This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52013PC0641
Proposal for a REGULATION OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL on indices used as benchmarks in financial instruments and financial contracts
Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις
Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις
/* COM/2013/0641 final - 2013/0314 (COD) */
Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις /* COM/2013/0641 final - 2013/0314 (COD) */
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ 1.1 Γενικό πλαίσιο, αιτιολόγηση
και στόχοι της πρότασης Ο δείκτης αποτελεί μέσο μέτρησης, κατά κανόνα
τιμής ή ποσότητας, η οποία καθορίζεται κατά καιρούς από αντιπροσωπευτικό σύνολο
βασικών δεδομένων. Στην περίπτωση που ένας δείκτης χρησιμοποιείται ως τιμή
αναφοράς για χρηματοοικονομικό μέσο ή σύμβαση, καθίσταται δείκτης αναφοράς.
Πληθώρα δεικτών αναφοράς παράγονται με τη χρήση διαφορετικών μεθοδολογιών από
διάφορους παρόχους, που κυμαίνονται από δημόσιους φορείς έως ανεξάρτητους
παρόχους ειδικών δεικτών αναφοράς. Οι διακανονισμοί στους οποίους κατέληξαν
αρκετές αρμόδιες αρχές με ορισμένες τράπεζες σχετικά με την παραποίηση των
δεικτών αναφοράς για τα επιτόκια LIBOR και EURIBOR υπογραμμίζουν τη σημασία των
δεικτών αναφοράς, καθώς επίσης και τις αδυναμίες τους. Επίσης, οι αρμόδιες
αρχές ερευνούν καταγγελίες απόπειρας παραποίησης των εκτιμήσεων των τιμών των
βασικών προϊόντων που παρέχουν τα γραφεία παρακολούθησης των τιμών των βασικών
προϊόντων (PRAs) και η Διεθνής Οργάνωση των Επιτροπών Χρηματιστηριακών Αξιών
(IOSCO) προέβη σε επανεξέταση των εκτιμήσεων της τιμής του πετρελαίου από τα
PRAs. Η ακεραιότητα των δεικτών αναφοράς είναι θεμελιώδους σημασίας για την
τιμολόγηση πολλών χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως οι συμφωνίες ανταλλαγής
επιτοκίων και οι εμπορικές και μη συμβάσεις, όπως τα ενυπόθηκα δάνεια. Η
παραποίηση ενός δείκτη αναφοράς πρόκειται να προκαλέσει σημαντική ζημία σε
ορισμένους επενδυτές που κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα, η αξία των οποίων
καθορίζεται με βάση τον δείκτη αναφοράς. Η διάδοση παραπλανητικών ενδείξεων
σχετικά με την κατάσταση μιας υποκείμενης αγοράς ενδέχεται να προκαλέσει
στρεβλώσεις στην πραγματική οικονομία. Γενικότερα, οι ανησυχίες σχετικά με τον
κίνδυνο παραποίησης των δεικτών αναφοράς υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στην
αγορά. Οι δείκτες αναφοράς είναι ευάλωτοι στην παραποίηση σε περίπτωση που
υφίστανται συγκρούσεις συμφερόντων και άσκηση διακριτικής ευχέρειας στη
διαδικασία των δεικτών αναφοράς και στην περίπτωση που οι δείκτες αυτοί δεν υπόκεινται
στην κατάλληλη διαχείριση και τους κατάλληλους ελέγχους. Το πρώτο τμήμα της αντίδρασης της Επιτροπής
στην εικαζόμενη παραποίηση του LIBOR και του EURIBOR αφορούσε την τροποποίηση
των υφιστάμενων προτάσεων για τον κανονισμό για την κατάχρηση της αγοράς (MAR)
και την οδηγία για την επιβολή ποινικών κυρώσεων για τα αδικήματα κατάχρησης
της αγοράς (CSMAD), ώστε να διευκρινιστεί ότι οποιαδήποτε παραποίηση των
δεικτών αναφοράς θεωρείται σαφώς και αδιαμφισβήτητα παράνομη και υπόκειται σε
διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις. Ωστόσο, η τροποποίηση του καθεστώτος επιβολής
κυρώσεων και μόνον δεν πρόκειται να βελτιώσει τον τρόπο με τον οποίο παράγονται
και χρησιμοποιούνται οι δείκτες αναφοράς. Η επιβολή κυρώσεων δεν αντιμετωπίζει
τους κινδύνους που προκύπτουν από την ανεπαρκή διακυβέρνηση της διαδικασίας
παραγωγής δεικτών αναφοράς, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις συμφερόντων
και τη χρήση διακριτικής ευχέρειας. Δεύτερον, για την προστασία των επενδυτών
και των καταναλωτών, είναι απαραίτητο οι δείκτες αναφοράς να είναι άρτιοι,
αξιόπιστοι και να εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται. Ενόψει των
ανωτέρω, η παρούσα πρόταση κανονισμού έχει τέσσερις βασικούς στόχους για τη
βελτίωση του πλαισίου με βάση το οποίο παρέχονται, ενισχύονται και
χρησιμοποιούνται οι δείκτες αναφοράς: –
βελτίωση της διακυβέρνησης και των ελέγχων κατά τη
διάρκεια της διαδικασίας των δεικτών αναφοράς και ειδικότερα, διασφάλιση της
αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ των διαχειριστών ή τουλάχιστον της
κατάλληλης διαχείρισής τους· –
βελτίωση της ποιότητας των εισερχόμενων δεδομένων
και των μεθοδολογιών που χρησιμοποιούν οι διαχειριστές των δεικτών αναφοράς και
ειδικότερα, διασφάλιση της χρήσης επαρκών και ακριβών δεδομένων κατά τον
καθορισμό τους· –
διασφάλιση της διενέργειας επαρκών ελέγχων στους
συνεισφέροντες στους δείκτες της αναφοράς, ιδιαίτερα για την αποφυγή
συγκρούσεων συμφερόντων, και της διενέργειας κατάλληλων ελέγχων στις
συνεισφορές τους στους εν λόγω δείκτες. Όπου είναι απαραίτητο, η σχετική
αρμόδια αρχή θα πρέπει να έχει την εξουσία να δίνει εντολή στους συνεισφέροντες
προκειμένου να εξακολουθήσουν να συνεισφέρουν στους δείκτες αναφοράς· και –
εξασφάλιση επαρκούς προστασίας για τους καταναλωτές
και τους επενδυτές που χρησιμοποιούν τους δείκτες αναφοράς μέσω της ενίσχυσης
της διαφάνειας, της διασφάλισης κατάλληλων δικαιωμάτων αποκατάστασης και της
διασφάλισης της αξιολόγησης της καταλληλότητας, στις περιπτώσεις όπου αυτό
είναι απαραίτητο. 1.2. Ισχύουσες διατάξεις στον
τομέα της πρότασης Επί του παρόντος το ενωσιακό δίκαιο καλύπτει ορισμένες
πτυχές της χρήσης των δεικτών αναφοράς: –
Η πρόταση κανονισμού για την κατάχρηση της αγοράς
(MAR)[1]
στο άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο δ) και το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο δ)
και η πρόταση οδηγίας για την επιβολή ποινικών κυρώσεων για τα αδικήματα
κατάχρησης της αγοράς (CSMAD)[2]
(τον Ιούνιο 2013 επετεύχθη πολιτική συμφωνία για την πρόταση MAR από το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο) διευκρινίζουν ότι οποιαδήποτε
παραποίηση των δεικτών αναφοράς θεωρείται σαφώς και αδιαμφισβήτητα παράνομη και
υπόκειται σε διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις. –
Ο κανονισμός για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια
στην ενεργειακή αγορά (REMIT)[3]
προβλέπει ότι η παραποίηση των δεικτών αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τα
ενεργειακά προϊόντα χονδρικής πώλησης είναι παράνομη. –
Σύμφωνα με την οδηγία για τις αγορές
χρηματοπιστωτικών μέσων[4]
κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο που εισάγεται προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη
αγορά πρέπει να επιδέχεται δίκαιης, ομαλής και αποτελεσματικής διαπραγμάτευσης.
Ο εκτελεστικός κανονισμός[5]
της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει περαιτέρω ότι η τιμή ή άλλο µέτρο της αξίας
του υποκείµενου µέσου πρέπει να είναι αξιόπιστη και διαθέσιµη στο κοινό. –
Στο άρθρο 30 της πρότασης κανονισμού της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής για τις αγορές χρηµατοπιστωτικών µέσων (MiFIR)[6] (το οποίο επί του παρόντος
βρίσκεται σε στάδιο διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου) περιλαμβάνεται διάταξη που καθιστά υποχρεωτική την μη αποκλειστική
αδειοδότηση της χρήσης των κριτηρίων αναφοράς για σκοπούς εκκαθάρισης και διαπραγμάτευσης.
–
Η οδηγία για το ενημερωτικό δελτίο και ο
εκτελεστικός κανονισμός της[7]
προβλέπουν ότι όταν το ενημερωτικό δελτίο περιλαμβάνει αναφορά σε δείκτη, ο
εκδότης θα πρέπει να προσδιορίσει το είδος του υποκείμενου περιουσιακού
στοιχείου και τις λεπτομέρειες σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες μπορούν
να παρασχεθούν σχετικές πληροφορίες, αναφορά της πηγής στην οποία μπορούν να
ληφθούν πληροφορίες για τις παρελθούσες και μελλοντικές επιδόσεις του
υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου καθώς και για τη μεταβλητότητά του και την
ονομασία του δείκτη. Εάν ο εν λόγω δείκτης έχει καταρτιστεί από τον εκδότη, ο
εκδότης πρέπει επίσης να συμπεριλάβει και περιγραφή του δείκτη αυτού. Εάν ο
δείκτης δεν έχει καταρτιστεί από τον εκδότη, ο εκδότης οφείλει να προσδιορίσει τα
σημεία στα οποία μπορούν να αναζητηθούν πληροφορίες για τον δείκτη και στην
περίπτωση που το υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο είναι επιτόκιο, ο εκδότης
πρέπει να παρέχει περιγραφή του επιτοκίου. –
Η οδηγία για τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων
σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)[8]
προβλέπει ότι τα κεφάλαια των ΟΣΕΚΑ μπορούν να διαθέτουν στο χαρτοφυλάκιό τους
ένα μέγιστο ποσοστό μέσων που έχουν εκδοθεί από τον ίδιο οργανισμό. Τα κράτη
μέλη δύνανται να αυξήσουν τα όρια που ισχύουν για το μερίδιο του συνολικού του
χαρτοφυλακίου που μπορεί να κατέχει ένας ΟΣΕΚΑ σε 20% κατ’ ανώτατο όριο για
επενδύσεις σε μετοχές ή ομολογίες που έχουν εκδοθεί από τον ίδιο οργανισμό,
εφόσον πρόκειται για δείκτη τον οποίο επιθυμεί να αναπαραγάγει ο ΟΣΕΚΑ, με την
προϋπόθεση ότι η σύνθεση του εν λόγω δείκτη είναι επαρκώς διαφοροποιημένη, ότι
ο δείκτης αποτελεί κατάλληλο δείκτη αναφοράς της οικείας αγοράς και ότι
δημοσιεύεται καταλλήλως. 2. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ
ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ 2.1. Διαβουλεύσεις Στις 3 Σεπτεμβρίου 2012 ξεκίνησε δημόσια
διαβούλευση, η οποία διήρκεσε τρεις μήνες και ολοκληρώθηκε στις 29 Νοεμβρίου.
Υποβλήθηκαν 84 εισηγήσεις από συνεισφέροντες στους δείκτες, παρόχους και
χρήστες δεικτών αναφοράς, μεταξύ άλλων από χρηματιστήρια, τράπεζες, επενδυτές,
ομάδες καταναλωτών, εμπορικούς και δημόσιους φορείς. Οι ενδιαφερόμενοι
παραδέχθηκαν τις αδυναμίες που διαπιστώνονται στην κατάρτιση και τη χρήση
δεικτών αναφοράς και εξέφρασαν την ευρεία στήριξή τους ως προς την ανάληψη
δράσης σε ενωσιακό επίπεδο. Επίσης, επεσήμαναν την ανάγκη διεθνούς συντονισμού
και προσεκτικής προσαρμογής του πεδίου εφαρμογής οποιασδήποτε πρωτοβουλίας. Η ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΤ διερεύνησαν από κοινού τις
ελλείψεις που παρατηρούνται στην παροχή του EURIBOR από την Ομοσπονδία Ευρωπαϊκών
Τραπεζών και στις 11 Ιανουαρίου 2013 ξεκίνησαν διαβούλευση με θέμα «Αρχές για τις
διαδικασίες καθορισμού των δεικτών αναφοράς στην ΕΕ»[9]. Με βάση τα στοιχεία που
συγκέντρωσαν, με επιστολή που απέστειλαν στις 7 Μαρτίου 2013, η ΕΑΤ, η ΕΑΚΑΑ
και η ΕΑΑΕΣ παρείχαν συμβουλές σχετικά με το περιεχόμενο της παρούσας
νομοθετικής πρότασης. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής συμμετείχαν σε δημόσια ακρόαση
της ΕΑΚΑΑ και της ΕΑΤ που διεξήχθη στις 13 Φεβρουαρίου 2013[10] σχετικά με τις αρχές για τους
δείκτες αναφοράς και τον καθορισμό των σχετικών διαδικασιών. Επίσης, οι
υπηρεσίες της Επιτροπής συμμετείχαν στη δημόσια ακρόαση με θέμα την
αντιμετώπιση της νοοτροπίας χειραγώγησης της αγοράς και την παγκόσμια δράση για
την περίοδο μετά το LIBOR/EURIBOR που διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 29
Σεπτεμβρίου 2012. 2.2. Εκτίμηση επιπτώσεων Σύμφωνα με την πολιτική της για τη «βελτίωση
της νομοθεσίας», η Επιτροπή πραγματοποίησε εκτίμηση επιπτώσεων των εναλλακτικών
λύσεων πολιτικής. Οι επιλογές πολιτικής περιλαμβάνουν τον περιορισμό των
κινήτρων παραποίησης, την ελαχιστοποίηση της διακριτικής ευχέρειας και τη
διασφάλιση της συνάρτησης των δεικτών αναφοράς με επαρκή, αξιόπιστα και
αντιπροσωπευτικά δεδομένα, τη διασφάλιση της αντιμετώπισης των κινδύνων μέσω
της εσωτερικής διακυβέρνησης και των ελέγχων, τη διασφάλιση της αποτελεσματικής
εποπτείας των δεικτών αναφοράς και την ενίσχυση της διαφάνειας και της
προστασίας των επενδυτών. Κάθε επιλογή πολιτικής αξιολογήθηκε με βάση τα
ακόλουθα κριτήρια: επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους φορείς, αποτελεσματικότητα
και αποδοτικότητα. Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στα ακόλουθα
θεμελιώδη δικαιώματα που αναφέρονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων:
σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, προστασία των δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα, ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης. Περιορισμοί των εν λόγω δικαιωμάτων και
ελευθεριών επιτρέπονται βάσει του άρθρου 52 του Χάρτη. Οι στόχοι, όπως
ορίζονται ανωτέρω, συνάδουν με τις υποχρεώσεις της ΕΕ σχετικά με τον σεβασμό
των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ωστόσο, κάθε περιορισμός της άσκησης των εν λόγω
δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να τηρεί το
βασικό περιεχόμενο αυτών των δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής
της αναλογικότητας, υπάρχει δυνατότητα περιορισμών μόνον εφόσον είναι
απαραίτητοι και εξυπηρετούν πραγματικά στους στόχους γενικού ενδιαφέροντος που
έχει θέσει η Ένωση ή την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών
άλλων. Στην περίπτωση των δεικτών αναφοράς, ο στόχος γενικού ενδιαφέροντος που
δικαιολογεί ορισμένους περιορισμούς των θεμελιωδών δικαιωμάτων αφορά τη
διασφάλιση της ακεραιότητας της αγοράς. Η ανάγκη προάσπισης του δικαιώματος
στην ιδιοκτησία (άρθρο 17 του Χάρτη) δικαιολογεί επίσης ορισμένους περιορισμούς
ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς οι επενδυτές δικαιούνται την προστασία της αξίας
της περιουσίας τους (π.χ. δάνεια, παράγωγα) από ζημίες που οφείλονται σε
στρεβλώσεις της αγοράς. Το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και
της πληροφόρησης προϋποθέτει τον σεβασμό της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης. O
παρών κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να
γίνεται σεβαστό το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα. Επομένως, όταν ένα άτομο απλώς
δημοσιεύει ή αναφέρεται σε δείκτη αναφοράς στα πλαίσια των δημοσιογραφικών
δραστηριοτήτων του/της, αλλά δεν ελέγχει την παροχή του, το εν λόγω πρόσωπο δεν
θα πρέπει να υπόκειται στις απαιτήσεις που επιβάλλει ο παρών κανονισμός στους
διαχειριστές. Συνεπώς, οι δημοσιογράφοι είναι ελεύθεροι να αναφέρονται στις
χρηματοπιστωτικές αγορές και τις αγορές βασικών προϊόντων κατά την άσκηση των
δημοσιογραφικών τους δραστηριοτήτων. Κατά συνέπεια, η έννοια του διαχειριστή
ενός δείκτη αναφοράς έχει οριστεί με μεγάλη ακρίβεια για να διασφαλιστεί ότι
περιλαμβάνει την παροχή των δεικτών αναφοράς χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνονται
στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού οι δημοσιογραφικές δραστηριότητες. 3. ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ 3.1. Νομική βάση Η παρούσα πρόταση βασίζεται στο άρθρο 114 της
Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). 3.2. Επικουρικότητα και αναλογικότητα Η πρόταση της Επιτροπής για τη ρύθμιση των
δεικτών αναφοράς εναρμονίζεται με την αρχή της επικουρικότητας όπως αυτή
ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ),
που απαιτεί από την Κοινότητα να αναλαμβάνει δράση μόνον εάν και στον βαθμό που
οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσεως είναι αδύνατο να επιτευχθούν επαρκώς από τα
κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της
προβλεπόμενης δράσεως, να επιτευχθούν καλύτερα με μια παρέμβαση της Ένωσης. Παρόλο που πολλοί δείκτες αναφοράς έχουν
εθνικό χαρακτήρα, ο κλάδος των δεικτών αναφοράς στο σύνολό του είναι διεθνής σε
ό,τι αφορά τόσο την κατάρτιση όσο και τη χρήση τους. Ενώ η ανάληψη δράσης σε
εθνικό επίπεδο σε ό,τι αφορά τους εθνικούς δείκτες μπορεί να συμβάλει στη
διασφάλιση της κατάλληλης προσαρμογής της παρέμβασης ανάλογα με τα προβλήματα
που προκύπτουν σε εθνικό επίπεδο, το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε
συνονθύλευμα διαφορετικών κανόνων, να δημιουργήσει άνισους όρους ανταγωνισμού
εντός της ενιαίας αγοράς και να συντελέσει σε μια προσέγγιση που θα
χαρακτηρίζεται από την έλλειψη συνέπειας και συντονισμού. Οι δείκτες αναφοράς
χρησιμοποιούνται για την τιμολόγηση ευρέος φάσματος διασυνοριακών συναλλαγών,
ιδίως στην αγορά της διατραπεζικής χρηματοδότησης και τον τομέα των παραγώγων.
Αναμένεται ότι ένα συνονθύλευμα εθνικών κανόνων θα περιορίσει τη δυνατότητα
κατάρτισης διασυνοριακών δεικτών αναφοράς και, συνεπώς, θα παρεμποδίσει τις εν
λόγω διασυνοριακές συναλλαγές. Το πρόβλημα αυτό αναγνωρίστηκε από την G20 και
το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που ανέθεσαν στην IOSCO την ευθύνη
της κατάρτισης μιας σειράς αρχών παγκόσμιας εμβέλειας, οι οποίες θα
εφαρμόζονται στους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αξιολόγησης. Η ανάληψη
πρωτοβουλίας από την ΕΕ θα συμβάλει στην ενίσχυση της ενιαίας αγοράς μέσω της
θέσπισης κοινού πλαισίου για την αξιοπιστία και την ορθή χρήση των δεικτών
αναφοράς στα διάφορα κράτη μέλη. Παρόλο που στα περισσότερα κράτη μέλη επί του
παρόντος δεν υπάρχουν εθνικοί κανονισμοί σχετικά με την κατάρτιση δεικτών
αναφοράς, δύο κράτη μέλη έχουν ήδη θεσπίσει εθνική νομοθεσία σχετικά με τους
δείκτες αναφοράς επιτοκίων στα εθνικά τους νομίσματα. Επιπλέον, η IOSCO έχει
εγκρίνει αρχές σχετικά με τους δείκτες αναφοράς, οι οποίες πρόκειται να εφαρμοστούν
από τα μέλη της. Ωστόσο, οι αρχές αυτές παρέχουν ευελιξία ως προς το πεδίο και
τα μέσα εφαρμογής τους, καθώς και σε ό,τι αφορά ορισμένες προϋποθέσεις.
Ελλείψει εναρμονισμένου ευρωπαϊκού πλαισίου για τους δείκτες αναφοράς,
αναμένεται ότι ορισμένα κράτη μέλη θα θεσπίσουν νομοθεσία σε εθνικό επίπεδο,
εγχείρημα που ίσως χαρακτηρίζεται από αποκλίσεις. Για παράδειγμα, στη δεδομένη
χρονική στιγμή, το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους θα
μπορούσε να είναι εξίσου ευρύ με εκείνο της IOSCO, ενώ η νομοθεσία ενός άλλου
κράτους μέλους που έχει θεσπίσει κανόνες σχετικά με τους δείκτες αναφορές
καλύπτει μόνο τους δείκτες αναφοράς επιτοκίων. Οι αποκλίνουσες αυτές
προσεγγίσεις ενδέχεται να συντελέσουν σε κατακερματισμό της αγοράς, καθώς οι
διαχειριστές και οι χρήστες των δεικτών αναφοράς θα υπόκεινται σε διαφορετικούς
κανόνες μεταξύ των κρατών μελών. Ελλείψει ενωσιακού νομοθετικού πλαισίου, οι
μεμονωμένες δράσεις σε εθνικό επίπεδο θα ήταν επίσης αναποτελεσματικές, καθώς
δεν υφίσταται υποχρέωση ή κίνητρο για τα κράτη μέλη για την μεταξύ τους
συνεργασία, και η απουσία της εν λόγω συνεργασίας αφήνει περιθώρια ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Ορισμένες πτυχές της προστασίας των επενδυτών
στον τομέα αυτό καλύπτονται εν γένει από την οδηγία για τις αγορές
χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFID). Ειδικότερα, η οδηγία αυτή υποχρεώνει τις
εταιρείες σε διενέργεια αξιολόγησης καταλληλότητας. Με αυτόν τον τρόπο θα
προσδιοριστεί κατά πόσον ο πελάτης διαθέτει την απαραίτητη εμπειρία και τις
απαραίτητες γνώσεις για να κατανοήσει τους κινδύνους που προκύπτουν σε σχέση με
το προϊόν ή την επενδυτική υπηρεσία που προσφέρεται ή ζητείται. Με αυτόν τον
τρόπο, παρέχεται επαρκής προστασία για τους επενδυτές. Σε ό,τι αφορά την προστασία των καταναλωτών, η
οδηγία για την καταναλωτική πίστη περιλαμβάνει κανόνες για την κοινοποίηση
κατάλληλων πληροφοριών, καθώς και η οδηγία σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης
για ακίνητα κατοικίας που περιλαμβάνει επίσης υποχρέωση σύστασης κατάλληλων
συμβάσεων πίστωσης. Ωστόσο, οι εν λόγω κανόνες της ΕΕ για την προστασία των
καταναλωτών δεν αντιμετωπίζουν ειδικότερα το θέμα της καταλληλότητας των
δεικτών αναφοράς στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις. Επιπλέον, η άνιση
διαπραγματευτική ισχύς και η χρήση τυποποιημένων όρων συντελεί στον περιορισμό
των επιλογών των καταναλωτών σχετικά με τον χρησιμοποιούμενο δείκτη αναφοράς.
Οι καταναλωτές δεν διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις ή την απαραίτητη εμπειρία
προκειμένου να αξιολογήσουν σωστά την καταλληλότητα των δεικτών αναφοράς.
Συνεπώς, η παρούσα πρόταση θα πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς την
υφιστάμενη ενωσιακή νομοθεσία στον τομέα αυτόν, διασφαλίζοντας ότι η ευθύνη της
αξιολόγησης της καταλληλότητας των δεικτών αναφοράς σε συμβάσεις λιανικής
εναπόκειται στους δανειστές ή τους πιστωτές. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται επίσης
η εναρμόνιση των ενωσιακών κανόνων για την προστασία των καταναλωτών σχετικά με
τη χρήση των δεικτών αναφοράς ως αναφορά σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις.
Απαιτείται επίσης κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο για τους καταναλωτές και τους
πιστωτές σε σχέση με τις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις για να καταστεί δυνατή η
χρήση διασυνοριακών δεικτών αναφοράς και να αποτραπούν οι κατακερματισμένες
εθνικές προσεγγίσεις. Ως αποτέλεσμα των καταγγελιών των καταναλωτών και των
διαφορών που προκύπτουν σε σχέση με τη χρήση μη κατάλληλων δεικτών αναφοράς σε
αρκετά κράτη μέλη, υπάρχει πιθανότητα να θεσπιστούν αποκλίνοντα μέτρα σε εθνικό
επίπεδο σχετικά με την προστασία των καταναλωτών. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε
να επιφέρει κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς. Ο προτεινόμενος κανονισμός είναι επίσης
σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας, όπως απαιτείται από το άρθρο 5
παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εστιάζει μόνο στους δείκτες
που χρησιμοποιούνται για χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές συμβάσεις,
όπως τα ενυπόθηκα δάνεια, επειδή οι συγκεκριμένοι δείκτες αναφοράς ενδέχεται να
έχουν άμεσο και βέβαιο οικονομικό αντίκτυπο σε περίπτωση παραποίησής τους.
Επιπλέον, ο προτεινόμενος κανονισμός περιλαμβάνει διατάξεις για την προσαρμογή
των απαιτήσεών του στους διαφόρους τομείς και τύπους δεικτών αναφοράς, όπως τα
βασικά προϊόντα, τα διατραπεζικά επιτόκια και οι δείκτες αναφοράς που
χρησιμοποιούν δεδομένα χρηματιστηρίων. Εξασφαλίζεται αναλογική προσέγγιση καθώς
η συντριπτική πλειονότητα των υποχρεώσεων επιβάλλονται στον διαχειριστή του
δείκτη αναφοράς. Πολλοί διαχειριστές δεικτών αναφοράς έχουν ήδη συμμορφωθεί με
τουλάχιστον μερικές από αυτές τις απαιτήσεις, γεγονός που σημαίνει ότι ο
διοικητικός φόρτος δεν αναμένεται να αυξηθεί με δυσανάλογο τρόπο. Επιπλέον, οι διαδικασίες
για την εσωτερική διακυβέρνηση και τον έλεγχο είναι υποχρεωτικές μόνο για τους
εποπτευόμενους συνεισφέροντες, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιπτώσεις για τους
μη εποπτευόμενους συνεισφέροντες ενός δείκτη αναφοράς, π.χ. για έναν μη
εγγεγραμμένο συναλλασσόμενο, δεν θα είναι σημαντικές. Τέλος, σε όλα τα
σημαντικά σημεία του, ο παρών κανονισμός συνάδει με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές
της IOSCO για τους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς, που δημοσιεύτηκαν στις 17
Ιουλίου 2013 και αποτέλεσαν αντικείμενο εκτενών διαβουλεύσεων με τα
ενδιαφερόμενα μέρη. Το γεγονός αυτό θα περιορίσει το κόστος προσαρμογής. Κατά συνέπεια, θεωρείται ενδεδειγμένη η
ανάληψη δράσης από την ΕΕ σε ό,τι αφορά τις αρχές της επικουρικότητας και της
αναλογικότητας. 3.3. Επιλογή μέσου Ο κανονισμός θεωρείται το πιο ενδεδειγμένο
νομικό μέσο για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την παροχή των
δεικτών αναφοράς, τη συνεισφορά των εισερχόμενων δεδομένων στους δείκτες
αναφοράς και τη χρήση των δεικτών αναφοράς εντός της Ένωσης. Οι διατάξεις της
παρούσας πρότασης θεσπίζουν ορισμένες απαιτήσεις για τους διαχειριστές, τους
συνεισφέροντες και τους χρήστες των δεικτών αναφοράς. Ο διασυνοριακός
χαρακτήρας πολλών δεικτών αναφοράς επιβάλλει τη μέγιστη εναρμόνιση των
απαιτήσεων αυτών. Δεδομένου ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις των δεικτών αναφοράς
περιλαμβάνουν μέτρα για τον προσδιορισμό ακριβών απαιτήσεων σχετικά με τα
δεδομένα και τις μεθοδολογίες, ακόμα και οι ήσσονος σημασίας αποκλίσεις στη
χρησιμοποιούμενη προσέγγιση θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντικά εμπόδια για
τη διασυνοριακή παροχή των δεικτών αναφοράς. Η χρήση του κανονισμού, που έχει
άμεση ισχύ χωρίς να απαιτείται εθνική νομοθεσία, θα περιορίσει την πιθανότητα
λήψης μέτρων με αποκλίσεις από τις αρμόδιες αρχές σε εθνικό επίπεδο και θα
διασφαλίσει την εφαρμογή συνεπούς προσέγγισης και μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου
σε ολόκληρη την ΕΕ. 3.4. Λεπτομερής επεξήγηση της
πρότασης 3.4.1. Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2) Ο προτεινόμενος κανονισμός εφαρμόζεται σε
όλους τους δημοσιευμένους δείκτες αναφοράς που χρησιμοποιούνται για την αναφορά
σε χρηματοπιστωτικό μέσο που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή έχει
εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενους χώρους ή σε χρηματοπιστωτική
σύμβαση (όπως τα ενυπόθηκα δάνεια) και τους δείκτες αναφοράς που μετρούν την
απόδοση ενός ταμείου επενδύσεων. Στις περιπτώσεις όπου ασκείται διακριτική
εξουσία κατά τη διαδικασία των δεικτών αναφοράς που χαρακτηρίζεται από
συγκρούσεις συμφερόντων, υπάρχει κίνδυνος παραποίησης εάν δεν εφαρμόζονται
επαρκείς έλεγχοι και απουσία κατάλληλης διακυβέρνησης. Συνεπώς, οι δείκτες που
χαρακτηρίζονται από την άσκηση διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να υπόκεινται σε
ρυθμιστικά μέτρα. Όλοι οι δείκτες χαρακτηρίζονται από την άσκηση διακριτικής ευχέρειας,
παρόλο που ο βαθμός της ποικίλλει. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής θα πρέπει να
περιλαμβάνει όλους τους δείκτες αναφοράς, ανεξάρτητα από τη μέθοδο υπολογισμού
τους ή το είδος των συνεισφορών. Το πεδίο εφαρμογής θα πρέπει να περιλαμβάνει
όλους τους δείκτες, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιευμένων δεικτών, καθώς
οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με την ακρίβεια και την αξιοπιστία των δεικτών
αυτών ενδέχεται να ζημιώσει περισσότερο τον ευρύτερο πληθυσμό σε σχέση με τους
μη δημοσιευμένους δείκτες. Στην περίπτωση που οι δείκτες αναφοράς
χρησιμοποιούνται ως τιμή αναφοράς για χρηματοοικονομικό μέσο ή σύμβαση,
οποιαδήποτε παραποίηση συντελεί σε οικονομική ζημία. Σε περίπτωση που και ο
συνεισφέρων χρησιμοποιεί το χρηματοπιστωτικό μέσο που χρησιμοποιεί τον δείκτη
ως αναφορά, υφίσταται εγγενής σύγκρουση συμφερόντων και κίνητρο παραποίησης.
Επιπλέον, στην περίπτωση που οι δείκτες αναφοράς χρησιμοποιούνται για τη
μέτρηση της απόδοσης χρηματοπιστωτικών μέσων, ενδέχεται να υπόκεινται σε
συγκρούσεις συμφερόντων και η παραποίησή τους οδηγεί τους επενδυτές σε μη βέλτιστες
επενδυτικές επιλογές. Συνεπώς, είναι σημαντικό ο κανονισμός να στοχεύει σε
όλους τους δείκτες αναφοράς που χρησιμοποιούνται για την τιμολόγηση
χρηματοπιστωτικού μέσου ή καταναλωτικής σύμβασης ή για την μέτρηση της απόδοσης
ταμείων επενδύσεων. Σε ό,τι αφορά τους ευρέως χρησιμοποιούμενους
δείκτες αναφοράς, ακόμα και οι ήσσονος σημασίας παραποιήσεις ενδέχεται να έχουν
σημαντικό αντίκτυπο, αλλά η ευπάθεια και η σπουδαιότητα ενός δείκτη αναφοράς
μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής στους
σημαντικούς ή ευπαθείς δείκτες δεν αναμένεται ότι θα αντιμετωπίσει τους
κινδύνους που θα μπορούσε να δημιουργήσει στο μέλλον οποιοσδήποτε δείκτης
αναφοράς. Δεδομένων όλων αυτών των παρατηρήσεων και για
τη διασφάλιση της σαφούς και συνολικής εφαρμογής του κανονισμού, το πεδίο
εφαρμογής δεν εξαρτάται από το είδος των εισερχόμενων δεδομένων, ήτοι εάν τα
εισερχόμενα δεδομένα είναι αριθμός ή αξία οικονομικού (π.χ. τιμή μετοχής) ή μη
οικονομικού (π.χ. καιρική παράμετρος) χαρακτήρα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι
το κρίσιμο στοιχείο κατά τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής είναι ο τρόπος
με τον οποίο η αξία της εκροής καθορίζει την αξία ενός χρηματοπιστωτικού μέσου,
χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή μετρά την απόδοση ενός ταμείου επενδύσεων. Στο πλαίσιο
αυτό, από τη στιγμή που χρησιμοποιείται μια αξία ως αναφορά σε χρηματοπιστωτική
σύμβαση ή χρηματοπιστωτικό μέσο, ο προηγούμενος μη οικονομικός χαρακτήρας του
καθίσταται άνευ σημασίας. Σε ό,τι αφορά τους διαχειριστές των δεικτών
αναφοράς, όλοι οι διαχειριστές δυνητικά υπόκεινται σε συγκρούσεις συμφερόντων,
ασκούν διακριτική ευχέρεια και εφαρμόζουν ανεπαρκή συστήματα διακυβέρνησης και
ελέγχου. Επομένως, πρέπει να υπόκεινται στις κατάλληλες ρυθμίσεις. Επιπλέον,
δεδομένου ότι ελέγχουν τη διαδικασία των δεικτών αναφοράς, επιβάλλεται απαίτηση
κατοχής αδείας σε όλους τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς, καθώς η εποπτεία
αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο διασφάλισης της ακεραιότητας των δεικτών
αναφοράς. Σε ό,τι αφορά τους συνεισφέροντες των δεικτών
αναφοράς, και αυτοί δυνητικά υπόκεινται σε συγκρούσεις συμφερόντων, ασκούν
διακριτική ευχέρεια και, συνεπώς, ενδέχεται να αποτελέσουν την πηγή της
χειραγώγησης. Η συνεισφορά σε δείκτη αναφοράς είναι εθελοντική δραστηριότητα.
Εάν οποιαδήποτε πρωτοβουλία υποχρεώσει τους συνεισφέροντες να προβούν σε
σημαντικές αλλαγές στα επιχειρηματικά μοντέλα τους, ενδέχεται να παύσουν να
συνεισφέρουν στον συγκεκριμένο δείκτη αναφοράς. Ωστόσο, στην περίπτωση των
φορέων που ήδη υπόκεινται σε ρυθμίσεις και εποπτεία, (πρόκειται για τους
καλούμενους εποπτευόμενους συνεισφέροντες), η απαίτηση περί συστημάτων χρηστής
διακυβέρνησης και ελέγχων δεν αναμένεται να επιφέρει σημαντικό κόστος ή
δυσανάλογο διοικητικό φόρτο. Επομένως, θεωρείται σκόπιμο το πεδίο εφαρμογής του
παρόντος κανονισμού να συμπεριλάβει το σύνολο των εποπτευόμενων συνεισφερόντων.
Για τους συνεισφέροντες που δεν υπόκεινται σε
ρυθμίσεις και εποπτεία (μη εποπτευόμενοι συνεισφέροντες), η αδειοδότηση ή
υπαγωγή σε κανόνες θα μπορούσε να επιφέρει σημαντικές δαπάνες και διοικητικό φόρτο.
Επίσης, αναμένεται ότι οι ρυθμιστικές αρχές δεν θα εποπτεύουν αποτελεσματικά
εταιρείες για τις οποίες δεν διαθέτουν καμία εμπειρογνωμοσύνη. Συνεπώς,
αναμένεται ότι η επιβολή της εποπτείας σε φορείς και πρόσωπα που επί του
παρόντος δεν υπόκεινται σε εποπτεία θα επιφέρει σημαντικές δαπάνες και θα
παράσχει ελάχιστα οφέλη. Ωστόσο, ορισμένα μέρη του παρόντος κανονισμού, όπως
π.χ. η ανάγκη παροχής ακριβών και αξιόπιστων εισερχόμενων δεδομένων, αφορούν
εμμέσως όλους τους συνεισφέροντες, καθώς εξακολουθούν να υπόκεινται στον
κανονισμό για την κατάχρηση της αγοράς και υποχρεούνται λόγω σύμβασης να
συμμορφώνονται με την απαίτηση περί κώδικα δεοντολογίας του διαχειριστή βάσει
του παρόντος κανονισμού. Από το πεδίο εφαρμογής της πρότασης
εξαιρούνται οι κεντρικές τράπεζες που είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος
Κεντρικών Τραπεζών. Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα πρόσωπο
μπορεί να παράγει δείκτη χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ότι πρόκειται για δείκτη
αναφοράς, διότι, για παράδειγμα, χρησιμοποιείται ως αναφορά σε χρηματοπιστωτικό
μέσο εν αγνοία του υπευθύνου παραγωγής του. Συνεπώς, ο κανονισμός προβλέπει
έναν μηχανισμό για την ενημέρωση των παραγωγών σχετικά με το ότι ο δείκτης του
έχει καταστεί ή ενδέχεται να καταστεί δείκτης αναφοράς, ο οποίος τους παρέχει
την εξουσία να αρνηθούν τη χρήση του δείκτη ως δείκτη αναφοράς. Εάν ο υπεύθυνος
παραγωγής δώσει τη συγκατάθεσή του, υπόκειται στον προτεινόμενο κανονισμό σε
ό,τι αφορά τον συγκεκριμένο δείκτη αναφοράς. Σε περίπτωση άρνησής του, ο
δείκτης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης αναφοράς και δεν εφαρμόζονται
οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού για τους διαχειριστές. 3.4.2. Διακυβέρνηση και έλεγχος
διαχειριστών (άρθρα 5-6) Η πρόταση διασφαλίζει την αποφυγή των
συγκρούσεων συμφερόντων και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης και των
ελέγχων. Η αντιμετώπιση των θεμάτων αυτών εξασφαλίζεται με απαιτήσεις σχετικά
με τη διακυβέρνηση και τους ελέγχους, ενώ στο παράρτημα περιλαμβάνονται
λεπτομερέστερες απαιτήσεις. 3.4.3. Εισερχόμενα δεδομένα και
μεθοδολογία (άρθρο 7) Η πρόταση καθορίζει τρεις απαιτήσεις, οι
οποίες προσδιορίζονται λεπτομερώς στο παράρτημα, σχετικά με τα εισερχόμενα
δεδομένα και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση ενός δείκτη
αναφοράς με στόχο τη μείωση της διακριτικής εξουσίας και την ενίσχυση της
ακεραιότητας και της αξιοπιστίας: –
τα εισερχόμενα δεδομένα θα πρέπει να είναι επαρκή
και ακριβή, ώστε να αντιπροσωπεύουν την πραγματική αγορά ή την οικονομική
πραγματικότητα για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης αναφοράς· –
τα εισερχόμενα δεδομένα θα πρέπει να προέρχονται
από αξιόπιστη και αντιπροσωπευτική ομάδα ή δείγμα συνεισφερόντων· και –
ο διαχειριστής θα πρέπει να χρησιμοποιεί άρτια και
αξιόπιστη μεθοδολογία για τον προσδιορισμό του δείκτη αναφοράς. 3.4.4. Απαιτήσεις σχετικά με τους
συνεισφέροντες (άρθρα 9 και 11) Ο διαχειριστής οφείλει να καταρτίσει κώδικα
δεοντολογίας για τους συνεισφέροντες, στον οποίο επισημαίνονται σαφώς οι
υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των συνεισφερόντων κατά την παροχή εισερχόμενων
δεδομένων για τον προσδιορισμό του δείκτη αναφοράς. Στην περίπτωση που οι
συνεισφέροντες είναι ήδη ρυθμιζόμενες οντότητες, υποχρεούνται επίσης να
αποφεύγουν τις συγκρούσεις συμφερόντων και να διενεργούν τους ενδεδειγμένους
ελέγχους. 3.4.5. Τομεακές απαιτήσεις (άρθρα 10
και 12 έως 14) Προκειμένου να διασφαλιστεί η αναλογικότητα
και η κατάλληλη προσαρμογή της πρότασης σε διαφορετικούς τύπους δεικτών
αναφοράς και τομέων, τα παραρτήματα II και IΙΙ περιλαμβάνουν λεπτομερέστερες
διατάξεις σχετικά με τους δείκτες αναφοράς για τα βασικά προϊόντα και τα
επιτόκια. Επιβάλλονται πρόσθετες απαιτήσεις στους δείκτες αναφοράς κρίσιμης
σημασίας, συμπεριλαμβανομένης της εξουσιοδότησης της σχετικής αρμόδιας αρχής
προκειμένου να ζητά συνεισφορές. Οι δείκτες αναφοράς των οποίων τα εισερχόμενα
δεδομένα παρέχονται από ρυθμιζόμενους χώρους απαλλάσσονται επίσης από ορισμένες
υποχρεώσεις για την αποφυγή των διπλών ρυθμίσεων. 3.4.6. Διαφάνεια και προστασία των
καταναλωτών (άρθρα 15-18) Η προστασία των επενδυτών ενισχύεται μέσω
διατάξεων σχετικά με τη διαφάνεια. Απαιτείται από τους διαχειριστές να
υποβάλλουν δήλωση στην οποία προσδιορίζεται το αντικείμενο μέτρησης του δείκτη
αναφοράς και τα τρωτά του σημεία, καθώς επίσης και να δημοσιεύουν τα υποκείμενα
δεδομένα προκειμένου οι χρήστες να μπορούν να επιλέξουν τον πλέον ενδεδειγμένο
και κατάλληλο δείκτη αναφοράς. Η δήλωση αυτή γνωστοποιεί επίσης στους χρήστες
ότι θα πρέπει να λάβουν τα αναγκαία μέτρα στην περίπτωση που ο διαχειριστής
παύσει την παροχή του συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς. Τέλος, επιβάλλεται στις
τράπεζες η διενέργεια αξιολόγησης καταλληλότητας σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές
τους με τους καταναλωτές στον τομέα των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων, όπως τα
δάνεια που εξασφαλίζονται με υποθήκες. 3.4.7. Διαδικασίες εποπτείας και
αδειοδότησης διαχειριστών (άρθρα 22-37) Η δραστηριότητα παροχής δεικτών αναφοράς θα
υπόκειται στην προηγούμενη χορήγηση αδείας και σε διαρκή εποπτεία. Η πρόταση
καθορίζει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπεται για τους
διαχειριστές δεικτών αναφοράς που βρίσκονται εντός της Ένωσης, ώστε να λάβουν
άδεια από τη σχετική αρμόδια αρχή. Η παρούσα πρόταση δημιουργεί έναν μηχανισμό
για να διασφαλίσει την αποτελεσματική επιβολή του κανονισμού και εκχωρεί στις
αρμόδιες αρχές τις απαραίτητες εξουσίες για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση των
διαχειριστών με τον κανονισμό. Σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς κρίσιμης
σημασίας, θα πρέπει να συσταθούν συλλογικά όργανα εποπτικών αρχών για την
ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών και την εξασφάλιση της ομοιομορφίας στην
αδειοδότηση και την εποπτεία. 4. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ Η πρόταση έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό
της Κοινότητας. Οι συγκεκριμένες επιπτώσεις της πρότασης στον
προϋπολογισμό σχετίζονται με το καθήκον που ανατίθεται στην ΕΑΚΑΑ, όπως
προσδιορίζεται στα νομοθετικά δημοσιονομικά δελτία που συνοδεύουν την παρούσα
πρόταση. Τα νέα καθήκοντα θα εκτελούνται με τους ανθρώπινους πόρους που
διατίθενται στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής του προϋπολογισμού,
με βάση τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που ισχύουν για όλα τα όργανα της ΕΕ
και σύμφωνα με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό για τους οργανισμούς. Ειδικότερα, οι πόροι που χρειάζεται ο
οργανισμός για τα νέα καθήκοντα θα είναι συνεπείς και θα συνάδουν με τον
προγραμματισμό περί ανθρώπινων πόρων και τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό για
την ΕΑΚΑΑ που καθορίζεται από την πρόσφατη ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο «Προγραμματισμός των ανθρώπινων και
χρηματοδοτικών πόρων για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς την περίοδο 2014-2020»
(COM(2013)519). Οι συγκεκριμένες δημοσιονομικές επιπτώσεις για
την Επιτροπή αξιολογούνται επίσης στο δημοσιονομικό δελτίο που συνοδεύει την
παρούσα πρόταση. Συνοπτικά, οι βασικές δημοσιονομικές επιπτώσεις της προτάσεις
είναι οι εξής: α) Προσωπικό της ΓΔ MARKT: 1 μέλος προσωπικού
AD (πλήρους απασχόλησης) για την κατάρτιση των σχεδίων των κατ’ εξουσιοδότηση
πράξεων, καθώς επίσης και για την αξιολόγηση, την παρακολούθηση της εφαρμογής
και την πιθανή αναθεώρηση της πρωτοβουλίας. Το συνολικό εκτιμώμενο κόστος
ανέρχεται σε 0,141 εκατ. ευρώ ετησίως. β) ΕΑΚΑΑ: i) Έξοδα προσωπικού: δύο έκτακτοι υπάλληλοι
για τη συμμετοχή και τη διαμεσολάβηση στα συλλογικά όργανα εποπτικών αρχών για
δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας, την παροχή τεχνικών συμβουλών στην Επιτροπή
σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τον συντονισμό της ανάπτυξης
μηχανισμών συνεργασίας με τρίτες χώρες, την κατάρτιση κατευθυντηρίων γραμμών
για την προώθηση της σύγκλισης και της διατομεακής συνοχής των καθεστώτων
επιβολής κυρώσεων και την τήρηση μητρώων ειδοποιήσεων σχετικά με τη χρήση των
δεικτών αναφοράς και καταλόγου των εγγεγραμμένων διαχειριστών δεικτών αναφοράς. Το συνολικό ετήσιο κόστος για τους εν λόγω 2
εκτάκτους υπαλλήλους αναμένεται να ανέλθει σε 0,326 εκατ. ευρώ, ποσό για το
οποίο η Επιτροπή θα συνεισφέρει το 40 % (0,130 εκατ. ευρώ) και τα κράτη μέλη το
60 % (0,196 εκατ. ευρώ) ετησίως. ii) Λειτουργικό κόστος και κόστος υποδομής:
εκτιμάται οι αρχικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ θα ανέλθουν στα 0,25 εκατ. ευρώ ,
ποσό στο οποίο η Επιτροπή θα συνεισφέρει κατά 40% (0,1 εκατ. ευρώ) και τα κράτη
μέλη κατά 60% (0,15 εκατ. ευρώ) το 2015. Οι δαπάνες αυτές αφορούν κυρίως τις
δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τα συστήματα ΤΠ για να πληρούνται οι απαιτήσεις για τα
εξής: - τήρηση καταλόγου των εγγεγραμμένων
διαχειριστών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και εταιρειών από τρίτες χώρες
που παρέχουν δείκτες αναφοράς στην Ένωση. - λήψη ειδοποιήσεων σχετικά με τη χρήση ενός
δείκτη αναφοράς σε χρηματοπιστωτικό μέσο ή χρηματοοικονομική σύμβαση εντός της
Ένωσης και τήρηση μητρώου και διασφάλιση ενημέρωσης των διαχειριστών σχετικά με
τη συγκεκριμένη χρήση. Η ΕΑΚΑΑ οφείλει επίσης να καταρτίσει έκθεση
σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2018.
Το συνολικό κόστος ανέρχεται στα 0,3 εκατ. ευρώ, ποσό στο οποίο η Επιτροπή
αναμένεται να συνεισφέρει κατά 40% (0,12 εκατ. ευρώ) και τα κράτη μέλη κατά 60%
(0,18 εκατ. ευρώ) για το 2017. 2013/0314 (COD) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται
ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον
ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114, Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής, Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής
πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής
Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[11],
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής
Κεντρικής Τράπεζας, Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική
διαδικασία, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η τιμολόγηση πολλών
χρηματοπιστωτικών μέσων και συμβάσεων εξαρτάται από την ακρίβεια και την
ακεραιότητα των δεικτών αναφοράς. Από περιπτώσεις παραποίησης των δεικτών
αναφοράς επιτοκίων, όπως των LIBOR και EURIBOR, καθώς επίσης και ισχυρισμούς
σχετικά με την παραποίηση δεικτών αναφοράς στον τομέα της ενέργειας, του
πετρελαίου και του χρηματιστηρίου, προκύπτει ότι οι δείκτες αναφοράς των οποίων
οι διαδικασίες καθορισμού έχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά, όπως η
αντιμετώπιση συγκρούσεων συμφερόντων, η χρήση της διακριτικής ευχέρειας και η
πλημμελής διακυβέρνηση, ενδέχεται να είναι ευπρόσβλητοι από το φαινόμενο της
παραποίησης. Οι ελλείψεις ή οι αμφιβολίες σε ό,τι αφορά την ακρίβεια και την
ακεραιότητα των δεικτών που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς μπορούν να
υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στην αγορά, να ζημιώσουν τους καταναλωτές και τους
επενδυτές και να προκαλέσουν στρεβλώσεις στην πραγματική οικονομία. Επομένως, είναι
απαραίτητο να διασφαλιστεί η ακρίβεια, η αρτιότητα και η ακεραιότητα των
δεικτών αναφοράς και της διαδικασίας καθορισμού τους. (2) Η οδηγία 2004/39/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις
αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων[12]
περιλαμβάνει ορισμένες απαιτήσεις σχετικά με την αξιοπιστία των δεικτών
αναφοράς που χρησιμοποιούνται για την τιμολόγηση εισηγμένου χρηματοπιστωτικού
μέσου. Η οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης
Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται
κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση[13] περιλαμβάνει ορισμένες
απαιτήσεις για τους δείκτες αναφοράς που χρησιμοποιούνται από τους εκδότες. Η
οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης
Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών
διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές
αξίες (ΟΣΕΚΑ)[14]
περιλαμβάνει ορισμένες απαιτήσεις σχετικά με τη χρήση των δεικτών αναφοράς από
επενδυτικά κεφάλαια των ΟΣΕΚΑ. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, για την ακεραιότητα
στη χονδρική αγορά ενέργειας[15]
περιλαμβάνει διατάξεις για την απαγόρευση της παραποίησης των δεικτών αναφοράς
που χρησιμοποιούνται για τα ενεργειακά προϊόντα χονδρικής. Ωστόσο, αυτές οι
νομοθετικές πράξεις δεν καλύπτουν παρά ορισμένες πτυχές κάποιων δεικτών
αναφοράς και δεν αντιμετωπίζουν όλα τα σημεία αδυναμίας που παρατηρούνται στη
διαδικασία κατάρτισης του συνόλου των δεικτών αναφοράς. (3) Οι δείκτες αναφοράς είναι ζωτικής
σημασίας για την τιμολόγηση διασυνοριακών συναλλαγών και τη διευκόλυνση με
αυτόν τον τρόπο της αποτελεσματικής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς σε ευρεία
γκάμα χρηματοπιστωτικών μέσων και υπηρεσιών. Πολλοί δείκτες αναφοράς που
χρησιμοποιούνται ως τιμές αναφοράς σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, ιδίως
ενυπόθηκα δάνεια, καταρτίζονται σε ένα κράτος μέλος, αλλά χρησιμοποιούνται από πιστωτικά
ιδρύματα και καταναλωτές σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, αυτά τα πιστωτικά
ιδρύματα συχνά αντισταθμίζουν τους κινδύνους τους ή εξασφαλίζουν τη
χρηματοδότηση για τη χορήγηση των εν λόγω οικονομικών συμβάσεων στη
διασυνοριακή διατραπεζική αγορά. Μόνο δύο κράτη μέλη έχουν θεσπίσει εθνική
νομοθεσία για τους δείκτες αναφοράς, αλλά τα αντίστοιχα νομοθετικά πλαίσιά τους
για τους δείκτες αναφοράς εμφανίζουν ήδη αποκλίσεις σχετικά με πτυχές όπως το
πεδίο εφαρμογής. Επιπλέον, η Διεθνής Οργάνωση Επιτροπών Εποπτείας
Χρηματιστηρίων (IOSCO) πρόσφατα εξέδωσε αρχές σχετικά με τους δείκτες αναφοράς
και, καθώς οι αρχές αυτές παρέχουν ένα βαθμό ευελιξίας ως προς τον ακριβές
πεδίο εφαρμογής τους και σχετικά με ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη
ενδέχεται να θεσπίσουν νομοθεσία σε εθνικό επίπεδο, η οποία δεν θα διασφαλίσει
την ενιαία εφαρμογή των αρχών αυτών. (4) Οι αποκλίνουσες αυτές
προσεγγίσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε κατακερματισμό της αγοράς, καθώς οι
διαχειριστές και οι χρήστες των δεικτών αναφοράς θα υπόκεινται σε διαφορετικούς
κανόνες μεταξύ των κρατών μελών και θα μπορούσε να παρεμποδιστεί η χρήση των
δεικτών αναφοράς που παράγονται σε ένα κράτος μέλος σε άλλα κράτη μέλη.
Ελλείψει εναρμονισμένου πλαισίου για την εξασφάλιση της ακρίβειας και
ακεραιότητας των δεικτών αναφοράς που χρησιμοποιούνται σε χρηματοπιστωτικά μέσα
και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις στην Ένωση, υπάρχει πιθανότητα οι διαφορές
μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών να παρεμποδίσουν την ομαλή λειτουργία
της εσωτερικής αγοράς σε ό,τι αφορά την παροχή των δεικτών αναφοράς. (5) Οι κανόνες της ΕΕ για την
προστασία των καταναλωτών δεν καλύπτουν ειδικά το θέμα της καταλληλότητας των
δεικτών αναφοράς για τις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις. Ως αποτέλεσμα των
καταγγελιών των καταναλωτών και των διαφορών που προκύπτουν σε σχέση με τη
χρήση μη κατάλληλων δεικτών αναφοράς σε αρκετά κράτη μέλη, υπάρχει πιθανότητα
να θεσπιστούν αποκλίνοντα μέτρα όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών σε
εθνικό επίπεδο, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατακερματισμό της εσωτερικής
αγοράς λόγω των αποκλίσεων στους όρους του ανταγωνισμού που ισχύουν για τα
διάφορα επίπεδα προστασίας των καταναλωτών. (6) Συνεπώς, για να εξασφαλιστεί
η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας
της, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις χρηματοπιστωτικές αγορές, και για να
διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών,
θεωρείται σκόπιμο να θεσπιστεί κανονιστικό πλαίσιο για τους δείκτες αναφοράς σε
ενωσιακό επίπεδο. (7) Είναι σκόπιμο και αναγκαίο οι
κανόνες αυτοί να λάβουν τη νομοθετική μορφή κανονισμού, προκειμένου να
διασφαλιστεί ότι οι διατάξεις που επιβάλλουν άμεσα υποχρεώσεις στα άτομα που
εμπλέκονται στην κατάρτιση δεικτών αναφοράς, τη συνεισφορά σε αυτούς και τη
χρήση τους εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο σε όλη την Ένωση. Δεδομένου ότι το
νομικό πλαίσιο για την παροχή των δεικτών αναφοράς περιλαμβάνει απαραιτήτως
μέτρα για τον προσδιορισμό ακριβών απαιτήσεων σχετικά με το σύνολο των εγγενών
πτυχών της παροχής δεικτών αναφοράς, ακόμα και οι ήσσονος σημασίας αποκλίσεις
στην προσέγγιση που ακολουθείται για μία από αυτές τις πτυχές θα μπορούσαν να
οδηγήσουν σε σημαντικά εμπόδια για τη διασυνοριακή παροχή των δεικτών αναφοράς.
Συνεπώς, η χρήση του κανονισμού, που έχει άμεση ισχύ χωρίς να απαιτείται εθνική
νομοθεσία, θα πρέπει να μειώσει την πιθανότητα λήψης μέτρων με αποκλίσεις σε
εθνικό επίπεδο και να διασφαλίσει την εφαρμογή συνεπούς προσέγγισης και
μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και να αποτρέψει την εμφάνιση σοβαρών εμποδίων στην
διασυνοριακή παροχή δεικτών αναφοράς. (8) Το πεδίο εφαρμογής του
κανονισμού θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ευρύ ώστε να δημιουργηθεί
προληπτικό ρυθμιστικό πλαίσιο. Η παραγωγή των δεικτών αναφοράς χαρακτηρίζεται
από την άσκηση διακριτικής ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό τους και υπόκειται
εγγενώς σε ορισμένα είδη συγκρούσεων συμφερόντων, γεγονός που συνεπάγεται την
ύπαρξη ευκαιριών και κινήτρων παραποίησης των εν λόγω δεικτών αναφοράς. Αυτοί
οι παράγοντες κινδύνου είναι κοινοί για όλους τους δείκτες αναφοράς και πρέπει
όλοι να υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις διακυβέρνησης και ελέγχου. Καθώς η
ευπάθεια και η σπουδαιότητα ενός δείκτη αναφοράς ποικίλλουν ανάλογα με τη
χρονική στιγμή, ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής στους επί του παρόντος
σημαντικούς ή ευπαθείς δείκτες δεν αναμένεται ότι θα αντιμετωπίσει τους
κινδύνους που θα μπορούσε να δημιουργήσει στο μέλλον οποιοσδήποτε δείκτης
αναφοράς. Ειδικότερα, οι δείκτες αναφοράς που επί του παρόντος δεν
χρησιμοποιούνται ευρέως μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αυτόν τον τρόπο στο
μέλλον, ώστε από αυτήν την άποψη ακόμα και οι ήσσονος σημασίας παραποιήσεις
ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο. (9) Ο κρίσιμος καθοριστικός
παράγοντας του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αφορά το
εάν η αξία της εκροής του δείκτη αναφοράς καθορίζει την αξία ενός
χρηματοπιστωτικού μέσου, χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή μετρά την απόδοση ενός
ταμείου επενδύσεων. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής δεν θα πρέπει να εξαρτάται από
τον χαρακτήρα των εισερχόμενων δεδομένων. Συνεπώς, θα πρέπει να περιλαμβάνονται
οι δείκτες αναφοράς που υπολογίζονται με βάση οικονομικά εισερχόμενα δεδομένα,
όπως οι τιμές μετοχών, και μη οικονομικού χαρακτήρα αριθμοί και αξίες, όπως οι
καιρικές παράμετροι. Το πλαίσιο θα πρέπει να καλύπτει τους δείκτες αναφοράς που
ενέχουν τους κινδύνους αυτούς, αλλά και να προβλέπει την αντιμετώπιση των
κινδύνων που προκύπτουν από διαφορετικούς δείκτες αναφοράς με αναλογικό τρόπο.
Επομένως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καλύπτει το σύνολο των δεικτών
αναφοράς που χρησιμοποιούνται για την τιμολόγηση χρηματοπιστωτικών μέσων που
έχουν εισαχθεί ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενους χώρους.
(10) Πολλοί καταναλωτές συμμετέχουν
ως συμβαλλόμενα μέρη σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, κυρίως συμβάσεις
καταναλωτικής πίστης εξασφαλιζόμενες με υποθήκες, με αναφορά σε δείκτες
αναφοράς που υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα
πρέπει να καλύπτει τους δείκτες ή τα επιτόκια αναφοράς που αναφέρονται στην
[οδηγία 2013/.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με
τις συμβάσεις πίστωσης καταναλωτών για ακίνητα κατοικίας και την τροποποίηση
της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.] (11) Πολλοί επενδυτικοί δείκτες
χαρακτηρίζονται από σημαντικές συγκρούσεις συμφερόντων και χρησιμοποιούνται για
τη μέτρηση της απόδοσης ταμείων, όπως οι ΟΣΕΚΑ. Ορισμένοι από τους εν λόγω
δείκτες αναφοράς δημοσιεύονται και άλλοι διατίθενται, ατελώς ή έναντι καταβολής
σχετικού τέλους, στο κοινό ή σε ένα μέρος του, και η παραποίησή τους ενδέχεται
να επηρεάσει δυσμενώς τους επενδυτές. Επομένως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να
καλύπτει τους δείκτες ή τα επιτόκια αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τη
μέτρηση της απόδοσης ενός ταμείου επενδύσεων. (12) Όλοι οι διαχειριστές δεικτών
αναφοράς υπόκεινται δυνητικά σε συγκρούσεις συμφερόντων, ασκούν διακριτική ευχέρεια
και ενδέχεται να εφαρμόζουν ανεπαρκή συστήματα διακυβέρνησης και ελέγχου.
Επιπλέον, καθώς οι διαχειριστές ελέγχουν τη διαδικασία των δεικτών αναφοράς, η
απαίτηση της αδειοδότησης και εποπτείας των διαχειριστών αποτελεί τον πλέον αποτελεσματικό
τρόπο για τη διασφάλιση της ακεραιότητας των δεικτών αναφοράς. (13) Οι συνεισφέροντες υπόκεινται
σε δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων, ασκούν διακριτική ευχέρεια και, συνεπώς,
ενδέχεται να αποτελέσουν την πηγή της χειραγώγησης. Η συνεισφορά σε δείκτη
αναφοράς είναι εθελοντική δραστηριότητα. Εάν οποιαδήποτε πρωτοβουλία υποχρεώσει
τους συνεισφέροντες να προβούν σε σημαντικές αλλαγές στα επιχειρηματικά μοντέλα
τους, ενδέχεται να παύσουν να συνεισφέρουν. Ωστόσο, στην περίπτωση των φορέων
που ήδη υπόκεινται σε ρυθμίσεις και εποπτεία, η απαίτηση περί συστημάτων
χρηστής διακυβέρνησης και ελέγχων δεν αναμένεται να επιφέρει σημαντικό κόστος ή
δυσανάλογο διοικητικό φόρτο. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός επιβάλλει ορισμένες
υποχρεώσεις για τους εποπτευόμενους συνεισφέροντες. (14) Διαχειριστής θεωρείται το
φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που ελέγχει την παροχή δείκτη αναφοράς, και
ειδικότερα διαχειρίζεται τον δείκτη αναφοράς, συλλέγει και αναλύει τα
εισερχόμενα δεδομένα, προσδιορίζει τον δείκτη αναφοράς και σε ορισμένες
περιπτώσεις τον δημοσιεύει. Ωστόσο, όταν ένα άτομο απλώς δημοσιεύει ή
αναφέρεται σε δείκτη αναφοράς στα πλαίσια των δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων
του/της, αλλά δεν ελέγχει την παροχή του, το εν λόγω πρόσωπο δεν θα πρέπει να
υπόκειται στις απαιτήσεις που επιβάλλει ο παρών κανονισμός στους διαχειριστές. (15) Ένας δείκτης υπολογίζεται
βάσει τύπου ή με άλλη μεθοδολογία που βασίζεται σε υποκείμενες αξίες. Η άσκηση
διακριτικής ευχέρειας υπεισέρχεται κατά τη διαμόρφωση του εν λόγω τύπου, την
εκτέλεση του υπολογισμού ή τον καθορισμό των εισερχόμενων δεδομένων. Η
διακριτική ευχέρεια δημιουργεί κίνδυνο παραποίησης και, ως εκ τούτου, όλοι οι
δείκτες αναφοράς στους οποίους εντοπίζεται το εν λόγω χαρακτηριστικό θα πρέπει
να καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Ωστόσο, όταν χρησιμοποιείται μία μόνο
τιμή ή αξία ως αναφορά σε χρηματοπιστωτικό μέσο, π.χ. όταν η τιμή μίας και μόνο
κινητής αξίας αποτελεί την τιμή αναφοράς για ένα δικαίωμα προαίρεσης, δεν
υφίσταται υπολογισμός, εισερχόμενα δεδομένα ή άσκηση διακριτικής ευχέρειας.
Συνεπώς, οι τιμές αναφοράς που βασίζονται σε μία μόνον τιμή ή αξία δεν θα
πρέπει να θεωρούνται δείκτες αναφοράς για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
Οι τιμές αναφοράς ή οι τιμές διακανονισμού που καταρτίζονται από κεντρικούς
αντισυμβαλλόμενους (CCPs) δεν θα πρέπει να θεωρούνται δείκτες αναφοράς, καθώς
χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του διακανονισμού, των περιθωρίων και της
διαχείρισης κινδύνου και, ως εκ τούτου, δεν καθορίζουν το καταβλητέο ποσό στα
πλαίσια ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή την αξία ενός χρηματοπιστωτικού μέσου. (16) Οι δείκτες αναφοράς που
παρέχονται κεντρικές τράπεζες εντός της Ένωσης υπόκεινται στον έλεγχο των
δημόσιων αρχών και συμμμορφώνονται με αρχές, πρότυπα και διαδικασίες που
διασφαλίζουν την ακρίβεια, την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία των δεικτών
αναφοράς τους κατά τα οριζόμενα στον παρόντα κανονισμό. Επομένως, δεν είναι
απαραίτητο ότι οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό.
Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες των τρίτων χωρών μπορούν επίσης να παρέχουν
δείκτες αναφοράς που χρησιμοποιούνται εντός της Ένωσης. Είναι απαραίτητο να
προσδιοριστεί ότι μόνον οι δείκτες αναφοράς που παράγουν οι εν λόγω κεντρικές
τράπεζες εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα
κανονισμό και ότι υπόκεινται σε παρόμοια πρότυπα με εκείνα που προβλέπει ο
παρών κανονισμός. (17) Τα σημεία αδυναμίας της
διαδικασίας παροχής δεικτών αναφοράς, που δεν υπόκεινται στην κατάλληλη
διακυβέρνηση, δημιουργούν τη δυνατότητα παραποίησης ενός δείκτη αναφοράς. Στην
περίπτωση που οι δείκτες αναφοράς διατίθενται στο κοινό, ενδέχεται να μην
ληφθούν υπόψη οι εν λόγω πλήρεις κίνδυνοι με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται
επαρκείς έλεγχοι και η κατάλληλη διακυβέρνηση. Προκειμένου να διασφαλιστεί η
ακεραιότητα των δεικτών αναφοράς, οι διαχειριστές τους θα πρέπει να
υποχρεούνται να εφαρμόζουν κατάλληλο πλαίσιο διακυβέρνησης για τον έλεγχο των
συγκρούσεων συμφερόντων και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης στην ακεραιότητα των
δεικτών αναφοράς. Ακόμη και εάν υπόκεινται σε αποτελεσματική διαχείριση, οι
περισσότεροι διαχειριστές διαπιστώνουν ορισμένες συγκρούσεις συμφερόντων και
ενδέχεται να αναγκαστούν να προβούν σε κρίσεις και αποφάσεις που επηρεάζουν μια
ετερόκλητη ομάδα ενδιαφερομένων. Επομένως, είναι απαραίτητο οι διαχειριστές να
διαθέτουν ανεξάρτητο εποπτικό ρόλο για την παρακολούθηση της εφαρμογής και της
αποτελεσματικότητας του πλαισίου διακυβέρνησης, την αποτελεσματική εποπτεία. (18) Η παραποίηση ή η αναξιοπιστία
των δεικτών αναφοράς μπορεί να προκαλέσει ζημία στους επενδυτές και τους καταναλωτές.
Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθορίσει ένα πλαίσιο σχετικά με την
τήρηση αρχείων από τους διαχειριστές και τους συνεισφέροντες, καθώς επίσης και
για την εξασφάλιση διαφάνειας σχετικά με τον σκοπό ενός δείκτη αναφοράς και τα
εισερχόμενα δεδομένα του, γεγονός που διευκολύνει την επίλυση με
αποτελεσματικότερο και ορθότερο τρόπο τυχόν αξιώσεων σε σχέση με το εθνικό ή το
ενωσιακό δίκαιο. (19) Ο έλεγχος και η αποτελεσματική
εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, απαιτούν μεταγενέστερη ανάλυση και παροχή
αποδεικτικών στοιχείων και, συνεπώς, είναι απαραίτητη η τήρηση των κατάλληλων
αρχείων σχετικά με τον υπολογισμό του δείκτη αναφοράς από τους διαχειριστές των
δεικτών αναφοράς για αρκετό χρονικό διάστημα. Η πραγματικότητα της οποίας τη
μέτρηση επιχειρεί ένας δείκτης αναφοράς και το περιβάλλον στο οποίο
πραγματοποιείται η μέτρηση ενδέχεται να μεταβληθούν με την πάροδο του χρόνου.
Συνεπώς, είναι απαραίτητο να διεξάγεται έλεγχος ή επανεξέταση της διαδικασίας
και της μεθοδολογίας παροχής των δεικτών αναφοράς σε τακτά χρονικά διαστήματα
προκειμένου να εντοπιστούν οι ελλείψεις και οι πιθανές βελτιώσεις. Πολλοί
ενδιαφερόμενοι ενδέχεται να επηρεαστούν από τις αδυναμίες στην παροχή των
δεικτών αναφοράς και να μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό τους. Συνεπώς,
είναι απαραίτητη η καθιέρωση ανεξάρτητης διαδικασίας υποβολής καταγγελιών για
να εξασφαλιστεί ότι οι εν λόγω ενδιαφερόμενοι φορείς θα είναι σε θέση να
ενημερώσουν τον διαχειριστή του δείκτη αναφοράς σχετικά με τις καταγγελίες και
ότι ο διαχειριστής θα αξιολογεί αντικειμενικά την ουσία κάθε καταγγελίας. (20) Η παροχή δεικτών αναφοράς
περιλαμβάνει συχνά την εξωτερική ανάθεση σημαντικών λειτουργιών, όπως τον
υπολογισμό του δείκτη αναφοράς, τη συλλογή εισερχόμενων δεδομένων και τη
διάδοση του δείκτη αναφοράς. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα
του πλαισίου διακυβέρνησης, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε
εξωτερική ανάθεση δεν απαλλάσσει τον διαχειριστή ενός δείκτη αναφοράς από
οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του, και ότι η ανάθεση
πραγματοποιείται κατά τρόπο ώστε να μην παρεμβαίνει ούτε στην ικανότητα του
διαχειριστή να ανταποκριθεί σε αυτές τις υποχρεώσεις ή ευθύνες ούτε στην
ικανότητα της σχετικής αρμόδιας αρχής να ασκήσει την εποπτική της εξουσία. (21) Ο διαχειριστής του δείκτη
αναφοράς είναι ο κεντρικός αποδέκτης των εισερχόμενων δεδομένων και μπορεί να
αξιολογήσει την ακεραιότητα και την ακρίβεια των δεδομένων αυτών σε σταθερή
βάση. Συνεπώς, ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς οφείλει να διενεργεί
κατάλληλους ελέγχους για την αξιολόγηση της ακρίβειας των εισερχόμενων
δεδομένων και να ενημερώνει τη σχετική αρμόδια αρχή σε περίπτωση εντοπισμού
ύποπτων δεδομένων. (22) Οι υπάλληλοι του διαχειριστή
ενδέχεται να εντοπίσουν πιθανές παραβιάσεις του παρόντος κανονισμού ή πιθανές
αδυναμίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παραποίηση ή απόπειρα παραποίησης.
Επομένως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να διασφαλίζει την ύπαρξη κατάλληλων
ρυθμίσεων, ώστε οι υπάλληλοι να είναι σε θέση να ειδοποιούν εμπιστευτικώς τους
διαχειριστές και τις αρμόδιες αρχές σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του παρόντος
κανονισμού. (23) Οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια
που μπορεί να ασκηθεί κατά την παροχή εισερχόμενων δεδομένων δημιουργεί τη
δυνατότητα παραποίησης ενός δείκτη αναφοράς. Στην περίπτωση που τα εισερχόμενα
δεδομένα αφορούν συναλλαγές, περιορίζεται η διακριτική ευχέρεια και, συνεπώς, η
δυνατότητα παραποίησης των δεδομένων. Συνεπώς, κατά γενικό κανόνα, οι
διαχειριστές των δεικτών αναφοράς θα πρέπει να χρησιμοποιούν εισερχόμενα
δεδομένα από πραγματικές συναλλαγές, όπου αυτό είναι δυνατό, αλλά υπάρχει
δυνατότητα χρήσης και άλλων δεδομένων στην περίπτωση που τα δεδομένα των
συναλλαγών δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και η ακρίβεια του
δείκτη αναφοράς. (24) Η ακρίβεια και η αξιοπιστία
του δείκτη αναφοράς για τη μέτρηση της οικονομικής πραγματικότητας της οποίας
επιδιώκεται η παρακολούθηση εξαρτάται από τη μεθοδολογία και τα εισερχόμενα
δεδομένα που χρησιμοποιούνται. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η θέσπιση μεθοδολογίας
που να διασφαλίζει την αξιοπιστία και την ακρίβεια του δείκτη αναφοράς. (25) Ενδέχεται να χρειαστεί αλλαγή
της μεθοδολογίας για να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη ακρίβεια του δείκτη αναφοράς,
αλλά οποιαδήποτε μεταβολή της μεθοδολογίας έχει αντίκτυπο στους χρήστες του
δείκτη αναφοράς και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Συνεπώς, είναι απαραίτητος ο
καθορισμός των διαδικασιών που θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά την αλλαγή της
μεθοδολογίας σχετικά με τους δείκτες αναφοράς, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης
διενέργειας διαβούλευσης, ώστε οι χρήστες και τα ενδιαφερόμενα μέρη να είναι σε
θέση να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες ανάλογα με τις αλλαγές αυτές ή να
ενημερώσουν τον διαχειριστή, σε περίπτωση που οι αλλαγές αυτές τους
προβληματίζουν. (26) Η ακεραιότητα και η ακρίβεια
των δεικτών αναφοράς εξαρτάται από την ακεραιότητα και την ακρίβεια των
εισερχόμενων δεδομένων που παρέχουν οι συνεισφέροντες. Είναι απαραίτητο να
προσδιοριστούν σαφώς οι υποχρεώσεις των συνεισφερόντων σε ό,τι αφορά τα εν λόγω
εισερχόμενα δεδομένα, να είναι αξιόπιστες και να συνάδουν με τους ελέγχους και
τη μεθοδολογία που εφαρμόζει ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς. Κατά συνέπεια,
ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς οφείλει να καταρτίσει κώδικα δεοντολογίας
για τον προσδιορισμό των εν λόγω απαιτήσεων, ο οποίος θα είναι δεσμευτικός για
τους συνεισφέροντες. (27) Πολλοί δείκτες αναφοράς
προσδιορίζονται με εισερχόμενα δεδομένα που παρέχονται από ρυθμιζόμενους
χώρους, χρηματιστήρια ενέργειας και δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών. Οι χώροι
αυτοί υπόκεινται σε ρυθμίσεις και εποπτεία, γεγονός που διασφαλίζει την
ακεραιότητα των εισερχόμενων δεδομένων, προβλέπουν απαιτήσεις διακυβέρνησης και
διαδικασίες για τη γνωστοποίηση των παραβάσεων. Συνεπώς, αυτοί οι δείκτες
αναφοράς απαλλάσσονται από ορισμένες απαιτήσεις προκειμένου να αποφευχθούν οι διπλές
ρυθμίσεις και επειδή η εποπτεία τους διασφαλίζει την ακεραιότητα των
χρησιμοποιούμενων εισερχόμενων δεδομένων. (28) Οι συνεισφέροντες στους
δείκτες αναφοράς ενδέχεται να υπόκεινται σε συγκρούσεις συμφερόντων και
δύνανται να ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια σε ό,τι αφορά τον καθορισμό των
εισερχόμενων δεδομένων. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο οι συνεισφέροντες να
υπόκεινται στο πλαίσιο διακυβέρνησης ώστε να διασφαλίζεται η διαχείριση των
συγκρούσεων αυτών και η ακρίβεια των εισερχόμενων δεδομένων, η συμμόρφωσή τους
με τις απαιτήσεις του διαχειριστή, καθώς και η δυνατότητα επικύρωσής τους. (29) Οι διάφοροι τύποι και τομείς
δεικτών αναφοράς έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικές αδυναμίες και
ενέχουν διαφορετικούς κινδύνους. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει
να προσδιοριστούν περαιτέρω σε ό,τι αφορά συγκεκριμένους τομείς και τύπους
δεικτών αναφοράς. Οι δείκτες αναφοράς για τα διατραπεζικά επιτόκια
διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Συνεπώς,
είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί ο τρόπος εφαρμογής των διατάξεων αυτών του
παρόντος κανονισμού στους εν λόγω δείκτες αναφοράς. Οι δείκτες αναφοράς για τα
βασικά προϊόντα χρησιμοποιούνται ευρέως και διαθέτουν ειδικά χαρακτηριστικά για
τον συγκεκριμένο τομέα. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί ο τρόπος
εφαρμογής των διατάξεων αυτών του παρόντος κανονισμού στους εν λόγω δείκτες
αναφοράς. (30) Οι αδυναμίες ορισμένων δεικτών
αναφοράς κρίσιμης σημασίας μπορεί να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό την
οικονομική σταθερότητα, την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ή τους επενδυτές και,
ως εκ τούτου, απαιτείται η τήρηση επιπλέον απαιτήσεων για τη διασφάλιση της
ακεραιότητας και της αρτιότητας των εν λόγω δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας.
Στην περίπτωση που ένας δείκτης αναφοράς αποτελεί αναφορά για σημαντική αξία
χρηματοπιστωτικών μέσων, ο αντίκτυπός του είναι τέτοιου επιπέδου. Επομένως,
είναι απαραίτητο η Επιτροπή να καθορίσει αυτούς τους δείκτες αναφοράς που
χρησιμοποιούνται ως αναφορά σε χρηματοπιστωτικά μέσα που υπερβαίνουν ένα
ορισμένο όριο και θα πρέπει να θεωρούνται δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας. (31) Η παύση της δραστηριότητας
ορισμένων συνεισφερόντων ενδέχεται να υπονομεύσει την αξιοπιστία των δεικτών
αναφοράς κρίσιμης σημασίας. Για την αντιμετώπιση των αδυναμιών αυτών, είναι
συνεπώς απαραίτητο να διαθέτει η σχετική αρμόδια αρχή την εξουσία να απαιτεί
υποχρεωτικές συνεισφορές στους δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας. (32) Για να προβούν οι χρήστες των
δεικτών αναφοράς στις κατάλληλες επιλογές και να κατανοήσουν τους κινδύνους που
ενέχουν, πρέπει να γνωρίζουν το αντικείμενο της μέτρησης των δεικτών και τις
αδυναμίες τους. Συνεπώς, ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς θα πρέπει να
δημοσιεύει σχετική δήλωση, στην οποία προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτά, καθώς
και τα εισερχόμενα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του δείκτη
αναφοράς. (33) Οι καταναλωτές μπορούν να
συνάπτουν χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, ιδίως συμβάσεις για ενυπόθηκα ή
καταναλωτικά δάνεια, που περιλαμβάνουν αναφορά σε δείκτη αναφοράς, αλλά η άνιση
διαπραγματευτική ισχύς και η χρήση τυποποιημένων όρων συντελεί στον περιορισμό
των επιλογών τους σχετικά με τον χρησιμοποιούμενο δείκτη αναφοράς. Συνεπώς,
είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η ευθύνη για την αξιολόγηση της
καταλληλότητας ενός δείκτη αναφοράς για τον καταναλωτή βαρύνει τους δανειστές ή
τους πιστωτές που αποτελούν εποπτευόμενους φορείς, καθώς εκείνοι διαθέτουν
μεγαλύτερη ικανότητα επιλογής του δείκτη αναφοράς. Ωστόσο, ο παρών κανονισμός
δεν θα πρέπει να καθιστά υποχρεωτική την αξιολόγηση της καταλληλότητας για τα
χρηματοπιστωτικά μέσα που χρησιμοποιούνται ως αναφορά σε δείκτη αναφοράς, καθώς
αυτό προβλέπεται ήδη στην οδηγία [MIFID]. (34) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει
να λάβει υπόψη τις αρχές για τους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς που
εξέδωσε η Διεθνής Οργάνωση των Επιτροπών Χρηματιστηριακών Αξιών (εφεξής «αρχές
της IOSCO») στις 17 Ιουλίου 2013, οι οποίες αποτελούν παγκόσμιο πρότυπο για τις
ρυθμιστικές απαιτήσεις στον τομέα των δεικτών αναφοράς. Είναι απαραίτητο για
την προστασία των επενδυτών να μπορεί να καταρτιστεί αξιολόγηση σύμφωνα με την
οποία η εποπτεία και το ρυθμιστικό πλαίσιο σε οποιαδήποτε τρίτη χώρα βρίσκονται
σε ισοδύναμο επίπεδο με την εποπτεία και το ρυθμιστικό πλαίσιο για τους δείκτες
αναφοράς εντός της Ένωσης, πριν χρησιμοποιηθούν στην Ένωση δείκτες αναφοράς
παρεχόμενοι από φορείς της συγκεκριμένης τρίτης χώρας. (35) Οι διαχειριστές υπόκεινται σε
αδειοδότηση και εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο
βρίσκονται οι εν λόγω διαχειριστές. (36) Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα
πρόσωπο μπορεί να παράσχει δείκτη χωρίς να γνωρίζει ότι χρησιμοποιείται ως
αναφορά για χρηματοπιστωτικό μέσο. Αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση που οι
χρήστες και ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη
μέλη. Είναι επομένως απαραίτητο οι αρμόδιες αρχές να ενημερώνουν μια κεντρική
συντονιστική αρχή, όπως την ΕΑΚΑΑ, η οποία με τη σειρά της θα πρέπει να
ενημερώσει τον διαχειριστή, σε περίπτωση εντοπισμού χρήσης ενός δείκτη αναφοράς
σε χρηματοπιστωτικό μέσο. (37) Ένα σύνολο αποτελεσματικών
εργαλείων, εξουσιών και πόρων για τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εγγυάται
την αποτελεσματικότητα της εποπτείας. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να
προβλέπει ειδικότερα ένα ελάχιστο επίπεδο εποπτικών και ελεγκτικών αρμοδιοτήτων
που θα πρέπει να ανατεθούν στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με το
εθνικό δίκαιο. Κατά την άσκηση των εξουσιών τους στο πλαίσιο του παρόντος
κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΚΑΑ ενεργούν με τρόπο αντικειμενικό και
αμερόληπτο διατηρώντας την αυτονομία τους σε ό,τι αφορά τη διαδικασία λήψης
αποφάσεων. (38) Για τον εντοπισμό παραβάσεων
του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο για τις αρμόδιες αρχές να έχουν,
σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, δυνατότητα πρόσβασης στις εγκαταστάσεις φυσικών
και νομικών προσώπων προκειμένου να προβούν σε κατάσχεση εγγράφων. Η πρόσβαση
στις εγκαταστάσεις αυτές είναι απαραίτητη στην περίπτωση που υφίστανται εύλογες
υπόνοιες ότι υπάρχουν τέτοια έγγραφα καθώς και άλλα δεδομένα σχετικά με το
αντικείμενο της επιθεώρησης ή της έρευνας και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να
αποδειχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού. Επιπλέον, η πρόσβαση στις
εγκαταστάσεις είναι απαραίτητη στην περίπτωση που: το πρόσωπο από το οποίο
έχουν ζητηθεί οι πληροφορίες δεν έχει συμμορφωθεί με την απαίτηση, ή υπάρχουν
βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι, εάν υποβληθεί αίτηση, δεν θα υπάρξει συμμόρφωση
ή ότι τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που σχετίζονται με την απαίτηση παροχής
πληροφοριών θα απομακρυνθούν, θα παραποιηθούν ή θα καταστραφούν. Εάν απαιτείται
προηγούμενη έγκριση της δικαστικής αρχής του οικείου κράτους μέλους, σύμφωνα με
το εθνικό δίκαιο, η εξουσία πρόσβασης στις εγκαταστάσεις ασκείται μετά την
εξασφάλιση της εν λόγω προηγούμενης έγκρισης. (39) Οι υφιστάμενες καταγεγραμμένες
τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και άλλα αρχεία κίνησης δεδομένων εποπτευόμενων φορέων
μπορούν να αποτελούν στοιχεία κρίσιμης σημασίας και ενίοτε τα μοναδικά στοιχεία
για τον εντοπισμό και την απόδειξη των παραβάσεων του παρόντος κανονισμού, και
κυρίως της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις διακυβέρνησης και ελέγχου. Τα εν λόγω
αρχεία και οι εν λόγω καταγραφές μπορούν να συμβάλουν στην ταυτοποίηση του
υπευθύνου για την υποβολή προσώπου, των υπευθύνων για την έγκρισή της και στην
εξακρίβωση του κατά πόσον διατηρείται ο φυσικός διαχωρισμός μεταξύ των
υπαλλήλων. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν
υφιστάμενες καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, ηλεκτρονικές επικοινωνίες
και αρχεία κίνησης δεδομένων που τηρούν εποπτευόμενοι φορείς, στις περιπτώσεις που
υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι οι καταγραφές ή τα αρχεία που σχετίζονται με το
αντικείμενο της επιθεώρησης ή της έρευνας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να
αποδειχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού. (40) Ορισμένες από τις διατάξεις
του παρόντος κανονισμού ισχύουν για φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε τρίτες χώρες,
που ενδέχεται να χρησιμοποιούν δείκτες αναφοράς, να αποτελούν συνεισφέροντες σε
δείκτες αναφοράς ή να εμπλέκονται με άλλο τρόπο στη διαδικασία των δεικτών
αναφοράς. Κατά συνέπεια, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να συνάπτουν συμφωνίες με
τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών. Η ΕΑΚΑΑ πρέπει να συντονίζει την ανάπτυξη
αυτών των συμφωνιών συνεργασίας και την ανταλλαγή των πληροφοριών που
λαμβάνονται από τρίτες χώρες μεταξύ των αρμόδιων αρχών. (41) Ο παρών κανονισμός σέβεται τα
θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στη Συνθήκη για τη
λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και τον Χάρτη των Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα το δικαίωμα σεβασμού της
ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και την
πληροφόρηση, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, το
δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και το δικαίωμα υπεράσπισης. Συνεπώς, ο παρών
κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται, τηρουμένων των εν λόγω
δικαιωμάτων και αρχών. (42) Τα δικαιώματα υπεράσπισης των
προσώπων που αφορά η έρευνα θα πρέπει να διασφαλίζονται πλήρως. Ειδικότερα, στα
πρόσωπα τα οποία αφορά η διαδικασία παρέχεται πρόσβαση στα πορίσματα με βάση τα
οποία οι αρμόδιες αρχές έλαβαν την απόφαση, καθώς επίσης και το δικαίωμα
ακρόασης. (43) Η διαφάνεια σχετικά με τους
δείκτες αναφοράς είναι απαραίτητη για τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών
αγορών και την προστασία των επενδυτών. Κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών
εκ μέρους των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες για
τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως καθορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για
την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[16]. Κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση
πληροφοριών εκ μέρους της ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες
για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000,
σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας
προσωπικών δεδομένων από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και
σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[17]. (44) Λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές
που παρατίθενται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την ενίσχυση των
συστημάτων κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και τις νομικές
πράξεις της Ένωσης που εγκρίθηκαν σε συνέχεια της ανακοίνωσης αυτής, τα κράτη
μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις και διοικητικά
μέτρα, που εφαρμόζονται για παραβιάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού
και να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι εν λόγω κυρώσεις και τα εν λόγω
διοικητικά μέτρα θα πρέπει να έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό
χαρακτήρα. (45) Συνεπώς, θα πρέπει να προβλεφθεί
μια σειρά διοικητικών μέτρων, κυρώσεων και προστίμων για να διασφαλιστεί η
κοινή προσέγγιση μεταξύ των κρατών μελών, αλλά και για να ενισχυθεί ο
αποτρεπτικός χαρακτήρας τους. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε ειδικές
περιπτώσεις θα πρέπει να καθοριστούν λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση,
παράγοντες όπως η επιστροφή τυχόν εντοπισθέντος οικονομικού οφέλους, η
σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης, τυχόν επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς
παράγοντες, τον αναγκαίο αποτρεπτικό χαρακτήρα των προστίμων και, ανάλογα με
την περίπτωση, να περιλαμβάνουν μείωση ως αντάλλαγμα για τη συνεργασία με την
αρμόδια αρχή. Ειδικότερα, το πραγματικό ποσό διοικητικού προστίμου που
επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να ανέλθει στο μέγιστο επίπεδο
που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ή στο υψηλότερο επίπεδο που προβλέπεται
στο εθνικό δίκαιο για πολύ σοβαρές παραβάσεις, ενώ μπορούν να επιβληθούν
πρόστιμα αρκετά χαμηλότερα από το μέγιστο επίπεδο σε ήσσονος σημασίας
παραβάσεις ή σε περίπτωση διακανονισμού. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει επίσης να
έχει τη δυνατότητα επιβολής προσωρινής απαγόρευσης της άσκησης των αρμοδιοτήτων
διαχείρισης από τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς ή τους συνεισφέροντες. Ο
παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να περιορίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να
προβλέψουν υψηλότερα επίπεδα διοικητικών κυρώσεων. (46) Προκειμένου να διασφαλιστεί
ότι οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα
για το ευρύ κοινό, θα πρέπει κατά κανόνα να δημοσιεύονται. Η δημοσίευση των
αποφάσεων είναι επίσης ιδιαίτερα χρήσιμη για τις αρμόδιες αρχές σε ό,τι αφορά
την ενημέρωση των συμμετεχόντων στην αγορά σχετικά με τις συμπεριφορές που
αποτελούν παραβάσεις του παρόντος κανονισμού και την ευρύτερη προώθηση της
ορθής συμπεριφοράς μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά. Εάν η δημοσίευση αυτή
ενδέχεται να προξενήσει δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, διακυβεύει τη
σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια έρευνα σε εξέλιξη, η αρμόδια
αρχή θα πρέπει να δημοσιεύει τις κυρώσεις και τα μέτρα διατηρώντας την ανωνυμία
των εμπλεκομένων ή να καθυστερεί τη δημοσίευση. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να
έχουν τη δυνατότητα επιλογής της μη δημοσίευσης των κυρώσεων στην περίπτωση που
θεωρείται ότι η ανώνυμη ή η καθυστερημένη δημοσίευση δεν επαρκεί για να
διασφαλίσει ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών
αγορών. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές δεν υποχρεούνται να δημοσιεύουν μέτρα που
θεωρούνται ήσσονος σημασίας, σε περίπτωση που η δημοσίευσή τους θα προξενούσε
δυσανάλογο φόρτο. (47) Οι δείκτες αναφοράς κρίσιμης
σημασίας ενδέχεται να αφορούν τους συνεισφέροντες, τους διαχειριστές και τους
χρήστες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Συνεπώς, η παύση της παροχής ενός
τέτοιου δείκτη αναφοράς ή οποιοδήποτε γεγονός που θα μπορούσε να υπονομεύσει σε
μεγάλο βαθμό την ακεραιότητά του μπορεί να επηρεάσει περισσότερα του ενός κράτη
μέλη, γεγονός που σημαίνει ότι η εποπτεία ενός τέτοιου δείκτη μόνο από την
αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο βασίζεται δεν είναι επαρκής και
αποτελεσματική σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των κινδύνων που ενέχει. Για να
διασφαλιστεί η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εποπτεία
μεταξύ των αρμοδίων αρχών, ο συντονισμός των δραστηριοτήτων και των εποπτικών
μέτρων τους, θα πρέπει να συσταθούν συλλογικά όργανα των αρμοδίων αρχών. Οι
δραστηριότητες των οργάνων αυτών θα πρέπει να συμβάλλουν στην εναρμονισμένη
εφαρμογή των κανόνων του παρόντων κανονισμού και τη σύγκλιση των πρακτικών
εποπτείας. Η νομικώς δεσμευτική διαμεσολάβηση της ΕΑΚΑΑ αποτελεί βασικό
στοιχείο για την επίτευξη του συντονισμού, της εποπτικής συνοχής και της
σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών. Οι δείκτες αναφοράς μπορεί να
χρησιμοποιούνται ως αναφορά σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές
συμβάσεις μακράς διαρκείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να μην
επιτρέπεται πλέον η παροχή τέτοιων δεικτών αναφοράς μετά την έναρξη ισχύος του
παρόντος κανονισμού, επειδή τα χαρακτηριστικά τους δεν μπορούν να προσαρμοστούν
ώστε να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, η
απαγόρευση της συνεχούς παροχής ενός τέτοιου δείκτη αναφοράς ενδέχεται να
συντελέσει στη λύση ή την αδυναμία εκπλήρωσης των χρηματοπιστωτικών μέσων ή
συμβάσεων και με αυτόν τον τρόπο να βλάψουν τους επενδυτές. Συνεπώς, είναι
απαραίτητο να προβλεφθεί η δυνατότητα συνέχισης της παροχής αυτών των δεικτών
αναφοράς κατά τη διάρκειας μιας μεταβατικής περιόδου. (48) Προκειμένου να διασφαλιστούν
οι ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και να προσδιοριστούν
περαιτέρω οι τεχνικές λεπτομέρειες της πρότασης, θα πρέπει να ανατεθεί στην
Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ όσον αφορά
τον προσδιορισμό των τεχνικών στοιχείων των ορισμών, τις απαιτήσεις
διακυβέρνησης και ελέγχου που ισχύουν για τους διαχειριστές και τους
εποπτευόμενους συνεισφέροντες, τις απαιτήσεις σχετικά με τα εισερχόμενα
δεδομένα και τη μεθοδολογία, τον κώδικα δεοντολογίας, τις ειδικές απαιτήσεις
για τους διαφορετικούς τύπους δεικτών αναφοράς και τομείς και τις πληροφορίες
που παρέχονται στις αιτήσεις αδειοδότησης των διαχειριστών. (49) Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να
εκδίδει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, που έχει αναπτύξει η ΕΑΚΑΑ για την
καθιέρωση του ελάχιστου περιεχομένου των μηχανισμών συνεργασίας με τις αρμόδιες
αρχές των τρίτων χωρών, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290
της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. (50) Προκειμένου να διασφαλιστούν
οι ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, σε ό,τι αφορά ορισμένες από
τις πτυχές του θα πρέπει να χορηγηθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή.
Οι πτυχές αυτές αφορούν την εξακρίβωση της ισοδυναμίας του νομικού πλαισίου στο
οποίο υπόκεινται οι κεντρικές τράπεζες και οι πάροχοι των δεικτών αναφοράς των
τρίτων χωρών, καθώς και του κρίσιμου χαρακτήρα του δείκτη αναφοράς. Οι εξουσίες
αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011[18] για τη θέσπιση κανόνων και
γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των
εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή. (51) Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να
εξουσιοδοτείται να εκδίδει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, που έχει αναπτύξει η
ΕΑΚΑΑ για την καθιέρωση διαδικασιών και τρόπων ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ
των αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ, μέσω εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο
291 της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
Επειδή οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, και συγκεκριμένα η θέσπιση συνεκτικού
και αποτελεσματικού καθεστώτος για την αντιμετώπιση των σημείων αδυναμίας των
δεικτών αναφοράς, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη,
δεδομένου ότι ο συνολικός αντίκτυπος των προβλημάτων σχετικά με τους δείκτες
αναφοράς μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως μόνο στο πλαίσιο της Ένωσης και μπορούν
συνεπώς να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να
εγκρίνει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της
Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως
ορίζεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την
επίτευξη των στόχων αυτών. ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: ΤΙΤΛΟΣ 1
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ Άρθρο 1
Αντικείμενο Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κοινό πλαίσιο για
την εξασφάλιση της ακρίβειας και ακεραιότητας των δεικτών που χρησιμοποιούνται
ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις
στην Ένωση. Ο κανονισμός συμβάλλει με αυτόν τον τρόπο στην ομαλή λειτουργία της
εσωτερικής αγοράς, επιτυγχάνοντας παράλληλα υψηλό επίπεδο προστασίας των
καταναλωτών και των επενδυτών. Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής 1. Ο παρών κανονισμός
εφαρμόζεται για την παροχή των δεικτών αναφοράς, τη συνεισφορά των εισερχόμενων
δεδομένων σε δείκτη αναφοράς και τη χρήση του εντός της Ένωσης. 2. Ο παρών κανονισμός δεν
εφαρμόζεται σε: α) Μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών
Τραπεζών (ΕΣΚΤ). β) Κεντρικές τράπεζες τρίτων χωρών, το
νομικό πλαίσιο των οποίων αναγνωρίζεται από την Επιτροπή, καθώς προβλέπει
αρχές, πρότυπα και διαδικασίες που διασφαλίζουν την ακρίβεια, την ακεραιότητα
και την ανεξαρτησία της παροχής των δεικτών αναφοράς κατά τα οριζόμενα στον
παρόντα κανονισμό. 3. Η Επιτροπή καταρτίζει
κατάλογο των κεντρικών τραπεζών τρίτων χωρών που αναφέρονται στην παράγραφο 2
στοιχείο β). Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα
με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2. Άρθρο 3
Ορισμοί 1. Για τους σκοπούς του παρόντος
κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (1)
«δείκτης»: οποιοδήποτε αριθμητικό δεδομένο: α) που δημοσιεύεται ή διατίθεται στο κοινό· β) που προσδιορίζεται τακτικά, εξ ολοκλήρου
ή εν μέρει, με την εφαρμογή ενός τύπου ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο υπολογισμού
ή μέσω αξιολόγησης· γ) στην περίπτωση που ο προσδιορισμός αυτός
πραγματοποιείται με βάση την αξία ενός ή περισσότερων υποκείμενων περιουσιακών
στοιχείων ή τις τιμές, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμώμενων τιμών, ή άλλες
αξίες. (2)
«δείκτης αναφοράς»: οποιοσδήποτε δείκτης σε σχέση
με τον οποίο το καταβλητέο ποσό βάσει ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή μιας
χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή η αξία ενός χρηματοπιστωτικού μέσου καθορίζεται ή
ενός δείκτη που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της απόδοσης ενός ταμείου
επενδύσεων· (3)
«παροχή δείκτη αναφοράς»: α) διαχείριση των ρυθμίσεων για τον
καθορισμό ενός δείκτη αναφοράς· και β) συλλογή, ανάλυση ή επεξεργασία
εισερχόμενων δεδομένων με στόχο τον προσδιορισμό ενός δείκτη αναφοράς· και γ) τον προσδιορισμό ενός δείκτη αναφοράς
μέσω της εφαρμογής ενός τύπου ή άλλης μεθόδου υπολογισμού ή μέσω της
αξιολόγησης των εισερχόμενων δεδομένων που παρέχονται για το σκοπό αυτό. (4)
«διαχειριστής»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που
ελέγχει την παροχή ενός δείκτη αναφοράς· (5)
«χρήστης δείκτη αναφοράς»: οποιοδήποτε πρόσωπο που
εκδίδει ή κατέχει χρηματοπιστωτικό μέσο ή αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος σε
χρηματοπιστωτική σύμβαση με βάση δείκτη αναφοράς· (6)
«συνεισφορά εισερχόμενων δεδομένων»: η παροχή
εισερχόμενων δεδομένων σε διαχειριστή, ή σε άλλο πρόσωπο προκειμένου να τα
διαβιβάσει στον διαχειριστή, που απαιτούνται για τον καθορισμό του συγκεκριμένου
δείκτη αναφοράς και παρέχονται για αυτόν ακριβώς τον σκοπό· (7)
«συνεισφέρων»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει
εισερχόμενα δεδομένα· (8)
«εποπτευόμενος συνεισφέρων»: εποπτευόμενος φορέας
που παρέχει εισερχόμενα δεδομένα σε διαχειριστή που βρίσκεται στην Ένωση· (9)
«υποβάλλων»: φυσικό πρόσωπο που απασχολείται από
τον συνεισφέροντα για τον σκοπό της παροχής εισερχόμενων δεδομένων· (10)
«εισερχόμενα δεδομένα»: τα δεδομένα σχετικά με την
αξία ενός ή περισσότερων υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων ή οι τιμές,
συμπεριλαμβανομένων των εκτιμώμενων τιμών ή άλλων αξιών που χρησιμοποιεί ο
διαχειριστής για τον καθορισμό του δείκτη αναφοράς· (11)
«ρυθμιζόμενα δεδομένα»: εισερχόμενα δεδομένα που
αποτελούν αντικείμενο απευθείας συνεισφοράς από τόπο διαπραγμάτευσης, όπως
ορίζεται στο σημείο 25 της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του κανονισμού [MIFIR] ή
εγκεκριμένο μηχανισμό δημοσίευσης, όπως ορίζεται στο σημείο 18 της παραγράφου 1
του άρθρου 2 του κανονισμού [MIFIR] ή εγκεκριμένο μηχανισμό υποβολής εκθέσεων
κατά τα οριζόμενα στο σημείο 20 της παραγράφου 1 του άρθρου 2 [MIFIR] ή σύμφωνα
με τις υποχρεωτικές απαιτήσεις για τα μετασυναλλακτικά δεδομένα ή χρηματιστήριο
ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 σημείο ι) της
οδηγίας 2009/72/ΕΚ[19]
ή χρηματιστήριο φυσικού αερίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 1
σημείο ι) της οδηγίας 2009/73/ΕΚ[20]
ή πλατφόρμα δημοπρασιών όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 ή το άρθρο 30 του
κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1031/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· (12)
«δεδομένα συναλλαγών»: παρατηρήσιμες τιμές,
συντελεστές, δείκτες ή τιμές που αντιστοιχούν σε συναλλαγές μεταξύ ανεξάρτητων
αντισυμβαλλομένων σε ενεργό αγορά που επηρεάζονται από ανταγωνιστικές δυνάμεις
της προσφοράς και της ζήτησης· (13)
«χρηματοπιστωτικό μέσο»: οποιοδήποτε από τα μέσα
που παρατίθενται στο παράρτημα Ι, τμήμα Γ της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, για τα οποία
έχει υποβληθεί αίτημα εισαγωγής προς διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης ή
που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης· (14)
«εποπτευόμενος φορέας»: πρόκειται για τους
ακόλουθους φορείς: α) πιστωτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο
άρθρο 3 σημείο 1) της οδηγίας 2013/36/ΕΚ[21]·
β) επιχειρήσεις επενδύσεων κατά την έννοια
του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 1) του [MIFIR]· γ) ασφαλιστικές επιχειρήσεις, όπως
ορίζονται στο άρθρο 13 σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ[22]· δ) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, όπως
ορίζονται στο άρθρο 13 σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· ε) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε
κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΕ[23]· στ) διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών
επενδύσεων (ΔΟΕΕ), όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της
οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[24]· ζ) κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους όπως
ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[25]· η) αρχεία καταγραφής συναλλαγών, όπως
ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· θ) διαχειριστή· (15)
«χρηματοδοτική σύμβαση»: α) οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης, όπως
ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο γ) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[26]·
β) οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης, όπως
ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 3 της [οδηγία [2013/.../] του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα
κατοικίας]· (16)
«ταμείο επενδύσεων»: οργανισμοί εναλλακτικών
επενδύσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή εταιρείες συλλογικών
επενδύσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/65/ΕΕ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· (17)
«διοικητικό όργανο»: το διοικητικό όργανο μιας
επιχείρησης που αναλαμβάνει τα καθήκοντα εποπτείας και διαχείρισης, το οποίο
έχει την απόλυτη εξουσία λήψης αποφάσεων και την εξουσία καθορισμού της
στρατηγικής, των στόχων και της συνολικής κατεύθυνσης της επιχείρησης· (18)
«καταναλωτής»: φυσικό πρόσωπο το οποίο, με τις
χρηματοπιστωτικές συμβάσεις που καλύπτει ο παρών κανονισμός, επιδιώκει σκοπούς
που είναι άσχετοι με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά
του· (19)
«δείκτης αναφοράς διατραπεζικού επιτοκίου»: δείκτης
αναφοράς το υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο του οποίου για τους σκοπούς της
παραγράφου 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου είναι το επιτόκιο με το οποίο οι
τράπεζες μπορεί να δανείσουν ή να δανειστούν από άλλες τράπεζες· (20)
«δείκτης αναφοράς για βασικά προϊόντα»: δείκτης
αναφοράς το υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο του οποίου για τους σκοπούς της
παραγράφου 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου είναι βασικό προϊόν κατά την
έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006 της
Επιτροπής[27]·
Τα δικαιώματα εκπομπών, όπως ορίζονται στο σημείο 11 του τμήματος Γ του
παραρτήματος Ι της [MiFID] δεν θεωρούνται βασικά προϊόντα για τους σκοπούς του
παρόντος κανονισμού· (21)
«δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας»: δείκτης
αναφοράς, του οποίου η πλειονότητα των συνεισφερόντων είναι εποπτευόμενοι
φορείς, και χρησιμοποιείται ως αναφοράς για χρηματοπιστωτικά μέσα ονομαστικής
αξίας τουλάχιστον 500 δισ. ευρώ· (22)
«βρίσκεται»: για νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος ή
η τρίτη χώρα όπου βρίσκεται η καταστατική έδρα ή άλλη επίσημη διεύθυνση του εν
λόγω προσώπου και για φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος ή η τρίτη χώρα όπου το εν
λόγω πρόσωπο έχει την φορολογική του κατοικία. 2. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να
εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 37 με στόχο τον
περαιτέρω προσδιορισμό των τεχνικών στοιχείων των ορισμών της παραγράφου 1, και
ειδικότερα για την διευκρίνιση του περιεχομένου του όρου «διάθεση στο κοινό»
για τους σκοπούς του καθορισμού ενός δείκτη και για τη συνεκτίμηση των
εξελίξεων της αγοράς ή των τεχνολογικών εξελίξεων. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη
σύγκλιση των πρακτικών εποπτείας σε διεθνές επίπεδο σε ό,τι αφορά τους δείκτες
αναφοράς. Άρθρο 4
Εξαίρεση διαχειριστών που αγνοούν τη χρήση των δεικτών αναφοράς που παρέχουν
και μη συναινούντων διαχειριστών 1. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει
για διαχειριστή που σε ό,τι αφορά δείκτη αναφοράς που παρέχει ο ίδιος δεν
γνωρίζει ή δεν θα ήταν σε θέση ευλόγως να γνωρίζει ότι ο συγκεκριμένος δείκτης
αναφοράς χρησιμοποιείται για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 3
παράγραφος 1 στοιχείο 2). 2. Ο παρών κανονισμός δεν
εφαρμόζεται στο διαχειριστή δείκτη αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 25
παράγραφος 3 για τον εν λόγω δείκτη αναφοράς. ΤΙΤΛΟΣ II
ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΔΕΙΚΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΑΣ Κεφάλαιο
1
Διακυβέρνηση και έλεγχος διαχειριστών Άρθρο 5
Απαιτήσεις σχετικά με την διακυβέρνηση 1. Οι εξής απαιτήσεις
διακυβέρνησης ισχύουν για τον διαχειριστή: α) ο διαχειριστής πρέπει να διαθέτει άρτιο
πλαίσιο διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με σαφώς
καθορισμένους ρόλους και αρμοδιότητες, που χαρακτηρίζονται από διαφάνεια και
συνέπεια, για όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην παροχή ενός δείκτη αναφοράς. ο διαχειριστής πρέπει να προβαίνει σε κάθε
απαραίτητη ενέργεια για να διασφαλίσει ότι η παροχή ενός δείκτη αναφοράς δεν
επηρεάζεται από υφιστάμενες ή ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων και ότι, στην
περίπτωση που απαιτείται άσκηση διακριτικής ευχέρειας ή κρίσης στη διαδικασία
καθορισμού του δείκτη αναφοράς, αυτή ασκείται με ανεξάρτητο και έντιμο τρόπο
(«Διακυβέρνηση και συγκρούσεις συμφερόντων»)· β) ο διαχειριστής θεσπίζει εποπτική
λειτουργία η οποία καλύπτει όλο το φάσμα της διαδικασίας παροχής των δεικτών
αναφοράς του («Εποπτεία»)· γ) ο διαχειριστής διαθέτει πλαίσιο ελέγχου
που εξασφαλίζει ότι ο δείκτης αναφοράς παρέχεται και δημοσιεύεται ή διατίθεται
σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό («Έλεγχοι»)· δ) ο διαχειριστής διαθέτει πλαίσιο
λογοδοσίας που καλύπτει την τήρηση αρχείων, τις διαδικασίες ελέγχων και
επανεξέτασης και τη διαδικασία υποβολής καταγγελιών και παρέχει στοιχεία
σχετικά με τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού («Λογοδοσία»). 2. Ο διαχειριστής συμμορφώνεται
με τις απαιτήσεις διακυβέρνησης και ελέγχου που καθορίζονται στο τμήμα Α του
παραρτήματος 1. 3. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να
εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 37 σχετικά με τον
περαιτέρω προσδιορισμό των απαιτήσεων διακυβέρνησης και ελέγχου που
προβλέπονται στο τμήμα Α του παραρτήματος 1. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα
ακόλουθα: α) τις εξελίξεις των δεικτών αναφοράς και
των χρηματοπιστωτικών αγορών με βάση τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών σε
διεθνές επίπεδο σε ό,τι αφορά το πλαίσιο διακυβέρνησης για τους δείκτες
αναφοράς· β) τα ειδικά χαρακτηριστικά διαφορετικών
τύπων δεικτών αναφοράς και διαχειριστών· γ) υφιστάμενες ή δυνητικές συγκρούσεις
συμφερόντων κατά την παροχή δεικτών αναφοράς, ευπάθεια των δεικτών αναφοράς ως
προς την παραποίηση και σημασία των δεικτών αναφοράς για την οικονομική
σταθερότητα, τις αγορές και τους επενδυτές. Άρθρο 6
Εξωτερική ανάθεση 1. Οι διαχειριστές δεν
προβαίνουν σε εξωτερική ανάθεση λειτουργιών κατά τη διαδικασία παροχής ενός
δείκτη αναφοράς κατά τρόπον που να βλάπτει ουσιωδώς τον έλεγχο του διαχειριστή
σε ό,τι αφορά την παροχή του δείκτη αναφοράς ή την ικανότητα της σχετικής
αρμόδιας αρχής σχετικά με την εποπτεία του δείκτη αναφοράς. 2. Όταν προβαίνει σε εξωτερική
ανάθεση, ο διαχειριστής διασφαλίζει ότι πληρούνται οι απαιτήσεις περί
εξωτερικής ανάθεσης που καθορίζονται στο τμήμα Β του παραρτήματος 1. 3. Όταν ένας διαχειριστής
αναθέτει λειτουργίες ή υπηρεσίες και δραστηριότητες σχετικές με την παροχή ενός
δείκτη αναφοράς σε πάροχο υπηρεσιών, εξακολουθεί να φέρει την πλήρη ευθύνη της
συμμόρφωσής του με το σύνολο των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τον παρόντα
κανονισμό. Κεφάλαιο
2
Εισερχόμενα δεδομένα, μεθοδολογία και αναφορά των παραβάσεων Άρθρο 7
Εισερχόμενα δεδομένα και μεθοδολογία 1. Η παροχή ενός δείκτη αναφοράς
διέπεται από τις εξής απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τα εισερχόμενα δεδομένα και τη
μεθοδολογία: α) Τα εισερχόμενα δεδομένα πρέπει να είναι
επαρκή, ώστε να αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια και αξιοπιστία την αγορά ή την
οικονομική πραγματικότητα για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης
αναφοράς («Επαρκή και ακριβή δεδομένα»). Τα εισερχόμενα δεδομένα είναι δεδομένα συναλλαγών.
Εάν τα διαθέσιμα δεδομένα συναλλαγών δεν επαρκούν για την ακριβή και αξιόπιστη
απεικόνιση της αγοράς ή της οικονομικής πραγματικότητας για τη μέτρηση της
οποίας προορίζεται ο δείκτης αναφοράς, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλα
εισερχόμενα δεδομένα που δεν αφορούν συναλλαγές, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει
δυνατότητα επαλήθευσής τους. β) Ο διαχειριστής λαμβάνει τα δεδομένα
εισόδου από αξιόπιστη και αντιπροσωπευτική ομάδα ή δείγμα συνεισφερόντων,
προκειμένου να εξασφαλίσει ότι ο δείκτης αναφοράς που προκύπτει είναι
αξιόπιστος και αντιπροσωπευτικός της αγοράς ή της οικονομικής πραγματικότητας για
τη μέτρηση της οποίας προορίζεται («Αντιπροσωπευτικοί συνεισφέροντες»). γ) Στην περίπτωση που τα εισερχόμενα
δεδομένα ενός δείκτη αναφοράς δεν είναι δεδομένα συναλλαγών και ένας
συνεισφέρων συμμετέχει σε πλέον του 50 % της αξίας των συναλλαγών στην αγορά για
τη μέτρηση της οποίας χρησιμοποιείται ο εν λόγω δείκτης αναφοράς, ο
διαχειριστής επαληθεύει ότι τα εισερχόμενα δεδομένα αντιπροσωπεύουν αγορά που
υπόκειται σε ανταγωνιστικές δυνάμεις προσφοράς και ζήτησης. Σε περίπτωση που
διαχειριστής διαπιστώσει ότι τα εισερχόμενα δεδομένα δεν αντιπροσωπεύουν αγορά
που υπόκειται σε ανταγωνιστικές δυνάμεις προσφοράς και ζήτησης, είτε μεταβάλλει
τα εισερχόμενα δεδομένα, τους συνεισφέροντες ή τη μεθοδολογία για να
διασφαλίσει ότι τα εισερχόμενα δεδομένα αντιπροσωπεύουν αγορά που υπόκειται σε
ανταγωνιστικές δυνάμεις προσφοράς και ζήτησης είτε παύει την παροχή του δείκτη
αναφοράς («Αντίκτυπος στην αγορά»). δ) Για τον καθορισμό του δείκτη αναφοράς ο
διαχειριστής χρησιμοποιεί άρτια και αξιόπιστη μεθοδολογία, η οποία διέπεται από
σαφείς κανόνες που καθορίζουν με ποιον τρόπο και πότε ασκείται η διακριτική ευχέρεια
στο πλαίσιο του καθορισμού του συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς («Άρτια και
αξιόπιστη μεθοδολογία»). ε) Ο διαχειριστής αναπτύσσει, χειρίζεται και
διαχειρίζεται με διαφάνεια τα δεδομένα και τη μεθοδολογία του δείκτη αναφοράς
(«Διαφάνεια»). 2. Επίσης, ο διαχειριστής
συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις σχετικά με τα εισερχόμενα δεδομένα και τη
μεθοδολογία που καθορίζονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος Ι. 3. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να
εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 37 σχετικά με τα μέτρα
για τον περαιτέρω προσδιορισμό των ελέγχων σχετικά με τα εισερχόμενα δεδομένα,
των συνθηκών υπό τις οποίες ενδέχεται τα δεδομένα συναλλαγών να μην επαρκούν
και του τρόπου με τον οποίο μπορεί αυτό να αποδειχθεί στις εποπτικές αρχές,
καθώς επίσης και τις απαιτήσεις ανάπτυξης μεθοδολογιών. Η Επιτροπή λαμβάνει
υπόψη τα ακόλουθα: α) τις εξελίξεις των δεικτών αναφοράς και
των χρηματοπιστωτικών αγορών με βάση τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών σε
διεθνές επίπεδο σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς· β) τα ειδικά χαρακτηριστικά για
διαφορετικούς δείκτες αναφοράς και είδη δεικτών αναφοράς· και γ) την ευπάθεια των δεικτών αναφοράς ως προς
την παραποίηση με βάση τις μεθοδολογίες και τα εισερχόμενα δεδομένα που
χρησιμοποιούνται· Άρθρο 8
Αναφορά παραβιάσεων 1. Ο διαχειριστής μεριμνά για
την ύπαρξη κατάλληλων συστημάτων και αποτελεσματικών ελέγχων για τη διασφάλιση
της ακεραιότητας των εισερχόμενων δεδομένων για τους σκοπούς της παραγράφου 2. 2. Ο διαχειριστής παρακολουθεί
τα εισερχόμενα δεδομένα και τους συνεισφέροντες με στόχο τον εντοπισμό
παραβάσεων του [κανονισμού για την κατάχρηση της αγοράς] και κάθε συμπεριφοράς
που ενδέχεται να συνιστά παραποίηση ή απόπειρα παραποίησης του δείκτη αναφοράς
και ενημερώνει τη σχετική αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 11 στοιχείο 2) του
[κανονισμού για την κατάχρηση της αγοράς] και παρέχει κάθε σχετική πληροφορία
όταν έχει υπόνοιες ότι, σε σχέση με τον δείκτη αναφοράς, υπήρξε: α) ουσιώδης παράβαση του [κανονισμού για την
κατάχρηση της αγοράς], β) συμπεριφορά που ενδέχεται να συνιστά
παραποίηση ή απόπειρα παραποίησης ενός δείκτη αναφοράς ή γ) αθέμιτη σύμπραξη για την παραποίηση ή την
απόπειρα παραποίησης ενός δείκτη αναφοράς. 3. Ο διαχειριστής διαθέτει διαδικασίες
για τα διευθυντικά στελέχη, τους υπαλλήλους και τυχόν άλλα φυσικά πρόσωπα οι
υπηρεσίες των οποίων τίθενται στη διάθεσή του ή υπό τον έλεγχό του σχετικά με
την αναφορά παραβάσεων του παρόντος κανονισμό σε εσωτερικό επίπεδο μέσω ειδικού
και αυτόνομου διαύλου. Κεφάλαιο
3
Κώδικας δεοντολογίας και απαιτήσεις για τους συνεισφέροντες Άρθρο 9
Κώδικας δεοντολογίας 1. Ο διαχειριστής θεσπίζει κώδικα
δεοντολογίας για κάθε δείκτη αναφοράς, στον οποίο προσδιορίζονται με σαφήνεια
οι αρμοδιότητες και οι υποχρεώσεις του διαχειριστή και των συνεισφερόντων σε
σχέση με την παροχή του δείκτη αναφοράς και περιλαμβάνεται σαφής περιγραφή των
εισερχόμενων δεδομένων που πρέπει να παρέχονται και τουλάχιστον τα στοιχεία που
παρατίθενται στο τμήμα Δ του παραρτήματος I. 2. Ο κώδικας δεοντολογίας
υπογράφεται από τον διαχειριστή και τους συνεισφέροντες και είναι νομικά
δεσμευτικός για όλα τα μέρη του. 3. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να
εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 37 σχετικά με τα μέτρα
για τον περαιτέρω προσδιορισμό των όρων του κώδικα δεοντολογίας του τμήματος Δ
του παραρτήματος Ι για διαφορετικούς τύπους δεικτών αναφοράς, με στόχο τη
συνεκτίμηση των εξελίξεων των δεικτών αναφοράς και των χρηματοπιστωτικών
αγορών. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά
χαρακτηριστικά των δεικτών αναφοράς και των συνεισφερόντων, ιδίως σε ό,τι αφορά
τις διαφορές στα εισερχόμενα δεδομένα και τις μεθοδολογίες, τους κινδύνους
παραποίησης των εισερχόμενων δεδομένων και τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών
σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς σε διεθνές επίπεδο. Άρθρο 10
Ρυθμιζόμενα δεδομένα 1. Στην περίπτωση που τα
εισερχόμενα δεδομένα που συνεισφέρονται σε έναν δείκτη αναφοράς αποτελούν
ρυθμιζόμενα δεδομένα, το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 8
παράγραφοι 1 και 2 και το άρθρο 9 δεν εφαρμόζονται. 2. Ο διαχειριστής συνάπτει
συμφωνία με τον συνεισφέροντα τα ρυθμιζόμενα δεδομένα, στην οποία
προσδιορίζονται με σαφήνεια για τον συνεισφέροντα οι δείκτες αναφοράς που
καθορίζει ο διαχειριστής χρησιμοποιώντας τα ρυθμιζόμενα δεδομένα, και
διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό. Άρθρο 11
Διακυβέρνηση και έλεγχοι 1. Οι εξής απαιτήσεις σχετικά με
τη διακυβέρνηση και τους ελέγχους ισχύουν για τους εποπτευόμενους
συνεισφέροντες: α) Ο εποπτευόμενος συνεισφέρων διασφαλίζει
ότι η παροχή εισερχόμενων δεδομένων δεν επηρεάζεται από υφιστάμενες ή
ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων και ότι, στην περίπτωση που απαιτείται
άσκηση διακριτικής ευχέρειας, αυτή ασκείται με ανεξάρτητο και έντιμο τρόπο με
βάση τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας («Σύγκρουση
συμφερόντων»). β) Ο εποπτευόμενος συνεισφέρων πρέπει να
διαθέτει πλαίσιο ελέγχου για τη διασφάλιση της ακεραιότητας, της ακρίβειας και
της αξιοπιστίας των εισερχόμενων δεδομένων και την παροχή των δεδομένων αυτών
σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και τον κώδικα δεοντολογίας
(«Επαρκείς έλεγχοι»). 2. Οι εποπτευόμενοι
συνεισφέροντες πληρούν τις απαιτήσεις σχετικά με τα συστήματα και τους ελέγχους
που καθορίζονται στο τμήμα Ε του παραρτήματος Ι. 3. Ο εποπτευόμενος συνεισφέρων
συνεργάζεται πλήρως με τον διαχειριστή και τη σχετική αρμόδια αρχή για τον
έλεγχο και την εποπτεία της παροχής ενός δείκτη αναφοράς και διαθέτει τα
στοιχεία και τα αρχεία που τηρεί σύμφωνα με το τμήμα Ε του παραρτήματος 1. 4. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να
εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 37 σχετικά με τα μέτρα
για τον περαιτέρω προσδιορισμό της των απαιτήσεων περί συστημάτων και ελέγχων
που καθορίζονται στο τμήμα Ε του παραρτήματος Ι για διαφορετικά είδη δεικτών
αναφοράς. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά
χαρακτηριστικά των δεικτών αναφοράς και των εποπτευόμενων συνεισφερόντων, ιδίως
σε ό,τι αφορά τις διαφορές στα παρεχόμενα εισερχόμενα δεδομένα και τις
μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται, τους κινδύνους παραποίησης των εισερχόμενων
δεδομένων και το είδος των δραστηριοτήτων που επιτελούν οι εποπτευόμενοι
συνεισφέροντες και τις εξελίξεις των δεικτών αναφοράς και των χρηματοπιστωτικών
αγορών στα πλαίσια της σύγκλισης σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς σε διεθνές
επίπεδο. ΤΙΤΛΟΣ III
ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΚΡΙΣΙΜΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ Κεφάλαιο
1
Τομείς δεικτών αναφοράς Άρθρο 12
Ειδικές απαιτήσεις για διαφορετικούς τύπους δεικτών αναφοράς και τομείς 1. Εκτός από τις απαιτήσεις που
προβλέπονται στον τίτλο ΙΙ, οι ειδικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο
παράρτημα ΙΙ ισχύουν για τους δείκτες αναφοράς για τα διατραπεζικά επιτόκια. 2. Εκτός από τις απαιτήσεις που
προβλέπονται στον τίτλο ΙΙ, οι ειδικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο
παράρτημα ΙΙΙ ισχύουν για τους δείκτες αναφοράς βασικών προϊόντων. 3. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να
εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 39 για τη διευκρίνιση ή
την προσαρμογή, σύμφωνα με τις εξελίξεις της αγοράς, τις τεχνολογικές εξελίξεις
και τις διεθνείς εξελίξεις, των εξής στοιχείων των παραρτημάτων ΙΙ και IΙΙ : α) χρονική περίοδος μετά την οποία τα
δημοσιεύονται τα εισερχόμενα δεδομένα (παράρτημα ΙΙ, σημείο 6) β) διαδικασίες εκλογής και διορισμού και
αρμοδιότητες της επιτροπής εποπτείας (παράρτημα ΙΙ, σημεία 8, 9 και 10) γ) συχνότητα ελέγχων (παράρτημα ΙΙ σημείο 12) δ) διαδικασίες παροχής των εισερχόμενων
δεδομένων, που πρέπει να καθοριστούν στον κώδικα δεοντολογίας (παράρτημα ΙΙ
σημείο 13) ε) συστήματα και έλεγχοι συνεισφέροντος
(παράρτημα ΙΙ σημείο 16) στ) τα αρχεία που πρέπει να τηρεί ο
συνεισφέρων και το μέσο αποθήκευσής τους (παράρτημα ΙΙ σημεία 17 και 18) ζ) τα πορίσματα που πρέπει να αναφέρονται
στη διοίκηση από τη λειτουργία συμμόρφωσης του συνεισφέροντα (παράρτημα ΙΙ
ταμείο 19) η) συχνότητα των εσωτερικών επανεξετάσεων
εισερχόμενων δεδομένων και διαδικασιών (παράρτημα ΙΙ σημείο 20) θ) συχνότητα εξωτερικών ελέγχων των
εισερχόμενων δεδομένων του συνεισφέροντα (παράρτημα ΙΙ σημείο 21) ι) κριτήρια και διαδικασίες ανάπτυξης
δείκτη αναφοράς (παράρτημα ΙΙΙ σημείο 1α) ια) τα στοιχεία που πρέπει να
συμπεριλαμβάνονται στη μεθοδολογία και την περιγραφή αυτής (παράρτημα ΙΙΙ
σημεία 1 και 2) ιβ) απαιτήσεις του διαχειριστή σε ό,τι αφορά
την ποιότητα και την ακεραιότητα του υπολογισμού του δείκτη αναφοράς και το περιεχόμενο
της περιγραφής που επισυνάπτεται σε κάθε υπολογισμό (παράρτημα ΙΙΙ σημεία 5 και
6) Κεφάλαιο
2
Δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας Άρθρο 13
Δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας 1. Η Επιτροπή εκδίδει κατάλογο
δεικτών αναφοράς εντός της Ένωσης που είναι κρίσιμης σημασίας σύμφωνα με τον
ορισμό του άρθρου 3 παράγραφος 21. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα
με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2. 2. Εντός 5 εργάσιμων ημερών από
την ημερομηνία εφαρμογής της απόφασης για τη συμπερίληψη δείκτη αναφοράς
κρίσιμης σημασίας στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος
άρθρου, ο διαχειριστής του εν λόγω δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας κοινοποιεί
τον κώδικα δεοντολογίας στη σχετική αρμόδια αρχή. Η σχετική αρμόδια αρχή
ελέγχει εντός περιόδου 30 ημερών κατά πόσον το περιεχόμενο τον κώδικα
δεοντολογίας συνάδει με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Σε περίπτωση
που η σχετική αρμόδια αρχή εντοπίσει σημεία που αντιβαίνουν στις απαιτήσεις του
παρόντος κανονισμού, ενημερώνει σχετικά τον διαχειριστή. Ο διαχειριστής
προσαρμόζει τον κώδικα δεοντολογίας μεριμνώντας για τη συμμόρφωσή του με τις
απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού εντός 30 ημερών από την υποβολή του σχετικού
αιτήματος. Άρθρο 14
Υποχρεωτική συνεισφορά 1. Σε περίπτωση που τουλάχιστον
το 20% των συνεισφερόντων σε έναν δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας έχει παύσει
ή σε περίπτωση που υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι ενδέχεται να παύσει να
συνεισφέρει, κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε έτους, η αρμόδια αρχή του
διαχειριστή ενός δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας έχει την εξουσία να: α) απαιτεί από τους εποπτευόμενους φορείς,
που επιλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, να συνεισφέρουν με εισερχόμενα
δεδομένα στον διαχειριστή σύμφωνα με τη μεθοδολογία, τον κώδικα δεοντολογίας ή
άλλους κανόνες· β) καθορίζει τη μορφή με την οποία
παρέχονται τα εισερχόμενα δεδομένα και την προθεσμία συνεισφοράς τους· γ) τροποποιεί τον κώδικα δεοντολογίας, τη
μεθοδολογία ή άλλους κανόνες του δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας. 2. Για έναν δείκτη αναφοράς
κρίσιμης σημασίας, οι εποπτευόμενοι φορείς που υποχρεούνται να συνεισφέρουν
σύμφωνα με την παράγραφο 1 καθορίζονται από τη αρμόδια αρχή του διαχειριστή με
βάση τα εξής κριτήρια: α) την έκταση της πραγματικής και δυνητικής
συμμετοχής του εποπτευόμενου φορέα στην αγορά, για τη μέτρηση της οποίας
προορίζεται ο δείκτης αναφοράς· β) την εμπειρογνωμοσύνη και την ικανότητα
του εποπτευόμενου φορέα να παράσχει εισερχόμενα δεδομένα, τα οποία
χαρακτηρίζονται από την απαραίτητη ποιότητα. 3. Η αρμόδια αρχή ενός
εποπτευόμενου συνεισφέροντα, ο οποίος υποχρεώθηκε να συνεισφέρει σε δείκτη
αναφοράς μέσω τη λήψης μέτρων δυνάμει των στοιχείων α) και β) της παραγράφου 1,
επικουρεί την αρμόδια αρχή του διαχειριστή κατά την εφαρμογή των μέτρων αυτών. 4. Η αρμόδια αρχή του
διαχειριστή εξετάζει κάθε μέτρο που έχει ληφθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 ένα
έτος μετά την έγκρισή του και το ανακαλεί εάν: α) είτε κρίνει ότι υπάρχει πιθανότητα οι
συνεισφέροντες να εξακολουθήσουν να συνεισφέρουν εισερχόμενα δεδομένα για
τουλάχιστον 1 έτος σε περίπτωση ανάκλησης της εξουσίας, γεγονός που
αποδεικνύεται τουλάχιστον με: (1)
γραπτή δέσμευση από τους συνεισφέροντες προς τον
διαχειριστή και την αρμόδια αρχή για τη συνέχιση συνεισφοράς των εισερχόμενων
δεδομένων στον δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας για τουλάχιστον ένα έτος, σε
περίπτωση ανάκλησης της εξουσίας περί υποχρεωτικής συνεισφοράς· (2)
γραπτή έκθεση από τον διαχειριστή προς την αρμόδια
αρχή με την οποία παρέχονται αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την εκτίμησή της
σχετικά με τη δυνατότητα εξασφάλισης της συνεχούς βιωσιμότητας του δείκτη
αναφοράς κρίσιμης σημασίας μετά την ανάκληση της εξουσίας περί υποχρεωτικής
συμμετοχής. β) είτε κρίνει ότι υπάρχει αποδεκτός δείκτης
αναφοράς υποκατάστασης και ότι οι χρήστες του δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας
μπορούν να στραφούν προς το υποκατάστατο αυτό με ελάχιστο κόστος, γεγονός που
αποδεικνύεται τουλάχιστον με γραπτή αναφορά από τον διαχειριστή στην οποία
αναλύονται διεξοδικά τα μέσα μετάβασης στο υποκατάστατο του δείκτη αναφοράς, η
ικανότητα των χρηστών ως προς τη μετάβαση στον δείκτη αυτόν, καθώς και το
κόστος με το οποίο θα επιβαρυνθούν. 5. Ο διαχειριστής ενημερώνει τη
σχετική αρμόδια αρχή σε περίπτωση που οποιοσδήποτε συνεισφέρων παραβεί τις
απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μόλις τούτο καταστεί δυνατόν
από τεχνικής άποψης. ΤΙΤΛΟΣ IV
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Άρθρο 15
Δήλωση δείκτη αναφοράς 1. Ο διαχειριστής δημοσιεύει
δήλωση για κάθε δείκτη αναφοράς, στην οποία: α) προσδιορίζει με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο την
αγορά ή την οικονομική πραγματικότητα για τη μέτρηση της οποίας χρησιμοποιείται
ο δείκτης αναφοράς και οι συνθήκες υπό τις οποίες ενδέχεται η μέτρηση αυτή να
καταστεί αναξιόπιστη· β) περιγράφει ή παραθέτει τους στόχους για
τους οποίους θεωρείται σκόπιμη η χρήση του δείκτη αναφοράς και τις συνθήκες υπό
τις οποίες ενδέχεται να παύσει να εξυπηρετεί τους στόχους αυτούς· γ) περιλαμβάνει τις τεχνικές προδιαγραφές
που καθορίζουν με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο τα στοιχεία του υπολογισμού σε σχέση
με τα οποία ενδέχεται να ασκηθεί διακριτική ευχέρεια, τα κριτήρια που ισχύουν
για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας και τα πρόσωπα από τα οποία ασκείται,
καθώς και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αξιολογηθεί σε μεταγενέστερο
επίπεδο· δ) παρέχει προειδοποίηση σχετικά με το
ενδεχόμενο ορισμένοι κανόνες, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών κανόνων που
δεν υπόκεινται στον έλεγχο του διαχειριστή, να επιβάλουν αλλαγές στον δείκτη
αναφοράς ή την παύση της παροχής του· ε) ενημερώνει ότι οποιεσδήποτε
χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στον
δείκτη αναφοράς θα πρέπει να μπορούν να αντέξουν ή να αντιμετωπίσουν με άλλο
τρόπο το ενδεχόμενο αλλαγών ή παύσης παροχής του δείκτη. 2. Για τη διασφάλιση της
συμμόρφωσης με την παράγραφο 1, ο διαχειριστής πληροί τις λεπτομερείς
απαιτήσεις που καθορίζονται στο τμήμα ΣΤ του παραρτήματος 1. Άρθρο 16
Διαφάνεια των εισερχόμενων δεδομένων 1. Ο διαχειριστής κοινοποιεί τα
εισερχόμενα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του δείκτη
αναφοράς αμέσως μετά τη δημοσιοποίησή του, εκτός εάν αναμένεται ότι η
δημοσίευση αυτή θα έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις για τους συνεισφέροντες ή
θα επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία ή την ακεραιότητα του δείκτη αναφοράς.
Στις περιπτώσεις αυτές, η δημοσίευση μπορεί να καθυστερήσει για μια χρονική
περίοδο κατά την οποία περιορίζονται σε σημαντικό βαθμό οι επιπτώσεις αυτές.
Τυχόν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στα εισερχόμενα
δεδομένα δεν δημοσιεύονται. 2. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να
εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 37 σχετικά με μέτρα για
τον περαιτέρω προσδιορισμό των πληροφοριών που κοινοποιούνται βάσει της
παραγράφου 1, των μέσων δημοσίευσης, καθώς επίσης και των περιπτώσεων
ενδεχόμενης καθυστέρησης της δημοσίευσης και των μέσων διαβίβασής της. Άρθρο 17
Παύση παροχής δείκτη αναφοράς 1. Ο διαχειριστής δημοσιεύει διαδικασία
σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες πρόκειται να προβεί σε περίπτωση
τροποποίησης ή παύσης της παροχής ενός δείκτη αναφοράς. 2. Οι εποπτευόμενοι φορείς που
εκδίδουν ή κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα ή συμμετέχουν σε χρηματοπιστωτικές
συμβάσεις που περιλαμβάνουν αναφορά σε δείκτη αναφοράς καταρτίζουν άρτια
έγγραφα σχέδια όπου θα καθορίζουν τις ενέργειες στις οποίες θα προβούν σε
περίπτωση σημαντικής αλλαγής ή διακοπής της κατάρτισης ενός δείκτη αναφοράς. Οι
εποπτευόμενοι φορείς παρέχουν στη σχετική αρμόδια αρχή κατόπιν αιτήματος τα εν
λόγω σχέδια. Άρθρο 18
Αξιολόγηση καταλληλότητας 1. Όταν ένας εποπτευόμενος
φορέας σκοπεύει να συνάψει χρηματοπιστωτική σύμβαση με καταναλωτή, οφείλει
προηγουμένως να συγκεντρώσει τις απαραίτητες πληροφορίες για τις γνώσεις και
την εμπειρία του καταναλωτή σχετικά με τον δείκτη αναφοράς, την οικονομική του
κατάσταση και τους στόχους του σε ό,τι αφορά την εν λόγω χρηματοπιστωτική
σύμβαση, καθώς επίσης και τη δήλωση του δείκτη αναφοράς που δημοσιεύεται
σύμφωνα με το άρθρο 15 και να αξιολογήσει κατά πόσο η αναφορά της
χρηματοπιστωτικής σύμβασης στον εν λόγω δείκτη αναφοράς είναι κατάλληλη γι’
αυτόν. 2. Στην περίπτωση που ο
εποπτευόμενος φορέας θεωρεί ότι με βάση την αξιολόγηση δυνάμει της παραγράφου 1
ο δείκτης αναφοράς δεν ενδείκνυται για τον καταναλωτή, απευθύνει στον
καταναλωτή έγγραφη ειδοποίηση συνοδευόμενη από αιτιολόγηση. ΤΙΤΛΟΣ V
ΧΡΗΣΗ ΔΕΙΚΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΠΟΥ ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟΥΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ Ή ΑΠΟ
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ Άρθρο 19
Χρήση ισχυρών δεικτών αναφοράς Οι εποπτευόμενοι φορείς δύνανται να
χρησιμοποιήσουν δείκτη αναφοράς εντός της Ένωσης ως αναφορά σε χρηματοπιστωτικό
μέσο ή χρηματοπιστωτική σύμβαση ή για τη μέτρηση της απόδοσης ταμείου
επενδύσεων, εφόσον παρέχεται από διαχειριστή που διαθέτει άδεια σύμφωνα με το
άρθρο 23 ή από διαχειριστή τρίτης χώρας που είναι εγγεγραμμένος σύμφωνα με το
άρθρο 21. Άρθρο 20
Ισοδυναμία 1. Οι δείκτες αναφοράς που
παρέχονται από διαχειριστή με έδρα σε τρίτη χώρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από
εποπτευόμενους φορείς εντός της Ένωσης, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση
ισοδυναμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2, αναγνωρίζοντας την ισοδυναμία του
νομοθετικού πλαισίου και των εποπτικών πρακτικών της τρίτης χώρας με τις
απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού· β) ο διαχειριστής διαθέτει άδεια ή έχει
εγγραφεί σε μητρώο και υπόκειται σε εποπτεία στην εν λόγω τρίτη χώρα· γ) ο διαχειριστής έχει ενημερώσει την ΕΑΚΑΑ
ως προς τη συναίνεσή του σχετικά με τη χρήση των υφιστάμενων ή μελλοντικών
δεικτών αναφοράς του από εποπτευόμενους φορείς στην Ένωση, τον κατάλογο των
δεικτών αναφοράς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εντός της Ένωσης και την
αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία τους στην τρίτη χώρα· δ) ο διαχειριστής είναι δεόντως
εγγεγραμμένος βάσει του άρθρου 21· και ε) οι ρυθμίσεις συνεργασίας που προβλέπονται
στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου βρίσκονται σε λειτουργία. 2. Η Επιτροπή δύναται να εκδώσει
απόφαση αναγνωρίζοντας ότι το νομοθετικό πλαίσιο και οι εποπτικές πρακτικές
μιας τρίτης χώρας εξασφαλίζουν ότι: α) οι διαχειριστές που διαθέτουν άδεια ή
έχουν εγγραφεί σε μητρώο στην εν λόγω τρίτη χώρα συμμορφώνονται προς
δεσμευτικές απαιτήσεις οι οποίες είναι ισοδύναμες με τις απορρέουσες από τον
παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη εάν το νομικό πλαίσιο και οι
εποπτικές πρακτικές της τρίτης χώρας διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις αρχές
της IOSCO σχετικά με τους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς που δημοσιεύθηκαν
στις 17 Ιουλίου 2013 και β) οι δεσμευτικές απαιτήσεις υπόκεινται σε
αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή σε μόνιμη βάση στην εν λόγω τρίτη χώρα. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα
με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2. 3. Η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε
ρυθμίσεις συνεργασίας με αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, η ισοδυναμία του
νομοθετικού πλαισίου και των εποπτικών πρακτικών των οποίων έχει αναγνωριστεί
σύμφωνα με την παράγραφο 2. Οι σχετικές ρυθμίσεις προσδιορίζουν τουλάχιστον: α) τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών
μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών των σχετικών τρίτων χωρών,
συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες για τον διαχειριστή
που διαθέτει άδεια στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα που ζητεί η ΕΑΚΑΑ· β) τον μηχανισμό έγκαιρης ειδοποίησης της
ΕΑΚΑΑ σε περίπτωση που μια σχετική αρμόδια αρχή τρίτης χώρας θεωρεί ότι ο
διαχειριστής που διαθέτει άδεια στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα που τελεί υπό την
εποπτεία της παραβιάζει τις προϋποθέσεις της άδειας ή άλλη εθνική νομοθεσία· γ) τις διαδικασίες που αφορούν τον
συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων
επιθεωρήσεων. 4. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια
ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του ελάχιστου περιεχομένου
των ρυθμίσεων συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ούτως ώστε να
διασφαλίζεται ότι οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΚΑΑ είναι σε θέση να ασκούν όλες
τις εξουσίες εποπτείας δυνάμει του παρόντος κανονισμού: Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών
τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή μέχρι τις [XXX]. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να θεσπίζει τα
ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη
διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Άρθρο 21
Εγγραφή σε μητρώο 1. Η ΕΑΚΑΑ εγγράφει σε μητρώο
τους διαχειριστές που της έχουν κοινοποιήσει τη συναίνεσή τους, όπως αναφέρεται
στο άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο γ). Το κοινό έχει πρόσβαση μέσω του
δικτυακού τόπου της ΕΑΚΑΑ στο μητρώο αυτό, το οποίο περιέχει πληροφορίες
σχετικά με τους δείκτες αναφοράς που επιτρέπεται να παρέχουν οι σχετικοί
διαχειριστές και την αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία τους στην
τρίτη χώρα. 2. Η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την εγγραφή
ενός διαχειριστή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 από το μητρώο που αναφέρεται
στην παράγραφο 1, όταν: α) η ΕΑΚΑΑ έχει βάσιμους λόγους
στηριζόμενους σε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία να θεωρεί ότι ο διαχειριστής
ενεργεί με τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των χρηστών των δεικτών
αναφοράς του ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών· ή β) η ΕΑΚΑΑ έχει βάσιμους λόγους
στηριζόμενους σε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία να θεωρεί ότι ο διαχειριστής έχει
υποπέσει σε σοβαρές παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας ή άλλων διατάξεων που
ισχύουν για αυτόν στην τρίτη χώρα και βάσει των οποίων η Επιτροπή έχει εκδώσει
την απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2. 3. Η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει απόφαση
δυνάμει της παραγράφου 2 μόνο εφόσον πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις: α) η ΕΑΚΑΑ έχει παραπέμψει το θέμα στην
αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας και η εν λόγω αρμόδια αρχή δεν έχει λάβει τα
κατάλληλα μέτρα που χρειάζονται για την προστασία των επενδυτών και για την
καλή λειτουργία των αγορών στην Ένωση ή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι ο
συγκεκριμένος διαχειριστής συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ισχύουν για
αυτόν στην τρίτη χώρα· β) η ΕΑΚΑΑ έχει ενημερώσει την αρμόδια αρχή
της τρίτης χώρας για την πρόθεσή της να ανακαλέσει την εγγραφή του διαχειριστή
στο μητρώο τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την ανάκληση. 4. Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει αμελλητί
τις άλλες αρμόδιες αρχές σχετικά με κάθε μέτρο που εγκρίνει σύμφωνα με την
παράγραφο 2 και δημοσιεύει την απόφασή της στον δικτυακό της τόπο. ΤΙΤΛΟΣ VI
ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ Κεφάλαιο
1
Αδειοδότηση Άρθρο 22
Απαιτήσεις για την αδειοδότηση 1. Οι διαχειριστές υποβάλλουν
αίτηση για χορήγηση άδειας παροχής δεικτών αναφοράς εάν παρέχουν δείκτες που
χρησιμοποιούνται ή προορίζονται για να χρησιμοποιηθούν ως αναφορά σε
χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της
απόδοσης ενός ταμείου επενδύσεων. 2. Ο διαχειριστής που διαθέτει
άδεια συμμορφώνεται διαρκώς με τις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας και
ενημερώνει την αρμόδια αρχή για τυχόν ουσιώδεις αλλαγές ως προς τους όρους της
αρχικής αδειοδότησης. Άρθρο 23
Αίτηση χορήγησης άδειας 1. Ο διαχειριστής υποβάλλει
αίτηση χορήγησης άδειας στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο
βρίσκεται ο διαχειριστής. 2. Η αίτηση αδειοδότησης σύμφωνα
με την παράγραφο 1 υποβάλλεται: α) εντός 30 εργάσιμων ημερών από τη σύναψη οποιασδήποτε
συμφωνίας από εποπτευόμενο φορέα για τη χρήση του δείκτη που παρέχεται από τον
συγκεκριμένο διαχειριστή ως αναφορά σε χρηματοπιστωτικό μέσο ή χρηματοπιστωτική
σύμβαση ή για τη μέτρηση της απόδοσης ενός ταμείου επενδύσεων· β) εντός 30 εργάσιμων ημερών από τη
συναίνεση του διαχειριστή σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2 σχετικά με την
αναφορά του δείκτη στο χρηματοπιστωτικό μέσο που αναφέρεται στο άρθρο 25
παράγραφος 1. 3. Ο διαχειριστής που υποβάλλει
την αίτηση παρέχει τα απαραίτητα στοιχεία για να αποδείξει στην αρμόδια αρχή
ότι κατά τη στιγμή της αδειοδότησης έχει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να
συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. 4. Εντός 15 εργάσιμων ημερών από
την παραλαβή της αίτησης, η σχετική αρμόδια αρχή αξιολογεί την πληρότητά της
και ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα. Σε περίπτωση που η αίτηση δεν είναι
πλήρης, ο αιτών υποβάλλει τα επιπλέον στοιχεία που απαιτεί η σχετική αρμόδια
αρχή. 5. Εντός 45 εργάσιμων ημερών από
την παραλαβή πλήρους αίτησης, η σχετική αρμόδια αρχή εξετάζει την αίτηση και
εκδίδει απόφαση έγκρισης ή απόρριψης της αίτησης αδειοδότησης του αιτούντος
διαχειριστή. Εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την έκδοση της απόφασης σχετικά
με την έγκριση ή την απόρριψη της αίτησης αδειοδότησης, η αρμόδια αρχή την
κοινοποιεί στον οικείο διαχειριστή. Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή απορρίψει
την αίτηση αδειοδότησης του διαχειριστή, η απόφασή της συνοδεύεται από
αιτιολόγηση. 6. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί
στην ΕΑΚΑΑ κάθε απόφαση έγκρισης ή απόρριψης της αίτησης αδειοδότησης του
διαχειριστή και η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει κατάλογο των διαχειριστών που έχουν λάβει
άδεια σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ο κατάλογος αυτός ενημερώνεται εντός 7
εργάσιμων ημερών από την ειδοποίηση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο. 7. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να
εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 39 σχετικά με μέτρα για
την περαιτέρω διευκρίνιση των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στην αίτηση
χορήγησης αδείας λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και τις δαπάνες
με τις οποίες επιβαρύνονται οι διαχειριστές και οι αρμόδιες αρχές. Άρθρο 24
Ανάκληση ή αναστολή της άδειας 1. Η αρμόδια αρχή ανακαλεί ή
αναστέλλει την άδεια ενός διαχειριστή στην περίπτωση που ο διαχειριστής: α) παραιτείται ρητώς από αυτήν ή δεν έχει
παράσχει δείκτες αναφοράς κατά τους προηγούμενους δώδεκα μήνες· β) έλαβε άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με
οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο· γ) δεν πληροί πλέον τους όρους βάσει των
οποίων χορηγήθηκε η άδειά του· ή δ) έχει διαπράξει σοβαρές και επανειλημμένες
παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού. 2. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί την
απόφασή της στην ΕΑΚΑΑ εντός πέντε εργάσιμων ημερών. Κεφάλαιο
2 Κοινοποίηση
δεικτών αναφοράς Άρθρο 25
Ενημέρωση της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τη χρήση δείκτη σε χρηματοπιστωτικό μέσο 1. Όταν μια αρμόδια αρχή
αντιληφθεί τη χρήση ενός δείκτη ως αναφοράς σε χρηματοπιστωτικό μέσο ή όταν
υποβληθεί αίτημα εισαγωγής προς διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης που
υπόκειται στην εποπτεία της συγκεκριμένης αρμόδιας αρχής σχετικά με
χρηματοπιστωτικό μέσο που φέρει αναφορά σε δείκτη, η αρμόδια αρχή ενημερώνει
σχετικά την ΕΑΚΑΑ εντός 10 εργάσιμων ημερών. 2. Εντός 10 εργάσιμων ημερών από
την ενημέρωσή της, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει τον σχετικό διαχειριστή του δείκτη
αναφοράς παρέχοντας πλήρη στοιχεία σχετικά με τη χρήση του και ζητώντας του να
επιβεβαιώσει εντός 10 εργάσιμων ημερών ότι έχει δώσει την συγκατάθεσή του για
την εν λόγω χρήση του δείκτη αναφοράς. 3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 30
του [MIFIR], σε περίπτωση που ο διαχειριστής δεν επιβεβαιώσει στην ΕΑΚΑΑ τη
συναίνεσή του εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην παράγραφο 2, η ΕΑΚΑΑ
ενημερώνει τη σχετική αρμόδια αρχή, η οποία ζητεί την ανάκληση της εισαγωγής
του εν λόγω χρηματοπιστωτικού μέσου από τον τόπο διαπραγμάτευσης ή απορρίπτει
την εισαγωγή του προς διαπραγμάτευση εντός 10 εργάσιμων ημερών. 4. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον
δικτυακό της τόπο κατάλογο όλων των κοινοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει
των παραγράφων 1, 2 και 3. Η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών
προτύπων για να προσδιορίσει τις διαδικασίες και τα είδη ανταλλαγής πληροφοριών
που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών
προτύπων που αναφέρονται στα πρώτα εδάφια στην Επιτροπή έως [ΧΧΧΧ]. Εκχωρούνται εξουσίες στην Επιτροπή για την έγκριση
των εκτελεστικών τεχνικών κανόνων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με
το άρθρο 15 του κανονισμού 1095/2010. Κεφάλαιο
3 Εποπτική
συνεργασία Άρθρο 26
Μεταβίβαση καθηκόντων μεταξύ αρμοδίων αρχών 1. Σύμφωνα με το άρθρο 28 του
κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η αρμόδια αρχή δύναται να μεταβιβάσει τα
καθήκοντά της δυνάμει του παρόντος κανονισμού στην αρμόδια αρχή ενός άλλου
κράτους μέλους. Η μεταβίβαση καθηκόντων δεν αίρει την ευθύνη της αρμόδιας αρχής
η οποία μεταβιβάζει τα καθήκοντα και οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ
οποιαδήποτε προτεινόμενη μεταβίβαση 60 ημέρες πριν τεθεί σε εφαρμογή. 2. Η αρμόδια αρχή δύναται να
μεταβιβάσει ορισμένα από τα καθήκοντά της που απορρέουν από τον παρόντα
κανονισμό στην ΕΑΚΑΑ, εφόσον η τελευταία συμφωνεί με αυτή τη μεταβίβαση. Η
ανάθεση καθηκόντων δεν επηρεάζει την ευθύνη της αναθέτουσας αρμόδιας αρχής. 3. Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί στα κράτη
μέλη την προτεινόμενη μεταβίβαση εντός επτά ημερών. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τις
λεπτομέρειες κάθε συμφωνηθείσας μεταβίβασης εντός πέντε εργάσιμων ημερών μετά
την παραλαβή της σχετικής κοινοποίησης. Άρθρο 27
Κοινοποίηση πληροφοριών από άλλο κράτος μέλος 1. Η αρμόδια αρχή δύναται να
κοινοποιήσει πληροφορίες που έχει λάβει από άλλη αρμόδια αρχή μόνον εφόσον: α) έχει εξασφαλίσει την έγγραφη συμφωνία της
εν λόγω αρμόδιας αρχής και οι πληροφορίες κοινοποιούνται αποκλειστικά και μόνο
για τους σκοπούς για τους οποίους η αρχή αυτή έδωσε τη σύμφωνη γνώμη της, ή β) η κοινοποίηση αυτή απαιτείται στο πλαίσιο
νομικών διαδικασιών. Άρθρο 28
Συνεργασία σε περίπτωση αιτήματος όσον αφορά επιτόπιες επιθεωρήσεις ή έρευνες 1. Η σχετική αρμόδια αρχή
δύναται να ζητήσει τη συνδρομή άλλης αρμόδιας αρχής όσον αφορά επιτόπιες
επιθεωρήσεις ή έρευνες. 2. Η αρμόδια αρχή που το αίτημα
που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ. Στην περίπτωση
διενέργειας έρευνας ή επιθεώρησης με διασυνοριακές επιπτώσεις, οι αρμόδιες
αρχές δύνανται να ζητήσουν από την ΕΑΚΑΑ να συντονίσει την επιτόπια επιθεώρηση
ή την έρευνα. 3. Εάν μια αρμόδια αρχή λάβει
αίτημα από άλλη αρμόδια αρχή για τη διενέργεια επιτόπιας επιθεώρησης ή έρευνας,
μπορεί να: α) διενεργεί η ίδια την επιτόπια επιθεώρηση
ή την έρευνα, β) επιτρέπει στην αρμόδια αρχή που υπέβαλε
το αίτημα να συμμετάσχει στην επιτόπια επιθεώρηση ή την έρευνα, γ) ορίζει ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες για τη
διενέργεια της επιτόπιας επιθεώρησης ή της έρευνας. Κεφάλαιο
4
Ρόλος των αρμοδίων αρχών Άρθρο 29
Αρμόδιες αρχές 1. Για τους διαχειριστές και
τους εποπτευόμενους συνεισφέροντες, κάθε κράτος μέλος ορίζει τη σχετική αρμόδια
αρχή που είναι υπεύθυνη για την εκπλήρωση των καθηκόντων που απορρέουν από τον
παρόντα κανονισμό και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ. 2. Σε περίπτωση που ένα κράτος
μέλος ορίσει περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές, καθορίζει σαφώς τον ρόλο της
καθεμιάς και ορίζει μια και μόνο αρχή, η οποία είναι επιφορτισμένη με τον
συντονισμό της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών με την Επιτροπή, την
ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών. 3. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον
ιστότοπό της κατάλογο των αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί σύμφωνα με την
παράγραφο 1. Άρθρο 30
Εξουσίες αρμοδίων αρχών 1. Προκειμένου να εκπληρώσουν τα
καθήκοντά τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές έχουν,
σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τουλάχιστον τις ακόλουθες εξουσίες εποπτείας
και έρευνας: α) διαθέτουν πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο
και σε άλλα δεδομένα υπό οποιαδήποτε μορφή και λαμβάνουν έγγραφα ή αντίγραφα
αυτών∙ β) απαιτούν ή ζητούν πληροφορίες από
οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που παρεμβαίνουν διαδοχικά στη
διαβίβαση των εντολών ή στην εκτέλεση των σχετικών πράξεων, καθώς επίσης των
εντολέων τους, και, εάν είναι αναγκαίο, καλούν και θέτουν ερωτήματα σε
οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο με στόχο τη συγκέντρωση πληροφοριών· γ) όσον αφορά τους δείκτες αναφοράς τα
εισερχόμενα δεδομένα των οποίων αφορούν τα εμπορεύματα, να ζητούν πληροφορίες
από συμμετέχοντες σε σχετικές αγορές άμεσης παράδοσης μέσω των τυποποιημένων
μονότυπων, να λαμβάνουν αναφορές σχετικά με συναλλαγές και να έχουν άμεση
πρόσβαση στα συστήματα των διαπραγματευτών∙ δ) διενεργούν επιτόπιους ελέγχους ή έρευνες
σε χώρους εκτός των ιδιωτικών κατοικιών φυσικών προσώπων∙ ε) εισέρχονται σε εγκαταστάσεις φυσικών και
νομικών προσώπων για να κατάσχουν έγγραφα και λοιπά δεδομένα υπό οποιαδήποτε
μορφή, στην περίπτωση που υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι τα έγγραφα και τα
λοιπά δεδομένα σχετικά με το αντικείμενο της επιθεώρησης ή της έρευνας μπορούν
να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού. Στην
περίπτωση που απαιτείται προηγούμενη έγκριση της δικαστικής αρχής του οικείου
κράτους μέλους, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η εξουσία αυτή ασκείται μόνον μετά
την εξασφάλιση της εν λόγω προηγούμενης έγκρισης∙ στ) απαιτούν υφιστάμενες καταγεγραμμένες
τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, ηλεκτρονικές επικοινωνίες ή άλλα αρχεία κίνησης
δεδομένων που τηρούν εποπτευόμενοι φορείς∙ ζ) ζητούν τη δέσμευση ή την κατάσχεση
περιουσιακών στοιχείων ή και τα δύο· η) αναστέλλουν τη διαπραγμάτευση του
σχετικού χρηματοπιστωτικού μέσου που βασίζεται σε δείκτη αναφοράς· θ) απαιτούν την προσωρινή διακοπή κάθε
πρακτικής που κατά τη γνώμη της αρμόδιας αρχής αντιβαίνει στον παρόντα
κανονισμό· ι) επιβάλλουν προσωρινή απαγόρευση της
άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, ια) λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να
διασφαλίσουν τη σωστή ενημέρωση του κοινού σχετικά με την παροχή ενός δείκτη
αναφοράς, μεταξύ άλλων απαιτώντας από το πρόσωπο που δημοσίευσε ή διέδωσε τον
εν λόγω δείκτη αναφοράς να δημοσιεύσει διορθωτική δήλωση σχετικά με τις
προγενέστερες συνεισφορές ή προγενέστερα αριθμητικά στοιχεία για τον δείκτη
αναφοράς. 2. Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τα
καθήκοντα και τις εξουσίες τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 με
οποιονδήποτε από τους εξής τρόπους: α) άμεσα, β) σε συνεργασία με άλλες αρχές ή με
διαχειριστές της αγοράς, γ) υπό την ευθύνη τους με μεταβίβαση
εξουσιών στις αρχές αυτές ή στους διαχειριστές των αγορών, δ) υποβάλλοντας αίτηση προς τις αρμόδιες
δικαστικές αρχές. Για την άσκηση των εν λόγω εξουσιών, οι αρμόδιες
αρχές εφαρμόζουν κατάλληλους και αποτελεσματικούς μηχανισμούς διασφάλισης του
δικαιώματος υπεράσπισης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. 3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν
ότι υφίστανται κατάλληλα μέτρα ούτως ώστε οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν όλες
τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των
καθηκόντων τους. 4. Όταν ένα πρόσωπο κοινοποιεί
πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 2, δεν θεωρείται ότι διαπράττει παράβαση
τυχόν περιορισμού κοινοποίησης πληροφοριών, που επιβάλλεται από σύμβαση ή από
νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη. Άρθρο 31
Διοικητικά μέτρα και κυρώσεις 1. Με την επιφύλαξη των
εποπτικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 34, τα κράτη μέλη,
σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αναθέτουν στις αρμόδιες αρχές την εξουσία να
λαμβάνουν κατάλληλα διοικητικά μέτρα και να επιβάλλουν διοικητικά μέτρα και
κυρώσεις τουλάχιστον για: α) τις παραβάσεις του άρθρου 5 παράγραφος 1,
του άρθρου 6, του άρθρου 7 παράγραφος 1, του άρθρου 8, του άρθρου 9, του άρθρου
10, του άρθρου 11, του άρθρου 14, του άρθρου 15, του άρθρου 16, του άρθρου 17,
του άρθρου 18, του άρθρου 19, του άρθρου 22 και του άρθρου 23 του παρόντος
κανονισμού· και β) μη συνεργασία ή μη συμμόρφωση με έρευνα,
επιθεώρηση ή αίτημα που καλύπτεται από το άρθρο 30. 2. Σε περίπτωση παράβασης που
αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο,
αναθέτουν στις αρμόδιες αρχές την εξουσία να εφαρμόζουν τουλάχιστον τα εξής
διοικητικά μέτρα ή τις εξής κυρώσεις: α) έκδοση εντολής που υποχρεώνει το πρόσωπο
που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να διακόψει τη συμπεριφορά του και να μην
την επαναλάβει· β) παραίτηση από κέρδη που αποκομίσθηκαν ή
από την αποφυγή ζημιών λόγω της παράβασης, στην περίπτωση που το ύψος τους
δύναται να προσδιοριστεί· γ) δημοσίευση προειδοποίησης που κατονομάζει
τον υπεύθυνο και προσδιορίζει τη φύση της παράβασης· δ) ανάκληση ή αναστολή της άδειας της
οντότητας που υπόκειται σε ρυθμίσεις· ε) προσωρινή απαγόρευση άσκησης καθηκόντων
διαχείρισης στον διαχειριστή ή τον συνεισφέροντα κατά οποιουδήποτε φυσικού
προσώπου, που θεωρείται υπεύθυνο για τέτοια παράβαση· στ) επιβολή μέγιστων διοικητικών χρηματικών
κυρώσεων που ανέρχονται τουλάχιστον στο τριπλάσιο του ποσού των κερδών που
αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εάν το εν λόγω
ποσό μπορεί να προσδιοριστεί· ή (1)
σε περίπτωση φυσικού προσώπου, επιβολή μέγιστων
διοικητικών χρηματικών κυρώσεων που ανέρχονται τουλάχιστον: (i) για τις παραβάσεις του άρθρου 5 παράγραφος 1,
του άρθρου 6, του άρθρου 7 παράγραφος 1, των άρθρων 8, 9, 10, 11, 14, 15, 16, 17,
18, 19, 22 και 23, έως του ποσού των 500 000 ευρώ ή στα κράτη μέλη όπου το
επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, της αντίστοιχης αξίας στο εθνικό νόμισμα
κατά την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος κανονισμού· ή ii) για τις παραβάσεις του άρθρου 7 παράγραφος 1
στοιχείο β) ή γ), στο ποσό των 100 000 ευρώ ή στα κράτη μέλη όπου το επίσημο
νόμισμα δεν είναι το ευρώ, της αντίστοιχης αξίας στο εθνικό νόμισμα κατά την
ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος κανονισμού· (2)
σε περίπτωση νομικού προσώπου, επιβολή έως και
μέγιστων διοικητικών χρηματικών κυρώσεων που ανέρχονται τουλάχιστον: (i) για τις παραβάσεις του άρθρου 5 παράγραφος 1,
του άρθρου 6, του άρθρου 7 παράγραφος 1, των άρθρων 8, 9, 10, 11, 14, 15, 16, 17,
18, 19, 22 και 23, την υψηλότερη ποινή έως του ποσού του 1.000.000 ευρώ ή έως
του 10% του ετήσιου κύκλου εργασιών του σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους
διαθέσιμους λογαριασμούς που έχει εγκρίνει το διοικητικό όργανο· Σε περίπτωση
που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική ή θυγατρική επιχείρηση που οφείλει να
καταρτίζει ενοποιημένους οικονομικούς λογαριασμούς κατά τα οριζόμενα στην
οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός
ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με την οδηγία
86/635/ΕΚ για τις τράπεζες και την οδηγία 91/674/ΕΚ για τις ασφαλιστικές
εταιρείες σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς
που έχει εγκρίνει το διοικητικό όργανο της μητρική επιχείρησης που είναι
επικεφαλής ή εάν πρόκειται για ένωση, το 10 % του συνόλου των κύκλων εργασιών
των μελών της· ή ii) για τις παραβάσεις του άρθρου 6 παράγραφος 1
στοιχείο β) ή γ), το υψηλότερο του ποσού των 250.000 ευρώ ή του 2 % του
συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους
διαθέσιμους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό του όργανο σε
περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική ή θυγατρική επιχείρηση που
οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένους οικονομικούς λογαριασμούς κατά τα οριζόμενα
στην οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός
ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με την οδηγία
86/635/ΕΚ για τις τράπεζες, οδηγία 91/674/ΕΚ για τις ασφαλιστικές εταιρείες
σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχει
εγκρίνει το διοικητικό όργανο της μητρική επιχείρησης που είναι επικεφαλής ή
εάν πρόκειται για ένωση, το 10 % του συνόλου των κύκλων εργασιών των μελών της. 3. Έως την [12 μήνες από την
έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους κανόνες
σχετικά με τις παραγράφους 1 και 2 στην Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ. Κοινοποιούν
χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ οποιαδήποτε μεταγενέστερη
τροποποίησή τους. 4. Τα κράτη μέλη δύνανται να
εκχωρούν στις αρμόδιες αρχές δυνάμει του εθνικού δικαίου άλλες εξουσίες
επιβολής κυρώσεων επιπροσθέτως αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και
δύναται να καθορίζουν υψηλότερα επίπεδα κυρώσεων από αυτά που προβλέπονται στη
συγκεκριμένη παράγραφο. Άρθρο 32
Άσκηση εποπτικών αρμοδιοτήτων και εξουσιών επιβολής κυρώσεων 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν
ότι, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των διοικητικών κυρώσεων,
οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες
περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση: α) η σοβαρότητα και η διάρκεια της
παράβασης· β) ο βαθμός ευθύνης του υπεύθυνου προσώπου· γ) η οικονομική ισχύς του υπαίτιου προσώπου,
όπως προκύπτει ιδιαίτερα από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού
προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου· δ) το μέγεθος των κερδών που αποκτήθηκαν ή
των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να
συγκεκριμενοποιηθούν· ε) ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου
προσώπου με την αρμόδια αρχή, με την επιφύλαξη της ανάγκης εξασφάλισης της
παράδοσης των κερδών που αποκομίσθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το
πρόσωπο αυτό· στ) προηγούμενες παραβάσεις του συγκεκριμένου
προσώπου· ζ) τα μέτρα που ελήφθησαν μετά την παράβαση
από τον υπαίτιο για την αποφυγή της επανάληψής της. 2. Κατά την άσκηση των εξουσιών
τους σχετικά με την επιβολή κυρώσεων στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο
άρθρο 31, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά ώστε να διασφαλίζουν ότι οι
εποπτικές και ερευνητικές αρμοδιότητες, καθώς και οι διοικητικές κυρώσεις
παρέχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού.
Επιπλέον, συντονίζουν τη δράση τους για την αποφυγή ενδεχόμενων επαναλήψεων και
αλληλεπικαλύψεων κατά την άσκηση των εξουσιών εποπτείας και έρευνας και την
επιβολή διοικητικών κυρώσεων και προστίμων σε διασυνοριακές υποθέσεις. Άρθρο 33
Δημοσίευση αποφάσεων 1. Οι αποφάσεις επιβολής
διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων που λαμβάνονται σε περιπτώσεις παραβάσεων του
παρόντος κανονισμού δημοσιεύονται από τις αρμόδιες αρχές στον επίσημο δικτυακό
τόπο τους αμέσως μετά την ενημέρωση των προσώπων στα οποία επιβάλλονται οι
κυρώσεις σχετικά με την κάθε απόφαση. Η δημοσίευση περιλαμβάνει τουλάχιστον στοιχεία
για το είδος και τον χαρακτήρα της παράβασης και την ταυτότητα των υπαιτίων. Η
υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις αποφάσεις για την επιβολή μέτρων
διερευνητικού χαρακτήρα. 2. Σε περίπτωση που η αρμόδια
αρχή θεωρήσει ότι η δημοσίευση της ταυτότητας των νομικών προσώπων ή των
προσωπικών δεδομένων των φυσικών προσώπων είναι δυσανάλογη, κατόπιν κατά
περίπτωση αξιολόγησης που διενεργείται σχετικά με την αναλογικότητα της
δημοσίευσης των δεδομένων αυτών, ή σε περίπτωση που η δημοσίευση θέτει σε
κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή την έκβαση έρευνας που
βρίσκεται σε εξέλιξη, οι αρμόδιες αρχές: α) είτε καθυστερούν τη δημοσίευση της
απόφασης για την επιβολή κύρωσης ή μέτρου μέχρις ότου παύσουν να ισχύουν οι
λόγοι μη δημοσίευσης· β) είτε δημοσιεύουν την απόφαση επιβολής
κύρωσης ή μέτρου ανώνυμα και κατά τρόπο που συνάδει με το εθνικό δίκαιο, εφόσον
η ανώνυμη αυτή δημοσίευση διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία των
δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εμπλεκομένων· Σε περίπτωση απόφασης δημοσίευσης
κύρωσης ή μέτρου ανώνυμα, η δημοσίευση των σχετικών δεδομένων μπορεί να
αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, εφόσον προβλέπεται ότι εντός του
διαστήματος αυτού οι λόγοι για την ανώνυμη δημοσίευση θα παύσουν να ισχύουν· γ) είτε δεν δημοσιεύουν την απόφαση επιβολής
κύρωσης ή το μέτρο στην περίπτωση που θεωρείται ότι οι επιλογές που αναφέρονται
στα σημεία α) και β) ανωτέρω δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν: 1) ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα
των χρηματοπιστωτικών αγορών ή 2) την αναλογικότητα της δημοσίευσης των
αποφάσεων αυτών σε σχέση με τα μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας. 3. Στην περίπτωση άσκησης
προσφυγής κατά της απόφασης επιβολής κύρωσης ή του μέτρου ενώπιον των οικείων
δικαστικών ή άλλων αρχών, οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν επίσης άμεσα στον
επίσημο δικτυακό τόπο τους τα στοιχεία αυτά και τυχόν επακόλουθα στοιχεία
σχετικά με την έκβαση της διαδικασίας προσφυγής. Επιπλέον, δημοσιεύεται
και κάθε απόφαση περί ακυρώσεως προηγούμενης απόφασης επιβολής κύρωσης ή
μέτρου. 4. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν
ώστε κάθε δημοσίευση σύμφωνα με το παρόν άρθρο παραμένει στον επίσημο δικτυακό
τόπο τους για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών μετά την ανάρτησή της. Τα
δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνει η δημοσίευση διατηρούνται στον
επίσημο δικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής για το απαραίτητο χρονικό διάστημα
σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων. Άρθρο 34
Συλλογικά όργανα αρμόδιων αρχών 1. Εντός 30 εργάσιμων ημερών από
την έναρξη ισχύος της απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 για τον
προσδιορισμό του δείκτη αναφοράς ως κρίσιμης σημασίας, η αρμόδια αρχή συστήνει
συλλογικό όργανο αρμόδιων αρχών. 2. Το συλλογικό όργανο
αποτελείται από την αρμόδια αρχή του διαχειριστή, την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες
αρχές των συνεισφερόντων. 3. Οι αρμόδιες αρχές των άλλων
κρατών μελών δικαιούνται να συμμετάσχουν στο συλλογικό όργανο σε περίπτωση που
μια ενδεχόμενη διακοπή της παροχής του δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας
αναμένεται να έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική σταθερότητα,
την εύρυθμη λειτουργία των αγορών, τους καταναλωτές ή την πραγματική οικονομία
των κρατών μελών αυτών. Σε περίπτωση που μια αρμόδια αρχή προτίθεται να
συμμετάσχει σε συλλογικό όργανο δυνάμει του πρώτου εδαφίου, υποβάλλει αίτημα
στην αρμόδια αρχή του διαχειριστή, το οποίο περιλαμβάνει στοιχεία που
αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις της διάταξης αυτής. Η σχετική αρμόδια
αρχή του διαχειριστή εξετάζει το αίτημα και ενημερώνει την αιτούσα αρχή εντός 20
εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του αιτήματος εάν θεωρεί ότι οι εν λόγω
απαιτήσεις πληρούνται ή όχι. Σε περίπτωση που θεωρεί ότι οι απαιτήσεις αυτές
δεν πληρούνται, η αιτούσα αρχή μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΚΑΑ
σύμφωνα με την παράγραφο 10. 4. Η ΕΑΚΑΑ συμβάλλει στην
προώθηση και την παρακολούθηση της αποδοτικής, αποτελεσματικής και συνεπούς
λειτουργίας των συλλογικών οργάνων εποπτικών αρχών που αναφέρονται στο παρόν
άρθρο σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Για τον σκοπό
αυτό, η ΕΑΚΑΑ συμμετέχει καταλλήλως και θεωρείται αρμόδια αρχή για το λόγο
αυτό. 5. Η αρμόδια αρχή του
διαχειριστή προεδρεύει των συνεδριάσεων του συλλογικού οργάνου, συντονίζει τις
ενέργειες του συλλογικού οργάνου και εξασφαλίζει την αποτελεσματική ανταλλαγή
πληροφοριών μεταξύ των μελών του συλλογικού οργάνου. 6. Η αρμόδια αρχή του
διαχειριστή προβλέπει γραπτές ρυθμίσεις στο πλαίσιο του συλλογικού οργάνου για
τα ακόλουθα ζητήματα: α) τις πληροφορίες που θα ανταλλάσσονται
μεταξύ των αρμόδιων αρχών· β) τη διαδικασία λήψης αποφάσεων μεταξύ των
αρμόδιων αρχών· γ) περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές
πρέπει να διαβουλεύονται μεταξύ τους· δ) τη συνδρομή που πρέπει να παρασχεθεί
βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 3 κατά την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται
στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β). Σε περίπτωση που ο διαχειριστής παρέχει παραπάνω
από έναν δείκτη αναφοράς, η αρμόδια αρχή του διαχειριστή δύναται να συστήσει
ένα και μόνο συλλογικό όργανο σχετικά με όλους τους δείκτες αναφοράς που
παρέχει ο συγκεκριμένος διαχειριστής. 7. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ως
προς τις ρυθμίσεις βάσει της παραγράφου 6, οποιαδήποτε μέλη του συλλογικού
οργάνου, πλην της ΕΑΚΑΑ, δύνανται να παραπέμπουν κάθε ζήτημα που ανακύπτει στην
ΕΑΚΑΑ. Η αρμόδια αρχή του διαχειριστή λαμβάνει δεόντως υπόψη του οποιεσδήποτε
συμβουλές της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις γραπτές ρυθμίσεις συντονισμού προτού να
συμφωνήσει το τελικό τους κείμενο. Οι γραπτές ρυθμίσεις συντονισμού
καταγράφονται σε ένα ενιαίο έγγραφο στο οποίο αναφέρονται πλήρως οι λόγοι
οποιασδήποτε σημαντικής απόκλισης από τη γνωμοδότηση της ΕΑΚΑΑ. Η αρμόδια αρχή
του διαχειριστή διαβιβάζει τις γραπτές ρυθμίσεις συντονισμού στα μέλη του
συλλογικού οργάνου και την ΕΑΚΑΑ. 8. Πριν από τη λήψη οποιουδήποτε
από τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 14, 23, 24 και 31, η αρμόδια αρχή του
διαχειριστή διαβουλεύεται με τα μέλη του συλλογικού οργάνου. Τα μέλη του
συλλογικού οργάνου καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να επιτευχθεί
συμφωνία. Οποιαδήποτε απόφαση της αρμόδιας αρχής του
διαχειριστή για λήψη τέτοιων μέτρων λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο στις άλλες
αρμόδιες αρχές και τα αντίστοιχα κράτη μέλη τους, και ιδίως τον δυνητικό
αντίκτυπο στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε άλλο
εμπλεκόμενο κράτος μέλος. 9. Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των
μελών του συλλογικού οργάνου σχετικά με το εάν θα ληφθούν μέτρα που αναφέρονται
στην παράγραφο 8, εντός 15 εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση του θέματος στο
συλλογικό όργανο, η αρμόδια αρχή του διαχειριστή μπορεί να λάβει την απόφασή
της. Οιαδήποτε απόκλιση της αποφάσεώς της από τις απόψεις των άλλων μελών του
συλλογικού οργάνου και, κατά περίπτωση, της ΕΑΚΑΑ αιτιολογείται πλήρως. Η
αρμόδια αρχή του διαχειριστή ειδοποιεί το συντομότερο δυνατόν το συλλογικό
όργανο και την ΕΑΚΑΑ σχετικά με την απόφασή της. 10. Οι αρμόδιες αρχές, πλην της
ΕΑΚΑΑ, δύνανται να αναφέρουν στην ΕΑΚΑΑ οποιαδήποτε από τις ακόλουθες
περιπτώσεις: α) η αρμόδια αρχή δεν έχει κοινοποιήσει
απαραίτητα στοιχεία· β) κατόπιν αιτήματος που υποβάλλεται βάσει
της παραγράφου 3, η αρμόδια αρχή έχει γνωστοποιήσει στην αιτούσα αρχή ότι οι
απαιτήσεις του της εν λόγω παραγράφου δεν πληρούνται ή δεν έχει αναλάβει δράση
κατόπιν του αιτήματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος· γ) οι αρμόδιες αρχές δεν κατέληξαν σε
συμφωνία σχετικά με τα ζητήματα της παραγράφου 6· δ) όταν πρόκειται για δείκτη αναφοράς
κρίσιμης σημασίας, σε περίπτωση διαφωνίας με το μέτρο που ελήφθη σύμφωνα με τα
άρθρα 14, 23, 24 και 31. Με την επιφύλαξη του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ, η ΕΑΚΚΑ
δύναται να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί δυνάμει
του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Η ΕΑΚΑΑ δύναται επίσης να
επικουρήσει τις αρμόδιες αρχές στην ανάπτυξη συνεκτικών πρακτικών συνεργασίας
με δική της πρωτοβουλία σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 19 παράγραφος 1
του εν λόγω κανονισμού. Άρθρο 35
Συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ 1. Οι αρμόδιες αρχές
συνεργάζονται με την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με
τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. 2. Οι αρμόδιες αρχές
προσκομίζουν αμελλητί στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για
την εκτέλεση των καθηκόντων της, σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1095/2010. 3. Η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια
εκτελεστικών τεχνικών κανόνων για να προσδιορίσει τις διαδικασίες και τα είδη
ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών
προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή έως [ΧΧΧΧ]. Εκχωρούνται εξουσίες στην Επιτροπή για την έγκριση
των εκτελεστικών τεχνικών κανόνων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με
το άρθρο 15 του κανονισμού 1095/2010. Άρθρο 36
Επαγγελματικό απόρρητο 1. Τυχόν εμπιστευτικές
πληροφορίες που λαμβάνονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει του παρόντος
κανονισμού υπόκεινται στους όρους της παραγράφου 2 περί επαγγελματικού
απορρήτου. 2. Η υποχρέωση τήρησης του
επαγγελματικού απορρήτου ισχύει για όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν
εργαστεί για την αρμόδια αρχή ή για μια οποιαδήποτε αρχή ή επιχείρηση της
αγοράς ή για οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο η αρμόδια αρχή
έχει αναθέσει τις εξουσίες της, συμπεριλαμβανομένων των ελεγκτών και
εμπειρογνωμόνων που προσλαμβάνονται από την αρμόδια αρχή. 3. Οι πληροφορίες υπό
επαγγελματικό απόρρητο δεν μπορούν να αποκαλυφθούν σε κανένα άλλο πρόσωπο ή
αρχή παρά μόνο δυνάμει διατάξεων που προβλέπονται από το νόμο. 4. Όλες οι πληροφορίες που
ανταλλάσσονται μεταξύ αρμόδιων αρχών δυνάμει του παρόντος κανονισμού που
αφορούν επιχειρηματικές ή επιχειρησιακές συνθήκες και άλλες οικονομικές ή
προσωπικές υποθέσεις θεωρούνται εμπιστευτικές και υπόκεινται στις απαιτήσεις
τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου εκτός εάν η αρμόδια αρχή δηλώσει κατά τη
στιγμή της επικοινωνίας ότι η πληροφορία αυτή δύναται να γνωστοποιηθεί ή ότι η
γνωστοποίηση είναι αναγκαία στο πλαίσιο νομικών διαδικασιών. ΤΙΤΛΟΣ VII
ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ Άρθρο 37
Άσκηση της εξουσιοδότησης 1. Η αρμοδιότητα έκδοσης
κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή σύμφωνα με τις
προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. 2. Η εξουσία έκδοσης των κατ’
εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, το άρθρο 5
παράγραφος 3, το άρθρο 7 παράγραφος 3, το άρθρο 9 παράγραφος 3, το άρθρο 11
παράγραφος 4, το άρθρο 12 παράγραφος 3, το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 23
παράγραφος 7 ανατίθεται στην Επιτροπή για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα από
την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]. 3. Η ανάθεση της εξουσίας που
αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, το άρθρο 5 παράγραφος 3, το άρθρο 7
παράγραφος 3, το άρθρο 9 παράγραφος 3, το άρθρο 11 παράγραφος 4, το άρθρο 12
παράγραφος 3, το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 23 παράγραφος 7 δύναται να
ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η
απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που καθορίζεται στην εν λόγω
απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευση της απόφασης στην
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που
ορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα οποιωνδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση
πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ. 4. Μόλις εκδώσει μια κατ’
εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. 5. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που
εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2, το άρθρο 5 παράγραφος 3, το άρθρο
7 παράγραφος 3, το άρθρο 9 παράγραφος 3, το άρθρο 11 παράγραφος 4, το άρθρο 12
παράγραφος 3, το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 23 παράγραφος 7 αρχίζει να
ισχύει μόνο αν, εντός περιόδου δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις ούτε από
το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε από το Συμβούλιο ή αν, πριν από τη λήξη της
περιόδου αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα
την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται
κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου. Άρθρο 38
Διαδικασία επιτροπής 1. Η Επιτροπή επικουρείται από
την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών. Η εν λόγω επιτροπή είναι μια επιτροπή
κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. 2. Όταν γίνεται παραπομπή στην
παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011,
τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 του ίδιου κανονισμού. ΤΙΤΛΟΣ VΙΙΙ
Μεταβατικές και τελικές διατάξεις Άρθρο 39
Μεταβατικές διατάξεις 1. Ένας διαχειριστής που παρέχει
δείκτη αναφοράς στις [ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος κανονισμού]
υποβάλλει αίτηση για αδειοδότηση δυνάμει του άρθρου 23 εντός [24 μήνες από την
ημερομηνία εφαρμογής]. 2. Ένας διαχειριστής που υπέβαλε
αίτηση αδειοδότησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 δύναται να εξακολουθήσει να
καταρτίζει υφιστάμενο δείκτη αναφοράς, εκτός εάν και έως ότου απορριφθεί η
αίτηση αδειοδότησης. 3. Σε περίπτωση που ένας
υφιστάμενος δείκτης αναφοράς δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος
κανονισμού, αλλά η αλλαγή του ώστε να συμμορφωθεί με τις εν λόγω απαιτήσεις θα
συντελούσε σε γεγονός ανωτέρας βίας, στην παρεμπόδιση της συμμόρφωσης ή με
άλλον τρόπο παράβαση των όρων οποιασδήποτε χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή
οποιουδήποτε χρηματοπιστωτικού μέσου που φέρει αναφορά στον εν λόγω δείκτη
αναφοράς, εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του παρόντος άρθρου. 4. Η χρήση ενός δείκτη αναφοράς
επιτρέπεται από τη σχετική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο
διαχειριστής μέχρις ότου ο δείκτης αναφοράς χρησιμεύει ως αναφορά σε
χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, η αξία των οποίων
ανέρχεται έως και στο 5 % της αξίας των χρηματοπιστωτικών μέσων και συμβάσεων
που αποτελούσαν την αναφορά του εν λόγω δείκτη κατά τη έναρξη ισχύος του
παρόντος κανονισμού. Κανένα χρηματοπιστωτικό μέσο ή καμία χρηματοπιστωτική
σύμβαση δεν χρησιμοποιείται ως αναφορά σε υφιστάμενο δείκτη αναφοράς μετά την
έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 40
Επανεξέταση Μέχρι την 1η Ιουλίου 2018, η Επιτροπή προβαίνει σε
επανεξέταση και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο
σχετικά με τον παρόντα κανονισμό και ειδικότερα για τα εξής: α) τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα
του καθεστώτος των δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας και της υποχρεωτικής
συμμετοχής σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14, καθώς και τον καθορισμό δείκτη
αναφοράς κρίσιμης σημασίας σύμφωνα με το άρθρο 3· β) την αποτελεσματικότητα του καθεστώτος
εποπτείας του τίτλου VI και των συλλογικών οργάνων βάσει του άρθρου 34, καθώς
επίσης και την σκοπιμότητα της εποπτείας ορισμένων δεικτών αναφοράς από
οργανισμό της Ένωσης· και γ) την τιμή της απαίτησης καταλληλότητας
βάσει του άρθρου 18. Άρθρο 41
Έναρξη ισχύος Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη
της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφαρμόζεται από την [12 μήνες μετά την έναρξη
ισχύος του]. Ωστόσο, το άρθρο 13 παράγραφος 1 και το άρθρο 34
εφαρμόζονται από την [6 μήνες μετά την έναρξη ισχύος]. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός
ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για
το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Ο
Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I Τμήμα Α Απαιτήσεις διακυβέρνησης και ελέγχου
για τη διασφάλιση της τήρησης των διατάξεων του άρθρου 5 παράγραφος 1 I. Απαιτήσεις σχετικά με τη διακυβέρνηση
και τις συγκρούσεις συμφερόντων για τη διασφάλιση της τήρησης των διατάξεων του
άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο α) 1. Η παροχή ενός δείκτη αναφοράς
διαχωρίζεται επιχειρησιακά και λειτουργικά από οποιοδήποτε τμήμα των
επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του διαχειριστή, από το οποίο ενδέχεται να
προκύψει πραγματική ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων. Εάν δεν είναι δυνατή η
διαχείριση των συγκρούσεων αυτών, ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς παύει
οποιαδήποτε δραστηριότητα ή σχέση από την οποία προκύπτει εν λόγω σύγκρουση
συμφερόντων ή παύει την κατάρτιση του δείκτη αναφοράς. 2. Ο διαχειριστής δημοσιεύει ή
κοινοποιεί κάθε υφιστάμενη ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων στους
συνεισφέροντες και τους χρήστες του δείκτη αναφοράς και τη σχετική αρμόδια
αρχή, συμπεριλαμβανομένων των συγκρούσεων συμφερόντων που προκύπτουν από την
ίδια ευθύνη ή τον έλεγχο του διαχειριστή. 3. Ο διαχειριστής θεσπίζει
κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για τον εντοπισμό, την κοινοποίηση, τη
διαχείριση ή τον μετριασμό και την αποφυγή των συγκρούσεων συμφερόντων
προκειμένου να προστατεύσει την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία του
προσδιορισμού των δεικτών αναφοράς. Οι πολιτικές και οι διαδικασίες αυτές
επανεξετάζονται σε τακτική βάση και επικαιροποιούνται. Οι πολιτικές και οι
διαδικασίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και να αντιμετωπίζουν το επίπεδο των
συγκρούσεων συμφερόντων, τον βαθμό της διακριτικής ευχέρειας που ασκείται κατά
τη διαδικασία καθορισμού του δείκτη αναφοράς και τους κινδύνους που συνεπάγεται
ο δείκτης αναφοράς και διασφαλίζουν: α) τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των
πληροφοριών που παρασχέθηκαν ή καταρτίστηκαν από τον διαχειριστή με την
επιφύλαξη των υποχρεώσεων περί κοινοποίησης και διαφάνειας που απορρέουν από τον
παρόντα κανονισμό· β) τον ειδικότερο μετριασμό των συγκρούσεων
συμφερόντων που απορρέουν από την ίδια ευθύνη ή τον έλεγχο του διαχειριστή ή
από άλλα συμφέροντα της ομάδας του ή οφείλονται σε άλλα πρόσωπα που ενδεχομένως
επηρεάζουν ή ελέγχουν τον διαχειριστή σε σχέση με τον καθορισμό του δείκτη
αναφοράς. 4. Ο διαχειριστής διασφαλίζει
ότι οι υπάλληλοι και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο του οποίου οι υπηρεσίες
τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχό του και που εμπλέκονται άμεσα στην παροχή
του δείκτη αναφοράς: α) διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες, την
κατάλληλη γνώση και εμπειρία για τα καθήκοντα που τους ανατίθενται και
υπόκεινται σε αποτελεσματική διαχείριση και εποπτεία· β) δεν υπόκεινται σε αθέμιτη επιρροή ή δεν
συμμετέχουν σε συγκρούσεις συμφερόντων και η αποζημίωση και η αξιολόγηση της
απόδοσης των προσώπων αυτών δεν δημιουργούν συγκρούσεις συμφερόντων και δεν
θίγουν την ακεραιότητα της διαδικασίας κατάρτισης του δείκτη αναφοράς· γ) τα συμφέροντα και οι επιχειρηματικές
σχέσεις τους δεν διακυβεύουν τις λειτουργίες του διαχειριστή· δ) απαγορεύεται η συνεισφορά στοιχείων για
τον καθορισμό δείκτη αναφοράς μέσω της συμμετοχής σε προσφορές και συναλλαγές
σε προσωπική βάση ή για λογαριασμό παραγόντων της αγοράς· και ε) υπόκεινται σε αποτελεσματικές διαδικασίες
ελέγχου της ανταλλαγής πληροφοριών με άλλους υπαλλήλους και οποιαδήποτε άλλα
πρόσωπα εμπλέκονται σε δραστηριότητες που ενδέχεται να συνεπάγονται κίνδυνο
σύγκρουσης συμφερόντων ή σε περίπτωση που οι πληροφορίες αυτές μπορούν να
επηρεάσουν τον δείκτη αναφοράς. 5. Ο διαχειριστής θεσπίζει
ειδικές διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου για τη διασφάλιση της ακεραιότητας και
της αξιοπιστίας του υπαλλήλου ή του προσώπου που προσδιορίζει τον δείκτη
αναφοράς, συμπεριλαμβανομένης τουλάχιστον της εσωτερικής εξακρίβωσης από τη
διοίκηση πριν τη διάδοση του δείκτη αναφοράς. 6. Τα σημεία 7 και 8 του
τμήματος αυτού εφαρμόζονται στις περιπτώσεις συνεισφοράς εισερχόμενων δεδομένων
από μονάδα διαπραγμάτευσης, ήτοι τμήμα, μονάδα, ομάδα ή υπαλλήλους των
συνεισφερόντων ή οποιασδήποτε συνδεδεμένης με αυτούς οντότητας που
πραγματοποιεί δραστηριότητες διαπραγματεύσεων επί τιμολογήσεων, πωλήσεων,
διάθεσης στην αγορά, διαφήμισης, προσέλκυσης, διάρθρωσης ή μεσιτείας. 7. Όταν οι διαχειριστές
λαμβάνουν εισερχόμενα δεδομένα από εργαζόμενους μονάδας διαπραγμάτευσης,
οφείλουν να συγκεντρώνουν δεδομένα και από άλλες πηγές, τα οποία μπορούν να
επιβεβαιώσουν τα εν λόγω εισερχόμενα δεδομένα. 8. Ο διαχειριστής δεν αποδέχεται
εισερχόμενα δεδομένα από λειτουργίες μονάδων διαπραγμάτευσης, εκτός εάν υφίστανται
επαρκείς εσωτερικές διαδικασίες εποπτείας και επαλήθευσης για τα δεδομένα από
λειτουργίες μονάδων διαπραγμάτευσης που συμμορφώνονται με τις εξής απαιτήσεις: α) Τα υποβληθέντα δεδομένα επικυρώνονται
πριν χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό ενός δείκτη αναφοράς, μεταξύ άλλων με
διαδικασίες πολλαπλών αναθεωρήσεων από ανώτερα στελέχη για τον έλεγχο των
υποβληθέντων δεδομένων και διαδικασίες εσωτερικής εξακρίβωσης από τα διοικητικά
στελέχη για την υποβολή των δεδομένων· β) υφίσταται φυσικός διαχωρισμός των
εργαζομένων στη μονάδα διαπραγμάτευσης και δίαυλοι αναφοράς· γ) πλήρης συνεκτίμηση των μέτρων
διαχείρισης των συγκρούσεων για τον εντοπισμό, την κοινοποίηση, τη διαχείριση,
τον μετριασμό και την αποφυγή υφιστάμενων ή πιθανών κινήτρων παραποίησης
εισερχόμενων δεδομένων ή άσκησης άλλης επίδρασης σε αυτά, μεταξύ άλλων μέσω
πολιτικών αποδοχών, και συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ των δραστηριοτήτων
συνεισφοράς εισερχόμενων δεδομένων και άλλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του
συνεισφέροντος, οποιασδήποτε συνδεδεμένης με αυτούς οντότητας ή οποιουδήποτε εκ
των αντίστοιχων πελατών τους. II. Απαιτήσεις εποπτείας για τη διασφάλιση
της τήρησης των διατάξεων του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο β) 9. Ο διαχειριστής καθιερώνει και
διατηρεί μόνιμη και αποτελεσματική λειτουργία εποπτείας, η οποία εφαρμόζεται σε
ανεξάρτητη βάση, και διαθέτει ορισμένες από τις εξής αρμοδιότητες ή το σύνολό
τους, οι οποίες προσαρμόζονται με βάση την πολυπλοκότητα, τη χρήση και τις
αδυναμίες του δείκτη αναφοράς: α) αναθεώρηση του ορισμού και της
μεθοδολογίας του δείκτη αναφοράς, β) επίβλεψη τυχόν αλλαγών στη μεθοδολογία
του δείκτη αναφοράς και εξουσιοδότηση του διαχειριστή να πραγματοποιήσει
διαβούλευση σχετικά με τις αλλαγές αυτές, γ) επίβλεψη του πλαισίου ελέγχου του
διαχειριστή, του κώδικα δεοντολογίας, καθώς και της διαχείρισης και της
λειτουργίας του δείκτη αναφοράς, δ) επανεξέταση και έγκριση των διαδικασιών
παύσης παροχής του δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διαβουλεύσεων
σχετικά με την παύση παροχής του, ε) επίβλεψη τυχόν τρίτων που συμμετέχουν
στη διαδικασία παροχής του δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων των φορέων που
είναι υπεύθυνοι για τον υπολογισμό και τη διάδοση, στ) αξιολόγηση εσωτερικών και εξωτερικών
ελέγχων ή επανεξετάσεων και παρακολούθηση της υλοποίησης των καθορισμένων
δράσεων, ζ) παρακολούθηση των εισερχόμενων
δεδομένων, των συνεισφερόντων και των ενεργειών στις οποίες προβαίνει ο
διαχειριστής για την αμφισβήτηση ή την επαλήθευση των εισερχόμενων δεδομένων
που έχουν συνεισφέρει, η) λήψη αποτελεσματικών μέτρων σχετικά με
τυχόν παραβάσεις του κώδικα δεοντολογίας και θ) αναφορά στις σχετικές αρμόδιες αρχές
τυχόν ανάρμοστης συμπεριφοράς των συνεισφερόντων ή των διαχειριστών, για την
οποία λαμβάνει γνώση η λειτουργία εποπτείας, καθώς και τυχόν ακατάλληλων ή
ύποπτων εισερχόμενων δεδομένων. 10. Η λειτουργία εποπτείας
αντιστοιχεί σε μια από τις εξής περιπτώσεις: α) Στην περίπτωση που ο διαχειριστής ανήκει
σε ή ελέγχεται από συνεισφέροντες ή χρήστες, η λειτουργία εποπτείας επιτελείται
από χωριστό συμβούλιο ή επιτροπή, η σύνθεση του(της) οποίου(-ας) διασφαλίζει
την ανεξαρτησία και την απουσία συγκρούσεων συμφερόντων. Στην περίπτωση που ο
διαχειριστής ανήκει σε ή ελέγχεται από συνεισφέροντες, η πλειοψηφία των μελών
της επιτροπής δεν πρέπει να είναι συνεισφέροντες. Στην περίπτωση που ο
διαχειριστής ανήκει σε ή ελέγχεται από χρήστες, η πλειοψηφία των μελών της
επιτροπής δεν πρέπει να είναι χρήστες· β) Στην περίπτωση που ο διαχειριστής δεν
ανήκει σε ή ελέγχεται από συνεισφέροντες ή χρήστες, η λειτουργία της εποπτείας
επιτελείται από εσωτερικό συμβούλιο ή επιτροπή. Τα μέλη του εσωτερικού
συμβουλίου ή της επιτροπής δεν πρέπει να εμπλέκονται στην παροχή δεικτών
αναφοράς για τους οποίους επιτελούν τη λειτουργία εποπτείας· γ) σε περίπτωση που ο διαχειριστής είναι σε
θέση να αποδείξει ότι σε ό,τι αφορά το χαρακτήρα, την κλίμακα και την
πολυπλοκότητα της παροχής του δείκτη αναφοράς και τον κίνδυνο και τις
επιπτώσεις που συνεπάγεται, οι απαιτήσεις βάσει των σημείων α) και β) δεν είναι
αναλογικές, ένα φυσικό πρόσωπο δύναται να αναλάβει το ρόλο του υπευθύνου
εποπτείας. Οι υπεύθυνοι εποπτείας δεν πρέπει να εμπλέκονται στην παροχή δεικτών
αναφοράς για τους οποίους επιτελούν τη λειτουργία εποπτείας. 11. Η λειτουργία εποπτείας μπορεί
να ασκείται σε περισσότερους από έναν δείκτες αναφοράς που παρέχει ο
διαχειριστής με την προϋπόθεση ότι κατά τα λοιπά πληροί τις απαιτήσεις του
παρόντος τμήματος. III. Απαιτήσεις ελέγχου για τη διασφάλιση
της τήρησης των διατάξεων του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) 12. Ο διαχειριστής μεριμνά για την
ύπαρξη κατάλληλου πλαισίου ελέγχου για την παροχή του δείκτη αναφοράς. Το
πλαίσιο ελέγχου πρέπει να είναι ανάλογο με το επίπεδο των συγκρούσεων που έχουν
διαπιστωθεί, το βαθμό της διακριτικής ευχέρειας στη διαδικασία κατάρτισης του
δείκτη αναφοράς και τον χαρακτήρα των εισερχόμενων δεδομένων και να
περιλαμβάνει τα εξής: α) τη διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων, β) την κατάλληλη και αποτελεσματική συνέχεια
των εμπορικών δραστηριοτήτων και σχέδια αποκατάστασης σε περίπτωση καταστροφής. 13. Σε περίπτωση που τα εισερχόμενα
δεδομένα δεν αφορούν συναλλαγές, ο διαχειριστής: α) θεσπίζει μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι
συγκεκριμένοι συνεισφέροντες συμμορφώνονται με τον κώδικα δεοντολογίας και τα
ισχύοντα πρότυπα για τα εισερχόμενα δεδομένα· β) θεσπίζει μέτρα για την παρακολούθηση των
εισερχόμενων δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των εισερχόμενων
δεδομένων πριν από τη δημοσίευση του δείκτη αναφοράς και της επικύρωσης τους
μετά τη δημοσίευση με στόχο τον εντοπισμό σφαλμάτων και ανωμαλιών. 14. Το πλαίσιο ελέγχου
τεκμηριώνεται, αναθεωρείται και επικαιροποιείται κατά περίπτωση και κατόπιν
αιτήματος διατίθεται στους χρήστες και τη σχετική αρμόδια αρχή. IV. Απαιτήσεις λογοδοσίας για τη διασφάλιση
της συμμόρφωσης με το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο δ) 15. Ο διαχειριστής καθορίζει
εσωτερική λειτουργία με την απαραίτητη ικανότητα επανεξέτασης και υποβολής
έκθεσης σχετικά με την τήρηση της μεθοδολογίας του δείκτη αναφοράς και του
παρόντος κανονισμού από τον διαχειριστή. 16 Για τους δείκτες αναφοράς
κρίσιμης σημασίας, ο διαχειριστής διορίζει ανεξάρτητο εξωτερικό ελεγκτή, ο
οποίος επανεξετάζει και υποβάλει έκθεση για την τήρηση της μεθοδολογίας του
δείκτη αναφοράς και του παρόντος κανονισμού από τον διαχειριστή, εάν το μέγεθος
και η πολυπλοκότητα των ενεργειών του διαχειριστή για το δείκτη αναφοράς
συνεπάγεται σημαντικό κίνδυνο για την οικονομική σταθερότητα. 17. Κατόπιν αιτήματος της σχετικής
αρμόδιας αρχής ή οποιουδήποτε χρήστη του δείκτη αναφοράς, ο διαχειριστής
παρέχει ή δημοσιεύει λεπτομέρειες σχετικά με την επανεξέταση που προβλέπεται
στο σημείο 15 ή τους ελέγχους που προβλέπονται στο σημείο 16. 18. Ο διαχειριστής τηρεί αρχεία
σχετικά με τα εξής: α) το σύνολο των εισερχόμενων δεδομένων· β) τη χρήση τους για τον καθορισμό του
δείκτη αναφοράς και την εφαρμοσθείσα μεθοδολογία· γ) την άσκηση διακριτικής ευχέρειας ή
κρίσεως από τον διαχειριστή κατά τον καθορισμό του δείκτη αναφοράς,
συμπεριλαμβανομένου του πλήρους σκεπτικού στο οποίο βασίζεται η κρίση ή η
διακριτική ευχέρεια, καταγραφών μη συνεκτίμησης τυχόν εισερχόμενων δεδομένων,
ιδιαίτερα σε περίπτωση που συμμορφώνονταν με τις απαιτήσεις της μεθοδολογίας
του δείκτη αναφοράς και του σκεπτικού για την μη συνεκτίμησή τους· δ) τους υποβάλλοντες στοιχεία και τα φυσικά
πρόσωπα που απασχολούν οι διαχειριστές για τον καθορισμό των δεικτών αναφοράς· ε) όλα τα έγγραφα που αφορούν οποιαδήποτε
καταγγελία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλει ο καταγγέλλων καθώς και
των αρχείων του διαχειριστή· και στ) τις καταγεγραμμένες τηλεφωνικές
συνδιαλέξεις ή τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ οποιουδήποτε προσώπου που
απασχολεί ο διαχειριστής και των συνεισφερόντων σχετικά με τον δείκτη αναφοράς. 19. Ο διαχειριστής τηρεί τα αρχεία
που καθορίζονται στο σημείο 1 για τουλάχιστον πέντε έτη σε μορφή που καθιστά
δυνατή την αναπαραγωγή και την πλήρη κατανόηση των υπολογισμών των δεικτών
αναφοράς καθώς και τον έλεγχο ή την αξιολόγηση των εισερχόμενων δεδομένων, των
υπολογισμών, των κρίσεων και της διακριτικής ευχέρειας. Τα αρχεία των
τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που καταγράφονται
σύμφωνα με το σημείο 18 στοιχείο στ) παρέχονται στα εμπλεκόμενα στην συζήτηση ή
τη διαβίβαση πρόσωπα κατόπιν αιτήματος και φυλάσσονται για περίοδο τριών ετών. 20. Ο διαχειριστής καθιερώνει και
δημοσιοποιεί διαδικασίες σχετικά με την επικοινωνία, τη διαχείριση και την
έγκαιρη διεκπεραίωση των καταγγελιών σχετικά με το δείκτη από πρόσωπο ή πρόσωπα
που είναι ανεξάρτητα από πρόσωπα που σχετίζονται με την καταγγελία. Τμήμα Β Απαιτήσεις εξωτερικής ανάθεσης για
τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το άρθρο 6 1. Όταν προβαίνει σε εξωτερική
ανάθεση, ο διαχειριστής διασφαλίζει ότι πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:. α) ο πάροχος υπηρεσιών διαθέτει την
ικανότητα, τα προσόντα και κάθε άδεια που απαιτείται από τη νομοθεσία για την
εκτέλεση των λειτουργιών, υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που του ανατίθενται με
τρόπο αξιόπιστο και επαγγελματικό· β) ο διαχειριστής λαμβάνει ενδεδειγμένα
μέτρα εάν φαίνεται ότι ο πάροχος υπηρεσιών ενδέχεται να μην εκτελεί τις
λειτουργίες αποτελεσματικά και σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις
και κανονιστικές απαιτήσεις· γ) ο διαχειριστής διατηρεί την
εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται για την αποτελεσματική εποπτεία των
εκχωρηθεισών σε τρίτους αρμοδιοτήτων και τη διαχείριση των κινδύνων που
συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση· δ) ο πάροχος υπηρεσιών κοινοποιεί στον
διαχειριστή κάθε εξέλιξη που ενδέχεται να έχει επηρεάσει ουσιωδώς την ικανότητά
του να επιτελέσει τις λειτουργίες που του έχουν ανατεθεί αποτελεσματικά και
σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές και κανονιστικές απαιτήσεις· ε) ο πάροχος υπηρεσιών συνεργάζεται με τη
σχετική αρμόδια αρχή σχετικά με τις ανατεθείσες δραστηριότητες και ο
διαχειριστής και η σχετική αρμόδια αρχή έχουν πραγματικά πρόσβαση σε δεδομένα
σχετικά με τις ανατεθείσες αρμοδιότητες, καθώς και στις εγκαταστάσεις του παρόχου
και η σχετική αρμόδια αρχή είναι σε θέση να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα
πρόσβασης· στ) ο διαχειριστής είναι σε θέση να θέσει
τέρμα στις διευθετήσεις αυτές, εάν παραστεί ανάγκη. Τμήμα Γ Απαιτήσεις δεδομένων και
μεθοδολογίας για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το άρθρο 7 παράγραφος 1 I. Απαιτήσεις περί επαρκών και ακριβών
δεδομένων και περί αντιπροσωπευτικών συνεισφερόντων για τη διασφάλιση της
συμμόρφωσης με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) 1. Ο διαχειριστής διασφαλίζει
ότι οι έλεγχοι σχετικά με τα εισερχόμενα δεδομένα περιλαμβάνουν τα εξής: α) κριτήρια που ορίζουν ποιος μπορεί να
υποβάλλει εισερχόμενα δεδομένα στον διαχειριστή και διαδικασία επιλογής των
συνεισφερόντων· β) διαδικασία αξιολόγησης των εισερχόμενων
δεδομένων του συνεισφέροντα και την διακοπή της περαιτέρω παροχής εισερχόμενων
δεδομένων από τον συνεισφέροντα ή την επιβολή σε αυτόν άλλων κυρώσεων λόγω
έλλειψης συμμόρφωσης, κατά περίπτωση· και γ) διαδικασία επικύρωσης των εισερχόμενων
δεδομένων, μεταξύ άλλων με βάση άλλους δείκτες ή άλλα δεδομένα, με στόχο την
εξασφάλιση της ακεραιότητας και της ακρίβειάς τους. II. Απαιτήσεις περί άρτιας και αξιόπιστης
μεθοδολογίας για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το άρθρο 7 παράγραφος 1
στοιχείο δ) 2. Κατά την ανάπτυξη της
μεθοδολογίας ενός δείκτη αναφοράς, ο διαχειριστής του δείκτη αναφοράς, α) λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως το μέγεθος
και η κανονική ρευστότητα της αγοράς, τη διαφάνεια των διαπραγματεύσεων και τις
θέσεις των παρεμβαινόντων στην αγορά, τη συγκέντρωση και τη δυναμική της αγοράς
και την καταλληλότητα κάθε δείγματος ως προς την αντιπροσωπευτικότητα της
οικονομικής πραγματικότητας για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης
αναφοράς· β) ορίζει το περιεχόμενο της έννοιας
«ενεργός αγορά» για τους σκοπούς του συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς· και γ) καθορίζει την προτεραιότητα που δίδεται
σε διαφορετικούς τύπους εισερχόμενων δεδομένων. 3. Ο διαχειριστής χρησιμοποιεί
μεθοδολογίες για τον καθορισμό των δεικτών αναφοράς, οι οποίες έχουν τα εξής
χαρακτηριστικά: α) είναι άρτιες και συστηματικές και
καθιστούν δυνατή την επαλήθευση, συμπεριλαμβανομένων εκ των υστέρων ελέγχων·
και β) είναι ανθεκτικές και διασφαλίζουν ότι ο
δείκτη αναφοράς μπορεί να υπολογισθεί στο ευρύτερο δυνατό σύνολο πιθανών
περιστάσεων. 4. Ο διαχειριστής εφαρμόζει σαφές
και δημοσιοποιημένο πλαίσιο που ορίζει τις περιστάσεις αυτές, όταν η ποσότητα ή
η ποιότητα των εισερχόμενων δεδομένων δεν πληροί τα πρότυπα που προβλέπονται
στη μεθοδολογία για τον ακριβή και αξιόπιστο καθορισμό του δείκτη αναφοράς, και
περιγράφει εάν και με ποιο τρόπο γίνεται ο υπολογισμός του δείκτη στις εν λόγω
περιστάσεις. III. Απαιτήσεις διαφάνειας για τη
διασφάλιση της συμμόρφωσης με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο ε) 5. Ο διαχειριστής διευκρινίζει
τον τρόπο διενέργειας διαβούλευσης σχετικά με τις αλλαγές στη μεθοδολογία. Ο
διαχειριστής δημοσιοποιεί τις διαδικασίες και το σκεπτικό στο οποίο βασίζεται
κάθε προτεινόμενη ουσιώδης αλλαγή της μεθοδολογίας του, συμπεριλαμβανομένου του
ορισμού της έννοιας της ουσιώδους αλλαγής και του χρόνου ενημέρωσης των χρηστών
σχετικά με τις αλλαγές. Οι διαδικασίες αυτές: α) παρέχουν εκ των προτέρων ενημέρωση βάσει
σαφούς χρονοδιαγράμματος, η οποία παρέχει τη δυνατότητα ανάλυσης και διατύπωσης
παρατηρήσεων σχετικά με τον αντίκτυπο των προτεινόμενων αλλαγών· και β) προβλέπουν την παροχή πρόσβασης στις
παρατηρήσεις και τις απαντήσεις που παρέχει ο διαχειριστής στις παρατηρήσεις
αυτές μετά από κάθε διαβούλευση, εκτός εάν ζητηθεί τήρηση του εμπιστευτικού
χαρακτήρα των πληροφοριών αυτών. Τμήμα Δ Απαιτήσεις κώδικα δεοντολογίας για
τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το άρθρο 9 1. Ο κώδικας δεοντολογίας που
καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα
στοιχεία: α) απαιτήσεις διασφάλισης της παροχής των
εισερχόμενων δεδομένων σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8· ποια πρόσωπα μπορούν να
υποβάλουν εισερχόμενα δεδομένα στον διαχειριστή και τις διαδικασίες αξιολόγησης
της ταυτότητας ενός συνεισφέροντα ή των υποβαλλόντων στοιχεία και την
αδειοδότηση των τελευταίων· β) πολιτικές για να διασφαλιστεί ότι οι
συνεισφέροντες παρέχουν όλα τα σχετικά εισερχόμενα δεδομένα· και γ) τα συστήματα και τους ελέγχους που
υποχρεούται να καθιερώσει ο συνεισφέρων, συμπεριλαμβανομένων των εξής: –
διαδικασίες για την υποβολή εισερχόμενων δεδομένων,
συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης του συνεισφέροντα να διευκρινίσει εάν
πρόκειται για δεδομένα συναλλαγών και εάν τα εισερχόμενα δεδομένα
ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του διαχειριστή· –
πολιτικές για τη χρήση της διακριτικής ευχέρειας σε
ό,τι αφορά την παροχή εισερχόμενων δεδομένων· –
τυχόν απαιτήσεις για την επικύρωση των εισερχόμενων
δεδομένων πριν την παροχή τους στον διαχειριστή· –
τις πολιτικές τήρησης αρχείων· –
απαιτήσεις αναφοράς ύποπτων εισερχόμενων δεδομένων·
–
τις απαιτήσεις για τη διαχείριση των συγκρούσεων. 2. Ο διαχειριστής μεριμνά ώστε ο
κώδικας δεοντολογίας να συνάδει με τον παρόντα κανονισμό. Τμήμα Ε Απαιτήσεις
περί διακυβέρνησης συνεισφερόντων και ελέγχων που ισχύουν για τους
εποπτευόμενους συνεισφέροντες για τη διασφάλιση της τήρησης των διατάξεων
του άρθρου 11 1. Ο εποπτευόμενος συνεισφέρων
εφαρμόζει αποτελεσματικά συστήματα και διενεργεί αποτελεσματικούς ελέγχους για
τη διασφάλιση της ακεραιότητας και της αξιοπιστίας του συνόλου εισερχόμενων
δεδομένων που συνεισφέρει στον διαχειριστή, που περιλαμβάνουν: α) ελέγχους σχετικά με τα πρόσωπα τα οποία
μπορούν να υποβάλλουν εισερχόμενα δεδομένα σε διαχειριστή, συμπεριλαμβανομένης,
όταν δικαιολογείται αναλογικά, διαδικασίας για την εξακρίβωση από φυσικό
πρόσωπο ανώτερο του υποβάλλοντα· β) κατάλληλη κατάρτιση για τους υποβάλλοντες
στοιχεία, η οποία καλύπτει τουλάχιστον τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού
και του [κανονισμού για την κατάχρηση της αγοράς]· γ) μέτρα διαχείρισης συγκρούσεων,
συμπεριλαμβανομένου του διαχωρισμού των υπαλλήλων στο χώρο, κατά περίπτωση, και
διερεύνηση του τρόπου άρσης των κινήτρων για την παραποίηση οπουδήποτε δείκτη
αναφοράς που δημιουργούνται από την πολιτική αμοιβών· δ) την τήρηση αρχείων των επικοινωνιών
σχετικά με την παροχή εισερχόμενων δεδομένων για κατάλληλο χρονικό διάστημα. 2. Στην περίπτωση που τα εισερχόμενα
δεδομένα δεν αφορούν συναλλαγές, οι εποπτευόμενοι συνεισφέροντες καταρτίζουν,
εκτός από τα συστήματα και τους ελέγχους που αναφέρονται στο σημείο 1)
πολιτικές για την καθοδήγηση τυχόν χρήσης κρίσης ή άσκησης διακριτικής ευχέρειας
και τηρούν αρχεία του σκεπτικού κάθε τέτοιας περίπτωσης, όταν αυτό
δικαιολογείται αναλογικά, λαμβάνοντας υπόψη το είδος του δείκτη αναφοράς και
των εισερχόμενων δεδομένων. Τμήμα ΣΤ Απαιτήσεις δήλωσης δείκτη αναφοράς
για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το άρθρο 15 Η δήλωση αναφοράς περιλαμβάνει τουλάχιστον τα
εξής στοιχεία: α) τους ορισμούς όλων των βασικών όρων
σχετικά με τον δείκτη αναφοράς· β) το σκεπτικό για την υιοθέτηση μιας
μεθοδολογίας και των διαδικασιών για την επανεξέταση και την έγκρισή της· γ) τα κριτήρια και τις διαδικασίες που
χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένης της
περιγραφής των εισερχόμενων δεδομένων, της προτεραιότητας που δίδεται στους
διαφόρους τύπους εισερχόμενων δεδομένων, της χρήσης μοντέλων ή μεθόδων παρέκτασης
και διαδικασιών εξισορρόπησης των συνιστωσών του δείκτη· δ) τους ελέγχους και τους κανόνες που
διέπουν κάθε άσκηση διακριτικής ευχέρειας ή κρίσης από τον διαχειριστή ή τους
συνεισφέροντες με στόχο την εξασφάλιση της συνέπειας στη χρήση τους· ε) τις διαδικασίες που διέπουν το
προσδιορισμό των δεικτών αναφοράς σε περιόδους πίεσης ή περιόδους κατά τις
οποίες οι πηγές των δεδομένων συναλλαγών ενδέχεται να είναι ανεπαρκείς,
ανακριβείς ή αναξιόπιστες και τους δυνητικούς περιορισμούς του δείκτη αναφοράς
στις περιόδους αυτές· και στ) τις διαδικασίες αντιμετώπισης σφαλμάτων
στα εισερχόμενα δεδομένα ή τον καθορισμό του δείκτη αναφοράς, μεταξύ άλλων στην
περίπτωση που απαιτείται εκ νέου καθορισμός του δείκτη αναφοράς. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II Δείκτες αναφοράς επιτοκίων 1. Το παρόν παράρτημα
εφαρμόζεται στους δείκτες αναφοράς επιτοκίων. 2. Οι ακόλουθες απαιτήσεις
εφαρμόζονται επιπροσθέτως ή αντί των απαιτήσεων που προβλέπονται στο παράρτημα
Ι. Ακριβή και επαρκή δεδομένα 3. Τα σημεία 4 και 5
εφαρμόζονται στους δείκτες αναφοράς για διατραπεζικά επιτόκια, όπου τα
εισερχόμενα δεδομένα αποτελούν εκτιμήσεις ή προσφορές τιμής. 4. Για τους σκοπούς του άρθρου 7
παράγραφος 1 στοιχείο α) τα δεδομένα συναλλαγών περιλαμβάνουν: α) συναλλαγές του συνεισφέροντα που συνάδουν
με τις απαιτήσεις για τα εισερχόμενα δεδομένα του κώδικα δεοντολογίας: –
στην διατραπεζική αγορά καταθέσεων άνευ εγγυήσεων, –
άλλες αγορές καταθέσεων άνευ εγγυήσεων,
συμπεριλαμβανομένων των πιστοποιητικών καταθέσεων προθεσμίας και των εμπορικών
χρεογράφων και –
άλλες συναφείς αγορές σχετικά με συμφωνίες
ανταλλαγών σε επιτόκια δεικτών για καταθέσεις μιας νύχτας, συμφωνίες πώλησης
και επαναγοράς, προθεσμιακές συμφωνίες συναλλάγματος, συμβόλαια μελλοντικής
εκπλήρωσης επιτοκίου και δικαιώματα προαίρεσης και πράξεις των κεντρικών τραπεζών. β) παρατηρήσεις του συνεισφέροντα σχετικά με
συναλλαγές τρίτων στις συναλλαγές που περιγράφονται στην παράγραφο 2 στοιχείο
α). 5. Ελλείψει επαρκών δεδομένων
συναλλαγών κατά την παράγραφο 1, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο
α), μπορούν να χρησιμοποιηθούν προσφορές τιμών από τρίτους στους συνεισφέροντες
στις ίδιες αγορές και γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων για τον προσδιορισμό των
εισερχόμενων δεδομένων. Επιπλέον, υπάρχει δυνατότητα προσαρμογής των
εισερχόμενων δεδομένων για να διασφαλιστεί ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας τους
και το γεγονός ότι συνάδουν με την διατραπεζική αγορά. Ειδικότερα, τα
εισερχόμενα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να προσαρμοστούν
με βάση τα ακόλουθα κριτήρια: α) εγγύτητα των συναλλαγών σε σχέση με το
χρόνο παροχής των εισερχόμενων δεδομένων και επιπτώσεις τυχόν γεγονότων της
αγοράς μεταξύ του χρόνου πραγματοποίησης των συναλλαγών και του χρόνου παροχής
των εισερχόμενων δεδομένων· β) παρεμβολή ή παρέκταση δεδομένων
συναλλαγών και γ) προσαρμογές που αντικατοπτρίζουν τις
αλλαγές στην πιστοληπτική ικανότητα των συνεισφερόντων και άλλων παραγόντων της
αγοράς. Διαφάνεια των εισερχόμενων δεδομένων 6. Εάν τα εισερχόμενα δεδομένα
αποτελούν εκτιμήσεις, ο διαχειριστής τα δημοσιεύει τρεις μήνες μετά την παροχή
τους. Σε διαφορετική περίπτωση, τα εισερχόμενα δεδομένα δημοσιεύονται σύμφωνα
με το άρθρο 16. Λειτουργία εποπτείας 7. Τα σημεία 7, 8 και 9 του
τμήματος Α του παραρτήματος Ι δεν εφαρμόζονται. 8. Οι διαχειριστές διαθέτουν
ανεξάρτητη επιτροπή εποπτείας. Οι συνεισφέροντες αποτελούν τη μειοψηφία των
μελών της επιτροπής αυτής. Δημοσιεύονται λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τα μέλη,
καθώς και τυχόν δηλώσεις σχετικά με συγκρούσεις συμφερόντων και οι διαδικασίες
εκλογής ή διορισμού των μελών της επιτροπής εποπτείας. 9. Η επιτροπή εποπτείας
συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά κάθε δύο μήνες και αμέσως μετά δημοσιεύει τα
πρακτικά της συνεδρίασης, τα οποία χαρακτηρίζονται από διαφάνεια. 10. Οι αρμοδιότητες σχετικά με την
εποπτεία περιλαμβάνουν τα εξής: α) αναθεώρηση του ορισμού και της
μεθοδολογίας του δείκτη αναφοράς, β) εποπτεία τυχόν αλλαγών στη μεθοδολογία
του δείκτη αναφοράς και εξουσιοδότηση του διαχειριστή να πραγματοποιήσει
διαβούλευση σχετικά με τις αλλαγές αυτές, γ) εποπτεία του πλαισίου ελέγχου του
διαχειριστή, του κώδικα δεοντολογίας, καθώς και της διαχείρισης και της
λειτουργίας του δείκτη αναφοράς, δ) επανεξέταση και έγκριση των διαδικασιών
παύσης παροχής του δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διαβουλεύσεων
σχετικά με την παύση παροχής του, ε) εποπτεία τυχόν τρίτων που συμμετέχουν στη
διαδικασία παροχής του δείκτη αναφοράς, όπως των φορέων που είναι υπεύθυνοι για
τον υπολογισμό και τη διάδοση, στ) αξιολόγηση εσωτερικών και εξωτερικών
ελέγχων ή επανεξετάσεων και παρακολούθηση της υλοποίησης των καθορισμένων δράσεων, ζ) παρακολούθηση των εισερχόμενων δεδομένων,
των συνεισφερόντων και των ενεργειών στις οποίες προβαίνει ο διαχειριστής για
την αμφισβήτηση ή την επαλήθευση των εισερχόμενων δεδομένων που έχουν
συνεισφέρει, η) επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις του
κώδικα δεοντολογίας, κατά περίπτωση, και θ) αναφορά στις σχετικές αρμόδιες αρχές
τυχόν ανάρμοστης συμπεριφοράς των συνεισφερόντων ή των διαχειριστών της οποίας
λαμβάνουν γνώση και τυχόν ακατάλληλων ή ύποπτων εισερχόμενων δεδομένων. Έλεγχος 11. Τα σημεία 15 και 16 του
τμήματος Α του παραρτήματος Ι δεν εφαρμόζονται. 12. Διενεργείται εξωτερικός
έλεγχος των διαχειριστών σε διετή βάση. Ο πρώτος έλεγχος θα διενεργηθεί κατά το
πρώτο εξάμηνο μετά την κατάρτιση του κώδικα δεοντολογίας και οι επόμενοι κάθε
δύο έτη. Η επιτροπή εποπτείας δύναται να ζητήσει τη διενέργεια εξωτερικού
ελέγχου των επιχειρήσεων που συνεισφέρουν δεδομένα, εάν δεν μείνει
ικανοποιημένη από οποιαδήποτε άποψη της συμπεριφοράς τους. Κώδικας δεοντολογίας 13. Ο κώδικας δεοντολογίας
προσδιορίζει διεξοδικά τη διαδικασία παροχής των εισερχόμενων δεδομένων και,
εκτός από τις απαιτήσεις του τμήματος Δ του παραρτήματος Ι, στοιχεία όπως: α) η χρήση διατραπεζικών συναλλαγών και
άλλων δεδομένων συναλλαγών και άλλων σχετικών και συναφών αγορών που μπορούν να
χρησιμοποιηθούν για την κατάρτιση ακριβούς εκτίμησης της διατραπεζικής αγοράς
χρηματοδότησης· β) απαίτηση τήρησης ακριβών εσωτερικών
αρχείων όλων των συναλλαγών στη διατραπεζική αγορά και άλλες συναφείς αγορές,
καθώς και απαίτηση παροχής των αρχείων αυτών στον διαχειριστή του δείκτη
αναφοράς και την επιτροπή εποπτείας σε τακτική βάση και κατόπιν αιτήματος· γ) διαδικασίες επικύρωσης των συνεισφορών
εισερχόμενων δεδομένων πριν από τη δημοσίευσή τους και επιβεβαίωσή τους μετά
από την δημοσίευσή τους· δ) πολιτικές για την κατάρτιση όσων
υποβάλλουν δεδομένα, η οποία περιλαμβάνει τις εισροές που πρέπει να ληφθούν
υπόψη κατά τον καθορισμό των συνεισφορών με εισερχόμενα δεδομένα και τον τρόπο
χρήσης των γνωμοδοτήσεων των εμπειρογνωμόνων, καθώς και τις ρυθμιστικές τους
αρμοδιότητες· ε) απαίτηση κατάρτισης όσων εκτελούν
συναλλαγές παραγώγων με αναφορά στους συγκεκριμένους δείκτες αναφοράς, για την
λεπτομερή παρουσίαση του ρόλου τους στη διαδικασία του προσδιορισμού και τις
απαγορευμένες επαφές με τους υποβάλλοντες δεδομένα· και στ) απαίτηση για όλους τους συνεισφέροντες να
εφαρμόζουν διαδικασίας αναφοράς ύποπτων περιπτώσεων στον διαχειριστή του δείκτη
αναφοράς και την επιτροπή επίβλεψης προς επανεξέταση. Συστήματα και έλεγχοι των συνεισφερόντων 14. Εκτός από τις απαιτήσεις που
προβλέπονται στο παράρτημα Ι τμήμα Ε, για τους συνεισφέροντες ισχύει και η
ακόλουθη απαίτηση. 15. Κάθε υποβάλλων του
συνεισφέροντος και οι άμεσοι διευθυντές τους βεβαιώνουν εγγράφως ότι έχουν
διαβάσει τον κώδικα δεοντολογίας και ότι θα συμμορφωθούν με αυτόν. 16 Τα συστήματα και έλεγχοι των
συνεισφερόντων περιλαμβάνουν τα εξής: α) συνοπτική περιγραφή των αρμοδιοτήτων
εντός κάθε επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών διαύλων αναφοράς και
της λογοδοσίας, της θέσης των υποβαλλόντων και των διευθυντικών στελεχών και
των ονομάτων των σχετικών προσώπων και των αναπληρωτών τους· β) εσωτερικές διαδικασίες εξακρίβωσης των
συνεισφορών εισερχόμενων δεδομένων· γ) πειθαρχικές διαδικασίες σχετικά με
απόπειρες παραποίησης ή παράλειψη αναφοράς παραποίησης ή απόπειρας παραποίησης
από μέρη που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία της συνεισφοράς· δ) αποτελεσματικές διαδικασίες διαχείρισης
συγκρούσεων συμφερόντων και αποτελεσματικοί έλεγχοι των επικοινωνιών, τόσο σε
ό,τι αφορά τους συνεισφέροντες όσο και μεταξύ συνεισφερόντων και τρίτων μερών,
με στόχο την αποφυγή τυχόν ανάρμοστης εξωτερικής επιρροής στους υπεύθυνους
υποβολής των τιμών. Οι υποβάλλοντες στοιχεία και οι παράγοντες διαπραγμάτευσης
παραγώγων επιτοκίων εργάζονται σε διαχωρισμένους χώρους· ε) αποτελεσματικές διαδικασίες για την
αποφυγή ή τον έλεγχο της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των προσώπων που
συμμετέχουν σε δραστηριότητες που συνεπάγονται κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων
όταν η ανταλλαγή αυτών των πληροφοριών ενδέχεται να επηρεάσει τα δεδομένα που
έχουν παρασχεθεί για τον δείκτη αναφοράς· στ) κανόνες για την αποφυγή αθέμιτης σύμπραξης
μεταξύ μόνον των συνεισφερόντων ή μεταξύ των συνεισφερόντων και των
διαχειριστών των δεικτών αναφοράς· ζ) μέτρα για την πρόληψη ή τον περιορισμό
της άσκησης ανάρμοστης επιρροής από οποιονδήποτε σχετικά με τον τρόπο με τον
οποίο τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην παροχή των εισερχόμενων δεδομένων
πραγματοποιούν τις δραστηριότητες αυτές· η) εξάλειψη κάθε άμεσης σύνδεσης μεταξύ της
αμοιβής υπαλλήλων που εμπλέκονται στην παροχή εισερχόμενων δεδομένων και της
αμοιβής προσώπων που ασκούν άλλη δραστηριότητα ή των εσόδων που δημιουργούν
αυτά τα πρόσωπα, όταν ενδέχεται να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με
τις δραστηριότητες αυτές· θ) ελέγχους για τον εντοπισμό τυχόν
αντιστρεπτέων συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν μετά την παροχή των εισερχόμενων
δεδομένων. 17. Ο συνεισφέρων οφείλει να τηρεί
λεπτομερή αρχεία σχετικά με: α) όλες τις σχετικές πτυχές των συνεισφορών
του με εισερχόμενα δεδομένα· β) τη διαδικασία που διέπει τον προσδιορισμό
των εισερχόμενων δεδομένων και την εξακρίβωσή τους· γ) το ονόματα των προσώπων που υποβάλλουν
στοιχεία και τις αρμοδιότητές τους· δ) κάθε επικοινωνία μεταξύ των υποβαλλόντων
και άλλων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών και εξωτερικών εμπόρων
και χρηματομεσιτών, σε σχέση με τον καθορισμό ή τη συνεισφορά των εισερχόμενων
δεδομένων· ε) οποιαδήποτε αλληλεπίδραση των προσώπων
που υποβάλλουν στοιχεία με τον διαχειριστή ή οποιονδήποτε άλλο υπεύθυνο για τον
υπολογισμό· στ) τυχόν υποβληθέντα ερωτήματα σχετικά με τα
εισερχόμενα δεδομένα και την έκβασή τους· ζ) εκθέσεις για την ευαισθησία των
χαρτοφυλακίων πράξεων ανταλλαγής επιτοκίων και άλλων χαρτοφυλακίων συναλλαγών
παράγωγων προϊόντων με σημαντική έκθεση στους καθορισμούς διατραπεζικών
επιτοκίων σε σχέση με τα εισερχόμενα δεδομένα· και η) τα πορίσματα τυχόν εσωτερικών και
εξωτερικών ελέγχων. 18. Τα αρχεία φυλάσσονται σε μέσο
που επιτρέπει την πρόσβαση στις αποθηκευμένες πληροφορίες για μελλοντική
εξέταση με τεκμηριωμένη διαδρομή ελέγχου. 19. Ο αρμόδιος για τη συμμόρφωση
στα πλαίσια του συνεισφέροντα καταρτίζει έκθεση με τα πορίσματά του,
συμπεριλαμβανομένων των αντιστρεπτέων συναλλαγών, την υποβάλλει στην διοίκηση
σε τακτική βάση. 20. Τα εισερχόμενα δεδομένα και οι
διαδικασίες αποτελούν αντικείμενο εσωτερικής επανεξέτασης που διενεργείται σε
τακτά χρονικά διαστήματα. 21. Διενεργείται εξωτερικός
έλεγχος των εισερχόμενων δεδομένων του συνεισφέροντα, της συμμόρφωσής του με
τον κώδικα δεοντολογίας και τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού σε διετή
βάση. Ο πρώτος έλεγχος θα διενεργηθεί κατά το πρώτο εξάμηνο μετά την κατάρτιση
του κώδικα δεοντολογίας και οι επόμενοι κάθε δύο έτη. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ Δείκτες αναφοράς για βασικά προϊόντα Το παρόν παράρτημα εφαρμόζεται στους «δείκτες
αναφοράς για βασικά προϊόντα», ήτοι τους δείκτες αναφοράς το υποκείμενο
περιουσιακό στοιχείο των οποίων για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφος 1
στοιχείο γ) είναι βασικό προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του
κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006 της Επιτροπής[28]. Μεθοδολογία 1. Για τους σκοπούς των άρθρων 8,
9 και 16, η μεθοδολογία και η περιγραφή της μεθοδολογίας στη δήλωση του δείκτη
αναφοράς περιλαμβάνουν τα εξής: α) όλα τα κριτήρια και τις διαδικασίες που
χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση του δείκτη αναφοράς, συμπεριλαμβανομένου του
τρόπου με τον οποίο ο διαχειριστής χρησιμοποιεί τα εισερχόμενα δεδομένα
συμπεριλαμβανομένου του συγκεκριμένου όγκου τους, των πραγματοποιηθεισών και αναφερθεισών
συναλλαγών, των προσφορών και τυχόν άλλων στοιχείων για την αγορά στην
αξιολόγησή του και/ή τις περιόδους ή τις προθεσμίες αξιολόγησης, τον λόγο για
το οποίο ο διαχειριστής συλλέγει τα συγκεκριμένα εισερχόμενα δεδομένα, τις
κατευθυντήριες γραμμές για τον έλεγχο της άσκησης της κρίσης από τους
αξιολογητές και τυχόν άλλες πληροφορίες, όπως υποθέσεις, μοντέλα και/ή
παρεκβολές από τα συλλεχθέντα δεδομένα που συνεκτιμώνται κατά την αξιολόγηση· β) τις διαδικασίες και τις πρακτικές που
έχουν σχεδιαστεί για τη διασφάλιση της συνέπειας μεταξύ των αξιολογητών που
διατυπώνουν την κρίση τους· γ) τη σχετική σημασία που πρέπει να δοθεί σε
κάθε κριτήριο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του δείκτη αναφοράς,
ειδικότερα το είδος των δεδομένων της αγοράς που χρησιμοποιούνται και τον τύπο
του κριτηρίου που χρησιμοποιείται για την καθοδήγηση της κρίσης ώστε να διασφαλιστεί
η ποιότητα και η ακεραιότητα του υπολογισμού του δείκτη αναφοράς· δ) τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του
ελάχιστου ποσού του των δεδομένων της συναλλαγής που απαιτείται για τον
υπολογισμό του συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς. Εάν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο,
παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν έχει καθοριστεί ελάχιστο όριο,
συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των διαδικασιών όπου δεν υφίστανται
δεδομένα συναλλαγών· ε) τα κριτήρια σχετικά με τις περιόδους
αξιολόγησης, στην περίπτωση που τα υποβληθέντα δεδομένα δεν υπερβαίνουν το όριο
συνιστώμενων δεδομένων συναλλαγών της μεθοδολογίας ή δεν πληρούν τα υποχρεωτικά
πρότυπα ποιότητας του διαχειριστή, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εναλλακτικών
μεθόδων αξιολόγησης, όπως τα θεωρητικά μοντέλα εκτίμησης· στ) τα κριτήρια για τον έγκαιρο χαρακτήρα των
συνεισφορών εισερχόμενων δεδομένων και τα μέσα των συνεισφορών αυτών, είτε
ηλεκτρονικά, είτε διά τηλεφώνου είτε με άλλο τρόπο· ζ) τα κριτήρια και τις διαδικασίες για τις
περιόδους αξιολόγησης, στην περίπτωση που ένας ή περισσότεροι συνεισφέροντες
υποβάλλουν δεδομένα σχετικά με την αγορά, τα οποία αποτελούν σημαντικό ποσοστό
του συνόλου των εισερχόμενων δεδομένων για τον συγκεκριμένο δείκτη αναφοράς. Ο
διαχειριστής καθορίζει επίσης τα κριτήρια και τις διαδικασίες σχετικά με τον
ορισμό του σημαντικού ποσοστού για τον υπολογισμό κάθε δείκτη αναφοράς· η) κριτήρια σύμφωνα με τα οποία τα δεδομένα
συναλλαγών μπορούν να αποκλειστούν από τον υπολογισμό ενός δείκτη αναφοράς. 2. Ο διαχειριστής δημοσιεύει: α) το σκεπτικό για την υιοθέτηση μιας
συγκεκριμένης μεθοδολογίας, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προσαρμογής της
τιμής και της αιτιολόγησης της αποδοχής της περιόδου ή της προθεσμίας εντός της
οποίας τα εισερχόμενα δεδομένα ως αξιόπιστο δείκτη των αξιών της πραγματικής αγοράς· β) τη διαδικασία εσωτερικής επανεξέτασης και
έγκρισης μιας δεδομένης μεθοδολογίας, αλλά και τη συχνότητα της επανεξέτασης
και γ) τη διαδικασία εξωτερικής επανεξέτασης
μιας δεδομένης μεθοδολογίας, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών για την
επίτευξη της αποδοχής της αγοράς για τη μεθοδολογία μέσω διαβούλευσης με τους
χρήστες σχετικά με τις σημαντικές αλλαγές στις διαδικασίες υπολογισμού του
δείκτη αναφοράς. Αλλαγές σε μεθοδολογία 3. Σύμφωνα με το άρθρο 7
παράγραφος 1 στοιχείο ε), ο διαχειριστής υιοθετεί και κοινοποιεί στους χρήστες
ειδικές διαδικασίες και το σκεπτικό τυχόν προτεινόμενων ουσιωδών αλλαγών στη
μεθοδολογία του. Οι διαδικασίες αυτές συνάδουν με τον βασικό στόχο σύμφωνα με
τον οποίο ο διαχειριστής οφείλει να διασφαλίσει τη συνεχή ακεραιότητα των
υπολογισμών του δείκτη αναφοράς και να εφαρμόσει τις αλλαγές για την ορθή
λειτουργία της συγκεκριμένης αγοράς την οποία αφορούν οι εν λόγω αλλαγές. Οι
διαδικασίες αυτές: α) παρέχουν έγκαιρη ενημέρωση εντός σαφούς
χρονοδιαγράμματος που παρέχει στους χρήστες επαρκή δυνατότητα ανάλυσης και
σχολιασμού του αντικτύπου των προτεινόμενων αλλαγών, λαμβάνοντας υπόψη τον
υπολογισμό του συνόλου των περιστάσεων από τον διαχειριστή· β) προβλέπουν την παροχή πρόσβασης σε όλους
τους χρήστες της αγοράς στις παρατηρήσεις των χρηστών και τις απαντήσεις που
παρέχει ο διαχειριστής μετά από κάθε δεδομένη περίοδο διαβούλευσης, εκτός εάν
το πρόσωπο που υποβάλλει τις παρατηρήσεις ζητήσει την τήρηση του εμπιστευτικού
χαρακτήρα. 4. Ο διαχειριστής εξετάζει
τακτικά τις μεθοδολογίες προκειμένου να διασφαλίσει ότι αντικατοπτρίζουν με
αξιόπιστο τρόπο την αξιολογούμενη πραγματική αγορά και περιλαμβάνει διαδικασίες
συνεκτίμησης των απόψεων των σχετικών χρηστών. Ποιότητα και ακεραιότητα των υπολογισμών
στα πλαίσια ενός δείκτη αναφοράς 5. Σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9,
ο διαχειριστής οφείλει: α) να διευκρινίσει τα κριτήρια για τον
καθορισμό του βασικού προϊόντος που αφορά μια συγκεκριμένη μεθοδολογία· β) να δώσει προτεραιότητα στα εισερχόμενα
δεδομένα με την εξής σειρά, στην περίπτωση που συνάδουν με τις μεθοδολογίες
του: (1)
πραγματοποιηθείσες και αναφερθείσες συναλλαγές, (2)
προσφορές και τιμές αγοράς, (3)
άλλα στοιχεία. Σε περίπτωση που δεν δοθεί προτεραιότητα στις
πραγματοποιηθείσες και αναφερθείσες συναλλαγές, αναφέρεται η αιτιολογία, όπως
απαιτείται στο σημείο 6 στοιχείο β). γ) να εφαρμόζει επαρκή μέτρα σχεδιασμένα για
τη χρήση των δεδομένων για την αγορά που υποβλήθηκαν και ελήφθησαν καλόπιστα
υπόψη για τον υπολογισμό του δείκτη αναφοράς, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη
που υποβάλλουν τα δεδομένα της αγοράς έχουν εκτελέσει ή είναι διατεθειμένα να
εκτελέσουν συναλλαγές από τις οποίες προκύπτουν τέτοια δεδομένα και οι
πραγματοποιηθείσες συναλλαγές εκτελέστηκαν σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς,
ενώ θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις συναλλαγές μεταξύ θυγατρικών· δ) να καθιερώσει και να χρησιμοποιεί
διαδικασίες για τον εντοπισμό μη κανονικών ή ύποπτων δεδομένων συναλλαγών και
να τηρεί αρχεία των αποφάσεων αποκλεισμού δεδομένων συναλλαγών από τη
διαδικασία που εφαρμόζει ο διαχειριστής για τον υπολογισμό του δείκτη αναφοράς· ε) να ενθαρρύνει τους συνεισφέροντες να
υποβάλλουν το σύνολο των δεδομένων τους για την αγορά, τα οποία πληρούν τα
κριτήρια του διαχειριστή για τον εν λόγω υπολογισμό. Οι διαχειριστές
επιδιώκουν, εφόσον διαθέτουν την ικανότητα και σε εύλογα πλαίσια, να
διασφαλίσουν ότι τα υποβληθέντα δεδομένα είναι αντιπροσωπευτικά των πραγματικών
εκτελεσθεισών συναλλαγών των συνεισφερόντων· και στ) εφαρμόζουν σύστημα κατάλληλων μέτρων για
να διασφαλίσουν ότι οι συνεισφέροντες συμμορφώνονται με τα πρότυπα ποιότητας
και ακεραιότητας του διαχειριστή σε ό,τι αφορά τα δεδομένα της αγοράς. 6. Ο διαχειριστής περιγράφει και
δημοσιεύει με κάθε υπολογισμό, στο μέτρο του δυνατού με την επιφύλαξη της
δέουσας δημοσίευσης του δείκτη αναφοράς: α) συνοπτική επεξήγηση, επαρκή για τη
διευκόλυνση της κατανόησης του συνδρομητή ενός δείκτη αναφοράς ή της αρμόδιας
αρχής του τρόπου με τον οποίο αναπτύχθηκε ο υπολογισμός, συμπεριλαμβανομένου
τουλάχιστον του μεγέθους και της ρευστότητας της αξιολογούμενης πραγματικής αγοράς
(όπως ο υποβληθείς αριθμός και όγκος των συναλλαγών), του εύρους και του μέσου
όρου της τιμής και των ενδεικτικών ποσοστών κάθε τύπου δεδομένων της αγοράς που
έχουν συνεκτιμηθεί κατά τον υπολογισμό· συμπεριλαμβάνονται όροι σχετικά με τη
μεθοδολογία τιμολόγησης, όπως «με βάση τις συναλλαγές», «με βάση τη διαφορά
μεταξύ τιμής αγοράς και τιμής πώλησης» ή «κατόπιν παρεμβολής ή παρέκτασης»· β) συνοπτική εξήγηση του βαθμού στον οποίο
και της βάσης επί της οποίας χρησιμοποιήθηκε σε οποιονδήποτε υπολογισμό η απόφαση,
συμπεριλαμβανομένων των αποκλεισμών δεδομένων, που κατά τα λοιπά συμμορφώνονταν
με τις απαιτήσεις της σχετικής μεθοδολογίας για τον εν λόγω υπολογισμό
βασίζοντας τις τιμές σε διαφορές μεταξύ τιμής αγοράς και τιμής πώλησης ή
παρεμβολές, παρεκβολές, σταθμισμένες προσφορές ή προσφορές ανώτερες των
ενδεχόμενων πραγματοποιηθεισών συναλλαγών. Ακεραιότητα της διαδικασίας υποβολής
εκθέσεων 7. Σύμφωνα με το άρθρο 5, ο
διαχειριστής οφείλει: α) να καθορίσει τα κριτήρια που
προσδιορίζουν τα πρόσωπα τα οποία μπορούν να υποβάλλουν δεδομένα σχετικά με την
αγορά στον διαχειριστή· β) να εφαρμόζει διαδικασίες ελέγχου
ποιότητας για την εκτίμηση της ταυτότητας ενός συνεισφέροντα και απασχολούμενου
του συνεισφέροντα, που υποβάλλει εισερχόμενα δεδομένα και τη χορήγηση άδειας
στο πρόσωπο αυτό για την υποβολή εισερχόμενων δεδομένων εκ μέρους του
συνεισφέροντα· γ) να προσδιορίζει τα κριτήρια που ισχύουν
για τους απασχολούμενους του συνεισφέροντος στους οποίους επιτρέπεται να
υποβάλλουν εισερχόμενα δεδομένα σε διαχειριστή εκ μέρους του συνεισφέροντα· να
ενθαρρύνει τους συνεισφέροντες να υποβάλλουν δεδομένα συναλλαγών από
λειτουργίες διεκπεραίωσης ανειλημμένων συναλλαγών και να αναζητούν δεδομένα
επαλήθευσης από άλλες πηγές, στην περίπτωση που τα δεδομένα συναλλαγών
λαμβάνονται απευθείας από έμπορο· και δ) να εφαρμόζει εσωτερικούς ελέγχους και
έγγραφες διαδικασίες για τον εντοπισμό επαφών μεταξύ συνεισφερόντων και
αξιολογητών που επιχειρούν να επηρεάσουν τον υπολογισμό προς όφελος
οποιασδήποτε θέσης διαπραγμάτευσης (του συνεισφέροντα, των υπαλλήλων του ή
άλλου τρίτου μέρους), επιχειρούν να προκαλέσουν την παράβαση από αξιολογητή των
κανόνων του διαχειριστή ή των κατευθυντηρίων γραμμών του ή να εντοπίζει τους
συνεισφέροντες που εμπλέκονται σε υποβολή μη κανονικών ή ύποπτων δεδομένων συναλλαγών.
Οι διαδικασίες αυτές περιλαμβάνουν την πρόβλεψη της κλιμάκωσης από τον
διαχειριστή της έρευνας εντός της εταιρείας του συνεισφέροντα. Οι έλεγχοι
περιλαμβάνουν τη διασταύρωση των δεικτών της αγοράς για την επικύρωση των
υποβληθέντων στοιχείων. Αξιολογητές 8. Σύμφωνα με το άρθρο 5, ο
διαχειριστής οφείλει: α) να θεσπίζει και να εφαρμόζει ειδικούς
εσωτερικούς κανόνες και κατευθυντήριες γραμμές για την επιλογή των αξιολογητών,
που περιλαμβάνουν το ελάχιστο επίπεδο κατάρτισης, εμπειρίας και δεξιοτήτων
τους, καθώς επίσης την διαδικασία για την περιοδική επανεξέταση της ικανότητάς
τους· β) να μεριμνά για τη συνέχεια και τον
προγραμματισμό της διαδοχής σε σχέση με τους αξιολογητές του, ώστε να
διασφαλίσει ότι οι υπολογισμοί πραγματοποιούνται με συνέπεια και από υπαλλήλους
που διαθέτουν το κατάλληλο επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης· γ) να καθιερώσει διαδικασίες εσωτερικού
ελέγχου για τη διασφάλιση της ακεραιότητας και της αξιοπιστίας των υπολογισμών.
Κατ’ ελάχιστον, οι εσωτερικοί αυτοί έλεγχοι και οι διαδικασίες απαιτούν τη
συνεχή εποπτεία των αξιολογητών για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της
μεθοδολογίας. Διαδρομές ελέγχου 9. Σύμφωνα με το άρθρο 5 ο
διαχειριστής εφαρμόζει κανόνες και διαδικασίες για την ταυτόχρονη τεκμηρίωση
των σχετικών πληροφοριών, που περιλαμβάνουν: α) όλα τα δεδομένα της αγοράς· β) τις κρίσεις των αξιολογητών σχετικά με
την πραγματοποίηση του υπολογισμού κάθε δείκτη αναφοράς· γ) εάν από τον υπολογισμό αποκλείεται μια
συγκεκριμένη συναλλαγή, που κατά τα λοιπά πληροί τις απαιτήσεις της σχετικής
μεθοδολογίας για τον εν λόγω υπολογισμό και την αιτιολόγηση του αποκλεισμού
αυτού· δ) την ταυτότητα κάθε αξιολογητή ή
οποιουδήποτε άλλου προσώπου που υπέβαλε ή παρέσχε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο
τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) ή γ). 10. Σύμφωνα με το άρθρο 5, ο
διαχειριστής εφαρμόζει κανόνες και διαδικασίες για να διασφαλίσει ότι η
διαδρομή ελέγχου των σχετικών πληροφοριών διατηρείται τουλάχιστον για πέντε έτη
με στόχο την τεκμηρίωση της ανάπτυξης των υπολογισμών. Συγκρούσεις συμφερόντων 11. Σύμφωνα με το άρθρο 5, οι
πολιτικές και οι διαδικασίες που εφαρμόζει ο διαχειριστής για τις συγκρούσεις
συμφερόντων: α) διασφαλίζουν ότι οι υπολογισμοί του
δείκτη αναφοράς δεν επηρεάζονται από την ύπαρξη ή το ενδεχόμενο εμφάνισης
εμπορικής ή προσωπικής επιχειρηματικής σχέσης ή συμφέροντος μεταξύ του
διαχειριστή ή των συνδεδεμένων οντοτήτων, του προσωπικού του, των πελατών,
τυχόν συμμετεχόντων στην αγορά ή προσώπων που συνδέονται με αυτούς· β) διασφαλίζουν ότι τα προσωπικά τα
συμφέροντα και οι επιχειρηματικές σχέσεις του προσωπικού του διαχειριστή δεν
επιτρέπεται να διακυβεύουν τις λειτουργίες του διαχειριστή, συμπεριλαμβανομένων
των μετακινήσεων, της εξωτερικής απασχόλησης, της αποδοχής δραστηριοτήτων
ψυχαγωγίας, δώρων και φιλοξενίας από πελάτες του διαχειριστή ή άλλους
παράγοντες της αγοράς βασικών προϊόντων· γ) διασφαλίζουν, σε ό,τι αφορά τις
εντοπισθείσες συγκρούσεις, τον κατάλληλο διαχωρισμό των λειτουργιών στο πλαίσιο
του διαχειριστή μέσω της εποπτείας, της αποζημίωσης, της πρόσβασης στα συστήματα
και τη ροή πληροφοριών· δ) διαφυλάττουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα
των πληροφοριών που υποβλήθηκαν στον διαχειριστή ή παρήχθησαν από αυτόν με την
επιφύλαξη των υποχρεώσεων περί κοινοποίησης του διαχειριστή· ε) απαγορεύουν στα διευθυντικά στελέχη του
διαχειριστή, τους αξιολογητές και άλλους υπαλλήλους τη συνεισφορά στοιχείων σε
υπολογισμό του δείκτη αναφοράς μέσω της συμμετοχής σε προσφορές και συναλλαγές
είτε σε προσωπική βάση είτε για λογαριασμό παραγόντων της αγοράς· στ) αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις
εντοπισθείσες συγκρούσεις συμφερόντων που ενδεχομένως υφίστανται μεταξύ της
παροχής του δείκτη αναφοράς (συμπεριλαμβανομένων όλων των υπαλλήλων που
επιτελούν ή συμμετέχουν με άλλο τρόπο στις αρμοδιότητες υπολογισμού του δείκτη
αναφοράς) και τυχόν άλλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του διαχειριστή. 12. Ο διαχειριστής διασφαλίζει ότι
οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες επιτελούνται βάσει διαδικασιών και
μηχανισμών που έχουν σχεδιαστεί για την ελαχιστοποίηση της πιθανότητας επιρροής
των συγκρούσεων συμφερόντων στην ακεραιότητα των υπολογισμών του δείκτη
αναφοράς. 13. Ο διαχειριστής διασφαλίζει ότι
διαθέτει ξεχωριστούς διαύλους αναφοράς μεταξύ των διευθυντικών στελεχών του,
των αξιολογητών και άλλων υπαλλήλων και από τους διευθυντές μέχρι το ανώτερο
επίπεδο διοίκησης του διαχειριστή και το συμβούλιό του, ώστε να διασφαλίσει: α) ότι ο διαχειριστής εφαρμόζει με
ικανοποιητικό τρόπο τις απαιτήσεις του κανονισμού· και β) ότι οι αρμοδιότητες είναι σαφώς
καθορισμένες και δεν προκαλούν συγκρούσεις ή αντιλήψεις συγκρούσεων. 14. Ο διαχειριστής ενημερώνει τους
χρήστες του μόλις λάβει γνώση της σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει από την
ίδια ευθύνη του διαχειριστή. Καταγγελίες 15. Σύμφωνα με το άρθρο 5, ο
διαχειριστής πρέπει να εφαρμόζει και να δημοσιοποιεί γραπτές διαδικασίες για
την παραλαβή, τη διερεύνηση και την τήρηση των αρχείων αναφορικά με τις
καταγγελίες που υπεβλήθησαν σχετικά με τη διαδικασία υπολογισμού του
διαχειριστή. Οι εν λόγω μηχανισμοί υποβολής καταγγελιών πρέπει να διασφαλίζουν
ότι: α) ο διαχειριστής εφαρμόζει μηχανισμό που
παρουσιάζεται διεξοδικά στην πολιτική διαχείρισης εγγράφων καταγγελιών, μέσω
της οποίας οι συνδρομητές του δύνανται να υποβάλουν καταγγελίες σχετικά με το
κατά πόσο ο υπολογισμός ενός συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς είναι αντιπροσωπευτικός
της αξίας της αγοράς, τις προτεινόμενες αλλαγές στον υπολογισμό του δείκτη
αναφοράς, τις εφαρμογές της μεθοδολογίας σχετικά με τον υπολογισμό ενός
συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς και άλλες συντακτικές αποφάσεις σχετικά με τις
διαδικασίες υπολογισμού του δείκτη αναφοράς· β) ο διαχειριστής διασφαλίζει ότι η πολιτική
διαχείρισης εγγράφων καταγγελιών του περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία
και το στοχευόμενο χρονοδιάγραμμα για την διαχείριση των καταγγελιών· γ) οι επίσημες καταγγελίες που υποβάλλονται
εναντίον διαχειριστή και του προσωπικού του τυγχάνουν διερεύνησης από τον
διαχειριστή με έγκαιρο και δίκαιο τρόπο· δ) η έρευνα διεξάγεται σε ανεξάρτητο επίπεδο
από οποιονδήποτε υπάλληλο που ενδέχεται να εμπλέκεται στο θέμα της καταγγελίας· ε) ο διαχειριστής στοχεύει στην ταχεία
ολοκλήρωση της έρευνάς του· στ) ο διαχειριστής ενημερώνει τον
καταγγέλλοντα και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με το πόρισμα της έρευνας
εγγράφως και εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος· ζ) υφίσταται δυνατότητα προσφυγής σε ανεξάρτητο
τρίτο μέρος που ορίζεται από τον διαχειριστή, εάν ο καταγγέλλων δεν
ικανοποιηθεί από τον τρόπο διαχείρισης του σχετικού διαχειριστή ή την απόφαση
του διαχειριστή στην κατάσταση το αργότερο έξι μήνες από την υποβολή της
αρχικής καταγγελίας· και η) όλα τα έγγραφα που αφορούν την
καταγγελία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλει ο καταγγέλλων, καθώς και
το αρχείο του ίδιου του διαχειριστή τηρούνται για τουλάχιστον πέντε έτη. 16 Οι διαφορές σε ό,τι αφορά τον
ημερήσιο προσδιορισμό των τιμών, που αποτελούν επίσημες καταγγελίες, επιλύονται
από τον διαχειριστή σύμφωνα με τις πρότυπες κατάλληλες διαδικασίες του. Εάν μια
καταγγελία συντελέσει σε μεταβολή της τιμής, το γεγονός αυτό γνωστοποιείται
στην αγορά το συντομότερο δυνατόν. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ Τίτλος της
πρότασης/πρωτοβουλίας Κανονισμός του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους δείκτες που
χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και
χρηματοπιστωτικές συμβάσεις Σχετικός(-οί)
τομέας(-είς) πολιτικής στη δομή ΔΒΔ/ΠΒΔ[29] Εσωτερική
αγορά – Χρηματοπιστωτικές Αγορές Χαρακτήρας
της πρότασης/πρωτοβουλίας Χ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση ¨
Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση ύστερα από πιλοτικό έργο/ προπαρασκευαστική
δράση[30] ¨
Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά την επέκταση υφιστάμενης δράσης ¨
Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά δράση προσανατολισμένη προς νέα δράση Στόχοι Πολυετής(-είς)
στρατηγικός(-οί) στόχος(-οι) της Επιτροπής τον/τους οποίο(-ους) αφορά η
πρόταση/πρωτοβουλία Ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, μείωση των
κινδύνων διαταραχής της αγοράς, περιορισμός των συστημικών κινδύνων Ειδικός(-οί)
στόχος(-οι) και σχετική(ές) δραστηριότητα(-ες) ΔΒΔ/ΠΒΔ Ειδικοί
στόχοι: - Μείωση του
κινδύνου παραποίησης των δεικτών αναφοράς - Διασφάλιση
της ενδεδειγμένης χρήσης ισχυρών και αντιπροσωπευτικών δεικτών αναφοράς Σχετική(-ές)
δραστηριότητα(-ες) ΔΒΔ/ΠΒΔ Οι ειδικοί
στόχοι που αναφέρονται ανωτέρω απαιτούν την επίτευξη των κατωτέρω λειτουργικών
στόχων: - Περιορισμός
των κινήτρων και ων ευκαιριών για την παραποίηση των δεικτών αναφοράς -
Ελαχιστοποίηση της διακριτικής ευχέρειας- διασφάλιση του ότι οι δείκτες
αναφοράς βασίζονται σε επαρκή & αντιπροσωπευτικά δεδομένα - Διασφάλιση
της αντιμετώπισης των κινδύνων μέσω άρτιας διακυβέρνησης και ελέγχων - Ενίσχυση της
διαφάνειας και διασφάλιση της χρήσης των δεικτών αναφοράς με βάση την
καταλληλότητά τους - Διασφάλιση
αποτελεσματικής εποπτείας Προσδοκώμενα
αποτελέσματα και επιπτώσεις Να προσδιοριστούν
τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους
στοχοθετημένους(-ες) δικαιούχους/ομάδες. Η πρόταση
αποσκοπεί στα εξής: - ρύθμιση της
παροχής δεικτών αναφοράς και της παροχής των εισερχόμενων δεδομένων για τους
δείκτες αναφοράς - διασφάλιση
της εφαρμογής κατάλληλης διακυβέρνησης και ενδεδειγμένων ελέγχων στην παροχή
δεικτών αναφοράς και της αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων - διασφάλιση
του ισχυρού και αξιόπιστου χαρακτήρα των μεθοδολογιών των δεικτών αναφοράς και
των εισερχόμενων δεδομένων - διασφάλιση
διενέργειας ενδεδειγμένων ελέγχων της δραστηριότητας της συμβολής στους δείκτες
αναφοράς και αποφυγής των συγκρούσεων συμφερόντων - διασφάλιση
παροχής των δεικτών αναφοράς με διαφάνεια - διασφάλιση
διενέργειας αξιολόγησης καταλληλότητας στην περίπτωση που οι δείκτες αναφοράς
χρησιμοποιούνται ως σημείο αναφοράς σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις με
καταναλωτές Δείκτες
αποτελεσμάτων και επιπτώσεων 1. Μείωση του κινδύνου παραποίησης των δεικτών
αναφοράς - Αριθμός παραβιάσεων του κανονισμού για την
κατάχρηση της αγοράς σε ό,τι αφορά τους δείκτες αναφοράς - Αριθμός κυρώσεων ή ποινών που επιβλήθηκαν - Αριθμός επιτόπιων επιθεωρήσεων - Αριθμός εποπτικών μέτρων 2. Διασφάλιση της ενδεδειγμένης χρήσης ισχυρών και
αντιπροσωπευτικών δεικτών αναφοράς - Αριθμός παραβιάσεων του κανονισμού - Αριθμός κυρώσεων ή ποινών που επιβλήθηκαν - Αριθμός επιτόπιων επιθεωρήσεων - Αριθμός εποπτικών μέτρων - Αριθμός αστικών αγωγών επί περιπτώσεων μη
συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό που υποβάλλουν χρήστες του δείκτη αναφοράς
κατά των διαχειριστών και των φορέων που συμβάλλουν στους δείκτες αναφοράς - Αριθμός καταγγελιών που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή
από χρήστες των δεικτών αναφοράς Αιτιολόγηση
της πρότασης/πρωτοβουλίας Βραχυπρόθεσμη
ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών Ως αποτέλεσμα
της εφαρμογής του κανονισμού στα κράτη μέλη: - θα μειωθεί ο
κίνδυνος παραποίησης των δεικτών αναφοράς - θα
διασφαλιστεί η χρήση άρτιων και κατάλληλων δεικτών αναφοράς Προστιθέμενη
αξία της συμμετοχής της ΕΕ Οι δείκτες
αναφοράς έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα σε ό,τι αφορά τη χρήση και την παροχή
τους. Ελλείψει ενωσιακού νομοθετικού πλαισίου, οι μεμονωμένες δράσεις των
κρατών μελών θα ήταν αναποτελεσματικές, καθώς δεν υφίσταται υποχρέωση ή κίνητρο
για τα κράτη μέλη για την μεταξύ τους συνεργασία, και η έλλειψη αυτής της
συνεργασίας αφήνει περιθώρια ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Η συμμετοχή της ΕΕ
εξασφαλίζει την συνέπεια και τον συντονισμό της αντιμετώπισης, που
ελαχιστοποιεί τις ενδεχόμενες ανεπάρκειες μέσω αποκλινουσών προσεγγίσεων και
δυνατοτήτων ρυθμιστικού αρμπιτράζ, οι οποίες θα προέκυπταν σε διαφορετική
περίπτωση. Διδάγματα
από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος Οι δείκτες αναφοράς είναι παρόμοιοι με τις
αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας, καθώς και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται
για σημεία αναφοράς για επενδύσεις ή χρηματοοικονομικές συμβάσεις. Και στις δύο
περιπτώσεις, η οικονομική κρίση αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο οι αμφιβολίες
σχετικά με την ακεραιότητα και την ακρίβειά τους μπορεί να υπονομεύσει τις
αγορές και να βλάψει τόσο την πραγματική οικονομία όσο και τους επενδυτές. Η
παρούσα πρόταση βασίζεται στη ρυθμιστική πείρα σχετικά με τον κανονισμό για
τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, ιδίως σε ό,τι αφορά τις
πιο αποδοτικές και αποτελεσματικές ρυθμιστικές και εποπτικές δομές και
απαιτήσεις διακυβέρνησης. Συμβατότητα
και ενδεχόμενη συνέργεια με άλλα κατάλληλα μέσα Η πρόταση αυτή δημιουργεί σημαντικές συνέργειες με
την πρόταση κανονισμού για την κατάχρηση της αγοράς (MAR) στα άρθρο 2
παράγραφος 3 στοιχείο δ) και το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και την οδηγία
για την επιβολή ποινικών κυρώσεων για τα αδικήματα κατάχρησης της αγοράς
(CSMAD), που διευκρινίζουν ότι οποιαδήποτε παραποίηση των δεικτών αναφοράς
θεωρείται σαφώς και αδιαμφισβήτητα παράνομη και υπόκειται σε διοικητικές ή
ποινικές κυρώσεις. Επίσης, ο κανονισμός για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια
στην ενεργειακή αγορά (REMIT) προβλέπει ότι η παραποίηση των δεικτών αναφοράς
που χρησιμοποιούνται για τα ενεργειακά προϊόντα χονδρικής πώλησης είναι
παράνομη. Συνεπώς, με τα μέσα αυτά αντιμετωπίζεται η συμπεριφορά ατόμων σε
σχέση με την παραποίηση των δεικτών αναφοράς, ενώ η παρούσα πρόταση
αντιμετωπίζει τις αδυναμίες στο πλαίσιο της δημιουργίας των δεικτών αναφοράς,
οι οποίες διευκολύνουν την παραποίησή τους. H οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και
ο εκτελεστικός κανονισμός της, η οδηγία περί του ενημερωτικού δελτίου και ο
εκτελεστικός κανονισμός της, καθώς επίσης και η οδηγία για τους οργανισμούς
συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες ρυθμίζουν τη χρήση και τη διαφάνεια των
δεικτών αναφοράς και, επομένως, συμπληρώνουν τις δράσεις της παρούσας πρότασης. Διάρκεια και
δημοσιονομικές επιπτώσεις ¨ Πρόταση/πρωτοβουλία περιορισμένης διάρκειας Πρόταση/πρωτοβουλία που ισχύει από την
[ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ μέχρι την [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ Δημοσιονομικές επιπτώσεις από το ΕΕΕΕ μέχρι το
ΕΕΕΕ X Πρόταση/πρωτοβουλία απεριόριστης
διάρκειας Προβλεπόμενη(-ες)
μέθοδος(-οι) διαχείρισης[31] Χ Κεντρική άμεση διαχείριση από την
Επιτροπή Χ Κεντρική έμμεση διαχείριση με ανάθεση
εκτελεστικών καθηκόντων σε: εκτελεστικούς οργανισμούς X οργανισμούς που έχουν συστήσει οι
Κοινότητες[32] εθνικούς δημόσιους οργανισμούς/οργανισμούς με
αποστολή δημόσιας υπηρεσίας πρόσωπα επιφορτισμένα με την εκτέλεση
συγκεκριμένων δράσεων δυνάμει του τίτλου V της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή
Ένωση, τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη κατά την έννοια
του άρθρου 49 του δημοσιονομικού κανονισμού ¨ Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη ¨ Αποκεντρωμένη διαχείριση με τρίτες χώρες ¨ Από κοινού διαχείριση με διεθνείς οργανισμούς
(να προσδιοριστεί) Εάν σημειώνονται
περισσότεροι του ενός τρόποι διαχείρισης, παρέχονται λεπτομέρειες στο τμήμα
«Παρατηρήσεις». Παρατηρήσεις Συνδυασμός κεντρικής άμεσης διαχείρισης (ΓΔ MARKT) και κεντρικής
έμμεσης διαχείρισης με ανάθεση εκτελεστικών καθηκόντων σε φορέα που συστάθηκε
από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΑΚΑΑ) ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ Κανόνες για
την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων Να προσδιοριστούν
η συχνότητα και οι όροι. Το άρθρο 81
του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής
Κινητών Αξιών και Αγορών προβλέπει την αξιολόγηση της πείρας που αποκτήθηκε ως
αποτέλεσμα της λειτουργίας της Αρχής κάθε τρία έτη από την πραγματική έναρξη
της λειτουργίας της. Δυνάμει του άρθρου 35 του κανονισμού, μέχρι την 1η
Ιανουαρίου 2019 θα καταρτισθεί έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος
κανονισμού. Σύστημα
διαχείρισης και ελέγχου Κίνδυνος(-οι)
που έχει(-ουν) εντοπιστεί Πραγματοποιήθηκε
εκτίμηση επιπτώσεων για την πρόταση μεταρρύθμισης του συστήματος
χρηματοπιστωτικής εποπτείας στην ΕΕ, η οποία συνοδεύει τα σχέδια κανονισμών
σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, της Ευρωπαϊκής Αρχής
Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών
και Αγορών (ΕΑΚΑΑ). Οι πρόσθετοι
πόροι για την ΕΑΚΑΑ που προβλέπονται ως αποτέλεσμα της τρέχουσας πρότασης
απαιτούνται για να μπορέσει να εκπληρώσει τις αρμοδιότητές της και ιδίως τον
ρόλο της ως προς τα εξής: - συμμετοχή
στα συλλογικά όργανα εποπτικών αρχών δεικτών αναφοράς και δημιουργία μηχανισμού
διαμεσολάβησης, συμπεριλαμβανομένης της δεσμευτικής διαμεσολάβησης για ζητήματα
μείζονος σημασίας που προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό με στόχο την
επίτευξη κοινής αντίληψης μεταξύ των αρμοδίων αρχών σε περίπτωση διαφωνίας
σχετικά με τον παρόντα κανονισμό. - συντονισμός
της ανάπτυξης των συμφωνιών συνεργασίας με τρίτες χώρες και της ανταλλαγής των
πληροφοριών που λαμβάνονται από τρίτες χώρες μεταξύ των αρμόδιων αρχών. - κατάρτιση
κατευθυντηρίων γραμμών για την προώθηση της σύγκλισης και της διασυνοριακής
συνέπειας των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων σε ό,τι αφορά τις παραβιάσεις του
παρόντος κανονισμού. - τήρηση
καταλόγου των εγγεγραμμένων διαχειριστών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και
εταιρειών από τρίτες χώρες που παρέχουν δείκτες αναφοράς στην Ένωση. - λήψη
ειδοποιήσεων σχετικά με τη χρήση ενός δείκτη αναφοράς σε χρηματοπιστωτικό μέσο
ή χρηματοοικονομική σύμβαση εντός της Ένωσης, τήρηση μητρώου και διασφάλιση
ενημέρωσης των διαχειριστών σχετικά με τη συγκεκριμένη χρήση. Χωρίς τους
απαραίτητους πόρους, είναι αδύνατο να εξασφαλιστεί η έγκαιρη και αποτελεσματική
εκπλήρωση του ρόλου της Αρχής. Προβλεπόμενη(-ες)
μέθοδος(-οι) ελέγχου Τα συστήματα
διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό για την ΕΑΚΑΑ θα
εφαρμόζονται και στο ρόλο της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παρούσα πρόταση. Η τελική δέσμη
δεικτών για την αξιολόγηση των επιδόσεων της ΕΑΚΑΑ θα αποφασιστεί από την
Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή της πρώτης απαιτούμενης αξιολόγησης. Για την τελική
αξιολόγηση, οι ποσοτικοί δείκτες θα είναι εξίσου σημαντικοί με τα ποιοτικά
στοιχεία που συλλέγονται στις διαβουλεύσεις. Η αξιολόγηση επαναλαμβάνεται κάθε
τρία χρόνια. Κόστος και
οφέλη των ελέγχων και πιθανό ποσοστό μη συμμόρφωσης Η εκτίμηση του κόστους πραγματοποιείται στο τμήμα 3.
Τα βασικά οφέλη περιλαμβάνουν τα εξής: - Μείωση του κινδύνου χειρισμού και, συνεπώς,
ενίσχυση της σταθερότητας της αγοράς, καθώς επίσης και αποκατάσταση της
εμπιστοσύνης στις χρηματοπιστωτικές αγορές. - Ενίσχυση της αξιοπιστίας των δεικτών αναφοράς και
κατ’ αυτόν τον τρόπο της αντικειμενικότητας, της ακεραιότητας και της
αποδοτικότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών. - Διασφάλιση της ενδεδειγμένης χρήσης ισχυρών και
αντιπροσωπευτικών δεικτών αναφοράς και, ως εκ τούτου, βελτίωση της
προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών. Κατά συνέπεια, η παρούσα πρόταση αναμένεται να
συμβάλει στην ενίσχυση της αμεροληψίας της αγοράς και να διασφαλίσει την
προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών. Τα οφέλη αυτά είναι δύσκολο να
προσδιοριστούν ποσοτικά. Ωστόσο, δεδομένης της παγκόσμιας σημασίας των άρτιων και
αξιόπιστων δεικτών αναφοράς για τη διατήρηση της σταθερότητας της αγοράς και
της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στις αγορές, τα οφέλη είναι σημαντικά σε
σχέση με το κόστος. Το ποσοστό μη συμμόρφωσης εκτιμάται σε χαμηλά
επίπεδα, καθώς η πρωτοβουλία προτείνει σαφείς και εφαρμόσιμους κανόνες με
παράλληλη παροχή κινήτρων για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης. Μέτρα για
την πρόληψη της απάτης και των παρατυπιών Να προσδιοριστούν τα υφιστάμενα ή προβλεπόμενα
μέτρα πρόληψης και προστασίας. Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και
άλλων παράνομων δραστηριοτήτων εφαρμόζονται στην ΕΑΚΑΑ άνευ περιορισμών οι
διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και
του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που
πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Η Αρχή προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης
Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές
έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της
Απάτης (OLAF) και εγκρίνει άμεσα τις ενδεδειγμένες διατάξεις που ισχύουν για
όλο το προσωπικό της Αρχής. Οι αποφάσεις και οι συμφωνίες χρηματοδότησης, καθώς
και οι πράξεις εφαρμογής που απορρέουν από αυτές, προβλέπουν ρητά ότι το
Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF μπορούν να διεξάγουν, εφόσον είναι αναγκαίο,
επιτόπιους ελέγχους στους δικαιούχους πόρων που έχουν εκταμιευθεί από την Αρχή,
καθώς και στο προσωπικό που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση των εν λόγω πόρων. ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ Τομέας(-είς)
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμή(-ές) των δαπανών του
προϋπολογισμού που επηρεάζονται Υφιστάμενες γραμμές του προϋπολογισμού Σύμφωνα με τη σειρά των τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και των γραμμών του
προϋπολογισμού. Τομέας πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Γραμμή προϋπολογισμού || Είδος δαπανών || Συνεισφορά Αριθμός [Περιγραφή] || ΔΠ || από χώρες της ΕΖΕΣ[33] || υποψήφιων χωρών[34] || τρίτων χωρών || κατά την έννοια του άρθρου 18 παρ. 1 στοιχείο αα) του δημοσιονομικού κανονισμού || 12.03.04 Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) || ΔΠ || ΝΑΙ || ΝΑΙ || ΌΧΙ || ΌΧΙ Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία θα έχει τις
εξής επιπτώσεις στις δαπάνες: α) της ΓΔ MARKT για
την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, καθώς επίσης και για την αξιολόγηση,
την παρακολούθηση της εφαρμογής και την πιθανή αναθεώρηση της πρωτοβουλίας: 1 μέλος προσωπικού AD (πλήρους απασχόλησης)
και σχετικές δαπάνες· εκτιμώμενες ετήσιες δαπάνες ύψους 0,142 εκατ. ευρώ
ετησίως. β) ΕΑΚΑΑ (i) Δαπάνες ανθρώπινου δυναμικού: δύο έκτακτοι υπάλληλοι για τη συμμετοχή και τη διαμεσολάβηση στα
συλλογικά όργανα εποπτικών αρχών για δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας, την
παροχή τεχνικών συμβουλών στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος
κανονισμού, τον συντονισμό της ανάπτυξης μηχανισμών συνεργασίας με τρίτες
χώρες, την κατάρτιση κατευθυντηρίων γραμμών για την προώθηση της σύγκλισης και
της διατομεακής συνοχής των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων και την τήρηση μητρώων
ειδοποιήσεων σχετικά με τη χρήση των δεικτών αναφοράς και καταλόγου των
εγγεγραμμένων διαχειριστών δεικτών αναφοράς. Το συνολικό ετήσιο κόστος για τους εν λόγω 2
εκτάκτους υπαλλήλους αναμένεται να ανέλθει σε 0,326 εκατ. ευρώ, ποσό για το
οποίο η Επιτροπή θα συνεισφέρει το 40 % (0,130 εκατ. ευρώ) και τα κράτη μέλη το
60 % (0,196 εκατ. ευρώ). Δεν προβλέπεται ενδεχόμενη μείωση των μελών
του προσωπικού που παραχωρούνται στην ΕΑΚΑΑ στο μέλλον (μετά το 2020), καθώς ο
αριθμός των δεικτών αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων των δεικτών αναφοράς κρίσιμης
σημασίας δεν αναμένεται να μειωθεί στο μέλλον, αλλά να αυξηθεί, ενώ η ΕΑΚΑΑ θα
εξακολουθήσει να συμμετέχει υποχρεωτικά στα συλλογικά όργανα εποπτικών αρχών
δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας και να επιτελεί άλλα σχετικά καθήκοντα που
προσδιορίζονται ανωτέρω. ii) Λειτουργικό κόστος και κόστος υποδομής: εκτιμάται οι αρχικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ θα ανέλθουν στα 0,25 εκατ. ευρώ ,
ποσό στο οποίο η Επιτροπή θα συνεισφέρει κατά 40% (0,1 εκατ. ευρώ) και τα κράτη
μέλη κατά 60% (0,15 εκατ. ευρώ). Οι δαπάνες αυτές αφορούν κυρίως τις δαπάνες
της ΕΑΚΑΑ για τα συστήματα ΤΠ για να πληρούνται οι απαιτήσεις για τα εξής: - τήρηση καταλόγου των εγγεγραμμένων
διαχειριστών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και εταιρειών από τρίτες χώρες
που παρέχουν δείκτες αναφοράς στην Ένωση. - λήψη ειδοποιήσεων σχετικά με τη χρήση ενός
δείκτη αναφοράς σε χρηματοπιστωτικό μέσο ή χρηματοοικονομική σύμβαση εντός της
Ένωσης και τήρηση μητρώου και διασφάλιση ενημέρωσης των διαχειριστών σχετικά με
τη συγκεκριμένη χρήση. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να καταρτίσει
έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2018. Το συνολικό κόστος ανέρχεται στα 0,3 εκατ. ευρώ, ποσό στο οποίο το 2017
η Επιτροπή θα συνεισφέρει κατά 40 % (0,12 εκατ. ευρώ) και τα κράτη μέλη κατά 60
% (0,18 εκατ. ευρώ). Εκτιμώμενες
επιπτώσεις στις δαπάνες Τα νέα καθήκοντα θα εκτελεστούν με τους
ανθρώπινους πόρους που διατίθενται στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας
κατανομής του προϋπολογισμού, με βάση τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που
ισχύουν για όλα τα όργανα της ΕΕ και σύμφωνα με τον δημοσιονομικό
προγραμματισμό για τους οργανισμούς. Ειδικότερα, οι πόροι που χρειάζεται ο
οργανισμός για τα νέα καθήκοντα, οι οποίοι αναφέρονται στο παρόν δημοσιονομικό
δελτίο, θα είναι συνεπείς και θα συνάδουν με τον προγραμματισμό περί ανθρώπινων
πόρων και τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό για την ΕΑΚΑΑ που καθορίζεται από
την πρόσφατη ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο
«Προγραμματισμός των ανθρώπινων και χρηματοδοτικών πόρων για τους
αποκεντρωμένους οργανισμούς την περίοδο 2014-2020» (COM(2013)519). Συνοπτική
παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις δαπάνες εκατ. ευρώ (τρία δεκαδικά ψηφία) Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου: || Αριθμός 1A || Ανταγωνιστικότητα για την ανάπτυξη και την απασχόληση ΓΔ: MARKT || || || Έτος 2015[35] || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ Επιχειρησιακές πιστώσεις || || || || || || || 12.03.04 - Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (1) || 0.240 || 0.130 || 0.250 || 0.130 || 0.130 || 0.130 || 1.010 Πληρωμές || (2) || 0.240 || 0.130 || 0.250 || 0.130 || 0.130 || 0.130 || 1.010 Πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενες από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων[36] || || || || || || || Αριθμός γραμμής του προϋπολογισμού || 12.03.04 || (3) || || 0 || 0 || 0 || 0 || 0 || 0 ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων για την ΓΔ MARKT || Αναλήψεις υποχρεώσεων || =1+1α +3 || 0.240 || 0.130 || 0.250 || 0.130 || 0.130 || 0.130 || 1.010 Πληρωμές || =2+2α +3 || 0.240 || 0.130 || 0.250 || 0.130 || 0.130 || 0.130 || 1.010 ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (4) || 0 || 0 || 0 || 0 || 0 || 0 || Πληρωμές || (5) || 0 || 0 || 0 || 0 || 0 || 0 || ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα που χρηματοδοτούνται από το κονδύλιο για τα ειδικά προγράμματα || (6) || 0 || 0 || 0 || 0 || 0 || 0 || ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων του ΤΟΜΕΑ 1A του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Αναλήψεις υποχρεώσεων || =4+ 6 || 0.240 || 0.130 || 0.250 || 0.130 || 0.130 || 0.130 || 1.010 Πληρωμές || =5+ 6 || 0.240 || 0.130 || 0.250 || 0.130 || 0.130 || 0.130 || 1.010 Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου: || 5 || «Διοικητικές δαπάνες» εκατ. ευρώ (τρία δεκαδικά ψηφία) || || || Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ: MARKT || || Ανθρώπινοι πόροι (της ΓΔ MARKT) || 0.132 || 0.132 || 0.132 || 0.132 || 0.132 || 0.132 || 0.792 Άλλες διοικητικές δαπάνες || 0.010 || 0.010 || 0.010 || 0.010 || 0.010 || 0.010 || 0.060 ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ MARKT || Πιστώσεις || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.852 ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων για τον ΤΟΜΕΑ 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || (Σύνολο αναλήψεων υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών) || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.852 εκατ. ευρώ (τρία δεκαδικά ψηφία) || || || Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων στους ΤΟΜΕΙΣ 1 έως 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Αναλήψεις υποχρεώσεων || 0.382 || 0.272 || 0.392 || 0.272 || 0.272 || 0.272 || 1.862 Πληρωμές || 0.382 || 0.272 || 0.392 || 0.272 || 0.272 || 0.272 || 1.862 Εκτιμώμενη
επίπτωση στις επιχειρησιακές πιστώσεις ¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση
επιχειρησιακών πιστώσεων X Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη
χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων, όπως εξηγείται κατωτέρω: Αναμένεται ότι μεγάλο μέρος των επιχειρησιακών πιστώσεων της Επιτροπής
θα αφορούν την αύξηση της χρηματοδότησης της ΕΑΚΑΑ, η οποία προκύπτει από τις
απαιτήσεις που θεσπίζει ο παρών κανονισμός. Ειδικότερα, η ΕΑΚΑΑ θα χρειαστεί 2
επιπλέον μέλη προσωπικού (έκτακτους υπαλλήλους) με συνολικό κόστος 0,326 εκατ.
ευρώ ετησίως, δαπάνη η οποία θα συγχρηματοδοτηθεί από την Επιτροπή (0,130 εκατ.
ευρώ) και τα κράτη μέλη (0,196 εκατ. ευρώ). Τα μέλη αυτά του προσωπικού θα
επιτελούν τις εξής δραστηριότητες: συμμετοχή και τη διαμεσολάβηση στο σώμα των εποπτικών αρχών των δεικτών
αναφοράς παροχή τεχνικών συμβουλών στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του
παρόντος κανονισμού συντονισμός της ανάπτυξης μηχανισμών συνεργασίας με τρίτες χώρες Κατάρτιση κατευθυντηρίων γραμμών για την προώθηση της σύγκλισης και της
διασυνοριακής συνέπειας των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων. τήρηση μητρώων ειδοποιήσεων σχετικά με τη χρήση των δεικτών αναφοράς
και καταλόγου των εγγεγραμμένων διαχειριστών δεικτών αναφοράς. Εκτιμάται οι αρχικές λειτουργικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ θα ανέλθουν στα 0,25
εκατ. ευρώ, ποσό στο οποίο η Επιτροπή θα συνεισφέρει κατά 40% (0,1 εκατ. ευρώ)
και τα κράτη μέλη κατά 60% (0,15 εκατ. ευρώ). Οι δαπάνες αυτές αφορούν κυρίως
τις δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τα συστήματα ΤΠ με στόχο τη συμμόρφωση με τις
απαιτήσεις για τα εξής: Τήρηση καταλόγου των καταχωρισμένων διαχειριστών σύμφωνα με τον παρόντα
κανονισμό και εταιρειών από τρίτες χώρες που παρέχουν δείκτες αναφοράς στην
Ένωση. Λήψη ειδοποιήσεων σχετικά με τη χρήση ενός δείκτη αναφοράς σε χρηματοπιστωτικό
μέσο ή χρηματοοικονομική σύμβαση εντός της Ένωσης και τήρηση μητρώου. Επίσης, η παρούσα πρωτοβουλία απαιτεί την αύξηση της χρηματοδότησης της
ΕΑΚΑΑ το 2017, ώστε να καλυφθούν οι δαπάνες κατάρτισης έκθεσης σχετικά με την
εφαρμογή του παρόντος κανονισμού μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2018. Το συνολικό
κόστος κατάρτισης της εν λόγω έκθεσης αναμένεται να ανέλθει στα 0,3 εκατ. ευρώ
(που θα αποτελέσουν αντικείμενο ανάληψης υποχρέωσης και θα διαβιβαστούν στην
ΕΑΚΑΑ το 2017), ποσό για το οποίο το 2017 η Επιτροπή αναμένεται να συνεισφέρει
κατά 40% (0,12 εκατ. ευρώ) και τα κράτη μέλη κατά 60% (0,18 εκατ. ευρώ). Εκτιμώμενη
επίπτωση στις πιστώσεις διοικητικής φύσεως Συνοπτική
παρουσίαση ¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση
πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα X Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη
χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως εξηγείται κατωτέρω: εκατ. ευρώ (τρία
δεκαδικά ψηφία) || Έτος 2015[37] || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΜΕΑ 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.852 Ανθρώπινοι πόροι || 0.132 || 0.132 || 0.132 || 0.132 || 0.132 || 0.132 || 0.792 Άλλες διοικητικές δαπάνες || 0.010 || 0.010 || 0.010 || 0.010 || 0.010 || 0.010 || 0.060 Υποσύνολο ΤΟΜΕΑ 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || 0.142 || 0.141 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.852 ΣΥΝΟΛΟ || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.142 || 0.852 Οι πιστώσεις για ανθρώπινους πόρους θα
καλυφθούν από τις πιστώσεις της ΓΔ που έχουν ήδη διατεθεί στη διαχείριση της
δράσης και/ή που έχουν ανακατανεμηθεί στο πλαίσιο της ίδιας ΓΔ και θα
συμπληρωθούν, ενδεχομένως, από όλα τα συμπληρωματικά κονδύλια που μπορεί να
διατεθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση της δράσης ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας
διαδικασίας χορήγησης και με βάση τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Υποθέσεις: – με βάση 1 υπάλληλο βαθμού AD, ο οποίος θα
εργάζεται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης για την εν λόγω πρωτοβουλία στην ΓΔ
MARKT (μέσο ετήσιο κόστος 132.000 ευρώ)· – το μέσο ετήσιο μισθολογικό κόστος του
προσωπικού βασίζεται στην καθοδήγηση της ΓΔ BUDG· – το κόστος αποστολών εκτιμάται στα 10.000
ευρώ ετησίως, βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού για αποστολές του 2012 ανά
αριθμό ατόμων· Εκτιμώμενες
ανάγκες για ανθρώπινους πόρους ¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση
ανθρώπινων πόρων. X Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη
απασχόληση 1 υπαλλήλου της Επιτροπής με βαθμό AD στην έδρα της Επιτροπής (ΓΔ
MARKT) όπως εξηγείται κατωτέρω. MARKT είναι ο τομέας πολιτικής ή ο σχετικός
τίτλος του προϋπολογισμού. Ο ένας υπάλληλος της Επιτροπής με βαθμό AD θα χρηματοδοτηθεί
μέσω ανακατανομής. Περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων: έκδοση
κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων για τον περαιτέρω προσδιορισμό της νομοθεσίας και τη
συμπερίληψη ισχυουσών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων για των περαιτέρω προσδιορισμό
των διαφόρων τομέων των δεικτών αναφοράς με βάση την εξέλιξη της αγοράς και της
τεχνολογίας. Ορισμός διασυνοριακών δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας και
περαιτέρω προσδιορισμών των προϋποθέσεων που διέπουν τη χρήση τους. Εκτίμηση που εκφράζεται σε μονάδες ισοδυνάμων
πλήρους απασχόλησης || Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις µόνιµων και έκτακτων υπαλλήλων) ΧΧ 01 01 01 (Έδρα και γραφεία αντιπροσωπειών της Επιτροπής) || 1 || 1 || 1 || 1 || 1 || 1 XX 01 01 02 (Αντιπροσωπείες) || || || || || || XX 01 05 01 (Έμμεση έρευνα) || || || || || || 10 01 05 01 (Άμεση έρευνα) || || || || || || || Εξωτερικό προσωπικό (σε µονάδα ισοδύναμου πλήρους απασχόλησης: ΙΠΑ)[38] XX 01 02 01 (CA, INT, SNE από το «συνολικό κονδύλιο») || || || || || || XX 01 02 02 ((CA, INT, JED, LA και SNE στις αντιπροσωπείες) || || || || || || XX 01 04 yy[39] || - στην έδρα || || || || || || - σε αντιπροσωπείες || || || || || || XX 01 05 02 (CA, SNE, INT - Έμμεση έρευνα) || || || || || || 10 01 05 02 (CA, SNE, INT – Άμεση έρευνα) || || || || || || Άλλη γραμμή του προϋπολογισμού (να προσδιοριστεί) || || || || || || ΣΥΝΟΛΟ || 1 || 1 || 1 || 1 || 1 || 1 Οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν
από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης
ή/και που έχει ανακατανεμηθεί στο πλαίσιο της ίδιας της ΓΔ και θα συμπληρωθούν,
ενδεχομένως, από όλα τα συμπληρωματικά κονδύλια που μπορεί να διατεθούν στην
αρμόδια ΓΔ για τη διαχείριση της δράσης στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας
χορήγησης και με βάση τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Συμβατότητα
με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο X Η πρόταση/πρωτοβουλία είναι συµβατή µε το
νέο πολυετές δηµοσιονοµικό πλαίσιο. ¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται αναπρογραµµατισµό του
σχετικού τοµέα του πολυετούς δηµοσιονοµικού πλαισίου. Να εξηγηθεί ο απαιτούµενος αναπρογραµµατισµός, µε
προσδιορισµό των σχετικών γραµµών του προϋπολογισµού και των αντίστοιχων ποσών. α/α ¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία απαιτεί τη χρησιμοποίηση του µέσου
ευελιξίας ή την αναθεώρηση του πολυετούς δηµοσιονοµικού πλαισίου.[40] Να εξηγηθεί η ανάγκη με τον προσδιορισμό των σχετικών
τομέων και γραμμών του προϋπολογισμού, καθώς και των αντίστοιχων ποσών. α/α Συμμετοχή
τρίτων μερών στη χρηματοδότηση ¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν προβλέπει συγχρηµατοδότηση από τρίτα
µέρη. X Η πρόταση/πρωτοβουλία προβλέπει τη
συγχρηματοδότηση που εκτιμάται κατωτέρω: Πιστώσεις σε εκατομμύρια ευρώ (με τρία δεκαδικά ψηφία) || Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || Σύνολο Να προσδιοριστεί ο οργανισμός συγχρηματοδότησης || Κράτη μέλη || Κράτη μέλη || Κράτη μέλη || Κράτη μέλη || Κράτη μέλη || Κράτη μέλη || Κράτη μέλη ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων || 0.361 || 0.196 || 0.376 || 0.196 || 0.196 || 0.196 || 1.521
Οι συνεισφορές τρίτων για το 2015 αφορούν τη συγχρηματοδότηση της ΕΑΚΑΑ από τα
κράτη μέλη. Οι χρηματοδοτούμενες δαπάνες αφορούν κυρίως τα ακόλουθα: α) Έξοδα προσωπικού: Τα κράτη μέλη θα συνεισφέρουν κατά 60% στη χρηματοδότηση των 2
εκτάκτων υπαλλήλων που απαιτούνται στην έδρα της ΕΑΚΑΑ για την εφαρμογή των
απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού, γεγονός που συνεπάγεται ετήσια συνδρομή
ύψους 0,196 εκατ. ευρώ από τα κράτη μέλη. β) Αρχικές λειτουργικές δαπάνες: Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να συνεισφέρουν κατά 60% στις αρχικές
λειτουργικές δαπάνες ύψους 0,25 εκατ. ευρώ της ΕΑΚΑΑ για το 2015, ήτοι το
συνολικό ποσό των 0,15 εκατ. ευρώ. Οι δαπάνες αυτές αφορούν κυρίως τις δαπάνες
της ΕΑΚΑΑ για τα συστήματα ΤΠ με στόχο τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του
παρόντος κανονισμού. γ) Έκθεση εκτέλεσης: Τα κράτη μέλη θα συμβάλουν επίσης στη χρηματοδότηση της έκθεσης
σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού που θα καταρτίσει η ΕΑΚΑΑ μέχρι
την 1η Ιανουαρίου 2018. Το συνολικό κόστος της έκθεσης προβλέπεται ότι θα
ανέλθει στα 0,3 εκατ. ευρώ[41],
ποσό στο οποίο τα κράτη μέλη θα συνεισφέρουν κατά 60% (0,18 εκατ. ευρώ) το 2017. Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα X Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει
δηµοσιονοµικές επιπτώσεις στα έσοδα. ¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τις ακόλουθες δηµοσιονοµικές
επιπτώσεις: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
του νομοθετικού δημοσιονομικού δελτίου της πρότασης κανονισμού για τους δείκτες
αναφοράς σχετικά με το εκτιμώμενο κόστος για την ΕΑΚΑΑ βάσει των απαιτήσεων της
πρότασης Οι δαπάνες που σχετίζονται με τα καθήκοντα που
πρόκειται να επιτελέσει η ΕΑΚΑΑ εκτιμήθηκαν σύμφωνα με τρεις κατηγορίες
δαπανών: πρόκειται για τις δαπάνες προσωπικού, τις δαπάνες υποδομής και το
κόστος λειτουργίας σύμφωνα με την ταξινόμηση στο γενικό σχέδιο προϋπολογισμού
της ΕΑΚΑΑ. α) Έξοδα προσωπικού: η ανάγκη αύξησης του προσωπικού αντιστοιχεί στα νέα καθήκοντα της ΕΑΚΑΑ
που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό. Πρόκειται για τη συμμετοχή και τη
διαμεσολάβηση της ΕΑΚΑΑ σε συλλογικά όργανα εποπτικών αρχών δεικτών αναφοράς. Στα καθήκοντα
αυτά συγκαταλέγεται επίσης η παροχή τεχνικών συμβουλών στην Επιτροπή σχετικά με
την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ο συντονισμός των μηχανισμών συνεργασίας
με τρίτες χώρες, την κατάρτιση κατευθυντηρίων γραμμών για την προώθηση της
σύγκλισης και της διατομεακής συνοχής των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων και την
τήρηση μητρώων ειδοποιήσεων σχετικά με τη χρήση των δεικτών αναφοράς και
καταλόγου των εγγεγραμμένων διαχειριστών δεικτών αναφοράς. Σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις που
βασίζονται στις εκτιμήσεις της ίδιας της Επιτροπής και τις εκτιμήσεις της
ΕΑΚΑΑ, για τις δραστηριότητες αυτές απαιτούνται 2 έκτακτοι υπάλληλοι. Τα ποσά
αυτά προστίθενται σε εκείνα που αντιστοιχούν για τα μέλη του προσωπικού
ασχολούνται επί του παρόντος στην ΕΑΚΑΑ με τους δείκτες αναφοράς. Εκτιμάται οι
επιπρόσθετες ετήσιες δαπάνες προσωπικού της ΕΑΚΑΑ θα ανέλθουν στα 0,326 εκατ.
ευρώ, ποσό στο οποίο η Επιτροπή θα συνεισφέρει κατά 40% (0,130 εκατ. ευρώ) και
τα κράτη μέλη κατά 60% (0,196 εκατ. ευρώ). β) Λειτουργικό κόστος και κόστος υποδομής: Εκτιμάται οι αρχικές λειτουργικές δαπάνες της
ΕΑΚΑΑ θα ανέλθουν στα 0,25 εκατ. ευρώ, ποσό στο οποίο το 2015 η Επιτροπή θα
συνεισφέρει κατά 40% (0,1 εκατ. ευρώ) και τα κράτη μέλη κατά 60% (0,15 εκατ.
ευρώ). Οι δαπάνες αυτές αφορούν κυρίως τις δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τα συστήματα
ΤΠ για να πληρούνται οι απαιτήσεις για τα εξής: - τήρηση καταλόγου των εγγεγραμμένων
διαχειριστών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και εταιρειών από τρίτες χώρες
που παρέχουν δείκτες αναφοράς στην Ένωση. - λήψη ειδοποιήσεων σχετικά με τη χρήση ενός
δείκτη αναφοράς σε χρηματοπιστωτικό μέσο ή χρηματοοικονομική σύμβαση εντός της
Ένωσης και τήρηση μητρώου και διασφάλιση ενημέρωσης των διαχειριστών σχετικά με
τη συγκεκριμένη χρήση. Επίσης, η παρούσα πρωτοβουλία απαιτεί την
αύξηση της χρηματοδότησης της ΕΑΚΑΑ κατά 0,3 εκατ. ευρώ το 2017, ώστε να
καλυφθούν οι δαπάνες κατάρτισης έκθεσης σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος
κανονισμού μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2018. Το συνολικό
κόστος κατάρτισης της εν λόγω έκθεσης εκτιμάται στα 0,3 εκατ. ευρώ (που θα
αποτελέσουν αντικείμενο ανάληψης υποχρέωσης και θα καταβληθούν το 2017), ποσό
για το οποίο η Επιτροπή αναμένεται να συνεισφέρει κατά 40 % (0,12 εκατ. ευρώ)
και τα κράτη μέλη κατά 60 % (0,18 εκατ. ευρώ). Τα έξοδα αυτά εκτιμήθηκαν με
βάση το μέσο κόστος κατάρτισης παρόμοιων εκθέσεων στην ΓΔ MARKT και την
εφαρμογή διόρθωσης προκειμένου να αντικατοπτρίζεται ο αντίκτυπος του
πληθωρισμού. Η πρόταση ΔΕΝ έχει δημοσιονομική επίπτωση στα έσοδα της ΕΑΚΑΑ. Η λεπτομερής κατανομή των εκτιμώμενων δαπανών προσωπικού ανά κατηγορία
παρουσιάζεται στον πίνακα 1 κατωτέρω. Άλλες παραδοχές: – βάσει της κατανομής των ΙΠΑ στο σχέδιο
προϋπολογισμού του 2012, ισχύει η παραδοχή ότι οι 2 επιπλέον ΙΠΑ απαρτίζονται
από 2 έκτακτους υπαλλήλους, με συνολικό κόστος 0.326 εκατ. ευρώ ετησίως, δαπάνη
που θα συγχρηματοδοτείται από την Επιτροπή (0,130 εκατ. ευρώ) και τα κράτη μέλη
(0,196 εκατ. ευρώ) σε ετήσια βάση. – το μέσο ετήσιο μισθολογικό κόστος για τις
διάφορες κατηγορίες προσωπικού βασίζεται στην καθοδήγηση της ΓΔ BUDG που
ανέρχεται στα 132,000 εκατ. ευρώ ετησίως· – ο συντελεστής στάθμισης του μισθού για το
Παρίσι είναι 1,161· – το κόστος αποστολών εκτιμάται στα 10.000
ευρώ, βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού για αποστολές του 2012 ανά αριθμό
ατόμων· – το κόστος που σχετίζεται με τις προσλήψεις
(έξοδα ταξιδίου, διαμονής, ιατρικές εξετάσεις, εγκατάσταση και άλλα επιδόματα,
έξοδα απομάκρυνσης κ.λπ.) εκτιμάται στα 12.700 ευρώ, βάσει του σχεδίου
προϋπολογισμού του 2012 για την πρόσληψη ανά νέο αριθμό ατόμων. ΔΑΠΑΝΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΑΚΑΑ || || || || εκατ. ευρώ (με 3 δεκαδικά ψηφία) || || Είδος δαπάνης || Αριθμός || Μέσο κόστος || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020 || ΣΥΝΟΛΟ Τίτλος 1: Δαπάνες προσωπικού || || || || || || || || || εκ των οποίων για έκτακτους υπαλλήλους || 2 || 0.153 || 0.306 || 0.306 || 0.306 || 0.306 || 0.306 || 0.306 || 1.836 || || || || || || || || || Δαπάνες για πρόσληψη προσωπικού || || 0.025 || || || || || || 0.025 || || || || || || || || || Δαπάνες για αποστολές || || || 0.020 || 0.020 || 0.020 || 0.020 || 0.020 || 0.020 || 0.120 || || || || || || || || || Σύνολο Τίτλου 1: Δαπάνες προσωπικού || || 0.351 || 0.326 || 0.326 || 0.326 || 0.326 || 0.326 || 1.981 || || || || || || || || || Εκ του οποίου κοινοτική συνεισφορά (40%) || || 0.140 || 0.130 || 0.130 || 0.130 || 0.130 || 0.130 || 0.790 Εκ του οποίου συνεισφορά των κρατών μελών (60%) || || 0.211 || 0.196 || 0.196 || 0.196 || 0.196 || 0.196 || 1.191 [1] COM(2011)
651 τελικό 2011/0295 (COD) http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2011:0651:FIN:EL:PDF [2] Βρυξέλλες,
20.10.2011 COM(2011) 654 τελικό 2011/0297 (COD)
http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2011:0654:FIN:EL:PDF [3] Κανονισμός
για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στην ενεργειακή αγορά (REMIT):
http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2011:326:0001:01:EL:HTML [4] Άρθρο
40 παράγραφος 1 της οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFID):
http://ec.europa.eu/internal_market/securities/isd/mifid_en.htm [5] Εκτελεστικός κανονισμός MiFID, άρθρο 37
παράγραφος 1 στοιχείο β) http://ec.europa.eu/internal_market/securities/isd/mifid2_en.htm [6] http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2011:0652:FIN:EL:PDF [7] Οδηγία
2003/71/ΕΚ και κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 809/2004, παράρτημα XII, σημείο 4.2.2 [8] Οδηγία
για τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (2009/65/ΕΚ), άρθρο
53 [9] http://www.esma.europa.eu/consultation/Consultation-Principles-Benchmarks-Setting-Processes-EU [10] http://www.esma.europa.eu/system/files/2013-150.pdf [11] [
xxx] [12] ΕΕ
L 145 της 30.4.2004, σ. 1. [13] ΕΕ
L 345 της 31.12.2003, σ. 64. [14] ΕΕ
L 302 της 17.11.2009 σ. 32 [15] ΕΕ
L 326 της 8.12.2011, σ. 1. [16] ΕΕ
L 281 της 23.11.1995, σ. 31. [17] ΕΕ
L 8 της 12.1.2001, σ. 1. [18] ΕΕ
L 55 της 28.2.2011, σ. 13. [19] ΕΕ
L 211 της 14.8.2009, σ. 55. [20] ΕΕ
L 9 της 14.8.2009, σ. 112. [21] ΕΕ
L 176 της 27.6.2013, σ. 338. [22] ΕΕ
L 335 της 17.12.2009, σ. 1. [23] ΕΕ
L 302 της 17.11.2009, σ. 32. [24] ΕΕ
L 174 της 1.7.2011, σ. 1. [25] ΕΕ
L 174 της 1.7.2011, σ. 1. [26] ΕΕ L 133 της 22.5.2008, σ. 66. [27] ΕΕ
L 241 της 2.9.2006, σ. 1. [28] ΕΕ
L 241 της 2.9.2006, σ. 1. [29] ΔΒΔ:
Διαχείριση βάσει δραστηριοτήτων - ΠΒΔ: Προϋπολογισμός βάσει δραστηριοτήτων. [30] Όπως
αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 6 στοιχείο α) ή β) του δημοσιονομικού
κανονισμού. [31] Οι
λεπτομέρειες σχετικά με τους τρόπους διαχείρισης, καθώς και οι παραπομπές στον
δημοσιονομικό κανονισμό είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο http://www.cc.cec/budg/man/budgmanag/budgmanag_en.html [32] Όπως
αναφέρεται στο άρθρο 185 του δημοσιονομικού κανονισμού. [33] ΕΖΕΣ:
Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών. [34] Υποψήφιες
χώρες και, ενδεχομένως, δυνάμει υποψήφιες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. [35] Το
έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. [36] Τεχνική
και/ή διοικητική συνδρομή και δαπάνες στήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων και/ή
δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα. [37] [38] CA = Contract Agent (συµβασιούχος
υπάλληλος), LA= Local Agent (τοπικός υπάλληλος), SNE = Seconded National Expert (αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας), INT = Intérimaire (προσωρινό προσωπικό),
JED= Jeune Expert en Délégation (νεαρός εµπειρογνώµονας σε αντιπροσωπεία). [39] Επιμέρους
ανώτατο όριο εξωτερικού προσωπικού βάσει επιχειρησιακών πιστώσεων (πρώην
γραμμές «BA»). [40] Βλ.
σημεία 19 και 24 της διοργανικής συμφωνίας. [41] Τα
έξοδα αυτά εκτιμήθηκαν με βάση το μέσο κόστος κατάρτισης παρόμοιων εκθέσεων από
την ΓΔ MARKT και την εφαρμογή διόρθωσης προκειμένου να αντικατοπτρίζεται ο
αντίκτυπος του πληθωρισμού.