ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 23.6.2026
COM(2026) 313 final
2026/0172(COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας σε ποινικές υποθέσεις και την ευρωπαϊκή εντολή εξ αποστάσεως συμμετοχής (αναδιατύπωση)
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Η εγκληματική δραστηριότητα ενέχει όλο και περισσότερα διασυνοριακά στοιχεία και αποτελεί σοβαρή πρόκληση για την ασφάλεια εντός της ΕΕ. Τα εγκληματικά δίκτυα και οι τρομοκρατικές οργανώσεις λειτουργούν απρόσκοπτα σε πολλαπλές δικαιοδοσίες για την άσκηση των εγκληματικών τους δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου, για την αντιμετώπιση αυτών των απειλών χρειαζόμαστε ενωσιακά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης με αποτελεσματικά εργαλεία και αξιόπιστη συνεργασία.
Η οδηγία 2014/41/ΕΕ (στο εξής: οδηγία) θέσπισε την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας (στο εξής: ΕΕΕ) ως μέσο για τη διασυνοριακή συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις. Η οδηγία ανταποκρινόταν σε μια σαφώς προσδιορισμένη πρακτική ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο, με βάση την αμοιβαία αναγνώριση, για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε υποθέσεις με διασυνοριακή διάσταση. Από την έναρξη εφαρμογής της τον Μάιο του 2017, η οδηγία έχει προσφέρει στις δικαστικές και άλλες αρμόδιες αρχές ένα πολύτιμο εργαλείο, το οποίο χρησιμοποιείται εκτενώς σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη.
Σκοπός του δέκατου γύρου αμοιβαίων αξιολογήσεων, που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2023-2024, ήταν να αξιολογηθούν η εφαρμογή και η εκτέλεση της οδηγίας. Η αξιολόγηση, η οποία στηρίχθηκε σε στοιχεία της Eurojust και του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου σε ποινικές υποθέσεις (ΕΔΔ),επιβεβαίωσε ότι γίνεται συχνά χρήση της ΕΕΕ. Η αξιολόγηση αποτέλεσε επίσης πολύτιμη ευκαιρία για τον εντοπισμό τομέων που επιδέχονται βελτίωση και ανάπτυξη, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο ΕΕ. Στην τελική έκθεση σχετικά με τον δέκατο γύρο αμοιβαίων αξιολογήσεων για την εκτέλεση της ΕΕΕ (στο εξής: τελική έκθεση για τις αμοιβαίες αξιολογήσεις) εντοπίστηκαν αρκετοί τομείς στους οποίους τα κράτη μέλη ερμηνεύουν την οδηγία με διαφορετικό τρόπο ή δεν διαθέτουν ειδικές διαδικασίες, και συγκεκριμένα οι εξής: i) η χρήση αποδεικτικών στοιχείων για άλλους σκοπούς· ii) ο ορισμός της «παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών»· iii) η χρήση τεχνικών συσκευών καταγραφής και η σχέση μεταξύ της ΕΕΕ και της διασυνοριακής παρακολούθησης δυνάμει του άρθρου 40 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν (στο εξής: ΣΕΣΣ)· και iv) χρήση ως αποδεικτικών στοιχείων πληροφοριών στον τομέα της επιβολής του νόμου που είχαν ανταλλαγεί στο παρελθόν. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα κενά αυτά παρεμποδίζουν τη συνεπή εφαρμογή και κάλεσε την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο να προβεί σε νομοθετικές τροποποιήσεις για την αποσαφήνιση των εν λόγω ζητημάτων. Επιπλέον, επισήμανε ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 24 της οδηγίας (εξέταση με εικονοτηλεδιάσκεψη) και κάλεσε την Επιτροπή να «εξετάσει σε νομοθετικό επίπεδο το ζήτημα της συμμετοχής του κατηγορουμένου στη δίκη μέσω βιντεοδιάσκεψης από άλλο κράτος μέλος».
Επιπλέον, η ομάδα υψηλού επιπέδου σχετικά με την πρόσβαση σε δεδομένα για την αποτελεσματική επιβολή του νόμου έκρινε ότι τα διασυνοριακά αιτήματα νόμιμης παρακολούθησης θέτουν διάφορες προκλήσεις για τις αρχές επιβολής του νόμου. Η τελική έκθεση πρότεινε να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο η οδηγία θα μπορούσε να στηρίξει καλύτερα την αποτελεσματικότητα των διασυνοριακών αιτημάτων νόμιμης παρακολούθησης.
Την ανάγκη για στοχευμένη νομοθετική δράση την επιβεβαίωσαν επίσης τα επιχειρησιακά πορίσματα που ανέφεραν η Eurojust και το ΕΔΔ, η έκθεση του φόρουμ υψηλού επιπέδου για το μέλλον της ποινικής δικαιοσύνης της ΕΕ καθώς και η αξιολόγηση σχετικά με την εφαρμογή από τα κράτη μέλη της σύστασης (ΕΕ) 2022/915 του Συμβουλίου.
Η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει επίσης αποσαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ερμηνεύονται ορισμένες πτυχές της οδηγίας ΕΕΕ και έχει επισημάνει τομείς στους οποίους είναι σκόπιμη η πρόσθετη νομοθετική αποσαφήνιση. Ορισμένες υποθέσεις αφορούν, ειδικότερα, την ερμηνεία του άρθρου 24 της οδηγίας. Επισημαίνουν την ανασφάλεια δικαίου όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί η εικονοτηλεδιάσκεψη σε ποινικές διαδικασίες και τον βαθμό στον οποίο μπορεί να ζητηθεί συνδρομή στο πλαίσιο αυτό βάσει της οδηγίας πέραν του πρωταρχικού σκοπού της λήψης αποδεικτικών στοιχείων.
Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση επιδιώκει δύο κύριους στόχους:
(1)βελτίωση της νομικής σαφήνειας και της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας στη διασυνοριακή συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στην ΕΕ μέσα από την αντιμετώπιση στοχευμένων ελλείψεων που εντοπίστηκαν κατά την εφαρμογή της οδηγίας· και
(2)κατάρτιση κοινών κανόνων για την αίτηση συνδρομής, ώστε να διευκολυνθεί η εξ αποστάσεως συμμετοχή υπόπτων, κατηγορουμένων και θυμάτων σε εξέταση ενώπιον ποινικών δικαστηρίων από άλλο κράτος μέλος.
Η αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων θα συμβάλει στην αποτελεσματικότερη δικαστική συνεργασία και θα αυξήσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών.
Όσον αφορά τον πρώτο στόχο, η πρόταση επιδιώκει να διασφαλίσει μια πιο ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή των βασικών διατάξεων της οδηγίας σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, αποσαφηνίζοντας έννοιες και διαδικαστικούς κανόνες που έχουν οδηγήσει σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές. Ειδικότερα, η πρόταση αποσκοπεί στην παροχή μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου σχετικά με τα εξής: i) τη χρήση των αποδεικτικών στοιχείων για άλλους σκοπούς και την περαιτέρω διαβίβασή τους· ii) τον ορισμό της έννοιας των «τηλεπικοινωνιών» και τις διαδικαστικές πτυχές της διαδικασίας κοινοποίησης για παρακολούθηση χωρίς την ανάγκη τεχνικής βοήθειας άλλου κράτους μέλους· iii) τον ορισμό της «αρχής έκδοσης»· και iv) τις διαδικασίες για την αίτηση χρήσης ως αποδεικτικών στοιχείων των πληροφοριών που είχαν προηγουμένως ανταλλαγεί μεταξύ αρχών επιβολής του νόμου ή είχαν ανταλλαγεί αυθόρμητα μεταξύ δικαστικών αρχών.
Η πρόταση θεσπίζει επίσης κανόνες σχετικά με τη χρήση τεχνικών συσκευών καταγραφής και τη διασυνοριακή παρακολούθηση με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και αποσαφηνίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ της ΕΕΕ και των μέτρων διασυνοριακής παρακολούθησης βάσει του άρθρου 40 της ΣΕΣΣ. Αποσκοπεί επίσης στην ενίσχυση της έγκαιρης εκτέλεσης ορισμένων ερευνητικών μέτρων, τα οποία συνεπάγονται συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε πραγματικό χρόνο, όπως ελεγχόμενες παραδόσεις, καθώς και παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών και διασυνοριακή παρακολούθηση. Αυτό θα επιτευχθεί με την παροχή της δυνατότητας προσωρινής εκτέλεσης των εν λόγω ερευνητικών μέτρων, όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για να διασφαλιστεί ότι παραμένουν αποτελεσματικά. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στις έρευνες που αφορούν το οργανωμένο έγκλημα, όπου η χρήση αυτών των ειδικών τεχνικών έρευνας είναι απαραίτητη για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Επιπλέον, η πρόταση αντιμετωπίζει τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν στο έντυπο ΕΕΕ. Ως εκ τούτου, η πρόταση αποσκοπεί στην ενίσχυση της πρακτικής λειτουργίας του κοινού πλαισίου για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε διασυνοριακές υποθέσεις, μεταξύ άλλων μέσα από τη μείωση των νομικών ασαφειών που μπορούν να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις, αρνήσεις εκτέλεσης ή ασυνεπείς δικονομικές εγγυήσεις.
Όσον αφορά τον δεύτερο στόχο, τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων έδειξαν ότι μόνο ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν ειδικούς κανόνες για τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως συμμετοχή σε ποινικές ακροαματικές διαδικασίες, και ότι το περιεχόμενο των εν λόγω κανόνων διαφέρει σημαντικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα εθνικά πλαίσια δεν προβλέπουν καν τη συμμετοχή των αρχών των κρατών μελών στα οποία βρίσκεται το πρόσωπο. Ο κατακερματισμός αυτός είναι προβληματικός όσον αφορά την προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων και παρεμποδίζει την αποτελεσματική δικαστική συνεργασία. Πρέπει να θεσπιστούν κοινές διαδικασίες, πρότυπα και κατάλληλες εγγυήσεις, ώστε οι διαδικασίες να είναι δίκαιες και η τεχνολογία εικονοτηλεδιάσκεψης να μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά σε διασυνοριακές ποινικές διαδικασίες. Αυτό καθιστά τη δικαστική συνεργασία πιο αποτελεσματική και ενισχύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης της ΕΕ.
Ως εκ τούτου, στόχος των προτεινόμενων κανόνων για την εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση ενώπιον ποινικών δικαστηρίων είναι κυρίως να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη άσκηση του δικαιώματος παράστασης στη δίκη και αποτελεσματικής συμμετοχής σε εξέταση ενώπιον δικαστηρίου —όπως κατοχυρώνεται στο δίκαιο της Ένωσης με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στην οδηγία (ΕΕ) 2016/343. Στην πράξη, τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε ποινικές διαδικασίες τα οποία έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία και διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος ή διαμένουν προσωρινά σε αυτό μπορεί να προτιμούν, υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, να συμμετάσχουν εξ αποστάσεως αντί να ταξιδέψουν για να παραστούν αυτοπροσώπως. Εναλλακτικά, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν θεμιτά εμπόδια όσον αφορά τη φυσική παρουσία τους σε εξέταση στο κράτος μέλος που διεξάγει τη διαδικασία, όπως περιορισμοί που σχετίζονται με την υγεία, ευθύνες φροντίδας, περιορισμοί που συνδέονται με τη στέρηση της ελευθερίας σε άλλο κράτος μέλος ή άλλοι αιτιολογημένοι λόγοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το εν λόγω πρόσωπο μπορεί εκ των πραγμάτων να αναγκαστεί από τις περιστάσεις να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να παραστεί στη δίκη του απλώς και μόνο επειδή δεν μπορεί να ταξιδέψει για να παραστεί αυτοπροσώπως στην εξέταση, παρόλο που στην πραγματικότητα επιθυμεί να συμμετάσχει. Ως εκ τούτου, με τη διευκόλυνση της εξ αποστάσεως συμμετοχής, η πρωτοβουλία επιδιώκει να μειώσει τον αριθμό των διασυνοριακών ερήμην δικών και να διασφαλίσει ότι η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης δεν μειώνει στην πράξη την αποτελεσματική άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Ειδικότερα, η πρωτοβουλία αναμένεται επίσης να μειώσει τους κινδύνους δευτερογενούς θυματοποίησης για τα θύματα εγκληματικών πράξεων, περιορίζοντας, κατά περίπτωση, την ανάγκη για επαναλαμβανόμενες μετακινήσεις, περιττή έκθεση σε επιβαρυντικά περιβάλλοντα ή άμεση αντιπαράθεση με τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο σε διασυνοριακές καταστάσεις.
Δεύτερον, όταν τα μέτρα καταναγκασμού και η παράδοση δεν είναι αναγκαία ή αναλογικά, η εξ αποστάσεως συμμετοχή μπορεί, κατά περίπτωση, να αποτελέσει εναλλακτική λύση αντί της φυσικής παράδοσης του προσώπου σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου.
•Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Η παρούσα πρόταση αναδιατύπωσης ενισχύει το νομικό πλαίσιο της ΕΕ για τις πράξεις διασυνοριακής δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, καλύπτοντας τα κενά που εντοπίζονται στην οδηγία και διατηρώντας τη συνοχή με άλλες πράξεις.
Οι προτεινόμενες στοχευμένες τροποποιήσεις της ΕΕΕ συνάδουν με τις υφιστάμενες πράξεις της Ένωσης στο πεδίο της συνεργασίας στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης και τις συμπληρώνουν· οι πράξεις αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:
–τη σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα από τον καθορισμό διαδικασίας σχετικά με την αίτηση συγκατάθεσης για τη χρήση ως αποδεικτικών στοιχείων πληροφοριών που είχαν προηγουμένως ανταλλαγεί αυθόρμητα μεταξύ δικαστικών αρχών δυνάμει της εν λόγω σύμβασης·
–τη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, μέσα από την αποσαφήνιση της σχέσης μεταξύ του άρθρου 40 για τη διασυνοριακή παρακολούθηση και του πλαισίου της ΕΕΕ·
–την οδηγία για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου, μέσα από τον καθορισμό διαδικασίας σχετικά με την αίτηση συγκατάθεσης για τη χρήση ως αποδεικτικών στοιχείων πληροφοριών που είχαν προηγουμένως ανταλλαγεί μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου δυνάμει της εν λόγω οδηγίας.
Η πρωτοβουλία συνάδει επίσης και δημιουργεί άμεσους δεσμούς με τους κανονισμούς για την Eurojust και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), καθώς και με την απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο.
Όσον αφορά τους νέους κανόνες για την αίτηση συνδρομής, ώστε να διευκολυνθεί η εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου από άλλο κράτος μέλος μέσω ευρωπαϊκής εντολής εξ αποστάσεως συμμετοχής (στο εξής: ΕΕΑΣ), η πρόταση καλύπτει ένα υφιστάμενο κενό στο ενωσιακό κεκτημένο, το οποίο ρυθμίζει την εξ αποστάσεως συμμετοχή μόνο σε συγκεκριμένα πλαίσια και για περιορισμένους σκοπούς.
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/2844 θεσπίζει νομικό πλαίσιο για τη χρήση εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας σε διασυνοριακές διαδικασίες. Όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις, το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού παρέχει νομική βάση για τη χρήση εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας για την εξέταση υπόπτων, κατηγορουμένων, καταδικασθέντων και άλλων θιγόμενων προσώπων στο πλαίσιο περιορισμένου αριθμού διαδικασιών δικαστικής συνεργασίας που προσδιορίζονται συγκεκριμένα στην εν λόγω διάταξη. Το νέο πλαίσιο θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για την εξ αποστάσεως συμμετοχή υπόπτων, κατηγορουμένων και θυμάτων αξιόποινων πράξεων στις ακροαματικές διαδικασίες της κύριας διαδικασίας στην οποία συμμετέχουν εξ αποστάσεως από άλλο κράτος μέλος. Με τον τρόπο αυτό, καλύπτει ένα κανονιστικό κενό στο υφιστάμενο πλαίσιο της Ένωσης για την ψηφιοποίηση της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο έχει περιοριστεί στην ψηφιοποίηση των ακροάσεων στις διαδικασίες δικαστικής συνεργασίας.
Το άρθρο 24 της οδηγίας ρυθμίζει την εξέταση με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση για αποδεικτικούς σκοπούς. Κατά τη διάταξη αυτή, μπορεί να εκδοθεί ΕΕΕ για την εξέταση, με εικονοτηλεδιάσκεψη, μάρτυρα, εμπειρογνώμονα, υπόπτου ή κατηγορουμένου που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, το άρθρο 24 εφαρμόζεται σε εξέταση που αποσκοπεί στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, και της οποίας η εκτέλεση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
Αντιθέτως, η παρούσα πρόταση αποσκοπεί να διευκολύνει την πλήρη συμμετοχή από άλλο κράτος μέλος σε όλα τα είδη εξέτασης ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, τόσο στο στάδιο της προδικασίας όσο και στο στάδιο της δίκης, όπως ενδείκνυται ανάλογα με το αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι ύποπτος, κατηγορούμενος ή θύμα αξιόποινης πράξης. Η πλήρης συμμετοχή συνεπάγεται την πλήρη άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου προσώπου ως εάν ήταν αυτοπροσώπως παρόν στην εξέταση.
Όσον αφορά τα θύματα αξιόποινων πράξεων, το άρθρο 17 της οδηγίας 2012/29/ΕΕ προβλέπει τη δυνατότητα εξέτασης των θυμάτων που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος μέσω τεχνολογίας εικονοτηλεδιάσκεψης και απαιτεί από τα κράτη μέλη να διευκολύνουν, στο μέτρο του δυνατού βάσει του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου, τη συμμετοχή των θυμάτων μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, λαμβανομένου υπόψη του ρόλου τους στη διαδικασία. Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση συμπληρώνει το εν λόγω πλαίσιο με τον καθορισμό ειδικών κανόνων και εγγυήσεων σχετικά με την εξ αποστάσεως συμμετοχή των θυμάτων σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων κανόνων σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις, τις τεχνικές ρυθμίσεις και την αποτελεσματική συμμετοχή.
Η πρόταση συνάδει επίσης πλήρως με το ενωσιακό κεκτημένο σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Η οδηγία (ΕΕ) 2016/343 κατοχυρώνει, στο άρθρο 8, το δικαίωμα των υπόπτων και των κατηγορουμένων να παρίστανται στη δίκη τους. Με την επιφύλαξη του εν λόγω δικαιώματος και των προτύπων που ορίζονται στην εν λόγω οδηγία για τις ερήμην δίκες, η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στην ενίσχυση της άσκησης του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την παροχή στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα της δυνατότητας να συμμετέχουν σε εξέταση εξ αποστάσεως μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας, εφόσον πληρούνται αυστηρές προϋποθέσεις και διασφαλίζονται ορισμένες εγγυήσεις. Ταυτόχρονα, η πρόταση έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι τα δικονομικά δικαιώματα και οι δικονομικές εγγυήσεις που σχεδιάστηκαν για να ασκούνται αυτοπροσώπως μπορούν επίσης να ασκούνται αποτελεσματικά εξ αποστάσεως, όπου είναι αναγκαίο.
Οι νέες διατάξεις για τις ευρωπαϊκές εντολές εξ αποστάσεως συμμετοχής συμβάλλουν στη βελτίωση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη στο πλαίσιο διασυνοριακών ποινικών διαδικασιών. Επιτρέπουν στους υπόπτους, τους κατηγορουμένους και τα θύματα αξιόποινων πράξεων που διαμένουν, κρατούνται ή διαμένουν προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος για αιτιολογημένους λόγους να συμμετάσχουν αποτελεσματικά στην ποινική διαδικασία χωρίς να υποχρεούνται να ταξιδέψουν στο κράτος έκδοσης. Με τον τρόπο αυτό, η πρόταση μπορεί, υπό τις κατάλληλες περιστάσεις, να αποτελέσει εναλλακτική λύση αντί της φυσικής παράδοσης βάσει της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, όταν ένα μέτρο καταναγκασμού δεν θεωρείται αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση και ο επιδιωκόμενος στόχος περιορίζεται στη διασφάλιση της συμμετοχής του προσώπου στην εξέταση ή στη δίκη του.
•
Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Η παρούσα δέσμη πρωτοβουλιών για την ποινική δικαιοσύνη επιδιώκει έναν συνεκτικό και συμπληρωματικό στόχο: την ενίσχυση της ικανότητας της Ένωσης να προλαμβάνει, να εντοπίζει, να διερευνά και να διώκει σοβαρά διασυνοριακά εγκλήματα σε ένα ολοένα πιο σύνθετο περιβάλλον ασφάλειας. Μέσα από τον εκσυγχρονισμό των νομικών πλαισίων που διέπουν τη συνεργασία μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου, των δικαστικών και άλλων σχετικών αρχών, η δέσμη μέτρων επιδιώκει να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα, τη συνοχή και τη διαλειτουργικότητα της αρχιτεκτονικής εσωτερικής ασφάλειας της Ένωσης.
Οι προτεινόμενες αναθεωρήσεις των κανονισμών για την Ευρωπόλ και την Eurojust αποτελούν τον πυρήνα αυτού του εγχειρήματος. Η Ευρωπόλ και η Eurojust ασκούν διακριτά αλλά συμπληρωματικά καθήκοντα εντός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης: ενώ η Ευρωπόλ στηρίζει την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διερεύνηση εγκληματικών δραστηριοτήτων, η Eurojust διευκολύνει τη δικαστική συνεργασία και διασφαλίζει την αποτελεσματική εισαγγελική και δικαστική παρακολούθηση. Ως εκ τούτου, η δέσμη μέτρων αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνεργασίας και της συμπληρωματικότητας μεταξύ των δύο οργανισμών, καθώς και με άλλους σχετικούς φορείς της Ένωσης στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων και της αρχιτεκτονικής για την καταπολέμηση της απάτης, με σκοπό τη διασφάλιση απρόσκοπτης συνέχειας μεταξύ των δράσεων επιβολής του νόμου και της δικαστικής παρακολούθησης σε όλα τα στάδια της αλυσίδας ποινικής δικαιοσύνης.
Στο πλαίσιο αυτό, οι τροποποιήσεις του πλαισίου της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας και των κανόνων προστασίας των δεδομένων που εφαρμόζονται στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων συμβάλλουν περαιτέρω στην επίτευξη αυτού του στόχου καθώς διευκολύνουν την αποτελεσματική διασυνοριακή συνεργασία, βελτιώνουν τις συνθήκες για την ανταλλαγή πληροφοριών και διασφαλίζουν ένα συνεκτικό νομικό πλαίσιο προσαρμοσμένο στην επιχειρησιακή πραγματικότητα και τις τεχνολογικές εξελίξεις. Στο σύνολό τους, τα μέτρα που προτείνονται στην παρούσα δέσμη μέτρων θα ενισχύσουν την ικανότητα της Ένωσης να ανταποκρίνεται στις εξελισσόμενες απειλές κατά της ασφάλειας, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων εμπλεκόμενων φορέων.
Η παρούσα πρόταση συνάδει με τις σχετικές πολιτικές της Ένωσης, ιδίως για τους ακόλουθους λόγους:
–συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής ProtectEU, η οποία τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης της δικαστικής συνεργασίας και παροχής αποτελεσματικότερων εργαλείων για την καταπολέμηση του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας σε ένα ολοένα πιο διακρατικό και ψηφιακό περιβάλλον.
–Ευθυγραμμίζεται με τους στόχους της ανακοίνωσης της Επιτροπής «DigitalJustice@2030», η οποία προωθεί την ψηφιοποίηση των συστημάτων απονομής δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης ασφαλών ψηφιακών εργαλείων και της χρήσης διαλειτουργικών τεχνολογιών βιντεοδιάσκεψης για τη βελτίωση της αποδοτικότητας, της προσβασιμότητας και της ανθεκτικότητας των δικαστικών διαδικασιών σε ολόκληρη την Ένωση. Ειδικότερα, η ανακοίνωση προσδιόρισε την εξ αποστάσεως συμμετοχή σε ακροαματικές διαδικασίες ποινικών δικαστηρίων από άλλο κράτος μέλος μέσω βιντεοδιάσκεψης ως τομέα μελλοντικής δράσης για την Επιτροπή (δράση 9).
–Αποτελεί μέρος του χάρτη πορείας για τη νόμιμη και αποτελεσματική πρόσβαση σε δεδομένα για τις αρχές επιβολής του νόμου, ο οποίος δεσμεύτηκε να αξιολογήσει την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της ΕΕΕ ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των διασυνοριακών αιτημάτων νόμιμης παρακολούθησης.
–Αποτελεί μέρος της στρατηγικής της ΕΕ για τα ναρκωτικά, η οποία επισημαίνει την ανάγκη να ενισχυθεί η ΕΕΕ στο πλαίσιο της στρατηγικής προτεραιότητας για την προώθηση της δικαστικής συνεργασίας με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας και την προστασία της κοινωνίας.
–Συνάδει πλήρως με το κεκτημένο της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 και τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725, καθώς προβλέπει ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της προτεινόμενης οδηγίας πρέπει να συμμορφώνεται με το εφαρμοστέο πλαίσιο της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
• Νομική βάση
Η πρωτοβουλία βασίζεται στο άρθρο 82 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ).
Σύμφωνα με το άρθρο 82 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ένωση θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών. Η διάταξη αυτή εξουσιοδοτεί την Ένωση να λαμβάνει μέτρα που αφορούν, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό κανόνων και διαδικασιών για να εξασφαλίζεται η αμοιβαία αναγνώριση, σε ολόκληρη την ΕΕ, όλων των τύπων δικαστικών αποφάσεων και διαταγών.
Η οδηγία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 82 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, όπως και άλλες ισχύουσες πράξεις αμοιβαίας αναγνώρισης. Ως εκ τούτου, η διατήρηση του άρθρου 82 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ως νομικής βάσης διασφαλίζει τη συνοχή με την αρχική επιλογή και αντικατοπτρίζει τον στόχο και το περιεχόμενο των τροποποιήσεων που εισήχθησαν μέσω της πρωτοβουλίας αναδιατύπωσης.
•Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)
Η οδηγία έχει ήδη καθιερωθεί σε επίπεδο ΕΕ ως μέσο διασυνοριακής δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Από τη φύση της, η οδηγία αφορά διασυνοριακά ζητήματα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού χειρισμού από τα κράτη μέλη μεμονωμένα. Η ΕΕ έχει ήδη ασκήσει τις αρμοδιότητές της στον τομέα αυτό με την έκδοση της οδηγίας και τυχόν περαιτέρω δράση θα πρέπει επίσης να αναληφθεί σε επίπεδο ΕΕ.
Όσον αφορά τις συγκεκριμένες τροποποιήσεις που εισάγουν κανόνες για τη διευκόλυνση της εξ αποστάσεως συμμετοχής σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου όταν ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος ή το θύμα αξιόποινης πράξης βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, ο διασυνοριακός χαρακτήρας του ζητήματος σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν τους συναφείς κανόνες μεμονωμένα.
Οι απαντήσεις στις δημόσιες και στοχευμένες διαβουλεύσεις επιβεβαιώνουν ότι η δράση της ΕΕ στον τομέα αυτόν είναι πιθανό να αποφέρει καλύτερα αποτελέσματα από τη δράση των κρατών μελών. Το Συμβούλιο έχει αναγνωρίσει ότι οι προκλήσεις που επιδιώκει να αντιμετωπίσει η παρούσα πρωτοβουλία απαιτούν δράση πέραν του εθνικού επιπέδου. Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση ανταποκρίνεται στα ζητήματα που έθεσαν τα κράτη μέλη, όπως εξηγείται ανωτέρω.
Δεδομένης της διασυνοριακής διάστασης των ζητημάτων που περιγράφονται ανωτέρω και του γεγονότος ότι η Ένωση έχει ήδη ασκήσει τις αρμοδιότητές της σε αυτά τα θέματα, η πρόταση πρέπει να εγκριθεί σε επίπεδο ΕΕ ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι.
•Αναλογικότητα
Η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι δεν θα υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Βασίζεται σε υφιστάμενα μέσα αμοιβαίας αναγνώρισης και σε ψηφιακές υποδομές σε επίπεδο Ένωσης, περιορίζοντας έτσι τον πρόσθετο διοικητικό και οικονομικό φόρτο.
Οι προτεινόμενες στοχευμένες τροποποιήσεις της ΕΕΕ περιορίζονται στις ανησυχίες που εντόπισε το Συμβούλιο στον δέκατο γύρο αμοιβαίων αξιολογήσεων και σε άλλες εκθέσεις που αναφέρονται στο πλαίσιο της παρούσας αιτιολογικής έκθεσης. Στο σύνολο της παρούσας πρότασης, οι επιλογές που παρουσιάζονται είναι εκείνες που είναι λιγότερο παρεμβατικές για τα εθνικά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης των κρατών μελών, ενώ παράλληλα βασίζονται στο γενικό πλαίσιο της οδηγίας.
Οι προτεινόμενοι κανόνες για την εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξετάσεις ενώπιον ποινικού δικαστηρίου ανταποκρίνονται σε αιτήματα των κρατών μελών κατά την αμοιβαία αξιολόγηση της οδηγίας. Η πρωτοβουλία δημιουργεί ένα στοχευμένο πλαίσιο που περιορίζεται στη διευκόλυνση των κρατών μελών όσον αφορά την έκδοση και την αναγνώριση αιτήσεων εξ αποστάσεως συμμετοχής σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου. Δεν εναρμονίζει ευρύτερα τις εθνικές ποινικές διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο. Η χρήση της ΕΕΑΣ σε μεμονωμένες περιπτώσεις παραμένει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών και υπόκειται σε αξιολόγηση της αναλογικότητας και της καταλληλότητας σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Κατά γενικό κανόνα, η εξ αποστάσεως συμμετοχή βασίζεται στη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου και συνοδεύεται από εγγυήσεις που διασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες είναι δίκαιες και ότι τα δικονομικά δικαιώματα ασκούνται αποτελεσματικά.
Η πρόταση σέβεται επίσης τη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, καθώς η διενέργεια εξέτασης εξακολουθεί να επαφίεται στο δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης και σε ορισμένα μέτρα εκτέλεσης που διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.
•Επιλογή της νομικής πράξης
Σκοπός της παρούσας πρότασης είναι να προβλεφθούν στοχευμένες τροποποιήσεις της οδηγίας ώστε να αντιμετωπιστούν τα κενά, οι ασυνέπειες και οι ελλείψεις που εντοπίστηκαν κατά την εφαρμογή και την αξιολόγηση της οδηγίας. Δεδομένου του στοχευμένου χαρακτήρα τους, το ίδιο νομικό μέσο είναι η καταλληλότερη επιλογή για την εισαγωγή των τροποποιήσεων και η αναδιατύπωση θεωρείται η καταλληλότερη μέθοδος για την αντικατάσταση και την κατάργηση της οδηγίας.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΥΧΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
•Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας
Το κύριο έγγραφο αναφοράς για την αξιολόγηση της οδηγίας είναι η τελική έκθεση για τις αμοιβαίες αξιολογήσεις. Η έκθεση διαπιστώνει ότι η οδηγία έχει καταστεί αποτελεσματικό και ευρέως χρησιμοποιούμενο μέσο δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι το σύστημα θεωρείται γενικά ότι λειτουργεί ικανοποιητικά. Ωστόσο, εντοπίζει διάφορες νομικές και επιχειρησιακές προκλήσεις. Ειδικότερα, η έκθεση ζητεί στοχευμένες τροποποιήσεις όσον αφορά: i) τη χρήση των αποδεικτικών στοιχείων για άλλους σκοπούς· ii) την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών· iii) τη χρήση τεχνικών συσκευών καταγραφής και τη διασυνοριακή παρακολούθηση· και iv) τη χρήση ως αποδεικτικών στοιχείων των πληροφοριών που είχαν προηγουμένως ανταλλαγεί μεταξύ αρχών επιβολής του νόμου ή είχαν ανταλλαγεί αυθόρμητα μεταξύ δικαστικών αρχών. Υπογραμμίζει επίσης ότι οι επαγγελματίες επισήμαναν πρακτικές δυσκολίες που συνδέονται με την πολυπλοκότητα του τυποποιημένου εντύπου ΕΕΕ, ζητήματα μετάφρασης και καθυστερήσεις στην εκτέλεση. Η έκθεση προτείνει επίσης να εξεταστεί το ζήτημα της εξ αποστάσεως συμμετοχής των κατηγορουμένων στη δίκη τους. Συνολικά, η αξιολόγηση συνιστά περαιτέρω νομοθετική αποσαφήνιση και μεγαλύτερη εναρμόνιση για τη βελτίωση της ασφάλειας δικαίου, της αποτελεσματικότητας και της συνέπειας στην εφαρμογή της οδηγίας.
•Διαβουλεύσεις με τους συμφεροντούχους
Κατά την κατάρτιση της πρότασης, η Επιτροπή διεξήγαγε εκτενείς διαβουλεύσεις το 2025 και το 2026. Οι διαβουλεύσεις απευθύνονταν σε ευρύ φάσμα συμφεροντούχων που εκπροσωπούσαν πολίτες, δημόσιες αρχές, εκπροσώπους της ακαδημαϊκής κοινότητας, οργανισμούς και φορείς της ΕΕ, ευρωπαϊκές ενώσεις δικηγόρων υπεράσπισης και άλλους σχετικούς συμφεροντούχους.
Οι διαβουλεύσεις συνίσταντο στα εξής: i) στοχευμένες διαβουλεύσεις με τις αρχές των κρατών μελών, την Eurojust, το ΕΔΔ, την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, την Ευρωπόλ, τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), τον Ευρωπαϊκό Δικηγορικό Σύλλογο Ποινικού Δικαίου και το Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· ii) παρατηρήσεις του κοινού που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της πρόσκλησης υποβολής στοιχείων, οι οποίες περιλάμβαναν εισηγήσεις από ακαδημαϊκούς· iii) τρεις ειδικές συνεδριάσεις με εμπειρογνώμονες των αρχών των κρατών μελών και iv) συνεδρίαση με την ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής για το ποινικό δίκαιο.
Συνολικά, υπήρξε ευρεία συναίνεση ότι η ΕΕ θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που εντοπίστηκαν μέσω στοχευμένων τροποποιήσεων της οδηγίας.
Ειδικότερα, πολλοί εμπειρογνώμονες αναγνώρισαν τις προκλήσεις που συνδέονται με τη χρήση ορισμένων ερευνητικών μέτρων για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε διασυνοριακό πλαίσιο, ιδίως τη διασυνοριακή παρακολούθηση με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και τις τεχνικές συσκευές καταγραφής (για τη συλλογή δεδομένων θέσης, ακουστικών ή οπτικών δεδομένων). Η ιδέα να συμπεριληφθούν στην οδηγία ειδικές διατάξεις σχετικά με τα θέματα αυτά έτυχε γενικής υποστήριξης. Αρκετοί εμπειρογνώμονες πιστεύουν ότι θα ήταν χρήσιμο να οριστεί η έννοια της «παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών» στην οδηγία. Ορισμένοι εμπειρογνώμονες έκριναν ότι θα ήταν σκόπιμο να αποσαφηνιστεί η διαδικασία κοινοποίησης για παρακολούθηση χωρίς την ανάγκη τεχνικής βοήθειας από άλλο κράτος μέλος.
Οι απόψεις των συμφεροντούχων διίστανται ως προς το αν υπάρχει ανάγκη αποσαφήνισης των κανόνων σχετικά με τη χρήση αποδεικτικών στοιχείων για άλλους σκοπούς. Ωστόσο, ορισμένοι εμπειρογνώμονες τάχθηκαν υπέρ μιας απλουστευμένης διαδικασίας για τον καθορισμό συγκεκριμένων προϋποθέσεων για τη χρήση των αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται και για την αίτηση άρσης των εν λόγω προϋποθέσεων, προκειμένου να διατηρηθούν η ευελιξία και η αποτελεσματικότητα των διασυνοριακών ερευνών. Αρκετοί συμφεροντούχοι θεώρησαν αναγκαίο να καθοριστεί η διαδικασία αίτησης για τη χρήση ως αποδεικτικών στοιχείων πληροφοριών που είχαν προηγουμένως ανταλλαγεί μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου, ενώ άλλοι υπογράμμισαν ότι οι νέοι κανόνες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές των εθνικών νομικών πλαισίων. Ομοίως, από τις διαβουλεύσεις προέκυψε ότι οι εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές ποικίλλουν όσον αφορά το πότε οι πληροφορίες που «ανταλλάχθηκαν αυθόρμητα» από τις δικαστικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά στοιχεία, γεγονός που υποδηλώνει την ανάγκη να καθοριστούν ειδικοί κανόνες. Οι διαβουλεύσεις κατέδειξαν επίσης την ανάγκη για περαιτέρω περιορισμένες αποσαφηνίσεις της οδηγίας, όπως σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της ΕΕΕ και τον ορισμό της «αρχής έκδοσης». Εκφράστηκε επίσης η ανάγκη για δικαστική κατάρτιση και για ανάπτυξη εγχειριδίων ή περαιτέρω καθοδήγησης, ιδίως για την αποσαφήνιση της σχέσης μεταξύ της ΕΕΕ και άλλων πράξεων, καθώς και όσον αφορά τη χρήση της ΕΕΕ για τη διασυνοριακή αναγνώριση και εκτέλεση ειδικών ερευνητικών τεχνικών. Επιπλέον, η χρήση συμπληρωματικών εργαλείων, όπως ο Άτλας του ΕΔΔ και τα Fiches Belges, θεωρήθηκε χρήσιμη για τη διασφάλιση της ομαλής εφαρμογής της ΕΕΕ, ιδίως σε περιπτώσεις όπου οι διαφορές στις πρακτικές και τη νομοθεσία των κρατών μελών σχετικά με τα ειδικά ερευνητικά μέτρα δημιουργούν προκλήσεις όσον αφορά τη συνεργασία. Οι εμπειρογνώμονες έκριναν αναγκαίο τα εργαλεία αυτά να επικαιροποιούνται τακτικά ώστε να αντικατοπτρίζουν τις αλλαγές στη νομοθεσία, τις αρμόδιες αρχές και τις πρακτικές απαιτήσεις των κρατών μελών, διασφαλίζοντας έτσι τη συνεχή αξιοπιστία και χρησιμότητά τους για τους επαγγελματίες.
Οι συμφεροντούχοι υποστήριξαν ευρέως τον στόχο της διευκόλυνσης της διασυνοριακής εξ αποστάσεως συμμετοχής σε ποινικές διαδικασίες μέσω ειδικού νομικού πλαισίου της Ένωσης. Ωστόσο, υπογράμμισαν την ανάγκη να διαφυλαχθούν ο δίκαιος χαρακτήρας των διαδικασιών και η αποτελεσματική άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων. Τα περισσότερα κράτη μέλη και οι περισσότεροι εμπειρογνώμονες συμμερίστηκαν την άποψη ότι η εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση θα πρέπει να διέπεται από το δικονομικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης όσον αφορά όλες τις πτυχές, εκτός από τους ελέγχους ταυτότητας και τις τεχνικές προϋποθέσεις για τη εικονοτηλεδιάσκεψη, οι οποίες θα πρέπει να διέπονται από το δικονομικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.
Ορισμένοι εμπειρογνώμονες συμφώνησαν ότι κατά την εξ αποστάσεως συμμετοχή θα πρέπει να εφαρμόζονται οι ίδιες διασφαλίσεις και τα ίδια μέσα έννομης προστασίας με εκείνα που ισχύουν για τη διά ζώσης συμμετοχή σε εξέταση ενώπιον δικαστηρίου. Ωστόσο, οι περισσότεροι συμφεροντούχοι υπογράμμισαν την ανάγκη να προβλέπονται ειδικές διασφαλίσεις, ιδίως όσον αφορά: i) τη συγκατάθεση του προσώπου το οποίο αφορά η ΕΕΑΣ· ii) την ύπαρξη εμπιστευτικού διαύλου επικοινωνίας μεταξύ του ενδιαφερόμενου προσώπου και του δικηγόρου του· iii) ειδικά διορθωτικά μέτρα σε περίπτωση τεχνικών αστοχιών· και iv) την προστασία των ευάλωτων ατόμων και των παιδιών. Οι συνεισφορές αυτές αποτυπώνονται στην πρόταση.
Ωστόσο, οι συμφεροντούχοι εξέφρασαν διαφορετικές θέσεις σχετικά με: i) τη δυνατότητα (και την έκταση) εξαιρέσεων από την απαίτηση συγκατάθεσης· ii) το είδος των αρχών που είναι αρμόδιες για τους ελέγχους ταυτότητας και τις διαδικαστικές πράξεις στο κράτος μέλος εκτέλεσης: και iii) την ύπαρξη ειδικών μέσων έννομης προστασίας επιπλέον εκείνων που προβλέπονται ήδη από το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης. Για παράδειγμα, τα περισσότερα κράτη μέλη ζήτησαν περιορισμένες εξαιρέσεις από την ανάγκη εξασφάλισης της συγκατάθεσης του ενδιαφερόμενου προσώπου σε εξαιρετικές περιστάσεις, αλλά οι οργανώσεις δικηγόρων υπεράσπισης αντιτάχθηκαν γενικά σε τέτοιες παρεκκλίσεις. Ως εκ τούτου, η πρόταση υιοθετεί μια ισορροπημένη προσέγγιση, καθώς διατηρεί τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου ως υποχρεωτική προϋπόθεση για την έκδοση ΕΕΑΣ, ενώ παράλληλα επιτρέπει μια στενά οριοθετημένη παρέκκλιση που υπόκειται σε αυστηρές διασφαλίσεις και δικαστική εποπτεία.
Λεπτομερέστερη περίληψη των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων της Επιτροπής θα συμπεριληφθεί σε έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που θα συνοδεύει την παρούσα πρόταση.
•Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Εκτός από τις προαναφερθείσες διαβουλεύσεις με τους συμφεροντούχους, η Επιτροπή συγκέντρωσε και χρησιμοποίησε εμπειρογνωσία από άλλες πηγές.
Ειδικότερα, η πρόταση βασίζεται στην τελική έκθεση για τις αμοιβαίες αξιολογήσεις, στις εκθέσεις της Eurojust και του ΕΔΔ, καθώς και στις τεχνικές και πολιτικές συζητήσεις του φόρουμ υψηλού επιπέδου για το μέλλον της ποινικής δικαιοσύνης.
Όσον αφορά τους κανόνες για την εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, η πρόταση λαμβάνει επίσης υπόψη: i) τα αποτελέσματα ερευνητικού έργου για την ψηφιοποίηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης σε ποινικές διαδικασίες, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος «Δικαιοσύνη»· ii) την έκθεση του FRA με τίτλο «Ψηφιοποίηση της δικαιοσύνης: Μια προσέγγιση με βάση τα θεμελιώδη δικαιώματα» και iii) τα προκαταρκτικά αποτελέσματα των συζητήσεων σε διασκέψεις εργασίας για το θέμα αυτό.
•Εκτίμηση επιπτώσεων
Η παρέκκλιση από την απαίτηση για διενέργεια εκτίμησης επιπτώσεων θεωρήθηκε δικαιολογημένη στην παρούσα υπόθεση για δύο βασικούς λόγους: έλλειψη επιλογών και απουσία σημαντικών οικονομικών, κοινωνικών ή περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η οδηγία υποβλήθηκε ήδη σε ολοκληρωμένη αναδρομική αξιολόγηση στο πλαίσιο του δέκατου γύρου αμοιβαίων αξιολογήσεων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα ειδικές συστάσεις για να ληφθούν υπόψη στοιχεία νομοθετικής δράσης που δεν καλύπτονται ακόμη από την οδηγία και για τροποποιήσεις των υφιστάμενων διατάξεων. Οι εργασίες που πραγματοποίησε το Συμβούλιο κατά τον δέκατο γύρο αμοιβαίων αξιολογήσεων οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το φάσμα των βιώσιμων εναλλακτικών επιλογών πολιτικής είναι περιορισμένο. Η τρέχουσα αναθεώρηση βασίζεται σ’ αυτές τις εργασίες. Τόσο η βασική οδηγία, η οποία εκδόθηκε αρχικά βάσει πρωτοβουλίας των κρατών μελών, όσο και οι προτεινόμενες τροποποιήσεις έχουν κυρίως τεχνικό και διαδικαστικό χαρακτήρα. Ο αντίκτυπός τους θα αφορά πρωτίστως τις δημόσιες αρχές που συμμετέχουν στη διασυνοριακή δικαστική συνεργασία. Κάθε αντίκτυπος σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα αναμένεται να είναι θετικός, καθώς οι τροποποιήσεις αποσκοπούν στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων διαδικασιών και στη διευκόλυνση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη μέσω της χρήσης της εξ αποστάσεως συμμετοχής σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου.
Δεδομένου ότι η πρωτοβουλία αντιμετωπίζει εγγενώς διασυνοριακά ζητήματα, δεν εγείρει συγκεκριμένες ανησυχίες όσον αφορά την επικουρικότητα. Τυχόν δαπάνες για τις δημόσιες αρχές που συνδέονται με την εφαρμογή των τροποποιήσεων αναμένεται να αντισταθμιστούν από τη βελτίωση της αποδοτικότητας στις διασυνοριακές ποινικές έρευνες και διώξεις, καθώς και από τη μείωση των καθυστερήσεων, των μεταφορών και των σχετικών λειτουργικών επιβαρύνσεων. Δεδομένου ότι η πρωτοβουλία αντιμετωπίζει εγγενώς διασυνοριακά ζητήματα, δεν εγείρει συγκεκριμένες ανησυχίες όσον αφορά την επικουρικότητα. Ελλείψει εκτίμησης επιπτώσεων, η πρόταση θα συνοδεύεται από έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, στο οποίο θα παρουσιάζονται το πλαίσιο πολιτικής, ο ορισμός του προβλήματος, οι επιλογές πολιτικής που έγιναν και οι αναμενόμενες επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των δραστηριοτήτων διαβούλευσης με τους συμφεροντούχους, και οι μελλοντικές ρυθμίσεις παρακολούθησης.
•Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου
Σύμφωνα με το πρόγραμμα της Επιτροπής για τη βελτίωση της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT), όλες οι πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην αναθεώρηση υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ θα πρέπει να επιδιώκουν την απλούστευση και τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τα κράτη μέλη.
Τόσο η οδηγία όσο και οι προτεινόμενες τροποποιήσεις έχουν κυρίως τεχνικό και διαδικαστικό χαρακτήρα. Ο αντίκτυπός τους θα αφορά πρωτίστως τις δημόσιες αρχές που συμμετέχουν στη διασυνοριακή δικαστική συνεργασία. Κάθε αντίκτυπος σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα αναμένεται να είναι θετικός, καθώς οι τροποποιήσεις αποσκοπούν στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων διαδικασιών και στη διευκόλυνση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη μέσω της χρήσης της εξ αποστάσεως συμμετοχής σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου.
Τυχόν δαπάνες για τις δημόσιες αρχές που συνδέονται με την εφαρμογή των τροποποιήσεων αναμένεται να αντισταθμιστούν από τη βελτίωση της αποδοτικότητας στις διασυνοριακές ποινικές έρευνες και διώξεις, καθώς και από τη μείωση των καθυστερήσεων, των μεταφορών και των σχετικών λειτουργικών επιβαρύνσεων.
Δεν αναμένεται αντίκτυπος για τις ΜΜΕ και την ανταγωνιστικότητα.
•
Θεμελιώδη δικαιώματα
Η πρόταση συνάδει με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη, ιδίως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και σε πραγματική προσφυγή και τα δικαιώματα της υπεράσπισης, όπως κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη και στο άρθρο 6 και στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Βασίζεται στις έξι οδηγίες της ΕΕ σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, και συγκεκριμένα στις οδηγίες 2010/64/ΕΕ, 2012/13/ΕΕ, 2013/48/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/343, (ΕΕ) 2016/800 και (ΕΕ) 2016/1919, καθώς και στην οδηγία 2012/29/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των θυμάτων της εγκληματικότητας.
Η οδηγία προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα ενσωματώνοντας εγγυήσεις σε ολόκληρο το πλαίσιο σχετικά με την ΕΕΕ και άλλα μέτρα για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις. Ειδικότερα, η οδηγία θεσπίζει ειδικές διατάξεις που αποσκοπούν να διασφαλίσουν ότι η έκδοση ή η επικύρωση μιας ΕΕΕ συνοδεύεται από εγγυήσεις για τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου προσώπου. Η οδηγία επιτρέπει επίσης στην αρχή εκτέλεσης να διασφαλίζει ότι η αρχή της αναλογικότητας και τα δικονομικά και θεμελιώδη δικαιώματα του ενδιαφερόμενου προσώπου γίνονται σεβαστά κατά την εκτέλεση μιας ΕΕΕ. Επιπλέον, ειδικοί διαδικαστικοί μηχανισμοί, όπως οι διαδικασίες κοινοποίησης για διασυνοριακά ερευνητικά μέτρα που δεν απαιτούν συνδρομή από άλλο κράτος μέλος, διασφαλίζουν ότι το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το πρόσωπο το οποίο αφορά το μέτρο ενημερώνεται και μπορεί να παρέμβει στην περίπτωση που το μέτρο δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
Οι προτεινόμενοι κανόνες για την εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου θέτουν σαφείς και αυστηρές προϋποθέσεις για την έκδοση και την εκτέλεση ΕΕΑΣ, καθώς και σχετικές δικονομικές εγγυήσεις και μέσα έννομης προστασίας. Οι κανόνες αυτοί διασφαλίζουν ότι η εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση δεν πραγματοποιείται κατά τρόπο που υπονομεύει τον δίκαιο χαρακτήρα των διαδικασιών ή την άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων. Ειδικότερα, η υποχρέωση εξασφάλισης της συγκατάθεσης του προσώπου το οποίο αφορά η ΕΕΑΣ έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι η εκτέλεση της ΕΕΑΣ παραμένει συμβατή με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, ιδίως του δικαιώματος αυτοπρόσωπης παράστασης στη δίκη. Παρέκκλιση από την εν λόγω απαίτηση συγκατάθεσης επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές και σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις που συνιστούν επιτρεπτούς περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 52 του Χάρτη. Επιπλέον, η απαίτηση εκπροσώπησης του υπόπτου ή του κατηγορουμένου από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο που βρίσκεται στο κράτος μέλος έκδοσης συνιστά πρόσθετη εγγύηση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης.
Οι προτεινόμενοι κανόνες σχετικά με την εξ αποστάσεως συμμετοχή σε ποινικές διαδικασίες συνάδουν με τη νομολογία τόσο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) όσο και του Δικαστηρίου. Μολονότι το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει ότι η φυσική παρουσία του κατηγορουμένου στην αίθουσα του δικαστηρίου αποτελεί σημαντικό στοιχείο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, έχει επίσης κρίνει ότι η συμμετοχή σε εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης δεν είναι, αυτή καθεαυτή, ασυμβίβαστη με το δικαίωμα σε δίκαιη και δημόσια ακρόαση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση: i) να παρακολουθεί τη διαδικασία· ii) να βλέπει και να ακούει τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην εξέταση· iii) να τον βλέπουν και να τον ακούν χωρίς τεχνικά εμπόδια· και iv) να επικοινωνεί αποτελεσματικά και εμπιστευτικά με τον δικηγόρο του. Η πρόταση αντικατοπτρίζει όλα αυτά τα πρότυπα και, όπως προαναφέρθηκε, θεσπίζει μια σειρά από πρόσθετες διασφαλίσεις.
Οι προτεινόμενοι κανόνες λαμβάνουν επίσης υπόψη τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως την υπόθεση C-760/22. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 δεν ρυθμίζει ρητώς το ζήτημα της εξ αποστάσεως συμμετοχής σε ποινικές δίκες, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να αποκλείσει τη δυνατότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος το ζητεί ρητώς, να συμμετάσχει στην ακροαματική διαδικασία της δίκης του μέσω τηλεδιάσκεψης. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε επίσης ότι, όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν στον κατηγορούμενο να ασκήσει το δικαίωμα εξ αποστάσεως παράστασης στη δίκη του, οι κανόνες αυτοί δεν θα πρέπει να υπονομεύουν τον στόχο που επιδιώκεται με την οδηγία (ΕΕ) 2016/343, ο οποίος συνίσταται στην ενίσχυση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος υπεράσπισης, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη και στην ΕΣΔΑ.
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η πρωτοβουλία έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις, ιδίως ως αποτέλεσμα των συνιστωσών της που αφορούν την ψηφιοποίηση. Συνεπάγεται νομικές, πολιτικές και συντονιστικές εργασίες εντός της Επιτροπής, καθώς και τεχνικές εργασίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη, την προσαρμογή, τη δοκιμή, τη συντήρηση και την υποστήριξη του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ και των συνιστωσών του.
Το νομοθετικό δημοσιονομικό και ψηφιακό δελτίο που συνοδεύει την πρόταση παρουσιάζει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις και τους απαιτούμενους ανθρώπινους και διοικητικούς πόρους.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Η Επιτροπή θα ελέγχει αν οι διατάξεις που τροποποιούνται με την παρούσα οδηγία έχουν μεταφερθεί ορθά και αποτελεσματικά στο εθνικό δίκαιο όλων των συμμετεχόντων κρατών μελών. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φάσης μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, η Επιτροπή θα διοργανώνει εργαστήρια σχετικά με τη μεταφορά με όλα τα κράτη μέλη.
Η πρόταση προβλέπει τη συλλογή στατιστικών στοιχείων ώστε η Επιτροπή να μπορεί να παρακολουθεί την εφαρμογή της οδηγίας και να υποβάλλει αντίστοιχη έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
•Επεξηγηματικά έγγραφα (για οδηγίες)
Δεδομένου ότι η πρόταση περιέχει νέες νομικές υποχρεώσεις σε σύγκριση με την ισχύουσα οδηγία, θα είναι αναγκαίο να αποστέλλονται μαζί με την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο επεξηγηματικά έγγραφα, όπως, για παράδειγμα, πίνακας αντιστοιχίας μεταξύ των εθνικών διατάξεων και της οδηγίας. Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλίζεται ότι τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο που προσθέτουν τα κράτη μέλη στην ισχύουσα νομοθεσία είναι σαφώς αναγνωρίσιμα.
Επιπλέον, τα εθνικά μέτρα που απαιτούνται για τη μεταφορά της παρούσας πρότασης είναι πιθανό να μεταφερθούν από τα κράτη μέλη σε περισσότερα του ενός νομικά κείμενα. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο τα κράτη μέλη να υποβάλουν στην Επιτροπή επεξηγηματικό έγγραφο που θα περιέχει το κείμενο των διατάξεων που θεσπίζονται για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Θα πρέπει επίσης να παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω διατάξεις αλληλεπιδρούν με τις διατάξεις που έχουν ήδη θεσπιστεί για τη μεταφορά της οδηγίας και με τις διατάξεις που καλύπτονται από άλλες πολιτικές της ΕΕ.
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Προτείνονται οι ακόλουθες αλλαγές:
Τίτλος I: Γενικές διατάξεις
Άρθρο 1: περιγραφή του αντικειμένου.
Άρθρο 2: κατάλογος σημαντικών ορισμών.
Τίτλος II: καθορίζει το πλαίσιο για την ΕΕΕ καθώς και άλλα μέτρα για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις
Άρθρο 3: ορίζει την ΕΕΕ και περιγράφει την υποχρέωση εκτέλεσής της.
Άρθρο 4: καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της ΕΕΕ.
Άρθρο 5: απαριθμεί τα είδη διαδικασιών για τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ΕΕΕ.
Άρθρο 6: ορίζει το απαιτούμενο περιεχόμενο και τη μορφή της ΕΕΕ.
Άρθρο 7: καθορίζει τις προϋποθέσεις έκδοσης και διαβίβασης ΕΕΕ.
Άρθρο 8: καθορίζει τη διαδικασία διαβίβασης της ΕΕΕ μεταξύ των αρχών έκδοσης/εκτέλεσης.
Άρθρο 9: ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εάν μια ΕΕΕ σχετίζεται με προγενέστερη ΕΕΕ.
Άρθρο 10: καθορίζει την υποχρέωση της αρχής εκτέλεσης να αναγνωρίζει και να εκτελεί μια ΕΕΕ.
Άρθρο 11: ρυθμίζει τη χρήση διαφορετικού είδους ερευνητικού μέτρου και απαριθμεί τα μέτρα που πρέπει πάντα να είναι διαθέσιμα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης.
Άρθρο 12: απαριθμεί τους λόγους μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης.
Άρθρο 13: καθορίζει τις προθεσμίες για την αναγνώριση ή την εκτέλεση.
Άρθρο 14: θεσπίζει κανόνες για τη διαβίβαση των συλλεγόμενων αποδεικτικών στοιχείων.
Άρθρο 15: απαριθμεί τους λόγους αναβολής της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης.
Άρθρο 16: ορίζει υποχρεώσεις ενημέρωσης της αρχής έκδοσης.
Άρθρο 17: καθορίζει τα ένδικα μέσα που πρέπει να είναι διαθέσιμα.
Άρθρο 18: θεσπίζει κανόνες σχετικά με την ποινική ευθύνη των υπαλλήλων.
Άρθρο 19: θεσπίζει κανόνες σχετικά με την αστική ευθύνη των υπαλλήλων.
Άρθρο 20: καθορίζει την υποχρέωση εμπιστευτικότητας.
Άρθρο 21: καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη μεταγενέστερη χρήση και περαιτέρω διαβίβαση των πληροφοριών ή των αποδεικτικών στοιχείων.
Άρθρο 22: προβλέπει τη δυνατότητα προσωρινής μεταγωγής κρατουμένων στο κράτος έκδοσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου.
Άρθρο 23: προβλέπει τη δυνατότητα προσωρινής μεταγωγής κρατουμένων στο κράτος εκτέλεσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου.
Άρθρο 24: προβλέπει τη δυνατότητα εξέτασης με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλη τεχνολογία εξ αποστάσεως επικοινωνίας.
Άρθρο 25: προβλέπει τη δυνατότητα εξέτασης πραγματογνωμόνων ή μαρτύρων με τηλεφωνική διάσκεψη.
Άρθρο 26: προβλέπει τη δυνατότητα να ζητούνται πληροφορίες σχετικά με τραπεζικούς και άλλους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς.
Άρθρο 27: προβλέπει τη δυνατότητα να ζητούνται πληροφορίες σχετικά με τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
Άρθρο 28: ρυθμίζει τα ερευνητικά μέτρα που συνεπάγονται τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε πραγματικό χρόνο, συνεχώς και για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Άρθρο 29: καθορίζει ειδικούς κανόνες για τις μυστικές έρευνες.
Άρθρο 30: καθορίζει ειδικούς κανόνες για τη διασυνοριακή παρακολούθηση.
Άρθρο 31: καθορίζει ειδικούς κανόνες για την αίτηση παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών με την τεχνική βοήθεια άλλου κράτους μέλους.
Άρθρο 32: καθορίζει ειδικούς κανόνες σχετικά με τα προσωρινά μέτρα για την πρόληψη της απώλειας αποδεικτικών στοιχείων.
Άρθρο 33: καθορίζει διαδικασία κοινοποίησης προς το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο παρακολουθούμενος και από το οποίο δεν απαιτείται παροχή τεχνικής βοήθειας.
Άρθρο 34: καθορίζει διαδικασία για την κοινοποίηση στο κράτος μέλος της χρήσης, στο έδαφός του, τεχνικής συσκευής καταγραφής χωρίς ανάγκη της τεχνικής βοήθειάς του.
Άρθρο 35: καθορίζει τη διαδικασία για την αίτηση συγκατάθεσης για χρήση πληροφοριών που είχαν ανταλλαγεί προηγουμένως ως αποδεικτικών στοιχείων.
Τίτλος III: θεσπίζει την ΕΕΑΣ ως νέο μέσο αμοιβαίας αναγνώρισης που διευκολύνει τα αιτήματα για εξ αποστάσεως συμμετοχή υπόπτου, κατηγορουμένου ή θύματος αξιόποινης πράξης σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου από άλλο κράτος μέλος μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας.
Άρθρο 36: ορίζει την ΕΕΑΣ.
Άρθρο 37: καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έκδοση ΕΕΑΣ.
Άρθρο 38: καθορίζει διαδικασία και εγγυήσεις για την εξασφάλιση της συγκατάθεσης του ενδιαφερόμενου.
Άρθρο 39: καθορίζει το υποχρεωτικό περιεχόμενο του τυποποιημένου εντύπου της ΕΕΑΣ.
Άρθρο 40: ρυθμίζει τη διαβίβαση της ΕΕΑΣ.
Άρθρο 41: θεσπίζει την υποχρέωση αναγνώρισης και εκτέλεσης της ΕΕΑΣ χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις.
Άρθρο 42: προβλέπει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εκτέλεση των αιτημάτων της ΕΕΑΣ.
Άρθρο 43: καθορίζει υποχρεωτικούς και προαιρετικούς λόγους μη αναγνώρισης/εκτέλεσης της ΕΕΑΣ.
Άρθρο 44: καθορίζει τις προθεσμίες για τις αποφάσεις αναγνώρισης και εκτέλεσης της ΕΕΑΣ.
Άρθρο 45: ρυθμίζει τις καταστάσεις στις οποίες είναι αδύνατη η εκτέλεση της ΕΕΑΣ.
Άρθρο 46: προβλέπει υποχρεώσεις ενημέρωσης μεταξύ των αρμόδιων αρχών.
Άρθρο 47: ρυθμίζει τα προσωρινά μέτρα μετά την καταδίκη.
Άρθρο 48: ενθαρρύνει τις άμεσες διαβουλεύσεις μεταξύ των αρχών έκδοσης και εκτέλεσης.
Άρθρο 49: καθορίζει τα εφαρμοστέα δικονομικά δικαιώματα.
Άρθρο 50: θεσπίζει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.
Τίτλος IV: θεσπίζει κοινές διατάξεις
Άρθρο 51: θεσπίζει κανόνες σχετικά με τα μέσα επικοινωνίας.
Άρθρο 52: παρέχει δυνατότητα να οριστούν κεντρικές αρχές σε όλα τα κράτη μέλη.
Άρθρο 53: ρυθμίζει ζητήματα συνεργασίας με την Eurojust και το ΕΔΔ.
Άρθρο 54: ρυθμίζει ζητήματα κόστους.
Άρθρο 55: προβλέπει υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη όσον αφορά την παροχή στατιστικών στοιχείων.
Άρθρο 56: προβλέπει κανόνες για την τροποποίηση των τυποποιημένων εντύπων.
Άρθρο 57: καθορίζει κανόνες για την άσκηση της εξουσιοδότησης.
Τίτλος V: καθορίζει μεταβατικές και τελικές διατάξεις
Άρθρο 58: καθορίζει τις υποχρεώσεις για τις κοινοποιήσεις των αρμόδιων αρχών.
Άρθρο 59: ρυθμίζει τη σχέση με άλλες ενωσιακές και διεθνείς πράξεις.
Άρθρο 60: θεσπίζει κοινές διατάξεις.
Άρθρο 61: καθορίζει τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.
Άρθρο 62: θεσπίζει την υποχρέωση της Επιτροπής να υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας.
Άρθρο 63: καθορίζει τη ρήτρα κατάργησης.
Άρθρο 64: καθορίζει τη ρήτρα σχετικά με την έναρξη ισχύος.
Άρθρο 65: υποδεικνύει τους αποδέκτες.
4
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
2026/0172 (COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας σε ποινικές υποθέσεις και την ευρωπαϊκή εντολή εξ αποστάσεως συμμετοχής (αναδιατύπωση)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 82 παράγραφος 1 στοιχείο α),
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Αφού διαβίβασε το σχέδιο νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια ⌦ Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια ⌫
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
⇩ νέο
(1)Η οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα και ουσιωδώς. Καθώς η εν λόγω οδηγία πρόκειται να τροποποιηθεί εκ νέου, είναι σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωσή της.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 1
(2)Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στόχο τη διατήρηση και ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.
⇩ νέο
(3)Το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα καθώς και η τρομοκρατία αποκτούν όλο και περισσότερο διεθνικό χαρακτήρα και συνιστούν απειλή για την ασφάλεια εντός της Ένωσης. Το άρθρο 67 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί από την Ένωση να καταβάλλει προσπάθεια για να εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο ασφάλειας, μεταξύ άλλων μέσω του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ αστυνομικών και δικαστικών αρχών και των λοιπών αρμόδιων αρχών, καθώς και με την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, η αποτελεσματική διασυνοριακή δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις είναι απαραίτητη για τη διευκόλυνση της συγκέντρωσης και της διαβίβασης αποδεικτικών στοιχείων σε διασυνοριακό επίπεδο, ώστε να υποστηρίζεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αποτελεσματική έρευνα και δίωξη, και να μπορούν η Ένωση και τα κράτη μέλη να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις εν λόγω απειλές.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 2
(4)Σύμφωνα με το άρθρο 82 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ένωση θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, αρχή η οποία χαρακτηρίζεται συστηματικά, από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999 και εξής, ως ακρογωνιαίος λίθος της δικαστικής συνεργασίας επί ποινικών υποθέσεων στην Ένωση.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 3 (προσαρμοσμένο)
Η απόφαση-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου
ανταποκρίθηκε στην ανάγκη άμεσης αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων που επιδιώκουν να προλαμβάνεται η καταστροφή, η παραποίηση, η μετατόπιση, η μεταφορά ή η διάθεση αποδεικτικών στοιχείων. Εντούτοις, επειδή η νομική αυτή πράξη περιορίζεται στη δέσμευση, η απόφαση δέσμευσης πρέπει να συνοδεύεται από χωριστό αίτημα για τη διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων στο κράτος που εκδίδει την εντολή («κράτος έκδοσης») σύμφωνα με τους κανόνες περί αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων. Αυτό οδηγεί σε διαδικασία δύο σταδίων, η οποία αποβαίνει σε βάρος της αποδοτικότητας. Επιπλέον, αυτό το καθεστώς συνυπάρχει με τα παραδοσιακά μέσα συνεργασίας και επομένως σπάνια χρησιμοποιείται από τις αρμόδιες αρχές.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 4 (προσαρμοσμένο)
Η απόφαση-πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ του Συμβουλίου
σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων («ευρωπαϊκό ένταλμα») εκδόθηκε προς εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης για το σκοπό της συγκέντρωσης αντικειμένων, εγγράφων και δεδομένων, χρησιμοποιουμένων στην ποινική δικαιοσύνη. Εντούτοις, το ευρωπαϊκό ένταλμα ισχύει μόνο για τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ήδη και, ως εκ τούτου, καλύπτει περιορισμένο φάσμα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία. Λόγω του περιορισμένου πεδίου του, οι αρμόδιες αρχές είναι ελεύθερες να χρησιμοποιούν το νέο καθεστώς ή τις διαδικασίες αμοιβαίας νομικής συνδρομής που εξακολουθούν πάντοτε να ισχύουν για αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 5 (προσαρμοσμένο)
Αφότου εκδόθηκαν οι αποφάσεις-πλαίσια 2003/577/ΔΕΥ και 2008/978/ΔΕΥ διαπιστώθηκε ότι το πλαίσιο για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων είναι υπερβολικά κατακερματισμένο και περίπλοκο. Απαιτείται συνεπώς νέα προσέγγιση.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 6 (προσαρμοσμένο)
Βάσει του προγράμματος της Στοκχόλμης, το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 10-11 Δεκεμβρίου 2009, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε ότι θα πρέπει να δοθεί συνέχεια στη θέσπιση συνολικού συστήματος για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε υποθέσεις με διασυνοριακή διάσταση, βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ότι τα υπάρχοντα μέσα σε αυτόν τον τομέα συνιστούν ένα κατακερματισμένο καθεστώς και ότι απαιτείται νέα προσέγγιση, που θα βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, αλλά θα λαμβάνει επίσης υπόψη την ευελιξία του παραδοσιακού συστήματος της αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζήτησε συνεπώς ένα συνεκτικό σύστημα που θα αντικαταστήσει όλα τα υπάρχοντα νομοθετήματα στον συγκεκριμένο τομέα, περιλαμβανομένης της απόφασης-πλαισίου 2008/978/ΔΕΥ το οποίο θα καλύπτει κατά το δυνατόν όλα τα είδη αποδεικτικών στοιχείων και θα ορίζει προθεσμίες εκτέλεσης, θα περιορίζει δε όσο το δυνατόν περισσότερο τους λόγους άρνησης.
⇩ νέο
(5)Η οδηγία 2014/41/ΕΕ θέσπισε την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας (στο εξής: ΕΕΕ) ως μέσο για τη διασυνοριακή συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις. Η εν λόγω οδηγία ανταποκρινόταν σε μια σαφώς προσδιορισμένη πρακτική ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο, με βάση την αμοιβαία αναγνώριση, για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε υποθέσεις με διασυνοριακή διάσταση. Αντικατέστησε το προηγούμενο κατακερματισμένο σύστημα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την ευελιξία του παραδοσιακού συστήματος αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής.
(6)Η οδηγία 2014/41/ΕΕ εφαρμόζεται από τις 22 Μαΐου 2017 και έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην πράξη. Ωστόσο, η πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή της, συμπεριλαμβανομένων των πορισμάτων του 10ου γύρου αμοιβαίων αξιολογήσεων, αποκάλυψε τομείς στους οποίους το νομικό πλαίσιο θα πρέπει να ενισχυθεί και να συμπληρωθεί ώστε να βελτιωθούν η νομική σαφήνεια και η αποτελεσματικότητα της διασυνοριακής συλλογής αποδεικτικών στοιχείων. Αυτό απαιτεί στοχευμένες νομοθετικές βελτιώσεις της ΕΕΕ, καθώς και διευκόλυνση της εξ αποστάσεως συμμετοχής υπόπτων και κατηγορουμένων και θυμάτων αξιόποινων πράξεων που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Ως εκ τούτου, οι κοινοί κανόνες για τη διασυνοριακή δικαστική συνεργασία κατά τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις δυνάμει της οδηγίας 2014/41/ΕΕ θα πρέπει να βελτιωθούν και να αναπτυχθούν περαιτέρω, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία του εν λόγω μέσου και να ενισχυθεί η δικαστική συνεργασία στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων.
(7)Το νομικό τοπίο στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά την εξ αποστάσεως συμμετοχή υπόπτων, κατηγορουμένων και θυμάτων αξιόποινων πράξεων σε εξέταση ενώπιον δικαστηρίου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης από άλλο κράτος μέλος δεν ρυθμίζεται επί του παρόντος σε επίπεδο Ένωσης. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη βρίσκονται αντιμέτωπα με κατακερματισμό και ασυνεπείς πρακτικές όσον αφορά τη διασυνοριακή εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου. Τα πρόσωπα αντιμετωπίζουν εμπόδια όσον αφορά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά την άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας τους, καθώς και ανασφάλεια δικαίου, λόγω της έλλειψης κανόνων σε επίπεδο Ένωσης.
(8)Για την αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών, η παρούσα πρόταση θεσπίζει νέο νομικό πλαίσιο με τη μορφή της ευρωπαϊκής εντολής εξ αποστάσεως συμμετοχής (ΕΕΑΣ), το οποίο καθιστά δυνατή τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής συμμετοχής, μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας, υπόπτου, κατηγορουμένου ή θύματος αξιόποινης πράξης, όταν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, σε μία ή περισσότερες εξετάσεις ενώπιον ποινικών δικαστηρίων από άλλο κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, η ΕΕΑΣ μπορεί να αφορά μία ή περισσότερες εξετάσεις στο προδικαστικό στάδιο ή στο στάδιο της δίκης. Όσον αφορά τα θύματα αξιόποινων πράξεων, η οδηγία 2012/29/ΕΕ καλεί τα κράτη μέλη να διευκολύνουν τα αιτήματα εξ αποστάσεως συμμετοχής των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες από άλλο κράτος μέλος, χωρίς ωστόσο να θεσπίζει ειδικούς κανόνες για τον σκοπό αυτό.
(9)Για τους σκοπούς της ΕΕΑΣ, η εξ αποστάσεως συμμετοχή θα πρέπει να θεωρείται ότι καλύπτει την πλήρη συμμετοχή σε όλα τα είδη εξέτασης ενώπιον ποινικού δικαστηρίου τόσο στο προδικαστικό στάδιο όσο και στο στάδιο της δίκης σε άλλο κράτος μέλος, κατά περίπτωση, ανάλογα με το αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι ύποπτος, κατηγορούμενος ή θύμα αξιόποινης πράξης. Η πλήρης συμμετοχή συνεπάγεται την πλήρη άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου προσώπου ως εάν ήταν αυτοπροσώπως παρόν στην εξέταση, συμπεριλαμβανομένης κάθε μορφής προσκόμισης ή λήψης αποδεικτικών στοιχείων. Ως εκ τούτου, η πλήρης συμμετοχή συνεπάγεται όχι μόνο την παρουσία σε εξέταση, αλλά και, κατά περίπτωση, κάθε μορφή λήψης αποδεικτικών στοιχείων από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας. Η συμμετοχή αυτή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη διαδικασία και να του παρέχεται η δυνατότητα να εξεταστεί υπό συνθήκες που σέβονται τα δικαιώματα υπεράσπισης, κατά περίπτωση, και τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας.
(10)Όταν ο σκοπός της εξέτασης περιορίζεται στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων για τη διακρίβωση των σχετικών πραγματικών περιστατικών όσον αφορά την ύπαρξη ποινικού αδικήματος, τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα ή την ταυτότητα του δράστη, και στον βαθμό που δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για τον σκοπό αυτό, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να βασίζεται στην έκδοση ΕΕΕ, είτε για τον σκοπό της εξέτασης του ενδιαφερόμενου προσώπου στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, για εξέταση με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλη τεχνολογία εξ αποστάσεως επικοινωνίας από το κράτος εκτέλεσης, είτε για την προσωρινή μεταγωγή προσώπου υπό κράτηση στο κράτος έκδοσης.
(11)Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλη τεχνολογία εξ αποστάσεως επικοινωνίας θα πρέπει να νοείται η τεχνολογία οπτικοακουστικής μετάδοσης που καθιστά δυνατή την αμφίδρομη και ταυτόχρονη επικοινωνία εικόνας και ήχου, επιτρέποντας με τον τρόπο αυτό την οπτική, ακουστική και προφορική αλληλεπίδραση, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2844 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(12)Η χρήση εικονοτηλεδιάσκεψης και άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας σε ποινικές διαδικασίες απαιτεί αξιόπιστη και ασφαλή τεχνική υποδομή, ικανή να διασφαλίσει την αποτελεσματική συμμετοχή του ενδιαφερόμενου προσώπου. Η τεχνολογία αυτή θα πρέπει να επιτρέπει στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ασκεί αποτελεσματικά τα δικονομικά του δικαιώματα, καθώς και να δίνει στο εν λόγω πρόσωπο τη δυνατότητα να επικοινωνεί εμπιστευτικά με τον δικηγόρο του, ο οποίος θα πρέπει να είναι παρών στην αίθουσα του δικαστηρίου στο κράτος έκδοσης. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν πρόσβαση σε τεχνικά μέσα που είναι επαρκώς ασφαλή, προσβάσιμα και αξιόπιστα για τους σκοπούς της εξ αποστάσεως συμμετοχής σε ποινικές διαδικασίες.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 7 (προσαρμοσμένο)
(13)Η νέα αυτή προσέγγιση θα πρέπει να βασίζεται σε ένα και μοναδικό μέσο, το οποίο ονομάζεται Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ). Η έκδοση μιας ΕΕΕ αποσκοπεί στην εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων στο κράτος εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος(«κράτος εκτέλεσης») με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της αρχής εκτέλεσης.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 8 (προσαρμοσμένο)
(14)Η ΕΕΕ θα πρέπει να έχει οριζόντιο πεδίο εφαρμογής και επομένως θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα ερευνητικά μέτρα που στοχεύουν στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Ωστόσο, η σύσταση κοινής ομάδας έρευνας και η συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιό της απαιτούν συγκεκριμένους κανόνες που θα αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής επεξεργασίας. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, τα υπάρχοντα μέσα θα πρέπει ως εκ τούτου να συνεχίσουν να ισχύουν για τέτοια ερευνητικά μέτρα ⌦ αυτού του είδους ⌫.
⇩ νέο
(15)Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποτελεσματική εκτέλεση ερευνητικού μέτρου με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων απαιτεί να ενημερώνεται το πρόσωπο το οποίο αφορά το μέτρο στο κράτος εκτέλεσης, και να του παρέχεται η δυνατότητα να παρίσταται ή να συμμετέχει σε ερευνητική πράξη με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να είναι δυνατή βάσει της παρούσας οδηγίας η επίδοση ή κοινοποίηση διαδικαστικών εγγράφων για τον σκοπό αυτόν, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω επίδοση ή κοινοποίηση είναι απολύτως αναγκαία για την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 9
Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στους διασυνοριακούς ελέγχους βάσει της σύμβασης για την εφαρμογή της συμφωνίας Σένγκεν
.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 10
(16)Η ΕΕΕ θα πρέπει να επικεντρώνεται στο προς εκτέλεση ερευνητικό μέτρο. Η αρχή έκδοσης είναι η πλέον αρμόδια να αποφασίζει, βάσει των στοιχείων που διαθέτει όσον αφορά τις λεπτομέρειες της σχετικής έρευνας, ποιο ερευνητικό μέτρο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Ωστόσο η αρχή εκτέλεσης οφείλει, κατά το δυνατόν, να χρησιμοποιεί άλλου είδους ερευνητικό μέτρο αν το ζητούμενο δεν υφίσταται στο εθνικό της δίκαιο ή αν δεν θα ήταν διαθέσιμο σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση. Η διαθεσιμότητα θα πρέπει να αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου το ζητούμενο ερευνητικό μέτρο υφίσταται μεν στο δίκαιο του κράτους εκτέλεσης αλλά είναι κατά νόμον διαθέσιμο μόνο σε ορισμένες καταστάσεις, π.χ. όταν το μέτρο μπορεί να εκτελεστεί για αδικήματα συγκεκριμένης βαρύτητας, κατά προσώπων για τα οποία υπάρχει ήδη ένας ορισμένος βαθμός υποψίας ή με τη συναίνεση αυτών. Η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει επίσης να μπορεί να προσφύγει σε άλλο είδος ερευνητικού μέτρου αν αυτό δίνει το ίδιο αποτέλεσμα με το μέτρο της ΕΕΕ με τρόπο ενέχοντα μικρότερη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εν λόγω προσώπου.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 11 (προσαρμοσμένο)
(17)Η ΕΕΕ θα πρέπει να επιλέγεται όταν η εκτέλεση ενός ερευνητικού μέτρου δείχνει αναλογική, ενδεδειγμένη και εφαρμόσιμη σε μια υπόθεση. Η αρχή έκδοσης θα πρέπει συνεπώς να επαληθεύσει αν τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία είναι αναγκαία και αναλογικά για τους σκοπούς της διαδικασίας, αν το επιλεχθέν ερευνητικό μέτρο είναι αναγκαίο και αναλογικό για τη συλλογή των στοιχείων και κατά πόσον, μέσω της έκδοσης ΕΕΕ, κάποιο άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να μετάσχει στη συλλογή των στοιχείων. Η ίδια εκτίμηση θα πρέπει να γίνει στη διαδικασία επικύρωσης, όταν δυνάμει της παρούσας οδηγίας απαιτείται η επικύρωση μιας ΕΕΕ. Η εκτέλεση της ΕΕΕ δεν θα πρέπει να απορρίπτεται για άλλους λόγους πέραν όσων αναφέρονται στην παρούσα οδηγία. H αρχή εκτέλεσης όμως δικαιούται να επιλέξει ένα ερευνητικό μέτρο λιγότερο οχληρό από εκείνο που αναφέρεται στην ΕΕΕ αν δίνει ισοδύναμο αποτέλεσμα.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 12 (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
(18)Όταν εκδίδει ΕΕΕ ⇨ ή ΕΕΑΣ ⇦, η αρχή έκδοσης δίνει ιδιαίτερη σημασία στην εξασφάλιση του πλήρους σεβασμού των δικαιωμάτων κατά το άρθρο τα άρθρα ⇨ 47 και ⇦ 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»). ⇨ Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη αποτελεί μια από τις βασικές αρχές σε μια δημοκρατική κοινωνία. ⇦ Το τεκμήριο αθωότητας ⇨ , το δικαίωμα παράστασης στη δίκη ⇦ και το δικαίωμα ⌦ τα άλλα δικαιώματα ⌫ της υπεράσπισης σε ποινική διαδικασία αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο Χάρτη όσον αφορά τον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης. Οποιοσδήποτε περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών από ερευνητικό μέτρο που διατάσσεται βάσει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να συμμορφώνεται πλήρως με τις απαιτήσεις του άρθρου 52 του Χάρτη σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα, την αναλογικότητα και τους στόχους γενικού συμφέροντος που θα πρέπει να επιδιώκει, ιδίως την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων.
⇩ νέο
(19)Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται με παράλληλη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού και της τήρησης των δικαιωμάτων που προβλέπονται βάσει των οδηγιών 2010/64/ΕΕ, 2012/13/ΕΕ, 2013/48/ΕΕ
, (ΕΕ) 2016/343, (ΕΕ) 2016/800 και (ΕΕ) 2016/1919
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, οι οποίες αφορούν τα δικονομικά δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες, καθώς και των δικαιωμάτων των θυμάτων αξιόποινων πράξεων που προβλέπονται βάσει της οδηγίας 2012/29/ΕΕ.
(20)Ειδικότερα, η εφαρμογή του τίτλου III της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα παράστασης με αυτοπρόσωπη παρουσία στη δίκη, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343, ούτε άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις ή του ποινικού δικονομικού δικαίου, και ιδίως διατάξεις σχετικά με τη χρήση εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας οπτικοακουστικής μετάδοσης σε ποινικές υποθέσεις.
(21)Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι ειδικές ανάγκες των ευάλωτων προσώπων, δηλαδή των προσώπων που βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση. Ειδικότερα, η χρήση εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετες προκλήσεις για τα εν λόγω πρόσωπα και μπορεί να απαιτεί την παροχή ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και τη θέσπιση ρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένης της παροχής κατάλληλων μέτρων στήριξης. Θα πρέπει να υιοθετηθεί ευρεία και ευέλικτη προσέγγιση για τον εντοπισμό ευάλωτων καταστάσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι όλα τα πρόσωπα που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στα ευάλωτα πρόσωπα κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας και της αναλογικότητας της έκδοσης ΕΕΑΣ, καθώς και κατά την εξέταση τυχόν παρέκκλισης από την απαίτηση συγκατάθεσης. Όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι παιδί, πρωταρχική σημασία θα πρέπει να δίνεται στο βέλτιστο συμφέρον του. Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική συμμετοχή, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται στενά για τον προσδιορισμό και την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων προσαρμοσμένων στις ατομικές ανάγκες του ενδιαφερόμενου προσώπου.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 13
Για να εξασφαλιστεί η διαβίβαση της ΕΕΕ στην αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, η αρχή έκδοσης μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε δυνατό/σχετικό μέσο διαβίβασης, π.χ. του ασφαλούς συστήματος τηλεπικοινωνιών του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου, της Eurojust ή άλλους διαύλους που χρησιμοποιούν οι δικαστικές αρχές ή οι αρχές επιβολής του νόμου.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 15 (προσαρμοσμένο)
Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται λαμβανομένης υπόψη τις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2010/64/ΕΕ
, 2012/13/ΕΕ
και 2013/48/ΕΕ
, που αφορούν τα εκ της ποινικής δικονομίας δικαιώματα.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 11 (προσαρμοσμένο)
(22)Η εκτέλεση της ΕΕΕ δεν θα πρέπει να απορρίπτεται για άλλους λόγους πέραν όσων αναφέρονται στην παρούσα οδηγία. H αρχή εκτέλεσης όμως δικαιούται να επιλέξει ένα ερευνητικό μέτρο λιγότερο οχληρό από εκείνο που αναφέρεται στην ΕΕΕ αν δίνει ισοδύναμο αποτέλεσμα.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 16
(23)Τα μη παρεμβατικά ερευνητικά μέτρα θα μπορούσαν, λ.χ., να είναι μέτρα που δεν παραβιάζουν το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή ή το δικαίωμα ιδιοκτησίας, ανάλογα με το εθνικό δίκαιο.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 17 (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
(24)Η αρχή ne bis in idem είναι θεμελιώδης αρχή δικαίου στην Ένωση, όπως αναγνωρίζεται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης και αναπτύσσεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αρνείται την εκτέλεση μιας ΕΕΕ εάν ⌦ σε περιπτώσεις όπου ⌫ η εκτέλεσή της θα αντέβαινε στην αρχή αυτήν. Λόγω του προκαταρκτικού χαρακτήρα των διαδικασιών στις οποίες βασίζεται μια ΕΕΕ, η εκτέλεσή της δεν θα πρέπει να μπορεί να απορριφθεί όταν σκοπός της είναι να βεβαιώσει πιθανή σύγκρουση με την αρχή ne bis in idem ή όταν η αρχή έκδοσης έχει παράσχει διαβεβαίωση ότι ⌦ , στην περίπτωση ΕΕΕ, ⌫τα αποδεικτικά στοιχεία που διαβιβάστηκαν συνεπεία της εκτέλεσης της ΕΕΕ δεν θα χρησιμοποιηθούν για την άσκηση δίωξης κατά προσώπου ή την επιβολή κυρώσεων σε πρόσωπο το οποίο έχει δικαστεί τελεσιδίκως σε άλλο κράτος μέλος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. ⇨ Στην περίπτωση της ΕΕΑΣ, δεδομένου ότι η εξ αποστάσεως συμμετοχή αποτελεί μέρος της διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας και συνεπάγεται πρόοδο προς την κατεύθυνση της διαπίστωσης της ενοχής σε μια δεδομένη υπόθεση, όταν διαπιστώνεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει ήδη δικαστεί τελεσίδικα για τις ίδιες πράξεις ή ότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση που αποκλείει περαιτέρω διαδικασίες επί της ουσίας, η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να αρνείται την αναγνώριση και την εκτέλεση της εν λόγω ΕΕΑΣ. ⇦
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 18 (προσαρμοσμένο)
(25)Όπως συμβαίνει και με άλλες νομικές πράξεις στον τομέα της αμοιβαίας αναγνώρισης, με την παρούσα οδηγία δεν μεταβάλλεται η υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και στο Χάρτη. Για να είναι σαφές το στοιχείο αυτό, θα πρέπει να εισαχθεί ειδική διάταξη στο κείμενο.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 19 (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
(26)Η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ένωση βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και σε τεκμήριο συμμόρφωσης των άλλων κρατών μελών με το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ωστόσο το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό. Συνεπώς, εάν ⌦ όταν ⌫ υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση ερευνητικού μέτρου που περιέχεται στην ΕΕΕ ⇨ ή μιας ΕΕΑΣ ⇦ θα είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος του ενδιαφερομένου και ότι το κράτος μέλος εκτέλεσης θα παρέβαινε τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εκτέλεση της ΕΕΕ ⇨ ή της ΕΕΑΣ ⇦θα πρέπει να απορρίπτεται.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 20 (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
(27)Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα άρνησης μιας ΕΕΕ ⇨ ή μιας ΕΕΑΣ και ⇦ όταν η αναγνώριση ή η εκτέλεσή της στο κράτος εκτέλεσης θα συνεπαγόταν παραβίαση προνομίου ή ασυλίας στο εν λόγω κράτος. Δεν υφίσταται κοινός ορισμός της ασυλίας ή του προνομίου στο δίκαιο της Ένωσης και έτσι ο ακριβής ορισμός αυτών των ⌦ εν λόγω ⌫ εννοιών επαφίεται στην εθνική νομοθεσία, αυτός μπορεί δε να περιλαμβάνει μέτρα προστασίας που ισχύουν για τα ιατρικά και νομικά επαγγέλματα, δεν θα πρέπει όμως να ερμηνεύονται κατά τρόπον ο οποίος αντίκειται στην υποχρέωση κατάργησης ορισμένων λόγων άρνησης βάσει του πρωτοκόλλου της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό μπορεί επίσης να αφορά, παρόλο που δεν θεωρούνται απαραιτήτως προνόμια ή ασυλίες, κανόνες σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 21
⇨ νέο
(28)Οι προθεσμίες χρειάζονται για να εξασφαλιστεί η ταχεία, αποτελεσματική και συνεπής συνεργασία των κρατών μελών σε ποινικές υποθέσεις. Η απόφαση σχετικά με την αναγνώριση ή την εκτέλεση, καθώς και η ίδια η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου, θα πρέπει να διεξάγονται με την ταχύτητα και την προτεραιότητα που θα δινόταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση. Θα πρέπει να τεθούν προθεσμίες που θα εξασφαλίζουν την έκδοση απόφασης ή την εκτέλεση εντός εύλογου χρονικο διαστήματος ή την τήρηση των διαδικαστικών περιορισμών στο κράτος έκδοσης. ⇨ Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται σε ερευνητικά μέτρα που συνεπάγονται τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε πραγματικό χρόνο, συνεχώς και για ορισμένο χρονικό διάστημα, όπως η παρακολούθηση τραπεζικών ή άλλων χρηματοοικονομικών πράξεων που διενεργούνται μέσω ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων λογαριασμών και οι ελεγχόμενες παραδόσεις στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, η παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών και η διασυνοριακή παρακολούθηση, τα οποία θα πρέπει να τυγχάνουν άμεσης προσοχής και, όταν είναι απολύτως αναγκαίο για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητάς τους, η αρχή εκτέλεσης μπορεί να αποφασίσει να επιτρέψει την προσωρινή εκτέλεσή τους εν αναμονή απόφασης σχετικά με την αναγνώριση ή την εκτέλεση, με την επιφύλαξη παύσης σε περίπτωση άρνησης της αναγνώρισης. ⇦
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 22
(29)Τα ένδικα μέσα που δύνανται να ασκηθούν κατά μιας ΕΕΕ θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα σε εγχώρια υπόθεση κατά του εκάστοτε ερευνητικού μέτρου. Σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα άσκησης των ένδικων μέσων, μεταξύ άλλων ενημερώνοντας εγκαίρως κάθε ενδιαφερόμενο σχετικά με τις δυνατότητες και τους τρόπους αναζήτησης των ένδικων μέσων. Αν ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αντιρρήσεις σχετικά με ΕΕΕ στο κράτος εκτέλεσης οι οποίες αφορούν τους ουσιαστικούς λόγους έκδοσης της ΕΕΕ, οι πληροφορίες σχετικά με την αμφισβήτηση θα πρέπει να διαβιβάζονται στην αρχή έκδοσης και το ενδιαφερόμενο μέρος να ενημερώνεται.
⇩ νέο
(30)Όταν οι πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία λαμβάνονται μέσω της εκτέλεσης ΕΕΕ ή μέσω διαδικασίας κοινοποίησης που δεν απαιτεί τη συνδρομή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση, και όταν το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης ή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση προβλέπει όρους που περιορίζουν τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους συγκεντρώθηκαν αρχικά, οι όροι αυτοί θα πρέπει να αναφέρονται δεόντως κατά τη διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων ή εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί σε σχέση με τις διαδικασίες κοινοποίησης. Για κάθε περαιτέρω διαβίβαση σε άλλο κράτος μέλος, τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό θα πρέπει να απαιτείται προηγούμενη συγκατάθεση.
(31)Όταν μια αρμόδια αρχή ζητεί συγκατάθεση, στις περιπτώσεις που απαιτείται από το εθνικό της δίκαιο ή τους όρους που συνοδεύουν την αρχική διαβίβαση των πληροφοριών, για να χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινικές διαδικασίες πληροφορίες που είχαν προηγουμένως ανταλλαγεί μεταξύ αρχών επιβολής του νόμου ή μέσω αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών, η εν λόγω συγκατάθεση θα πρέπει να ζητείται για κάθε προβλεπόμενη χρήση των εν λόγω πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε διαφορετικής χρήσης τους.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 23 (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
(32)Τα έξοδα για την εκτέλεση μιας ΕΕΕ ⇨ ή μιας ΕΕΑΣ ⇦ στο έδαφος του κράτους μέλους εκτέλεσης θα πρέπει να βαρύνουν αποκλειστικά το εν λόγω κράτος. Η ρύθμιση αυτή συνάδει προς τη γενική αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Εντούτοις, η εκτέλεση μιας ΕΕΕ ⇨ ή μιας ΕΕΑΣ ⇦ ενδέχεται να επιβαρύνει με εξαιρετικά υψηλά έξοδα το κράτος εκτέλεσης π.χ. ⌦ , στην περίπτωση της ΕΕΕ, ⌫ από περίπλοκες γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων ή ευρείες αστυνομικές επιχειρήσεις ή δραστηριότητες παρακολούθησης ⇨ ή, στην περίπτωση της ΕΕΑΣ, έξοδα που προκύπτουν από τη διεξαγωγή μεγάλου αριθμού εξ αποστάσεως διαδικασιών εξέτασης ⇦ . Αυτό δεν θα πρέπει να παρεμποδίζει την εκτέλεση της ΕΕΕ ⇨ ή της ΕΕΑΣ ⇦ και οι αρχές ⌦ η αρχή ⌫ έκδοσης και ⌦ η ⌫ ⌦ αρχή ⌫ εκτέλεσης θα πρέπει να επιδιώκουν να προσδιορίσουν τα έξοδα που πρέπει να θεωρηθούν ως εξαιρετικά υψηλά. Το ζήτημα των εξόδων μπορεί να ρυθμιστεί με διαβουλεύσεις μεταξύ των κρατών έκδοσης και εκτέλεσης και καλό είναι να επιλύεται στη φάση των διαβουλεύσεων. Ως ύστατη λύση, η αρχή έκδοσης μπορεί να αποφασίσει να αποσύρει την ΕΕΕ ⇨ ή την ΕΕΑΣ ⇦ ή να τη διατηρήσει, το δε μέρος των εξόδων που κρίνεται εξαιρετικά υψηλό από το κράτος εκτέλεσης αλλά απολύτως απαραίτητο στο πλαίσιο της διαδικασίας θα πρέπει να καλύπτεται από το κράτος έκδοσης. ⌦ Στην περίπτωση ΕΕΕ, ⌫ ο Ο προτεινόμενος μηχανισμός δεν αποτελεί πρόσθετο λόγο άρνησης και, οπωσδήποτε, δεν θα πρέπει να γίνεται κατάχρησή του για να καθυστερεί ή να εμποδίζεται η εκτέλεση της ΕΕΕ.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 24 (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
(33)Η ΕΕΕ προβλέπει ενιαίο καθεστώς για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Πρόσθετοι κανόνες είναι εντούτοις απαραίτητοι για ορισμένα είδη ερευνητικών μέτρων που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην ΕΕΕ, όπως η προσωρινή μεταγωγή κρατουμένων, η εξέταση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή τηλεφωνικής διάσκεψης, η λήψη πληροφοριών σχετικών με τραπεζικούς λογαριασμούς ή τραπεζικές συναλλαγές, οι ελεγχόμενες παραδόσεις, ή οι μυστικές έρευνες, ⇨η παρακολούθηση ή η χρήση τεχνικών συσκευών καταγραφής ⇦ . Η ΕΕΕ περιλαμβάνει ερευνητικά μέτρα που συνεπάγονται συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε πραγματικό χρόνο, συνεχώς και κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου ⇨ ,καθώς και διασυνοριακή παρακολούθηση, ⇦ αλλά, όπου κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να συμφωνούνται πρακτικές ρυθμίσεις μεταξύ των κρατών έκδοσης και εκτέλεσης ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές ανάμεσα στα εθνικά τους δίκαια.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 25 (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
(34)Η ⌦ Ο τίτλος ΙΙ της παρούσας ⌫ οδηγίας θεσπίζει κανόνες για την εκτέλεση ενός ερευνητικού μέτρου σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, περιλαμβανομένης της δίκης, εφόσον ⌦ όταν αυτό ⌫ είναι αναγκαίο με συμμετοχή του ενδιαφερόμενου, προς το σκοπό της συλλογής αποδείξεων. Μπορεί λόγου χάριν να εκδοθεί ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή του προσώπου στο κράτος έκδοσης ή για τη διενέργεια εξέτασης με εικονοτηλεδιάσκεψη ., ⇨ καθόσον το μέτρο αυτό έχει αποδεικτικό σκοπό και η εκτέλεσή του δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για τους σκοπούς της συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων. ⇦ Ωστόσο, όταν το πρόσωπο πρόκειται να μεταχθεί σε άλλο κράτος μέλος για τους σκοπούς της ποινικής δίωξης, μεταξύ δε άλλων να προσαχθεί ενώπιον δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της δίκης, θα πρέπει να εκδίδεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 26 (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
(35)Για λόγους αναλογικής χρήσης των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, οι δικαστικές αρχές ⇨ η αρχή έκδοσης ⇦ θα πρέπει να εκτιμούν ⌦ εκτιμά ⌫ αν η ΕΕΕ ⇨ ή η ΕΕΑΣ ⇦ θα αποτελούσε αποτελεσματικό και ανάλογο μέσο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Η αρχή έκδοσης θα πρέπει να εκτιμά ιδίως κατά πόσον η έκδοση ΕΕΕ για την εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη ⇨ ή ΕΕΑΣ που επιτρέπει την εξ αποστάσεως συμμετοχή του υπόπτου ή κατηγορουμένου σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου ⇦ θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως αποτελεσματική εναλλακτική λύση.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 27
(36)Μπορεί να εκδοθεί ΕΕΕ προς απόκτηση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τους λογαριασμούς, οποιασδήποτε φύσεως, που διατηρεί σε τράπεζα ή σε άλλο μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα το πρόσωπο κατά του οποίου ασκείται η ποινική διαδικασία. Η δυνατότητα αυτή πρέπει να νοείται με την ευρεία έννοια ως καλύπτουσα όχι μόνο υπόπτους ή κατηγορουμένους αλλά και κάθε άλλο πρόσωπο ως προς το οποίο οι πληροφορίες αυτές θεωρούνται απαραίτητες από τις αρμόδιες αρχές κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 28 (προσαρμοσμένο)
(37)Όπου στο κείμενο της παρούσας οδηγίας γίνεται μνεία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ο όρος αυτός θα πρέπεινα γίνεται αντιληπτός βάσει του ⌦ σύμφωνα με τον ⌫ σχετικό ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 29
(38)Όταν εκδίδεται ΕΕΕ για τη απόκτηση στοιχείων συγκεκριμένου λογαριασμού, ως «στοιχεία» νοούνται τουλάχιστον το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του κατόχου του λογαριασμού, τα στοιχεία τυχόν πληρεξουσίων για το λογαριασμό και τυχόν άλλα στοιχεία ή έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον κάτοχο του λογαριασμού όταν ανοίχθηκε ο λογαριασμός και κρατούνται ακόμη από την τράπεζα.
⇩ νέο
(39)Η ΕΕΕ καλύπτει τους διασυνοριακούς ελέγχους ως ερευνητικό μέτρο το οποίο λαμβάνεται με πρωταρχικό σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων για ποινικές διαδικασίες και περιλαμβάνει τη δημιουργία ηχητικών, οπτικών ή άλλων εγγραφών με τεχνικά μέσα τα οποία χειρίζονται τα όργανα επιβολής του νόμου. Η σύμβαση για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν
(4)
εξακολουθεί να εφαρμόζεται στη διασυνοριακή παρακολούθηση που διεξάγεται στο πλαίσιο της επιχειρησιακής αστυνομικής συνεργασίας. Η εφαρμοστέα νομική πράξη θα πρέπει να καθορίζεται με βάση τον πρωταρχικό σκοπό του μέτρου. Ειδικότερα, όταν η παρακολούθηση διατάσσεται ή επιτρέπεται στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, θα πρέπει να διενεργείται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Σε περιπτώσεις αμφιβολίας ως προς την εφαρμοστέα νομική πράξη, οι αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης θα πρέπει να διαβουλεύονται μεταξύ τους χωρίς καθυστέρηση.
(40)Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των ποινικών ερευνών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση, υπό αυστηρά ρυθμιζόμενες προϋποθέσεις, να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα μέτρα παρακολούθησης σε ολόκληρο το έδαφος άλλου κράτους μέλους, όταν η συνέχεια αυτή είναι αναγκαία για να αποφευχθεί η υπονόμευση της συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων. Η εν λόγω διασυνοριακή παρακολούθηση δεν θα πρέπει να συνεπάγεται την άσκηση εξουσιών καταναγκασμού ή επιβολής από όργανα του κράτους έκδοσης στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης. Η διασυνοριακή παρακολούθηση θα πρέπει να παραμένει υπό τον έλεγχο του κράτους εκτέλεσης, το οποίο θα πρέπει να διατηρεί την εξουσία να επιβάλλει όρους, να απαιτεί την παράδοση της επιχείρησης στις δικές του αρχές ή να αρνείται τη συνέχιση της παρακολούθησης όταν το μέτρο δεν θα μπορούσε να επιτραπεί σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση. Η παρέκκλιση που επιτρέπει τη συνέχιση της παρακολούθησης σε καταστάσεις δεόντως αιτιολογημένης επείγουσας ανάγκης θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά και να εφαρμόζεται μόνο όταν η προηγούμενη διαβίβαση ΕΕΕ θα ήταν αδύνατη χωρίς υπονόμευση του μέτρου. Δεδομένου του επείγοντος χαρακτήρα, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να ορίσει την αρχή που είναι αρμόδια για την παραλαβή και την επεξεργασία επειγουσών κοινοποιήσεων που αφορούν διασυνοριακή παρακολούθηση. Η εν λόγω αρχή μπορεί να είναι δικαστική αρχή, αρχή επιβολής του νόμου ή κεντρική αρχή, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρχές που ορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι διαθέσιμες και ικανές να επεξεργάζονται τις εν λόγω κοινοποιήσεις 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 30
⇨ νέο
(41)⇨ Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και τεχνολογικά ουδέτερη εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών δυνάμει της παρούσας οδηγίας, η έννοια των «τηλεπικοινωνιών» θα πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Θα πρέπει να περιλαμβάνει κάθε επικοινωνία που μεταδίδεται μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η αναφορά στους ορισμούς που περιέχονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 διασφαλίζει ότι η παρούσα οδηγία παραμένει ευθυγραμμισμένη με τις εξελίξεις στις τεχνολογίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και αποτρέπει αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών, όσον αφορά την ερμηνεία, οι οποίες θα προέκυπταν από τις τεχνολογικές εξελίξεις. ⇦ Οι βάσει της παρούσας οδηγίας δυνατότητες συνεργασίας στην παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών δεν θα πρέπει να περιορίζονται στο περιεχόμενο τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, αλλά να καλύπτουν και δεδομένα κίνησης και θέσης ως προς αυτές τις τηλεπικοινωνίες επιτρέποντας στις αρμόδιες αρχές να εκδίδουν ΕΕΕ προς το σκοπό της απόκτησης λιγότερο αδιάκριτων δεδομένων για τις τηλεπικοινωνίες. Μια ΕΕΕ που εκδίδεται για την απόκτηση ιστορικών δεδομένων κίνησης και θέσης που αφορούν τηλεπικοινωνίες θα πρέπει να χρησιμοποιείται σύμφωνα με το γενικό καθεστώς που αφορά την εκτέλεση της ΕΕΕ και μπορεί να θεωρείται, ανάλογα με τη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης, ως παρεμβατικό ερευνητικό μέτρο.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 31
(42)Όταν διάφορα κράτη μέλη μπορούν να παράσχουν την απαραίτητη τεχνική βοήθεια, η ΕΕΕ θα πρέπει να αποστέλλεται μόνο σε ένα εξ αυτών, προτιμάται δε το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος. Το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο παρακολουθούμενος και από το οποίο δεν απαιτείται τεχνική βοήθεια για τη διενέργεια της παρακολούθησης θα πρέπει να ενημερώνεται βάσει της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, όταν η τεχνική βοήθεια δεν μπορεί να παρασχεθεί από ένα μόνον κράτος μέλος, η ΕΕΕ μπορεί να διαβιβαστεί σε πλείονα κράτη εκτέλεσης.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 32
(43)Η αρχή έκδοσης θα πρέπει να παρέχει στην αρχή εκτέλεσης επαρκείς πληροφορίες στο πλαίσιο ΕΕΕ που περιέχει αίτηση για παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών, όπως λεπτομέρειες για τη διερευνούμενη αξιόποινη συμπεριφορά, για να μπορέσει η αρχή έκδοσης να αξιολογήσει αν το ερευνητικό μέτρο θα μπορούσε να επιτραπεί σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 33 (προσαρμοσμένο)
(44)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν απαραιτήτως ότι η τεχνική βοήθεια μπορεί να παρασχεθεί από πάροχο δημοσίως διαθέσιμων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ⌦ ο οποίος παρέχει ⌫ υπηρεσίες στο έδαφος τους, ώστε να διευκολυνθεί η εκ της παρούσας πράξεως ⌦ οδηγίας ⌫ συνεργασία σε συνάρτηση με τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 34
(45)Η ΕΕΕ αφορά, ως εκ του πεδίου εφαρμογής της, προσωρινά μέτρα μόνο προς το σκοπό της συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων. Τονιστέον ότι οποιοδήποτε στοιχείο, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, μπορεί να υπαχθεί σε διάφορα προσωρινά μέτρα κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, όχι μόνο με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων αλλά και τη δήμευση. Η διάκριση μεταξύ των δύο στόχων που επιδιώκονται με τα προσωρινά μέτρα δεν είναι πάντα προφανής και ο στόχος του προσωρινού μέτρου ενδέχεται να μεταβληθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να διατηρηθεί μια ομαλή σχέση μεταξύ των διαφόρων πράξεων που θα ισχύσουν σε αυτό το πεδίο. Ακόμη, για τον ίδιο λόγο, η εκτίμηση του κατά πόσον ένα στοιχείο πρέπει να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό στοιχείο, άρα ως αντικείμενο μιας ΕΕΕ, θα πρέπει να ανατίθεται στην αρχή έκδοσης.
⇩ νέο
(46)Όταν μια τεχνική συσκευή καταγραφής που έχει εγκριθεί νόμιμα σε ένα κράτος μέλος εισέρχεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους χωρίς να απαιτείται η τεχνική συνδρομή του, ένας μηχανισμός κοινοποίησης θα πρέπει να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους να αξιολογούν, εντός περιορισμένου χρονικού διαστήματος, αν η συνέχιση της χρήσης της συσκευής θα ήταν επιτρεπτή σε συγκρίσιμη εγχώρια περίπτωση και, κατά περίπτωση, να αντιτίθενται στη συνέχισή της ή να επιβάλλουν όρους για τη χρήση του υλικού που λαμβάνεται. Η διαβίβαση δεδομένων που συλλέγονται από τις εν λόγω συσκευές μέσω δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με σκοπό την αποθήκευση των εν λόγω δεδομένων δεν θα πρέπει να συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, το να χαρακτηριστεί το μέτρο ως παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών. Ο χαρακτηρισμός αυτός θα πρέπει να συντρέχει μόνο όταν το μέτρο αποσκοπεί ειδικά στην απόκτηση επικοινωνιών κατά τη μετάδοση μέσω των εν λόγω δικτύων ή υπηρεσιών. Η απουσία ένστασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας θα πρέπει να επιτρέπει τη συνέχιση της χρήσης του μέτρου για την κοινοποιηθείσα διάρκεια. Ο μηχανισμός αυτός εφαρμόζεται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και δεν θίγει την εφαρμογή της σύμβασης για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν στη διασυνοριακή παρακολούθηση που διεξάγεται για σκοπούς επιχειρησιακής αστυνομικής συνεργασίας. Η επιλογή του εφαρμοστέου μέσου εξαρτάται από τον πρωταρχικό σκοπό του μέτρου και όχι από τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται.
(47)Όσον αφορά την ΕΕΑΣ, η αρχή έκδοσης μπορεί να εκδώσει ΕΕΑΣ μόνον όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο τελεί ή πρόκειται να τεθεί υπό κράτηση, κατοικεί ή διαμένει προσωρινά στο κράτος εκτέλεσης κατά τον χρόνο της προβλεπόμενης εξέτασης ή εξετάσεων, για αιτιολογημένους λόγους που εμποδίζουν ή παρακωλύουν με άλλον τρόπο τη φυσική του παρουσία στο κράτος έκδοσης, και όταν η αρχή έκδοσης το κρίνει σκόπιμο και αναλογικό υπό το πρίσμα των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης. Εκτός εάν η ΕΕΑΣ εκδίδεται κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου προσώπου, το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή του για εξ αποστάσεως συμμετοχή. Η συγκατάθεση πρέπει να είναι ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και να δίνεται εν πλήρει επιγνώσει, καθώς και να αναφέρει σαφώς ότι το πρόσωπο συμφωνεί με την εξ αποστάσεως συμμετοχή του στην οικεία εξέταση ή εξετάσεις. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ενημερώνεται σχετικά με τα δικαιώματα που έχει στη διάθεσή του και ότι έχει πρόσβαση σε δικηγόρο, πριν ζητηθεί η συγκατάθεσή του.
(48)Εναπόκειται στην αρχή έκδοσης να αξιολογήσει, βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της, αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος ή το θύμα διαμένει στο κράτος εκτέλεσης και αν θα ήταν σκόπιμο και αναλογικό για το εν λόγω πρόσωπο να συμμετάσχει εξ αποστάσεως στη σχετική εξέταση ή στις σχετικές εξετάσεις σε αυτή τη βάση. Όταν οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι περιορισμένες, η εκτίμηση αυτή θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαβουλεύσεων μεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης προκειμένου να επιβεβαιωθεί η κατοικία του υπόπτου, του κατηγορούμενου ή του θύματος στο κράτος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, και προκειμένου να επιδοθεί η κλήτευση για την οικεία εξέταση ή εξετάσεις. Για τον σκοπό της εκτίμησης της κατοικίας, θα μπορούσαν να είναι κρίσιμες διάφορες αντικειμενικές περιστάσεις που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει εγκαταστήσει το σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του σε συγκεκριμένο κράτος μέλος ή ότι προτίθεται να το πράξει κατά τον χρόνο της εξέτασης ή των εξετάσεων. Θα μπορούσαν να συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο διαμένει στο κράτος εκτέλεσης, ιδίως όταν το πρόσωπο είναι εγγεγραμμένο ως κάτοικος του κράτους εκτέλεσης, με την κατοχή δελτίου ταυτότητας ή άδειας διαμονής ή με την εγγραφή σε επίσημο μητρώο διαμονής. Όταν το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι εγγεγραμμένο στο κράτος εκτέλεσης, η κατοικία θα μπορούσε να υποδηλώνεται από το γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό εκδήλωσε την πρόθεση να εγκατασταθεί στο εν λόγω κράτος μέλος ή έχει αποκτήσει, έπειτα από σταθερή περίοδο παρουσίας στο εν λόγω κράτος μέλος, ορισμένους δεσμούς με αυτό, οι οποίοι είναι παρόμοιου βαθμού με εκείνους που προκύπτουν από την εγκαθίδρυση επίσημης κατοικίας στο εν λόγω κράτος μέλος. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν σε ορισμένη περίπτωση υπάρχουν επαρκείς δεσμοί μεταξύ του ενδιαφερόμενου προσώπου και του κράτους εκτέλεσης, από τους οποίους προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το εν λόγω πρόσωπο διαμένει στο κράτος μέλος αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι αντικειμενικοί παράγοντες που χαρακτηρίζουν την κατάσταση του εν λόγω προσώπου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ειδικότερα η διάρκεια, η φύση και οι προϋποθέσεις της παρουσίας του εν λόγω προσώπου στο κράτος εκτέλεσης ή οι οικογενειακοί ή οικονομικοί δεσμοί που έχει το πρόσωπο αυτό με το κράτος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα. Ένα καταχωρισμένο όχημα, ένας τραπεζικός λογαριασμός, το γεγονός ότι το πρόσωπο διέμενε αδιαλείπτως στο κράτος εκτέλεσης ή άλλοι αντικειμενικοί παράγοντες θα μπορούσαν να είναι κρίσιμοι προκειμένου να διαπιστωθεί ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο διαμένει στο κράτος εκτέλεσης. Μια σύντομη επίσκεψη, μια διαμονή για διακοπές, μεταξύ άλλων σε κατοικία διακοπών, ή παρόμοια διαμονή στο κράτος εκτέλεσης χωρίς περαιτέρω ουσιώδη δεσμό δεν αρκούν για τη θεμελίωση της κατοικίας στο εν λόγω κράτος μέλος.
(49)Όταν διαπιστώνεται ότι ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος ή το θύμα αξιόποινης πράξης δεν έχει την κατοικία του αλλά απλώς διαμένει προσωρινά στο κράτος εκτέλεσης, η αρχή έκδοσης θα πρέπει να αξιολογεί κατά πόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να μην παραστεί αυτοπροσώπως στην οικεία εξέταση. Όταν οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να συναχθούν από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το δικαστήριο, εναπόκειται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή στον δικηγόρο του να εκθέσει στην αρχή έκδοσης τυχόν βάσιμους λόγους για τη μη αυτοπρόσωπη παράσταση στην εξέταση. Αυτό περιλαμβάνει περιπτώσεις στις οποίες ένα πρόσωπο δεν έχει ουσιώδη δεσμό με το κράτος εκτέλεσης ώστε αυτό να μπορεί να χαρακτηριστεί ως τόπος κατοικίας, αλλά διαμένει προσωρινά στο κράτος εκτέλεσης.
(50)Σε δεόντως αιτιολογημένες και εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η εξ αποστάσεως συμμετοχή χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου, ιδίως όταν προκύπτουν σαφείς κίνδυνοι που σχετίζονται με τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία, οι οποίοι αποδεικνύονται πραγματικοί και ενεστώτες ή προβλέψιμοι, και όταν η αναβολή της εξέτασης ή των εξετάσεων ή η αναστολή της διαδικασίας λόγω απουσίας, για παράδειγμα, του υπόπτου ή του κατηγορουμένου θα ήταν αντίθετη προς την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η χρήση της εν λόγω παρέκκλισης θα πρέπει να περιορίζεται αυστηρά σε καταστάσεις ανάγκης και να υπόκειται σε κατάλληλες εγγυήσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν επηρεάζει δυσμενώς τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας ή τα δικαιώματα υπεράσπισης.
(51)Όταν αξιολογείται το ενδεχόμενο έκδοσης ΕΕΑΣ, η αρχή έκδοσης θα πρέπει να ελέγχει αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Επιπλέον, μπορεί να εξετάσει αν η προσφυγή σε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ δεν θα ήταν δυνατή, κατάλληλη ή αναλογική υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ιδίως όταν η σχετική αξιόποινη πράξη δεν πληροί το κατώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου ή όταν η χρήση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν θα ήταν αναγκαία ή αναλογική, διότι μια ΕΕΑΣ μπορεί να θεωρηθεί επαρκής για τη διασφάλιση της συμμετοχής του ενδιαφερόμενου προσώπου στην εξέταση ή στις εξετάσεις τις οποίες αφορά. Η αρχή έκδοσης μπορεί επίσης να λαμβάνει υπόψη καταστάσεις στις οποίες η παρουσία του υπόπτου ή του κατηγορουμένου κατά την εξέταση είναι υποχρεωτική, αλλά η παράδοση έχει αναβληθεί επ’ αόριστον για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 4 της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, ή όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υπόκειται σε στέρηση της ελευθερίας στο κράτος εκτέλεσης, ή σε εναλλακτικό μέτρο που απαιτεί τον περιορισμό του στο έδαφος του εν λόγω κράτους, και η προσωρινή παράδοση σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου δεν είναι δυνατή ή σκόπιμη.
(52)Η αρχή έκδοσης, όταν αποφασίζει κατά πόσον είναι σκόπιμη η έκδοση ΕΕΑΣ, θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να λαμβάνει υπόψη άλλες περιστάσεις που σχετίζονται με την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ειδικότερα, μπορεί να εξετάσει αν η ποινική διαδικασία θα έπρεπε για άλλους λόγους να διεξαχθεί ερήμην του υπόπτου ή του κατηγορουμένου ή αν η διαβίβαση της ποινικής διαδικασίας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/3011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δεν θα ήταν δυνατή ή δεν θα εξυπηρετούσε την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η αρχή έκδοσης μπορεί επίσης να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα του θύματος, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών αναγκών προστασίας του σύμφωνα με το άρθρο 23 της οδηγίας 2012/29/ΕΕ. Επιπλέον, η αρχή έκδοσης μπορεί να εξετάσει τη σοβαρότητα ή τη φύση του αδικήματος ή την πολυπλοκότητα της διαδικασίας, προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον μια ΕΕΑΣ θα ήταν ενδεδειγμένη σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.
(53)Οι λόγοι άρνησης της εκτέλεσης διασυνοριακών μέτρων θα πρέπει να παραμείνουν περιορισμένοι και να μην υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής συνεργασίας. Η αρχή έκδοσης και η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να συνεργάζονται στενά και να διαβουλεύονται μεταξύ τους πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με τη μη αναγνώριση ή τη μη εκτέλεση ΕΕΕ ή ΕΕΑΣ.
(54)Στην περίπτωση ΕΕΑΣ, η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να είναι σε θέση να αρνείται την εκτέλεση σε εξαιρετικές περιπτώσεις, βάσει ατομικής αξιολόγησης, όταν η εκτέλεση μιας ΕΕΑΣ θα συνεπαγόταν δυσανάλογη επιβάρυνση για το δικαστικό της σύστημα, ικανή να καθυστερήσει αδικαιολόγητα, να διαταράξει ή να καταστήσει ανέφικτη την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, και όταν οι συνέπειες αυτές δεν μπορούν να μετριαστούν μέσω συνεργασίας και ειδικών πρακτικών συμφωνιών με την αρχή έκδοσης.
(55)Οι εξ αποστάσεως διαδικασίες εξέτασης θα πρέπει να διέπονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης. Η αρχή έκδοσης και η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να συμφωνήσουν σχετικά με τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εκτέλεση της ΕΕΑΣ. Η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εν λόγω αρχών είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της ορθής διεξαγωγής της εξέτασης, της ασφάλειας δικαίου και της αποτελεσματικής άσκησης των δικονομικών δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου προσώπου. Η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να διευκολύνει την πρακτική οργάνωση της εξέτασης στο έδαφός της και να διασφαλίζει ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του στο πλαίσιο της εκτέλεσης της ΕΕΑΣ. Η αρχή έκδοσης θα πρέπει να παραμένει υπεύθυνη για τη διεξαγωγή της διαδικασίας και για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής συμμετοχής του ενδιαφερόμενου προσώπου και άσκησης των σχετικών δικαιωμάτων του σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης. Η αρχή έκδοσης μπορεί να απαιτήσει από την αρχή εκτέλεσης να συμμορφωθεί με ορισμένες διατυπώσεις και διαδικασίες κατά την εκτέλεση της ΕΕΑΣ, όπως ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά την κλήτευση του προσώπου για την εξ αποστάσεως εξέταση ή εξετάσεις ή την παροχή πληροφοριών στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο που απαιτούνται ειδικά από το δίκαιο του κράτους έκδοσης.
(56)Προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και να αποφευχθεί περιττή διατάραξη της ποινικής διαδικασίας, οι συνέπειες της μη εμφάνισης του ενδιαφερόμενου προσώπου για την εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση και ενώ έχει κλητευθεί δεόντως από τις αρχές του κράτους εκτέλεσης θα πρέπει να διέπονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης, όπως σε εγχώρια υπόθεση. Ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι συνέπειες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν τον αναπρογραμματισμό της εξέτασης, την ανάκληση της ΕΕΑΣ ή τη συνέχιση της διαδικασίας σύμφωνα με τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες του κράτους έκδοσης. Η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων θα πρέπει να εξακολουθήσει να υπόκειται στη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης και τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως το δικαίωμα παράστασης των υπόπτων και των κατηγορουμένων στη δίκη τους, όπως κατοχυρώνεται στην οδηγία (ΕΕ) 2016/343.
(57)Η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να συντάσσει πρακτικά και να καταγράφει τα σχετικά στοιχεία που αφορούν την εκτέλεση της ΕΕΑΣ, ώστε να διασφαλίζονται η δημοσιότητα, η διαφάνεια, η λογοδοσία και, κατά περίπτωση, η άσκηση ένδικων μέσων. Τα αρχεία αυτά, μόλις διαβιβαστούν στην αρχή έκδοσης, καταχωρίζονται στον εθνικό φάκελο.
(58)Προκειμένου να διασφαλιστούν ο δίκαιος χαρακτήρας της ποινικής διαδικασίας και η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υπόπτου ή του κατηγορουμένου τον οποίο αφορά η ΕΕΑΣ, η αρχή έκδοσης θα πρέπει να διασφαλίζει ότι το εν λόγω πρόσωπο εκπροσωπείται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο στο κράτος έκδοσης, ο οποίος θα παρίσταται αυτοπροσώπως στην εξέταση ή στις εξετάσεις. Η φυσική παρουσία του δικηγόρου στην αίθουσα του δικαστηρίου είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος είναι σε θέση να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικονομικά δικαιώματα που προβλέπονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης και από το δίκαιο της Ένωσης. Τα θύματα αξιόποινων πράξεων θα πρέπει να εκπροσωπούνται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου. Θα πρέπει να υπάρχουν κατάλληλες τεχνικές και πρακτικές ρυθμίσεις ώστε να καθίσταται δυνατή η ασφαλής, εμπιστευτική και αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ του δικηγόρου που είναι παρών στο κράτος έκδοσης και του ενδιαφερόμενου προσώπου που συμμετέχει εξ αποστάσεως στην εξέταση ή τις εξετάσεις.
(59)Για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι δευτερογενούς και επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης των θυμάτων αξιόποινων πράξεων, τυχόν εξετάσεις που σχετίζονται με την ΕΑΑΣ θα πρέπει να διεξάγονται κατά τρόπο που να σέβεται τις ατομικές ανάγκες των θυμάτων. Τα θύματα έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν συναισθηματική στήριξη σύμφωνα με την οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Για τον σκοπό αυτό, η αρχή εκτέλεσης θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η πρόσβαση στην εν λόγω στήριξη διασφαλίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης της ΕΕΑΣ. Οι αρχές ή οι υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την παροχή της εν λόγω στήριξης θα πρέπει να καθορίζονται από τα κράτη μέλη.
(60)Η εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με ΕΕΑΣ δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να μειώνει το επίπεδο προστασίας που παρέχεται στα πρόσωπα που εμπλέκονται σε ποινικές διαδικασίες και θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανάγκη διαφύλαξης του δίκαιου χαρακτήρα των διαδικασιών, της ισότητας των όπλων και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης. Τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν αποτελεσματικά τα δικονομικά τους δικαιώματα που ισχύουν σε ποινικές διαδικασίες βάσει του δικαίου της Ένωσης και βάσει του εθνικού δικαίου του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στον τίτλο III της παρούσας οδηγίας, ανεξάρτητα από το αν η συμμετοχή πραγματοποιείται με φυσική παρουσία ή εξ αποστάσεως.
(61)Η αποτελεσματική άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της εξ αποστάσεως συμμετοχής δεν θα πρέπει να περιορίζεται στη διεξαγωγή και τη διάρκεια της ίδιας της εξέτασης ή των εξετάσεων. Τα πρόσωπα που συμμετέχουν εξ αποστάσεως θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν όλα τα δικαιώματα στις διαδικασίες τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ, όπως η υποβολή αιτημάτων για την προετοιμασία της εξέτασης ή των εξετάσεων, η πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης και τυχόν άλλα δικονομικά δικαιώματα που έχουν στη διάθεσή τους βάσει του δικαίου της Ένωσης και του δικαίου του κράτους έκδοσης, υπό όρους ισοδύναμους, στο μέτρο του δυνατού, με εκείνους που ισχύουν σε περίπτωση δια ζώσης συμμετοχής.
(62)Τα πρόσωπα που έχουν συναινέσει ή έχουν ζητήσει εξ αποστάσεως συμμετοχή θα πρέπει να διατηρούν τη δυνατότητα να επανέλθουν στη δια ζώσης συμμετοχή, εφόσον το επιθυμούν, ώστε να διασφαλίζεται πλήρως το δικαίωμά τους να παρίστανται αυτοπροσώπως στη δίκη. Στις περιπτώσεις αυτές, η ΕΕΑΣ θα πρέπει να ανακαλείται.
(63)Τα πρόσωπα τα οποία αφορά η ΕΕΑΣ θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πραγματική προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο στο κράτος έκδοσης όσο και στο κράτος εκτέλεσης, όταν η έκδοση, η αναγνώριση ή η εκτέλεση της εν λόγω ΕΕΑΣ επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματά τους. Επιπλέον, όταν μια ΕΕΑΣ εκδίδεται χωρίς τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου της απόφασης για την έκδοση της ΕΕΑΣ, ώστε να επαληθεύεται η συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις και τις εγγυήσεις που προβλέπονται στον τίτλο III της παρούσας οδηγίας.
(64)Ο δίκαιος χαρακτήρας των διαδικασιών τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ συνδέεται στενά με την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα των τεχνικών και πρακτικών συνθηκών υπό τις οποίες διεξάγονται. Οι διακοπές στην επικοινωνία με την αίθουσα του δικαστηρίου και άλλες τεχνικές αστοχίες, μεταξύ άλλων σε σχέση με την εμπιστευτικότητα ή την αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του ενδιαφερόμενου προσώπου, μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς την αποτελεσματική άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων και τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να θέσει τέτοια ζητήματα υπόψη της αρχής έκδοσης ή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης, οι οποίες θα πρέπει στη βάση αυτή να ενημερώνουν την αρχή έκδοσης. Εναπόκειται στην αρχή έκδοσης να διατάξει κατάλληλα διορθωτικά μέτρα, όπου απαιτείται, στα οποία περιλαμβάνονται η αναστολή, η αναβολή ή η επανάληψη της σχετικής εξέτασης.
(65)Όταν ένας ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει συμμετάσχει εξ αποστάσεως στη δίκη του σύμφωνα με ΕΕΑΣ και η εν λόγω διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη του εν λόγω προσώπου, και την επιβολή, σε αυτόν, στερητικής της ελευθερίας ποινής, στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας ή μέτρου δήμευσης, ή οποιασδήποτε χρηματικής ποινής ή άλλου μέτρου επιτήρησης, είναι σημαντικό να διασφαλίζονται η συνέχεια και η αποτελεσματική συνεργασία μέσω των διαθέσιμων μέσων δικαστικής συνεργασίας, κατά περίπτωση. Στα μέσα αυτά περιλαμβάνονται, ιδίως, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ για την παράδοση με σκοπό την εκτέλεση της ποινής, η απόφαση-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου για τον σκοπό της αναγνώρισης της οριστικής απόφασης κατά του προσώπου στο κράτος εκτέλεσης και την ανάληψη εκτέλεσης της ποινής, καθώς και ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1805 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με σκοπό την αναγνώριση των αποφάσεων δήμευσης. Στις περιπτώσεις αυτές, το κράτος έκδοσης και το κράτος εκτέλεσης θα πρέπει να βρίσκονται σε στενή επικοινωνία ώστε να διασφαλίζεται ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση λαμβάνονται τα αναγκαία προσωρινά μέτρα εν αναμονή της παραλαβής και εκτέλεσης αιτημάτων δικαστικής συνεργασίας μετά την επιβολή ποινής. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος έκδοσης προτίθεται να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το κράτος εκτέλεσης θα πρέπει να είναι σε θέση, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, να λαμβάνει τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα εν αναμονή της παραλαβής και της εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να παραμένουν αναλογικά και να περιορίζονται αυστηρά σε ό,τι είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο παραμένει στο έδαφός του για την αποτελεσματική εκτέλεση της οριστικής απόφασης.
(66)Η ορθή εφαρμογή της παρούσας οδηγίας προϋποθέτει επικοινωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Οι αρχές αυτές θα πρέπει να ενθαρρύνονται να διαβουλεύονται μεταξύ τους, όποτε κρίνεται σκόπιμο, για να διευκολύνουν την ομαλή και αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, είτε άμεσα είτε, κατά περίπτωση, μέσω του οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου που διέπεται από την απόφαση 2008/976/ΔΕΥ του Συμβουλίου. Οι αρμόδιες αρχές ενθαρρύνονται επίσης, κατά περίπτωση, να ζητούν από την Eurojust να ασκεί συντονιστικό ρόλο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, προκειμένου να υποστηρίζει και να συντονίζει διασυνοριακά ερευνητικά μέτρα με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, ιδίως ελεγχόμενων παραδόσεων, διασυνοριακής παρακολούθησης, μυστικών ερευνών ή παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών, δεδομένων των ειδικών προκλήσεων συντονισμού που συνεπάγονται τα εν λόγω μέτρα και της εμπειρογνωσίας που μπορεί να προσφέρει η Eurojust στο πλαίσιο αυτό. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να ζητήσουν από την Eurojust να διευκολύνει τη διαβίβαση ΕΕΕ, ΕΕΑΣ ή κοινοποιήσεων και αιτημάτων συγκατάθεσης για τη χρήση πληροφοριών που είχαν ανταλλαγεί στο παρελθόν ως αποδεικτικών στοιχείων.
(67)Προκειμένου να διασφαλιστεί η ταχεία, άμεση, διαλειτουργική, αξιόπιστη και ασφαλής ανταλλαγή δεδομένων, να αξιοποιηθούν οι επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα και να διασφαλιστεί η συνοχή με άλλες πράξεις της Ένωσης, η επικοινωνία μεταξύ των αρχών δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει, κατά κανόνα, να πραγματοποιείται μέσω του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2844. Ειδικότερα, το εν λόγω αποκεντρωμένο σύστημα ΤΠ θα πρέπει, κατά κανόνα, να χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή των εντύπων της ΕΕΕ και της ΕΕΑΣ, καθώς και κάθε άλλης επίσημης επικοινωνίας μεταξύ των αρχών δυνάμει της παρούσας οδηγίας.
(68)Όταν η παρούσα οδηγία προβλέπει, για ορισμένες επικοινωνίες, ότι η επικοινωνία μπορεί να πραγματοποιείται με «οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο» ή με «κάθε πρόσφορο μέσο», οι αρχές θα πρέπει να έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν ποια μέθοδο επικοινωνίας θα χρησιμοποιούν. Οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να θεωρείται ότι προσδιορίζουν περιπτώσεις στις οποίες η χρήση του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ ενδέχεται να μην είναι κατάλληλη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2844. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν άλλα μέσα επικοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιείται με ασφαλή και αξιόπιστο τρόπο, σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό.
(69)Προκειμένου να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος για τις αρμόδιες αρχές και να διασφαλιστεί η πληρέστερη, αξιόπιστη, συνεπής και έγκαιρη υποβολή στατιστικών στοιχείων, το λογισμικό εφαρμογής αναφοράς που έχει αναπτύξει η Επιτροπή θα πρέπει να συλλέγει με προγραμματισμένο τρόπο τα στατιστικά δεδομένα που είναι αναγκαία για σκοπούς παρακολούθησης, και τα εν λόγω δεδομένα θα πρέπει να διαβιβάζονται στην Επιτροπή. Όταν τα κράτη μέλη επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν εθνικό σύστημα ΤΠ αντί του λογισμικού εφαρμογής αναφοράς που έχει αναπτύξει η Επιτροπή, το σύστημα αυτό μπορεί να έχει εξοπλιστεί για να συλλέγει τα εν λόγω δεδομένα βάσει προγραμματισμού και, σε αυτήν την περίπτωση, τα εν λόγω δεδομένα θα πρέπει να διαβιβάζονται στην Επιτροπή. Ο σύνδεσμος του e-CODEX μπορεί επίσης να είναι εξοπλισμένος με χαρακτηριστικό που καθιστά δυνατή την ανάκτηση σχετικών στατιστικών δεδομένων.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 35
⇨ νέο
(70)Όταν γίνεται αναφορά στην αμοιβαία συνδρομή σε συναφείς διεθνείς πράξεις, όπως συμβάσεις που συνάπτονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης ⇨ ή των Ηνωμένων Εθνών, ⇦, εννοείται ότι η παρούσα οδηγία υπερισχύει των εν λόγω συμβάσεων ανάμεσα στα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 14
(71)Όταν προβαίνουν σε δήλωση για το γλωσσικό καθεστώς, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να περιλαμβάνουν τουλάχιστον μία ευρέως διαδεδομένη στην Ένωση γλώσσα, πέραν της ή των επισήμων γλωσσών τους.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 36
(72)Οι κατηγορίες αξιόποινων πράξεων που απαριθμούνται στο παράρτημα IX Δ θα πρέπει να ερμηνεύονται αναλόγως της ερμηνείας που τους έχει αποδοθεί κατ' εφαρμογή των υφισταμένων νομικών πράξεων περί αμοιβαίας αναγνώρισης.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 37 (προσαρμοσμένο)
Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα
, τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, όταν αυτό δικαιολογείται, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των επιμέρους διατάξεων της οδηγίας που μεταφέρεται στο εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων διατάξεων των πράξεων μεταφοράς. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κρίνουν ότι είναι αιτιολογημένη η διαβίβαση των εγγράφων αυτών.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 38
⇨ νέο
(73)Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων που εκδίδονται για την απόκτηση αποδεικτικών στοιχείων, ⇨ διαδικασίες για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις και διαδικασίες για την εξ αποστάσεως συμμετοχή υπόπτου, κατηγορουμένου ή θύματος αξιόποινης πράξης σε εξετάσεις ενώπιον ποινικού δικαστηρίου από άλλο κράτος μέλος μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας, ⇦ δεν μπορεί να επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό από τα κράτη μέλη μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη αυτού του στόχου ⇨ αυτών των στόχων ⇦ .
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 39
⇨ νέο
(74)Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 ΣΕΕ και από τον Χάρτη, ιδίως δε τον τίτλο VI, από το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη η Ένωση ή όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και από τα συντάγματα των κρατών μελών, αναλόγως του εκάστοτε πεδίου εφαρμογής. Κανένα στοιχείο της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απαγορεύει την άρνηση εκτέλεσης ΕΕΕ ⇨ ή ΕΕΑΣ ⇦ όταν υπάρχουν λόγοι, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, οι οποίοι οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ΕΕΕ ⇨ ή η ΕΕΑΣ ⇦ εκδόθηκε με σκοπό τη δίωξη ή την τιμωρία προσώπου με βάση φύλο, φυλή, χρώμα, κοινωνική ή εθνοτική καταγωγή, γενετικά χαρακτηριστικά, γλώσσα, θρησκεία ή πίστη, πολιτική ή άλλη πεποίθηση, εθνική μειονότητα, περιουσία, αναπηρία εκ γενετής, ηλικία ή σεξουαλικό προσανατολισμό ή ότι το πρόσωπο ενδέχεται να περιέλθει σε δυσμενή θέση για οποιονδήποτε από τους λόγους αυτούς.
⇩ νέο
(75)Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παρούσας οδηγίας περιλαμβάνει τη συλλογή, την ανταλλαγή και την επακόλουθη χρήση, καθώς και την περαιτέρω διαβίβαση, σχετικών πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων για τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 82 της ΣΛΕΕ. Για λόγους συνέπειας και αποτελεσματικής προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να πραγματοποιείται σε συμμόρφωση με την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, εκτός εάν η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διενεργείται στο πλαίσιο διαδικασιών που αναφέρονται στο άρθρο 5 στοιχεία β) και γ) και, σε σχέση με τις εν λόγω διαδικασίες, στοιχείο δ) της παρούσας οδηγίας, όπου μπορεί να εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η αρχή έκδοσης, η αρχή εκτέλεσης, καθώς και άλλες αρχές που είναι αρμόδιες να εκδίδουν και να λαμβάνουν κοινοποιήσεις ή αιτήματα συγκατάθεσης για τη χρήση πληροφοριών που είχαν ανταλλαγεί προηγουμένως ως αποδεικτικά στοιχεία, θα πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι επεξεργασίας όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Οι κεντρικές αρχές θα μπορούσαν να παρέχουν διοικητική υποστήριξη στις εν λόγω αρμόδιες αρχές και, στον βαθμό που επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό των εν λόγω υπεύθυνων επεξεργασίας, θα πρέπει να θεωρούνται εκτελούντες την επεξεργασία του αντίστοιχου υπεύθυνου επεξεργασίας. Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust, θα πρέπει να εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και οι ειδικοί κανόνες προστασίας δεδομένων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727. Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), η οποία συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, θα πρέπει να εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των τροποποιήσεων του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, καθώς και οι ειδικοί κανόνες προστασίας δεδομένων που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 40
Το δικαίωμα του φυσικού προσώπου επί της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων είναι δικαίωμα θεμελιώδες. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 του Χάρτη και το άρθρο 16 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ ορίζουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 41
Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν για διαφανείς πολιτικές όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την άσκηση των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων σχετικά με ένδικα μέσα για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 42
Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συγκεντρώνονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας μόνον όταν αυτό είναι απαραίτητο και αναλογικό για σκοπούς συμβατούς με την πρόληψη, τη διερεύνηση, τη διαπίστωση και τη δίωξη αξιόποινων πράξεων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων και την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισης. Μόνο εξουσιοδοτημένα πρόσωπα θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες που περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί με διαδικασίες επαλήθευσης ταυτότητας.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 43
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο γνωστοποίησε την επιθυμία του να συμμετάσχει στην έκδοση της παρούσας οδηγίας.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 44
Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2 και 4α παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.
⇩ νέο
(76)[Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Ιρλανδία γνωστοποίησε [με επιστολή τής …] την επιθυμία της να συμμετάσχει στην έκδοση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.] Ή [Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.]
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 45
(77)Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 για τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.
🡻 2014/41/ΕΕ αιτιολογική σκέψη 46 (προσαρμοσμένο)
(78)Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ⌦ Ζητήθηκε η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, ο οποίος ⌫ γνωμοδότησε στις ⌦ [...] ⌫ 5 Οκτωβρίου 2010
σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
,
⇩ νέο
(79)Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που τροποποιούν ουσιωδώς την προϋπάρχουσα οδηγία. Η υποχρέωση μεταφοράς των μη τροποποιούμενων διατάξεων στο εθνικό δίκαιο απορρέει από την προϋπάρχουσα οδηγία.
(80)Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας που παρατίθεται στο παράρτημα X μέρος Β,
🡻 2014/41
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
⇩ νέο
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Αντικείμενο
1.Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά με:
α)την έκδοση, αναγνώριση και εκτέλεση ευρωπαϊκών εντολών έρευνας (ΕΕΕ) με σκοπό τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της λήψης αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης·
β)την έκδοση επειγουσών κοινοποιήσεων για διασυνοριακή παρακολούθηση και κοινοποιήσεων για διασυνοριακά ερευνητικά μέτρα που δεν απαιτούν την τεχνική συνδρομή άλλου κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση να υποβάλει ένσταση·
γ)την έκδοση αιτημάτων συγκατάθεσης για τη χρήση, ως αποδεικτικών στοιχείων, πληροφοριών που είχαν προηγουμένως ανταλλαγεί μεταξύ αρχών επιβολής του νόμου ή αυθόρμητα μεταξύ δικαστικών αρχών και τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης της εν λόγω συγκατάθεσης· και
δ)την έκδοση, αναγνώριση και εκτέλεση ευρωπαϊκών εντολών εξ αποστάσεως συμμετοχής (ΕΕΑΣ), προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε ύποπτο, κατηγορούμενο ή θύμα αξιόποινης πράξης, ο οποίος έχει την ιδιότητα του διαδίκου σε ποινική διαδικασία, να συμμετάσχει εξ αποστάσεως σε μία ή περισσότερες εξετάσεις ενώπιον δικαστηρίου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας από άλλο κράτος μέλος.
2.Η παρούσα οδηγία δεν μεταβάλλει την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων υπεράσπισης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη των προσώπων τα οποία υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες, και δεν θίγει τις τυχόν υποχρεώσεις που βαρύνουν τις δικαστικές αρχές ως προς το θέμα αυτό.
3.Ο τίτλος III της παρούσας οδηγίας δεν θίγει το δικαίωμα παράστασης στη δίκη, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343, ούτε άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις ή του ποινικού δικονομικού δικαίου.
🡻 2014/41/ΕΕ
Άρθρο 2
Ορισμοί
1.Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
α)«κράτος έκδοσης»: το κράτος μέλος στο οποίο εκδίδεται η ΕΕΕ ⇨ ή το κράτος μέλος στο οποίο εκδίδεται η ΕΕΑΣ· ⇦ :
β)«κράτος εκτέλεσης»: το κράτος μέλος στο οποίο εκτελείται η ΕΕΕ και στο οποίο πρέπει να εκτελεστεί το ερευνητικό μέτρο ⇨ ή το κράτος μέλος εκτέλεσης της ΕΕΑΣ, στο οποίο βρίσκεται το πρόσωπο που αφορά η ΕΕΑΣ· ⇦
γ)«αρχή έκδοσης»:
i)δικαστής, δικαστήριο ⌦ ή ⌫ , ανακριτής ή εισαγγελέας με αρμοδιότητα στη συγκεκριμένη υπόθεση, ή
ii) ⌦ εισαγγελέας με αρμοδιότητα στη συγκεκριμένη υπόθεση: ⌫
⇩ νέο
- όσον αφορά την ΕΕΕ, όταν το εθνικό δίκαιο απαιτεί προηγούμενη έγκριση από δικαστή, δικαστήριο ή ανακριτή για το συγκεκριμένο ερευνητικό μέτρο και δεν έχει ληφθεί τέτοια έγκριση σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες, η ΕΕΕ, προτού διαβιβαστεί στην αρχή εκτέλεσης, επικυρώνεται από δικαστή, δικαστήριο ή ανακριτή, ο οποίος επαληθεύει τη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις για την έκδοση ΕΕΕ δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ιδίως με τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παράγραφος 1·
- όσον αφορά την ΕΕΑΣ, προτού διαβιβαστεί στην αρχή εκτέλεσης, η ΕΕΑΣ επικυρώνεται, αφού εξεταστεί αν τηρεί τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας για την έκδοση ΕΕΕ, από δικαστή, δικαστήριο ή ανακριτή στο κράτος έκδοσης·
🡻 2014/41/ΕΕ
⇨ νέο
(iii)⇨ στην περίπτωση ΕΕΕ, ⇦ κάθε άλλη αρμόδια αρχή ορισθείσα από το κράτος έκδοσης η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργεί ως ανακριτική αρχή σε ποινικές διαδικασίες, αρμόδια να διατάσσει τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Επιπλέον, προτού διαβιβαστεί στην αρχή εκτέλεσης, η ΕΕΕ επικυρώνεται, αφού εξεταστεί αν τηρεί τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας για την έκδοση ΕΕΕ, ιδίως αυτές του άρθρου 76 παράγραφος 1 αυτής, από δικαστή, δικαστήριο, ανακριτή ή εισαγγελέα στο κράτος έκδοσης. ⇨ Όταν το εθνικό δίκαιο απαιτεί προηγούμενη έγκριση από δικαστή, δικαστήριο ή ανακριτή για το συγκεκριμένο ερευνητικό μέτρο και δεν έχει ληφθεί τέτοια έγκριση σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες, η επικύρωση μπορεί να διενεργηθεί μόνο από δικαστή, δικαστήριο ή ανακριτή· ⇦ Αν η ΕΕΕ έχει επικυρωθεί από δικαστική αρχή, η αρχή αυτή μπορεί επίσης να θεωρηθεί αρχή έκδοσης για τους σκοπούς της διαβίβασης της ΕΕΕ·
δ)
«αρχή εκτέλεσης»: αρχή αρμόδια να αναγνωρίζει μια ΕΕΕ και να εξασφαλίζει την εκτέλεσή της σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τις ισχύουσες διαδικασίες σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, ⇨ καθώς και ο δικαστής, το δικαστήριο ή ο ανακριτής που είναι αρμόδιος να αναγνωρίζει μια ΕΕΑΣ και να διασφαλίζει την εκτέλεσή της σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ⇦ . Οι εν λόγω διαδικασίες μπορεί να απαιτούν έγκριση δικαστηρίου στο κράτος εκτέλεσης όταν αυτό προβλέπεται από την εθνική του νομοθεσία·.
⇩ νέο
ε)«κράτος μέλος διερεύνησης»: το κράτος μέλος στο οποίο εκδίδεται κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 33 ή 34·
στ)«κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση»: το κράτος μέλος το οποίο λαμβάνει κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 33 ή 34 και από το οποίο δεν απαιτείται τεχνική συνδρομή για την εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου·
ζ)«τηλεπικοινωνίες»: κάθε επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένου τόσο του περιεχομένου της επικοινωνίας όσο και των συναφών δεδομένων, που μεταδίδεται μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972, ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 4) της εν λόγω οδηγίας·
η)«αποκεντρωμένο σύστημα ΤΠ»: το αποκεντρωμένο σύστημα ΤΠ όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2844.
2.Όταν, σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΕΕ έχει επικυρωθεί από δικαστική αρχή ή όταν η ΕΕΑΣ έχει επικυρωθεί από δικαστή ή δικαστήριο ή ανακριτή, η εν λόγω αρχή μπορεί επίσης να θεωρηθεί αρχή έκδοσης για τους σκοπούς της διαβίβασης της ΕΕΕ ή της ΕΕΑΣ.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
⌦ ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ ⌫
⌦ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ⌫
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΤΟΛΗ ΕΡΕΥΝΑΣ
Άρθρο 31
Η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας ⌦ ΕΕΕ ⌫ και η υποχρέωση εκτέλεσής της
1.Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) είναι δικαστική απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους μέλους («του κράτους έκδοσης») με σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος («στο κράτος εκτέλεσης») για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων βάσει ⌦ του παρόντος τίτλου και των τίτλων I, IV και V ⌫ της παρούσας οδηγίας. ⇨ Όταν είναι απολύτως αναγκαίο για την εκτέλεση των εν λόγω ερευνητικών μέτρων, η αρχή έκδοσης μπορεί επίσης να ζητήσει την επίδοση ή κοινοποίηση διαδικαστικών εγγράφων στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ⇦ .
Η ΕΕΕ μπορεί επίσης να εκδίδεται για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων ευρισκομένων ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης.
2.Τα κράτη μέλη εκτελούν όλες τις ΕΕΕ με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και τηρουμένων ⌦ του παρόντος τίτλου και των τίτλων I, IV και V ⌫ της παρούσας οδηγίας.
3.Την έκδοση ΕΕΕ μπορεί να ζητήσει ύποπτος ή κατηγορούμενος (ή δικηγόρος εξ ονόματός του) στο πλαίσιο των δικαιωμάτων υπεράσπισης που προβλέπει το εθνικό δίκαιο και ποινική δικονομία.
4.
Η παρούσα οδηγία δεν μεταβάλλει την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων υπεράσπισης των προσώπων τα οποία υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες, και δεν θίγει τις τυχόν υποχρεώσεις που βαρύνουν τις δικαστικές αρχές ως προς το θέμα αυτό.
Άρθρο 43
Πεδίο εφαρμογής της ΕΕΕ
Η ΕΕΕ καλύπτει κάθε ερευνητικό μέτρο, εκτός από τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας και τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο κοινής ομάδας έρευνας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: «σύμβαση») και στην απόφαση-πλαίσιο 2002/465/ΔΕΥ του Συμβουλίου, πλην των περιπτώσεων εφαρμογής του άρθρου 13 παράγραφος 8 της σύμβασης και του άρθρου 1 παράγραφος 8 της απόφασης-πλαισίου.
⇩ νέο
Η ΕΕΕ καλύπτει επίσης την επίδοση ή κοινοποίηση διαδικαστικών εγγράφων στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εφόσον η επίδοση ή κοινοποίηση αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου που αποσκοπεί στη λήψη αποδεικτικών στοιχείων τα οποία ζητήθηκαν με την ΕΕΕ.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 54
Είδη διαδικασιών επιδεχομένων ΕΕΕ
Η ΕΕΕ μπορεί να εκδοθεί στις εξής διαδικασίες:
α)ποινική διαδικασία που κινείται από δικαστική αρχή ή μπορεί να κινηθεί ενώπιόν της για ποινικό αδίκημα βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης·
β)διαδικασία που κινούν διοικητικές αρχές όταν η διαδικασία αφορά πράξεις που τιμωρούνται βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης ως παραβάσεις των κανόνων δικαίου και όταν η απόφαση της διοικητικής ή δικαστικής αρχής μπορεί να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις·
γ)διαδικασία που κινούν δικαστικές αρχές όταν η διαδικασία αφορά πράξεις που τιμωρούνται βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης ως παραβάσεις των κανόνων δικαίου και όταν η απόφαση της διοικητικής ή δικαστικής αρχής μπορεί να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις· και
δ)διαδικασίες των στοιχείων α), β) και γ) οι οποίες αφορούν αδικήματα ή παραβάσεις δυνάμενα να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη ή να επισύρουν την τιμωρία νομικού προσώπου στο κράτος έκδοσης.
Άρθρο 65
Περιεχόμενο και μορφή της ΕΕΕ
1.Η ΕΕΕ, όπως παρουσιάζεται στο έντυπο του παραρτήματος IA, συμπληρώνεται και υπογράφεται από την αρχή έκδοσης, η οποία πιστοποιεί την ακρίβεια και βεβαιώνει την ορθότητα του περιεχομένου της.
Η ΕΕΕ περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)στοιχεία σχετικά με την αρχή έκδοσης και, κατά περίπτωση, την αρχή επικύρωσης·
β)το αντικείμενο και τους λόγους έκδοσης της ΕΕΕ·
γ)τις απαραίτητες διαθέσιμες πληροφορίες για το ή τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα·
δ)περιγραφή της αξιόποινης πράξης που αποτελεί αντικείμενο έρευνας ή διαδικασίας, και των ισχυουσών διατάξεων του ποινικού δικαίου του κράτους έκδοσης·
ε)περιγραφή του ή των ερευνητικών μέτρων που ζητούνται και των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να συγκεντρωθούν·.
⇩ νέο
στ)κατά περίπτωση, επιβεβαίωση ότι το/τα ζητούμενο/-α ερευνητικό/-ά μέτρο/-α έχει/-ουν εγκριθεί από δικαστή, δικαστήριο ή ανακριτή, συμπεριλαμβανομένων της ημερομηνίας και του αριθμού αναφοράς της απόφασης έγκρισης, εκτός εάν η ΕΕΕ έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί από δικαστή, δικαστήριο ή ανακριτή·
ζ)πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες άσκησης ενδίκων μέσων.
🡻 2014/41/ΕΕ
2.Κάθε κράτος μέλος αναφέρει ποια ή ποιες από τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, επιπλέον της επίσημης γλώσσας ή των επίσημων γλωσσών του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη συμπλήρωση ή τη μετάφραση της ΕΕΕ όταν το εν λόγω κράτος μέλος είναι το κράτος εκτέλεσης.
3.Η ΕΕΕ του παραρτήματος IΑ μεταφράζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης ή σε όποια άλλη γλώσσα υποδείξει το κράτος εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
⇩ νέο
4.Όταν η αρχή έκδοσης ζητεί την επίδοση ή κοινοποίηση διαδικαστικών εγγράφων αναγκαίων για την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου που ζητείται με την ΕΕΕ και υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν κατανοεί τη γλώσσα στην οποία έχει συνταχθεί το προς επίδοση ή κοινοποίηση έγγραφο, το έγγραφο αυτό πρέπει να συνοδεύεται από μετάφραση στη γλώσσα την οποία κατανοεί ο παραλήπτης.
🡻 2014/41/ΕΕ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
Άρθρο 76
Προϋποθέσεις έκδοσης και διαβίβασης ΕΕΕ
1.Μια ΕΕΕ μπορεί να εκδίδεται μόνον όταν η αρχή έκδοσης κρίνει ότι πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α)η έκδοση της ΕΕΕ είναι απαραίτητη και αναλογική για τους σκοπούς της διαδικασίας του άρθρου 54, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων του υπόπτου ή κατηγορουμένου· και
β)το ή τα ερευνητικά μέτρα που προβλέπονται στην ΕΕΕ θα μπορούσαν να είχαν διαταχθεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
2.Οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 αξιολογούνται σε κάθε υπόθεση από την αρχή έκδοσης.
3.Όταν μια αρχή εκτέλεσης έχει λόγους να πιστεύει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, μπορεί να συμβουλευθεί την αρχή έκδοσης σχετικά με τη σημασία της εκτέλεσης της ΕΕΕ. Μετά τη διαβούλευση αυτή η αρχή έκδοσης δύναται να ανακαλέσει την ΕΕΕ.
Άρθρο 87
Διαβίβαση της ΕΕΕ
🡻 2023/2843 Άρθρο 11, σημείο 2)
⇨ νέο
1.Η ΕΕΕ, συμπληρωμένη σύμφωνα με το άρθρο 65, διαβιβάζεται από την αρχή έκδοσης ⇨ απευθείας ⇦ στην αρχή εκτέλεσης ⇨ ή, κατά περίπτωση, με τη συνδρομή της κεντρικής αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 52 ⇦.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
2.Κάθε περαιτέρω επικοινωνία γίνεται ⌦ Όλες οι άλλες επίσημες επικοινωνίες γίνονται ⌫ απευθείας μεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης ⇨ ή, κατά περίπτωση, με τη συνδρομή της κεντρικής αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 52 ⇦.
3.5.Εάν ⌦ Όταν ⌫ η αρχή εκτέλεσης είναι άγνωστη, η αρχή έκδοσης προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες αναζητήσεις, μεταξύ άλλων και μέσω των σημείων επαφής του ΕΔΔ ⌦ Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου, όπως προβλέπεται στην απόφαση 2008/976/ΔΕΥ του Συμβουλίου ⌫, για να λάβει πληροφορίες από το κράτος εκτέλεσης.
4.
Η αρχή έκδοσης μπορεί να διαβιβάσει τα ΕΕΕ μέσω του συστήματος τηλεπικοινωνιών του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου (ΕΔΔ) που δημιουργήθηκε με την κοινή δράση 98/428/ΔΕΥ του Συμβουλίου
.
46.
Εάν η αρχή στο κράτος εκτέλεσης που παραλαμβάνει την ΕΕΕ δεν έχει αρμοδιότητα να την αναγνωρίσει και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεσή της, διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως την ΕΕΕ στην αρχή εκτέλεσης και ενημερώνει την αρχή έκδοσης.
57.
Η αρχή εκτέλεσης και ⇨ η αρχή ⇦ έκδοσης επιλύουν προβλήματα όσον αφορά τη διαβίβαση ή τη διαπίστωση της γνησιότητας οποιουδήποτε εγγράφου απαιτείται για την εκτέλεση της ΕΕΕ με απευθείας επαφές ή, αν χρειάζεται, με τη βοήθεια των κεντρικών αρχών των κρατών μελών.
Άρθρο 98
ΕΕΕ σχετιζόμενη με προγενέστερη ΕΕΕ
1.Εάν η αρχή έκδοσης εκδώσει ΕΕΕ που συμπληρώνει προγενέστερη ΕΕΕ (στο εξής: «συμπληρωματική ΕΕΕ»), επισημαίνει το γεγονός αυτό στην ΕΕΕ.
2.Όταν προσφέρει βοήθεια στην εκτέλεση της ΕΕΕ στο κράτος εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 109 παράγραφος 4, η αρχή έκδοσης μπορεί, με την επιφύλαξη των κοινοποιήσεων που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 5833 παράγραφος 1 στοιχείο γ), να απευθύνει συμπληρωματική ΕΕΕ απευθείας στην αρχή εκτέλεσης, κατά το διάστημα κατά το οποίο είναι παρούσα σε αυτό το στο κράτος ⌦ εκτέλεσης ⌫ .
3.Τυχόν συμπληρωματική ΕΕΕ πρέπει να πιστοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και να επικυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) ⇨ 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ), ⇦ αν χρειάζεται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
Άρθρο 109
Αναγνώριση και εκτέλεση
1.Η αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει άνευ ετέρου ΕΕΕ διαβιβασθείσα κατά ⌦ τις εφαρμοστέες διατάξεις ⌫της παρούσας οδηγίας και μεριμνά για την εκτέλεσή της κατά τον ίδιο τρόπο και διαδικασία ως εάν επρόκειτο για ερευνητικό μέτρο διαταχθέν από αρχή του κράτους εκτέλεσης, εκτός αν η αρχή αυτή αποφασίζει να επικαλεστεί έναν εκ των λόγων μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης ή έναν εκ των λόγων αναβολής κατά ⌦ τον παρόντα τίτλο ⌫ την παρούσα οδηγία.
2.Η αρχή εκτέλεσης τηρεί τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που έχει ορίσει ρητώς η αρχή έκδοσης, εκτός εάν προβλέπεται άλλως ⌦ στον παρόντα τίτλο ⌫ στην παρούσα οδηγία και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διατυπώσεις και διαδικασίες δεν είναι αντίθετες προς τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους εκτέλεσης.
3.Όταν ΕΕΕ παραλαμβάνεται από αρχή εκτέλεσης και δεν έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί από δικαστική αρχή, κατά το άρθρο 2 στοιχείο γ) ⇨ 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ⇦, η αρχή εκτέλεσης επιστρέφει την ΕΕΕ στο κράτος έκδοσης.
4.Η αρχή έκδοσης μπορεί να ζητήσει από μία ή περισσότερες αρχές του κράτους έκδοσης να βοηθήσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ στον βαθμό που οι ορισθείσες αρχές του κράτους έκδοσης θα μπορούσαν να συνδράμουν στην εκτέλεση των ερευνητικών μέτρων που αναφέρονται στην ΕΕΕ σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση. Η αρχή εκτέλεσης συμμορφώνεται με αυτό το αίτημα εφόσον η συνδρομή αυτή δεν αντιτίθεται στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους εκτέλεσης και ούτε βλάπτει τα ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας του κράτους αυτού.
5.Οι αρχές του κράτους έκδοσης, παρούσες στο κράτος εκτέλεσης, δεσμεύονται από τη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ. Δεν διαθέτουν εξουσίες επιβολής του νόμου στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, εκτός εάν η άσκηση των εξουσιών αυτών στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης είναι σύμφωνη με τη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης και στο βαθμό που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των αρχών έκδοσης και εκτέλεσης.
6.Οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης μπορούν να συνεννοούνται με οποιοδήποτε μέσο κρίνουν πρόσφορο για να διευκολύνουν την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 1110
Προσφυγή σε εναλλακτικά ερευνητικά μέτρα
1.Η αρχή εκτέλεσης χρησιμοποιεί κατά το δυνατόν ερευνητικό μέτρο άλλο από το προβλεπόμενο στην ΕΕΕ όταν:
α)το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν υφίσταται στη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης, ή
β)το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν θα ήταν διαθέσιμο σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
2.Με την επιφύλαξη του άρθρου 1211, η παράγραφος 1 δεν ισχύει για τα ακόλουθα ερευνητικά μέτρα, τα οποία πρέπει πάντοτε να είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου του κράτους εκτέλεσης:
α)απόκτηση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της αρχής εκτέλεσης και, εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία θα μπορούσαν να έχουν αποκτηθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ή για τους σκοπούς της ΕΕΕ·
β)απόκτηση πληροφοριών που περιέχονται σε βάσεις δεδομένων τις οποίες τηρούν αστυνομικές ή δικαστικές αρχές και στις οποίες έχει άμεση πρόσβαση η αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας·
γ)εξέταση μάρτυρα, θύματος, υπόπτου ή τρίτου στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης·
δ)οποιοδήποτε μη παρεμβατικό ερευνητικό μέτρο κατά τα οριζόμενα στο δίκαιο του κράτους εκτέλεσης·
ε)αναγνώριση προσώπων που έχουν συνδρομή σε έναν συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου ή διεύθυνση IP.
3.Η αρχή εκτέλεσης μπορεί επίσης να προσφεύγει σε ερευνητικό μέτρο διαφορετικό από αυτό που προβλέπεται στην ΕΕΕ όταν το ερευνητικό μέτρο που επιλέγει η αρχή εκτέλεσης θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το ερευνητικό μέτρο που προβλέπεται στην ΕΕΕ με λιγότερο οχληρό τρόπο.
4.Όταν η αρχή εκτέλεσης αποφασίζει να αξιοποιήσει τη δυνατότητα που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 3, ενημερώνει πρώτα την αρχή έκδοσης, η οποία μπορεί να αποφασίσει να αποσύρει ή να συμπληρώσει την ΕΕΕ.
5.Όταν, σύμφωνα με την παράγραφο 1, το ερευνητικό μέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν υφίσταται στη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης ή δεν θα ήταν διαθέσιμο σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, και όταν δεν υπάρχει άλλο ερευνητικό μέτρο που θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό που ζητείται, η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει την αρχή έκδοσης ότι δεν κατέστη δυνατό να παράσχει τη συνδρομή που ζητήθηκε.
Άρθρο 1211
Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης
1.Με την επιφύλαξη του ⇨ άρθρου 1 παράγραφος 2 ⇦ άρθρου 1 παράγραφος 4, η αναγνώριση ή η εκτέλεση μιας ΕΕΕ μπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτέλεσης όταν:
α)υπάρχει ασυλία ή προνόμιο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους εκτέλεσης που εμποδίζει την εκτέλεση της ΕΕΕ ή όταν υπάρχουν κανόνες περί ορισμού και περιορισμού της ποινικής ευθύνης σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα ενημέρωσης που εμποδίζει ⇨ εμποδίζουν ⇦ την εκτέλεση της ΕΕΕ·
β)στη συγκεκριμένη περίπτωση η εκτέλεση της ΕΕΕ θα έβλαπτε ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας, θα έθετε σε κίνδυνο την πηγή των πληροφοριών ή θα απαιτούσε τη χρήση διαβαθμισμένων πληροφοριών σχετικών με συγκεκριμένες δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών·
γ)η ΕΕΕ έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασιών που αναφέρονται στο άρθρο 5 4 στοιχεία β) και γ), και το ερευνητικό μέτρο δεν θα επιτρεπόταν από το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση·
δ)η εκτέλεση της ΕΕΕ αντίκειται στην αρχή ne bis in idem·
ε)η ΕΕΕ αφορά ποινικό αδίκημα για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι διαπράχθηκε εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, και η συμπεριφορά για την οποία εκδόθηκε η ΕΕΕ δεν συνιστά αδίκημα στο κράτος εκτέλεσης·
στ)υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ θα ήταν ασύμβατη με τις υποχρεώσεις του κράτους μέλους εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ και το Χάρτη·
ζ)η συμπεριφορά για την οποία έχει εκδοθεί η ΕΕΕ δεν συνιστά αδίκημα κατά τη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης, εκτός αν αφορά αδίκημα περιλαμβανόμενο στις κατηγορίες αδικημάτων του παραρτήματος IXΔ, όπως αναφέρεται από την αρχή έκδοσης στην ΕΕΕ, αν τιμωρείται στο κράτος έκδοσης με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο στέρησης της ελευθερίας μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών· ή
η)η χρήση του ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ περιορίζεται, βάσει της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης, σε κατάλογο ή σε κατηγορία αδικημάτων ή σε αδικήματα που τιμωρούνται με κύρωση υπερβαίνουσα ένα συγκεκριμένο κατώτατο όριο, που δεν περιλαμβάνει το αδίκημα το οποίο αφορά η ΕΕΕ.
2.Η παράγραφος 1 στοιχεία ζ) και η) δεν ισχύει για τα ερευνητικά μέτρα που απαριθμούνται στο άρθρο 1110 παράγραφος 2.
3.Όσον η ΕΕΕ αφορά αδικήματα στον φορολογικό, τελωνειακό ή τραπεζικό τομέα, η αναγνώριση ή η εκτέλεση δεν μπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτέλεσης με τη δικαιολογία ότι η νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης δεν επιβάλλει το ίδιο είδος φόρου ή δασμού ή δεν περιλαμβάνει το ίδιο είδος ρύθμισης με το δίκαιο του κράτους έκδοσης όσον αφορά φορολογικά, τελωνειακά ή τραπεζικά ζητήματα.
4.Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), δ), ε) και στ), προτού αποφασίσει να μην αναγνωρίσει ή να μην εκτελέσει, εν όλω ή εν μέρει, μια ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης συμβουλεύεται την αρχή έκδοσης με κάθε πρόσφορο μέσο και, εάν χρειάζεται, ζητεί από την αρχή έκδοσης να της παράσχει αμελλητί κάθε απαραίτητη πληροφορία.
5.Στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και εφόσον η εξουσία άρσης του προνομίου ή της ασυλίας ανήκει στην αρμοδιότητα μιας αρχής του κράτους μέλους εκτέλεσης, η αρχή εκτέλεσης ζητεί από αυτήν να ασκήσει την εν λόγω εξουσία αμελλητί. Εφόσον η εξουσία άρσης του προνομίου ή της ασυλίας ανήκει στην αρμοδιότητα μιας αρχής άλλου κράτους μέλους ή διεθνούς οργανισμού, εναπόκειται στην αρχή έκδοσης να της ζητήσει να ασκήσει την εξουσία αυτή.
Άρθρο 1312
Προθεσμίες για την αναγνώριση ή την εκτέλεση
1.Η έκδοση της απόφασης σχετικά με την αναγνώριση ή την εκτέλεση ⌦ της ΕΕΕ ⌫ και η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου πραγματοποιούνται με την ταχύτητα και την προτεραιότητα που θα δινόταν για παρόμοια εγχώρια υπόθεση και, εν πάση περιπτώσει, εντός των προθεσμιών που ορίζει το παρόν άρθρο.
2.
Εάν η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ ότι λόγω δικονομικών προθεσμιών, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος ή λόγω άλλων ιδιαίτερα επειγουσών περιστάσεων, απαιτείται συντομότερη προθεσμία από αυτήν που ορίζει το παρόν άρθρο, ή εάν η αρχή έκδοσης έχει δηλώσει στην ΕΕΕ ότι το ερευνητικό μέτρο πρέπει να εκτελεστεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία, η αρχή εκτέλεσης λαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερο υπόψη αυτό το αίτημα.
2.3.⇨ Όταν δεν υπάρχει αναφορά σε επείγουσες περιστάσεις, ⇦ , ηH ⌦ αρχή εκτέλεσης ⌫ :
α)
⌦ εκδίδει την ⌫ απόφαση για την αναγνώριση ή την εκτέλεση ΕΕΕ εκδίδεται από την αρμόδια αρχή εκτέλεσης το συντομότερο δυνατόν και, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, το αργότερο 30 ημέρες μετά την παραλαβή της ΕΕΕ·.
🡻 2014/41/ΕΕ
⇨ νέο
⇨ β)
εκτελεί το ερευνητικό μέτρο χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο 90 ημέρες μετά τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στο στοιχείο α), ⇦4Εεάν δεν συντρέχουν λόγοι αναβολής δυνάμει του άρθρου 15 ή εάν βρίσκονται ήδη στην κατοχή του κράτους εκτέλεσης αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αναφέρονται στο ερευνητικό μέτρο που προβλέπει η ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης εκτελεί αμελλητί το ερευνητικό μέτρο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, το αργότερο 90 ημέρες μετά τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 3.
⇩ νέο
3.Εάν η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ ότι λόγω δικονομικών προθεσμιών, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος ή λόγω άλλων ιδιαίτερα επειγουσών περιστάσεων, απαιτείται συντομότερη προθεσμία από αυτήν που ορίζει το παρόν άρθρο, ή εάν η αρχή έκδοσης έχει δηλώσει στην ΕΕΕ ότι το ερευνητικό μέτρο πρέπει να εκτελεστεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία, η αρχή εκτέλεσης δίνει προτεραιότητα στο εν λόγω αίτημα και το λαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερο υπόψη κατά την εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου.
4.Όταν η ΕΕΕ αφορά μέτρα που απαιτούν τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε πραγματικό χρόνο, συνεχώς και για ορισμένο χρονικό διάστημα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 28, την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 31, ή τη διασυνοριακή παρακολούθηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 30, η αρχή εκτέλεσης:
α)χειρίζεται το αίτημα ως αίτημα που χρήζει άμεσης προσοχής·
β)λαμβάνει χωρίς καθυστέρηση την απόφαση σχετικά με την αναγνώριση ή την εκτέλεση·
γ)όταν είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του μέτρου, επιτρέπει την προσωρινή εκτέλεσή του εν αναμονή της απόφασης για την αναγνώριση ή την εκτέλεση μιας ΕΕΕ.
5.Η προσωρινή εκτέλεση μέτρου που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ) παύει σε περίπτωση άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης της ΕΕΕ. Κάθε υλικό που λαμβάνεται μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίο για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια. Η αρχή εκτέλεσης ενημερώνεται για κάθε τέτοια χρήση και για τους λόγους που την υπαγορεύουν.
🡻 2014/41/ΕΕ
⇨ νέο
6.5.Όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι πρακτικά εφικτό για την αρμόδια αρχή εκτέλεσης να τηρήσει την προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 3 ⇨ 2 στοιχείο α) ⇦ ή τη ⇨ συντομότερη προθεσμία ή τη ⇦ συγκεκριμένη ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο ⇨ 3 ⇦ 2, ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησης και τον χρόνο που εκτιμά ότι θα χρειαστεί για την έκδοση της απόφασης. Σε αυτή την περίπτωση, η προθεσμία της παραγράφου 3 ⇨ 2 στοιχείο α) ⇦ μπορεί να παραταθεί κατά 30 ημέρες κατ' ανώτατο όριο.
7.6.Όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι πρακτικά εφικτό για την αρμόδια αρχή εκτέλεσης να τηρήσει την προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 4 ⇨ 2 στοιχείο β) ⇦, ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησης, και διαβουλεύεται με την αρχή έκδοσης για τον κατάλληλο χρόνο εκτέλεσης του ερευνητικού μέτρου.
⇩ νέο
8.Όταν η εκτέλεση της ΕΕΕ καθυστερεί λόγω προνομίου ή ασυλίας δυνάμει του εθνικού δικαίου του κράτους εκτέλεσης, οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 4 αρχίζουν μόνον από την ημέρα κατά την οποία η αρχή εκτέλεσης ενημερώνεται για την άρση του προνομίου ή της ασυλίας.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 1413
Διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων
1.Ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης.
Εφόσον ζητείται στην ΕΕΕ και ει ⌦ όπου είναι ⌫ δυνατόν βάσει εθνικού νόμου του κράτους εκτέλεσης, τα αποδεικτικά στοιχεία διαβιβάζονται απευθείας στις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης που συντρέχουν στην εκτέλεση της ΕΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 109 παράγραφος 4.
2.Η διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να ανασταλεί όσο εκκρεμεί η απόφαση σχετικά με ένδικο μέσο, εκτός εάν η αρχή έκδοσης έχει αποδείξει επαρκώς στην ΕΕΕ ότι η άμεση διαβίβαση είναι ουσιώδους σημασίας για την ορθή διεξαγωγή της έρευνας ή τη διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, η διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων αναστέλλεται σε περίπτωση που θα προκαλούσε σοβαρή και μη αναστρέψιμη ζημία στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
3.Όταν διαβιβάζει τα συγκεντρωθέντα αποδεικτικά στοιχεία, η αρχή εκτέλεσης επισημαίνει αν επιθυμεί να επιστραφούν στο κράτος εκτέλεσης μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης.
4.Όταν τα σχετικά αντικείμενα, έγγραφα ή δεδομένα είναι ήδη χρήσιμα για άλλη διαδικασία, η αρχή εκτέλεσης, κατόπιν ρητής αίτησης και έπειτα από διαβουλεύσεις με την αρχή έκδοσης, μπορεί να διαβιβάσει προσωρινά τα αποδεικτικά στοιχεία υπό τον όρο ότι θα επιστραφούν στο κράτος εκτέλεσης μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης ή σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή / ευκαιρία που θα συμφωνηθεί μεταξύ των αρμοδίων αρχών.
⇩ νέο
5.Κατά περίπτωση, η αρχή εκτέλεσης αναφέρει αν η χρήση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων υπόκειται στις προϋποθέσεις του άρθρου 21.
🡻 2014/41/ΕΕ
Άρθρο 15
Λόγοι αναβολής της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης
1.Η αναγνώριση ή η εκτέλεση της ΕΕΕ μπορεί να αναβληθεί στο κράτος εκτέλεσης εφόσον:
α)η εκτέλεσή της μπορεί να παραβλάψει μια διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή δίωξη, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει αναγκαίο το κράτος εκτέλεσης·
β)τα σχετικά αντικείμενα, έγγραφα ή δεδομένα χρησιμοποιούνται ήδη στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, μέχρις ότου αυτά να μην είναι πλέον απαραίτητα προς τούτο.
🡻 2023/2843 Άρθρο 11 σημείο 3)
2.Μόλις εκλείψουν οι λόγοι αναβολής, η αρχή εκτέλεσης λαμβάνει πάραυτα τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της ΕΕΕ και ενημερώνει σχετικά την αρχή έκδοσης.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
Άρθρο 16
Υποχρέωση ενημέρωσης
1.Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης που παραλαμβάνει την ΕΕΕ γνωστοποιεί την παραλαβή, χωρίς καθυστέρηση και εν πάση περιπτώσει εντός εβδομάδος από την παραλαβή της ΕΕΕ, συμπληρώνοντας και αποστέλλοντας το έντυπο που παρατίθεται στο παράρτημα IIB.
Στις περιπτώσεις που έχει οριστεί κεντρική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 ⇨ 52 ⇦ , η υποχρέωση αυτή ⌦ που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο ⌫ ισχύει και για την κεντρική αρχή ⌦ του κράτους εκτέλεσης ⌫ και για την αρχή εκτέλεσης που παραλαμβάνει την ΕΕΕ μέσω της ⌦ εν λόγω ⌫ κεντρικής αρχής.
Στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 68 παράγραφος 4, η υποχρέωση αυτή ⌦ που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο ⌫ ισχύει τόσο για την αρμόδια αρχή που παρέλαβε αρχικά την ΕΕΕ όσο και για την αρχή εκτέλεσης στην οποία διαβιβάστηκε τελικά η ΕΕΕ.
🡻 2023/2843 Άρθρο 11 σημείο 4) στοιχείο α)
⇨ νέο
2.Με την επιφύλαξη του άρθρου 1110 παράγραφοι 4 και 5, η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει την αρχή έκδοσης πάραυτα με οποιοδήποτε μέσο:
α)εάν είναι αδύνατον για την αρχή εκτέλεσης να λάβει απόφαση σχετικά με την αναγνώριση ή την εκτέλεση διότι το έντυπο του παραρτήματος IA είναι ελλιπές ή προδήλως εσφαλμένο·
β)εάν στην πορεία εκτέλεσης της ΕΕΕ η αρχή εκτέλεσης κρίνει, χωρίς περαιτέρω έρευνες, ότι ενδέχεται να χρειαστεί η εκτέλεση ερευνητικών μέτρων τα οποία δεν είχαν προβλεφθεί αρχικά ή δεν είχαν μπορέσει να προσδιοριστούν κατά την έκδοση της ΕΕΕ, για να δώσει στην αρχή έκδοσης τη δυνατότητα να αναλάβει περαιτέρω δράση στη συγκεκριμένη υπόθεση· ή
γ)εάν η αρχή εκτέλεσης διαπιστώσει ότι, σε συγκεκριμένη υπόθεση, δεν μπορεί να τηρήσει τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που έχει ορίσει ρητώς η αρχή έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 109.
Κατόπιν αίτησης της αρχής έκδοσης, οι πληροφορίες επιβεβαιώνονται αμελλητί, σύμφωνα με το άρθρο ⇨ 51 ⇦ 5α.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
🡺1 2023/2843 άρθρο 11 σημείο 4) στοιχείο β)
3.🡺1 Με την επιφύλαξη του άρθρου 1110παράγραφοι 4 και 5, η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμελλητί την αρχή έκδοσης: 🡸
α)για οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 1110 ή 1211·
β)για κάθε απόφαση σχετική με την αναβολή της εκτέλεσης ή της αναγνώρισης της ΕΕΕ, τους λόγους της αναβολής, και ει ⌦ όπου είναι ⌫δυνατόν, την αναμενόμενη διάρκεια της αναβολής.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
⌦ ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ⌫
⌦ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ, ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ ⌫
Άρθρο 1714
Ένδικα μέσα
1.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι για τα ερευνητικά μέτρα που προβλέπονται στην ΕΕΕ είναι διαθέσιμα ⌦ αποτελεσματικά ⌫ ένδικα μέσα ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση ⇨ για τους υπόπτους, τους κατηγορουμένους και κάθε άλλο πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα θίγονται από τα ερευνητικά μέτρα που προβλέπονται στην ΕΕΕ ⇦. ⇨ Όταν η ΕΕΕ εκδίδεται για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι στο κράτος εκτέλεσης διατίθενται ένδικα μέσα ισοδύναμα με εκείνα που είναι διαθέσιμα σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση για τους υπόπτους, τους κατηγορουμένους και κάθε άλλο πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα θίγονται προκειμένου να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα των ερευνητικών μέτρων που εκτελούνται για τη συλλογή των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων. ⇦
2.Οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση της ΕΕΕ μπορούν να προσβληθούν μόνο με ένδικο μέσο ενώπιον του κράτους έκδοσης, με την επιφύλαξη των διασφαλίσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος εκτέλεσης.
3.Εφόσον δεν υπονομεύεται η ανάγκη διασφάλισης της εμπιστευτικότητας μιας έρευνας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2019 παράγραφος 1, οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες άσκησης των ένδικων μέσων βάσει του εθνικού δικαίου όταν προσήκει η εφαρμογή τους και σε χρόνο κατάλληλο ώστε να είναι εφικτή η αποτελεσματική τους άσκηση.
4.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα χρονικά όρια για την άσκηση ένδικου μέσου είναι ίδια με αυτά που προβλέπονται σε παρόμοιες εγχώριες υποθέσεις και εφαρμόζονται με τρόπο που εγγυάται τη δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης των εν λόγω ένδικων μέσων από τα ενδιαφερόμενα μέρη.
5.Οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης ενημερώνουν η μία την άλλη σχετικά με τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της έκδοσης ή της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης μιας ΕΕΕ. ⇨ Η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει την αρχή έκδοσης όταν ασκείται ένδικο μέσο για να αμφισβητηθεί η νομιμότητα των ερευνητικών μέτρων που εκτελούνται για τη συλλογή των αποδεικτικών στοιχείων, σε περίπτωση που εκδίδεται ΕΕΕ για τη λήψη των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων τα οποία βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης. ⇦
6.Νομική αμφισβήτηση δεν αναστέλλει την εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου εκτός αν αυτό προβλέπεται σε παρόμοιες εγχώριες υποθέσεις.
7.Επιτυχής αμφισβήτηση της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης μιας ΕΕΕ λαμβάνεται υπόψη από το κράτος έκδοσης σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο. Με την επιφύλαξη των εθνικών δικονομικών κανόνων, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε ποινικές διαδικασίες στο κράτος έκδοσης, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν δυνάμει μιας ΕΕΕ, γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα της υπεράσπισης και η νομιμότητα της διαδικασίας.
Άρθρο 1817
Ποινική ευθύνη υπαλλήλων
Οι υπάλληλοι του κράτους έκδοσης, που είναι παρόντες στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης στο πλαίσιο της εφαρμογής ⌦ του παρόντος τίτλου ⌫ της παρούσας οδηγίας, θεωρούνται υπάλληλοι του κράτους εκτέλεσης όσον αφορά αδικήματα που διαπράττονται εις βάρος τους ή από τους ίδιους.
Άρθρο 1918
Αστική ευθύνη υπαλλήλων
1.Σε περίπτωση που, στο πλαίσιο της εφαρμογής ⌦ του παρόντος τίτλου ⌫ της παρούσας οδηγίας, υπάλληλοι ενός κράτους μέλους είναι παρόντες στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους, το πρώτο κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για οποιαδήποτε ζημία προκαλέσουν κατά τη διάρκεια των εκεί δραστηριοτήτων τους, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου δρουν.
2.Το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου προκλήθηκε η ζημία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 επανορθώνει τη ζημία αυτή υπό τους όρους που ισχύουν για τις ζημίες τις οποίες προκαλούν οι δικοί του υπάλληλοι.
3.Το κράτος μέλος του οποίου υπάλληλοι προξένησαν ζημία σε οποιοδήποτε πρόσωπο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους επιστρέφει το σύνολο των ποσών που κατέβαλε το άλλο κράτος μέλος στους παθόντες ή σε άλλους δικαιούχους.
4.Με την επιφύλαξη της άσκησης των δικαιωμάτων του έναντι τρίτων και κατ’ εξαίρεση από την παράγραφο 3, κάθε κράτος μέλος παραιτείται, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, από τη δυνατότητα να ζητήσει από άλλο κράτος μέλος αποζημίωση για ζημίες που υπέστη.
Άρθρο 2019
Εμπιστευτικότητα
1.Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης λαμβάνουν δεόντως υπόψη, κατά την εκτέλεση μιας ΕΕΕ, τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της έρευνας.
2.Η αρχή εκτέλεσης, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο, εγγυάται την εμπιστευτικότητα των πραγματικών περιστατικών και της ουσίας της ΕΕΕ, εκτός των αναγκαίων για την εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου. Εάν ⌦ Όταν ⌫ η αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην απαίτηση περί εμπιστευτικότητας, ενημερώνει πάραυτα την αρχή έκδοσης.
3.Η αρχή έκδοσης δεν αποκαλύπτει τα αποδεικτικά στοιχεία και τις πληροφορίες που της έδωσε η αρχή εκτέλεσης, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο και εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη υπόδειξη ή πληροφόρηση από την αρχή εκτέλεσης, εκτός από εκείνα των οποίων η κοινοποίηση είναι αναγκαία για τις έρευνες ή τις διαδικασίες που περιγράφονται στην ΕΕΕ.
4.Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι τράπεζες δεν αποκαλύπτουν στον ενδιαφερόμενο πελάτη τους ή σε άλλα τρίτα πρόσωπα ότι έχουν διαβιβασθεί πληροφορίες στο κράτος έκδοσης σύμφωνα με τα άρθρα 26 και 27 ή ότι μια έρευνα βρίσκεται υπό εξέλιξη.
⇩ νέο
5.Οι παράγραφοι 1 έως 4 δεν θίγουν το άρθρο 21 σχετικά με τις προϋποθέσεις για τη μεταγενέστερη χρήση και περαιτέρω διαβίβαση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων.
Άρθρο 21
Προϋποθέσεις για τη μεταγενέστερη χρήση και περαιτέρω διαβίβαση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων
1.Όταν έχουν ληφθεί πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης ΕΕΕ ή σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34, και σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης ή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση προβλέπει προϋποθέσεις που περιορίζουν τη χρήση των πληροφοριών ή των αποδεικτικών στοιχείων για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους συγκεντρώθηκαν, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους αναφέρει, κατά τον χρόνο διαβίβασης των πληροφοριών ή των αποδεικτικών στοιχείων και, στην περίπτωση κοινοποίησης δυνάμει των άρθρων 33 ή 34, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 96 ωρών από την παραλαβή της κοινοποίησης, ότι οι προϋποθέσεις αυτές ισχύουν επίσης στο κράτος μέλος που έλαβε τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία δυνάμει του παρόντος τίτλου.
2.Η αρχή έκδοσης ή, κατά περίπτωση, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διερεύνησης (στο εξής: αιτούσα αρχή) λαμβάνει την προηγούμενη συγκατάθεση της αρχής εκτέλεσης ή, κατά περίπτωση, της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση (στο εξής: αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση) για τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους συλλέχθηκαν ή για τη διαβίβαση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων σε άλλο κράτος μέλος, τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)όταν έχουν αναφερθεί προϋποθέσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1, πριν από τη χρήση των πληροφοριών ή των αποδεικτικών στοιχείων για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους συλλέχθηκαν·
β)σε κάθε περίπτωση, πριν από τη διαβίβαση των πληροφοριών ή των αποδεικτικών στοιχείων σε άλλο κράτος μέλος, τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό.
3.Η αίτηση συγκατάθεσης βάσει της παραγράφου 2, όπως παρουσιάζεται στο έντυπο του παραρτήματος IV, συμπληρώνεται και υπογράφεται από την αιτούσα αρχή, η οποία πιστοποιεί την ακρίβεια και βεβαιώνει την ορθότητα του περιεχομένου της. Μεταφράζεται σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα την οποία δέχεται το εν λόγω κράτος σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2.
4.Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση αποφασίζει σχετικά με την αίτηση το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο 14 ημέρες από την παραλαβή της. Όταν δεν είναι πρακτικά εφικτό να τηρηθεί η εν λόγω προθεσμία, η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση ενημερώνει αμελλητί την αιτούσα αρχή, αναφέροντας τους λόγους, και μπορεί να παρατείνει την προθεσμία έως και κατά 10 ημέρες.
5.Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, η συγκατάθεση παρέχεται εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)υφίσταται λόγος μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης ΕΕΕ ή, κατά περίπτωση, λόγος ένστασης δυνάμει των άρθρων 33 ή 34·
β)η ζητούμενη χρήση ή περαιτέρω διαβίβαση θα επηρέαζε εν εξελίξει ποινική έρευνα ή δίωξη·
γ)δεν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή στο κεφάλαιο V της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680.
Η απόφαση δυνάμει της παραγράφου 4 μπορεί να αναβληθεί για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται τέτοιος λόγος.
6.Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση μπορεί, ως προϋπόθεση για την παροχή συγκατάθεσης για τη διαβίβαση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων σε άλλο κράτος μέλος, τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, να απαιτεί να συνοδεύεται η αίτηση για την εν λόγω συγκατάθεση από ΕΕΕ, καθώς και από αίτηση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ή ισοδύναμο μέσο δικαστικής συνεργασίας που εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές στη συγκεκριμένη περίπτωση.7. Όταν, λόγω άμεσης και σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια, δεν μπορεί να ληφθεί προηγούμενη συγκατάθεση, οι πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή να διαβιβαστούν χωρίς καθυστέρηση, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση ειδοποιείται εντός 24 ωρών και ενημερώνεται για τους λόγους που δικαιολογούν τον επείγοντα χαρακτήρα.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
Άρθρο 22
Προσωρινή μεταγωγή κρατουμένων στο κράτος έκδοσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου
1.Είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος εκτέλεσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου με το οποίο επιδιώκεται η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για την οποία απαιτείται η παρουσία του στο έδαφος του κράτους έκδοσης. Η εφαρμογή της παρούσας παραγράφου τελεί υπό τον όρο της επιστροφής του εν λόγω προσώπου εντός της προθεσμίας που ορίζει το κράτος εκτέλεσης.
2.Εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης του άρθρου 1211, είναι επίσης δυνατή η άρνηση εκτέλεσης της ΕΕΕ εάν ⌦ όταν ⌫:
α)ο κρατούμενος δεν συναινεί· ή
β)η μεταγωγή ενδέχεται να παρατείνει την κράτηση του εν λόγω προσώπου.
3.Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 στοιχείο α), όταν το κράτος εκτέλεσης το θεωρεί αναγκαίο λόγω της ηλικίας ή της σωματικής ή διανοητικής κατάστασης του προσώπου, δίνεται η ευκαιρία στον νομικό εκπρόσωπο του κρατουμένου να διατυπώσει τη γνώμη του σχετικά με την προσωρινή μεταγωγή.
4.Σε περίπτωση που εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 1, χορηγείται άδεια διέλευσης του κρατουμένου μέσω τρίτου κράτους μέλους (στο εξής: το «κράτος μέλος διέλευσης»), κατόπιν αίτησης συνοδευομένης από όλα τα απαραίτητα έγγραφα.
5.Οι πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με την προσωρινή μεταγωγή του κρατουμένου, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερών συνθηκών κράτησής του στο κράτος έκδοσης, και οι ημερομηνίες μεταγωγής του και επιστροφής του στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης συμφωνούνται μεταξύ των κρατών έκδοσης και εκτέλεσης, λαμβανομένων υπόψη της σωματικής και διανοητικής κατάστασης του προσώπου, καθώς και του επιπέδου ασφάλειας που απαιτείται στο κράτος έκδοσης.
6.Ο κρατούμενος παραμένει υπό κράτηση στο έδαφος του κράτους έκδοσης και, ενδεχομένως, στο έδαφος του κράτους μέλους διέλευσης, για τις πράξεις ή τις καταδικαστικές αποφάσεις για τις οποίες κρατείτο στο κράτος εκτέλεσης, εκτός εάν το κράτος μέλος εκτέλεσης ζητήσει την απελευθέρωσή του.
7.Η περίοδος κράτησης στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης αφαιρείται από την περίοδο κράτησης η οποία έχει ή πρόκειται να επιβληθεί στον εν λόγω κρατούμενο στο έδαφος του κράτους μέλους εκτέλεσης.
8.Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, πρόσωπο το οποίο τελεί υπό μεταγωγή δεν διώκεται, κρατείται ούτε υπόκειται σε οποιονδήποτε άλλο περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας στο κράτος έκδοσης για πράξεις ή καταδίκες προγενέστερες της αναχώρησής του από το έδαφος του κράτους εκτέλεσης οι οποίες δεν προβλέπονται στην ΕΕΕ.
9.Η ασυλία που προβλέπεται στην παράγραφο 8 αίρεται εφόσον, ⌦ όταν ⌫ ο μεταγόμενος, αν και είχε τη δυνατότητα να αναχωρήσει για μια περίοδο 15 διαδοχικών ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η παρουσία του δεν κρίνεται πλέον απαραίτητη από τις αρχές έκδοσης:
α)παρέμεινε στο έδαφος· ή
β)αναχώρησε μεν αλλά στη συνέχεια επέστρεψε.
10.Το κόστος που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου κατανέμεται σύμφωνα με το άρθρο 5421, εκτός από τα έξοδα μεταγωγής του προσώπου προς και από το κράτος έκδοσης τα οποία επιβαρύνουν το εν λόγω κράτος.
Άρθρο 23
Προσωρινή μεταγωγή κρατουμένων στο κράτος εκτέλεσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου
1.Είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΕ για την προσωρινή μεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος έκδοσης με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου με το οποίο επιδιώκεται η συλλογή αποδείξεων για την οποία απαιτείται η παρουσία του στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης.
2.Η παράγραφος 2 στοιχείο α) και οι παράγραφοι 3 έως 9 του άρθρου 22 ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, για την προσωρινή μεταγωγή δυνάμει του παρόντος άρθρου.
3.Τα έξοδα που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου κατανέμονται σύμφωνα με το άρθρο 5421, εκτός από τα έξοδα μεταγωγής του προσώπου προς και από το κράτος έκδοσης τα οποία βαρύνουν το εν λόγω κράτος.
Άρθρο 24
Εξέταση με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους ⌦ τεχνολογία εξ αποστάσεως επικοινωνίας ⌫ οπτικοακουστική μετάδοση
1.Εάν πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης πρέπει να εξεταστεί ως μάρτυρας ή πραγματογνώμονας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης, η αρχή έκδοσης μπορεί να εκδώσει ΕΕΕ για την εξέταση του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους ⌦ τεχνολογία εξ αποστάσεως επικοινωνίας ⌫ οπτικοακουστική μετάδοση, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 5, 6 και έως 7.
Εκδίδεται επίσης από την αρχή έκδοσης ΕΕΕ για την εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη ή με άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση ⌦ τεχνολογία εξ αποστάσεως επικοινωνίας ⌫, ⇨ όταν το εν λόγω μέτρο αποσκοπεί στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και η εκτέλεσή του δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για τον σκοπό αυτό ⇦ .
2.Εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης του άρθρου 1211, είναι επίσης δυνατή η άρνηση εκτέλεσης της ΕΕΕ ⌦ όταν ⌫ εάν:α)δεν συναινεί ο ⌦ οικείος ⌫ ύποπτος ή ο κατηγορούμενος.· ή
β)η εκτέλεση ενός τέτοιου ερευνητικού μέτρου σε συγκεκριμένη υπόθεση αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης.
3.Οι πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με την εξέταση συμφωνούνται μεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης. Μόλις συμφωνηθούν οι ρυθμίσεις αυτές, η αρχή εκτέλεσης αναλαμβάνει:
α)να ενημερώσει τον μάρτυρα ή τον πραγματογνώμονα σχετικά με την ώρα και τον τόπο της εξέτασης·
β)να κλητεύσει τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο να εμφανιστεί προς εξέταση σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες που προβλέπονται στη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης και να ενημερώσει τον ύποπτο σχετικά με τα δικαιώματά του δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης, εγκαίρως ώστε να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα υπεράσπισης που διαθέτει·
γ)να διασφαλίσει την εξακρίβωση της ταυτότητας του προς εξέταση προσώπου.
4.Αν στις περιστάσεις μιας συγκεκριμένης υπόθεσης η αρχή εκτέλεσης δεν έχει πρόσβαση στα τεχνικά μέσα για τη διεξαγωγή εικονοτηλεδιάσκεψης ⌦ ή σε άλλου είδους τεχνολογία εξ αποστάσεως επικοινωνίας ⌫, τα μέσα αυτά είναι δυνατόν να τεθούν στη διάθεσή της από το κράτος έκδοσης με αμοιβαία συμφωνία.
5.Οι ακόλουθοι κανόνες ισχύουν για την εξέταση με εικονοτηλεδιάσκεψη ή με άλλου είδους οπτικοακουστική μετάδοση ⌦ τεχνολογία εξ αποστάσεως επικοινωνίας ⌫:
α)κατά την εξέταση παρίσταται διά αντιπροσώπου της, επικουρούμενη από διερμηνέα, αν αυτό απαιτείται, αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, η οποία και είναι υπεύθυνη για την εξακρίβωση της ταυτότητας του προς εξέταση προσώπου, καθώς και για την τήρηση των θεμελιωδών αρχών της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης·
Εάν η αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι, κατά τη διάρκεια της εξέτασης, παραβιάζονται οι θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης, λαμβάνει αμέσως τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει τη συνέχιση της εξέτασης σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αρχές·
β)μέτρα για την προστασία του προς εξέταση προσώπου θα συμφωνούνται, εφόσον απαιτείται, μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης·
γ)η εξέταση διενεργείται απευθείας από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης ή υπό την καθοδήγησή της και σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο αυτού του κράτους·
δ)κατόπιν αιτήματος του κράτους έκδοσης ή του προς εξέταση προσώπου, το κράτος εκτέλεσης μεριμνά ώστε το προς εξέταση πρόσωπο να επικουρείται από διερμηνέα, κατά περίπτωση·
ε)οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι ενημερώνονται πριν από την εξέταση σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματά τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να μην καταθέσουν, που τους αναγνωρίζονται βάσει της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης και του κράτους έκδοσης. Μάρτυρες και πραγματογνώμονες δικαιούνται να επικαλεστούν το δικαίωμα να μην καταθέσουν που ενδεχομένως τους αναγνωρίζει είτε το εθνικό δίκαιο του κράτους εκτέλεσης είτε το δίκαιο του κράτους έκδοσης και ενημερώνονται σχετικά με αυτό το ⌦ εν λόγω ⌫ δικαίωμα πριν από την εξέταση.
6.Με την επιφύλαξη μέτρων που έχουν ενδεχομένως συμφωνηθεί για την προστασία των ενδιαφερόμενων, η αρχή εκτέλεσης συντάσσει πρακτικά στο τέλος της εξέτασης και τα αποστέλλει στην αρχή έκδοσης. Στα πρακτικά αναφέρεται η ημερομηνία και ο τόπος της εξέτασης, η ταυτότητα του εξετασθέντος, η ταυτότητα και η ιδιότητα κάθε άλλου προσώπου στο κράτος εκτέλεσης που συμμετείχε στην εξέταση, οποιαδήποτε ορκωμοσία και οι τεχνικές συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η εξέταση. ⇨ Το έγγραφο διαβιβάζεται από την αρχή εκτέλεσης στην αρχή έκδοσης. ⇦
7.Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι εφαρμόζεται το εθνικό του δίκαιο ως αν η εξέταση να διενεργείτο στο πλαίσιο εθνικής διαδικασίας, όποτε εξετάζεται ένα πρόσωπο στο έδαφός του σύμφωνα με το παρόν άρθρο και αρνείται να καταθέσει όπως υποχρεούται, ή δεν καταθέτει την αλήθεια.
Άρθρο 25
Εξέταση με τηλεφωνική διάσκεψη
1.Εάν πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στο έδαφος ενός κράτους μέλους πρέπει να εξεταστεί ως μάρτυρας ή πραγματογνώμονας από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, η αρχή έκδοσης του δεύτερου κράτους μέλους μπορεί να εκδώσει ΕΕΕ για την εξέταση του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα με τηλεφωνική διάσκεψη όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, εφόσον δεν είναι σκόπιμο ή δυνατόν για το προς εξέταση πρόσωπο να εμφανιστεί στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους αυτοπροσώπως και αφού έχουν ήδη εξετασθεί άλλα κατάλληλα μέσα.
2.Εκτός αντίθετης συμφωνίας, εφαρμόζονται στις εξετάσεις με τηλεφωνική διάσκεψη, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις του άρθρου 24 παράγραφοι 3, 5, 6 και 7.
Άρθρο 26
Πληροφορίες σχετικά με τραπεζικούς και άλλους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς
1.Είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΕ για να καθοριστεί εάν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας διατηρεί ή ελέγχει έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, οποιασδήποτε φύσης, σε τράπεζα ευρισκόμενη στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, και, εάν ναι, να ζητήσει να παρασχεθούν όλα τα στοιχεία των εντοπισμένων λογαριασμών.
2.Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει, υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, τα μέτρα που είναι αναγκαία για να είναι σε θέση να παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.Στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνονται επίσης λογαριασμοί για τους οποίους ο εμπλεκόμενος στην ποινική διαδικασία ενεργεί ως πληρεξούσιος, εφόσον ⌦ όταν ⌫ αυτό ζητείται στην ΕΕΕ.
4.Η υποχρέωση που θεσπίζεται με το παρόν άρθρο ισχύει μόνο στο βαθμό που οι πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή της τράπεζας που τηρεί τον λογαριασμό.
5.Η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ γιατί θεωρεί ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι πιθανόν να έχουν ουσιαστική σημασία για το σκοπό της ποινικής διαδικασίας και για ποιους λόγους τεκμαίρει ότι ο λογαριασμός ανήκει σε τράπεζες του κράτους εκτέλεσης και, κατά το δυνατόν, ποιες ενδέχεται να είναι οι τράπεζες αυτές. Επίσης περιλαμβάνει στην ΕΕΕ οποιαδήποτε διαθέσιμη πληροφορία η οποία δύναται να διευκολύνει την εκτέλεσή της.
6.Είναι δυνατή επίσης η έκδοση ΕΕΕ για να καθοριστεί εάν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας διατηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, σε μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ευρισκόμενο στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης. Ισχύουν τηρουμένων των αναλογιών οι παράγραφοι 3, 4 και έως 5. Σε αυτή την περίπτωση και εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή εκτέλεσης που αναφέρονται στο άρθρο 1211, χωρεί επίσης άρνηση της εκτέλεσης της ΕΕΕ αν ⌦ όταν ⌫ η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
Άρθρο 27
Πληροφορίες σχετικά με τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές συναλλαγές
1.Είναι δυνατή η έκδοση από το κράτος έκδοσης μιας ΕΕΕ για να ληφθούν τα στοιχεία συγκεκριμένων τραπεζικών λογαριασμών και τραπεζικών πράξεων που διενεργήθηκαν σε συγκεκριμένη περίοδο μέσω ενός ή περισσότερων λογαριασμών που προσδιορίζονται στην ΕΕΕ, περιλαμβανομένων των στοιχείων οποιουδήποτε εμβάλλοντος ή πιστούμενου λογαριασμού.
2.Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει, υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, τα μέτρα που είναι αναγκαία για να είναι σε θέση να παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.Η υποχρέωση που θεσπίζεται με το παρόν άρθρο ισχύει μόνο στο βαθμό που οι πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή της τράπεζας που τηρεί τον λογαριασμό.
4.Η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ τον λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι οι ζητούμενες πληροφορίες έχουν σημασία για την ποινική διαδικασία.
5.Είναι επίσης δυνατή η έκδοση ΕΕΕ για πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 όσον αφορά τις τραπεζικές πράξεις που διενεργούνται από μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ισχύουν τηρουμένων των αναλογιών οι παράγραφοι 3 και έως 4. Σε αυτή την περίπτωση και εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή εκτέλεσης που αναφέρονται στο άρθρο 1211, χωρεί επίσης άρνηση της εκτέλεσης της ΕΕΕ αν η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
Άρθρο 28
Ερευνητικά μέτρα που συνεπάγονται τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε πραγματικό χρόνο, συνεχώς και για ορισμένο χρονικό διάστημα
1.Όταν η ΕΕΕ εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού μέτρου που απαιτεί τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε πραγματικό χρόνο, συνεχώς και για ορισμένο χρονικό διάστημα, όπως:
α)παρακολούθηση τραπεζικών ή άλλων χρηματοοικονομικών συναλλαγών που διενεργούνται μέσω ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων λογαριασμών·
β)ελεγχόμενη παράδοση στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης·
⇩ νέο
γ)παρακολούθηση στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης·
δ)εγκατάσταση και χρήση τεχνικής συσκευής που επιτρέπει τη συλλογή δεδομένων θέσης, ακουστικών ή οπτικών δεδομένων στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης,
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
η εκτέλεσή της δύναται να απορριφθεί, εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 1211, αν ⌦ όταν ⌫ η εκτέλεση του σχετικού ερευνητικού μέτρου δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
2.Οι πρακτικές ρυθμίσεις για το μέτρο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείοα β), ⇨ γ) και δ) ⇦ , και όπου αλλού είναι αναγκαίες, συμφωνούνται μεταξύ του κράτους έκδοσης και εκτέλεσης.
3.Η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ τον λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι οι ζητούμενες πληροφορίες έχουν σημασία για την ποινική διαδικασία.
4.Το δικαίωμα διενέργειας, καθοδήγησης και ελέγχου επιχειρήσεων σχετικών με την εκτέλεση ΕΕΕ που προβλέπεται στην παράγραφο 1 έχουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης.
Άρθρο 29
Μυστικές έρευνες
1.Είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΕ για να κληθεί το κράτος εκτέλεσης να βοηθήσει το κράτος έκδοσης κατά τη διεξαγωγή ποινικής έρευνας από αξιωματικούς υπό μυστική ιδιότητα ή πλασματική ταυτότητα (μυστικές έρευνες).
2.Η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ το λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι μια μυστική έρευνα ενδέχεται να έχει σημασία για την εν λόγω ποινική διαδικασία. Η απόφαση για την αναγνώριση και την εκτέλεση ΕΕΕ εκδοθείσας σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου εκδίδεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των εθνικών του νομοθετικών διατάξεων και διαδικασιών.
3.Εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης του άρθρου 1211 η αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΕ που αναφέρεται στην παράγραφο 1 όταν:
α)η εκτέλεση του σχετικού μέτρου δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση· ή
β)εφόσον δεν μπόρεσε να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με τις ρυθμίσεις για τις μυστικές έρευνες, όπως ορίζονται στην παράγραφο 4.
4.Οι μυστικές έρευνες διεξάγονται κατά τη νομοθεσία και τις διαδικασίες του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου λαμβάνουν χώρα. Το δικαίωμα διενέργειας, καθοδήγησης και ελέγχου μυστικών ερευνών έχουν αποκλειστικά οι αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης. Η διάρκεια της μυστικής έρευνας, οι λεπτομερείς προϋποθέσεις και το νομικό καθεστώς των συμμετεχόντων αξιωματικών κατά τη διάρκεια των μυστικών ερευνών συμφωνούνται μεταξύ των κρατών έκδοσης και εκτέλεσης, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των εθνικών τους νομοθετικών διατάξεων και διαδικασιών.
⇩ νέο
Άρθρο 30
Διασυνοριακή παρακολούθηση
1.Είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΕ στο πλαίσιο των διαδικασιών που αναφέρονται στο άρθρο 5 στοιχείο α), με σκοπό να επιτραπεί η συνέχιση, στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, παρακολούθησης που άρχισε στο κράτος έκδοσης, όταν η παρακολούθηση αυτή συνίσταται στην παρακολούθηση προσώπου ή αντικειμένου από όργανα επιβολής του νόμου και περιλαμβάνει τη δημιουργία ηχητικών, οπτικών ή άλλων καταγραφών με τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται από όργανα επιβολής του νόμου με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων.
2.Η ΕΕΕ αναφέρει τους λόγους που δικαιολογούν την προσφυγή σε διασυνοριακή παρακολούθηση.
3.Εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή εκτέλεσης που αναφέρονται στο άρθρο 12, χωρεί επίσης άρνηση της εκτέλεσης ΕΕΕ που προβλέπεται στην παράγραφο 1 αν το συγκεκριμένο μέτρο δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση. Η αρχή εκτέλεσης μπορεί να εξαρτήσει τη συγκατάθεσή της από τυχόν όρους, οι οποίοι θα έπρεπε να εφαρμόζονται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεσή της.
4.Η διάρκεια και οι πρακτικές ρυθμίσεις της διασυνοριακής παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων της χρήσης τεχνικών μέσων και των λεπτομερειών που διέπουν τη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων υπαλλήλων, συμφωνούνται μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης. Τα όργανα επιβολής του νόμου του κράτους έκδοσης που διενεργούν τη διασυνοριακή παρακολούθηση ενεργούν αποκλειστικά για τον σκοπό της παρατήρησης και της τεκμηρίωσης της διασυνοριακής παρακολούθησης, δεν ασκούν εξουσίες καταναγκασμού και δεν εισέρχονται σε ιδιωτικούς χώρους στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης.
5.Κατόπιν αίτησης, η διασυνοριακή παρακολούθηση μεταφέρεται στα όργανα επιβολής του νόμου του κράτους εκτέλεσης.
6.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν, λόγω δεόντως αιτιολογημένης επείγουσας ανάγκης, δεν είναι δυνατή η έκδοση ή διαβίβαση ΕΕΕ προτού το υπό παρακολούθηση πρόσωπο ή αντικείμενο εισέλθει στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, τα όργανα επιβολής του νόμου του κράτους έκδοσης μπορούν να συνεχίσουν τη διασυνοριακή παρακολούθηση στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)αμέσως μετά τη διέλευση των συνόρων από τα όργανα επιβολής του νόμου του κράτους έκδοσης, η αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση και διαβίβαση επειγουσών κοινοποιήσεων ειδοποιεί με κάθε κατάλληλο μέσο την αρχή που είναι αρμόδια για την παραλαβή επειγουσών κοινοποιήσεων όσον αφορά τη συνέχιση της παρακολούθησης στο κράτος εκτέλεσης και τους λόγους που δικαιολογούν τον επείγοντα χαρακτήρα·
β)η ΕΕΕ εκδίδεται και διαβιβάζεται στην αρχή εκτέλεσης χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 48 ωρών από τη διέλευση των συνόρων που αναφέρεται στο στοιχείο α), η οποία αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατή η προηγούμενη διαβίβασή της·
γ)η διασυνοριακή παρακολούθηση διενεργείται σύμφωνα με τυχόν οδηγίες που έχουν εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης·
δ)η διασυνοριακή παρακολούθηση παύει μόλις το ζητήσει η αρχή εκτέλεσης ή σε περίπτωση άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης της ΕΕΕ·
ε)σε περίπτωση που δεν ληφθεί απόφαση σχετικά με την αναγνώριση ή την εκτέλεση ΕΕΕ εντός 24 ωρών από τη διαβίβαση της ΕΕΕ, η συνέχιση της διασυνοριακής παρακολούθησης υπόκειται στην απόφαση της αρχής εκτέλεσης να επιτρέψει την προσωρινή εκτέλεση της διασυνοριακής παρακολούθησης σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4 στοιχείο γ)·
στ)σε περίπτωση που η αναγνώριση ή η εκτέλεση της ΕΕΕ απορριφθεί ή η προσωρινή εκτέλεση της διασυνοριακής παρακολούθησης δεν επιτραπεί με άλλον τρόπο βάσει του στοιχείου ε), κάθε υλικό που ελήφθη από τη διασυνοριακή παρακολούθηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον όταν είναι απολύτως αναγκαίο για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια, και η αρχή εκτέλεσης ειδοποιείται για κάθε τέτοια χρήση και για τους σχετικούς λόγους.
7.Η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 στοιχείο α) γίνεται με το έντυπο που προβλέπεται στο παράρτημα V. Μεταφράζεται σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα την οποία δέχεται το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2. Όταν η μετάφραση αυτή δεν μπορεί να παρασχεθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα, η κοινοποίηση μπορεί να διαβιβαστεί σε γλώσσα ευρέως κατανοητή σε άλλα κράτη μέλη.
8.Όταν η αρχή στην οποία απευθύνεται η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 στοιχείο α) είναι διαφορετική από την αρχή εκτέλεσης, ενημερώνει αμέσως την αρχή εκτέλεσης.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ
Άρθρο 3130
Παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών με την τεχνική βοήθεια άλλου κράτους μέλους
1.Μπορεί να εκδοθεί ΕΕΕ για την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών στο κράτος μέλος το οποίο πρέπει να παράσχει την τεχνική βοήθεια.
2.Όταν περισσότερα του ενός κράτη μέλη είναι σε θέση να παράσχουν την πλήρη τεχνική βοήθεια που απαιτείται για την ίδια παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών, η ΕΕΕ αποστέλλεται μόνο σε ένα εξ αυτών, προτιμάται δε πάντα το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ή θα βρίσκεται ο παρακολουθούμενος στην ποινική διαδικασία.
3.Η ΕΕΕ που προβλέπεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει επίσης τα ακόλουθα στοιχεία:
α)πληροφορίες για την εξακρίβωση της ταυτότητας του προσώπου που αφορά η παρακολούθηση·
β)την επιθυμητή διάρκεια της παρακολούθησης· και
γ)την παροχή επαρκών τεχνικών δεδομένων, ιδίως του αναγνωριστικού στοιχείου του στόχου, για να μπορέσει να εκτελεσθεί η ΕΕΕ.
4.Η αρχή έκδοσης αναφέρει διά της ΕΕΕ το λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι τα αναφερόμενα εκεί ερευνητικά μέτρα έχουν σημασία για την ποινική διαδικασία.
5.Εκτός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή εκτέλεσης που αναφέρονται στο άρθρο 11, χωρεί επίσης άρνηση της εκτέλεσης ΕΕΕ που προβλέπεται στην παράγραφο 1 αν το συγκεκριμένο μέτρο δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση. Το κράτος μέλος εκτέλεσης μπορεί να εξαρτήσει τη συγκατάθεσή του από τυχόν όρους, οι οποίοι θα έπρεπε να τηρούνται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεσή του.
6.Η ΕΕΕ που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δύναται να εκτελείται:
α)με την άμεση διαβίβαση τηλεπικοινωνιών στο κράτος έκδοσης, ή
β)με την παρακολούθηση, καταγραφή και εν συνεχεία διαβίβαση του προϊόντος της παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών στο κράτος έκδοσης.
Η αρχή έκδοσης και η αρχή εκτέλεσης διαβουλεύονται μεταξύ τους με σκοπό να συμφωνήσουν αν η παρακολούθηση θα διεξάγεται σύμφωνα με το στοιχείο α) ή το στοιχείο β).
⇩ νέο
7.Όταν η περίοδος για την οποία ζητείται παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών στο κράτος εκτέλεσης υπερβαίνει την περίοδο για την οποία έχει διαταχθεί ή μπορεί να εκτελεστεί τέτοιου είδους ερευνητικό μέτρο, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμελλητί την αρχή έκδοσης και αναφέρει τυχόν δυνατότητες παράτασης της εν λόγω περιόδου. Όταν η αρχή έκδοσης προτίθεται να παρατείνει την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών στο κράτος εκτέλεσης πέραν της διάρκειας που αναφέρεται στην αρχική ΕΕΕ, πρέπει να εκδοθεί νέα ΕΕΕ.
🡻 2014/41/ΕΕ
8.7. Κατά την έκδοση ΕΕΕ που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, η αρχή έκδοσης μπορεί να ζητεί επίσης μεταγραφή, αποκωδικοποίηση ή αποκρυπτογράφηση της καταγραφής εφόσον έχει συγκεκριμένο λόγο, ή συμφωνεί η αρχή εκτέλεσης.
9.8. Τα έξοδα που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου κατανέμονται σύμφωνα με το άρθρο 5421, εκτός από τα έξοδα μεταγραφής, αποκωδικοποίησης και αποκρυπτογράφησης των τηλεπικοινωνιών τα οποία βαρύνουν το κράτος έκδοσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΜΕΤΡΑ
Άρθρο 32
Προσωρινά μέτρα
1.Μια ΕΕΕ μπορεί να εκδοθεί από την αρχή έκδοσης για να ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο με σκοπό την προσωρινή πρόληψη της καταστροφής, μετατροπής, απομάκρυνσης, μεταφοράς ή διάθεσης ενός στοιχείου το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως απόδειξη.
2.Η αρχή εκτέλεσης αποφασίζει και κοινοποιεί την απόφασή της περί των προσωρινών μέτρων το συντομότερο δυνατόν και, εφόσον είναι εφικτό, εντός 24 ωρών από την παραλαβή της ΕΕΕ.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
3.Σε περίπτωση που ζητείται το προσωρινό μέτρο που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ αν τα αποδεικτικά στοιχεία θα μεταβιβασθούν στο κράτος έκδοσης ή αν θα παραμείνουν στο κράτος εκτέλεσης. Η αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει και εκτελεί αυτήν την ΕΕΕ και μεταβιβάζει τα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τις ⌦ εφαρμοστέες ⌫ διαδικασίες που καθορίζονται στην οδηγία.
4.Σε περίπτωση που, σύμφωνα με την παράγραφο 3, η ΕΕΕ συνοδεύεται από εντολή να παραμείνουν στο κράτος εκτέλεσης τα αποδεικτικά στοιχεία, η αρχή έκδοσης καθορίζει την ημερομηνία άρσης του προσωρινού μέτρου που προβλέπεται στην παράγραφο 1, ή την προβλεπόμενη ημερομηνία υποβολής της αίτησης για τη μεταφορά των αποδεικτικών στοιχείων στο κράτος έκδοσης.
5.Έπειτα από διαβούλευση με την αρχή έκδοσης, η αρχή εκτέλεσης μπορεί, σύμφωνα με τις εθνικές της νομοθετικές διατάξεις και πρακτικές, να ορίσει κατάλληλες προϋποθέσεις ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, για να μειωθεί το διάστημα για το οποίο θα διατηρηθεί το προσωρινό μέτρο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. ⌦ Όταν ⌫ Αν, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις αυτές, η αρχή εκτέλεσης εξετάζει την άρση του προσωρινού μέτρου, ενημερώνει σχετικά την αρχή έκδοσης, η οποία θα έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Η αρχή έκδοσης κοινοποιεί αμέσως στην αρχή εκτέλεσης την άρση των προσωρινών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
⌦ ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII ⌫
⌦ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΑΛΛΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ⌫
Άρθρο 3331
Κοινοποίηση προς το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο παρακολουθούμενος και από το οποίο δεν απαιτείται παροχή τεχνικής βοήθειας
1.Σε περίπτωση που για την εκτέλεση ⌦ Όταν, για τον σκοπό της εκτέλεσης ⌫ ερευνητικού μέτρου ⇨ σε διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 στοιχείο α), στον βαθμό που αφορά τις εν λόγω διαδικασίες, καθώς και σε διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 στοιχείο δ), ⇦ παρέχεται άδεια από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους («του κράτους μέλους ⇨ διερεύνησης ⇦ παρακολούθησης») για την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών και η διεύθυνση επικοινωνίας του παρακολουθούμενου που προσδιορίζεται στην εντολή παρακολούθησης χρησιμοποιείται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους («του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση») από το οποίο δεν απαιτείται τεχνική βοήθεια για τη διενέργεια της παρακολούθησης, το κράτος μέλος ⇨ διερεύνησης ⇦ παρακολούθησης ενημερώνει την αρμόδια αρχή του ⌦ εν λόγω άλλου ⌫ κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση σχετικά με την παρακολούθηση:
α)πριν από την παρακολούθηση σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ⇨ διερεύνησης ⇦ παρακολούθησης γνωρίζει, όταν διατάσσει την παρακολούθηση, ότι ο παρακολουθούμενος βρίσκεται ή θα βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση·
β)κατά ή μετά τη διενέργεια της παρακολούθησης, αμέσως μόλις λάβει γνώση ότι ο παρακολουθούμενος βρίσκεται ή βρισκόταν, κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση.
2.Η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 γίνεται με το έντυπο που προβλέπεται στο παράρτημα IIIΓ. ⇨ Μεταφράζεται σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα την οποία δέχεται το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2. ⇦
⇩ νέο
3.Όταν η αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση, η οποία λαμβάνει την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, δεν έχει αρμοδιότητα να ενεργήσει, τη διαβιβάζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο εντός 24 ωρών από την παραλαβή της κοινοποίησης, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διερεύνησης.
🡻 2014/41/ΕΕ
⇨ νέο
4.3,Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η παρακολούθηση δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση μπορεί να ενημερώνει αμέσως, και το αργότερο 96 ώρες από την παραλαβή της κοινοποίησης κατά την παράγραφο 1, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ⇨ διερεύνησης ⇦ παρακολούθησης ότι:
α)η παρακολούθηση δεν μπορεί να διεξαχθεί ή πρέπει να τερματιστεί· και
β)εφόσον είναι αναγκαίο, τυχόν υλικό που προέκυψε ήδη από την παρακολούθηση του παρακολουθουμένου ενώ ήταν ακόμη στο έδαφός του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ⇨ και πρέπει να διαγραφεί ⇦ ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο υπό όρους που το ίδιο θα καθορίσει, ⇨ συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων που έχουν κοινοποιηθεί δυνάμει του άρθρου 21 ⇦ . Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ⇨ διερεύνησης ⇦ παρακολούθησης για τους λόγους που δικαιολογούν τους όρους αυτούς.
4.
Το άρθρο 5 παράγραφος 2 ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, για την κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 2.
⇩ νέο
5.Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διερεύνησης παρέχει τυχόν πρόσθετες πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειμένου το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση να αξιολογήσει αν η παρακολούθηση θα μπορούσε να επιτραπεί σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση.
6.Όταν οι εσωτερικές διαδικασίες που απαιτούνται βάσει του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση δεν μπορούν να ολοκληρωθούν εντός της προθεσμίας των 96 ωρών, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διερεύνησης αναφέροντας τους λόγους, και μπορεί να παρατείνει την εν λόγω περίοδο κατά 96 επιπλέον ώρες κατ’ ανώτατο όριο.
7.Εάν δεν προβληθεί ένσταση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, το κράτος μέλος διερεύνησης μπορεί να συνεχίσει την παρακολούθηση στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση για τη διάρκεια που προβλέπεται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Όταν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διερεύνησης προτίθεται να παρατείνει την παρακολούθηση πέραν της διάρκειας που αναφέρεται στην αρχική κοινοποίηση, πρέπει να πραγματοποιείται νέα κοινοποίηση.
Άρθρο 34
Κοινοποίηση στο κράτος μέλος της χρήσης τεχνικής συσκευής καταγραφής στο έδαφός του χωρίς την ανάγκη τεχνικής βοήθειάς του
1.Όταν, για τον σκοπό της εκτέλεσης ερευνητικού μέτρου σε διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο α), στον βαθμό που αφορά τις εν λόγω διαδικασίες, καθώς και σε διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο δ), η χρήση τεχνικής συσκευής που επιτρέπει τη συλλογή δεδομένων θέσης, ακουστικών ή οπτικών δεδομένων (στο εξής: τεχνική συσκευή καταγραφής) έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διερεύνησης και όταν η εν λόγω συσκευή εισέρχεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους από το οποίο δεν απαιτείται τεχνική βοήθεια για τη συνέχιση της χρήσης της, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που διεξάγει την έρευνα ειδοποιεί την αρμόδια αρχή του εν λόγω άλλου κράτους μέλους σχετικά με τη χρήση τεχνικής συσκευής καταγραφής στο έδαφός του:
α)πριν από τέτοια χρήση σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διερεύνησης γνωρίζει, όταν διατάσσει τη χρήση της τεχνικής συσκευής καταγραφής, ότι ο παρακολουθούμενος θα εισέλθει στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση· ή
β)κατά τη διάρκεια ή μετά την εν λόγω χρήση, μόλις αντιληφθεί ότι η τεχνική συσκευή καταγραφής βρίσκεται ή έχει βρεθεί στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση.
2.Το άρθρο 33 παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7 εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στις κοινοποιήσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΕI ΠΡΟΗΓΟΥΜEΝΩΣ ΩΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
Άρθρο 35
Αίτηση συγκατάθεσης για χρήση πληροφοριών που είχαν ανταλλαγεί προηγουμένως ως αποδεικτικών στοιχείων
1.Η αιτούσα αρχή μπορεί, όταν απαιτείται από το εθνικό της δίκαιο ή από τους όρους που συνοδεύουν την αρχική διαβίβαση των πληροφοριών, να ζητήσει τη συγκατάθεση της αρχής προς την οποία απευθύνεται η αίτηση για να χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινική διαδικασία πληροφορίες που έχουν προηγουμένως παρασχεθεί στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους (στο εξής: αιτούν κράτος) από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους (στο εξής: κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση):
α)σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2023/977 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
β)μέσω αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ δικαστικών αρχών δυνάμει του άρθρου 7 της σύμβασης.
2.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «αιτούσα αρχή» νοείται η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ), η οποία είναι αρμόδια να εκδίδει αίτηση συγκατάθεσης, και ως «αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση» νοείται η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ), η οποία είναι αρμόδια να απαντά στην εν λόγω αίτηση.
3.Η αίτηση συγκατάθεσης μπορεί να υποβληθεί μόνον όταν η χρήση των πληροφοριών ως αποδεικτικών στοιχείων είναι αναγκαία και αναλογική για τους σκοπούς της σχετικής ποινικής διαδικασίας και μια τέτοια αίτηση θα γινόταν δεκτή υπό τους ίδιους όρους σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση στο αιτούν κράτος.
4.Η αίτηση συγκατάθεσης, όπως παρουσιάζεται στο έντυπο του παραρτήματος VII, συμπληρώνεται και υπογράφεται από την αιτούσα αρχή, η οποία πιστοποιεί την ακρίβεια και βεβαιώνει την ορθότητα του περιεχομένου της. Η αίτηση περιέχει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να μπορέσει η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση να αποφασίσει αν μπορεί να δώσει τη συγκατάθεσή της. Μεταφράζεται σε επίσημη γλώσσα του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα την οποία δέχεται το εν λόγω κράτος σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2.
5.Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση αποφασίζει σχετικά με την αίτηση το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο 14 ημέρες από την παραλαβή της. Όταν δεν είναι πρακτικά εφικτό να τηρηθεί η εν λόγω προθεσμία, η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση ενημερώνει αμελλητί την αιτούσα αρχή, αναφέροντας τους λόγους, και μπορεί να παρατείνει την προθεσμία έως και κατά 10 ημέρες.
6.Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση παρέχει τη συγκατάθεσή της, ενδεχομένως υπό όρους, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους ακόλουθους λόγους άρνησης ή αναβολής:
α)η χρήση των πληροφοριών ως αποδεικτικών στοιχείων δεν θα ήταν αποδεκτή σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση σε διαδικασία της ίδιας φύσης με εκείνη για την οποία ζητείται συγκατάθεση·
β)υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι η παροχή συγκατάθεσης θα έβλαπτε ποινική διαδικασία που εκκρεμεί στο κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ή θα έβλαπτε σοβαρά ουσιώδη εθνικά συμφέροντα·
γ)οι όροι που καθορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2023/977 και που διέπουν τη χρήση των παρεχόμενων πληροφοριών δεν πληρούνται πλέον, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου οι πληροφορίες είναι ανακριβείς, ελλιπείς ή δεν είναι πλέον επικαιροποιημένες.
7.Μόλις παύσει να υφίσταται ο λόγος αναβολής που αναφέρεται στην παράγραφο 6, η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση λαμβάνει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή.
8.Το άρθρο 8 εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στις αιτήσεις συγκατάθεσης δυνάμει του παρόντος άρθρου.
9.Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όσον αφορά τις αιτήσεις συγκατάθεσης και τις αποφάσεις επί των αιτήσεων αυτών, είναι διαθέσιμα ένδικα μέσα ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση. Το άρθρο 17 παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7 εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στις εν λόγω αιτήσεις και αποφάσεις.
ΤΙΤΛΟΣ III
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΤΟΛΗ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I — Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΤΟΛΗ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
Άρθρο 36
Η ευρωπαϊκή ΕΕΑΣ και η υποχρέωση εκτέλεσής της
1.Η ΕΕΑΣ είναι δικαστική απόφαση που εκδίδεται από δικαστική αρχή κράτους μέλους προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε ύποπτο, κατηγορούμενο ή θύμα αξιόποινης πράξης, ο οποίος έχει την ιδιότητα του διαδίκου σε ποινική διαδικασία, να συμμετάσχει εξ αποστάσεως σε μία ή περισσότερες εξετάσεις ενώπιον δικαστηρίου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας από άλλο κράτος μέλος.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι υπάρχει το αναγκαίο νομικό και διαδικαστικό πλαίσιο που επιτρέπει στην οικεία αρχή έκδοσης να εκδίδει ΕΕΑΣ σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.
3.Τα κράτη μέλη εκτελούν όλες τις ΕΕΑΣ με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο και τους τίτλους I, IV και V.
4.Η ΕΕΑΣ καλύπτει την εξ αποστάσεως συμμετοχή σε τυχόν εξέταση ή εξετάσεις ενώπιον δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, από την έναρξη των ερευνών έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επιμέτρησης της ποινής και της εκδίκασης τυχόν προσφυγών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
Άρθρο 37
Προϋποθέσεις έκδοσης και διαβίβασης ΕΕΑΣ
1.Είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΑΣ από την αρχή έκδοσης όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)ύποπτος, κατηγορούμενος ή θύμα αξιόποινης πράξης έχει την κατοικία του ή πρόκειται να έχει την κατοικία του στο κράτος εκτέλεσης, ή διαμένει ή πρόκειται να διαμείνει προσωρινά στο εν λόγω κράτος για βάσιμους λόγους που εμποδίζουν ή παρακωλύουν με άλλον τρόπο την παρουσία του στο κράτος έκδοσης, κατά τον χρόνο της οικείας εξέτασης ή των οικείων εξετάσεων, ή κρατείται στο κράτος εκτέλεσης σε σχέση με άλλη διαδικασία εναντίον του·
β)η έκδοση της ΕΕΑΣ θεωρείται κατάλληλη από την αρχή έκδοσης και είναι αναλογική προς τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης για τη διευκόλυνση της συμμετοχής του ενδιαφερόμενου προσώπου σε εξέταση ή εξετάσεις ενώπιον δικαστηρίου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας στο κράτος έκδοσης, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου προσώπου·
γ)το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για εξ αποστάσεως συμμετοχή στην εξέταση ή τις εξετάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 38.
2.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, είναι δυνατή η έκδοση ΕΕΑΣ από την αρχή έκδοσης όταν αυτό απαιτείται, κατ’ εξαίρεση, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και ορθής απονομής της δικαιοσύνης πριν από τη λήψη της συγκατάθεσης του ενδιαφερόμενου προσώπου σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο γ). Η αρχή έκδοσης ενημερώνει σχετικά την αρχή εκτέλεσης και ζητεί τη συνδρομή της για να ζητήσει τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου, χρησιμοποιώντας το ειδικό τμήμα του εντύπου του παραρτήματος VIII. Στις περιπτώσεις αυτές, η συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου εξακριβώνεται από την αρχή εκτέλεσης πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για την αναγνώριση και εκτέλεση της ΕΕΑΣ σύμφωνα με το άρθρο 41 ή 43.
3.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η αρχή έκδοσης μπορεί να εκδώσει ΕΕΑΣ χωρίς να λάβει τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο γ), σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η αυτοπρόσωπη συμμετοχή του στην εξέταση ή τις εξετάσεις συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία, η οποία αποδεικνύεται πραγματική και ενεστώσα ή προβλέψιμη, και η αναβολή της εξέτασης ή των εξετάσεων ή η αναστολή της διαδικασίας θα ήταν αντίθετη προς την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση ότι γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης του ενδιαφερόμενου προσώπου και ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας.
Η παρέκκλιση αυτή δεν ισχύει όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι ευάλωτο πρόσωπο ή παιδί και η εξ αποστάσεως διεξαγωγή της εξέτασης ή των εξετάσεων δεν είναι συμβατή με τις ειδικές ανάγκες και το βέλτιστο συμφέρον του.
4.Ύποπτος, κατηγορούμενος ή θύμα αξιόποινης πράξης που πληροί την προϋπόθεση της παραγράφου 1 στοιχείο α) μπορεί να ζητήσει την έκδοση ΕΕΑΣ ενώπιον της αρχής έκδοσης, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους έκδοσης. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται στην αρχή έκδοσης σε εύθετο χρόνο πριν από την οικεία εξέταση ή τις οικείες εξετάσεις και εξετάζονται από την εν λόγω αρχή υπό το πρίσμα της παραγράφου 1. Η αρχή έκδοσης εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση επί της αίτησης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
5.Όταν η ΕΕΑΣ αφορά παιδί που είναι ύποπτος, κατηγορούμενος ή θύμα αξιόποινης πράξης, η αρχή έκδοσης διασφαλίζει ότι, κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, δίνεται πάντα πρωταρχική σημασία στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
Άρθρο 38
Διαδικασία για τη λήψη συγκατάθεσης
1.Όταν επιδίδεται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο η κλήτευση σε εξέταση ή εξετάσεις, η αρχή έκδοσης επιπλέον, κατά περίπτωση:
α)ζητεί τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου για εξ αποστάσεως συμμετοχή σε μία ή περισσότερες εξετάσεις μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β)· ή
β)ενημερώνει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο για τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και το άρθρο 37 παράγραφος 4, μπορεί να υποβάλει αίτηση για εξ αποστάσεως συμμετοχή σε μία ή περισσότερες εξετάσεις.
2.Πριν δώσει τη συγκατάθεσή του, ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος ή το θύμα αξιόποινης πράξης ενημερώνεται προφορικά ή γραπτά, σε γλώσσα την οποία κατανοεί, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης τουλάχιστον για τα εξής:
α)τη δυνατότητα να ζητήσει τη συμβουλή δικηγόρου στο κράτος έκδοσης σύμφωνα με την οδηγία 2013/48/ΕΕ, για ύποπτο ή κατηγορούμενο, και σύμφωνα με την οδηγία 2012/29/ΕΕ και το εθνικό δίκαιο, για τα θύματα αξιόποινων πράξεων·
β)το δικαίωμά του να του παρασχεθεί διερμηνεία ενώπιον των αρμόδιων αρχών και το δικαίωμα να του παρασχεθεί γραπτή μετάφραση σύμφωνα με την οδηγία 2010/64/ΕΕ ή την οδηγία 2012/29/ΕΕ, κατά περίπτωση·
γ)τη διαδικασία εκτέλεσης ΕΕΑΣ, καθώς και τα ειδικά δικαιώματα που ισχύουν για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας.
3.Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι παιδί κατά την έννοια του άρθρου 3 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/800, το εν λόγω παιδί επικουρείται από δικηγόρο πριν δώσει τη συγκατάθεσή του. Όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι παιδί κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 1) στοιχείο γ) της οδηγίας 2012/29/ΕΕ και οι ασκούντες τη γονική μέριμνα αποκλείονται από την εκπροσώπηση του παιδιού-θύματος λόγω σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών και του παιδιού-θύματος, ή το παιδί-θύμα είναι ασυνόδευτο ή αποχωρισμένο από την οικογένειά του, το παιδί επικουρείται από ειδικό εκπρόσωπο ή δικηγόρο πριν δώσει τη συγκατάθεσή του.
4.Όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι παιδί, οι αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης παρέχουν το συντομότερο δυνατόν στον ασκούντα τη γονική μέριμνα, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 2) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/800 ή όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2012/29/ΕΕ, σε άλλον κατάλληλο ενήλικα ή σε νόμιμο εκπρόσωπο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/800 ή στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2012/29/ΕΕ, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, τις πληροφορίες που έχει δικαίωμα να λάβει το παιδί σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
5.Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 παρέχονται σε απλή και προσιτή γλώσσα, λαμβανομένων υπόψη τυχόν ιδιαίτερων αναγκών των ευάλωτων ατόμων.
6.Η συγκατάθεση για εξ αποστάσεως συμμετοχή σε εξέταση ή εξετάσεις παρέχεται οικειοθελώς και χωρίς περιθώρια αμφιβολίας. Η συγκατάθεση καταγράφεται μαζί με τις περιστάσεις υπό τις οποίες δόθηκε, σύμφωνα με τη διαδικασία καταγραφής που απαιτείται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης.
7.Οι προθεσμίες για τη δήλωση συγκατάθεσης ή την υποβολή αίτησης για εξ αποστάσεως συμμετοχή σε μία ή περισσότερες εξετάσεις διέπονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης.
8.Στις περιπτώσεις που το ενδιαφερόμενο πρόσωπο βρίσκεται στο κράτος εκτέλεσης κατά τον χρόνο της κλήτευσης, η αρχή έκδοσης ζητεί τη συνδρομή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης για την επίδοση της κλήτευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και για την παροχή πληροφοριών στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο σύμφωνα με το παρόν άρθρο, καθώς και για την υπόδειξη τυχόν διατυπώσεων και διαδικασιών που πρέπει να τηρηθούν. Εάν ζητείται η συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου για εξ αποστάσεως συμμετοχή στην εξέταση ή τις εξετάσεις, οι αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης ενημερώνουν την αρχή έκδοσης αν έχει ληφθεί συγκατάθεση και διαβιβάζουν όλα τα σχετικά αρχεία στην αρχή έκδοσης. Εάν δεν κατέστη δυνατή η εξασφάλιση της συγκατάθεσης ή η επικοινωνία με το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης ενημερώνουν σχετικά την αρχή έκδοσης.
9.Όταν η αρχή έκδοσης έχει εκδώσει ΕΕΑΣ σύμφωνα με την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 2 από την απαίτηση εξασφάλισης της συγκατάθεσης του ενδιαφερόμενου προσώπου για την εξ αποστάσεως συμμετοχή στην εξέταση ή τις εξετάσεις πριν από την έκδοση της ΕΕΑΣ, η αρχή εκτέλεσης ζητεί τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου για να συμμετάσχει εξ αποστάσεως στην εξέταση ή τις εξετάσεις τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και σύμφωνα με τυχόν διατυπώσεις και διαδικασίες που υποδεικνύει η αρχή έκδοσης, πριν λάβει απόφαση σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση της ΕΕΑΣ.
Άρθρο 39
Περιεχόμενο και μορφή της ΕΕΑΣ
1.Η ΕΕΑΣ, όπως παρουσιάζεται στο έντυπο του παραρτήματος VIII, συμπληρώνεται και υπογράφεται από την αρχή έκδοσης, η οποία πιστοποιεί την ακρίβεια και βεβαιώνει την ορθότητα του περιεχομένου της.
2.Η ΕΕΑΣ περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)στοιχεία σχετικά με την αρχή έκδοσης και, κατά περίπτωση, την αρχή επικύρωσης·
β)την ταυτότητα του υπόπτου, του κατηγορουμένου ή του θύματος αξιόποινης πράξης που αφορά η ΕΕΑΣ, καθώς και κάθε σχετική πληροφορία που είναι γνωστή στην αρχή έκδοσης σχετικά με πιθανά ευάλωτα χαρακτηριστικά του εν λόγω προσώπου·
γ)τα στοιχεία ταυτότητας και τα στοιχεία επικοινωνίας του δικηγόρου που έχει εξουσιοδοτηθεί από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή έχει διοριστεί από το κράτος έκδοσης για τους σκοπούς της εξέτασης ή των εξετάσεων τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ·
δ)περιγραφή της αξιόποινης πράξης που αποτελεί αντικείμενο έρευνας ή διαδικασίας την οποία αφορά η ΕΕΑΣ, και τις ισχύουσες διατάξεις του ποινικού δικαίου του κράτους έκδοσης·
ε)περιγραφή του σταδίου της διαδικασίας και του είδους, του αριθμού και του ενδεικτικού χρονοδιαγράμματος της εξέτασης ή των εξετάσεων την οποία αφορά η ΕΕΑΣ·
στ)τους λόγους για τους οποίους ενδείκνυται η εξ αποστάσεως συμμετοχή στη συγκεκριμένη εξέταση ή τις συγκεκριμένες εξετάσεις, λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1·
ζ)πληροφορίες σχετικά με το αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει ζητήσει ή έχει συναινέσει να συμμετάσχει εξ αποστάσεως στην εξέταση ή τις εξετάσεις, την εφαρμογή του άρθρου 37 παράγραφος 2 και τυχόν διατυπώσεις και διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται όταν ζητείται η συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου ή, κατά περίπτωση, την εφαρμογή του άρθρου 37 παράγραφος 3·
η)τις προτεινόμενες πρακτικές ρυθμίσεις για την εκτέλεση της ΕΕΑΣ σύμφωνα με το άρθρο 42, συμπεριλαμβανομένου κάθε μέτρου που απαιτείται για την κάλυψη τυχόν ευάλωτων χαρακτηριστικών του ενδιαφερόμενου προσώπου·
θ)τυχόν διατυπώσεις και διαδικασίες που απαιτούνται ρητά από τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης για την εκτέλεση της ΕΕΑΣ.
3.Κάθε κράτος μέλος αναφέρει ποια ή ποιες από τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, επιπλέον της επίσημης γλώσσας ή των επίσημων γλωσσών του οικείου κράτους μέλους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη συμπλήρωση ή τη μετάφραση της ΕΕΑΣ όταν το εν λόγω κράτος μέλος είναι το κράτος εκτέλεσης.
4.Η ΕΕΑΣ μεταφράζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης σε επίσημη γλώσσα του κράτους εκτέλεσης ή σε όποια άλλη γλώσσα υποδείξει το κράτος εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3.
Άρθρο 40
Διαβίβαση της ΕΕΑΣ
1.Η ΕΕΑΣ, συμπληρωμένη σύμφωνα με το άρθρο 39, διαβιβάζεται από την αρχή έκδοσης στην αρχή εκτέλεσης ή, κατά περίπτωση, με τη συνδρομή της κεντρικής αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 52, μέσω του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ.
2.Η ΕΕΑΣ συνοδεύεται από τυχόν πρόσθετες σχετικές πληροφορίες και έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών αρχείων της συγκατάθεσης που έχει ληφθεί.
3.Εάν η αρχή εκτέλεσης είναι άγνωστη, η αρχή έκδοσης προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες αναζητήσεις, μεταξύ άλλων και μέσω των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου, για να λάβει πληροφορίες από το κράτος εκτέλεσης.
4.Εάν η αρχή στο κράτος εκτέλεσης που παραλαμβάνει την ΕΕΑΣ δεν έχει αρμοδιότητα να την αναγνωρίσει και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεσή της, διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως την ΕΕΑΣ στην αρχή εκτέλεσης και ενημερώνει την αρχή έκδοσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
Άρθρο 41
Αναγνώριση και εκτέλεση
1.Η αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει άνευ ετέρου ΕΕΑΣ διαβιβασθείσα κατά την παρούσα οδηγία και μεριμνά για την εκτέλεσή της σύμφωνα με τις διατυπώσεις που συμφωνήθηκαν με την αρχή έκδοσης, εκτός εάν η αρχή εκτέλεσης αποφασίσει να επικαλεστεί έναν εκ των λόγων μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης κατά την παρούσα οδηγία.
2.Η αρχή εκτέλεσης τηρεί τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που έχει ορίσει ρητώς η αρχή έκδοσης, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στην παρούσα οδηγία και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διατυπώσεις και διαδικασίες δεν είναι αντίθετες προς τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους εκτέλεσης.
3.Η εξέταση ή οι εξετάσεις διεξάγονται απευθείας από την αρχή έκδοσης ή υπό τη διεύθυνσή της και διέπονται από τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης. Τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρχή εκτέλεσης για τους σκοπούς της εκτέλεσης της ΕΕΑΣ διέπονται από το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, με εξαίρεση τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και επιβάλλονται από την αρχή έκδοσης σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης.
Άρθρο 42
Απαιτήσεις και πρακτικές ρυθμίσεις για την εκτέλεση ΕΕΑΣ
1.Η αρχή έκδοσης και η αρχή εκτέλεσης συμφωνούν σχετικά με τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εκτέλεση της ΕΕΑΣ, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου της οικείας εξέτασης ή των οικείων εξετάσεων. Μόλις συμφωνηθούν οι ρυθμίσεις αυτές, η αρχή εκτέλεσης αναλαμβάνει:
α)να κλητεύσει τον ύποπτο, τον κατηγορούμενο ή το θύμα αξιόποινης πράξης να εμφανιστεί προς εξ αποστάσεως εξέταση ή εξετάσεις σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης και τις διατυπώσεις και διαδικασίες που απαιτούνται από την αρχή έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 2 και, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης, να ενημερώσει εγκαίρως το ενδιαφερόμενο πρόσωπο σχετικά με τα δικαιώματά του δυνάμει του δικαίου του κράτους έκδοσης ώστε να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του·
β)να εξακριβώσει την ταυτότητα του ενδιαφερόμενου προσώπου.
2.Η αρχή έκδοσης διασφαλίζει ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όταν είναι ύποπτος ή κατηγορούμενος, εκπροσωπείται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης, ο οποίος παρίσταται αυτοπροσώπως στην αίθουσα του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της εξέτασης ή των εξετάσεων τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους έχουν πρόσβαση σε όλα τα τεχνικά μέσα που απαιτούνται για την εκτέλεση ΕΕΑΣ. Στα μέσα αυτά περιλαμβάνεται η ικανότητα παροχής:
α)ασφαλούς, εμπιστευτικού και αποτελεσματικού διαύλου επικοινωνίας των ενδιαφερόμενων προσώπων με τον δικηγόρο τους στο κράτος έκδοσης, που να επιτρέπει την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο, όπως προβλέπεται στις οδηγίες 2013/48/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/800·
β)της αναγκαίας υποδομής για τη διασφάλιση της προσβασιμότητας της εικονοτηλεδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας για ευάλωτα άτομα.
4.Κατά την εξέταση ή τις εξετάσεις παρίσταται διά αντιπροσώπου της, επικουρούμενη από διερμηνέα, εάν αυτό απαιτείται, αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, η οποία και είναι υπεύθυνη για την εξακρίβωση της ταυτότητας του ενδιαφερόμενου προσώπου, καθώς και για την ορθή λειτουργία της σχετικής τεχνικής υποδομής.
5.Η αρχή έκδοσης και η αρχή εκτέλεσης συμφωνούν, κατά περίπτωση, σχετικά με τα μέτρα που απαιτούνται για την κάλυψη τυχόν ειδικών αναγκών του ενδιαφερόμενου προσώπου. Όταν περιέρχονται στη γνώση της αρχής εκτέλεσης ευάλωτα χαρακτηριστικά του ενδιαφερόμενου προσώπου που δεν έχουν επισημανθεί στην ΕΕΑΣ, αυτή ενημερώνει σχετικά την αρχή έκδοσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ώστε να μπορέσουν να συμφωνηθούν μέτρα για την κάλυψη τυχόν ειδικών αναγκών που συνδέονται με τα εν λόγω χαρακτηριστικά.
6.Κατόπιν αιτήματος του κράτους έκδοσης ή του ενδιαφερόμενου προσώπου, το κράτος εκτέλεσης μεριμνά ώστε το πρόσωπο να επικουρείται από διερμηνέα, κατά περίπτωση.
7.Όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι θύμα αξιόποινης πράξης, η αρχή εκτέλεσης διασφαλίζει ότι το εν λόγω θύμα λαμβάνει συναισθηματική στήριξη κατά τη διάρκεια της εξέτασης ή των εξετάσεων τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ σύμφωνα με τις ατομικές ανάγκες των θυμάτων.
8.Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ενημερώνεται πριν από την εξέταση ή τις εξετάσεις σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα που του παρέχει το δίκαιο του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης, αντιστοίχως, προφορικώς ή γραπτώς, σε απλή και προσιτή γλώσσα, λαμβανομένης υπόψη τυχόν ειδικής αδυναμίας του.
9.Με την επιφύλαξη τυχόν μέτρων που έχουν συμφωνηθεί για την προστασία προσώπων, η αρχή εκτέλεσης συντάσσει πρακτικά στο τέλος της εξέτασης ή των εξετάσεων και στα οποία αναφέρονται η ημερομηνία και ο τόπος της εξέτασης ή των εξετάσεων, η ταυτότητα του ενδιαφερόμενου προσώπου, η ταυτότητα και η ιδιότητα όλων κάθε άλλου προσώπου στο κράτος εκτέλεσης που συμμετείχε στην εξέταση ή τις εξετάσεις, τυχόν ορκωμοσία και οι τεχνικές συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκαν η εξέταση ή οι εξετάσεις. Το έγγραφο διαβιβάζεται από την αρχή εκτέλεσης στην αρχή έκδοσης.
Άρθρο 43
Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης
1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 2, η αναγνώριση ή η εκτέλεση μιας ΕΕΑΣ απορρίπτεται από την αρχή εκτέλεσης όταν:
α)η ΕΕΑΣ αφορά ύποπτο ή κατηγορούμενο και σχετίζεται με εξέταση ή εξετάσεις για αδίκημα που καλύπτεται από αμνηστία στο κράτος εκτέλεσης και όταν το εν λόγω κράτος είχε δικαιοδοσία για τη δίωξη του αδικήματος σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο·
β)η εκτέλεση της ΕΕΑΣ αντίκειται στην αρχή ne bis in idem·
γ)ο ύποπτος ή κατηγορούμενος τον οποίο αφορά η ΕΕΑΣ δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνος, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, για τις πράξεις τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ.
2.Με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 2, η αναγνώριση ή η εκτέλεση μιας ΕΕΑΣ μπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτέλεσης όταν:
α)υπάρχει ασυλία ή προνόμιο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης που εμποδίζει την εκτέλεση της ΕΕΑΣ ή υπάρχουν κανόνες περί ορισμού και περιορισμού της ποινικής ευθύνης σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα ενημέρωσης που εμποδίζουν την εκτέλεση της ΕΕΑΣ, όταν η ΕΕΑΣ αφορά ύποπτο ή κατηγορούμενο·
β)η ΕΕΑΣ αφορά ύποπτο ή κατηγορούμενο και σχετίζεται με εξέταση ή εξετάσεις σε σχέση με συμπεριφορά που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κράτους εκτέλεσης σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο, και η ποινική δίωξη ή τιμωρία του ενδιαφερόμενου προσώπου έχει παραγραφεί σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους·
γ)η ΕΕΑΣ αφορά ύποπτο ή κατηγορούμενο και σχετίζεται με εξέταση ή εξετάσεις σε σχέση με ποινικό αδίκημα που εικάζεται ότι διαπράχθηκε:
i) εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, και η εν λόγω συμπεριφορά δεν συνιστά αδίκημα στο κράτος εκτέλεσης· ή
ii) εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης δεν επιτρέπει τη δίωξη για τα ίδια αδικήματα όταν διαπράττονται εκτός του εδάφους του·
δ)σε εξαιρετικές περιπτώσεις, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί, βάσει συγκεκριμένων και αντικειμενικών αποδεικτικών στοιχείων, ότι η εκτέλεση της ΕΕΑΣ θα συνεπαγόταν, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, πρόδηλη παραβίαση σχετικού θεμελιώδους δικαιώματος, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΣΕΕ και στον Χάρτη, ιδίως του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ή του δικαιώματος υπεράσπισης·
ε)η ΕΕΑΣ αφορά ύποπτο ή κατηγορούμενο και σχετίζεται με εξέταση ή εξετάσεις σε σχέση με συμπεριφορά που δεν συνιστά αδίκημα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, εκτός εάν αφορά αδίκημα που περιλαμβάνεται στις κατηγορίες αδικημάτων που ορίζονται στο παράρτημα IX, όπως αναφέρεται από την αρχή έκδοσης στην ΕΕΑΣ, αν τιμωρείται στο κράτος έκδοσης με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών·
στ)κατ’ εξαίρεση, η αρχή εκτέλεσης θεωρεί ότι η εκτέλεση της ΕΕΑΣ στη συγκεκριμένη περίπτωση θα συνεπαγόταν σαφώς δυσανάλογη επιβάρυνση για το δικαστικό σύστημα του κράτους εκτέλεσης·
ζ)το έντυπο του παραρτήματος VIII είναι ελλιπές ή προδήλως εσφαλμένο και δεν έχει συμπληρωθεί μετά τη διαβούλευση που αναφέρεται στην παράγραφο 4.
3.Όταν η ΕΕΑΣ αφορά εξέταση ή εξετάσεις σε σχέση με αδίκημα στον φορολογικό, τελωνειακό ή τραπεζικό τομέα, η αναγνώριση ή η εκτέλεση δεν μπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτέλεσης για τον λόγο ότι το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης δεν επιβάλλει το ίδιο είδος φόρου ή δασμού ή δεν περιλαμβάνει το ίδιο είδος ρύθμισης με το δίκαιο του κράτους έκδοσης όσον αφορά φορολογικά, τελωνειακά ή τραπεζικά ζητήματα.
4.Στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) και εφόσον η εξουσία άρσης του προνομίου ή της ασυλίας ανήκει στην αρμοδιότητα μιας αρχής του κράτους μέλους εκτέλεσης, η αρχή εκτέλεσης ζητεί από την εν λόγω αρχή να ασκήσει την εν λόγω εξουσία. Εφόσον η εξουσία άρσης του προνομίου ή της ασυλίας ανήκει στην αρμοδιότητα αρχής άλλου κράτους μέλους ή διεθνούς οργανισμού, εναπόκειται στην αρχή έκδοσης να της ζητήσει να ασκήσει την εξουσία αυτή.
5.Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, προτού αποφασίσει να μην αναγνωρίσει ή να μην εκτελέσει, εν όλω ή εν μέρει, την ΕΕΑΣ, η αρχή εκτέλεσης διαβουλεύεται με την αρχή έκδοσης με κάθε πρόσφορο μέσο και, κατά περίπτωση, ζητεί από την αρχή έκδοσης να παράσχει τυχόν αναγκαίες πρόσθετες πληροφορίες χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 7 ημερών από την ημερομηνία λήψης του αιτήματος. Όταν η αρχή εκτέλεσης αποφασίζει ότι μια ΕΕΑΣ μπορεί να αναγνωριστεί μόνο εν μέρει, η αρχή έκδοσης μπορεί να αποφασίσει να ανακαλέσει την ΕΕΑΣ αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου προσώπου.
6.Όταν, αφού κλητευθεί δεόντως να συμμετάσχει εξ αποστάσεως στην οικεία εξέταση ή στις οικείες εξετάσεις, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίζεται στον χρόνο και στον τόπο που υποδεικνύει η αρχή εκτέλεσης, οι δικονομικές συνέπειες της εν λόγω μη εμφάνισης διέπονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης, όπως θα εφαρμόζονταν σε αμιγώς εγχώρια υπόθεση, σε περίπτωση μη εμφάνισης ενός προσώπου που έχει κλητευθεί σε εξέταση. Η αρχή έκδοσης ενημερώνει την αρχή εκτέλεσης, εφόσον απαιτείται, για τυχόν μέτρα ή ρυθμίσεις που απαιτούνται στις περιπτώσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του αναπρογραμματισμού της εξέτασης ή της ανάκλησης της ΕΕΑΣ.
Άρθρο 44
Προθεσμίες για την αναγνώριση και την εκτέλεση
1.Η έκδοση απόφασης για την αναγνώριση και την εκτέλεση, καθώς και η εκτέλεση της ΕΕΑΣ, πραγματοποιούνται εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5.
2.Εάν η αρχή έκδοσης έχει δηλώσει στην ΕΕΑΣ ότι λόγω δικονομικών προθεσμιών, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος ή λόγω άλλων ιδιαίτερα επειγουσών περιστάσεων, απαιτείται συντομότερη προθεσμία για την απόφαση σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση από αυτήν που ορίζει το παρόν άρθρο, ή εάν η αρχή έκδοσης έχει δηλώσει στην ΕΕΑΣ ότι η εξέταση ή οι εξετάσεις τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ πρέπει να πραγματοποιηθούν σε συγκεκριμένη ημερομηνία, η αρχή εκτέλεσης λαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερο υπόψη την εν λόγω απαίτηση για συντομότερη προθεσμία.
3.Η απόφαση για την αναγνώριση και την εκτέλεση ΕΕΑΣ εκδίδεται από την αρχή εκτέλεσης το συντομότερο δυνατόν και, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, το αργότερο 30 ημέρες μετά την παραλαβή της ΕΕΑΣ.
4.Η αρχή εκτέλεσης εκτελεί την ΕΕΑΣ σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις που συμφωνούνται μεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 42.
5.Όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι πρακτικά εφικτό για την αρχή εκτέλεσης να τηρήσει την προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 3 ή τη συγκεκριμένη προθεσμία ή ημερομηνία που ορίζεται από την αρχή έκδοσης σύμφωνα με την παράγραφο 2, η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμελλητί την αρχή έκδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησης και τον χρόνο που εκτιμά ότι θα χρειαστεί για την έκδοση της απόφασης. Σε αυτή την περίπτωση, η προθεσμία των 30 ημερών που ορίζεται στην παράγραφο 3 μπορεί να παραταθεί κατά 30 ημέρες κατ’ ανώτατο όριο.
Άρθρο 45
Αδυναμία εκτέλεσης ΕΕΑΣ
1.Η μη εκτέλεση ΕΕΑΣ μπορεί να δικαιολογηθεί όταν η κλήτευση στην εξέταση ή τις εξετάσεις τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ δεν μπορεί να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο διότι αυτό δεν μπορεί να εντοπιστεί από την αρχή εκτέλεσης στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, παρά τις εύλογες προσπάθειες που έχουν καταβληθεί.
2.Πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με την αδυναμία εκτέλεσης ΕΕΑΣ, η αρχή εκτέλεσης διαβουλεύεται με την αρχή έκδοσης.
Άρθρο 46
Υποχρέωση ενημέρωσης της αρχής έκδοσης
1.Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης που παραλαμβάνει την ΕΕΑΣ γνωστοποιεί την παραλαβή, χωρίς καθυστέρηση και εν πάση περιπτώσει εντός εβδομάδος από την παραλαβή της ΕΕΑΣ.
Στις περιπτώσεις που έχει οριστεί κεντρική αρχή, η υποχρέωση γνωστοποίησης της παραλαβής της ΕΕΑΣ ισχύει για την κεντρική αρχή και για την αρχή εκτέλεσης που παραλαμβάνει την ΕΕΑΣ από την κεντρική αρχή.
Στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 40 παράγραφος 4, η υποχρέωση γνωστοποίησης της παραλαβής της ΕΕΑΣ ισχύει για την αρμόδια αρχή που παρέλαβε αρχικά την ΕΕΑΣ και για την αρχή εκτέλεσης στην οποία διαβιβάστηκε τελικά η ΕΕΑΣ.
2.Η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει την αρχή έκδοσης πάραυτα με οποιοδήποτε μέσο:
α)εάν είναι αδύνατον για την αρχή εκτέλεσης να λάβει απόφαση για την αναγνώριση ή την εκτέλεση διότι το έντυπο του παραρτήματος VIII είναι ελλιπές ή προδήλως εσφαλμένο·
β)εάν η αρχή εκτέλεσης διαπιστώσει ότι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν μπορεί να τηρήσει τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που έχει ορίσει ρητώς η αρχή έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 41.
3.Η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμελλητί την αρχή έκδοσης:
α)για κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει του άρθρου 43 και τους λόγους της απόφασης αυτής.
β)όταν, κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2, η αρχή εκτέλεσης θεωρεί ότι είναι αδύνατη η εκτέλεση ΕΕΑΣ.
4.Η αρχή έκδοσης ενημερώνει το πρόσωπο το οποίο αφορά η ΕΕΑΣ για κάθε απόφαση που λαμβάνει η αρχή εκτέλεσης δυνάμει των άρθρων 43 ή 45.
Άρθρο 47
Προσωρινά μέτρα
1.Όταν έχει εκδοθεί ΕΕΑΣ για τη διευκόλυνση της συμμετοχής υπόπτου ή κατηγορουμένου από το κράτος εκτέλεσης σε ποινική διαδικασία και η διαδικασία κατέληξε στη διαπίστωση της ενοχής του και στην επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας, το κράτος έκδοσης ενημερώνει το κράτος εκτέλεσης για την πρόθεσή του να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, κατά περίπτωση.
2.Το κράτος εκτέλεσης μεριμνά ώστε οι αρμόδιες αρχές του, εφόσον ενημερωθούν σχετικά, να είναι σε θέση να λάβουν κατάλληλα προσωρινά μέτρα δυνάμει του εθνικού δικαίου και σύμφωνα με αυτό, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο παραμένει στο έδαφός του, μεταξύ άλλων με τη σύλληψη του προσώπου, εν αναμονή της παραλαβής και της απόφασης για την αναγνώριση και την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
Άρθρο 48
Διαβουλεύσεις μεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης
1.Κατά περίπτωση, η αρχή έκδοσης και η αρχή εκτέλεσης διαβουλεύονται μεταξύ τους χωρίς καθυστέρηση και για να διευκολύνουν την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος τίτλου.
2.Όταν η αρχή έκδοσης θεωρεί ότι αυτό θα διευκόλυνε την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος τίτλου, δύναται επίσης να διαβουλεύεται με την αρχή εκτέλεσης πριν από την έκδοση της ΕΕΑΣ, με κάθε πρόσφορο μέσο. Η αρχή εκτέλεσης απαντά στο αίτημα διαβούλευσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Άρθρο 49
Δικονομικά δικαιώματα και εγγυήσεις
1.Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τηρούνται ο δίκαιος χαρακτήρας των διαδικασιών τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ και τα δικαιώματα των προσώπων τα οποία αφορά η ΕΕΑΣ, όπως προβλέπονται στο δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως τα δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων, όπως ορίζονται στις οδηγίες 2010/64/ΕΕ, 2012/13/ΕΕ, 2013/48, (ΕΕ) 2016/343, (ΕΕ) 2016/800 και (ΕΕ) 2016/1919, και τα δικαιώματα των θυμάτων αξιόποινων πράξεων, όπως ορίζονται στην οδηγία 2012/29/ΕΕ, και στο αντίστοιχο δίκαιο του κράτους έκδοσης ή εκτέλεσης, εφόσον συμμορφώνεται με το δίκαιο της Ένωσης, όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 42.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά τα εν λόγω δικαιώματα εξ αποστάσεως από το κράτος μέλος εκτέλεσης και κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας, τόσο κατά τη διάρκεια της εξ αποστάσεως εξέτασης ή των εξ αποστάσεως εξετάσεων τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ όσο και πριν και μετά την εν λόγω εξέταση ή τις εν λόγω εξετάσεις, όταν η άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων συνδέεται με την οικεία εξέταση ή τις οικείες εξετάσεις.
2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προβλέπονται κατάλληλες δικονομικές ρυθμίσεις για ευάλωτους υπόπτους, κατηγορουμένους ή θύματα αξιόποινων πράξεων, οι οποίοι διαφορετικά δεν θα ήταν σε θέση να συμμετάσχουν αποτελεσματικά εξ αποστάσεως στην εξέταση ή τις εξετάσεις τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ, μεταξύ άλλων με την εφαρμογή ειδικών μέτρων προστασίας.
Όταν η ΕΕΑΣ αφορά παιδί, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δίνεται πάντα πρωταρχική σημασία στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού σε κάθε απόφαση που το αφορά και η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.
3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν ένα πρόσωπο έχει το δικαίωμα να παρίσταται στην εξέταση ή τις εξετάσεις τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ και, σύμφωνα με το άρθρο 37, ζητεί ή συναινεί να συμμετάσχει σε περισσότερες από μία εξ αποστάσεως εξετάσεις, έχει το δικαίωμα να επανέλθει στη δια ζώσης συμμετοχή για τους σκοπούς τυχόν μεταγενέστερης εξέτασης ή μεταγενέστερων εξετάσεων που καλύπτονται από την ΕΕΑΣ. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρχή έκδοσης ανακαλεί την ΕΕΑΣ.
Άρθρο 50
Ένδικα μέσα
1.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος ή το θύμα αξιόποινης πράξης που αφορά η ΕΕΑΣ μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά όλα τα ένδικα μέσα που είναι διαθέσιμα βάσει του δικαίου του κράτους έκδοσης στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας την οποία αφορά η ΕΕΑΣ.
2.Ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος ή το θύμα αξιόποινης πράξης που αφορά η ΕΕΑΣ έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής στο κράτος έκδοσης κατά της έκδοσης ΕΕΑΣ, εάν θίγονται τα δικαιώματά του. Ειδικότερα, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει το δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση που ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 2 για την έκδοση ΕΕΑΣ χωρίς τη συγκατάθεσή του.
3.Ο ύποπτος, ο κατηγορούμενος ή το θύμα αξιόποινης πράξης που αφορά η ΕΕΑΣ έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής στο κράτος εκτέλεσης κατά της αναγνώρισης και κατά της εκτέλεσης ΕΕΑΣ, εάν θίγονται τα δικαιώματά του από την αναγνώριση και την εκτέλεση της ΕΕΑΣ. Η άσκηση των εν λόγω ένδικων μέσων έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην αναγνώριση και εκτέλεση της ΕΕΑΣ.
4.Η αρχή εκτέλεσης παρακολουθεί τις τεχνικές και πρακτικές συνθήκες εκτέλεσης της ΕΕΑΣ και ενημερώνει αμέσως την αρχή έκδοσης για τυχόν τεχνικά ή πρακτικά ζητήματα που ενδέχεται να επηρεάσουν την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του ενδιαφερόμενου προσώπου ή τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας.
Όταν ανακύπτουν τέτοια ζητήματα κατά τη διάρκεια της εξέτασης ή των εξετάσεων τις οποίες αφορά η ΕΕΑΣ, η αρχή εκτέλεσης ή η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης που παρίσταται κατά την εξέταση ενημερώνει αμέσως την αρχή έκδοσης με κάθε πρόσφορο μέσο. Η εν λόγω εξέταση αναστέλλεται και η αρχή έκδοσης και η αρχή εκτέλεσης ή, κατά περίπτωση, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης που παρίσταται κατά την εξέταση συνεργάζονται για τη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων που αποσκοπούν στην επίλυση των εν λόγω ζητημάτων χωρίς καθυστέρηση και, εφόσον απαιτείται, αναπρογραμματίζουν και επαναλαμβάνουν τη σχετική εξέταση.
Όταν τα τεχνικά ζητήματα εξακολουθούν να υφίστανται και δεν μπορούν να επιλυθούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η αρχή έκδοσης μπορεί να αποφασίσει να ανακαλέσει την ΕΕΑΣ. Στις περιπτώσεις αυτές, η εξέταση ή οι εξετάσεις αναπρογραμματίζονται, ώστε να δοθεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο επαρκής χρόνος για να μεριμνήσει για τη φυσική παρουσία του στην εξέταση ή τις εξετάσεις στο κράτος έκδοσης.
5.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικου μέσου σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 δεν καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος προσφυγής.
6.Οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης ενημερώνουν η μία την άλλη σχετικά με τα ένδικα μέσα που ασκούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 και το αποτέλεσμα της άσκησής τους.
🡻 2023/2843/ΕΕ άρθρο 11 σημείο 1) (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
ΤΙΤΛΟΣ ΙV
⌦ ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ⌫
Άρθρο 515a
Μέσα επικοινωνίας
1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 109 παράγραφος 6, του άρθρου 1211 παράγραφος 4, του άρθρου 1312 παράγραφοι 5 και 6, και του άρθρου 16 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, ⇨ του άρθρου 22 παράγραφος 4, του άρθρου 30 παράγραφος 6, του άρθρου 43 παράγραφος 4, του άρθρου 44 παράγραφος 5, του άρθρου 46 παράγραφος 2, του άρθρου 48 παράγραφος 2 και του άρθρου 50 παράγραφος 3 ⇦, η επίσημη επικοινωνία δυνάμει της παρούσας οδηγίας μεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης ⇨ , μεταξύ της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους διερεύνησης και της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση, μεταξύ της αιτούσας αρχής και της αρχής προς την οποία απευθύνεται η αίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 35, και μεταξύ των εν λόγω εθνικών αρμόδιων αρχών και της Eurojust ή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ⇦ πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2844 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
⇩ νέο
2.Η επικοινωνία σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 6, το άρθρο 12 παράγραφος 4, το άρθρο 13 παράγραφοι 5 και 6, το άρθρο 16 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, το άρθρο 22 παράγραφος 4, το άρθρο 30 παράγραφος 6 στοιχείο α), το άρθρο 43 παράγραφος 4, το άρθρο 44 παράγραφος 5, το άρθρο 46 παράγραφος 2, το άρθρο 48 παράγραφος 2 και το άρθρο 50 παράγραφος 3 μπορεί να πραγματοποιηθεί με το ταχύτερο και καταλληλότερο μέσο διαβίβασης, μεταξύ άλλων μέσω του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ.
🡻 2014/41/ΕΕ
⇨ νέο
3.2.Στις περιπτώσεις που ένα κράτος μέλος έχει ορίσει κεντρική αρχή ή κεντρικές αρχές, ηοι παράγραφοςι 1⇨ και 2 ⇦ εφαρμόζονται και στην επίσημη επικοινωνία με την κεντρική αρχή ή τις κεντρικές αρχές άλλου κράτους μέλους.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 52 7
⌦ Ορισμός κεντρικών αρχών ⌫
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 στοιχείο δ), κKάθε κράτος μέλος δύναται να ορίσει μια κεντρική αρχή ή, εάν προβλέπεται από το νομικό του σύστημα, περισσότερες από μία κεντρικές αρχές που θα επικουρούν τις αρμόδιες αρχές ⌦ δυνάμει της παρούσας οδηγίας ⌫. Ένα κράτος μέλος δύναται, εάν ⌦ όταν ⌫ αυτό επιτάσσει η οργάνωση του εσωτερικού του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, να αναθέσει στην ή στις κεντρικές αρχές του τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή ⌦ των κάτωθι ⌫ :
α)της ΕΕΕ,
⇩ νέο
β)των κοινοποιήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 6 στοιχείο α) και στα άρθρα 33 και 34,
γ)των αιτήσεων συγκατάθεσης για χρήση πληροφοριών που είχαν ανταλλαγεί προηγουμένως ως αποδεικτικών στοιχείων,
δ)της ΕΕΑΣ,
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
ε)
καθώς και κάθε επίσημης αλληλογραφίας σχετικής ⌦ με τα στοιχεία α) έως δ) ⌫.
⇩ νέο
Άρθρο 53
Συνεργασία με την Eurojust και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο
Οι αρμόδιες αρχές δυνάμει της παρούσας οδηγίας μπορούν, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας δυνάμει της παρούσας οδηγίας, να ζητήσουν τη συνδρομή της Eurojust ή του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
Άρθρο 5421
Έξοδα
1.Εάν στην οδηγία δεν προβλέπεται άλλως, όλα τα έξοδα που προκύπτουν στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης και σχετίζονται με την εκτέλεση ΕΕΕ ή ⇨ ΕΕΑΣ ⇦ βαρύνουν το κράτος εκτέλεσης.
2.Όταν η αρχή εκτέλεσης θεωρεί ότι τα έξοδα για την εκτέλεση της ΕΕΕ ⇨ ή μιας ΕΕΑΣ ⇦ μπορεί να θεωρηθούν εξαιρετικά υψηλά, μπορεί να προχωρήσει σε διαβούλευση με την αρχή έκδοσης σχετικά με το αν και πώς μπορούν να κατανεμηθούν τα έξοδα ή να τροποποιηθεί η ΕΕΕ ⇨ ή η ΕΕΑΣ ⇦.
Η αρχή εκτέλεσης ενημερώνει την αρχή έκδοσης σχετικά με τις λεπτομέρειες του μέρους των εξόδων που θεωρείται εξαιρετικά υψηλό.
3.Σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν δεν επιτυγχάνεται συμφωνία για τα έξοδα της παραγράφου 2 η αρχή έκδοσης μπορεί να αποφασίσει:
α)να αποσύρει εν όλω ή εν μέρει την ΕΕΕ ⇨ ή την ΕΕΑΣ ⇦· ή
β)να διατηρήσει την ΕΕΕ ⇨ ή την ΕΕΑΣ ⇦ και να επιβαρυνθεί με το μέρος των εξόδων που θεωρείται εξαιρετικά υψηλό.
⇩ νέο
Άρθρο 55
Στατιστικά στοιχεία
1.Τα κράτη μέλη συλλέγουν ολοκληρωμένα στατιστικά στοιχεία που επιτρέπουν στην Επιτροπή να παρακολουθεί την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών τηρούν τα εν λόγω στατιστικά στοιχεία και τα διαβιβάζουν στην Επιτροπή σε ετήσια βάση. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι αναγκαία για την παραγωγή των εν λόγω στατιστικών στοιχείων. Τα στατιστικά στοιχεία που διαβιβάζονται στην Επιτροπή περιορίζονται σε συγκεντρωτικά δεδομένα και δεν περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
2.Τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν όλα τα παρακάτω:
α)τον αριθμό των ΕΕΕ και των κοινοποιήσεων δυνάμει του άρθρου 30 παράγραφος 6 στοιχείο α) που διαβιβάστηκαν από το κράτος έκδοσης·
β)τον αριθμό των ΕΕΕ που εκτελέστηκαν από το κράτος εκτέλεσης·
γ)τον αριθμό των ΕΕΕ που δεν αναγνωρίστηκαν ούτε εκτελέστηκαν, εν όλω ή εν μέρει, συμπεριλαμβανομένων των λόγων μη αναγνώρισης / μη εκτέλεσης, καθώς και των περιπτώσεων στις οποίες δεν είναι δυνατή η παροχή συνδρομής σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5 και των περιπτώσεων επιστροφής της ΕΕΕ από το κράτος εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3·
δ)τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες ασκήθηκαν ένδικα μέσα κατά της έκδοσης ή της εκτέλεσης της ΕΕΕ και τον αριθμό των αποφάσεων που προσβλήθηκαν επιτυχώς·
ε)το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για τη διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων ή το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με την απόφαση μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης ΕΕΕ·
στ)τον αριθμό των κοινοποιήσεων δυνάμει των άρθρων 33 και 34 που διαβιβάστηκαν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διερεύνησης και τον αριθμό των ενστάσεων που διαβιβάστηκαν από το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση, ως απάντηση στις εν λόγω κοινοποιήσεις·
ζ)τον αριθμό των ΕΕΑΣ που διαβιβάστηκαν από το κράτος έκδοσης, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το στάδιο της διαδικασίας με το οποίο σχετίζονταν και κατά πόσον αφορούσαν ύποπτο, κατηγορούμενο ή θύμα αξιόποινης πράξης·
η)τον αριθμό των ΕΕΑΣ που αναγνωρίστηκαν και εκτελέστηκαν·
θ)τον αριθμό των ΕΕΑΣ των οποίων η αναγνώριση ή η εκτέλεση απορρίφθηκε, εν όλω ή εν μέρει, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τον λόγο μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης στον οποίο βασίστηκε, το στάδιο της διαδικασίας με το οποίο σχετίζονταν η ΕΕΑΣ και αν αφορούσε ύποπτο, κατηγορούμενο ή θύμα αξιόποινης πράξης·
ι)τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες ασκήθηκαν ένδικα μέσα κατά της έκδοσης ή της εκτέλεσης της ΕΕΑΣ, με τη διευκρίνιση αν κάθε υπόθεση κινήθηκε από ύποπτο, κατηγορούμενο ή θύμα, και τον αριθμό των αποφάσεων που προσβλήθηκαν επιτυχώς.
3.Το λογισμικό εφαρμογής αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2844 και, όταν υπάρχει σχετικός εξοπλισμός, τα εθνικά συστήματα υποστηρικτικών λειτουργιών που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού συλλέγουν με προγραμματισμένο τρόπο τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και τα διαβιβάζουν στην Επιτροπή σε ετήσια βάση.
4.Τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου συλλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 3. Τα εν λόγω στατιστικά στοιχεία διαβιβάζονται για πρώτη φορά ένα έτος μετά την εν λόγω ημερομηνία.
5.Έως την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, το παρόν άρθρο δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 16 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2844 όσον αφορά τις ακόλουθες στατιστικές, στον βαθμό που αντιστοιχούν στις πληροφορίες που αναφέρονται στα εν λόγω στοιχεία:
α)τον αριθμό της ΕΕΕ που διαβιβάστηκε από το κράτος έκδοσης μέσω του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου·
β)το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για τη διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων ή το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με την απόφαση μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης ΕΕΕ που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου·
γ)τον αριθμό των κοινοποιήσεων δυνάμει του άρθρου 33 που διαβιβάστηκαν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διερεύνησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο στ) του παρόντος άρθρου.
6.Από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, η συλλογή και η διαβίβαση των στατιστικών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α), ε) και στ) του παρόντος άρθρου συνιστούν ισοδύναμη διαδικασία κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2844 για τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ) του εν λόγω κανονισμού.
Άρθρο 56
Τροποποιήσεις των τυποποιημένων εντύπων
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57 για να τροποποιεί τα παραρτήματα I έως IX επικαιροποιώντας ή εισάγοντας τεχνικές αλλαγές στα τυποποιημένα έντυπα που περιέχονται στα εν λόγω παραρτήματα.
Άρθρο 57
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2.Η προβλεπόμενη στο άρθρο 56 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από την/τις [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].
3.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 56 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
4.Πριν εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
5.Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
6.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 56 τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
ΤΙΤΛΟΣ V
⌦ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ⌫ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 5833
Κοινοποιήσεις
1.Έως ⇨ [2 έτη μετά την έναρξη ισχύος] ⇦ τις 22 Μαΐου 2017 κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή τα ακόλουθα:
α)την αρχή ή τις αρχές που, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, είναι αρμόδιες βάσει του ⌦ σύμφωνα με το ⌫ άρθρο 2 ⇨ παράγραφος 1 ⇦στοιχεία γ) και δ), όταν το εν λόγω κράτος μέλος είναι το κράτος έκδοσης ή το κράτος εκτέλεσης,⇨ κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων ⇦ ,·
⇩ νέο
β)την αρχή ή τις αρχές που, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, είναι αρμόδιες σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34, όταν το εν λόγω κράτος μέλος είναι το κράτος μέλος διερεύνησης ή το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση·
γ)την αρχή ή τις αρχές που ορίζονται δυνάμει του άρθρου 30 παράγραφος 6 στοιχείο α) για τη διαβίβαση και την παραλαβή επειγουσών κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο αυτό, όταν το εν λόγω κράτος μέλος είναι το κράτος έκδοσης ή το κράτος εκτέλεσης·
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
δβ)
τις γλώσσες που είναι αποδεκτές για την ΕΕΕ, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 65 παράγραφος 2 ⇨ και το άρθρο 38 παράγραφος 3 ⇦ ,
εγ)
τις πληροφορίες σχετικά με την ή τις κεντρικές αρχές που ορίζει το κράτος μέλος εάν ⌦ όταν ⌫επιθυμεί να κάνει χρήση της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 7 παράγραφος 352, ⌦ το οποίο διευκρινίζει τις αρμοδιότητές τους ⌫ . Οι ⌦ εν λόγω ⌫ πληροφορίες αυτές είναι δεσμευτικές για τις αρχές του κράτους έκδοσης.
2.Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να δώσουν στην Επιτροπή τον κατάλογο των εγγράφων που απαιτεί δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 4.
3.Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε τροποποίηση των πληροφοριών των παραγράφων 1 και 2.
4.Η Επιτροπή κοινοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου σε όλα τα κράτη μέλη και στο Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (ΕΔΔ). Το ⌦ Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο ⌫ ΕΔΔ κοινοποιεί τις πληροφορίες στον ιστότοπο που προβλέπεται στο άρθρο 9 της απόφασης 2008/976/ΔΕΥ του Συμβουλίου
(18)
.
⇩ νέο
5.Οι κοινοποιήσεις που διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου 33 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2014/41/ΕΕ εξακολουθούν να ισχύουν για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εκτός εάν αντικατασταθούν ή επικαιροποιηθούν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
Άρθρο 5934
Σχέσεις με άλλες νομικές πράξεις, συμφωνίες και ρυθμίσεις
1.Χωρίς να θίγεται η εφαρμογή τους μεταξύ των κρατών μελών και τρίτων κρατών και η προσωρινή τους εφαρμογή δυνάμει του άρθρου ⇨ 60 ⇦ 35, η παρούσα οδηγία αντικαθιστά, από τις 22 Μαΐου 2017, τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία ⌦ και αντιστοιχούν στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας (στο εξής: αντίστοιχες διατάξεις) ⌫:
α)ευρωπαϊκή σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 20ής Απριλίου 1959 περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων και τα δύο ⌦ τρία ⌫πρόσθετα πρωτόκολλα της καθώς και διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί δυνάμει του άρθρου 26 της εν λόγω σύμβασης·
β)σύμβαση για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν·
γ)σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το πρωτόκολλό της.·
⇩ νέο
δ)σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 23ης Νοεμβρίου 2001, για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο και τα πρόσθετα πρωτόκολλά της·
ε)σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, της 24ης Δεκεμβρίου 2024·
στ)σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος·
ζ)σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς·
η)Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.
2.Οι αντίστοιχες διατάξεις των συμβάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) αντικαθίστανται από τις 22 Μαΐου 2017. Οι αντίστοιχες διατάξεις των συμβάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία δ), ε), στ), ζ) και η) αντικαθίστανται από την/τις [δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος].
3.Όταν ένα πρόσθετο πρωτόκολλο σύμβασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) εγκριθεί μετά τις 22 Μαΐου 2017, οι αντίστοιχες διατάξεις του εν λόγω πρωτοκόλλου αντικαθίστανται από τις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας οδηγίας από την/τις [δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος].
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
2.
Η απόφαση-πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ αντικαθίσταται από την παρούσα οδηγία για όλα τα κράτη μέλη που δεσμεύει η παρούσα οδηγία. Οι διατάξεις της απόφασης-πλαισίου 2003/577/ΔΕΥ αντικαθίστανται από την παρούσα οδηγία για όλα τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από αυτήν όσον αφορά τη δέσμευση αποδεικτικών στοιχείων.
Για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, οι παραπομπές στην απόφαση-πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ και, όσον αφορά την δέσμευση αποδεικτικών στοιχείων, στην απόφαση-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ, ερμηνεύονται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία.
4.3.
Εκτός από την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν ή να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή ρυθμίσεις με άλλα κράτη μέλη μετά την/τις ⇨ [δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος] ⇦ τις 22 Μαΐου 2017 μόνο στο μέτρο που αυτές καθιστούν δυνατή την περαιτέρω ενίσχυση των στόχων της παρούσας οδηγίας και συμβάλλουν στην απλούστευση ή στην περαιτέρω διευκόλυνση των διαδικασιών συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων ⇨ ή στην περαιτέρω διευκόλυνση της εξ αποστάσεως συμμετοχής υπόπτων, κατηγορουμένων ή θυμάτων αξιόποινων πράξεων σε εξετάσεις ενώπιον ποινικού δικαστηρίου από άλλο κράτος μέλος ⇦ και εφόσον τηρούν το επίπεδο των διασφαλίσεων που προβλέπεται με την παρούσα οδηγία.
54.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, έως την/τις ⇨ [δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος] ⇦ τις 22 Μαΐου 2017 τις ισχύουσες συμφωνίες και ρυθμίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 που επιθυμούν να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν επίσης στην Επιτροπή εντός τριών μηνών την υπογραφή οποιασδήποτε νέας συμφωνίας ή ρύθμισης που αναφέρεται στην παράγραφο 34.
⇩ νέο
6.
Οι κοινοποιήσεις που διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου 34 παράγραφος 4 της οδηγίας 2014/41/ΕΕ εξακολουθούν να ισχύουν για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εκτός εάν αντικατασταθούν ή επικαιροποιηθούν σύμφωνα με την παράγραφο 5.
7.
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της σύμβασης για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν, στον βαθμό που η εν λόγω σύμβαση διέπει τη διασυνοριακή παρακολούθηση η οποία διεξάγεται για σκοπούς επιχειρησιακής αστυνομικής συνεργασίας.
Άρθρο 60
Μεταβατικές ρυθμίσεις
1.Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 οι οποίες κινούνται μετά την/τις [δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος].
2.Ωστόσο, το άρθρο 51, όσον αφορά τις επικοινωνίες σχετικά με τις διαδικασίες που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 21, του άρθρου 30 παράγραφος 6 και των άρθρων 34 και 35, καθώς και δυνάμει του τίτλου III, εφαρμόζεται στις διαδικασίες που κινούνται από την ημερομηνία που ορίζει η Επιτροπή.
3.Η Επιτροπή ορίζει την ημερομηνία η οποία αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο σε απόφαση μετά την έκδοση εκτελεστικής πράξης δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2844, που διασφαλίζει ότι το αποκεντρωμένο σύστημα ΤΠ καθιστά δυνατή την εφαρμογή των διαδικασιών που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία. Η ημερομηνία αυτή είναι η πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της περιόδου των δύο ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εν λόγω εκτελεστικής πράξης.
4.Οι ΕΕΕ και οι κοινοποιήσεις του κράτους μέλους, στο οποίο βρίσκεται ο παρακολουθούμενος και από το οποίο δεν απαιτείται παροχή τεχνικής βοήθειας, οι οποίες παραλήφθηκαν πριν από την/τις [δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος] εξακολουθούν να διέπονται από την οδηγία 2014/41/ΕΕ.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
⇨ νέο
Άρθρο 35
Μεταβατικές ρυθμίσεις
1.
Οι αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής που παραλαμβάνονται πριν από τις 22 Μαΐου 2017 συνεχίζουν να διέπονται από υφιστάμενες πράξεις περί αμοιβαίας συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις. Οι αποφάσεις για τη δέσμευση αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει της απόφασης-πλαισίου 2003/577/ΔΕΥ που παραλαμβάνονται πριν από τις 22 Μαΐου 2017 διέπονται επίσης από την απόφαση-πλαίσιο.
2.
Το άρθρο 8 παράγραφος 1 ισχύει τηρουμένων των αναλογιών έναντι της ΕΕΕ ύστερα από απόφαση δέσμευσης που λαμβάνεται δυνάμει της απόφασης-πλαισίου 2003/577/ΔΕΥ.
Άρθρο 6136
Μεταφορά στην εθνική νομοθεσία
1.Τα κράτη μέλη ⌦ θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ⌫ λαμβάνουν τα που απαιτούνται αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία έως τις 22 Μαΐου 2017⇨ τα άρθρα 1 και 2, το άρθρο 3 παράγραφος 1, το άρθρο 4, το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και ζ), το άρθρο 6 παράγραφος 4, το άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 9 παράγραφος 3, το άρθρο 10 παράγραφος 3, το άρθρο 13, το άρθρο 14 παράγραφος 5, το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 5, το άρθρο 21, το άρθρο 24 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 24 παράγραφος 5 στοιχείο α), το άρθρο 28 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ), το άρθρο 28 παράγραφος 2, το άρθρο 30, το άρθρο 31 παράγραφος 7, τα άρθρα 33 έως 50, τα άρθρα 51 έως 55, τα άρθρα 58 έως 60 και τα παραρτήματα I έως IX έως την/τις [2 έτη μετά την έναρξη ισχύος] ⇦ . ⌦ Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων. ⌫
⇨ Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από την/τις [2 έτη μετά την έναρξη ισχύος]. ⇦
2.Όταν τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ανωτέρω μέτρα, αυτά ⌦ θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις ⌫ , αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. ⌦ Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι παραπομπές στην οδηγία που καταργείται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της παραπομπής και η διατύπωση αυτής της δήλωσης καθορίζονται από τα κράτη μέλη. ⌫ Ο τρόπος της παραπομπής αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
3.
Έως τις 22 Μαΐου 2017, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων με τις οποίες μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η παρούσα οδηγία.
⇩ νέο
3.Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 37
Έκθεση περί εφαρμογής
Το αργότερο πέντε έτη από τις 21 Μαΐου 2014, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση περί εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, βάσει ποιοτικών και ποσοτικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων συγκεκριμένα της αξιολόγησης των επιπτώσεών της στη συνεργασία επί ποινικών υποθέσεων και στην προστασία των προσώπων, καθώς και της εφαρμογής των διατάξεων περί παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών υπό το πρίσμα των τεχνικών εξελίξεων. Εάν απαιτείται, η έκθεση αυτή συνοδεύεται από προτάσεις τροποποίησης της παρούσας οδηγίας.
⇩ νέο
Άρθρο 62
Έκθεση περί εφαρμογής
Το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 60 παράγραφος 3, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συνοδευόμενη από τις πληροφορίες που παρέχονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 55 και συλλέγονται από την Επιτροπή.
Άρθρο 63
Κατάργηση
Η οδηγία 2014/41/ΕΕ καταργείται από την/τις [δύο έτη μείον μία ημέρα μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά την προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας που παρατίθεται στο παράρτημα X μέρος Β.
Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος XI.
🡻 2014/41/ΕΕ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 6438
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα ⌦ από ⌫ μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
🡻 2014/41/ΕΕ
Άρθρο 6539
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.