This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62012CC0141
Opinion of Advocate General Sharpston delivered on 12 December 2013.#YS v Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel and Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel v M and S.#Requests for a preliminary ruling from the Rechtbank Middelburget and from the Raad van State.#Reference for a preliminary ruling — Protection of individuals with regard to the processing of personal data — Directive 95/46/EC — Articles 2, 12 and 13 — Concept of ‘personal data’ — Scope of the right of access of a data subject — Data relating to the applicant for a residence permit and legal analysis contained in an administrative document preparatory to the decision — Charter of Fundamental Rights of the European Union — Articles 8 and 41.#Joined Cases C‑141/12 and C‑372/12.
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston της 12ης Δεκεμβρίου 2013.
Y.S. κατά Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel και Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel κατά M. και S.
Αιτήσεις του Rechtbank Middelburget και του Raad van State για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα — Οδηγία 95/46/ΕΚ — Άρθρα 2, 12 και 13 — Έννοια του όρου «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» — Περιεχόμενο του δικαιώματος προσβάσεως του προσώπου το οποίο αφορούν τα δεδομένα — Δεδομένα που αφορούν αιτούντα άδεια παραμονής και νομική ανάλυση περιλαμβανόμενη σε προπαρασκευαστικό της αποφάσεως διοικητικό έγγραφο — Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρα 8 και 41.
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑141/12 και C‑372/12.
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston της 12ης Δεκεμβρίου 2013.
Y.S. κατά Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel και Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel κατά M. και S.
Αιτήσεις του Rechtbank Middelburget και του Raad van State για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα — Οδηγία 95/46/ΕΚ — Άρθρα 2, 12 και 13 — Έννοια του όρου «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» — Περιεχόμενο του δικαιώματος προσβάσεως του προσώπου το οποίο αφορούν τα δεδομένα — Δεδομένα που αφορούν αιτούντα άδεια παραμονής και νομική ανάλυση περιλαμβανόμενη σε προπαρασκευαστικό της αποφάσεως διοικητικό έγγραφο — Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρα 8 και 41.
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑141/12 και C‑372/12.
Court reports – general
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2013:838
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 12ης Δεκεμβρίου 2013 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑141/12 και C‑372/12
Y.S.
κατά
Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel
[αίτηση του Rechtbank Middelburg (Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
και
Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel
κατά
M. και S.
[αίτηση του Raad van State (Κάτω Χώρες)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και επεξεργασία των δεδομένων αυτών — Νομική ανάλυση»
|
1. |
Οι Y.S., M. και S. είναι υπήκοοι τρίτων χωρών που υπέβαλαν αίτηση νόμιμης διαμονής στις Κάτω Χώρες. Η αίτηση του Y.S. απορρίφθηκε. Οι αιτήσεις της M. και του S. έγιναν δεκτές. Οι προαναφερόμενοι αιτούντες επικαλούνται το δίκαιο της Ένωσης προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε έγγραφο (στο εξής: πρακτικό) ( 2 ) το οποίο έχει συνταχθεί από υπάλληλο της αρμόδιας αρχής και περιέχει νομική ανάλυση, υπό μορφή εσωτερικής γνωμοδοτήσεως, σχετικά με την αίτηση χορηγήσεως δικαιώματος διαμονής. Υποστηρίζουν ότι η νομική ανάλυση αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα και συνεπώς, καθόσον πρόκειται για ζήτημα που άπτεται του δικαίου της Ένωσης, έχουν δικαίωμα προσβάσεως στο πρακτικό. |
Το δίκαιο της Ένωσης
Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
|
2. |
Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. |
Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
|
3. |
Το άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), με τίτλο «Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζει: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. 2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους. 3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.» |
|
4. |
Το άρθρο 41 αφορά το «δικαίωμα χρηστής διοίκησης»: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης. 2. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει ιδίως: […]
[…]». |
|
5. |
Σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 1, «κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο». |
|
6. |
Το άρθρο 51, παράγραφος 1, ορίζει: «[ο]ι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης». |
Η οδηγία 95/46
|
7. |
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46 ( 3 ), «[τα] κράτη μέλη εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» ( 4 ). |
|
8. |
Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, ορίζει ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»«κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα) ( 5 ), και ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη». |
|
9. |
Ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» ή, απλώς, «επεξεργασία», ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων διαδικασιών και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η εναρμόνιση ή ο συνδυασμός, καθώς και το κλείδωμα, η διαγραφή ή η καταστροφή». Κατά το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» ή «αρχείο» είναι «κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προσιτών με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση». |
|
10. |
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, οι διατάξεις της οδηγίας 95/46 εφαρμόζονται, αφενός, στην «αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», και, αφετέρου, στη «μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων που περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο» ( 6 ). Το άρθρο 3, παράγραφος 2, αποκλείει ορισμένες μορφές επεξεργασίας από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και το άρθρο 7 θέτει τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν εάν τα κράτη μέλη έχουν ή όχι τη δυνατότητα επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
11. |
Το άρθρο 12, το οποίο αφορά το «δικαίωμα πρόσβασης», ορίζει τα εξής ( 7 ): «Τα κράτη μέλη εγγυώνται στα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα το δικαίωμα να λαμβάνουν από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας:
|
|
12. |
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, αναφέρει, μεταξύ άλλων, εξαιρέσεις και περιορισμούς του δικαιώματος προσβάσεως ( 8 ): «Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν με νομοθετικά μέτρα την εμβέλεια των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του άρθρου 10, του άρθρου 11, παράγραφος 1, και των άρθρων 12 και 21, όταν ο περιορισμός αυτός απαιτείται για τη διαφύλαξη: […]
[…]
|
Άλλες νομοθετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης
|
13. |
Ο κανονισμός 45/2001 ( 9 ) αφορά την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα της Ένωσης. Η διατύπωση του εν λόγω κανονισμού ως προς τον ορισμό των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και την «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» συμπίπτει κατ’ ουσίαν με αυτή της οδηγίας 95/46 ( 10 ). Προβλέπει επίσης δικαίωμα προσβάσεως, μεταξύ άλλων στα υπό επεξεργασία δεδομένα, καθώς και σε κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με την προέλευσή τους κατά τρόπο εύληπτο ( 11 ). |
|
14. |
Οι νομοθετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες επιτρέπουν την πρόσβαση σε έγγραφα, όπως είναι ο κανονισμός 1049/2001 ( 12 ), και η απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που κατέχει το Δικαστήριο ( 13 ), προβλέπουν εξαιρέσεις για την προστασία «της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με τη νομοθεσία [της Ένωσης] σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων ( 14 ) και επιτρέπουν την άρνηση της προσβάσεως σε έγγραφο εάν το γεγονός αυτό ενδέχεται να θίξει την προστασία «των δικαιοδοτικών διαδικασιών και των νομικών γνωμοδοτήσεων» ( 15 ). |
Ολλανδική νομοθεσία και διαδικασία
|
15. |
Ο Wet bescherming persoonsgegevens (στο εξής: νόμος περί της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή Wbp) ορίζει την έννοια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ( 16 ), το πεδίο εφαρμογής του ( 17 ) και το δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα ( 18 ), με διατύπωση ανάλογη με αυτή της οδηγίας 95/46. Οι προσφεύγοντες επικαλούνται τις εν λόγω διατάξεις προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στο πρακτικό το οποίο ελήφθη υπόψη κατά την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως τους για χορήγηση άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου κατά τον Vreemdelingenwet (νόμος περί αλλοδαπών) 2000. |
|
16. |
Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υποβάλλονται στην Immigratie- en Naturalisatiedienst (Υπηρεσία Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης), εξετάζονται καταρχάς από τον αρμόδιο για την υπόθεση υπάλληλο, ο οποίος προετοιμάζει το σχέδιο της αποφάσεως, καθώς και ένα επιπλέον έγγραφο, το «πρακτικό» ( 19 ), το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νομική ανάλυση στην οποία στηρίζεται το σχέδιο της αποφάσεως. Εάν ο εν λόγω υπάλληλος δεν είναι αρμόδιος να υπογράψει το σχέδιο της αποφάσεως, το διαβιβάζει συνοδευόμενο από το πρακτικό στον αναθεωρητή (προϊστάμενο) προς εξέταση. Ο προαναφερόμενος υπάλληλος επικυρώνει ή απορρίπτει τη νομική ανάλυση που περιέχεται στο πρακτικό. Ωστόσο, ανεξαρτήτως του αν ο επιφορτισμένος με τον φάκελο της υποθέσεως υπάλληλος είναι αρμόδιος να υπογράψει την απόφαση, το πρακτικό δεν αποτελεί μέρος της τελικής αποφάσεως περί διαμονής. |
|
17. |
Τα πρακτικά περιέχουν κατά κανόνα: όνομα, αριθμό τηλεφώνου και γραφείου του αρμοδίου για την υπόθεση υπαλλήλου, τετραγωνίδια για τη θέση των μονογραφών και τα ονόματα του (των) προϊσταμένου (ων), όνομα, ημερομηνία γεννήσεως, ιθαγένεια, φύλο, εθνοτική καταγωγή, θρησκεία και γλώσσα του αιτούντος, στοιχεία σχετικά με το ιστορικό της διαδικασίας, στοιχεία σχετικά με δηλώσεις του αιτούντος, προσκομισθέντα έγγραφα, εφαρμοστέες διατάξεις και εκτίμηση των σχετικών πληροφοριών υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων διατάξεων (στο εξής: νομική ανάλυση). Κατά το Raad van State, η έκταση της νομικής αναλύσεως κυμαίνεται από μερικές φράσεις έως μερικές σελίδες. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι δεν υφίσταται υπόδειγμα για τη σύνταξη του πρακτικού. Στις περιπτώσεις στις οποίες η νομική ανάλυση είναι εκτενής, το πρακτικό ενδέχεται να περιέχει εκτιμήσεις σχετικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των δηλώσεων, τους λόγους για τους οποίους ο αιτών πληροί (ή όχι) τις προϋποθέσεις χορηγήσεως άδειας διαμονής και το σκεπτικό της αποφάσεως. Ενδέχεται επίσης να συνταχθεί πρακτικό που να περιέχει μια συνοπτικότερη ανάλυση, αναφέροντας μόνον την εφαρμοστέα πρακτική. |
|
18. |
Όπως προκύπτει από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑372/12, ο Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel (στο εξής: Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής και Ασύλου ή Minister) εξήγησε ότι τα πρακτικά συγκαταλέγονται στα περιεχόμενα των φακέλων των αιτούντων, οι οποίοι ταξινομούνται ανάλογα με τον «αριθμό αλλοδαπού» που αντιστοιχεί σε καθέναν από τους αιτούντες. Ελλείψει του αριθμού αυτού, δεν είναι δυνατό ο φάκελος να εξεταστεί ή να αναζητηθεί. |
|
19. |
Έως τις 14 Ιουλίου του 2009, πάγια πρακτική ήταν η γνωστοποίηση του πρακτικού (συμπεριλαμβανομένης της νομικής αναλύσεως) κατόπιν αιτήσεως. Υποβλήθηκε μεγάλος αριθμός αιτήσεων. Κατά τον Minister, η εν λόγω πρακτική προκάλεσε σημαντικό φόρτο εργασίας και συχνά την εσφαλμένη ερμηνεία των νομικών αναλύσεων. Επιπλέον συνέπεια της εν λόγω πρακτικής ήταν η σε ορισμένες υποθέσεις απουσία ή συρρίκνωση της νομικής αναλύσεως του πρακτικού. Η εν λόγω πρακτική εγκαταλείφθηκε με την εγκύκλιο 2009/11 του IND και δεν επιτρέπεται πλέον η πρόσβαση στο πρακτικό (συμπεριλαμβανομένης της νομικής αναλύσεως). |
Πραγματικά περιστατικά, υποβληθέντα ερωτήματα και διαδικασία
Υπόθεση C‑141/12, Y.S.
|
20. |
Με απόφαση της 9ης Ιουνίου 2009, ο Minister απέρριψε την αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου (ασύλου) του Y.S. Η απόφαση ανακλήθηκε αλλά, η αίτηση απορρίφθηκε εκ νέου, στις 6 Ιουλίου 2010. Η αίτηση του Y.S. περί προσβάσεως στο πρακτικό που συντάχθηκε για την έκδοση της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2010 απορρίφθηκε με απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2010, με την αιτιολογία ότι το πρακτικό περιελάμβανε, εκτός των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και νομική ανάλυση της υποθέσεως. Στην απόφαση αυτή, ο Minister ανέφερε συνοπτικά, στον βαθμό που κρίθηκε αναγκαίο, τα στοιχεία του πρακτικού, την προέλευσή τους, καθώς και τις αρχές οι οποίες είχαν πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία. |
|
21. |
Η διοικητική ένσταση του Y.S κατά της αποφάσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 2010 απορρίφθηκε ως αβάσιμη με απόφαση της 22ας Μαρτίου 2011. Ο Y.S. άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου το οποίο υπέβαλε τα εξής ερωτήματα:
|
Υπόθεση C‑372/12, M. και S.
|
22. |
Μετά τη χορήγηση άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου (ασύλου), ο M. υπέβαλε στις 30 Οκτωβρίου 2009 αίτηση προσβάσεως στο πρακτικό που σχετίζεται με την έκδοση της αποφάσεως αυτής. Ομοίως, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, ο S. ζήτησε πρόσβαση στο πρακτικό που συντάχθηκε σχετικά με την απόφαση χορηγήσεως άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου (συνήθους άδειας). Οι εν λόγω αιτήσεις απορρίφθηκαν στις 4 Νοεμβρίου 2009 και στις 31 Μαρτίου 2010, αντιστοίχως. Ο Minister απέρριψε ως αβάσιμες τις διοικητικές ενστάσεις που είχαν υποβάλει ο M. και ο S. κατά των εν λόγω αποφάσεων στις 3 Δεκεμβρίου 2010 και στις 21 Οκτωβρίου 2010, αντιστοίχως. |
|
23. |
Ο M. άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του Minister ενώπιον του Rechtbank Middelburg το οποίο, με απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, έκρινε βάσιμη την προσφυγή, ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και υποχρέωσε τον Minister να εκδώσει νέα απόφαση λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου. Ο S. επίσης άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του Minister ενώπιον του Rechtbank Amsterdam. Η απόφαση της 4ης Αυγούστου 2011 του εν λόγω δικαστηρίου ήταν ανάλογη, όσον αφορά το αποτέλεσμα, με αυτή του Rechtbank Middelburg. |
|
24. |
Ο Minister άσκησε έφεση κατά αμφοτέρων των προαναφερομένων αποφάσεων ενώπιον του Raad van State, το οποίο υπέβαλε τα εξής ερωτήματα:
|
Διαδικασία
|
25. |
Στην υπόθεση C‑141/12, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Y.S., η Αυστριακή, η Τσεχική, η Ελληνική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Στην υπόθεση C‑372/12, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο M. και ο S., η Γαλλική, η Ολλανδική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. |
|
26. |
Με διάταξη της 30ής Απριλίου 2013, το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως. |
|
27. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 3ης Ιουλίου 2013, ο Y.S., ο M. και ο S., η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους. |
Εκτίμηση
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
|
28. |
Δεν αμφισβητείται ότι το πρακτικό αποτελεί έγγραφο που περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και ότι ο Y.S., ο M. και ο S. απέκτησαν πρόσβαση στα δεδομένα αυτά (με εξαίρεση τη νομική ανάλυση) και έλαβαν γνώση της προελεύσεως των δεδομένων και των φορέων στους οποίους είχαν δοθεί. Αμφότερες οι υποθέσεις αφορούν κατ’ ουσίαν την πρόσβαση (τη μορφή της προσβάσεως) του ενδιαφερομένου στο περιεχόμενο του πρακτικού, και ειδικότερα στη νομική ανάλυση. |
|
29. |
Θα εξετάσω καταρχάς τα ερωτήματα που άπτονται της ερμηνείας της οδηγίας 95/46 και εν συνεχεία τα ερωτήματα που αφορούν τον Χάρτη. Εφόσον τα ερωτήματα των δύο αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως αφορούν το ίδιο αντικείμενο, θα εξεταστούν από κοινού. |
Πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, πρόσβαση στον φάκελο και αιτιολογημένες αποφάσεις
|
30. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατέστη σαφές ότι οι προσφεύγοντες επιθυμούν να κατανοήσουν την αιτιολογία των ατομικών αποφάσεων περί χορηγήσεως δικαιώματος διαμονής. Είναι προφανές ότι η αφορώσα τον Y.S. απόφαση ήταν αιτιολογημένη σε αντίθεση με τις αποφάσεις επί των αιτήσεων του M. και του S. |
|
31. |
Δεν αμφιβάλλω ότι οι προσφεύγοντες βάσιμα υπέβαλαν αίτημα για γνωστοποίηση πληροφοριών στις οποίες ισχυρίζονται ότι έχουν δικαίωμα προσβάσεως. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες ζητούν πρόσβαση στο πρακτικό αποτελεί ένδειξη ότι, ανεξαρτήτως των πληροφοριών που τους γνωστοποιήθηκαν, θεωρούν τις πληροφορίες αυτές ελλιπείς και, κατά συνέπεια, δυνάμενες να τους θέσουν σε ευάλωτη θέση. |
|
32. |
Ωστόσο, η διεύρυνση της ερμηνείας της έννοιας των κανόνων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή η επέκταση του πεδίου εφαρμογής τους, ώστε να περιλαμβάνουν απόψεις και λοιπά μέτρα που λαμβάνονται κατά το στάδιο προπαρασκευής και έρευνας, το οποίο προηγείται της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, δεν θεραπεύει ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των αποφάσεων, η οποία επιβάλλεται προκειμένου να προστατευθεί το δικαίωμα αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου. |
|
33. |
Αντιστρόφως, το γεγονός ότι μια απόφαση είναι προσηκόντως αιτιολογημένη, παρέχοντας τη δυνατότητα στον προσφεύγοντα να έχει πλήρη γνώση του σκεπτικού και να ασκήσει λυσιτελώς τα ένδικα βοηθήματα που έχει στη διάθεσή του, δεν επαρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν είναι αναγκαία η πρόσβαση στο σύνολο της νομικής αναλύσεως, εφόσον η εν λόγω ανάλυση υπόκειται στους κανόνες προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
34. |
Κανένα εκ των αιτούντων δικαστηρίων δεν έθεσε στο Δικαστήριο ερωτήματα ως προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως των σχετικών με το δικαίωμα διαμονής τελικών αποφάσεων των διοικητικών αρχών, βάσει είτε του άρθρου 47 του Χάρτη είτε του παραγώγου δικαίου, το δικαίωμα ακροάσεως ή το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο στον οποίο συμπεριλαμβάνεται ένα εσωτερικό έγγραφο όπως το πρακτικό. Ούτε όμως και οι προσφεύγοντες (εξ όσων μπορώ να συναγάγω) επικαλέστηκαν τις εν λόγω διατάξεις ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων. |
|
35. |
Βεβαίως το γεγονός ότι τα προδικαστικά ερωτήματα των αιτούντων δικαστηρίων περιορίστηκαν στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που διέπουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν αποκλείει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που μπορεί να είναι χρήσιμα για την εκδίκαση των υπό κρίση υποθέσεων ( 20 ). Ωστόσο, φρονώ ότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να διευρύνει το περιεχόμενο της απάντησής του. Τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την υποχρέωση αιτιολογήσεως και το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο δεν διατυπώθηκαν καταλλήλως ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες, μολονότι γνωρίζουν ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει την αιτιολόγηση των αποφάσεων χορηγήσεως ασύλου ( 21 ), εντούτοις κανένας από αυτούς δεν υπέβαλε συναφές αίτημα. |
|
36. |
Στην υπόθεση C‑372/12, η Ολλανδική Κυβέρνηση δήλωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η αιτιολόγηση των ευνοϊκών υπέρ των αιτούντων αποφάσεων κοινοποιείται κατόπιν σχετικής αιτήσεως. Διαπιστώνεται ότι δεν γνωστοποιήθηκαν στους προσφεύγοντες M. και S οι λόγοι για τους οποίους τους χορηγήθηκε άδεια διαμονής. Δεν συμμερίζομαι το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβέρνησης κατά το οποίο οι αιτούντες συνήθως δεν ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν τους προαναφερθέντες λόγους. Όπως επισήμανε ο δικηγόρος του M. και του S. κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι περιστάσεις στις οποίες στηρίχθηκε η ευνοϊκή υπέρ του αιτούντος άσυλο απόφαση ενδέχεται να μεταβληθούν, θα μπορούσε να οδηγήσει στην έκδοση διαφορετικής αποφάσεως στο μέλλον ( 22 ). Επομένως, η ακριβής γνώση των περιστάσεων οι οποίες ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση της αποφάσεως συνιστά έννομο συμφέρον. Οι γενικές αρχές του δικαίου, όπως η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (η οποία είναι πλέον διατυπωμένη στο άρθρο 47 του Χάρτη) ( 23 ), προστατεύουν το εν λόγω συμφέρον ( 24 ). Αντιθέτως δεν ισχύει το ίδιο και όσον αφορά τη νομοθεσία της Ένωσης που διέπει την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η εν λόγω νομοθεσία έχει άλλους σκοπούς ( 25 ). |
|
37. |
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν παρεχόταν πρόσβαση στη νομική ανάλυση του πρακτικού με την αιτιολογία ότι συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε να θεραπευτεί η έλλειψη αιτιολογίας της τελικής αποφάσεως που εξέδωσε η αρμόδια αρχή ή η έλλειψη γνωστοποιήσεως κατ’ άλλον τρόπο της εν λόγω αιτιολογίας. Όπως το αντιλαμβάνομαι ( 26 ), εφόσον το πρακτικό συντάσσεται υπό τη μορφή γνωμοδοτήσεως απευθυνόμενης στον προϊστάμενο, ενδέχεται να μην περιέχει την πλήρη (ή ενδεχομένως καμία) αιτιολογία της τελικής αποφάσεως της αρμόδιας αρχής. Προκύπτει επίσης ότι η νομική ανάλυση ενίοτε συντάσσεται κατά τρόπο συνοπτικό. Στην περίπτωση αυτή, η νομική ανάλυση δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία, έστω και αν ο προϊστάμενος συμφωνήσει με την εν λόγω γνωμοδότηση. |
|
38. |
Τέλος, τα αιτούντα δικαστήρια δεν ζήτησαν να διευκρινιστεί εάν η νομοθεσία της ΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη, προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων των αρμόδιων αρχών και η πρόσβαση σε πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής και/ή να προστατευθεί το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως, να παρέχουν πρόσβαση στον φάκελο διαδικασιών όπως αυτές στις οποίες μετέχουν ο Y.S., ο M. και ο S. (ή να συμπεριλαμβάνουν στο φάκελο έγγραφα όπως πρακτικά που περιέχουν νομικές αναλύσεις), ή να ακούν τις απόψεις των αιτούντων σχετικά με τις εσωτερικές διαδικασίες πριν από την έκδοση της τελικής αποφάσεως σχετικά με τη χορήγηση δικαιώματος διαμονής. Τέτοια ερωτήματα δεν υποβλήθηκαν ούτε κατά την έγγραφη διαδικασία ούτε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. |
|
39. |
Συνεπώς η ανάλυσή μου περιορίζεται στο ζήτημα της προσβάσεως σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. |
Η πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την οδηγία 95/46
Εισαγωγή
|
40. |
Οι διατάξεις της οδηγίας 95/46 εφαρμόζονται στην αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων που περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο ( 27 ). Τα προαναφερόμενα είδη επεξεργασίας είναι τα μόνα που καλύπτονται και προστατεύονται από τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας ( 28 ). Επομένως, το δικαίωμα προσβάσεως κατά το άρθρο 12 ισχύει μόνο για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν ή ενδέχεται να τύχουν επεξεργασίας ή αρχειοθετήσεως με τον τρόπο αυτό. Επίκληση του εν λόγω δικαιώματος, στην απλούστερη μορφή του, γίνεται στην περίπτωση που ζητείται η γνωστοποίηση των δεδομένων «υπό επεξεργασία» και των πληροφοριών σχετικά με την προέλευσή τους ( 29 ). Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα αποτελεί επίσης το έρεισμα ώστε τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα να λαμβάνουν επιβεβαίωση ότι υφίσταται ή δεν υφίσταται επεξεργασία δεδομένων, καθώς και πληροφορίες σχετικά με την επεξεργασία, ενημέρωση σχετικά με τη λογική στην οποία στηρίζεται κάθε αυτοματοποιημένη επεξεργασία, να επιτυγχάνουν τη διόρθωση, τη διαγραφή ή το κλείδωμα των δεδομένων (στην περίπτωση που η επεξεργασία τους δεν είναι σύμφωνη προς την οδηγία), καθώς και την κοινοποίηση, ενδεχομένως, σε τρίτους. |
|
41. |
Συνεπώς, η απάντηση στο ερώτημα αν ο Y.S., ο M. και ο S. έχουν, σύμφωνα με την οδηγία 95/46, δικαίωμα προσβάσεως στη νομική ανάλυση που περιέχεται στο πρακτικό εξαρτάται από το ζήτημα αν η εν λόγω ανάλυση αποτελεί «δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα» ή, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, είδος επεξεργασίας ή αρχειοθετήσεως το οποίο καλύπτεται από τις διατάξεις της προαναφερόμενης οδηγίας. |
Ορισμός των εννοιών «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» και «επεξεργασία» (πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑141/12 και πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑372/12)
|
42. |
Αντιλαμβάνομαι ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα της υποθέσεως C‑141/12, το Rechtbank Middelburg ζητεί να διευκρινιστεί αν τα περιεχόμενα στο πρακτικό στοιχεία τα οποία αφορούν τον ενδιαφερόμενο (επιβάλλεται η διάκριση από τα στοιχεία που αφορούν, για παράδειγμα, τον αρμόδιο υπάλληλο και/ή τον προϊστάμενό του) αποτελούν «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 95/46. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα (το οποίο αντιστοιχεί στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα της υποθέσεως C‑372/12), το εν λόγω αιτούν δικαστήριο επαναλαμβάνει το προαναφερθέν ερώτημα όσον αφορά τη νομική ανάλυση που περιέχεται στο πρακτικό. |
|
43. |
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι σαφώς καταφατική. |
|
44. |
Η έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» είναι, γενικώς, ευρεία. ( 30 ) Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος καλύπτει, για παράδειγμα, «το όνομα ενός προσώπου που συνοδεύεται από τον αριθμό τηλεφώνου του ή στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες εργασίας του ή τις ασχολίες του κατά τον ελεύθερο χρόνο» ( 31 ), τη διεύθυνσή του ( 32 ), τις περιόδους εργασίας ανά ημέρα, τις περιόδους ανάπαυλας, καθώς και τις αντίστοιχες διακοπές ή διαλείμματα ( 33 ), τις αποδοχές που χορηγούν ορισμένοι φορείς όσο και τους δικαιούχους τους ( 34 ), τα εισοδήματα από εκμετάλλευση κεφαλαίου και από την εργασία, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση κάποιου ατόμου ( 35 ). |
|
45. |
Tο ουσιαστικό περιεχόμενο των πληροφοριών αυτών δεν ασκεί επιρροή εφόσον αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί. Το εν λόγω περιεχόμενο συνδέεται με στοιχεία που αφορούν την ιδιωτική ζωή και, ενδεχομένως, την επαγγελματική ζωή του προσώπου (η οποία δύναται να περιλαμβάνει μια δημόσια πτυχή της ιδιωτικής ζωής) ( 36 ). Το εν λόγω περιεχόμενο μπορεί να εμφανίζεται είτε σε γραπτή μορφή είτε ως περιεχόμενο, για παράδειγμα, ήχου ή εικόνας ( 37 ). |
|
46. |
Ειδικότερα, οι περιλαμβανόμενες στο πρακτικό πληροφορίες που αφορούν στοιχεία όπως το όνομα, την ημερομηνία γεννήσεως, την ιθαγένεια, το φύλο, την εθνοτική καταγωγή, τη θρησκεία και τη γλώσσα του προσφεύγοντος συνιστούν «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 95/46. |
|
47. |
Σχετικά με το δεύτερο ερώτημα, φρονώ ότι η νομική ανάλυση δεν αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα. |
|
48. |
Δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου προδικαστικό ερώτημα ως προς την πρόσβαση σε νομική ανάλυση ή γνωμοδότηση ( 38 ). Στις υποθέσεις αυτές, διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι η αίτηση προσβάσεως στηρίχθηκε σε διαφορετική νομική βάση ( 39 ). Δεν ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αν και για ποιο λόγο έγγραφο που περιέχει νομική ανάλυση ή γνωμοδότηση διαφέρει από έτερο έγγραφο με διαφορετικό περιεχόμενο. |
|
49. |
Μολονότι δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί η εξέταση του εν λόγω ζητήματος στην υπό κρίση υπόθεση, εντούτοις φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απολύτως ακριβής ορισμός των εννοιών «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», «νομική ανάλυση» ή άλλου είδους ανάλυση ( 40 ). Αρκεί η εξέταση να επικεντρωθεί στο ζήτημα αν η νομική ανάλυση που περιλαμβάνεται στο πρακτικό αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα. |
|
50. |
Κατά την άποψή μου, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. |
|
51. |
Διακρίνω τρία είδη νομικών αναλύσεων, από τις οποίες μόνον η μία αντιστοιχεί στην ανάλυση που περιέχεται στο πρακτικό. |
|
52. |
Η πρώτη κατηγορία είναι εξαιρετικά αόριστη: αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου χωρίς τη χρήση πληροφοριών που αφορούν πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί ή άλλο είδος στοιχείων. Επομένως, η οδηγία 95/46 δεν εφαρμόζεται επί νομικών αναλύσεων, υπό την έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» της εν λόγω οδηγίας, εφόσον μια τέτοια ανάλυση δεν αναφέρεται σε πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί. |
|
53. |
Η δεύτερη κατηγορία είναι λιγότερο αόριστη στο μέτρο που γίνεται ενδεικτική χρήση των στοιχείων. Ωστόσο, τα εν λόγω στοιχεία δεν συνδέονται με συγκεκριμένο πρόσωπο ή γεγονός το οποίο είναι γνωστό ή μπορεί να εξακριβωθεί. Συνεπώς η εν λόγω κατηγορία νομικών αναλύσεων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 95/46. |
|
54. |
Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει τον νομικό χαρακτηρισμό των στοιχείων που συνδέονται με πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (ή γεγονός που αφορά το εν λόγω πρόσωπο) και τις εκτιμήσεις ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο. Η νομική ανάλυση στην οποία ζητούν πρόσβαση ο Y.S., ο M. και ο S. ανήκει σε αυτή, την τρίτη κατηγορία. |
|
55. |
Δεν είμαι πεπεισμένη ότι στην ευρεία ερμηνεία της εκφράσεως «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί» της οδηγίας 95/46 δύναται να συμπεριληφθεί το σύνολο του δυνάμενου να κοινοποιηθεί περιεχομένου το οποίο περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με το υποκείμενο των δεδομένων. |
|
56. |
Κατά την άποψή μου, μόνο οι σχετικές με στοιχεία που αφορούν φυσικό πρόσωπο πληροφορίες μπορούν να αποτελέσουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Εκτός από το γεγονός της υπάρξεώς της, η νομική ανάλυση δεν αποτελεί τέτοιο στοιχείο. Συγκεκριμένα, η διεύθυνση ενός προσώπου αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, τούτο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση αναλύσεως του τόπου της κατοικίας του για νομικούς λόγους. |
|
57. |
Στο πλαίσιο αυτό, δεν θεωρώ χρήσιμη τη διάκριση μεταξύ «αντικειμενικών» στοιχείων και «υποκειμενικής» αναλύσεως. Τα στοιχεία διατυπώνονται υπό διαφορετικές μορφές, εκ των οποίων ορισμένες προκύπτουν από την εκτίμηση των δυνάμενων να εξακριβωθούν στοιχείων. Για παράδειγμα, το βάρος ενός προσώπου δύναται να διατυπωθεί αντικειμενικώς σε κιλά ή με υποκειμενικούς όρους όπως «λιποβαρής» ή «παχύς». Συνεπώς, δεν αποκλείω το ενδεχόμενο εκτιμήσεις και απόψεις να χαρακτηρίζονται ενίοτε ως δεδομένα. |
|
58. |
Εντούτοις, τα στάδια του σκεπτικού μέσω του οποίου συνάγεται το συμπέρασμα ότι ένα πρόσωπο είναι «λιποβαρές» ή «παχύ» δεν αποτελούν, όπως και η νομική ανάλυση, δεδομένα. |
|
59. |
Η νομική ανάλυση αποτελεί τη συλλογιστική στην οποία στηρίζεται η απάντηση σε ένα νομικό ζήτημα. Η απάντηση αυτή καθεαυτή μπορεί να λάβει τη μορφή γνωμοδοτήσεως, απόψεως ή αποφάσεως (και επομένως ενδέχεται, να έχει δεσμευτική ή μη δεσμευτική ισχύ). Εξαιρουμένων των στοιχείων στα οποία στηρίζεται (ορισμένα από τα οποία μπορεί να αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα), η εν λόγω ανάλυση περιέχει την επεξήγηση της απαντήσεως. Η επεξήγηση αυτή καθεαυτή δεν συνιστά πληροφορία που αφορά πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί. Θα μπορούσε, ορθότερα, να χαρακτηρισθεί ως πληροφορία που αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή του εφαρμοστέου δικαίου βάσει του οποίου γίνεται η εκτίμηση και (ενδεχομένως) λαμβάνεται η απόφαση που άπτεται της έννομης κατάστασης ενός προσώπου. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και άλλα πραγματικά στοιχεία ενισχύουν τη διαδικασία απαντήσεως στο εν λόγω ζήτημα, αλλά το γεγονός αυτό δεν καθιστά τη νομική ανάλυση δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα. |
|
60. |
Επιπλέον, ένα πρόσωπο έχει δικαίωμα προσβάσεως στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, διότι έχει έννομο συμφέρον να διασφαλίσει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του, και ιδίως του δικαιώματος του στην ιδιωτική ζωή, σε περίπτωση που τα κράτη μέλη επεξεργάζονται δεδομένα που το αφορούν ( 41 ). Η άρνηση της προσβάσεως στα δεδομένα που υπόκεινται σε επεξεργασία ή σε πληροφορίες που αφορούν την επεξεργασία αυτή θα καθιστούσε αναποτελεσματικές άλλες διατάξεις της οδηγίας 95/46. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αποδειχθεί ανέφικτο να ελεγχθεί εάν και κατά πόσον τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνον εφόσον είναι αναγκαίο είτε για την εκπλήρωση έργου στο πλαίσιο ασκήσεως δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας ( 42 ) είτε για να επιτευχθεί η διόρθωση ή η διαγραφή των δεδομένων αυτών ( 43 ). Αντιθέτως, η νομική ανάλυση αυτή καθεαυτή δεν εντάσσεται στη σφαίρα ασκήσεως του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το ίδιο το εν λόγω φυσικό πρόσωπο είναι ιδιαίτερα κατάλληλο να ελέγξει και να διορθώσει την εν λόγω ανάλυση ή να ζητήσει τη διαγραφή ή το κλείδωμα της ( 44 ). Αντιθέτως, απόκειται σε ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όργανο να ελέγξει την απόφαση για την έκδοση της οποίας συντάχθηκε η εν λόγω νομική ανάλυση. |
|
61. |
Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι η οδηγία 95/46 δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν πρόσβαση σε μια τέτοια νομική ανάλυση εφόσον περιέχεται σε εσωτερικό έγγραφο, όπως το πρακτικό, το οποίο περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, διότι μια τέτοια νομική ανάλυση δεν αποτελεί καθεαυτή δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα. |
|
62. |
Αποτελεί η νομική ανάλυση μορφή επεξεργασίας ή αρχειοθετήσεως που εμπίπτει στην οδηγία 95/46; |
|
63. |
Φρονώ πως όχι. Αντιθέτως, πρόκειται για διαδικασία ευρισκόμενη εξ ολοκλήρου υπό τον έλεγχο του ανθρώπινου στοιχείου, στο πλαίσιο της οποίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (στον βαθμό που είναι κρίσιμα για τη νομική ανάλυση) αξιολογούνται, προσδιορίζονται σύμφωνα με τον νομικό χαρακτηρισμό τους και υπόκεινται στο εφαρμοστέο δίκαιο, και βάσει της οποίας εκδίδεται απόφαση επί νομικού ζητήματος. Επιπλέον, η εν λόγω διαδικασία ούτε είναι αυτοματοποιημένη ούτε προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για αρχειοθέτηση των δεδομένων ( 45 ). |
|
64. |
Ως επεξεργασία νοείται «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών» που εφαρμόζεται στα δεδομένα αυτά από οντότητα που προσδιορίζεται στην οδηγία 95/46. Η επιλογή της λέξεως «όπως» στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, αφήνει να εννοηθεί ότι ο κατάλογος των εργασιών είναι μη εξαντλητικός ( 46 ) αλλά επισημαίνει επίσης το είδος της εργασίας που συνιστά «επεξεργασία». Το Δικαστήριο, για παράδειγμα, έκρινε ότι η αναγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ιστοσελίδα του διαδικτύου εμπίπτει στην έννοια της εν λόγω επεξεργασίας ( 47 ). Ο κατάλογος επίσης περιέχει την «προσαρμογή» και τη «χρήση» των εν λόγω δεδομένων, χωρίς να προσδιορίζεται ο σκοπός των ενεργειών αυτών (μολονότι ορισμένες εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 95/46 ορίζονται σε συνάρτηση με τον σκοπό της επεξεργασίας) ( 48 ). Στην έννοια της επεξεργασίας εμπίπτουν επίσης η συλλογή, η διαβίβαση, ο χειρισμός, η καταχώριση, η αποθήκευση ή η ανακοίνωση δεδομένων ήχου και εικόνας ( 49 ). |
|
65. |
Κατά την άποψή μου, όλες αυτές οι εργασίες συνίστανται σε ενέργειες που αφορούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, χωρίς όμως την αξιολόγηση των δεδομένων αυτών η οποία καθίσταται αναπόφευκτη στο πλαίσιο της νομικής αναλύσεως. Το ίδιο ισχύει και για την έννοια της αρχειοθετήσεως. |
|
66. |
Ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η νομική ανάλυση αποτελεί μορφή επεξεργασίας, εντούτοις δεν πρόκειται για επεξεργασία, αυτοματοποιημένη ή μη. Προσθέτω ότι, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 12 της οδηγίας 95/46 θέτει τη βάση για την πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ως τέτοια, αλλά όχι για την πρόσβαση είτε στη διαδικασία επεξεργασίας τους είτε στην επεξεργασμένη μορφή τους. |
Το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος προσβάσεως κατά την οδηγία 95/46 (τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑141/12)
|
67. |
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑141/12, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση, δυνάμει του άρθρου 12 της οδηγίας 95/46 και του άρθρου 8, παράγραφος 2, του Χάρτη ( 50 ), στα «ανωτέρω περιγραφόμενα δεδομένα» σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκτιμήσει ότι πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. |
|
68. |
Φρονώ ότι η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα μπορεί να είναι μόνο καταφατική, στο μέτρο που παρόμοια πρόσβαση δεν αποτελεί αντικείμενο περιορισμού ή εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 13 της οδηγίας 95/46. |
Μορφή προσβάσεως (πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑141/12 και πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑372/12)
|
69. |
Τα αιτούντα δικαστήρια θέτουν το ερώτημα αν η οδηγία 95/46 επιβάλλει τη χορήγηση αντιγράφου του πρακτικού στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. |
|
70. |
Επίσης το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση C‑372/12 επικαλείται στο πλαίσιο αυτό το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη. Το άρθρο 8 του Χάρτη, μολονότι διαμορφώθηκε υπό το φως, μεταξύ άλλων, της οδηγίας 95/46, προβλέπει εντούτοις αυτοτελές δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ( 51 ). Ωστόσο, δεν προβλέπει αυτοτελή κανόνα ο οποίος διέπει τη μορφή υπό την οποία πρέπει να καθίσταται διαθέσιμη η πρόσβαση. Υπό το πρίσμα των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη έχει την έννοια, κατά τη γνώμη μου, ότι η πρόσβαση δεν πρέπει να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των σκοπών της και για την πλήρη ενημέρωση του ενδιαφερομένου προσώπου επί των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποτελούν αντικείμενο προστασίας κατά τη διάταξη αυτή. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 12 της οδηγίας 95/46 προϋπόθεση συμπίπτει με τις εν λόγω αρχές. Συνεπώς, φρονώ ότι παρέλκει η αυτοτελής εξέταση του ζητήματος σχετικά με τη μορφή της προσβάσεως βάσει του άρθρου 8 του Χάρτη. |
|
71. |
Η οδηγία 95/46 δεν καθιερώνει δικαίωμα προσβάσεως σε όλα τα έγγραφα ή τα αρχεία τα οποία περιέχουν ή χρησιμοποιούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Δεν προσδιορίζει την υλική μορφή υπό την οποία πρέπει να παρέχεται η πρόσβαση την οποία η ως άνω οδηγία εγγυάται στα εν λόγω δεδομένα. |
|
72. |
Αντιθέτως, η εν λόγω οδηγία προβλέπει ότι τα υπό επεξεργασία δεδομένα, καθώς και κάθε διαθέσιμη πληροφορία ως προς την προέλευση των δεδομένων πρέπει να γνωστοποιούνται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο «με εύληπτο τρόπο» ( 52 ). |
|
73. |
Κρίνεται, σε συνάρτηση με τις περιστάσεις, ότι η λήψη αντιγράφου δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε επαρκής. |
|
74. |
Δεν απαιτείται, σύμφωνα με την οδηγία 95/46, τα εν λόγω δεδομένα που προστατεύονται από το δικαίωμα προσβάσεως να καθίστανται διαθέσιμα υπό την υλική μορφή υπό την οποία υφίστανται ή καταχωρίστηκαν αρχικά. Εκτιμώ συναφώς, ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως, το οποίο τους επιτρέπει να καθορίζουν ( 53 ), βάσει των περιστάσεων εκάστης υποθέσεως, τη μορφή υπό την οποία παρέχεται πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. |
|
75. |
Εφόσον προβαίνουν στην εν λόγω εκτίμηση, τα κράτη μέλη οφείλουν ειδικότερα, να λαμβάνουν υπόψη: i) την υλική μορφή υπό την οποία υφίστανται και καθίστανται διαθέσιμα στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τα συγκεκριμένα στοιχεία, ii) το είδος των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και iii) τους σκοπούς του δικαιώματος προσβάσεως. |
|
76. |
Πρώτον, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ενδέχεται να υφίστανται υπό διαφορετικές μορφές. Για παράδειγμα, δεδομένα που καταχωρίστηκαν κατά τη διάρκεια συνεντεύξεως, και κατόπιν αυτού αποθηκεύτηκαν, δύνανται να έχουν τη μορφή ηχογραφημένης κασέτας, ηλεκτρονικού αρχείου που περιέχει την ηχογράφηση ή απομαγνητοφωνημένου κειμένου. Επομένως, αν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προέρχονται από συνέντευξη, το άρθρο 12 της οδηγίας 95/46 δεν ορίζει αν τα εν λόγω δεδομένα πρέπει να καταστούν διαθέσιμα υπό τη μορφή ηχογραφημένης κασέτας, αρχείου που περιέχει την ηχογράφηση, ή απομαγνητοφωνημένου κειμένου ή άλλου μέσου. Ανεξαρτήτως της μορφής που επιλέγεται, τα εν λόγω δεδομένα πρέπει, ωστόσο, να καθίστανται διαθέσιμα υπό φυσική μορφή σταθερή και δυνάμενη να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σύνολο τέτοιων δεδομένων. |
|
77. |
Δεύτερον, το άρθρο 12 της οδηγίας 95/46 εγγυάται την πρόσβαση των ενδιαφερομένων προσώπων στα δεδομένα που τα αφορούν και τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας, εξαιρείται όμως η πρόσβαση σε άλλο δεδομένο, συμπεριλαμβανομένου αυτού που αφορά άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Επομένως, ένα σύνολο προσωπικών δεδομένων καταγεγραμμένων (για παράδειγμα) σε χωριστό έγγραφο ή το αντίγραφο του πρακτικού από το οποίο έχει διαγραφεί ή καταστεί μη προσβάσιμο κάθε στοιχείο που δεν αποτελούσε δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να θεωρούνται έγκυρες μορφές παροχής προσβάσεως. Αντιθέτως, ενδέχεται να είναι επιβεβλημένη η γνωστοποίηση ολόκληρου του εγγράφου στο οποίο αναγράφονται μόνον οι ημερομηνίες και η διάρκεια τηλεφωνικών κλήσεων που πραγματοποιήθηκαν από κινητό τηλέφωνο ενός προσώπου, διότι η υπό άλλη μορφή παρουσίαση των στοιχείων αυτών ενδέχεται να αποδειχθεί αμφίβολης πρακτικής αποτελεσματικότητας ή εξαιρετικά δυσχερής. |
|
78. |
Τρίτον, τα δεδομένα που γνωστοποιούνται πρέπει να εξασφαλίζουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τη γνώση και την κατανόηση του περιεχομένου τους, και, στην περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο, την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από στο άρθρο 12, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 95/46, όπως επίσης, για παράδειγμα, του δικαιώματος του προσώπου να αντιταχθεί στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 14) και του δικαιώματος προσφυγής σε περίπτωση ζημίας (άρθρο 22 και 23) ( 54 ). Επομένως, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να λαμβάνουν μορφή η οποία επιτρέπει στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, για παράδειγμα, να ενημερώνεται επί των εν λόγω δεδομένων και να τα κατανοεί, να βεβαιώνεται για την ακρίβειά τους και τον σύννομο χαρακτήρα της επεξεργασίας τους, να ζητεί τη διόρθωσή τους ή ακόμη να αντιτάσσεται στην (περαιτέρω) επεξεργασία τους ( 55 ). Συνεπώς η μορφή της προσβάσεως καθορίζεται και σε συνάρτηση με τα δικαιώματα που ττο ενδιαφερόμενο πρόσωπο σκοπεύει να ασκήσει. |
|
79. |
Συνεπώς, το γεγονός ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συμπεριλαμβάνονται σε έγγραφα όπως το πρακτικό δεν συνεπάγεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει αυτομάτως δικαίωμα προσβάσεως στο υλικό αυτό, ήτοι στο αντίγραφο ή στο απόσπασμα του εγγράφου αυτού. |
Περιορισμοί και εξαιρέσεις (έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑372/12)
|
80. |
Εκτιμώ ότι η οδηγία 95/46 δεν διασφαλίζει τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως προσβάσεως στη νομική ανάλυση που περιέχεται στο πρακτικό. Κατά συνέπεια δεν κρίνεται αναγκαία η αιτιολόγηση της αρνήσεως χορηγήσεως προσβάσεως κατά το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας. |
|
81. |
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο διαφωνήσει και κρίνει ότι η οδηγία 95/46 (και ειδικότερα το άρθρο 12) εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, εμπίπτει το συμφέρον διασφαλίσεως της απρόσκοπτης ανταλλαγής απόψεων εντός της δημόσιας αρχής στο πεδίο εφαρμογής των όρων «προστασία […] των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων προσώπων» του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ; Επικουρικώς, εμπίπτει το εν λόγω συμφέρον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχεία δʹή στʹ; |
|
82. |
Φρονώ ότι στα ερωτήματα αυτά πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. |
|
83. |
Στο άρθρο 13, παράγραφος 1, απαριθμούνται εξαντλητικά οι λόγοι βάσει των οποίων μπορούν να δικαιολογηθούν νομοθετικά μέτρα που περιορίζουν την έκταση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις της οδηγίας 95/46, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 12. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να στηρίζονται στο δημόσιο συμφέρον ή στην επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στα δικαιώματα και τις ελευθερίες του ενδιαφερομένου προσώπου, αφενός, και άλλων προσώπων, αφετέρου. |
|
84. |
Ως προς το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, η προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων προσώπων (δηλαδή εκτός του ενδιαφερομένου) δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει δικαιώματα και ελευθερίες της αρχής που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ο χαρακτηρισμός της νομικής αναλύσεως ως δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα στηρίζεται στο γεγονός ότι η εν λόγω ανάλυση αφορά το ιδιωτικό συμφέρον προσώπου του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί. Μολονότι το ιδιωτικό συμφέρον που συνίσταται στην προστασία μιας εσωτερικής γνωμοδοτήσεως, προκειμένου να διασφαλιστεί η ικανότητα της διοικήσεως να ασκήσει τις αρμοδιότητές της, ανταγωνίζεται ενδεχομένως το δημόσιο συμφέρον ως προς τη διαφάνεια, εντούτοις ο περιορισμός της προσβάσεως σε μια τέτοια γνωμοδότηση δεν μπορεί να στηριχθεί στο πρώτο από τα δύο ανταγωνιστικά συμφέροντα, διότι το δικαίωμα προσβάσεως καλύπτει μόνον ό,τι αφορά το ιδιωτικό συμφέρον. |
|
85. |
Όσον αφορά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία δʹ και στʹ, συμφωνώ με την παραδοχή της Ολλανδικής Κυβέρνησης ότι δεν υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ των περιορισμών της προσβάσεως που προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη και των συμφερόντων που προστατεύονται εν προκειμένω. |
Πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά το άρθρο 41 του Χάρτη (τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑141/12 και τρίτο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑372/12)
|
86. |
Σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, ο Χάρτης αφορά τα κράτη μέλη μόνο στην περίπτωση που αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Με άλλα λόγια, ο Χάρτης εφαρμόζεται οσάκις εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης ( 56 ). Ο εν λόγω περιορισμός ισχύει ανεξαρτήτως κάθε άλλου περιορισμού που προβλέπεται από ειδική διάταξη του Χάρτη. |
|
87. |
Στις υπό κρίση υποθέσεις, ο Χάρτης έχει εφαρμογή διότι οι σχετικές αποφάσεις ελήφθησαν μετά την έναρξη ισχύος του την 1η Δεκεμβρίου 2009 και, όπως επιβεβαίωσε η Ολλανδική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δυνάμει εθνικής νομοθεσίας με την οποία τίθεται σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης. |
|
88. |
Ανεξαρτήτως του συμπεράσματος αυτού, εκτιμώ ότι το άρθρο 41 του Χάρτη δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων, διότι προβλέπει δικαιώματα έναντι των οργάνων της Ένωσης (τα οποία, επομένως, αφορούν υποχρεώσεις των τελευταίων), ενώ οι υπό κρίση υποθέσεις αφορούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και άλλες πληροφορίες τις οποίες έχει στην κατοχή του κράτος μέλος. |
|
89. |
Το Δικαστήριο, με την απόφαση Cicala, επιβεβαίωσε αυτή την ερμηνεία σε σχέση με το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση αιτιολογήσεως ( 57 ). Μολονότι το άρθρο 41, παράγραφος 2, δεν αναφέρεται ρητώς στα όργανα της Ένωσης, εντούτοις προσδιορίζει τους αποδέκτες των υποχρεώσεων τις οποίες προβλέπει, με την εισαγωγική φράση «[τ]ο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει ιδίως». Η φράση αυτή παραπέμπει αναμφισβήτητα στο δικαίωμα που προβλέπεται από το άρθρο 41, παράγραφος 1, το οποίο μπορεί να αντιταχθεί έναντι «των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης». |
|
90. |
Η διαπίστωση στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση M.M. ( 58 ), ότι το άρθρο 41, παράγραφος 2, είναι γενικής ισχύος, δεν αντιβαίνει στο περιεχόμενο της αποφάσεως Cicala. Από τον συνδυασμό των σκέψεων 82 έως 84 της αποφάσεως M.M. προκύπτει ότι το Δικαστήριο επικεντρώθηκε στην ουσία του δικαιώματος ακροάσεως και στα πρόσωπα που δικαιούνται να το επικαλούνται ( 59 )· επίσης, στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επισήμανε τόσο το ευρύ πεδίο εφαρμογής του εν λόγω δικαιώματος όσο και τη θέση που αυτό ανέκαθεν κατέχει στην έννομη τάξη της Ένωσης. |
|
91. |
Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα της υποθέσεως C‑372/12· επομένως παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην εν λόγω υπόθεση. |
|
92. |
Τέλος, έχω ήδη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να διευρύνει το Δικαστήριο το πεδίο της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, ώστε να δοθούν απαντήσεις σε ζητήματα σχετικά με το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο και στην υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων, εφόσον έχει εφαρμογή το παράγωγο δίκαιο ή άλλες διατάξεις του Χάρτη, κυρίως το άρθρο 47. Τέτοια ζητήματα ενδέχεται να είναι κρίσιμα σε περιπτώσεις όπως αυτές που αποτελούν αντικείμενο των υπό κρίση αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως. Λαμβανομένης υπόψη, αφενός, της απουσίας ενδείξεων ότι τα ζητήματα αυτά τέθηκαν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και, αφετέρου, της μη προβολής σχετικών επιχειρημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνεται αναγκαίο να περιοριστούν οι απαντήσεις του Δικαστηρίου στο ζήτημα της προσβάσεως στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ( 60 ). |
Πρόταση
|
93. |
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Rechtbank Middelburg και του Raad van State ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Βλ. σημείο 17 κατωτέρω.
( 3 ) Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281, σ. 31), όπως τροποποιήθηκε σε ορισμένα σημεία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284, σ. 1). Η απόφαση-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕ L 350, σ. 60), περιέχει χωριστούς κανόνες σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. Οι προπαρασκευαστικές εργασίες για τη θέσπιση νέου γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων συνεχίζονται [βλ. COM(2012) 11 τελικό].
( 4 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 10 του προοιμίου της οδηγίας 95/46.
( 5 ) Ο ορισμός αυτός προφανώς αντλείται από τον πανομοιότυπο ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της Σύμβασης του 1981 για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα (ETS 108), στην οποία όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη.
( 6 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 15 του προοιμίου της οδηγίας 95/46.
( 7 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 41 της οδηγίας 95/46.
( 8 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 42 του προοιμίου της οδηγίας 95/46.
( 9 ) Κανονισμός (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8, σ. 1).
( 10 ) Βλ. άρθρο 2, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 45/2001.
( 11 ) Βλ. άρθρο 13, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 45/2001.
( 12 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145, σ. 43).
( 13 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που κατέχει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της ασκήσεως των διοικητικών λειτουργιών του (ΕΕ 2013, C 38, σ. 2).
( 14 ) Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001· άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
( 15 ) Άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001· άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
( 16 ) Άρθρο 1, στοιχείο αʹ, του Wbp.
( 17 ) Άρθρο 2, παράγραφος 1, του Wbp.
( 18 ) Άρθρο 35 του Wbp.
( 19 ) Παραδείγματα πρακτικών υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο κατά την έγγραφη διαδικασία στην υπόθεση C‑141/12.
( 20 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2004, C-365/02, Lindfors (Συλλογή 2004, σ. I-7183, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 10ης Οκτωβρίου 2013, C‑86/12, Alokpa κ.λπ. (σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 21 ) Στις γραπτές παρατηρήσεις τους, ο Y.S., ο M. και ο S. αναφέρθηκαν ρητώς στην οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ L 326, σ. 13), της οποίας το άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, προβλέπει τα εξής: «Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε, όταν απορρίπτεται αίτηση [χορηγήσεως ασύλου], να αναφέρονται στην απόφαση οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι και να δίδονται γραπτώς πληροφορίες για τις δυνατότητες προσβολής αρνητικής απόφασης». Το δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής ορίζει ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν χορηγείται στον αιτούντα το καθεστώς πρόσφυγα, αλλά καθεστώς που παρέχει βάσει της εθνικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας της ΕΕ τα ίδια δικαιώματα και οφέλη δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ L 304, σ. 2), το κράτος μέλος δεν υποχρεούται να αναφέρει τους λόγους της αποφάσεως αυτής αλλά οφείλει «να μεριμνά ώστε οι λόγοι μη χορήγησης να αναφέρονται στο φάκελο του αιτούντος και να έχει πρόσβαση στο φάκελο αυτό ο αιτών κατόπιν αιτήσεώς του».
( 22 ) Για παράδειγμα, η μεταβολή των περιστάσεων δύναται να καθορίσει εάν η απόφαση περί χορηγήσεως άδειας διαμονής θα ανανεωθεί ή θα ανακληθεί.
( 23 ) Βλ. αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2033, C-69/10, Samba Diouf (Συλλογή 2011, σ. I-7151, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013, C‑300/11, ZZ (σκέψη 53).
( 25 ) Βλ. σημείο 60 κατωτέρω.
( 26 ) Βλ. σημείο 17 ανωτέρω.
( 27 ) Άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46.
( 28 ) Βλ., για παράδειγμα, αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 95/46 και άρθρο 3, παράγραφος 2, αυτής, το οποίο προβλέπει δύο εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
( 29 ) Δεύτερη περίπτωση του άρθρου 12, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 95/46.
( 30 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-101/01, Lindqvist (Συλλογή 2003, σ. I-12971, σκέψη 24), της 20ής Μαΐου 2003, C-465/00, C-138/01 και C-139/01, Österreichischer Rundfunk κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I-4989, σκέψη 64), της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-73/07, Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia (Συλλογή 2008, σ. I-9831, σκέψεις 35 και 37), της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-524/06, Huber (Συλλογή 2008, σ. I-9705, σκέψη 43), και της 7ης Μαΐου 2009, C-553/07, Rijkeboer (Συλλογή 2009, σ. I-3889, σκέψη 62).
( 31 ) Απόφαση Lindqvist (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 24).
( 32 ) Απόφαση Rijkeboer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 42).
( 33 ) Απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, C‑342/12, Worten (σκέψεις 19 και 22).
( 34 ) Απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 64). Βλ., επίσης, τα είδη των επίδικων δεδομένων στην απόφαση Huber (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψεις 20 και 43).
( 35 ) Απόφαση Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψεις 35 και 37).
( 36 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2010, C-92/09 και C-93/09, Volker und Markus Schecke και Eifert (Συλλογή 2010, σ. I-11063, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· βλ. επίσης, πιο πρόσφατα, σημείο 118 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen στην υπόθεση C‑131/12, Google Spain και Google (εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου).
( 37 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 14 έως 17 της οδηγίας 95/46.
( 38 ) Βλ., για παράδειγμα, σημείο 24 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Μ. Poiares Maduro στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2008, C-39/05 P και C-52/05 P, Sweden and Turco κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. I-4723), ο οποίος υιοθέτησε την επισήμανση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία «η έκφραση “νομικές γνωμοδοτήσεις” [του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001] δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία ως προς την ερμηνεία της». Άλλες αποφάσεις με τις οποίες εξετάστηκε το ζήτημα της προσβάσεως στις γνωμοδοτήσεις των νομικών υπηρεσιών των οργάνων της Ένωσης ή σε νομικά έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι, για παράδειγμα, οι αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C-514/07 P, C-528/07 P και C-523/07 P, Sweden κ.λπ. κατά API και Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-8533). Βλ., επίσης, σημεία 13 και 14 ανωτέρω.
( 39 ) Ειδικότερα, άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2041. Βλ. σημείο 14 ανωτέρω.
( 40 ) Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης συνέκριναν τη νομική ανάλυση με τον νομικό χαρακτηρισμό των ιατρικών αναλύσεων ως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 4/2007 σχετικά με την έννοια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την ομάδα του άρθρου 29 (01248/07/EN έγγραφο WP 136). Η εν λόγω γνωμοδότηση, η οποία δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, χαρακτηρίζει ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα αποτελέσματα των ιατρικών αναλύσεων. Ωστόσο δεν διατυπώνει άποψη όσον αφορά τις ιατρικές αναλύσεις, αυτές καθεαυτές.
( 41 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 και άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46.
( 42 ) Βλ. άρθρο 7, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 95/46.
( 43 ) Βλ. άρθρο 12, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 95/46.
( 44 ) Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 12, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 95/46.
( 45 ) Βλ., επίσης, σημείο 146 των προτάσεών μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, C-28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager (Συλλογή 2010, σ. I-6055), όπου πρότεινα (στο πλαίσιο του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 45/2001) ότι «μια σειρά ενεργειών […]στην οποία το ανθρώπινο στοιχείο διαδραματίζει τόσο πρωταρχικό ρόλο και διατηρεί τον έλεγχο καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως “εν [...] μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”».
( 46 ) Ως «επεξεργασία» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων διαδικασιών και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η εναρμόνιση ή ο συνδυασμός, καθώς και το κλείδωμα, η διαγραφή ή η καταστροφή» (άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 95/46).
( 47 ) Απόφαση Lindqvist (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 25).
( 48 ) Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 95/46.
( 49 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 95/46· βλ. επίσης τα παραδείγματα στη σκέψη 37 της αποφάσεως Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30).
( 50 ) Βλ., επίσης, σημείο 70 κατωτέρω.
( 51 ) Βλ. την επεξήγηση στο άρθρο 8 του Χάρτη (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), η οποία επίσης παραπέμπει στον κανονισμό 45/2001. Κατά το προοίμιό τους, οι επεξηγήσεις αυτές δεν έχουν νομική ισχύ, αλλά «αποτελούν πολύτιμο εργαλείο ερμηνείας για την εξήγηση των διατάξεων του Χάρτη»· επίσης, το άρθρο 52, παράγραφος 7, του Χάρτη ορίζει ότι τα δικαστήρια της Ένωσης και των κρατών μελών «λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους» τις επεξηγήσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία της προστασίας αυτής»: βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2013, C‑283/11, Sky Österreich (σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 52 ) Δεύτερη περίπτωση του άρθρου 12, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 95/46.
( 53 ) Βλ. απόφαση Lindqvist (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 84), στην οποία επισημαίνεται ότι «τα κράτη μέλη διαθέτουν από πολλές απόψεις περιθώριο χειρισμών για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 95/46».
( 54 ) Απόφαση Rijkeboer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψεις 51 και 52).
( 55 ) Βλ., επίσης, αιτιολογικές σκέψεις 25 και 41 της οδηγίας 95/46.
( 56 ) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, C‑617/10, Åkerberg Fransson (σκέψεις 20 και 21), όπως επικυρώθηκε πρόσφατα με την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, C‑418/11, TEXDATA Software (σκέψη 73).
( 57 ) Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C-482/10 (Συλλογή 2011, σ. I-14139, σκέψη 28).
( 58 ) Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑277/11 (σκέψη 84).
( 59 ) Βλ. επίσης σημείο 32 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Υ. Bot στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση M.M. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 58).
( 60 ) Βλ. σημεία 34 έως 38 ανωτέρω.