This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62003CC0171
Opinion of Mr Advocate General Poiares Maduro delivered on 8 June 2004.#Maatschap Toeters and M. C. Verberk v Productschap Vee en Vlees.#Reference for a preliminary ruling: College van Beroep voor het bedrijfsleven - Netherlands.#Beef and veal - Early marketing premium for veal calves - Time-limit for lodging premium applications - Rules for calculating time-limit - Validity of Regulation (EEC) No 3886/92.#Case C-171/03.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 8ης Ιουνίου 2004.
Maatschap Toeters και M. C. Verberk κατά Productschap Vee en Vlees.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: College van Beroep voor het bedrijfsleven - Κάτω Χώρες.
Βόειο κρέας - Πριμοδότηση για την πρόωρη διάθεση μόσχων στην αγορά - Προθεσμία υποβολής της αιτήσεως πριμοδοτήσεως - Τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας - Κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92.
Υπόθεση C-171/03.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 8ης Ιουνίου 2004.
Maatschap Toeters και M. C. Verberk κατά Productschap Vee en Vlees.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: College van Beroep voor het bedrijfsleven - Κάτω Χώρες.
Βόειο κρέας - Πριμοδότηση για την πρόωρη διάθεση μόσχων στην αγορά - Προθεσμία υποβολής της αιτήσεως πριμοδοτήσεως - Τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας - Κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92.
Υπόθεση C-171/03.
Συλλογή της Νομολογίας 2004 I-10945
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2004:341
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 8ης Ιουνίου 2004 (1)
Υπόθεση C-171/03
1. Maatschap Toeters
2. M. C. Verberk
κατά
Productschap Vee en Vlees
[αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Υπολογισμός των προθεσμιών – Ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 1182/71 – Ερμηνεία και κύρος του άρθρου 50α του κανονισμού 3386/92 – Αρχή της αναλογικότητας»
1. Το College van Beroep voor het bedrijfsleven (διοικητικό δικαστήριο επί εμπορικών και βιομηχανικών διαφορών) απηύθυνε στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα ερμηνείας αφορώντα τον τρόπο υπολογισμού προθεσμίας που προβλέπει η κανονιστική ρύθμιση περί της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος, καθώς και προδικαστικό ερώτημα κύρους ως προς την αναλογικότητα των συνεπειών εκ της μη τηρήσεως της εν λόγω προθεσμίας.
I – Τα πραγματικά περιστατικά, το νομικό πλαίσιο και τα προδικαστικά ερωτήματα
2. Οι διάδικοι στα πλαίσια της κύριας δίκης είναι δύο κτηνοτροφικές επιχειρήσεις (Maatschap Toeters και M.C. Verberk), αφενός, και το Productschap Vee en Vlees (γραφείο εμπορίας αγέλης και κρέατος). Οι εν λόγω επιχειρήσεις ζήτησαν πριμοδότηση για την πρόωρη διάθεση μόσχων στην αγορά στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος. Το Productschap Vee en Vlees απέρριψε τις αιτήσεις τους με το αιτιολογικό ότι είχαν υποβληθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας τριών εβδομάδων που προβλέπει η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση.
3. Συγκεκριμένα, οι μόσχοι της Maatschap Toeters είχαν σφαγεί στις 12, 13 και 16 Μαρτίου 1998. Το Productschap Vee en Vlees εκτίμησε ότι οι προθεσμίες για την υποβολή των αιτήσεων πριμοδοτήσεως είχαν λήξει αντίστοιχα στις 3, 6 και 7 Απριλίου1998 και ότι το έντυπο αιτήσεως που είχε παραλάβει στις 8 Απριλίου1998 είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα. Οι μόσχοι της M. C. Verberk είχαν σφαγεί στις 23 και 28 Φεβρουαρίου 1998. Το Productschap Vee en Vlees εκτίμησε ότι οι προθεσμίες των τριών εβδομάδων είχαν λήξει αντίστοιχα στις 18 και 19 Φεβρουαρίου 1998 και ότι το έντυπο αιτήσεως που το ίδιο είχε παραλάβει στις 20 Φεβρουαρίου 1998 του είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα.
4. Κατόπιν αυτού, οι επιχειρήσεις άσκησαν προσφυγή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι η απόφανσή του εξηρτάτο από την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (2). Βάσει της εν λόγω διατάξεως:
«1. […] Αν προθεσμία που προσδιορίζεται κατά ημέρες, εβδομάδες, μήνες ή έτη υπολογίζεται από τη στιγμή που συμβαίνει κάποιο γεγονός ή πραγματοποιείται κάποια ενέργεια, η ημέρα κατά την οποία συμβαίνει το γεγονός αυτό ή πραγματοποιείται η ενέργεια αυτή δεν υπολογίζεται στη προθεσμία.
2. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4: […]
γ) προθεσμία που προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη αρχίζει με την έναρξη της πρώτης ημέρας της προθεσμίας και λήγει με την παρέλευση της τελευταίας ώρας της ημέρας της τελευταίας εβδομάδας, του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους που είναι κατά την ονομασία ή τον αριθμό αντίστοιχη με την ημέρα ενάρξεως της προθεσμίας […]»
5. Το εθνικό δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η απόφανσή του εξηρτάτο και από την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 50α, παράγραφος 1, του κανονισμού 3886/92 (3), σύμφωνα με το οποίο «[κ]άθε αίτηση για χορήγηση πριμοδοτήσεως [λόγω σφαγής των μόσχων] υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους το αργότερο τρεις εβδομάδες μετά την ημερομηνία σφαγής».
6. Στην αλληλουχία αυτή το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) α) Πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, initio και στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1182/71 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια κατά εβδομάδες προσδιοριζόμενη προθεσμία, όπως αυτή που τάσσει το άρθρο 50α του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92, λήγει με την παρέλευση της τελευταίας ώρας της ημέρας της τελευταίας εβδομάδας που είναι κατά την ονομασία αντίστοιχη με την ημέρα που ακολουθεί την ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η σφαγή;
β) Δύναται ένα κράτος μέλος, κατά την εφαρμογή του άρθρου 50α του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92, να καθορίσει το χρονικό σημείο υποβολής της αιτήσεως πριμοδοτήσεως βάσει εθνικών κανόνων που στην εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους ισχύουν για ανάλογες εθνικές προθεσμίες υποβολής αιτήσεων;
γ) Αν όχι, πρέπει το άρθρο 50α του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια αίτηση πριμοδοτήσεως “υποβλήθηκε” εμπροθέσμως και αν μπορεί να αποδειχθεί ότι παραδόθηκε στο ταχυδρομείο πριν από την παρέλευση της προθεσμίας των τριών εβδομάδων και παρελήφθη από την αρμόδια αρχή σε τέτοιο χρονικό σημείο μετά την προθεσμία αυτή, ώστε τα σχετικά στοιχεία μπόρεσαν να ανακοινωθούν στην Επιτροπή την ίδια ημέρα που θα ανακοινώνονταν αν η αίτηση πριμοδοτήσεως είχε παραληφθεί εντός της προθεσμίας αυτής από την αρμόδια αρχή;
2) Είναι το άρθρο 50α, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92 έγκυρο κατά το μέρος που αποκλείει πλήρως τη χορήγηση πριμοδοτήσεως επί κάθε υπερβάσεως της προθεσμίας για την υποβολή αιτήσεως πριμοδοτήσεως, ανεξάρτητα από τη φύση και την έκταση της υπερβάσεως της προθεσμίας;»
7. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Ολλανδική Κυβέρνηση, το Productschap Vee en Vlees και η Επιτροπή.
II – Εκτίμηση
Α – Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
8. Με το εν λόγω ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά πώς πρέπει να χωρήσει ο υπολογισμός μιας προθεσμίας οριζόμενης κατά εβδομάδες, κατά την έννοια του κανονισμού 1182/71, η οποία αρχίζει να τρέχει κατόπιν ενός γεγονότος ή μιας ενεργείας. Από το άρθρο 3 του κανονισμού συνάγει ότι δεν περιλαμβάνεται στην προθεσμία η ημέρα επελεύσεως του εν λόγω γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της ενεργείας, εν προκειμένω η ημέρα σφαγής των μόσχων, διατηρεί όμως επιφυλάξεις ως προς την τελευταία ημέρα της προθεσμίας. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού ορίζει ότι η προθεσμία λήγει με την παρέλευση της τελευταίας ώρας της ημέρας που είναι κατά την ονομασία ή τον αριθμό αντίστοιχη με την ημέρα ενάρξεως της προθεσμίας. Αναφέρεται στην ημέρα επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της πράξεως ως αφετηρίας της προθεσμίας, μολονότι δεν συνυπολογίζεται αυτή; Ή πρόκειται για την επόμενη, ήτοι την πρώτη ημέρα της προθεσμίας; Το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι, σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία, οι κατά εβδομάδες προθεσμίες είναι επτά ημερών, ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία οι εν λόγω προθεσμίες υπολογίζονται με μία επιπλέον ημέρα. Έτσι, προθεσμία μιας εβδομάδας θα περιλαμβάνει οκτώ ημέρες, δύο εβδομάδων 15 ημέρες κ.ο.κ.
9. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 3 του κανονισμού 1182/71, η τελευταία ημέρα μιας προθεσμίας εκφραζόμενης σε εβδομάδες είναι η ημερομηνία της τελευταίας εβδομάδας της προθεσμίας που φέρει την ίδια ονομασία με εκείνη που έπεται της ημέρας επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της πράξεως, ημέρας από την οποία αρχίζει η προθεσμία. Στην περίπτωσή μας, δοθέντος ότι η ημέρα της σφαγής δεν περιλαμβάνεται στην προθεσμία, η ημερομηνία από την οποία αρχίζει ο υπολογισμός της προθεσμίας δεν μπορεί να είναι άλλη από την επόμενη ημέρα. Έτσι, αν οι μόσχοι είχαν σφαγεί τη Δευτέρα 16 Μαρτίου 1998, η προθεσμία τριών εβδομάδων άρχισε να τρέχει την Τρίτη 17 Μαρτίου 1998 και ώρα 00:00 και έληξε την Τρίτη της τρίτης εβδομάδας μετά τις 24:00 ώρα, ήτοι την Τρίτη 7 Απριλίου1998 στις 24:00 ώρα.
10. Η Επιτροπή τάσσεται υπέρ της αντίθετης ερμηνείας. Το άρθρο 3 του κανονισμού 1182/71 θεμελιώνεται στις έννοιες των dies a quo και dies ad quem. Από την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου η Επιτροπή συνάγει ότι η dies a quo είναι η ημέρα της επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της ενεργείας, ημέρα από την οποία πρέπει να υπολογιστεί η προθεσμία. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της εν λόγω διατάξεως, η dies a quo δεν αποτελεί μέρος της προθεσμίας, με σκοπό όλοι οι διοικούμενοι να διαθέτουν την ίδια προθεσμία η οποία δεν εξαρτάται από τον χρόνο επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της ενεργείας. Αντιθέτως, η συγκεκριμένη ημέρα επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της ενεργείας εξακολουθεί να αποτελεί την dies a quo για τον υπολογισμό της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας. Με τον τρόπο αυτό, προθεσμία μιας εβδομάδας είναι προθεσμία επτά ημερών. Στην αντίθετη περίπτωση, η προθεσμία μιας εβδομάδας θα περιελάμβανε οκτώ ημέρες, η προθεσμία δύο εβδομάδων δεκαπέντε ημέρες κ.ο.κ., πράγμα που η Επιτροπή θεωρεί παράλογο.
11. Το ερώτημα αυτό εγείρει περίπλοκο και ως ένα βαθμό υπερβατικό ζήτημα ερμηνείας ενόψει του ευρέως πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1182/71. Το άρθρο 1 αυτού προβλέπει ότι «[ε]κτός αντιθέτων διατάξεων, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής που εκδόθηκαν ή θα εκδοθούν δυνάμει της Συνθήκης». Πράγματι, ο οικείος κανονισμός εφαρμόζεται επί του υπολογισμού των προθεσμιών, των ημερομηνιών και των διοριών που καθιερώνει η κοινοτική νομοθεσία, εξαιρουμένων των προθεσμιών που τάσσει ειδικός κανόνας και των προβλεπομένων από το πρωτογενές δίκαιο ή από πράξεις μη εκδιδόμενες από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή προθεσμιών, όπως συμβαίνει, επί παραδείγματι με τον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο οποίος είναι πράξη του ιδίου του Δικαστηρίου περιέχουσα ειδικές διατάξεις σε θέματα προθεσμιών.
12. Προτίθεμαι να εκκινήσω την ανάλυσή μου υπενθυμίζοντας εν συντομία τα κείμενα και αναπτύσσοντας ακολούθως συστηματική επιχειρηματολογία, η οποία, κατά την άποψή μου, δίδει τη σωστή απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.
13. Τα κείμενα των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων στα οποία ανέτρεξα δεν παρέχουν οριστική απάντηση δοθέντος ότι όλες οι εκδοχές του άρθρου 3 του κανονισμού 1182/71 εμφανίζουν κάποια αμφισημία. Προκειμένου να προσδιοριστεί ποια πρέπει να είναι η τελευταία ημέρα των εκφραζομένων σε εβδομάδες, μήνες ή έτη προθεσμιών, η παράγραφος 2 του οικείου άρθρου περιορίζεται στην υπόμνηση ότι λαμβάνεται η ημέρα της τελευταίας εβδομάδας, του τελευταίου μήνα ή έτους της προθεσμίας που είναι κατά την ονομασία ή τον αριθμό αντίστοιχη με την ημέρα ενάρξεως της προθεσμίας, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για την ημέρα επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της ενεργείας από την οποία αρχίζει να τρέχει η εν λόγω προθεσμία ή αν πρόκειται για την επόμενη ημέρα, η οποία είναι η πρώτη ημέρα της προθεσμίας.
14. Θα αναφερθώ πρώτον στις αποδόσεις του κανονισμού 1182/71 που ήσαν επίσημες κατά τον χρόνο εκδόσεώς του (ήτοι η γερμανική, η γαλλική, η ιταλική και η ολλανδική απόδοση). Μολονότι τα κείμενα του πρωτογενούς και παράγωγου κοινοτικού δικαίου είναι εξίσου αυθεντικά σε όλες τις επίσημες γλώσσες, ιδιαίτερη προσοχή στις γλωσσικές αποδόσεις κατά την έκδοσή τους μπορεί να είναι χρήσιμη για την αποσαφήνιση του νοήματός τους.
15. Κατά τη γερμανική απόδοση, η προθεσμία λήγει με τη λήξη της ημέρας της τελευταίας εβδομάδας, του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους «der dieselbe Bezeichnung oder dieselbe Zahl wie der Tag des Fristbeginns trägt» (που είναι κατά την ονομασία ή τον αριθμό αντίστοιχη με την ημέρα ενάρξεως της προθεσμίας). Δεν είναι αυταπόδεικτο ποια είναι η εν λόγω «Tag des Fristbeginns». Κατά τι προηγουμένως, το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, ορίζει ότι η προθεσμία αρχίζει να τρέχει («beginnt») με την έναρξη της πρώτης ώρας «des ersten Tages der Frist» (της πρώτης ημέρας της προθεσμίας), οπότε αναφέρεται προφανώς στην ημέρα που ακολουθεί την ημέρα επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της ενεργείας που την κάνει να τρέχει εφόσον η τελευταία αυτή ημέρα δεν περιλαμβάνεται στην προθεσμία. Το γεγονός ότι η γερμανική εκδοχή χρησιμοποιεί στην παράγραφο 2 το ρήμα «beginnen» και τον όρο «Fristbeginns», ενώ η απαντώσα στην παράγραφο 1 είναι η έκφραση «Anfang» υποδηλώνει ότι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας πρέπει να υπολογιστεί εν αναφορά προς την πρώτη ημέρα αυτής και όχι προς την ημέρα κατά την οποία επέρχεται το γεγονός ή πραγματοποιείται η ενέργεια που την κάνει να τρέχει. Γεγονός πάντως παραμένει ότι η γλωσσική αυτή απόδοση είναι αμφισήμαντη.
16. Κατά τη γαλλική απόδοση, η τελευταία ημέρα της προθεσμίας της «jour de départ» εξαρτάται από την τελευταία ημέρα της προθεσμίας, η οποία μπορεί να αναφέρεται τόσο στην πρώτη ημέρα της προθεσμίας («premier jour du délai») όσο και στην ημέρα κατά την οποία χωρεί η ενέργεια ή το γεγονός από το οποίο πρέπει να υπολογιστεί η προθεσμία («à partir du moment où survient un événement ou s’effectue un acte»). Η χρήση των όρων «jour de départ» και «à partir» επιδέχεται την υπόθεση ότι ο νομοθέτης αναφερόταν στην ημέρα κατά την οποία επήλθε το γεγονός ή πραγματοποιήθηκε η ενέργεια και όχι κατά την επόμενη ημέρα, μολονότι η τελευταία αυτή λύση δεν μπορεί περαιτέρω να αποκλείεται.
17. Μολονότι δεν είναι απόλυτα σαφής, η ιταλική απόδοση συγκλίνει προφανώς προς την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, δοθέντος ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, χρησιμοποιεί την έκφραση «giorno iniziale» (ημέρα ενάρξεως), αφού προηγουμένως ορίζεται, κατά τι ανωτέρω, ότι η προθεσμία «comincia a decorrere all’inizio della prima ora del primo giorno del periodo» (αρχίζει να τρέχει με την έναρξη της πρώτης ώρας της πρώτης ημέρας), ενώ στην παράγραφο 1 της ιδίας διατάξεως γίνεται χρήση της εκφράσεως «a partire dal momento in cui si verifica un evento o si compie un atto» (από τη στιγμή επελεύσεως ενός γεγονότος ή πραγματοποιήσεως μιας ενεργείας).
18. Το ολλανδικό κείμενο εμφανίζει την ίδια αμφισημία δεδομένου ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄ αναφέρεται στην «dag waarop de termijn ingaat» (ημέρα ενάρξεως της προθεσμίας), ενώ, κατά τι ανωτέρω, στην ίδια παράγραφο, γίνεται λόγος για «gaat een in weken, maanden of jaren omschreven termijn in […]» (προθεσμία εκφραζόμενη σε εβδομάδες, μήνες ή έτη αρχίζει να τρέχει [….]). Η χρήση του ιδίου ρήματος («ingaan») είναι προφανώς ενδεικτική του ότι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι η ημέρα που φέρει την ίδια ονομασία με εκείνη κατά την οποία άρχισε να τρέχει η προθεσμία, ήτοι η ημέρα που ακολουθεί την ημέρα κατά την οποία επήλθε το γεγονός ή πραγματοποιήθηκε η ενέργεια που την κάνει να τρέχει. Πλην όμως, η παράγραφος 1 χρησιμοποιεί επίσης το ρήμα «ingaan» προκειμένου να αναφερθεί στην ημέρα που κάνει να τρέχει η προθεσμία, οπότε δεν εμφαίνεται με σαφήνεια η ημέρα στην οποία αναφέρεται.
19. Το ίδιο πρόβλημα τίθεται και στην ισπανική απόδοση («el día a partir del cual empieza a computarse un plazo»), στην πορτογαλική απόδοση («o dia do início do prazo», που αναφέρεται προφανώς στην πρώτη ημέρα της προθεσμίας) και στην αγγλική απόδοση («the day from which the period runs», που αναφέρεται προφανώς στην ημέρα του γεγονότος ή της ενεργείας).
20. Η έλλειψη αυτή σαφήνειας διαφοροποιεί το ζήτημα αυτό από εκείνο της ερμηνείας διαδικαστικών, ενώπιον του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, προθεσμιών οι οποίες καθορίζονται με ίδια κανονιστική ρύθμιση στα άρθρα 80 έως 82 και 101 έως 103 των αντίστοιχων κανονισμών διαδικασίας. Οι διατάξεις αυτές είναι σαφείς καθόσον ορίζουν ότι η προθεσμία λήγει «με την παρέλευση της ημέρας της τελευταίας εβδομάδας, του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους, η οποία φέρει το ίδιο όνομα ή την ίδια ημερομηνία με την ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός ή διενεργήθηκε η πράξη που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας» (4). Ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι η ημέρα αναφοράς για τον υπολογισμό της ημερομηνίας λήξεως της προθεσμίας είναι η ημέρα επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της ενεργείας από την οποία αρχίζει να τρέχει και, συνακόλουθα, προθεσμία μιας εβδομάδας περιλαμβάνει επτά ημέρες, προθεσμία δύο εβδομάδων 14 ημέρες κ.ο.κ. Πλην όμως, δεδομένου ότι πρόκειται για τόσο διαφορετικά κείμενα, η λύση που επιβάλλεται σε θέματα δικονομικών προθεσμιών δεν μας επικουρεί για την ερμηνεία του κανονισμού 1182/71. Αφετέρου, ουδείς λόγος υφίσταται για την ερμηνεία του κανονισμού 1182/71 υπό το φως των Κανονισμών Διαδικασίας του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου, ούτε, αντιστρόφως, των δύο αυτών κανονισμών υπό το φως του πρώτου.
21. Δοθέντος ότι το κείμενο δεν μας επιτρέπει να τάμουμε το ζήτημα, είναι απαραίτητη η προσφυγή σε άλλες ερμηνευτικές μεθόδους. Η νομολογία μας διδάσκει ότι σε περίπτωση ασαφείας του κειμένου ή αποκλίσεων μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων μιας κοινοτικής διατάξεως, αυτή πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τη γενική οικονομία και τον σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο (5). Στην περίπτωση που μας απασχολεί εν προκειμένω, μόνον η συστηματική ανάλυση μπορεί να έλθει αρωγός μας, δεδομένου ότι ο κύριος στόχος του κανονισμού 1182/71 είναι ουδέτερος ως προς το εν λόγω ζήτημα. Πράγματι, αντικείμενο του εν λόγω κανονισμού είναι η θέσπιση «γενικών και ενιαίων κανόνων» (6) και οι δύο ερμηνείες διασφαλίζουν τον στόχο αυτό, αρκεί το Δικαστήριο να επιλέξει τη μία εξ αυτών.
22. Το αποφασιστικής σημασίας επιχείρημα θεμελιώνεται στην υφιστάμενη μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του κανονισμού 1182/71 σχέση. Η παράγραφος 1 πρέπει να ερμηνευθεί ως διάταξη ορίζουσα ειδικό κανόνα για ένα και μόνο τύπο προθεσμιών, ήτοι εκείνων που αρχίζουν να τρέχουν «από τη στιγμή που συμβαίνει κάποιο γεγονός ή πραγματοποιείται κάποια ενέργεια». Όσον αφορά αποκλειστικά τις εν λόγω προθεσμίες η ανωτέρω παράγραφος ορίζει ότι δεν υπολογίζεται για την προθεσμία η ημέρα κατά τη διάρκεια της οποίας χωρεί το γεγονός ή πραγματοποιείται η ενέργεια. Επ’ αφορμή των δικονομικών προθεσμιών, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι «μια τέτοια διάταξη, η οποία αποκλείει από τον υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών την ημέρα κατά την οποία λαμβάνει χώρα η πράξη που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας, έχει ως στόχο να εξασφαλίσει για κάθε διάδικο την πλήρη χρησιμοποίηση των προθεσμιών» (7). Καθ’ όμοιο τρόπο, όσον αφορά τον κανονισμό 1182/71, για όλους τους ιδιώτες ισχύει η ίδια προθεσμία, ανεξάρτητα από τον χρόνο επελεύσεως του γεγονότος ή διενεργείας της πράξεως με αφετηρία την οποία πρέπει αυτή να υπολογίζεται.
23. Αντιθέτως, ο εξαγγελλόμενος στην παράγραφο 2 κανόνας τυγχάνει εφαρμογής επί όλων των τύπων προθεσμιών και όχι αποκλειστικά επί εκείνων που εξαρτώνται από την επέλευση ενός γεγονότος ή τη διενέργεια μιας πράξεως. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αρχίζει η φράση με επιφύλαξη «[υ]πό την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4» (η δεύτερη αφορά την ειδική περίπτωση κατά την οποία η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι αργία, Κυριακή ή Σάββατο). Η διάταξη που καθορίζει εν γένει την έναρξη και τη λήξη των προθεσμιών είναι η παράγραφος 2 του άρθρου 3, και όχι η παράγραφος 1 και, όπως πρόκειται να αναφέρω ακολούθως, το πράττει κατά τρόπον ώστε οι εκφραζόμενες σε εβδομάδες προθεσμίες να περιέχουν πάντοτε μία επιπλέον ημέρα απ’ ό,τι αν υπολογίζονταν σε εβδομάδες επτά ημερών. Το ίδιο ισχύει και με τις εκφραζόμενες σε μήνες ή σε έτη προθεσμίες.
24. Πράγματι, ας θεωρήσουμε ότι ο νομοθέτης καθορίζει προθεσμία εβδομάδας μη υπολογιζόμενη από την επέλευση γεγονότος ή την πραγματοποίηση ενεργείας, αλλά με αφετηρία συγκεκριμένη ημέρα (8), επί παραδείγματι της 19ης Μαρτίου 2004. Ο εξαγγελλόμενος στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 ειδικός κανόνας δεν θα τύχει εφαρμογής επειδή δεν πρόκειται για μια από τις προθεσμίες στις οποίες αυτός αναφέρεται. Τούτο είναι εύλογο εφόσον σε περίπτωση προθεσμίας οριζόμενης με αφετηρία συγκεκριμένη ημέρα όλοι οι διοικούμενοι έχουν πλήρως στη διάθεσή τους την πρώτη ημέρα της προθεσμίας. Σε παρόμοια περίπτωση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από ώρας 0:00 της Παρασκευής 19ης Μαρτίου 2004 και λήγει στις 24:00 της ημέρας η οποία, κατά την τελευταία εβδομάδα της προθεσμίας –ήτοι την επόμενη εβδομάδα– φέρει την ίδια ονομασία ή τον ίδιο αριθμό με την ημέρα αφετηρίας, ήτοι στις 24:00 της Παρασκευής 26ης Μαρτίου. Αν υπολογίσουμε τις διαρρεύσασες ημέρες, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για οκτώ πλήρεις ημέρες. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, κατά τον κανονισμό 1182/71, η εκφραζόμενη σε εβδομάδες προθεσμία θα έχει πάντοτε μία επιπλέον ημέρα από τις ημέρες που περιλαμβάνονται στον αριθμό εβδομάδων της προθεσμίας. Έτσι λοιπόν προθεσμία μιας εβδομάδας εμπεριέχει οκτώ ημέρες, προθεσμία δύο εβδομάδων δεκαπέντε κ.ο.κ. Το ίδιο ισχύει με τις εκφραζόμενες σε μήνες ή σε έτη προθεσμίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μου φαίνεται εσφαλμένο το επιχείρημα της Επιτροπής με το οποίο επιδιώκεται η υπαγωγή των οριζομένων με τον κανονισμό 1182/71 προθεσμιών στην ημερολογιακή συμβατική λογική.
25. Το συμπέρασμα θα έπρεπε να είναι αυτονόητο εφόσον οι εκφραζόμενες σε εβδομάδες, μήνες ή έτη προθεσμίες κατά τον κανονισμό 1182/71 δεν μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με το αν αρχίζουν να τρέχουν από συγκεκριμένη ημερομηνία ή αν εξαρτώνται από την επέλευση γεγονότος ή την πραγματοποίηση ενεργείας. Αν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να διασφαλίσει την ισότητα των διοικουμένων όσον αφορά τη διαθεσιμότητα των προθεσμιών, προβλέποντας τον ειδικό κανόνα που απαντά στην παράγραφο 1, θα στερούνταν συνοχής η αντιμετώπιση με συγκεκριμένο τρόπο των ιδιωτών που υπακούουν σε προθεσμία, το σημείο αφετηρίας της οποίας εξαρτάται από την επέλευση γεγονότος ή από την πραγματοποίηση ενεργείας και η αντιμετώπιση με διαφορετικό τρόπο εκείνων που υπόκεινται σε προθεσμία, η οποία πρέπει να υπολογίζεται από συγκεκριμένη ημερομηνία. Η ερμηνεία υπέρ της οποίας τάσσεται η Επιτροπή έχει ως συνέπεια ότι οι δεύτεροι διαθέτουν μια επιπλέον ημέρα οσάκις πρόκειται για εκφραζόμενες σε εβδομάδες, μήνες ή έτη προθεσμίες, ενώ ουδείς λόγος μπορεί να δικαιολογήσει τη διαφορετική αυτή μεταχείριση. Επιπλέον, καθώς οι εκφραζόμενες σε ημέρες προθεσμίες έχουν πάντοτε την ίδια διάρκεια ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αρχίζουν να τρέχουν από συγκεκριμένη ημέρα ή από την επέλευση γεγονότος ή την πραγματοποίηση ενεργείας, δεν θα ήταν περαιτέρω λογικό η διάρκεια μιας προθεσμίας εκφραζόμενης σε εβδομάδες, μήνες ή έτη να ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο προθεσμίας για την οποία πρόκειται.
26. Ομοίως, πρέπει να εκληφθεί ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του κανονισμού 1182/71 μεταθέτει την έναρξη της dies a quo μέχρι την αρχή της επόμενης ημέρας για τις προθεσμίες, η έναρξη των οποίων εξαρτάται από την επέλευση γεγονότος ή την πραγματοποίηση ενεργείας. Στην πραγματικότητα, οι απομένουσες ώρες της ημέρας κατά την οποία επέρχεται το εν λόγω γεγονός ή πραγματοποιείται η εν λόγω ενέργεια δεν είναι ωφέλιμες ώρες για τη διενέργεια της πράξεως η οποία εξαρτάται από την έναρξη της προθεσμίας, εφόσον αποτελούν τμήμα αυτής. Η dies a quo έχει έτσι οριστεί ως η επόμενη ημέρα της επελεύσεως του γεγονότος ή της πραγματοποιήσεως της πράξεως από την οποία εξαρτάται η έναρξη της προθεσμίας, οπότε η τελική ημερομηνία πρέπει να συμπίπτει με την ονομασία ή τον αριθμό της εν λόγω dies a quo, και όχι με την προηγουμένη, η οποία δεν αποτελεί τμήμα αυτής, μολονότι κάνει να τρέχει η προθεσμία.
27. Το επιχείρημα αυτό θεωρώ ότι είναι αναγκαίο και επαρκές για την επίλυση του πρώτου ζητήματος προς την κατεύθυνση υπέρ της οποίας τάσσεται η Ολλανδική Κυβέρνηση. Εντούτοις, είμαι σε θέση να παράσχω και άλλους λόγους. Ο πρώτος έγκειται στο ότι, κατά την αρχική πρόταση της Επιτροπής, οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 3 αντιστοιχούσαν σε διακεκριμένα άρθρα του κανονισμού (ήτοι τα άρθρα 3 και 5) (9), οπότε είναι δυσχερές μια έννοια απαντώσα στη δεύτερη να μπορεί να αναφέρεται σε έννοια χρησιμοποιούμενη στη δεύτερη παράγραφο. Θα μπορούσε επίσης να ληφθεί υπόψη η γειτνίαση και η μη πιθανολόγηση τυχόν μνείας της παραγράφου 2 στην παράγραφο 1 για την ερμηνεία του κειμένου που υιοθέτησε εν τέλει ο νομοθέτης, ενώ η ίδια η παράγραφος 2 περιλαμβάνει έναν φυσικό όρο αναφοράς για την τελευταία ημέρα της προθεσμίας. Τέλος, ενόψει της αμφισημίας του κειμένου, η ερμηνεία που κρίνω ως ορθή είναι επίσης εκείνη που διασφαλίζει τον μεγαλύτερο βαθμό ασφαλείας δικαίου τόσο υπέρ των ιδιωτών όσο και των εθνικών διοικήσεων που οφείλουν να εφαρμόζουν τις διεπόμενες από τον κανονισμό 1182/71 προθεσμίες.
28. Εν κατακλείδι, το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1182/71 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι εκφραζόμενες σε εβδομάδες, μήνες ή έτη προθεσμίες, οι οποίες πρέπει να υπολογίζονται από τον χρόνο επελεύσεως ενός γεγονότος ή πραγματοποιήσεως μιας ενεργείας, λήγουν κατά το τέλος της ημέρας η οποία, κατά την τελευταία εβδομάδα, τον τελευταίο μήνα ή το τελευταίο έτος της προθεσμίας, φέρει την ίδια ονομασία ή τον ίδιο αριθμό με εκείνη της ημέρας που ακολουθεί την ημέρα επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της πράξεως από την οποία θα έπρεπε να υπολογίζεται η εν λόγω προθεσμία.
Β – Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
29. Το ερώτημα αυτό είναι σχετικά απλούστερο από το πρώτο. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι, στηριζόμενες σε παρεμφερή επιχειρήματα, η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση πρότειναν να δοθεί αρνητική απάντηση.
30. Συγκεκριμένα, το κοινοτικό δίκαιο ορίζει επακριβώς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να υποβληθούν οι επίδικες αιτήσεις: πρόκειται για την απορρέουσα από τους κανονισμούς 3886/92 και 1182/71 κανονιστική ρύθμιση. Οι δύο αυτοί κανονισμοί συμβάλλουν στη θέσπιση αντιστοίχως μιας κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος και των γενικών και ομοιόμορφων κανόνων σε θέματα προθεσμιών. Το πράττουν κατά τρόπο εξαντλητικό όσον αφορά τα ζητήματα που μας απασχολούν (ήτοι της διάρκειας της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η αίτηση πριμοδοτήσεως καθώς και του τρόπου υπολογισμού της εν λόγω προθεσμίας). Αν υπήρχε η δυνατότητα εφαρμογής των εθνικών διοικητικών διατάξεων θα διακυβεύονταν η ενότητα του κοινοτικού δικαίου και η ισότητα μεταξύ των επιχειρηματιών.
31. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εκτιμώ ότι, οσάκις εφαρμόζει το άρθρο 50α του κανονισμού 3886/92, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να προσδιορίζει ελευθέρως τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να εκλαμβάνεται ως υποβληθείσα η αίτηση πριμοδοτήσεως, εφαρμόζοντας τις δικές του δικονομικές διατάξεις που διέπουν τις παρεμφερείς εθνικές προθεσμίες καταθέσεως των αιτήσεων κατά το εσωτερικό δίκαιο.
Γ – Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
32. Και η απάντηση επί του τρίτου ερωτήματος νομίζω ότι είναι απλή. Τάσσομαι με την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής και εκτιμώ επίσης ότι το άρθρο 50α του κανονισμού 3886/92 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το ληπτέο υπόψη στοιχείο είναι η παραλαβή της αιτήσεως από την αρμόδια διοίκηση και όχι η κατάθεσή της στις υπηρεσίες των ταχυδρομείων.
33. Αυτή είναι η ορθή ερμηνεία για την πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεων. Πρόκειται για τη γαλλική απόδοση («est à introduire auprès de l’autorité compétente»), την ισπανική («se presentarán ante la autoridad competente»), την αγγλική («shall be lodged with the competent authority»), την ιταλική («dev’essere presentata all’autoritá competente»), την πορτογαλική («devem ser apresentados à autoridade competente»), τη γερμανική («sind […] bei der zuständigen Behörde […] einzureichen»), τη δανική («indgives til medlemsstatens myndigheder») και τη σουηδική («skall lämnas in hill den berörda medlemsstatens»). Η αγγλική και η γαλλική απόδοση είναι ιδιαίτερα σαφείς λόγω του ρήματος που χρησιμοποιείται και το οποίο αναφέρεται στον χρόνο κατά τον οποίο η αίτηση κατατίθεται αυτούσια στην αρμόδια διοίκηση. Οι λοιπές αποδόσεις είναι εξίσου σαφείς, κυρίως αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το σημαντικό στοιχείο στο οποίο αναφέρονται είναι η υποβολή στην αρμόδια αρχή. Μολονότι το ρήμα που χρησιμοποιείται σε άλλες αποδόσεις («toimittaa» στη φινλανδική γλώσσα, το οποίο προδήλως μπορεί να σημαίνει τόσο αποστέλλω όσο και παραδίδω στα χέρια κάποιου, «υποβάλλεται» στην ελληνική γλώσσα) μπορεί να είναι κατά τι περισσότερο αμφισήμαντο, η συγκεκριμένη μνεία της αρμόδιας διοικήσεως σημαίνει ότι η πλέον φυσιολογική ερμηνεία έγκειται στο να εκληφθεί ότι η ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως από τη διοίκηση είναι εκείνη που υπολογίζεται και όχι η ημερομηνία αποστολής της.
34. Η σαφήνεια των κειμένων διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη υπόθεση από την υπόθεση C-1/02, Borgmann (10), με την οποία η συναφής ημερομηνία κατ’ ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της εφαρμοστέας κανονιστικής ρυθμίσεως ήταν η ημερομηνία αποστολής, ενώ, κατ’ άλλες, επρόκειτο για την ημερομηνία παραλαβής. Το Δικαστήριο έταμε υπέρ της ημερομηνίας αποστολής, εκτιμώντας ότι ούτε ο σκοπός ούτε η διάρθρωση της κανονιστικής ρυθμίσεως συνιστούσαν εμπόδιο για τη λύση αυτή η οποία, επιπλέον, κατοχύρωνε την ασφάλεια δικαίου των επιχειρηματιών. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση δεν υφίσταται γλωσσική απόκλιση δυνάμενη να δικαιολογήσει παρόμοια ερμηνεία.
35. Το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η εθνική διοίκηση είναι σε θέση να αποστείλει στην Επιτροπή τα στοιχεία που της είναι αναγκαία κατά τον ίδιο χρόνο, είτε λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία αποστολής είτε εκείνη της παραλαβής, δεν νομίζω ότι είναι ικανό να αλλοιώσει την ερμηνεία του άρθρου 50α του κανονισμού 3886/92. Μια προθεσμία καθορίζεται εν γένει για όλους τους επιχειρηματίες και κατ’ αρχήν έχει ως αποτέλεσμα ότι η ενέργεια στην οποία ανάγεται δεν μπορεί πλέον να πραγματοποιηθεί μετά τη λήξη της. Κατά τα λοιπά, η παρέκταση των προθεσμιών με γνώμονα τις ημερομηνίες σφαγής των μόσχων και κατά τις οποίες τα αφορώντα την πράξη αυτή στοιχεία πρέπει να αποστέλλονται στην Επιτροπή συμβαδίζει δυσχερώς με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ασφαλείας δικαίου, χωρίς να υπολογίζονται οι πρακτικές περιπλοκές που τυχόν παρέκταση θα συνεπαγόταν για τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
36. Επομένως, θεωρώ ότι το άρθρο 50α του κανονισμού 3886/92 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αίτηση πριμοδοτήσεως η οποία παρελήφθη με καθυστέρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποβλήθηκε εμπρόθεσμα έστω και αν μπορεί να αποδειχθεί ότι ταχυδρομήθηκε πριν από τη λήξη της προθεσμίας των τριών εβδομάδων και ότι, μολονότι παρελήφθη από το αρμόδιο όργανο μετά τη λήξη της, έφθασε σε τέτοια χρονική στιγμή ώστε το τελευταίο ήταν σε θέση να ανακοινώσει τα συναφή στοιχεία στην Επιτροπή την ίδια ημέρα με εκείνη κατά την οποία θα το έπραττε αν η αίτηση πριμοδοτήσεως είχε περιέλθει σε αυτό πριν από τη λήξη της προθεσμίας.
Δ – Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
37. Όσον αφορά το ζήτημα σχετικά με το κύρος του άρθρου 50α του κανονισμού 3886/92, παρατηρώ προκαταρκτικώς ότι δεν αφορά το κύρος της προθεσμίας των τριών εβδομάδων αλλά το κύρος της συνέπειας που συνδέεται με τη μη τήρησή της, ήτοι ότι η αίτηση απορρίπτεται εν πάση περιπτώσει ανεξάρτητα από τον χρόνο της καθυστερήσεως. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει μείωση του ποσού της πριμοδοτήσεως κλιμακούμενη με γνώμονα τον αριθμό των ημερών καθυστερήσεως. Η λύση αυτή εντάσσεται στη λογική μιας διατάξεως μη τυγχάνουσας εφαρμογής επί της διακυβευομένης εν προκειμένω πριμοδοτήσεως, ήτοι του άρθρου 8 του κανονισμού 3887/92 (11), σύμφωνα με το οποίο: «Εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, κάθε εκπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση κατά 1 %, ανά εργάσιμη ημέρα των ποσών των ενισχύσεων που σχετίζονται με την αίτηση και που ο κάτοχος εκμεταλλεύσεως θα ελάμβανε σε περίπτωση εμπρόθεσμης υποβολής. Σε περίπτωση καθυστερήσεως μεγαλύτερης των 20 ημερών η αίτηση δεν γίνεται δεκτή και δεν συνεπάγεται πλέον τη χορήγηση ενός ποσού.»
38. Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι το άρθρο 50α του κανονισμού 3886/92 συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας. Η Ολλανδική Κυβέρνηση διακρίνει την παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Pressler (12), όπου το Δικαστήριο ακύρωσε διάταξη αφορώσα μέτρο διαρθρωτικού χαρακτήρα που δεν ελάμβανε υπόψη τη διάρκεια της καθυστερήσεως που σημειώθηκε κατά την υποβολή αιτήσεως. Έκρινε ότι οι αρμόδιες αρχές διέθεταν ακόμη επαρκή προθεσμία για να κοινοποιήσουν την ανακεφαλαίωση των δηλώσεων στην Επιτροπή. Εντούτοις, στην παρούσα περίπτωση, βρισκόμαστε ενώπιον μέτρου συγκυρίας, διακρινόμενο από τις διαρθρωτικές πριμοδοτήσεις για τις οποίες η κανονιστική ρύθμιση προβλέπει κλιμάκωση σε περίπτωση καθυστερήσεως της υποβολής της αιτήσεως. Επιπλέον, εφόσον πρόκειται για μέτρο συγκυρίας, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογεί τις επιπτώσεις του κατά τρόπο διαρκή και αποτελεσματικό. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, τούτο απαιτεί αυστηρή τήρηση της προθεσμίας, οπότε οι συνέπειες λόγω της μη τηρήσεώς της συμβιβάζονται προς την αρχή της αναλογικότητας εφόσον δεν βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων του επίδικου μέτρου.
39. Δράττομαι του ζητήματος αυτού προκειμένου να αποπειραθώ να αποσαφηνίσω μια πτυχή της νομολογίας σχετικά με την αρχή της αναλογικότητας επί ζητημάτων προθεσμιών, νομολογίας η οποία δεν διακρίνει πάντοτε μεταξύ των προθεσμιών, η μη τήρηση των οποίων επιφέρει κύρωση (την κατάπτωση εγγυήσεως ή την επιβολή προστίμου, επί παραδείγματι), και των προθεσμιών, η μη τήρηση των οποίων έχει ως συνέπεια δυσμενή απόφαση (επί παραδείγματι τη μη λήψη πριμοδοτήσεως). Η διάκριση αυτή νομίζω ότι είναι σημαντική, δεδομένου ότι, οσάκις πρόκειται για κυρώσεις, δικαιολογείται διπλή εξέταση. Επιβάλλεται να προσδιοριστεί παράλληλα αν η προθεσμία χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα και αν η επιβαλλόμενη κύρωση είναι ανάλογη προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Από την άποψη αυτή, παρατηρώ ότι το Δικαστήριο ακύρωσε διατάξεις που επέβαλαν ταυτόσημη κύρωση ανεξάρτητα από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, τη χρονική διάρκεια της καθυστερήσεως ή την επίπτωσή της επί της πραγματοποιήσεως του στόχου της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως (13).
40. Αντιθέτως, όταν πρόκειται για προθεσμία, η μη τήρηση της οποίας δεν συνοδεύεται από καμία κύρωση αλλά συνεπάγεται αρνητική απόφαση, η αναλογικότητα θα έπρεπε να εκτιμάται αποκλειστικά με γνώμονα την οριζόμενη προθεσμία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες της μη τηρήσεώς της. Θα μπορούσε να εκληφθεί ότι η άποψη αυτή προσκρούει στην προαναφερθείσα απόφαση Pressler, δεδομένου ότι το Δικαστήριο ακύρωσε διάταξη που δεν επέτρεπε στους επιχειρηματίες να λάβουν ενίσχυση σε περίπτωση που υπέβαλαν την αίτησή τους εκπρόθεσμα, «ανεξαρτήτως της σοβαρότητας της υπερβάσεως της προθεσμίας» (14). Εντούτοις, η συλλογιστική που ώθησε το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την ακυρότητα της εν λόγω διατάξεως καταδεικνύει ότι εκείνο που ήταν δυσανάλογο σε σχέση με τους στόχους της κανονιστικής ρυθμίσεως ήταν η προθεσμία που είχε καθοριστεί και όχι οι συνέπειες που ανάγονται στη μη τήρησή της (15).
41. Κατά τα λοιπά, η λύση που προτείνω εντάσσεται στη λογική της αποφάσεως Denkavit France κατά FORMA: «η απώλεια του δικαιώματος συνεπεία της καθυστερημένης υποβολής του φακέλου αποτελεί, κατά γενικό κανόνα, τη φυσιολογική συνέπεια της λήξεως κάθε δεσμευτικής προθεσμίας και όχι κύρωση» (16). Επομένως, νομίζω ότι είναι αντιφατικό να αναγνωρίζεται ότι μια προθεσμία, η υπέρβαση της οποίας δεν συνοδεύεται από κύρωση, είναι αναλογική σε σχέση με τους στόχους συγκεκριμένης κανονιστικής ρυθμίσεως, ακολούθως δε να εξετάζεται η αναλογικότητα των απτομένων της μη τηρήσεώς της συνεπειών. Με άλλους όρους, οι αρνητικές συνέπειες που συνεπάγεται για τους ιδιώτες η υπέρβαση της εν λόγω προθεσμίας δεν συνιστούν κύρωση, αλλά προκύπτουν από τον επιτακτικό χαρακτήρα της, ήτοι από την απώλεια του δικαιώματος ως φυσικής συνέπειας για το υποκείμενο δικαίου που αδυνατεί πλέον να διενεργήσει την πράξη ή να ασκήσει το εξαρτώμενο από την εν λόγω προθεσμία δικαίωμα. Σε παρόμοια περίπτωση, η αναλογικότητα ενός επιτακτικής φύσεως χαρακτήρα αποτελεί τμήμα της αξιολογικής κρίσεως που πρέπει να ανάγεται στο μέγεθος της ίδιας της προθεσμίας, στην οποία υπόκεινται όλοι οι ιδιώτες κατ’ ίσο τρόπο και που αντιστοιχεί συνήθως σε γενικό συμφέρον απτόμενο της χρηστής διοικήσεως. Εν συνόψει, εκτιμώ ότι δεν συντρέχει λόγος εξετάσεως κεχωρισμένως της αναλογικότητας της κυρώσεως παρά μόνον οσάκις η υπέρβαση μιας προθεσμίας την επιφέρει ως αποτέλεσμα. Στις λοιπές περιπτώσεις, η εξέταση πρέπει να περιορίζεται στην αναλογικότητα της οριζόμενης προθεσμίας.
42. Δεδομένου ότι εν προκειμένω το ζητούμενο είναι προθεσμία, η υπέρβαση της οποίας δεν συνοδεύεται από καμία κύρωση, αρκεί η απόφανση επί της αναλογικότητας της προθεσμίας, γεγονός που, όλως προφανώς, τροποποιεί τους όρους υπό τους οποίους το εθνικό δικαστήριο διατύπωσε το ερώτημά του. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, σε θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει διακριτική εξουσία, οπότε ο ασκούμενος από το Δικαστήριο έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στον προδήλως ακατάλληλο χαρακτήρα ενός μέτρου σε σχέση με τον στόχο του (17). Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας κατ’ άκαμπτο αλλά κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διερευνάται αν η προθεσμία είναι προδήλως δυσανάλογη. Στην υπόθεση που μας απασχολεί, η επιτακτική προθεσμία των τριών εβδομάδων που προβλέπει το άρθρο 50α του κανονισμού 3886/92 νομίζω ότι δεν είναι προδήλως δυσανάλογη, αλλά αντιθέτως αναγκαία στο πλαίσιο της χορηγήσεως πριμοδοτήσεων σε προσωρινή βάση, γεγονός που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία οφείλει να τις προσαρμόζει ανά περίπτωση. Εκτιμώ επίσης ότι η διάρκειά της είναι εύλογη και επαρκής ώστε οι τυχόν δικαιούχοι της ενισχύσεως να μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους εμπροθέσμως.
43. Η εν λόγω μορφή σφαιρικής αναλύσεως της αναλογικότητας μιας προθεσμίας –αναλύσεως που δεν εξετάζει την αναλογικότητα των συνεπειών της– μας επιτρέπει περαιτέρω να αποφεύγουμε να διακρίνουμε, κάπως αυθαιρέτως, μεταξύ των μέτρων συγκυρίας, για τα οποία οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται αυστηρά, και των διαρθρωτικών μέτρων, για τα οποία, αντιθέτως, οι προθεσμίες είναι υποχρεωτικές μόνον εφόσον η νομοθεσία προβλέπει κλιμάκωση, αναλόγως προς την έκταση της καθυστερήσεως, των δυσμενών συνεπειών που απορρέουν από την εν λόγω υπέρβαση. Τέλος, είναι προφανές ότι ο νομοθέτης μπορεί να προβλέπει τη μορφή αυτή κλιμακώσεως, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου συνταγματικής ισχύος –ήτοι η αρχή της αναλογικότητας– τον υποχρεώνει να το πράξει και συνεπάγεται την ακυρότητα των διατάξεων που δεν προβλέπουν παρόμοιους μηχανισμούς.
44. Επομένως, εκτιμώ ότι η εξέταση του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος δεν έφερε στο φως κανένα στοιχείο δυνάμενο να θίξει το κύρος του άρθρου 50α του κανονισμού 3886/92.
III – Πρόταση
45. Για όλους τους λόγους που προεξέθεσα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που του υπέβαλε το College van Beroep voor het bedrijfsleven:
«1) Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες έχει την έννοια ότι οι εκφραζόμενες σε εβδομάδες, μήνες ή έτη προθεσμίες, οι οποίες πρέπει να υπολογίζονται από τον χρόνο επελεύσεως ενός γεγονότος ή πραγματοποιήσεως μιας ενεργείας, λήγουν κατά το τέλος της ημέρας η οποία, κατά την τελευταία εβδομάδα, τον τελευταίο μήνα ή το τελευταίο έτος της προθεσμίας, φέρει την ίδια ονομασία ή τον ίδιο αριθμό με εκείνη της ημέρας που ακολουθεί την ημέρα επελεύσεως του γεγονότος ή πραγματοποιήσεως της πράξεως από την οποία θα έπρεπε να υπολογίζεται η εν λόγω προθεσμία.
2) Οσάκις εφαρμόζει το άρθρο 50α του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τα καθεστώτα επιδοτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1244/82 και (ΕΟΚ) 714/89, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να προσδιορίζει ελευθέρως τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να εκλαμβάνεται ως υποβληθείσα η αίτηση πριμοδοτήσεως, εφαρμόζοντας τις δικές του δικονομικές διατάξεις που διέπουν τις παρεμφερείς εθνικές προθεσμίες καταθέσεως των αιτήσεων κατά το εσωτερικό δίκαιο.
3) Το άρθρο 50α του κανονισμού 3886/92 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αίτηση πριμοδοτήσεως η οποία παρελήφθη με καθυστέρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποβλήθηκε εμπρόθεσμα έστω και αν μπορεί να αποδειχθεί ότι ταχυδρομήθηκε πριν από τη λήξη της προθεσμίας των τριών εβδομάδων και ότι, μολονότι παρελήφθη από το αρμόδιο όργανο μετά τη λήξη της, έφθασε σε τέτοια χρονική στιγμή ώστε το τελευταίο ήταν σε θέση να ανακοινώσει τα συναφή στοιχεία στην Επιτροπή την ίδια ημέρα με εκείνη κατά την οποία θα το έπραττε αν η αίτηση πριμοδοτήσεως είχε περιέλθει σε αυτό πριν από τη λήξη της προθεσμίας.
4) Η εξέταση του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος δεν έφερε στο φως κανένα στοιχείο δυνάμενο να θίξει το κύρος του άρθρου 50α του κανονισμού 3886/92.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 131.
3 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3886/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τα καθεστώτα επιδοτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1244/82 και (ΕΟΚ) 714/89 (ΕΕ L 391, σ. 20), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2311/96 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92 (ΕΕ L 313, σ. 9).
4 – Πρόκειται για την απορρέουσα από τις επελθούσες στις 15 Μαΐου 1991 στον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου τροποποιήσεις (ΕΕ L 176, σ. 1). Το κείμενο αυτό αποτελεί «κωδικοποίηση» της αποφάσεως της 15ης Ιανουαρίου 1987, 152/85, Misset κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 223, σκέψη 8).
5 – Βλ., π.χ., απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, C-372/88, Cricket St. Thomas (Συλλογή 1990, σ. I-1345, σκέψη 19).
6 – Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1182/71.
7 – Διάταξη της 17ης Μαΐου 2002, C-406/01, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-4561, σκέψη 14), όπου το Δικαστήριο αναφέρεται στη σκέψη 8 της προαναφερθείσας αποφάσεως Misset κατά Συμβουλίου.
8 – Προθεσμίες αυτού του τύπου είναι πολύ συχνές. Βλ., π.χ., τις προθεσμίες που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ) 1392/2001 της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 2001, για λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 187, σ 19).
9 – Πρόταση της Επιτροπής (ΕΟΚ, Ευρατόμ) σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των προθεσμιών, υποβληθείσα από την Επιτροπή στις 27 Ιουλίου 1969 (JO C 108, σ. 10).
10 – Απόφαση της 1ης Απριλίου 2004 (Συλλογή 2004, σ. Ι-3219).
11 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1648/95 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 1995 (ΕΕ L 156, σ. 27).
12 – Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1992 (Συλλογή 1992, σ. I-203).
13 – Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 122/78, Buitoni (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 341), και της 6ης Ιουλίου 2000, C-356/97, Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen (Συλλογή 2000, σ. I-5461).
14 – Σκέψη 17.
15 – Βλ. ειδικότερα τη σκέψη 16: «Η αυστηρή τήρηση της λήξεως, στις 7 Σεπτεμβρίου, της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων εσοδείας δεν είναι αναγκαία προκειμένου η Επιτροπή να διαθέτει επαρκή στοιχεία για την παραγωγή και τα αποθέματα στον αμπελοοινικό τομέα μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου».
16 – Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986, 266/84 (Συλλογή 1986, σ. 149, σκέψη 21).
17 – Βλ., π.χ. τις αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-4023, σκέψη 14), και της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψεις 21 και 22).