This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62018CC0047
Opinion of Advocate General Bot delivered on 4 April 2019.#Skarb Pánstwa Rzeczpospolitej Polskiej – Generalny Dyrektor Dróg Krajowych i Autostrad v Stephan Riel, en qualité d’administrateur judiciaire de Alpine Bau GmbH.#Request for a preliminary ruling from the Oberlandesgericht Wien.#Reference for a preliminary ruling — Regulation (EU) No 1215/2012 — Jurisdiction in civil and commercial matters — Scope — Article 1(2)(b) — Bankruptcy, proceedings relating to the winding-up of insolvent companies or other legal persons, judicial arrangements, compositions and analogous proceedings — Not included — Action for a declaration that a claim exists for the purposes of its registration in insolvency proceedings — Application of Regulation (EC) No 1346/2000 — Article 41 — Content of the lodgement of a claim — Main and secondary insolvency proceedings — Lis pendens and related actions — Application by analogy of Article 29(1) of Regulation No 1215/2012 — Inadmissibility.#Case C-47/18.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot της 4ης Απριλίου 2019.
Skarb Pánstwa Rzeczpospolitej Polskiej – Generalny Dyrektor Dróg Krajowych i Autostrad κατά Stephan Riel.
Αίτηση του Oberlandesgericht Wien για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 – Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ – Πτωχεύσεις, πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες – Εξαίρεση – Αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ύπαρξης απαίτησης προς τον σκοπό της καταχώρισής της στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας – Εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 – Άρθρο 41 – Περιεχόμενο της αναγγελίας απαίτησης – Κύρια διαδικασία και δευτερεύουσα διαδικασία αφερεγγυότητας – Εκκρεμοδικία και συνάφεια – Κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 – Δεν επιτρέπεται.
Υπόθεση C-47/18.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot της 4ης Απριλίου 2019.
Skarb Pánstwa Rzeczpospolitej Polskiej – Generalny Dyrektor Dróg Krajowych i Autostrad κατά Stephan Riel.
Αίτηση του Oberlandesgericht Wien για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 – Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ – Πτωχεύσεις, πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες – Εξαίρεση – Αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ύπαρξης απαίτησης προς τον σκοπό της καταχώρισής της στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας – Εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 – Άρθρο 41 – Περιεχόμενο της αναγγελίας απαίτησης – Κύρια διαδικασία και δευτερεύουσα διαδικασία αφερεγγυότητας – Εκκρεμοδικία και συνάφεια – Κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 – Δεν επιτρέπεται.
Υπόθεση C-47/18.
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2019:292
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 4ης Απριλίου 2019 ( 1 )
Υπόθεση C-47/18
Skarb Panstwa Rzeczypospolitej Polskiej – Generalny Dyrektor Dróg Krajowychi Autostrad
κατά
Stephan Riel, ως συνδίκου της Alpine Bau GmbH
[αίτηση του Oberlandesgericht Wien (εφετείου της Βιέννης, Αυστρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 – Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Πεδίο εφαρμογής –Άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ – Πτωχεύσεις, πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες – Αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση αμφισβητούμενης απαιτήσεως για τους σκοπούς της καταχωρίσεώς της στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας – Διαδικασίες αφερεγγυότητας – Κανονισμός (ΕΕ) 1346/2000 – Άρθρο 41 – Περιεχόμενο της αναγγελίας απαιτήσεως – Μέγιστο απαιτήσεων – Ελλιπής δήλωση – Έλλειψη ένδειξης η οποία συνάγεται από τα δικαιολογητικά έγγραφα – Προϋποθέσεις εφαρμογής του δικαίου κράτους μέλους περί ενάρξεως της κύριας διαδικασίας αφερεγγυότητας»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 2 ), καθώς και του άρθρου 41 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας ( 3 ). |
|
2. |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Skarb Panstwa Rzeczypospolitej Polskiej – Generalny Dyrektor Dróg Krajowych i Autostrad (Δημόσιο Ταμείο της Δημοκρατίας της Πολωνίας – Γενικός Διευθυντής Εθνικών Οδών και Αυτοκινητοδρόμων, Πολωνία, στο εξής: ενάγον) και του Stephan Riel ως συνδίκου στην κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας, η οποία κινήθηκε στην Αυστρία κατά της Alpine Bau GmbH με αντικείμενο αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση απαιτήσεων. |
|
3. |
Με το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό του ερώτημα, τα οποία θα αποτελέσουν το κύριο αντικείμενο της αναλύσεώς μου, το Oberlandesgericht Wien (εφετείο της Βιέννης, Αυστρία) διερωτάται σχετικά με τις απαιτήσεις που ισχύουν κατ’ εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σε σχέση με το κύρος της αναγγελίας των απαιτήσεων στην κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας, όταν η εν λόγω αναγγελία δεν περιέχει ένδειξη ως προς την ημερομηνία γενέσεως της απαιτήσεως, ωστόσο η ημερομηνία αυτή μπορεί να συναχθεί από τα προσκομιζόμενα δικαιολογητικά έγγραφα. |
|
4. |
Θα καταδείξω γιατί είναι αναγκαία η ελαστική ερμηνεία του άρθρου 41 του κανονισμού 1346/2000, η οποία θα οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πληρούνται οι απαιτήσεις της διάταξης αυτής, δεδομένου ότι η ένδειξη της ημερομηνίας γενέσεως της απαιτήσεως μπορεί να συναχθεί από τα έγγραφα που υποβάλλονται από τον πιστωτή, και θα μας υπενθυμίσει ότι οι συνέπειες της έλλειψης τέτοιας ακρίβειας στο στάδιο της εξέλεγξης της απαιτήσεως διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας (lex concursus). |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Ο κανονισμός 1215/2012
|
5. |
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1215/2012 ορίζει τα εξής: «1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta jure imperii). 2. Εξαιρούνται από την εφαρμογή του: […]
[…]». |
2. Ο κανονισμός 1346/2000
|
6. |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 8, 12, 18 έως 21 και 23 του κανονισμού 1346/2000 αναφέρουν τα εξής:
[…]
[…]
[…]
[…]
|
|
7. |
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής: «1. Αρμόδια για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη. Για τις εταιρείες και τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας. 2. Όταν το κέντρο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη ευρίσκεται σε κράτος μέλος, τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους είναι αρμόδια για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας, κατ’ αυτού, μόνον εάν έχει εκεί εγκατάσταση. Η διαδικασία αυτή παράγει αποτελέσματα μόνον έναντι των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη που βρίσκονται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. 3. Όταν αρχίσει διαδικασία αφερεγγυότητας, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, τυχόν μεταγενέστερες διαδικασίες αφερεγγυότητας που αρχίζουν κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2, είναι δευτερεύουσες, και συνιστούν υποχρεωτικώς διαδικασίες εκκαθάρισης.» |
|
8. |
Το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα: «1. Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου “κράτος έναρξης”. 2. Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα: […]
[…]». |
|
9. |
Κατά το άρθρο 27 του ίδιου κανονισμού: «Η έναρξη διαδικασίας του άρθρου 3 παράγραφος 1 με απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους αναγνωριζόμενη σε άλλο κράτος μέλος (κύρια διαδικασία), καθιστά δυνατή την έναρξη, στο δεύτερο κράτος μέλος, τα δικαστήρια του οποίου έχουν αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, δευτερεύουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας, χωρίς να εξετάζεται η αφερεγγυότητα ή μη του οφειλέτη και στο κράτος αυτό. Η διαδικασία αυτή είναι μία των διαδικασιών του παραρτήματος Β, παράγει δε αποτελέσματα μόνον επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη των ευρισκόμενων σε αυτό το άλλο κράτος μέλος.» |
|
10. |
Κατά το άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1346/2000: «1. Επιφυλασσομένων των κανόνων περιορισμού της ανακοίνωσης πληροφοριών, ο σύνδικος της κύριας διαδικασίας και οι σύνδικοι των δευτερευουσών διαδικασιών υπέχουν υποχρέωση αμοιβαίας ενημέρωσης. Ανακοινώνουν αμελλητί κάθε πληροφορία η οποία είναι δυνατόν να αποβεί χρήσιμη στην άλλη διαδικασία, όπως την πορεία της αναγγελίας και εξέλεγξης των απαιτήσεων και όλα τα μέτρα που αποσκοπούν στην περάτωση της διαδικασίας. 2. Επιφυλασσομένων των κανόνων που ισχύουν για εκάστη διαδικασία, ο σύνδικος της κύριας διαδικασίας και οι σύνδικοι των δευτερευουσών διαδικασιών υποχρεούνται να συνεργάζονται.» |
|
11. |
Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, «[ο] πιστωτής δικαιούται να αναγγείλει την απαίτησή του στην κύρια ή σε οιαδήποτε δευτερεύουσα διαδικασία». |
|
12. |
Το άρθρο 39 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής: «Οι πιστωτές οι έχοντες συνήθη διαμονή ή κατοικία ή έδρα σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος έναρξης, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών αρχών και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης των κρατών μελών, δικαιούνται να αναγγέλλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους, στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας.» |
|
13. |
Το άρθρο 40 του κανονισμού 1346/2000 έχει ως εξής: «1. Μόλις αρχίσει η διαδικασία αφερεγγυότητας σε κράτος μέλος, το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους αυτού ή ο σύνδικος που έχει διορισθεί απ’ το δικαστήριο αυτό, ενημερώνει αμελλητί τους πιστωτές που είναι γνωστοί και έχουν στα άλλα κράτη μέλη τη συνήθη διαμονή τους, κατοικία ή έδρα. 2. Η ενημέρωση αυτή γίνεται με την αποστολή, προς έκαστο πιστωτή, σημειώματος το οποίο περιέχει ιδίως τις τηρητέες προθεσμίες και τις κυρώσεις που προβλέπονται όσον αφορά τις προθεσμίες αυτές, το όργανο ή την αρχή προς την οποία διενεργείται η αναγγελία των απαιτήσεων και τα λοιπά ληπτέα μέτρα. Το σημείωμα αυτό αναφέρει επίσης κατά πόσον πρέπει να αναγγείλουν την απαίτησή τους οι προνομιούχοι ή οι έχοντες εμπράγματον ασφάλεια πιστωτές.» |
|
14. |
Το άρθρο 41 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής: «Ο πιστωτής αποστέλλει τυχόν αντίγραφο των αποδεικτικών, και αναφέρει το είδος της απαιτήσεως, την ημερομηνία της γένεσής της, το ύψος της, καθώς και το αν έχει ή μη προνομιούχο χαρακτήρα ή εμπράγματη ασφάλεια, ή εάν υφίσταται επιφύλαξη κυριότητας, και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία συνιστούν αντικείμενο της ασφάλειας την οποία επικαλείται.» |
|
15. |
Το άρθρο 42 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής: «1. Η κατά το άρθρο 40 ενημέρωση πραγματοποιείται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους έναρξης. Χρησιμοποιείται προς τούτο έντυπο που φέρει, σε όλες τις επίσημες γλώσσες των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον τίτλο “Πρόσκληση για αναγγελία απαιτήσεως. Προσοχή στις προθεσμίες”. 2. Ο πιστωτής ο οποίος έχει τη συνήθη διαμονή ή την κατοικία ή την έδρα του σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους έναρξης, δικαιούται να αναγγείλει την απαίτησή του στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους αυτού, οπότε η αναγγελία της απαιτήσεώς του πρέπει τουλάχιστον να φέρει τον τίτλο “Αναγγελία απαιτήσεως” στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους έναρξης. Μπορεί επίσης να υποχρεωθεί να προσκομίσει μετάφραση της αναγγελίας στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους έναρξης.» |
Β. Το αυστριακό δίκαιο
|
16. |
Το άρθρο 102 του Bundesgesetz über das Insolvenzverfahren (νόμος περί αφερεγγυότητας) ( 4 ), της 10ης Δεκεμβρίου 1914, όπως εφαρμόζεται στη διαφορά της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής: «Οι πιστωτές υποχρεούνται να προβάλλουν τις απαιτήσεις τους στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις, ακόμη και αν αποτελούν αντικείμενο διαφοράς.» |
|
17. |
Το άρθρο 103, παράγραφος 1, του ΙΟ ορίζει τα εξής: «Η αναγγελία αναφέρει το ποσό της απαιτήσεως και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία αυτή βασίζεται, καθώς και τη ζητούμενη σειρά κατάταξής της· προσδιορίζει, δε, τα αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να προσκομιστούν προς στήριξη της προβαλλόμενης απαιτήσεως.» |
|
18. |
Σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 1, του IO, οι απαιτήσεις πρέπει να αναγγέλλονται εγγράφως ή να αποτελούν αντικείμενο προφορικής αναγγελίας που καταγράφεται στα πρακτικά του εξετάζοντος την αφερεγγυότητα δικαστηρίου. |
|
19. |
Το άρθρο 105 του IO, το οποίο περιελήφθη στον τίτλο «Ακρόαση στο πλαίσιο της εξέλεγξης», ορίζει τα εξής στις παραγράφους 1 έως 3: «1. Ο σύνδικος της διαδικασίας αφερεγγυότητας και ο οφειλέτης παρίστανται στην ακρόαση στο πλαίσιο της εξέλεγξης […] 2. Οι αναγγελθείσες απαιτήσεις ελέγχονται με τη σειρά που αντιστοιχεί στην κατάταξή τους ή, όταν είναι στην ίδια σειρά κατάταξης, με τη σειρά με την οποία αναγγέλθηκαν. 3. Ο σύνδικος της διαδικασίας αφερεγγυότητας υποβάλλει δήλωση σχετικά με την ακρίβεια και τη σειρά κατάταξης κάθε αναγγελθείσας απαιτήσεως· η υποβολή της δήλωσης γίνεται ανεπιφύλακτα.» |
|
20. |
Σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 1, του IO, «[τ]α αποτελέσματα της ακρόασης στο πλαίσιο της εξέλεγξης εγγράφονται στην κατάσταση των αναγγελθεισών απαιτήσεων». |
|
21. |
Σύμφωνα με το άρθρο 109, παράγραφος 1, του IO, η απαίτηση θεωρείται ότι έχει αναγνωριστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, εφόσον έχει γίνει αποδεκτή από τον σύνδικο της διαδικασίας αφερεγγυότητας και δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν από τους πιστωτές που νομιμοποιούνται προς τούτο. |
|
22. |
Το άρθρο 110, παράγραφος 1, του IO προβλέπει τα εξής: «Οι δικαιούχοι απαιτήσεων των οποίων η ακρίβεια ή η σειρά κατάταξης αμφισβητούνται μπορούν να απαιτήσουν την αναγνώριση των απαιτήσεων αυτών, εφόσον χωρεί άσκηση ένδικου βοηθήματος, στρεφόμενοι εναντίον όλων όσοι τις αμφισβητούν […]. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο πλαίσιο της σχετικής αγωγής μπορούν να στηρίζονται μόνον στον λόγο που προβλήθηκε στο πλαίσιο της αναγγελίας και κατά την ακρόαση στο πλαίσιο της εξέλεγξης και δεν μπορούν να έχουν ως αντικείμενο ποσό υψηλότερο από το ήδη εγγεγραμμένο στο ίδιο πλαίσιο.» |
|
23. |
Κατά το άρθρο 112, παράγραφος 1, του IO: «Οι οριστικές αποφάσεις ως προς την ύπαρξη και την κατάταξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων ισχύουν έναντι όλων των πιστωτών που είναι διάδικοι στη διαδικασία αφερεγγυότητας.» |
III. Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
24. |
Το ενάγον, το οποίο είναι αρμόδιο για τη διαχείριση του πολωνικού κρατικού οδικού δικτύου, ανέθεσε στην Alpine Bau την εκτέλεση πλειόνων οδικών έργων στην Πολωνία, μετά από δημόσια πρόσκληση για την υποβολή προσφορών. Οι συμβάσεις για τα έργα αυτά περιείχαν λεπτομερείς όρους σχετικά με την οφειλόμενη συμβατική αποζημίωση σε περίπτωση καθυστερήσεως. |
|
25. |
Στις 19 Ιουνίου 2013 κινήθηκε στην Αυστρία διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης της περιουσίας της Alpine Bau και ο S. Riel διορίστηκε σύνδικος της διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά της εν λόγω εταιρίας. |
|
26. |
Στις 4 Ιουλίου 2013 η εν λόγω διαδικασία χαρακτηρίστηκε εκ νέου ως διαδικασία πτώχευσης. Την επόμενη ημέρα, κατ’ εφαρμογή αποφάσεως του Handelsgericht Wien (εμποροδικείου της Βιέννης, Αυστρία), καταχωρίστηκε στο αρχείο των διαδικασιών αφερεγγυότητας ως κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια του κανονισμού 1346/2000. |
|
27. |
Ενώπιον του Sąd Rejonowy Poznán-Stare Miasto w Poznaniu (πρωτοδικείου του διαμερίσματος του Poznán-Stare Miasto, Πολωνία) κινήθηκε δευτερεύουσα διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της Alpine Bau στην Πολωνία. |
|
28. |
Το ενάγον ανήγγειλε τις απαιτήσεις του στις 16 Αυγούστου 2013 και στις 22 Ιουνίου 2016 στην κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας που κινήθηκε στην Αυστρία και στις 16 Μαΐου 2014 και στις 16 Ιουνίου 2015 στη δευτερεύουσα διαδικασία αφερεγγυότητας που κινήθηκε στην Πολωνία. |
|
29. |
Το μεγαλύτερο μέρος των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν κατά τον τρόπο αυτόν αναγνωρίστηκε από τον S. Riel, ο οποίος διορίστηκε εκκαθαριστής στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας στην Αυστρία, και από τον εκκαθαριστή που διορίστηκε στο πλαίσιο της δευτερεύουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας στην Πολωνία. |
|
30. |
Την 1η Απριλίου 2015 το ενάγον άσκησε αγωγή στην Πολωνία με αίτημα την αναγνώριση απαιτήσεως ύψους 309663865 πολωνικών ζλότυ (PLN) (περίπου 73898402 ευρώ) ( 5 ). |
|
31. |
Σύμφωνα με το ενάγον, η Alpine Bau άσκησε την 1η Απριλίου 2015 αγωγή κατά της αναγνωρίσεως απαιτήσεως ύψους 23037496,51 PLN (περίπου 5497684 ευρώ). Ισχυρίζεται επίσης ότι οι δύο αγωγές συνεκδικάσθηκαν και εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως επ’ αυτών ενώπιον του Sąd Rejonowy Poznań-Stare Miasto w Poznaniu (περιφερειακού πρωτοδικείου του Poznań-Stare Miasto, Πολωνία), και ότι οι δύο αγωγές έχουν, «με κάποιες ουσιαστικά αμελητέες εξαιρέσεις», το ίδιο αντικείμενο με την αγωγή αναγνωρίσεως απαιτήσεως η οποία ασκήθηκε ενώπιον του αυστριακού δικαστηρίου. |
|
32. |
Πράγματι, στις 31 Οκτωβρίου 2016, το ενάγον άσκησε και ενώπιον του Handelsgericht Wien (εμποροδικείου της Βιέννης) αγωγή με αίτημα την αναγνώριση απαιτήσεως ύψους 64784879,43 ευρώ, ζητώντας, σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 30 του κανονισμού 1215/2012, την αναστολή της διαδικασίας μέχρι την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως επί των εκκρεμών στην Πολωνία διαδικασιών σχετικά με την αναγνώριση απαιτήσεων. |
|
33. |
Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 25ης Ιουλίου 2017, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την αγωγή για ποσό ύψους 265132,81 ευρώ, χωρίς να αποφανθεί επί του αιτήματος αναστολής. |
|
34. |
Το ενάγον άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Oberlandesgericht Wien (εφετείου της Βιέννης), επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, δικονομικό ελάττωμα, καθόσον το Handelsgericht Wien (εμποροδικείο της Βιέννης) αρνήθηκε να αναστείλει τη διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 29 του κανονισμού 1215/2012. |
|
35. |
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, πρώτον, αν η αγωγή για την αναγνώριση απαιτήσεως η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού 1215/2012 ή των διατάξεων του κανονισμού 1346/2000. |
|
36. |
Δεύτερον, το δικαστήριο αυτό διερωτάται σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων περί εκκρεμοδικίας που περιέχονται στον πρώτο από τους εν λόγω κανονισμούς, ευθέως ή κατ’ αναλογία, σε περίπτωση εφαρμογής του δεύτερου κανονισμού, ο οποίος δεν περιέχει παρόμοιες διατάξεις. |
|
37. |
Τρίτον, το ίδιο δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς την έκταση των απαιτήσεων που επιβάλλει το άρθρο 41 του κανονισμού 1346/2000 σχετικά με το περιεχόμενο της αναγγελίας απαιτήσεως από πιστωτές εγκατεστημένους σε κράτος μέλος. Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή απαιτεί λεπτομερή αναφορά στη φύση της απαιτήσεως, στην ημερομηνία γενέσεώς της και στο ύψος της, προκειμένου να διευκολυνθεί η άσκηση των δικαιωμάτων των πιστωτών, η αναφορά αυτή επιβάλλεται ακόμη και αν δεν προβλέπεται από το εφαρμοστέο δίκαιο, δηλαδή το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας (lex concursus). |
|
38. |
Καταρχάς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την εθνική νομολογία επί των άρθρων 103 επ. του IO, οι προϋποθέσεις του νόμου σχετικά με το περιεχόμενο των αναγγελιών απαιτήσεων στο παθητικό της περιουσίας του οφειλέτη πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά, προκειμένου να προκύπτουν, κατά την ακρόαση σχετικά με την εξέλεγξη των αναγγελθεισών απαιτήσεων, όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία απορρέουν τα δικαιώματα επί των οποίων θα θεμελιωθεί εν συνεχεία η αγωγή με αίτημα την αναγνώριση απαιτήσεων. Ακολούθως, συμπληρώνει ότι, σύμφωνα με το αυστριακό δίκαιο, δεν απαιτείται να αναφέρεται η ημερομηνία γενέσεως της απαιτήσεως. Τέλος, επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, οι εξηγήσεις σχετικά με το βάσιμο της απαιτήσεως ήταν γενικές και ότι η ημερομηνία γενέσεως της απαιτήσεως προκύπτει αποκλειστικά από τα έγγραφα που προσκόμισε ο πιστωτής. |
|
39. |
Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει ως προς το αν πρέπει να δεχθεί ότι το άρθρο 41 του κανονισμού 1346/2000 προβλέπει ένα μέγιστο απαίτησης και ότι θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι ευνοϊκότερες διατάξεις του lex concursus, υπογραμμίζοντας ότι το δίκαιο αυτό διέπει τις συνέπειες της ελλιπούς αναγγελίας κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. |
|
40. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandesgericht Wien (εφετείο της Βιέννης) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
|
IV. Ανάλυση
|
41. |
Προτού αναπτύξω την ανάλυσή μου, η οποία, κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, περιορίζεται στο τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το άρθρο 41 του κανονισμού 1346/2000, επισημαίνω εν συντομία ότι, κατά την άποψή μου, είναι δεδομένη η απάντηση επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο αφορά προϋπόθεση επί της οποίας βασίζεται ο προβληματισμός, ότι δηλαδή η επίδικη στην κύρια δίκη αγωγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. |
|
42. |
Πρώτον, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 1346/2000, ο οποίος ίσχυε μεταξύ της 31ης Μαΐου 2002 ( 6 ) και της 25ης Ιουνίου 2017 ( 7 ), είναι εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη ότι η κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας κινήθηκε στις 19 Ιουνίου 2013. |
|
43. |
Δεύτερον, υπό το πρίσμα των αρχών που υπενθυμίζονται στην απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Valach κ.λπ. ( 8 ), σκέψεις 24 έως 27 και 37, σχετικά με το αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών 1346/2000 και 1215/2012 ( 9 ), και που ουσιαστικά επαναλαμβάνονται σε τρεις πρόσφατες αποφάσεις, της 4ης Οκτωβρίου 2018, Feniks ( 10 ), της 14ης Νοεμβρίου 2018, Wiemer & Trachte ( 11 ), και της 6ης Φεβρουαρίου 2019, NK ( 12 ), σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 13 ), ο οποίος καταργήθηκε με τον κανονισμό 1215/2012, θεωρώ ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 110 του ΙΟ αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση απαιτήσεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1346/2000. |
|
44. |
Πράγματι, η εν λόγω αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση απαιτήσεων μπορεί να ασκηθεί μόνον στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας σε περίπτωση αμφισβητήσεως ως προς το ποσό, την ακρίβεια ή την κατάταξη των απαιτήσεων που αναγγέλλονται από τους πιστωτές οι οποίοι συμμετέχουν στη διαδικασία αυτή. Επιπλέον, σκοπός της είναι να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι απαιτήσεις σχετικά με την αναγγελία των απαιτήσεων. Τέλος, με την αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση απαιτήσεων, το ποσό της προς διανομή πτωχευτικής περιουσίας καθίσταται ορισμένο και αντιτάξιμο έναντι όλων των πιστωτών που συμμετέχουν στη διαδικασία αφερεγγυότητας, αναλόγως του υποστατού και της σειράς κατάταξης των αμφισβητούμενων απαιτήσεων. |
|
45. |
Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι μια αγωγή όπως η επίδικη στην κύρια δίκη απορρέει άμεσα από τη διαδικασία αφερεγγυότητας και συνδέεται στενά με αυτή, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1215/2012. |
|
46. |
Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, μπορών πλέον να αναπτύξω τις απαντήσεις μου στα δύο τελευταία ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41 του κανονισμού 1346/2000, τα οποία προτείνω να εξετάσει το Δικαστήριο από κοινού. |
|
47. |
Το αιτούν δικαστήριο εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τις συνέπειες του ότι στην αναγγελία του ενάγοντος δεν αναφερόταν η ημερομηνία γενέσεως της απαιτήσεώς της, καίτοι η ημερομηνία αυτή μπορούσε να συναχθεί από τα προσκομισθέντα δικαιολογητικά έγγραφα και το εθνικό δίκαιο δεν απαιτεί τέτοιον προσδιορισμό. |
|
48. |
Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει, για πρώτη φορά, το άρθρο 41 του κανονισμού 1346/2000, προκειμένου να αποφανθεί σχετικά με το υποχρεωτικό περιεχόμενο της αναγγελίας απαιτήσεως, όπως ορίζεται στη διάταξη αυτή. |
|
49. |
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης επιβάλλεται η συνεκτίμηση όχι μόνον του γράμματός της και των σκοπών που επιδιώκει, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης ( 14 ). |
|
50. |
Ως εκ τούτου, πρώτον, διαπιστώνεται ότι δεν τέθηκε ζήτημα ενδεχόμενης αποκλίσεως της διατυπώσεως του άρθρου 41 του κανονισμού 1346/2000 στις γλωσσικές αποδόσεις που είχα τη δυνατότητα να εξετάσω ( 15 ). |
|
51. |
Δεύτερον, διευκρινίζεται ότι μια τέτοια διάταξη υπό πανομοιότυπη διατύπωση περιλαμβανόταν στη Σύμβαση της 23ης Νοεμβρίου 1995, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας ( 16 ). Η σύμβαση αυτή, καίτοι δεν τέθηκε σε ισχύ λόγω μη υπογραφής της από κράτος μέλος, αποτέλεσε τη βάση για τη σύνταξη του κανονισμού 1346/2000 ( 17 ). |
|
52. |
Τρίτον, όπως διευκρινίστηκε προς το Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αιτιολογική έκθεση των Miguel Virgós και Etienne Schmit για τη Σύμβαση περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας ( 18 ) χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς για την ερμηνεία του κανονισμού 1346/2000 ( 19 ), ιδίως όσον αφορά τους επιδιωκόμενους σκοπούς. |
|
53. |
Οι εν λόγω συγγραφείς τόνισαν ότι οι ειδικές διατάξεις της Συμβάσεως της 23ης Νοεμβρίου 1995 όσον αφορά την αναγγελία απαιτήσεων, οι οποίες εισάγουν εξαιρέσεις από την εφαρμογή του δικαίου του κράτους έναρξης της διαδικασίας, σκοπό έχουν να διευκολύνουν την άσκηση των δικαιωμάτων των πιστωτών στον ευρωπαϊκό χώρο, καθορίζοντας τις απαιτήσεις που θα φανούν χρήσιμες για τον προσδιορισμό των απαιτήσεών τους ( 20 ). |
|
54. |
Το ίδιο ισχύει και για τον κανονισμό 1346/2000. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ηʹ, οι κανόνες αναγγελίας, εξέλεγξης και τελικής επαλήθευσης των πιστώσεων ρυθμίζονται από το δίκαιο του κράτους έναρξης της διαδικασίας. Το κεφάλαιο IV του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Ενημέρωση των πιστωτών και αναγγελία των απαιτήσεών τους», το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρα 39 έως 42, αποτελεί εξαίρεση από την αρχή αυτή, καθώς στα άρθρα 39 και 41 και στο άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπονται ορισμένες διατυπώσεις για την άσκηση του δικαιώματος αναγγελίας, στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, των απαιτήσεων πιστωτών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος έναρξης. |
|
55. |
Τέταρτον, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής των κανόνων αυτών για την αναγγελία απαιτήσεων, διευκρινίζεται στην έκθεση Virgós‑Schmit ότι, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου σκοπού ( 21 ), το εθνικό δίκαιο μπορεί να επιβάλλει πρόσθετες προϋποθέσεις ως προς το περιεχόμενο της εν λόγω αναγγελίας ( 22 ). Οι κανόνες αυτοί διασφαλίζουν την εγκυρότητα της αναγγελίας της απαίτησης σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έναρξης της διαδικασίας που εφαρμόζεται για την εξέλεγξή της. |
|
56. |
Την ανάλυση αυτή συμμερίζονται πολλοί σχολιαστές του κανονισμού 1346/2000 ( 23 ), οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη το καινοτόμο πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται το ζήτημα του δικαιώματος των πιστωτών και την πολύ ρεαλιστική οπτική γωνία υπό την οποία προσεγγίζεται. |
|
57. |
Ειδικότερα, ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε κανόνες που εγγυώνται την ισότητα των πιστωτών, καθώς, αφού εισήγαγε την ιδέα της καθολικότητας της πτωχεύσεως για την κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας, καθιερώνοντας στο άρθρο 39 του κανονισμού 1346/2000, την αρχή της ελεύθερης αναγγελίας των απαιτήσεων υπέρ των πιστωτών που έχουν τη συνήθη διαμονή, κατοικία ή έδρα σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος έναρξης, συνέδεσε την αρχή αυτή με τη δυνατότητα αναγγελίας των απαιτήσεων όχι μόνο στην κύρια διαδικασία, αλλά και στις δευτερεύουσες διαδικασίες του άρθρου 32, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000. |
|
58. |
Η ισότητα αυτή βασίζεται στην ενότητα της περιουσίας και στην αρχή της μη διάκρισης, μολονότι το κριτήριο που εφαρμόζεται εν προκειμένω είναι εκείνο της κατοικίας των ενδιαφερόμενων πιστωτών και όχι της ιθαγένειας ( 24 ). |
|
59. |
Συνεπώς, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διεξαγωγή της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 25 ), ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε να ορίσει, με το άρθρο 41 του κανονισμού 1346/2000, τους κοινούς κανόνες μέγιστης προστασίας των πιστωτών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο κινήθηκε η διαδικασία αφερεγγυότητας. Πρέπει να σημειωθεί ότι, για τους ίδιους λόγους, το περιεχόμενο της αναγγελίας παρέμεινε αμετάβλητο στον κανονισμό 2015/848 ( 26 ). |
|
60. |
Πρόκειται εδώ για κανόνες ουσιαστικού δικαίου ( 27 ). Θεωρώ, όπως και η Ισπανική και η Πολωνική Κυβέρνηση, ότι πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ελαστικής ερμηνείας για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω. |
|
61. |
Πρώτον, διαπιστώνεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης περιόρισε το πλαίσιο της αναγγελίας απαιτήσεων στο περιεχόμενό της και στα έγγραφα που προσκομίζονται από τον πιστωτή προς απόδειξη της απαιτήσεως και του ύψους της. Όπως επισημάνθηκε λίγο μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1346/2000, δεν εξετάζονται όλα τα ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία αναγγελίας ( 28 ). Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 41 του εν λόγω κανονισμού αντιπροσώπευε μια μη ολοκληρωμένη μορφή ενοποίησης της διαδικασίας αναγγελίας απαιτήσεων ( 29 ). |
|
62. |
Κατά συνέπεια, η απουσία ομοιόμορφης διαδικασίας για την άσκηση του δικαιώματος της αναγγελίας απαιτήσεων και η δυνατότητα προσκόμισης δικαιολογητικών εγγράφων με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι απαριθμούμενες στο άρθρο 41 του κανονισμού 1346/2000 ενδείξεις δεν απαιτείται να αναφέρονται στο έγγραφο της αναγγελίας, αλλά μπορούν να συνάγονται από τα επισυναπτόμενα δικαιολογητικά έγγραφα. |
|
63. |
Δεύτερον, η αποδοχή των προσκομιζόμενων εγγράφων που επιβάλλεται από τον νομοθέτη της Ένωσης παρέχει, κατά τη γνώμη μου, μια εξουσία εκτιμήσεως στηριζόμενη στις εφαρμοστέες εθνικές νομοθεσίες, εν απουσία ενιαίων κυρώσεων, για την αξιολόγηση του κύρους της αναγγελίας ή τη θεραπεία της. |
|
64. |
Πράγματι, το στάδιο της αναγγελίας των απαιτήσεων πρέπει κατ’ ανάγκη να διακρίνεται από το στάδιο της εξέλεγξής τους, το οποίο εξακολουθεί να διέπεται από το εθνικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 1346/2000. Ειδικότερα, το δίκαιο αυτό καθορίζει τις συνέπειες της παράτυπης αναγγελίας του πιστωτή και μπορεί, αν αυτή είναι ελλιπής, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, να προβλέπει τη συμπλήρωσή της με διάφορα έγγραφα και κατόπιν αιτήματος της αρχής που είναι υπεύθυνη για την εξέλεγξή της, εάν κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο ( 30 ). |
|
65. |
Θεωρώ ότι οι διαδικασίες αυτές ανταποκρίνονται στις εύλογες ανησυχίες που εξέφρασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά την ανάγκη να μην περιπλέκεται η αποστολή του συνδίκου της διαδικασίας αφερεγγυότητας με την υποχρέωση ελέγχου πολλών εγγράφων. |
|
66. |
Τρίτον, ο σταθερά επιδιωκόμενος σκοπός της προστασίας των πιστωτών τόσο από τον κανονισμό 1346/2000 όσο και από τον κανονισμό 2015/848 συνεπάγεται ότι η έκταση των υποχρεώσεων των πιστωτών κατά την αναγγελία των απαιτήσεών τους σε άλλο κράτος μέλος εξαρτάται από τις συνθήκες ενημέρωσής τους, την προθεσμία αναγγελίας των απαιτήσεων και τις γλωσσικές δυσκολίες που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν. |
|
67. |
Ειδικότερα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο ατελής χαρακτήρας των διατάξεων του κανονισμού 1346/2000 ήταν η αιτία ουσιαστικών τροποποιήσεων, λόγω των πρακτικών προβλημάτων τα οποία σχετίζονται με ορισμένες πτυχές της αναγγελίας των απαιτήσεων που εντοπίστηκαν σε μελέτη αξιολόγησης της εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, η οποία παρουσιάστηκε σε έκθεση που εκπονήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού αυτού ( 31 ). |
|
68. |
Η σοβαρότητα των εν λόγω δυσχερειών οδήγησε την Επιτροπή να αναζητήσει λύσεις για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος αναγγελίας των απαιτήσεων, ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών στο θέμα αυτό ( 32 ), καθώς και της ισότητας των πιστωτών. Οι λύσεις αυτές συγκεκριμενοποιήθηκαν με τη δυνατότητα πραγματοποίησης της αναγγελίας των απαιτήσεων με όλα τα μέσα επικοινωνίας που είναι δεκτά από το δίκαιο του κράτους έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 33 ) και με τη σύνταξη ενός τυποποιημένου εντύπου αναγγελίας στο οποίο εξειδικεύονται οι πληροφορίες που απαιτούνται ( 34 ) για τη διευκόλυνση και την εξασφάλιση του κύρους της αναγγελίας απαιτήσεων ( 35 ). |
|
69. |
Στο πλαίσιο αυτό, δεν φαίνεται να συνάδει με τον επιδιωκόμενο από τον κανονισμό 1346/2000 σκοπό, δηλαδή με την απλοποίηση της έγερσης αξιώσεων εκ μέρους των πιστωτών ή με την υποχρέωση διασφάλισης της μεταξύ τους ισότητας, η αυστηρή ερμηνεία του άρθρου 41 του κανονισμού 1346/2000 την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή και η οποία συνεπάγεται την απόρριψη της αναγγελίας απαιτήσεως που συνοδεύεται από δικαιολογητικά έγγραφα από τα οποία δύνανται να αντληθούν, χωρίς ιδιαίτερη δυσχέρεια για τον σύνδικο στη διαδικασία αφερεγγυότητας ή για το επιληφθέν δικαστήριο, χρήσιμα στοιχεία για τον καθορισμό της ημερομηνίας γενέσεως της απαιτήσεως, ενώ δεν είναι βέβαιο ότι ο πιστωτής έχει ενημερωθεί για τη σχετική προϋπόθεση σωστά ή εντός χρονικού διαστήματος που να του επιτρέπει να συμμορφωθεί με αυτήν. |
|
70. |
Θεωρώ ότι είναι καθοριστική από την άποψή αυτή η σύγκριση με τη διαδικασία που θεσπίζεται κατά τρόπο ουσιαστικό ( 36 ) στον κανονισμό 2015/848. Πράγματι, επισημαίνεται ότι, χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο αναγγελίας απαιτήσεων, ο πιστωτής ενημερώνεται πλέον με σαφήνεια για την υποχρέωσή του να αναφέρει την ημερομηνία γενέσεως της απαιτήσεως ( 37 ). |
|
71. |
Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι πρέπει να γίνει δεκτή η συμπλήρωση της αναγγελίας απαιτήσεως με βάση τα δικαιολογητικά έγγραφα των οποίων η προσκόμιση προβλέπεται στο άρθρο 41 του κανονισμού 1346/2000 και ότι εναπόκειται στην αρμόδια για την εξέλεγξη της αναγγελίας αρχή να αξιολογήσει τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κινήθηκε η κύρια διαδικασία. |
V. Πρόταση
|
72. |
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τέταρτο και πέμπτο προδικαστικό ερώτημα του Oberlandesgericht Wien (εφετείου της Βιέννης, Αυστρία) ως εξής: Το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, έχει την έννοια ότι ορίζει το μέγιστο των απαιτήσεων που μπορούν να επιβληθούν από εθνική ρύθμιση ως προς το περιεχόμενο της αναγγελίας απαιτήσεως και ότι η απαίτηση γνωστοποιήσεως της ημερομηνίας γενέσεως της απαιτήσεως πληρούται, όταν η ημερομηνία αυτή δύναται να συναχθεί από τα επισυναπτόμενα στην αναγγελία της απαιτήσεως έγγραφα, καθόσον το κύρος της αναγγελίας διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κινήθηκε η κύρια διαδικασία (lex concursus). |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2012, L 351, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ 2000, L 160, σ. 1.
( 4 ) RGBl. 337/1914, στο εξής: IO.
( 5 ) Με την ισοτιμία της 16ης Μαΐου 2014, ημερομηνία αναγγελίας της απαιτήσεως στη διαδικασία αφερεγγυότητας στην Πολωνία. Το ποσό αυτό χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς για το ποσό που μνημονεύεται στη συνέχεια.
( 6 ) Βλ. άρθρο 47 του εν λόγω κανονισμού.
( 7 ) Βλ. άρθρο 84, παράγραφος 2, καθώς και άρθρα 91 και 92 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2015, L 141, σ. 19), που κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 1346/2000, και εφαρμόζεται ουσιαστικά από τις 26 Ιουνίου 2017.
( 8 ) C-649/16, EU:C:2017:986.
( 9 ) Βλ., επίσης, μνημονευόμενη στις σκέψεις αυτές νομολογία.
( 10 ) C-337/17, EU:C:2018:805, σκέψεις 30 και 31.
( 11 ) C-296/17, EU:C:2018:902, σκέψεις 29 και 30.
( 12 ) C-535/17, EU:C:2019:96, σκέψεις 24 έως 26.
( 13 ) ΕΕ 2001, L 12, σ. 1.
( 14 ) Βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2018, Wightman κ.λπ. (C-621/18, EU:C:2018:999, σκέψη 47).
( 15 ) Δηλαδή τις αποδόσεις στην ισπανική, τη γερμανική, την αγγλική και την ιταλική γλώσσα.
( 16 ) Έγγραφο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης CONV/INSOL/X1, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό τόπο: https://www.lynxlex.com/fr/text/insolvabilit%C3%A9-r%C3%A8gl-13462000/rapports-explicatifs-utiles/3519. Παρόμοια διάταξη περιλαμβανόταν και στο σχέδιο της συμβάσεως για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας και ανάλογες διαδικασίες του 1980, που δημοσιεύθηκε με την επεξηγηματική έκθεση του J. Lemontey στο Bulletin des Communautés européennes, τεύχος 2/82, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό τόπο: https://publications.europa.eu/fr/publication-detail/-/publication/bdfe47f1-678d-45f3-94cb-6aff207d4fc1/language-fr/format-PDF/source-88176377.
( 17 ) Για τη γένεση του κανονισμού 1346/2000, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στη υπόθεση Eurofood IFSC (C-341/04, EU:C:2005:579, σημείο 2 και υποσημειώσεις 3 και 4), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Szpunar στην υπόθεση Senior Home (C-195/15, EU:C:2016:369, σημεία 19 και 20).
( 18 ) Πρόκειται για το έγγραφο του Συμβουλίου 6500/1/96, REV 1, της 8ης Ιουλίου 1996 (στο εξής: έκθεση Virgós‑Schmit), διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό τόπο: https://www.lynxlex.com/fr/text/insolvabilit%C3%A9-r%C3%A8gl-13462000/rapports-explicatifs-utiles/3519. Ολόκληρο το τελικό κείμενο στην αγγλική γλώσσα περιέχεται στο έργο των Moss, G., Fletcher, I., Isaacs, S., The EC Regulation on Insolvency Proceedings: a Commentary and Annotated Guide, Oxford University Press, Oxford, 2002, σ. 261 έως 327 (επί της ακριβούς ημερομηνίας της έκθεσης αυτής, βλ. σ. 261).
( 19 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση Eurofood IFSC [C‑341/04, EU:C:2005:579, σημείο 2, μνημονευόμενο στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Szpunar στην υπόθεση Senior Home (C-195/15, EU:C:2016:369, υποσημείωση 11), καθώς και υποσημείωση 5, όπου αναφέρεται: «[η] έκθεση Virgós-Schmit, η οποία αποτέλεσε την πηγή πολλών από τις αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου του κανονισμού, ουδέποτε δημοσιεύθηκε στη Επίσημη Εφημερίδα, αν και υφίσταται ως έγγραφο του [Συμβουλίου της 8ης Ιουλίου 1996 – 6500/1/96.] Η τελική εκδοχή ολόκληρου του κειμένου στην αγγλική γλώσσα απαντά στο […] σύγγραμμα [Moss, G., Fletcher, I., Isaacs, S., The EC Regulation on Insolvency Proceedings: a Commentary and Annotated Guide, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2002]. Βλ. επίσης [Balz, M., «The European Union Convention on insolvency proceedings», American Bankruptcy Law Journal, National Conference of Bankruptcy Judges, Laguna Beach, 1996]. Ο Balz προήδρευσε της συντακτικής επιτροπής της ομάδας περί πτωχεύσεως του Συμβουλίου […], η οποία συνέταξε τη Σύμβαση. Αναφέρει ότι η έκθεση Virgós-Schmit “συζητήθηκε εκτεταμένα και αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας εκ μέρους των αντιπροσωπειών των εμπειρογνωμόνων, αλλά, σε αντίθεση με τη Σύμβαση, δεν εγκρίθηκε τύποις από το Συμβούλιο Υπουργών. Εντούτοις, πρόκειται να έχει σημαντικό κύρος ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών” (υποσημείωση 51)»].
( 20 ) Βλ. έκθεση Virgós-Schmit (σημείο 273).
( 21 ) Βλ. ανωτέρω, σημείο 53 των προτάσεων αυτών.
( 22 ) Βλ. έκθεση Virgós-Schmit (σημείο 273).
( 23 ) Βλ., ιδίως, Raimon, M., Le règlement communautaire 1346/2000 du 29 mai 2000 relatif aux procédures d’insolvabilité, Librairie générale de droit et de jurisprudence, συλλογή « Droit des affaires », Παρίσι, 2007, σημείο 546, σ. 180. Βλ., επίσης, Hess, B., Oberhammer, P., και Pfeiffer, T., σε συνεργασία με Piekenbrock, A., και Seagon, C., External Evaluation of Regulation no 1346/2000/EC on Insolvency Proceedings, 2014, σημείο 8.2, σ. 372, ιδίως τις εξής παραπομπές στην υποσημείωση 1139: Moss, G., Fletcher, I., Isaacs, S., The EC Regulation on Insolvency Proceedings: a Commentary and Annotated Guide, 2η έκδ., Oxford University Press, Οξφόρδη, 2009, σημείο 8.410· Riedemann, S., «Article 41», Europaïsche Insolvenzverordnung, De Gruyter, Βερολίνο, 2007, σημείο 14· όμως, βλ., επίσης, Ghia, L., «Regulation N. 1346/2000 and Protection of Creditors», International Insolvency Law Review, C.H. Beck, Μονάχο, 2011, σ. 313 έως 320, ιδίως σ. 320.
( 24 ) Βλ. Vallens, J-L., «La mise en œuvre du règlement communautaire sur les procédures d’insolvabilité: questions de procédure», Recueil Dalloz, Dalloz, Παρίσι, 2003, no 21, σ. 1421 έως 1427, ιδίως μέρος IX, σ. 1427, με παραπομπή σε Rémery, J-P., «Les aspects européens de la déclaration des créances dans une procédure collective ouverte en France», Revue de procédures collectives, LexisNexis, Παρίσι, 2003, no 40, σ. 66· καθώς και External Evaluation of Regulation no 1346/2000/EC on Insolvency Proceedings, όπ.π., σημείο 8.1, σ. 369 και υποσημείωση 1123. Βλ, επίσης, Jazottes, G., «Article 53», Le règlement (UE) 2015/848 du 20 mai 2015 relatif aux procédures d’insolvabilité, commentaire article par article, Société de législation comparée, Συλλογή «Trans Europe Experts», Παρίσι, τόμος 12, σ. 311 έως 317, ιδίως σ. 312, δεύτερη παράγραφος. Βλ., contra, Raimon, M., όπ.π., σημείο 543, σ. 179.
( 25 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 1346/2000.
( 26 ) Βλ. άρθρο 55, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και εʹ, του κανονισμού 2015/848.
( 27 ) Βλ., ιδίως, Raimon, M., όπ.π., σημείο 536, σ. 177· καθώς και, στο έργο με τίτλο Le règlement (UE) 2015/848 du 20 mai 2015 relatif aux procédures d’insolvabilité, commentaire article par article, όπ.π., Jazottes, G., «Article 53», σ. 311 έως 317, ιδίως σ. 316, και Maréchal, C., «Article 55», σ. 323 έως 329, ιδίως σ. 326, μέρος B, πρώτη παράγραφος, in fine.
( 28 ) Βλ. Vallens, J-L., όπ.π.
( 29 ) Βλ. την έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας [COM(2012) 743 τελικό] (σημείο 9, πρώτη παράγραφος).
( 30 ) Πρβλ. τις γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων της κύριας δίκης σχετικά με τη δυνατότητα προσκόμισης συμπληρωματικών στοιχείων κατά τη διαδικασία εξέλεγξης των απαιτήσεων και, ιδίως, ανάλογη γαλλική νομοθεσία και νομολογία σε Vallansan, J., «Sauvegarde, redressement et liquidation judiciaires – Déclaration et admission des créances», JurisClasseur Commercial, LexisNexis, Παρίσι, τεύχος 2352 της 14ης Σεπτεμβρίου 2015 (τελευταία ενημέρωση: 15 Ιουνίου 2018), σημεία 84, 88, 89 και 93 έως 95. Βλ., επίσης, Raimon, M., όπ.π., σημείο 546, σ. 180.
( 31 ) Βλ. την έκθεση που παρατίθεται στην υποσημείωση 29 των παρουσών προτάσεων (σημεία 1.1., 1.2. και 9.). Το τελευταίο αυτό σημείο αναφέρει τις εξής δυσχέρειες: «[…] τους γλωσσικούς φραγμούς, το κόστος, τις προθεσμίες για την αναγγελία απαιτήσεων και την απουσία ενημέρωσης σχετικά με την απόφαση περί έναρξης της διαδικασίας, τον σύνδικο και τις διατυπώσεις που προβλέπει το lex fori concursus για την αναγγελία των απαιτήσεων».
( 32 ) Βλ. Maréchal, C., όπ.π., ιδίως σ. 327.
( 33 ) Βλ. άρθρο 53 του κανονισμού 2015/848, σε σύγκριση με το άρθρο 39 του κανονισμού 1346/2000, το οποίο προβλέπει την έγγραφη αναγγελία.
( 34 ) Βλ. άρθρο 55, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848 και εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/1105 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2017, για τον καθορισμό των εντύπων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2017, L 160, σ. 1). Βλ., ιδίως, παράρτημα II, σημείο 6.2., του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1105. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2015/848, η χρήση αυτού του εντύπου είναι προαιρετική, δεδομένου ότι ο πιστωτής διατηρεί την επιλογή να χρησιμοποιήσει άλλα μέσα για την αναγγελία της απαιτήσεώς του, υπό τον όρο ότι αυτά περιλαμβάνουν τις ίδιες υποχρεωτικές πληροφορίες.
( 35 ) Βλ. Brulard, Y., κ.ά., L’insolvabilité nationale, européenne et internationale, le règlement européen du 20 mai 2015, τόμος 1, Anthemis, Λιμάλ, 2017, σημείο 24, σ. 328.
( 36 ) Βλ. Maréchal, C., όπ.π., σ. 326, μέρος B, πρώτη παράγραφος.
( 37 ) Βλ. παράρτημα II, σημείο 6.2., του εκτελεστικού κανονισμού 2017/1105.