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση φέρονται ενώπιον του αρμόδιου οργάνου του εν λόγω κράτους μέλους σύμφωνα με τις δικές του νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις. […]» |
|
5. |
Το άρθρο 16 της οδηγίας 2010/24, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων», ορίζει τα ακόλουθα: «1. Κατόπιν αιτήσεως της αιτούσας αρχής, η αποδέκτρια αρχή λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό της δίκαιο και σύμφωνα με τις διοικητικές της πρακτικές, για να εγγυηθεί την είσπραξη όταν μια απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος μέλος αμφισβητείται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ή εάν η απαίτηση δεν αποτελεί ακόμη αντικείμενο τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος μέλος, εφόσον τα ασφαλιστικά μέτρα είναι επίσης δυνατά, σε παρεμφερείς καταστάσεις, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις διοικητικές πρακτικές του αιτούντος κράτους μέλους. Το έγγραφο το οποίο έχει συνταχθεί για να επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο αιτούν κράτος μέλος και αφορά την απαίτηση για την είσπραξη της οποίας ζητείται αμοιβαία συνδρομή, επισυνάπτεται, εφόσον υπάρχει, στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση. Το έγγραφο αυτό δεν υπόκειται σε αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση. […]» |
|
6. |
Το άρθρο 17 της οδηγίας 2010/24, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κανόνες της αίτησης λήψεως ασφαλιστικών μέτρων», ορίζει τα εξής: «Για την ενεργοποίηση του άρθρου 16, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, το άρθρο 10, παράγραφος 2, το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, και τα άρθρα 14 και 15.» |
|
7. |
Το άρθρο 18 της οδηγίας 2010/24, το οποίο φέρει τον τίτλο «Όρια των υποχρεώσεων της αποδέκτριας αρχής», ορίζει τα ακόλουθα: «1. Η αποδέκτρια αρχή δεν υποχρεούται να παρέχει την προβλεπόμενη από τα άρθρα 10 έως 16 συνδρομή, εάν η είσπραξη της απαίτησης, λόγω της καταστάσεως του οφειλέτη, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές οικονομικές ή κοινωνικές δυσχέρειες στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση, εφόσον οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και οι διοικητικές πρακτικές αυτού του κράτους μέλους επιτρέπουν την εξαίρεση αυτή για εθνικές απαιτήσεις. 2. Η αποδέκτρια αρχή δεν υποχρεούται να παρέχει την προβλεπόμενη από τα άρθρα 5 και 7 έως 16 συνδρομή, εάν η υποβαλλόμενη βάσει των άρθρων 5, 7, 8, 10 ή 16 αρχική αίτηση συνδρομής αφορά απαιτήσεις παλαιότερες των πέντε ετών, που χρονολογούνται από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτηση στο αιτούν κράτος μέλος έως την ημερομηνία κατά την οποία υπεβλήθη η αρχική αίτηση συνδρομής. […] 3. Ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να παρέχει συνδρομή εάν το συνολικό ποσό των απαιτήσεων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, για το οποίο ζητείται συνδρομή, είναι μικρότερο των 1500 EUR. 4. Η αποδέκτρια αρχή ενημερώνει την αιτούσα αρχή για τους λόγους απόρριψης της αίτησης συνδρομής.» |
Β. Το εσθονικό δίκαιο
|
8. |
Το άρθρο 130 του Maksukorralduse seadus (εσθονικού φορολογικού κώδικα, στο εξής: εσθονικός φορολογικός κώδικας), το οποίο φέρει τον τίτλο «Πράξεις της φορολογικής αρχής περί αναγκαστικής εκτελέσεως», ορίζει τα εξής: «(1) Εάν ο υποκείμενος στον φόρο δεν εκπληρώσει τη χρηματική του υποχρέωση εντός της προθεσμίας που έχει ταχθεί με διοικητική πράξη της φορολογικής αρχής ή με μνημονευόμενη στο άρθρο 128, παράγραφος 4, σημεία 2 ή 3, απόφαση, η φορολογική αρχή κινεί τη διαδικασία εισπράξεως της οφειλής μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως. Η φορολογική αρχή μπορεί:
|
|
9. |
Το άρθρο 1361 του εσθονικού φορολογικού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ασφαλιστικά μέτρα πριν τον καθορισμό της χρηματικής απαιτήσεως ή υποχρεώσεως», ορίζει τα ακόλουθα: «(1) Σε περίπτωση που, κατά τον έλεγχο της του ζητήματος αν οι φόροι έχουν καταβληθεί προσηκόντως προκύψει βάσιμη υπόνοια ότι, μετά τον καθορισμό μιας χρηματικής απαιτήσεως ή υποχρεώσεως που προκύπτει από φορολογικό νόμο, η εκτέλεσή της μπορεί να καταστεί ουσιωδώς δυσχερέστερη ή αδύνατη λόγω της συμπεριφοράς του υποκειμένου στον φόρο, ο διευθυντής της φορολογικής αρχής ή ο εξουσιοδοτημένος από αυτόν υπάλληλος μπορεί να απευθύνει αίτηση στο διοικητικό πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να χορηγήσει άδεια για τη λήψη κάποιου από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 130, παράγραφος 1, του παρόντος νόμου ασφαλιστικά μέτρα. […]» |
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
10. |
Στις 13 Μαρτίου 2018 η φινλανδική φορολογική αρχή απηύθυνε στην εσθονική φορολογική αρχή αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά της Heavyinstall βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας 2010/24 (στο εξής: αίτηση συνδρομής), για να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της προβλεπόμενης φορολογικής υποχρέωσης της εν λόγω εταιρίας. Στην αίτηση επισυνάπτετο απόφαση του Keski-Pohjanmaan käräjäoikeus (πρωτοδικείου Keski Pohjanmaa, Φινλανδία) της 8ης Φεβρουαρίου 2018, με την οποία, κατόπιν σχετικής αίτησης της φινλανδικής φορολογικής αρχής, επετράπη η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην ανωτέρω εταιρία προς εξασφάλιση απαίτησης ύψους 320022 ευρώ. |
|
11. |
Κατά το εν λόγω δικαστήριο, δεδομένου ότι η μόνιμη εγκατάσταση και το κέντρο συμφερόντων της Heavyinstall βρίσκονται στη Φινλανδία, η εν λόγω εταιρία υποχρεούται να εκπληρώσει τις φορολογικές της υποχρεώσεις στο εν λόγω κράτος μέλος. Ωστόσο, αφενός, η Heavyinstall, καίτοι έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Φινλανδία, εντούτοις ούτε δηλώνει εκεί ούτε έχει καταβάλει φόρο· αφετέρου, ο μόνος εταίρος της παρείχε ψευδή στοιχεία τόσο σχετικά με την οικονομική δραστηριότητα της εταιρίας όσο και σχετικά με την κατοικία του. Συνεπώς, κατά το δικαστήριο αυτό, υφίσταται κίνδυνος η εταιρία να επιδείξει παρόμοια στάση και έναντι των φορολογικών υποχρεώσεων που θα καθοριστούν μετά τo πέρας της φορολογικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη, και, ιδίως, να αποκρύψει ή, εν πάση περιπτώσει, να μεταβιβάσει, να εκχωρήσει ή να διαθέσει σε τρίτους τα περιουσιακά της στοιχεία ή να ενεργήσει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την είσπραξη της απαίτησης της φινλανδικής φορολογικής αρχής. |
|
12. |
Κατόπιν της αίτησης συνδρομής, η εσθονική φορολογική αρχή υπέβαλε ενώπιον του Tallinna Halduskohus (διοικητικού πρωτοδικείου Τάλιν, Εσθονία), στις 29 Μαρτίου 2018, αίτηση χορήγησης αδείας για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, και, ειδικότερα, για την επιβολή απαγόρευσης διάθεσης περιουσιακών στοιχείων στην Εσθονία, όσον αφορά τα οχήματα κυριότητας της Heavyinstall (δύο ρυμουλκούμενα αξίας περίπου 7500 ευρώ έκαστο και ένα φορτηγό αξίας περίπου 9500 ευρώ), καθώς και για την προσωρινή κατάσχεση των τραπεζικών λογαριασμών της επιχείρησης σε όλα τα εσθονικά πιστωτικά ιδρύματα, ύψους 297304 ευρώ (στο εξής: αίτηση χορήγησης άδειας για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων). |
|
13. |
Με διάταξη της 3ης Απριλίου 2018, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την αίτηση χορήγησης άδειας για λήψη ασφαλιστικών μέτρων. |
|
14. |
Μετά την έκδοση της ανωτέρω διάταξης, η εσθονική φορολογική αρχή άσκησε έφεση ενώπιον του Tallinna Ringkonnakohus (εφετείου Τάλιν), το οποίο απέρριψε το ένδικο μέσο της φορολογικής αρχής, καθόσον δεν πείστηκε ότι η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων σε βάρος της Heavyinstall μπορεί να καταστεί δυσχερέστερη ή αδύνατη λόγω της συμπεριφοράς της εταιρίας και, συνεπώς, ότι πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 1361, παράγραφος 1, του εσθονικού φορολογικού κώδικα. |
|
15. |
H εσθονική φορολογική αρχή άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του εφετείου ενώπιον του Riigikohus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Εσθονία, στο εξής: αιτούν δικαστήριο) με την οποία ζητεί να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση και να εκδοθεί νέα, η οποία θα δέχεται την αίτησή της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά της Heavyinstall OÜ. Στο πλαίσιο της εκδικάσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επί της ερμηνείας της οδηγίας 2010/24, ιδίως δε του άρθρου της 16 σχετικά με την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. |
|
16. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, κρίσιμο για την απόφαση επί της διαφοράς της κύριας δίκης είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο κράτους μέλους, όταν αποφαίνεται επί αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων την οποία έχει υποβάλει η φορολογική αρχή άλλου κράτους μέλους βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας 2010/24, μπορεί το ίδιο να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν προς στήριξη της εν λόγω αιτήσεως και να αποφασίσει σύμφωνα με τη δική του κρίση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ή εάν το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να αποδεχθεί ως δεδομένη την εκτίμηση του δικαστηρίου του αιτούντος κράτους. |
|
17. |
Το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε, ως εκ τούτου, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και με διάταξη που κατατέθηκε στις 29 Μαΐου 2019 να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Έχει το άρθρο 16 της οδηγίας 2010/24 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2010, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα, την έννοια ότι το δικαστήριο του κράτους μέλους, στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δεσμεύεται όταν αποφαίνεται επί της εν λόγω αιτήσεως βάσει του εθνικού δικαίου (όπερ έχει τη δυνατότητα να πράξει το δικαστήριο που λαμβάνει την αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1) από την κρίση του δικαστηρίου του κράτους εγκαταστάσεως του αιτούντος σχετικά με την ανάγκη και τη δυνατότητα να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο όταν έχει υποβληθεί στο επιληφθέν δικαστήριο επίσημο έγγραφο που περιλαμβάνει την εν λόγω κρίση (άρθρο 16, [παράγραφος 1], δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, κατά το οποίο το έγγραφο αυτό δεν υπόκειται σε αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση);» |
IV. Νομική ανάλυση
|
18. |
Με το προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο εάν το άρθρο 16 της οδηγίας 2010/24 έχει την έννοια ότι το δικαστήριο του κράτους μέλους, στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δεσμεύεται, όταν αποφαίνεται επί της εν λόγω αιτήσεως βάσει του εθνικού δικαίου του, από την κρίση του δικαστηρίου του αιτούντος κράτους μέλους σχετικά με την ανάγκη να ληφθούν και τη δυνατότητα να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα, σε περίπτωση κατά την οποία έχει υποβληθεί στο επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο επίσημο έγγραφο που περιλαμβάνει την εν λόγω κρίση. |
|
19. |
Το υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα συνεπάγεται τον καθορισμό του εύρους των εξουσιών του δικαστηρίου του κράτους μέλους το οποίο έχει επιληφθεί αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στο πλαίσιο του συστήματος αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών που καθιερώθηκε με την οδηγία 2010/24, όσον αφορά, ειδικότερα, δύο διακριτά στοιχεία: την ανάγκη να ληφθούν και τη δυνατότητα να διαταχθούν τα ζητούμενα ασφαλιστικά μέτρα. |
|
20. |
Προκαταρκτικώς, επισημαίνω ότι από το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2010/24, προκύπτει ότι μια αίτηση συνδρομής για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μπορεί ενδεχομένως να συνοδεύεται από έγγραφο το οποίο έχει συνταχθεί με σκοπό να επιτραπεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εντός του αιτούντος κράτους μέλους και το οποίο αφορά την απαίτηση για την είσπραξη της οποίας ζητείται αμοιβαία συνδρομή ( 3 ). Το εν λόγω έγγραφο μπορεί να συνίσταται σε διοικητική απόφαση ή σε δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί από δικαστήριο του αιτούντος κράτους μέλους ( 4 ). |
|
21. |
Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι στο πλαίσιο της εκκρεμούσας ενώπιόν του κύριας δίκης, η αίτηση συνδρομής για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων που απηύθυναν οι φινλανδικές αρχές στις εσθονικές συνοδευόταν από δικαστική απόφαση η οποία περιελάμβανε ανάλυση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων, κατά το φινλανδικό δίκαιο, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά της Heavyinstall. Τόσο το πρωτοδικείο όσο και το εφετείο εξέτασαν εκ νέου το ζήτημα της συνδρομής των εν λόγω προϋποθέσεων, βάσει των κριτηρίων του εσθονικού δικαίου. |
|
22. |
Στο πλαίσιο αυτό, συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 16 της οδηγίας 2010/24 προκειμένου να διαπιστώσει εάν και σε ποιο βαθμό, στο πλαίσιο του συστήματος αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών που καθιερώθηκε με την ανωτέρω οδηγία, η εν λόγω διάταξη επιτρέπει στο δικαστήριο του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση να εξετάσει το επισυναπτόμενο έγγραφο το οποίο συνίσταται σε δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί από δικαστήριο του αιτούντος κράτους μέλους και να εκτιμήσει, σύμφωνα με τη δική του κρίση, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις σχετικά με την ανάγκη να ληφθούν και τη δυνατότητα να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα, όπως ζήτησε η αιτούσα αρχή. |
|
23. |
Στην απόφασή του, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι τάσσεται υπέρ ερμηνείας του άρθρου 16 της οδηγίας 2010/24 κατά την οποία η απόφαση του δικαστηρίου του αιτούντος κράτους μέλους η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση συνδρομής αποτελεί, όσον αφορά τη διαδικασία επικύρωσης των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση, απλώς αποδεικτικό στοιχείο το οποίο θα πρέπει να εκτιμηθεί από το δικαστήριο του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση προκειμένου να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους αυτού. |
|
24. |
Οι μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου διαφωνούν ως προς την ορθή ερμηνεία της εξεταζόμενης διάταξης. Η Σουηδική Κυβέρνηση συντάσσεται με την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου και υποστηρίζει και αυτή ότι απόφαση δικαστηρίου του αιτούντος κράτους μέλους επιτρέπουσα τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων συνιστά απλώς αποδεικτικό στοιχείο ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση. Η Εσθονική και η Ουγγρική Κυβέρνηση φρονούν, αντιθέτως, ότι το δικαστήριο του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση δεσμεύεται από την κρίση του δικαστηρίου του αιτούντος κράτους σχετικά με την ανάγκη να ληφθούν και τη δυνατότητα να διαταχθούν προσωρινά μέτρα, όταν σε αυτό το δικαστήριο προσκομίζεται έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει την εν λόγω κρίση. |
|
25. |
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι εναπόκειται στην αιτούσα αρχή, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, να διακριβώσει την ανάγκη να ληφθούν τα ασφαλιστικά μέτρα. Όσον αφορά, αντιθέτως, τη δυνατότητα να διαταχθούν τα εν λόγω μέτρα, το έγγραφο που επισυνάπτεται στην αίτηση συνδρομής αποτελεί απλώς ένδειξη της δυνατότητας να ληφθούν τα μέτρα αυτά στο αιτούν κράτος μέλος. |
|
26. |
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι αναγκαία, ως εκ τούτου, η ερμηνεία του άρθρου 16 της οδηγίας 2010/24. |
|
27. |
Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, από τις απαιτήσεις τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας συνάγεται ότι το γράμμα διατάξεως του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον καθορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο σε ολόκληρη την Ένωση, με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και τον σκοπό που επιδιώκεται με την οικεία ρύθμιση ( 5 ). |
|
28. |
Όσον αφορά, πρώτον, το γράμμα του άρθρου 16 της οδηγίας 2010/24, η εν λόγω διάταξη προβλέπει, στην παράγραφό της 1, πρώτο εδάφιο, ότι, κατόπιν αιτήσεως της αιτούσας αρχής, η αρχή του κράτους που λαμβάνει την αίτηση λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα για την είσπραξη απαίτησης σε δύο περιπτώσεις: αφενός, όταν μια απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος μέλος αμφισβητείται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, και αφετέρου, εάν η απαίτηση δεν αποτελεί ακόμη αντικείμενο τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος μέλος. |
|
29. |
Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους της αποδέκτριας αρχής εξαρτάται, ως εκ τούτου, από δύο προϋποθέσεις, εκ των οποίων η μία αφορά το κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση και η άλλη το αιτούν κράτος μέλος. |
|
30. |
Επομένως, τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να ληφθούν από την αποδέκτρια αρχή, αφενός, «εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους που λαμβάνει την αίτηση και σύμφωνα με τις διοικητικές του πρακτικές», και, αφετέρου, «εφόσον τα ασφαλιστικά μέτρα είναι επίσης δυνατά, σε παρεμφερείς καταστάσεις, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις διοικητικές πρακτικές του αιτούντος κράτους μέλους». |
|
31. |
Από το επίμαχο άρθρο 16, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει περαιτέρω ότι το έγγραφο το οποίο έχει συνταχθεί για να επιτραπεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εντός του αιτούντος κράτους μέλους όσον αφορά την απαίτηση που αποτελεί αντικείμενο της αίτησης αμοιβαίας συνδρομής, πρέπει να επισυνάπτεται, εφόσον υπάρχει, στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προς το κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση ( 6 ). |
|
32. |
Η τελευταία περίοδος του εν λόγω δεύτερου εδαφίου προβλέπει επιπλέον ότι το έγγραφο αυτό δεν υπόκειται σε αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση. |
|
33. |
Τέλος, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, της επίμαχης οδηγίας, η αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να συνοδεύεται από άλλα έγγραφα, τα οποία έχουν εκδοθεί στο αιτούν κράτος μέλος και τα οποία είναι διαφορετικά από το έγγραφο που μνημονεύεται στην παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο. |
|
34. |
Από την ανάλυση του γράμματος του άρθρου 16 της οδηγίας 2010/24 προκύπτει ότι, καίτοι η εν λόγω διάταξη δεν προσδιορίζει ρητώς το εύρος των εξουσιών του δικαστηρίου του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση στην περίπτωση υποβολής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων εντός του πλαισίου του συστήματος αμοιβαίας συνδρομής, εντούτοις παρέχει συναφώς ορισμένες ενδείξεις. |
|
35. |
Αφενός, όσον αφορά την ανάλυση που πρέπει να πραγματοποιηθεί, στην περίπτωση υποβολής τέτοιας αίτησης, από το δικαστήριο του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση βάσει του εθνικού του δικαίου, η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι η ανάλυση περιορίζεται στη διαπίστωση ότι η λήψη των αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων «προβλέπεται» από το εθνικό του δίκαιο και πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διοικητικές του πρακτικές. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ανάλυση που πρέπει να πραγματοποιήσει το εν λόγω δικαστήριο σύμφωνα με το δικό του δίκαιο φαίνεται να περιορίζεται στη δυνατότητα να διαταχθούν στη δική του έννομη τάξη ασφαλιστικά μέτρα, όπως αυτά που ζητούνται με την αίτηση αμοιβαίας συνδρομής ( 7 ). |
|
36. |
Αφετέρου, από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι το έγγραφο της αιτούσας αρχής, το οποίο συνοδεύει (ενδεχομένως) την αίτηση και το οποίο επιτρέπει τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων στο αιτούν κράτος μέλος, δεν χρήζει αναγνώρισης στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση και δεν μπορεί να συμπληρωθεί ή να αντικατασταθεί σε αυτό. Επομένως, η ανάλυση η οποία περιέχεται ενδεχομένως στο συνοδευτικό αυτό έγγραφο και η οποία κατά κανόνα θα αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου του αιτούντος κράτους μέλους, δεν πρέπει και δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε να αντικατασταθεί στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση, στοιχείο το οποίο φαίνεται να υποδηλώνει, όπως υποστηρίχθηκε από την Εσθονική και την Ουγγρική Κυβέρνηση, ότι οι κρίσεις που περιέχονται σε αυτό σχετικά με την ανάγκη να ληφθούν τα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα και τη δυνατότητα να διαταχθούν τα εν λόγω μέτρα στο αιτούν κράτος μέλος δεσμεύουν το δικαστήριο του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση ( 8 ). |
|
37. |
Η ερμηνεία του άρθρου 16 της οδηγίας 2010/24, η οποία προκύπτει από τη γραμματική ανάλυση της εν λόγω διάταξης ενισχύεται, άλλωστε, τόσο από τη συστηματική ανάλυση όσο και από την ανάλυση των σκοπών της εν λόγω οδηγίας. |
|
38. |
Όσον αφορά, πράγματι, κατά δεύτερον, την ανάλυση του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 16 της οδηγίας 2010/24, επισημαίνεται ότι η εν λόγω διάταξη περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο IV της ανωτέρω οδηγίας το οποίο ρυθμίζει τα «μέτρα είσπραξης ή ασφαλιστικά μέτρα». |
|
39. |
Στο πλαίσιο του ανωτέρω κεφαλαίου IV, τα άρθρα 10 έως 15 ρυθμίζουν διάφορες πτυχές των αιτήσεων είσπραξης που υποβάλλονται βάσει της οδηγίας 2010/24, τα άρθρα 16 και 17 αφορούν τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και τα άρθρα 18 έως 20 αφορούν ζητήματα τα οποία είναι κοινά για τα δύο είδη αιτήσεων. Κατά το άρθρο 17 της ανωτέρω οδηγίας, ορισμένοι από τους κανόνες που αφορούν τις αιτήσεις είσπραξης, μεταξύ των οποίων ιδίως το άρθρο 14, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαφορές», έχουν εφαρμογή, κατ’ αναλογίαν, για την ενεργοποίηση του άρθρου 16 της οδηγίας αυτής. |
|
40. |
Όσον αφορά, ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 14 της οδηγίας 2010/24, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει το περιεχόμενο και τη ratio της κατανομής της διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών, του αιτούντος και αυτού που λαμβάνει την αίτηση, αντίστοιχα. |
|
41. |
Συγκεκριμένα, από την εν λόγω νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 14 της οδηγίας 2010/24 προβλέπει κατανομή διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των δικαιοδοτικών οργάνων του αιτούντος κράτους μέλους και εκείνων του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση για την επίλυση των διαφορών που αφορούν, αφενός, την απαίτηση, τον αρχικό τίτλο ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος μέλος, τον ομοιόμορφο τίτλο ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση ή το κύρος της κοινοποίησης από την αρμόδια αρχή του αιτούντος κράτους μέλους, καθώς και, αφετέρου, τα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ελήφθησαν στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση ή την εγκυρότητα της κοινοποίησης στην οποία προέβη η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση ( 9 ). |
|
42. |
Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι αυτή η κατανομή διεθνούς δικαιοδοσίας είναι η φυσική συνέπεια του ότι η απαίτηση και οι εκτελεστοί τίτλοι για την είσπραξή της θεμελιώνονται στους κανόνες δικαίου που ισχύουν στο αιτούν κράτος μέλος, ενώ τα μέτρα εκτέλεσης λαμβάνονται στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες στο κράτος αυτό διατάξεις ( 10 ). |
|
43. |
Η ratio που προκύπτει από τη νομολογία σχετικά με το άρθρο 14 της οδηγίας 2010/24 περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη, η οποία έχει εφαρμογή κατ’ αναλογίαν στο πλαίσιο αίτησης αμοιβαίας συνδρομής για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 16 της εν λόγω οδηγίας, μπορεί να τύχει εφαρμογής, κατ’ αναλογίαν, για να καθοριστεί η κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ του δικαστηρίου του αιτούντος κράτους μέλους και του δικαστηρίου του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση, όταν στην αίτηση αμοιβαίας συνδρομής για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων επισυνάπτεται, όπως στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, δικαστική απόφαση του δικαστηρίου του αιτούντος κράτους που κρίνει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. |
|
44. |
Από την εφαρμογή της εν λόγω ratio προκύπτει κατανομή διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ του δικαστηρίου του αιτούντος κράτους μέλους και του δικαστηρίου του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση, σύμφωνα με την οποία, το πρώτο έχει διεθνή δικαιοδοσία όσον αφορά τις διαφορές σχετικά με την απαίτηση και τις προϋποθέσεις οι οποίες επιτρέπουν τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζονται σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο στο αιτούν κράτος μέλος, ενώ το δεύτερο έχει διεθνή δικαιοδοσία όσον αφορά τη διαδικασία λήψης των ασφαλιστικών μέτρων στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση, σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις και τις διοικητικές πράξεις του εν λόγω κράτους. |
|
45. |
Από τις εν λόγω παρατηρήσεις προκύπτει ότι η ανάλυση του πλαισίου της διάταξης του άρθρου 16 της οδηγίας 2010/24 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το δικαστήριο του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση, όπως το εσθονικό δικαστήριο στην κύρια δίκη, έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί του σύμφωνου χαρακτήρα της διαδικασίας λήψης ασφαλιστικών μέτρων στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους με τις νομοθετικές διατάξεις και τις διοικητικές πρακτικές αυτού του κράτους, αλλά όχι επί της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων της λήψης των ασφαλιστικών μέτρων, όταν υπάρχει συναφώς δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί από δικαστήριο του αιτούντος κράτους μέλους. |
|
46. |
Κατά τα λοιπά, από τη νομολογία προκύπτει ότι η οδηγία 2010/24, η οποία στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, δεν παρέχει στις αρχές του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση την εξουσία να ελέγχουν τις πράξεις του αιτούντος κράτους μέλους ( 11 ). Επιπλέον, οι αρχές του αιτούντος κράτους μέλους ή του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση είναι σε θέση να ερμηνεύσουν καλύτερα το εθνικό τους δίκαιο και να εκτιμήσουν τη νομιμότητα μιας πράξεως βάσει του δικαίου αυτού ( 12 ). |
|
47. |
Εξάλλου, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά ( 13 ), η οδηγία 2010/24 επιτρέπει στις αρχές του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση να αρνηθούν την αμοιβαία συνδρομή. |
|
48. |
Επομένως, το άρθρο 18 της οδηγίας 2010/24, το οποίο φέρει τον τίτλο «Όρια των υποχρεώσεων της αποδέκτριας αρχής», προβλέπει τρεις συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση μπορεί να αρνηθεί την αμοιβαία συνδρομή –τόσο για αιτήσεις είσπραξης απαιτήσεων, όσο και για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων–, ήτοι, πρώτον, όταν η εκτέλεση ή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, λόγω της καταστάσεως του οφειλέτη, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές οικονομικές ή κοινωνικές δυσχέρειες στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση· δεύτερον, όταν έχουν παρέλθει πέντε και πλέον έτη από την έκδοση του εγγράφου που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης ή τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων· και, τρίτον, όταν η απαίτηση της οποίας ζητείται η εκτέλεση ή για την οποία ζητούνται ασφαλιστικά μέτρα είναι μικρότερη των 1500 ευρώ. |
|
49. |
Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε ότι η αίτηση αμοιβαίας συνδρομής μπορεί να απορριφθεί επίσης, κατ’ εξαίρεση, εάν διαπιστωθεί ότι θα μπορούσε να θιγεί η δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η αρχή προς την οποία γίνεται η αίτηση ( 14 ). |
|
50. |
Κατά τρίτον, θεωρώ ότι η ανάλυση των σκοπών της οδηγίας 2010/24 επιβεβαιώνει τις προεκτεθείσες παρατηρήσεις. |
|
51. |
Κατ’ αρχάς, όπως ήδη επισημάνθηκε, η οδηγία 2010/24 στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Η εφαρμογή του συστήματος αμοιβαίας συνδρομής που καθιερώνει η οδηγία αυτή εξαρτάται από την ύπαρξη τέτοιας εμπιστοσύνης μεταξύ των οικείων εθνικών αρχών ( 15 ). |
|
52. |
Επιπλέον, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 4 της ανωτέρω οδηγίας, σκοπός της θέσπισής της ήταν, αφενός, να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους και δασμούς, και, αφετέρου, κατόπιν της αύξησης των αιτήσεων συνδρομής, η συνδρομή αυτή να καταστεί αποδοτικότερη και ουσιαστικότερη. Η απαίτηση περί απρόσκοπτης λειτουργίας του συστήματος αμοιβαίας συνδρομής που προβλέπει η οδηγία 2010/24 αναφέρεται επίσης στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας αυτής. |
|
53. |
Ειδικότερα, όσον αφορά τα ασφαλιστικά μέτρα, η αιτιολογική σκέψη 10 τονίζει, στη συνέχεια, ότι, δεδομένης της αυξανόμενης κινητικότητας εντός της εσωτερικής αγοράς και των περιορισμών τους οποίους επέβαλε η Συνθήκη ή άλλη νομοθεσία σχετικά με τις εγγυήσεις που μπορούν να ζητούν οι φορολογούμενοι οι οποίοι δεν είναι εγκατεστημένοι στο εθνικό έδαφος, οι δυνατότητες να ζητηθεί η λήψη μέτρων είσπραξης ή ασφαλιστικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος έπρεπε να διευρυνθούν. |
|
54. |
Η εκ νέου εξέταση εκ μέρους του δικαστηρίου του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπόθεσης, όταν οι προϋποθέσεις αυτές έχουν ήδη διαπιστωθεί από δικαστήριο του αιτούντος κράτους μέλους και η σχετική απόφαση επισυνάπτεται στην αίτηση, θα ήταν αντίθετη προς τους προεκτεθέντες σκοπούς και, ιδίως, προς την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην οποία στηρίζεται η οδηγία 2010/24. Ο κίνδυνος να καταστεί αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής η εκτέλεση αίτησης συνδρομής θα ήταν επίσης αντίθετος προς την απρόσκοπτη λειτουργία, την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του συστήματος αμοιβαίας συνδρομής που προβλέπει η οδηγία. |
|
55. |
Μια τέτοια εκ νέου εξέταση θα ήταν επιπλέον αντίθετη τόσο προς τις ειδικότερες απαιτήσεις περί ταχύτητας που χαρακτηρίζουν τη διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων όσο και προς την απαίτηση να αποφευχθούν, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας συνδρομής, αντιφατικές εκτιμήσεις δικαστηρίων των δύο εμπλεκόμενων κρατών μελών ως προς τα ίδια πραγματικά περιστατικά. |
|
56. |
Οι σκοποί της οδηγίας 2010/24 αντιτίθενται, συνεπώς, σε ερμηνεία του άρθρου 16 αυτής, κατά την οποία το δικαστήριο του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση, πλην των εξαιρετικών περιστάσεων που αναφέρονται στα σημεία 47 έως 49 των παρουσών προτάσεων, μπορεί να απορρίψει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με βάση εκ νέου εξέταση των προϋποθέσεων που δικαιολογούν τη λήψη τους, όταν οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν διαπιστωθεί, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, από δικαστήριο, η δε σχετική απόφαση επισυνάπτεται στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. |
|
57. |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 16 της οδηγίας 2010/24 έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση υποβολής αίτησης αμοιβαίας συνδρομής για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων η οποία συνοδεύεται από έγγραφο, όπως το μνημονευόμενο στην παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω διάταξης, το οποίο συνίσταται σε απόφαση δικαστηρίου του αιτούντος κράτους μέλους, το δικαστήριο του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση δεσμεύεται από την κρίση του εν λόγω δικαστηρίου σχετικά με την ανάγκη, ήτοι τη συνδρομή των προϋποθέσεων, της ζητούμενης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και σχετικά με τη δυνατότητα να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα στο αιτούν κράτος μέλος. |
V. Πρόταση
|
58. |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Riigikohus (Ανώτατο Δικαστήριο, Εσθονία) ως εξής: Το άρθρο 16 της οδηγίας 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2010, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα, έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση υποβολής αίτησης αμοιβαίας συνδρομής για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων η οποία συνοδεύεται από έγγραφο, όπως το μνημονευόμενο στην παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω διάταξης, το οποίο συνίσταται σε απόφαση δικαστηρίου του αιτούντος κράτους μέλους, το δικαστήριο του κράτους μέλους που λαμβάνει την αίτηση δεσμεύεται από την κρίση του εν λόγω δικαστηρίου σχετικά με την ανάγκη, ήτοι τη συνδρομή των προϋποθέσεων, της ζητούμενης λήψης των ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και σχετικά με τη δυνατότητα να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα στο αιτούν κράτος μέλος. |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2010, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα (ΕΕ 2010, L 84, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2015, L 315, σ. 51).
( 3 ) Μια τέτοια αίτηση δεν μπορεί, αντιθέτως, να συνοδεύεται από τον ενιαίο τίτλο που προβλέπεται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2010/24, στο μέτρο που, με βάση τη συνδυασμένη ερμηνεία αυτής της διάταξης με το άρθρο 11 της οδηγίας, ο εν λόγω τίτλος, περιορίζεται, κατ’ αρχήν, στις αιτήσεις είσπραξης. Ο ενιαίος τίτλος μπορεί να αποτελεί, αντιθέτως, τη βάση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, ήτοι όταν διαφορά που μνημονεύεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου (βλ. σημείο 41 των παρουσών προτάσεων) ανακύπτει μετά την υποβολή της αίτησης είσπραξης και με σκοπό την εξασφάλιση της τελευταίας. Η τελευταία αυτή περίπτωση διακρίνεται σαφώς από τις μνημονευόμενες στο άρθρο 16 (βλ. σημείο 28 των παρουσών προτάσεων).
( 4 ) Τούτο προκύπτει από το υπόδειγμα δήλωσης με το οποίο διευκρινίζονται οι λόγοι και οι περιστάσεις αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, το οποίο περιέχεται στο παράρτημα III του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 1189/2011 της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένους φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα (ΕΕ 2011, L 302, σ. 16). Πράγματι, το εν λόγω υπόδειγμα προβλέπει ότι μια αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων που θεμελιώνεται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2010/24 μπορεί να βασίζεται είτε σε διοικητική απόφαση που επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο αιτούν κράτος είτε στην εκ μέρους δικαστηρίου επιβεβαίωση ότι τα ασφαλιστικά μέτρα είναι δικαιολογημένα, ενώ προβλέπει επίσης ότι η σχετική απόφαση επισυνάπτεται στη δήλωση (βλ. τμήματα 2.2 και 2.3 του ανωτέρω υποδείγματος).
( 5 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, GRDF (C‑236/18, EU:C:2019:1120, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2020, Energiavirasto (C‑578/18, EU:C:2020:3519, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 6 ) Επ’ αυτού, επισημαίνω ότι το αγγλικό και το γερμανικό κείμενο της επίμαχης διάταξης είναι ακόμη σαφέστερο από το ιταλικό και το γαλλικό ως προς το ότι υφίσταται υποχρέωση επισύναψης του εν λόγω εγγράφου, εφόσον υπάρχει. Η ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης προκύπτει, άλλωστε, ήδη στα εν λόγω κείμενα από τη χρήση του ενεστώτα «επισυνάπτεται».
( 7 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 8 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 9 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Metirato (C‑695/17, EU:C:2019:209, σκέψη 33).
( 10 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Metirato (C‑695/17, EU:C:2019:209, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 11 ) Πρβλ., σχετικά με το άρθρο 14 της οδηγίας 2010/24, απόφαση της 26ης Απριλίου 2018, Donnellan (C‑34/17, EU:C:2018:282, σκέψεις 41 και 44).
( 12 ) Πρβλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Metirato (C‑695/17, EU:C:2019:209, σκέψη 36).
( 13 ) Βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2018, Donnellan (C‑34/17, EU:C:2018:282, σκέψη 47).
( 14 ) Πρβλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2018, Donnellan (C‑34/17, EU:C:2018:282, σκέψη 47).
( 15 ) Βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2018, Donnellan (C‑34/17, EU:C:2018:282, σκέψη 41).