This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52012DC0411
REPORT FROM THE COMMISSION TO THE EUROPEAN PARLIAMENT AND THE COUNCIL On Progress in Bulgaria under the Cooperation and Verification Mechanism
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ σχετικά με την πρόοδο της Βουλγαρίας στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ σχετικά με την πρόοδο της Βουλγαρίας στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου
/* COM/2012/0411 final */
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ σχετικά με την πρόοδο της Βουλγαρίας στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου /* COM/2012/0411 final */
ΕΚΘΕΣΗ
ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
ΠΡΟΣ ΤΟ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
ΚΑΙ ΤΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ σχετικά
με την πρόοδο
της Βουλγαρίας
στο πλαίσιο του
μηχανισμού
συνεργασίας
και ελέγχου I. Μηχανισμός
συνεργασίας
και ελέγχου: στήριξη
των
προσπαθειών
της Βουλγαρίας
για τη δικαστική
μεταρρύθμιση
και την
καταπολέμηση
της διαφθοράς
και του
οργανωμένου
εγκλήματος Στο
πλαίσιο της
προετοιμασίας
για την
προσχώρηση της
Βουλγαρίας
στην ΕΕ το 2007,
συμφωνήθηκε
ότι έπρεπε να
καταβληθούν
περαιτέρω
προσπάθειες σε
τομείς
πρωταρχικής
σημασίας με
στόχο την
αντιμετώπιση
ορισμένων
αδυναμιών όσον
αφορά τη
μεταρρύθμιση
του συστήματος
απονομής δικαιοσύνης,
την πάταξη της
διαφθοράς και
την καταπολέμηση
του
οργανωμένου
εγκλήματος.
Προς τον σκοπό αυτόν,
συγκροτήθηκε ο
«μηχανισμός
συνεργασίας και
ελέγχου» (στο εξής
«ΜΣΕ»)[1],
ο οποίος
αποτελεί ένα
πλαίσιο για
την παροχή στήριξης
στη Βουλγαρία
και την
παρακολούθηση
της προόδου
που
επιτελείται
στους
συγκεκριμένους
τομείς.
Προσδιορίστηκαν
στόχοι
αναφοράς σε
έξι τομείς, οι
οποίοι
καλύπτουν την
ανεξαρτησία,
την υποχρέωση
λογοδοσίας, τη
διαφάνεια και
την
αποτελεσματικότητα
του δικαστικού
συστήματος·
την καταπολέμηση
της διαφθοράς
υψηλού
επιπέδου,
καθώς και τη διαφθορά
στον ευρύτερο
δημόσιο τομέα·
και την καταπολέμηση
του
οργανωμένου
εγκλήματος. Η
απόφαση προέβλεπε
επίσης την
τακτική
υποβολή
εκθέσεων από
την Επιτροπή
και τη
διατήρηση του
ΜΣΕ σε
λειτουργία
μέχρι την επίτευξη
των στόχων του
και την
ικανοποιητική
υλοποίηση και
των έξι στόχων
αναφοράς[2]. Πέντε
έτη μετά τη
δημιουργία
του, είναι
πλέον η κατάλληλη
στιγμή για να
εξετασθεί κατά
πόσον έχουν
εκπληρωθεί οι
στόχοι του ΜΣΕ.
Η παρούσα
αξιολόγηση
αποτελεί καρπό
ανάλυσης, όπως
προβλέπεται
στην τεχνική
έκθεση που
επισυνάπτεται
στην παρούσα
έκθεση,
καταγράφοντας
τα έως σήμερα
επιτεύγματα,
καθώς και τις
προσπάθειες
που πρέπει ακόμη
να
καταβληθούν.
Εξέτασε το
έργο που
επιτελέστηκε
κατά την
τελευταία
πενταετία, τη
νομοθεσία και
τα μέσα που
τέθηκαν σε
εφαρμογή,
καθώς και τα αποτελέσματα
που
επιτεύχθηκαν.
Κατά τη
διάρκεια της
περιόδου
αυτής,
ορισμένες
φορές η
πρόοδος επιταχυνόταν,
ενώ άλλες
φορές υπήρχαν
καθυστερήσεις.
Σε ορισμένα
στάδια,
επιδείχθηκε
ενεργός
συνεργασία,
ενώ σε άλλα
εκφράσθηκαν
δυσφορία και
αντιδράσεις
κατά του ΜΣΕ.
Συνολικά, η
Επιτροπή είναι
πεπεισμένη ότι
η συμβολή του
ΜΣΕ στη
μεταρρύθμιση
στη Βουλγαρία
υπήρξε μείζονος
σημασίας. Η
παρούσα έκθεση
εξετάζει ιδίως
τη βιωσιμότητα
και τον
αμετάκλητο
χαρακτήρα της
διαδικασίας
των
μεταρρυθμίσεων,
καθώς και κατά
πόσον η
βουλγαρική
κοινωνία έχει ενστερνιστεί
το εγχείρημα
αυτό επαρκώς
ώστε να
διατηρηθεί η πορεία
των
μεταρρυθμίσεων.
Η
σημερινή
Ευρωπαϊκή
Ένωση
χαρακτηρίζεται
από υψηλό
βαθμό
αλληλεξάρτησης.
Το κράτος
δικαίου
αποτελεί μια
από τις
θεμελιώδεις
αξίες της ΕΕ
και υπάρχει
έντονο κοινό
ενδιαφέρον για
την αξία αυτή,
γεγονός που
αντανακλά το
ενδιαφέρον της
βουλγαρικής
κοινής γνώμης
για τα
ζητήματα αυτά[3]. Το
ενδιαφέρον
αυτό αντανακλά
το ενδιαφέρον
της βουλγαρικής
κοινής γνώμης
για τα
συγκεκριμένα ζητήματα.
Από
σφυγμομέτρηση
του Ευρωβαρομέτρου
προκύπτει ότι
το 96% των
Βουλγάρων
θεωρεί ότι η
διαφθορά και
το οργανωμένο
έγκλημα αποτελούν
σημαντικά
προβλήματα για
τη χώρα τους, ενώ
το 92% εκφράζει
την ίδια άποψη
για τις
αδυναμίες του
συστήματος
απονομής
δικαιοσύνης. Η
ίδια σφυγμομέτρηση
έδειξε επίσης
ότι το 76% των
Βουλγάρων θεωρεί
ότι ΕΕ θα
πρέπει να
διαδραματίσει
έναν ρόλο στην
αντιμετώπιση
των
προβλημάτων
αυτών[4]. Ο ΜΣΕ δεν
αξιώνει από τη
Βουλγαρία να
επιτύχει υψηλότερα
πρότυπα από
αυτά που
ισχύουν σε
άλλα κράτη
μέλη. Σκοπό
έχει να
βοηθήσει τη
Βουλγαρία να
επιτύχει
πρότυπα
συγκρίσιμα με
αυτά που
ισχύουν σε άλλα
κράτη μέλη, και
ο στόχος αυτός
επικροτείται
από το 78% των βουλγάρων
πολιτών[5].
Προκειμένου να
αποτιμηθούν με
βάση τα
προεκτεθέντα
δεδομένα όσα
έχουν
επιτευχθεί από
τη Βουλγαρία
από τότε που
προσχώρησε
στην ΕΕ,
σημαντικό παράγοντα
αποτελεί η
κατάσταση σε
άλλα κράτη
μέλη. Στην παρούσα
έκθεση, η
Επιτροπή
χρησιμοποιεί
σημεία αναφοράς
και
συγκριτικούς
δείκτες, όταν
υπάρχουν[6].
Για να
συγκριθεί η
πρόοδος στη
Βουλγαρία με
την κατάσταση
που
καταγράφεται
σε άλλα κράτη
μέλη, η Επιτροπή
στηρίχθηκε
επίσης στη
συνεισφορά
εμπειρογνωμόνων
υψηλού
επιπέδου οι
οποίοι
εκπροσωπούν
καίρια επαγγέλματα
και
ασχολούνται με
τα υπό εξέταση
θέματα[7]. Από το 2007
και μετά, ο
προϋπολογισμός
της ΕΕ διέθεσε μέσω
των
διαρθρωτικών
ταμείων 41 εκατ.
ευρώ περίπου
υπέρ της
δικαστικής
μεταρρύθμισης
στη Βουλγαρία.
Έως τα μέσα του
2012, συμφωνήθηκαν
25 έργα με
προϋπολογισμό
13,6 εκατ. ευρώ
στους τομείς
της
κατάρτισης,
της ανάπτυξης
των ανθρώπινων
πόρων, της
δημιουργίας
ικανοτήτων και
της τεχνικής
βοήθειας.
Συγχρόνως, ορισμένα
κράτη μέλη
συνέδραμαν τη
Βουλγαρία μέσω
διμερών έργων
σε όλους τους
τομείς της
δικαστικής
μεταρρύθμισης,
συμπεριλαμβανομένης
της μεταρρύθμισης
της
αστυνομίας,
της πάταξης
της διαφθοράς
και της
καταπολέμησης
του
οργανωμένου
εγκλήματος[8]. II.
Ανάλυση της
προόδου βάσει
του ΜΣΕ 2007-2012 Η
συνολική εκτίμηση
από μέρους της
Επιτροπής της
προόδου που
έχει
συντελεσθεί
στο πλαίσιο
του ΜΣΕ αφότου
η Βουλγαρία
προσχώρησε
στην ΕΕ
καταδεικνύει
ότι επιτελέστηκε
σημαντική
πρόοδος στο
βασικό
νομοθετικό πλαίσιο.
Σε καίριες
στιγμές, η
βουλγαρική
κυβέρνηση επέδειξε
ισχυρή
πολιτική
βούληση να
επιτύχει
ριζικές και
μακρόπνοες
μεταρρυθμίσεις.
Το ζητούμενο
πλέον είναι η
κάλυψη
ορισμένων
σημαντικών
στρατηγικών
κενών και η
εξασφάλιση της
αποτελεσματικής
εφαρμογής των
μεταρρυθμίσεων.
Η αποφασιστικότητα
της
βουλγαρικής
κοινωνίας να
υλοποιήσει τις
μεταρρυθμίσεις
υπό την
επίβλεψη του
ΜΣΕ
παρουσιάζει
διακυμάνσεις:
χρειάζεται
περισσότερη
αποφασιστικότητα
στην εφαρμογή
τους
προκειμένου να
υπάρξει
συντονισμός
των διάσπαρτων
δράσεων. Μια
συνεπέστερη
πορεία των
μεταρρυθμίσεων
θα αποτελούσε
την καλύτερη
απόδειξη της
βιωσιμότητας
και του αμετάκλητου
χαρακτήρα της
διαδικασίας
αυτής. Από το 2007
μέχρι σήμερα, η
Βουλγαρία
έθεσε σε
εφαρμογή μια
σειρά
σημαντικών
νομικών και
συνταγματικών
μεταρρυθμίσεων.
Μολονότι
ατελείς, χάρη
στις μεταρρυθμίσεις
αυτές
δημιουργήθηκαν
σημαντικές –
ενίοτε μάλιστα
καινοτόμες –
δομές, οι
οποίες
ενθαρρύνουν
ιδίως την
εξειδίκευση
για την
αντιμετώπιση
των προβλημάτων
που
ανακύπτουν.
Βασικά θεσμικά
όργανα, όπως το
Ανώτατο
Δικαστικό
Συμβούλιο (ΑΔΣ)
και η Επιθεώρησή
του ανέλαβαν
τα καθήκοντά
τους.
Πραγματοποιήθηκαν
σημαντικές
επενδύσεις
στις υποδομές
για την
καταπολέμηση
του
οργανωμένου
εγκλήματος με
αποτέλεσμα τη
συγκρότηση
εξειδικευμένων
φορέων στο
δικαστικό σώμα
και την
αστυνομία.
Σημαντική
πρόοδος σημειώθηκε
επίσης όσον αφορά
τη βελτίωση
του νομικού
πλαισίου
σχετικά με την
κατάσχεση
περιουσιακών
στοιχείων και
την επιτυχία
της
συνεργασίας με
άλλα κράτη
μέλη. Ωστόσο,
δεν έχει ακόμα
αξιοποιηθεί
πλήρως το δυναμικό
αυτού του
πλαισίου. Το
Ανώτατο
Δικαστικό Συμβούλιο
έχει αποκτήσει
ευρείες
εξουσίες για
τη διεύθυνση
και την καθοδήγηση
του δικαστικού
σώματος. Οι
εξουσίες αυτές
δεν
αξιοποιήθηκαν,
ωστόσο, για την
αποτελεσματική
διακυβέρνηση
του δικαστικού
κλάδου με
αξιοκρατικά
και
δεοντολογικά
κριτήρια ή για
την προώθηση
της συνέπειας
και της
ανεξαρτησίας
της
δικαιοσύνης,
στοιχεία απαραίτητα
για την
εξασφάλιση της
εμπιστοσύνης των
πολιτών. Στην
πολιτική που
ακολουθείται
εξακολουθεί να
παρατηρείται
έλλειψη
προσανατολισμού,
η οποία λειτούργησε
ανασταλτικά
για την
επίτευξη
προόδου. Πολλά θεσμικά
όργανα έλαβαν
χρήσιμα μέτρα.
Ωστόσο, η περιορισμένη
κλίμακα των
μέτρων αυτών
εντός των οικείων
οργάνων, καθώς
και η απουσία
συντονισμένης προσέγγισης,
υποδηλώνει ότι
παραμένουν
ασάφειες ως
προς τον
προσανατολισμό
της
μεταρρύθμισης.
Κατά τα πέντε
έτη
λειτουργίας
του ΜΣΕ,
αλλεπάλληλες
κυβερνήσεις και
κοινοβούλια
έδωσαν σε
διαφορετικό
βαθμό έμφαση
στα ζητήματα
αυτά και
επέδειξαν
διαφορετικό βαθμό
προσήλωσης
στην επίτευξη
αποτελεσμάτων.
Το 2010, εγκρίθηκε
σχέδιο δράσης
για τη
μεταρρύθμιση
του δικαστικού
συστήματος.
Θεμελιώδεις
αρχές, όπως η
ανεξαρτησία
της Δικαιοσύνης,
δεν γίνονται
πάντοτε
απολύτως
σεβαστές. Η απουσία
μιας σταθερής
πορείας
σημαίνει ότι η
διαδικασία των
μεταρρυθμίσεων
δεν
δημιούργησε
την δυναμική
που απαιτείται
για να
καταστεί
αποδεκτή συνιστώσα
της ανάπτυξης
της
Βουλγαρίας. Το
συμπέρασμα
αυτό
ενισχύεται από
το γεγονός ότι πολλές
σημαντικές
πρωτοβουλίες
φαίνεται ότι
αναλήφθηκαν
κατά κύριο
λόγο κατόπιν
εξωτερικών πιέσεων.
Ο ίδιος ο ΜΣΕ
υπήρξε
καθοριστικής
σημασίας στη
διαδικασία
αυτή – και ο
καθοριστικός
ρόλος του
αναγνωρίζεται
από τη βουλγαρική
κοινή γνώμη[9]. Συνέβαλε
ώστε να μην
παρεκκλίνουν
της πορείας τους
οι
μεταρρυθμίσεις
σε δύσκολες
στιγμές και να ενθαρρυνθούν
αλλαγές που
απαιτούσαν το
θάρρος της
σύγκρουσης με
τα οργανωμένα
συμφέροντα. Το
γεγονός ότι
εξακολουθεί να
χρειάζεται η
άσκηση πιέσεων
από το
εξωτερικό
γεννά
ερωτηματικά ως
προς τη
βιωσιμότητα
και τον
αμετάκλητο
χαρακτήρα των
μεταρρυθμίσεων. Ο
ενστερνισμός
και η εφαρμογή
της
μεταρρύθμισης συνιστούν,
επομένως, τα
καθοριστικά
στοιχεία για
την εκπλήρωση
των στόχων
αναφοράς του
ΜΣΕ. Από τα
στοιχεία αυτά
εξαρτώνται η
βιωσιμότητα και
ο αμετάκλητος
χαρακτήρας της
μεταρρύθμισης.
Ο διορισμός
και το έργο του
νέου Ανωτάτου
Δικαστικού
Συμβουλίου και
του νέου
Γενικού
Εισαγγελέα θα
αποτελέσουν έναν
από τους
γνώμονες για
τη βιωσιμότητα
των μεταρρυθμίσεων. II.1 Η
δικαστική
μεταρρύθμιση
του 2007-2012 Στόχος αναφοράς 1: Να εγκριθούν τροποποιήσεις του Συντάγματος που αίρουν κάθε ασάφεια σχετικά με την ανεξαρτησία και την υποχρέωση λογοδοσίας του δικαστικού συστήματος. Στόχος αναφοράς 2: Να διασφαλιστεί διαφανέστερη και αποτελεσματικότερη δικαστική διαδικασία με τη θέσπιση και εφαρμογή νέου δικαστικού συστήματος και του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Να υποβάλλονται εκθέσεις σχετικά με τις επιπτώσεις των εν λόγω νέων νόμων, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ιδίως στο προδικαστικό στάδιο. Στόχος αναφοράς 3: Να συνεχισθεί η μεταρρύθμιση του δικαστικού τομέα ώστε να αυξηθεί ο επαγγελματισμός, η υποχρέωση λογοδοσίας και η αποτελεσματικότητά του. Να αξιολογείται ο αντίκτυπος της εν λόγω μεταρρύθμισης και τα αποτελέσματα να δημοσιεύονται σε ετήσια βάση. Κατά την
προσχώρησή
της, η
Βουλγαρία
ανέλαβε τη δέσμευση
να αυξήσει την
ανεξαρτησία,
την υποχρέωση
λογοδοσίας και
την ακεραιότητα
του δικαστικού
σώματος και να
εξασφαλίσει
περισσότερη
αποτελεσματικότητα,
συνέπεια και
διαφάνεια στην
απονομή της
δικαιοσύνης.
Για την
επίτευξη αυτών
των ευρέων
μεταρρυθμιστικών
στόχων, ήταν
αναγκαία η
πραγματοποίηση
νομοθετικών
αλλαγών, η μεταρρύθμιση
των δομών και
της στελέχωσης
του δικαστικού
σώματος και η
βελτίωση των
δικαστικών
διαδικασιών
και της
δικαστικής
πρακτικής.
Χρειάσθηκαν
επίσης κάποιες
αλλαγές στη
νοοτροπία των
δικαστικών
λειτουργών και
άλλων φορέων
του δικαστικού
συστήματος. Ο
συνδυασμός
αυτός
προϋπέθετε την
ενεργό
συμμετοχή όλων
των εξουσιών
του κράτους:
του
Κοινοβουλίου, της
εκτελεστικής
και της
δικαστικής
εξουσίας, καθώς
και τη στήριξη
της κοινωνίας
των πολιτών. Από το 2007
μέχρι σήμερα, η
Βουλγαρία
δημιούργησε
ορισμένα
σημαντικά
δομικά
στοιχεία για
την εκπλήρωση
των δεσμεύσεων
που ανέλαβε
έναντι της ΕΕ.
Την περίοδο
αμέσως μετά
την
προσχώρηση,
πραγματοποιήθηκαν
σημαντικά
βήματα, όπως οι
τροποποιήσεις
του Συντάγματος,
ο νέος νόμος
περί του
δικαστικού
συστήματος,
ένας νέος
Κώδικας
Πολιτικής
Δικονομίας,
ένας νέος
Κώδικας
Διοικητικής
Δικονομίας και
τροποποιήσεις
του Κώδικα Ποινικής
Δικονομίας. Το
πρώτο έτος
μετά την
προσχώρηση
δημιουργήθηκαν
επίσης νέοι
δικαστικοί
θεσμοί.
Συγκροτήθηκε
ανεξάρτητη
Δικαστική
Επιθεώρηση και
το Ανώτατο Δικαστικό
Συμβούλιο (ΑΔΣ)
ανέλαβε τα
καθήκοντά του, με
ευρείες
αρμοδιότητες
διαχείρισης
του δικαστικού
συστήματος[10]. Οι
αρμοδιότητες
αυτές
περιλαμβάνουν
τη διαχείριση
των ανθρώπινων
πόρων του
δικαστικού
σώματος, συμπεριλαμβανομένων
των διορισμών,
των προαγωγών,
των
αξιολογήσεων
και της
κατανομής του
προσωπικού. Το
ΑΔΣ ανέλαβε
επίσης
πειθαρχικές
αρμοδιότητες
και, ως εκ
τούτου, το
καθήκον να
εξασφαλίζει την
υποχρέωση
λογοδοσίας και
την
ακεραιότητα
του δικαστικού
σώματος και να
μεριμνά ώστε η
δικαστική
πρακτική να
πληροί υψηλές
επαγγελματικές
προδιαγραφές[11]. Με
αυτές τις
αρμοδιότητες,
το ΑΔΣ κατέστη
ο κατ’ εξοχήν
φορέας
εφαρμογής της
μεταρρύθμισης
στη Δικαιοσύνη. Η
Βουλγαρία
πέτυχε απτά
αποτελέσματα
στην εφαρμογή
αυτού του νέου
νομικού και
θεσμικού
πλαισίου. Για
πρώτη φορά,
διενεργήθηκαν
ανεξάρτητοι
έλεγχοι των δικαστηρίων
και
εισαγγελιών,
απευθύνθηκαν
συστάσεις για
τη διαχείριση
των
δικαστηρίων
και τη δικαστική
πρακτική και
ακολουθήθηκε
περισσότερη αποφασιστική
προσέγγιση στα
πειθαρχικά
ζητήματα.
Επιπλέον, η
Βουλγαρία
βελτίωσε τους
δικονομικούς
κώδικες και
στους τρεις
κλάδους του
δικαίου και
άρχισε να
βελτιώνει τη
δικαστική
πρακτική. Ωστόσο,
οι προσπάθειες
αυτές δεν
οδήγησαν ακόμη
σε σημαντικές
βελτιώσεις
όσον αφορά την
υποχρέωση
λογοδοσίας και
την
αποτελεσματικότητα
του δικαστικού
σώματος. Οι
δικαστικές
διαδικασίες
είναι συχνά
εξαιρετικά
βραδυκίνητες[12]. Στην
πειθαρχική
πρακτική
παρατηρούνται
ασυνέπειες,
και πολλές
σημαντικές
υποθέσεις είτε
δεν μπόρεσαν
να
ολοκληρωθούν
είτε δεν
κατέληξαν σε
αποτρεπτικά
αποτελέσματα.
Οι
αξιολογήσεις,
οι προαγωγές
και οι
διορισμοί των
δικαστών δεν
χαρακτηρίζονται
ακόμη από
διαφάνεια και
δεν
πραγματοποιούνται
βάσει
αντικειμενικών
και
αξιοκρατικών
κριτηρίων. Δεν
έχει ακόμη θεσπισθεί
μια συνολική
πολιτική για
τους ανθρώπινους
πόρους, η οποία
να εξισορροπεί
τις ανάγκες
στελέχωσης με
τον φόρτο
εργασίας. Τα
μέτρα για τη
βελτίωση της
δικαστικής
πρακτικής
φαίνονται
συχνά
επιφανειακά
και δεν
μπόρεσαν μέχρι
τώρα να
επηρεάσουν
κατά τρόπο συγκεκριμένο
την έκβαση
σημαντικών
υποθέσεων. Παραμένουν
αμφιβολίες ως
προς την
ανεξαρτησία
του δικαστικού
σώματος. Ορισμένες
από τις
αδυναμίες
αυτές
οφείλονται ενδεχομένως
στην ελλιπή
εφαρμογή της
νομοθεσίας, συγχρόνως
όμως
αντανακλούν
σημαντικές
διαρθρωτικές,
διαδικαστικές
και
οργανωτικές
αδυναμίες εντός
του Ανωτάτου
Δικαστικού
Συμβουλίου και
της
Εισαγγελίας.
Οι εκλογές για
το ΑΔΣ, οι
οποίες
πρόκειται να
πραγματοποιηθούν
εφέτος το
φθινόπωρο,
καθώς και η
εκλογή του
νέου Γενικού
Εισαγγελέα και
των νέων
προέδρων του Ανωτάτου
Ακυρωτικού
Δικαστηρίου,
είναι
καθοριστικής σημασίας
προκειμένου η
Βουλγαρία να
αποδείξει ότι
είναι
αποφασισμένη
να παραμείνει
αταλάντευτη στην
πορεία της
δικαστικής
μεταρρύθμισης. Υπάρχει
το δυναμικό
για να
αξιοποιηθούν
οι δομές που
έχουν
δημιουργηθεί
ώστε το
δικαστικό
σύστημα να
προωθήσει τις
μεταρρυθμίσεις,
να
αντιμετωπίσει
την έλλειψη
εμπιστοσύνης
των πολιτών σε
αυτό και να
θεσπίσει ένα
σύστημα που θα
βασίζεται στην
αποτελεσματική
και υπόλογη
διακυβέρνηση.
Θα μπορούσε
έτσι να
δημιουργηθεί
ένα σύστημα
που θα διέθετε
την κατάλληλη
ισορροπία
μεταξύ αποτελεσματικότητας,
υποχρέωσης
λογοδοσίας,
ακεραιότητας
και
ανεξαρτησίας.
Ωστόσο, για να
επιτευχθεί
κάτι τέτοιο, το
Ανώτατο
Δικαστικό
Συμβούλιο και
η Εισαγγελία
θα πρέπει να
επιδείξουν
περισσότερη
αποφασιστικότητα,
ώστε να
συγκρουστούν
με τα βαθιά
ριζωμένα
οργανωμένα
συμφέροντα. Η
ενεργός
συμμετοχή της
κοινωνίας των
πολιτών και
των
επαγγελματικών
ενώσεων των
δικαστών υπέρ
της
μεταρρύθμισης
στη Δικαιοσύνη
συνιστά σημαντικό
επίτευγμα από
το 2007. Οι
βουλγαρικές
αρχές θα πρέπει
να
αξιοποιήσουν
καλύτερα τις
δυνατότητες
αυτές, να
εντείνουν τη
συνεργασία με
τους εταίρους
στο εξωτερικό
και να
συντονίσουν
όλους τους
σημαντικούς
εταίρους σε
μια κοινή
προσπάθεια
υπέρ της
μεταρρύθμισης. Ανεξαρτησία,
υποχρέωση
λογοδοσίας και
ακεραιότητα
του δικαστικού
σώματος Οι συνταγματικές
τροποποιήσεις
που
πραγματοποιήθηκαν
τον Φεβρουάριο
του 2007
δημιούργησαν
το πλαίσιο για την
ανεξαρτησία
του δικαστικού
σώματος στη
Βουλγαρία. Το Σύνταγμα
παρέχει μεγάλο
βαθμό
διοικητικής
αυτονομίας στο
δικαστικό
σύστημα.
Ωστόσο,
αναθέτει
συγχρόνως
σημαντικό ρόλο
στους
πολιτικούς
θεσμούς - το ήμισυ
των αιρετών
μελών του
Ανωτάτου
Δικαστικού Συμβουλίου
(ΑΔΣ), και το
σύνολο των
δικαστικών επιθεωρητών,
εκλέγεται από
το Κοινοβούλιο[13] –
γεγονός για το
οποίο άσκησε
κριτική η
Επιτροπή της
Βενετίας του
Συμβουλίου της
Ευρώπης[14].
Οι λαϊκοί
δικαστές, οι
οποίοι μπορούν
να επηρεάζουν
αποφασιστικά
τις αποφάσεις
των
δικαστηρίων, διορίζονται
από τις
τοπικές
πολιτικές
δυνάμεις[15]. Οι
εκθέσεις του
ΜΣΕ εφιστούν
επίσης την
προσοχή στο
ζήτημα της
αξιοκρατίας
στους
διορισμούς και
στις
αξιολογήσεις[16]. Οι
προβληματισμοί
αυτοί
επιβεβαιώθηκαν
καθώς ορισμένοι
διορισμοί σε
σημαντικά
δικαστικά αξιώματα
στους οποίους
προέβησαν το
Κοινοβούλιο
και το ΑΔΣ δεν
χαρακτηρίστηκαν
από διαφάνεια
και αντικειμενικότητα
και προκάλεσαν
κατακραυγή για
πολιτικές
παρεμβάσεις[17]. Η
ανεξαρτησία
του δικαστικού
σώματος
αμφισβητήθηκε
επίσης μετά
από μια σειρά
περιπτώσεων
κατά την οποία
ασκήθηκε άμεση
πολιτική
κριτική κατά
συγκεκριμένων
δικαστών - το
γεγονός ότι το
ΑΣΔ απέλυσε
από το
δικαστικό σώμα
τον πρόεδρο της
Ένωσης
Δικαστών
προκάλεσε
ανησυχίες στο
πλαίσιο αυτό[18]. Το
ΑΔΣ δεν
ανέλαβε σαφή
δράση για την
προστασία της ανεξαρτησίας
της
Δικαιοσύνης
στις υποθέσεις
αυτές. Δίδεται
εν γένει η
εντύπωση ότι
δεν γίνεται σεβαστός
ο διαχωρισμός
των εξουσιών,
γεγονός που έχει
άμεσες
συνέπειες όσον
αφορά την
εμπιστοσύνη των
πολιτών στο
δικαστικό
σύστημα. Οι
συνταγματικές
τροποποιήσεις
του 2007 και η
θέσπιση του
αναθεωρημένου
νόμου περί του
δικαστικού συστήματος
το ίδιο έτος
δημιούργησαν
επίσης τη βάση
για μια
κατάλληλη
πολιτική
ακεραιότητας
και λογοδοσίας
στη
Δικαιοσύνη. Η ασυλία
των δικαστών
περιορίσθηκε
στην άσκηση των
επαγγελματικών
τους
καθηκόντων και
συγκροτήθηκε
ανεξάρτητη
Δικαστική
Επιθεώρηση. Το
2009, η Βουλγαρία
θέσπισε κώδικα
δεοντολογίας
για το δικαστικό
σώμα και συνέστησε
κεντρική
επιτροπή
ακεραιότητας
στο πλαίσιο
του ΑΔΣ[19].
Μέσω
τροποποιήσεων
της νομοθεσίας
που πραγματοποιήθηκαν
το 2010, οι
αξιολογήσεις
της
ακεραιότητας κατέστησαν
υποχρεωτικό
στάδιο για την
εξέλιξη της
σταδιοδρομίας
και για τις
προαγωγές στο
δικαστικό σώμα
και
συγκροτήθηκαν
σε τοπικό
επίπεδο δομές
για την
ακεραιότητα
και τις
αξιολογήσεις.
Καρπός των
μέτρων αυτών
ήταν η ανάληψη
ουσιαστικής
πειθαρχικής
δράσης για
πρώτη φορά
στην ιστορία
του βουλγαρικού
δικαστικού
σώματος[20]. Οι
περισσότερες
από αυτές τις
πειθαρχικές
διαδικασίες
κινήθηκαν
κατόπιν
ελέγχων που
διενήργησε η
Επιθεώρηση, η
οποία ανέλαβε
τις
επιχειρησιακές
της δραστηριότητες
το 2008. Η
Επιθεώρηση
υποστήριξε
επίσης ενεργώς
τις απόψεις
της επί
πειθαρχικών
ζητημάτων στο
πλαίσιο του
ΑΔΣ και, το 2009, της
δόθηκε το
δικαίωμα να
προσβάλλει
αποφάσεις σε
πειθαρχικές
υποθέσεις.
Απευθύνει
λεπτομερείς συστάσεις
στους
προέδρους των
δικαστηρίων.
Το ελεγκτικό
έργο της
Επιθεώρησης
συμβάλλει
θετικά στη
βελτίωση της
κατάστασης στη
Δικαιοσύνη από
την άποψη της
πειθαρχίας και
της υποχρέωσης
λογοδοσίας,
δεδομένου ότι
ποτέ στο
παρελθόν δεν
είχαν
αναληφθεί
τέτοιες
δραστηριότητες[21].
Συγχρόνως, το
έργο της
Επιθεώρησης
δεν είχε ως στόχο
την προώθηση
λύσεων έναντι
των
συστηματικών ανεπαρκειών
που
παρατηρούνται
όσον αφορά την
υποχρέωση
λογοδοσίας και
τη δικαστική
πρακτική. Ως
παραδείγματα
μπορούν να
αναφερθούν η
μη διατύπωση
συστάσεων από
την Επιθεώρηση
για ζητήματα όπως
το σύστημα
τυχαίας
ανάθεσης
υποθέσεων ή η
διόρθωση
σημαντικών και
συστηματικών
ανεπαρκειών της
δικαστικής πρακτικής[22]. Τα
πειθαρχικά
μέτρα που
επιβλήθηκαν
από το 2007 και μετά
χαρακτηρίζονται
από κάποια
επιείκεια και
διστακτικότητα
για την
αντιμετώπιση
σοβαρών υποθέσεων,
ιδίως όσον
αφορά την
ακεραιότητα.
Δύο ιδιαίτερα
προβεβλημένες
υποθέσεις
αθέμιτης
άσκησης επιρροής
στο δικαστικό
σώμα κινήθηκαν
μόνο μετά από την
έντονη
κατακραυγή της
κοινής γνώμης[23]. Η
επιτυχία των
προσφυγών που
ασκήθηκαν
ενώπιον του
Συμβουλίου της
Επικρατείας
κατά αποφάσεων
σε πειθαρχικές
υποθέσεις
καταδεικνύει
αδυναμίες στη
νομολογία του
Δικαστηρίου,
στις
πειθαρχικές
διαδικασίες
του ΑΔΣ ή στη
νομοθεσία: οι
ανεπάρκειες
αυτές θα
πρέπει να αναλυθούν
και να
διορθωθούν. Το
ίδιο ισχύει
και για την
έλλειψη
ποινικής
παρακολούθησης,
δεδομένου ότι
η Εισαγγελία
δεν κινούσε
συστηματικά
έρευνες έναντι
δικαστικών
λειτουργών που
εμπλέκονταν
στις υποθέσεις
αυτές. Το
γεγονός αυτό
δεν είναι
άσχετο από τις
εν γένει
πενιχρές
επιδόσεις του
δικαστικού
συστήματος
όσον αφορά την
άσκηση διώξεων
σε υποθέσεις διαφθοράς
στους κόλπους
του[24]. Γενικά,
η πειθαρχική
νομολογία καθεαυτή
δεν υπήρξε
συνεπής.
Επίσης, η
Βουλγαρία δεν κατόρθωσε
να εντάξει σε
ικανοποιητικό
βαθμό την ακεραιότητα
στο σύστημα
προαγωγών και
αξιολογήσεων
των δικαστικών
λειτουργών,
παρά τις
τροποποιήσεις
που
πραγματοποιήθηκαν
στον νόμο περί
του δικαστικού
συστήματος του
2010. Οι έλεγχοι
της
ακεραιότητας
χαρακτηρίστηκαν
από τυπολατρία
και είχαν πολύ
περιορισμένο
προληπτικό
χαρακτήρα,
ενίοτε μάλιστα
χρειάστηκε να
αναλάβουν
δράση ΜΚΟ
προκειμένου να
δημοσιοποιηθούν
οι σχετικές
πληροφορίες.
Αρκετοί διορισμοί
ανωτάτων
υπαλλήλων κατά
την εν λόγω
περίοδο δεν
πραγματοποιήθηκαν
με επαρκή
διαφάνεια και
εξακολουθούν να
επισύρουν
κατηγορίες για
άσκηση
πολιτικής επιρροής
και ελλιπή
ακεραιότητα[25]. Η
ανικανότητα
της ηγεσίας
του δικαστικού
σώματος να
χαράξει και να
εφαρμόσει μια
κατάλληλη
στρατηγική για
την πάταξη της
διαφθοράς[26], την
αποξένωσε από
μέρη του
δικαστικού
σώματος και
θεωρείται ότι
αποτελεί έναν
από τους
λόγους για
τους οποίους
οι πολίτες
δείχνουν
χαμηλή εμπιστοσύνη
στο δικαστικό
σύστημα[27]. Αποτελεσματικότητα
της δικαστικής
διαδικασίας Tο
Ανώτατο
Δικαστικό
Συμβούλιο
είναι αρμόδιο
για την
πολιτική
ανθρώπινων
πόρων στο
δικαστικό σώμα.
Αυτή
περιλαμβάνει
την αρχική
πρόσληψη, την
παροχή
κατάρτισης
μέσω του
Εθνικού
Ιδρύματος
Δικαιοσύνης,
τις τακτικές
αξιολογήσεις,
τις προαγωγές και
τους
διορισμούς στα
ανώτατα
δικαστικά
αξιώματα. Οι
τροποποιήσεις
της νομοθεσίας
που πραγματοποιήθηκαν
το 2010 ανέθεσαν
στο ΑΔΣ
καθήκοντα όπως
η αξιολόγηση
του φόρτου
εργασίας, η
τροποποίηση των
τομέων
δικαιοδοσίας,
η ανακατανομή
πόρων και, εάν
κριθεί αναγκαίο,
η κατάργηση
δικαστηρίων.
Ως εκ τούτου, το ΑΔΣ
διαθέτει όλες
τις αναγκαίες
εξουσίες για
την αποτελεσματική
διαχείριση των
ανθρώπινων
πόρων και των
δικαστικών
δομών προς
όφελος της
αποτελεσματικότητας
της
Δικαιοσύνης. Την
περίοδο από το 2007
έως σήμερα,
παρατηρούνται
ορισμένες
δυσκολίες όσον
αφορά τον
τρόπο με τον
οποίο το ΑΔΣ
άσκησε τα
καθήκοντά του
στον τομέα
αυτόν: πρώτον,
όσον αφορά τις
προαγωγές, το
ΑΔΣ δεν
κατόρθωσε να
μεταφράσει
κατάλληλα στην
πράξη τους
στόχους του
αναθεωρημένου
νόμου περί του
δικαστικού
συστήματος. Το
σύστημα, όπως
εφαρμόζεται
στην πράξη, δεν
εξασφαλίζει
την εξέλιξη
της σταδιοδρομίας
των δικαστικών
λειτουργών με
αξιοκρατικά
κριτήρια, ούτε
λαμβάνει υπόψη
σε ικανοποιητικό
βαθμό ζητήματα
που άπτονται
της ακεραιότητας.
Παρόλο που
καθορίσθηκαν
διά νόμου νέα
κριτήρια
αξιολόγησης,
αυτά δεν
χρησιμοποιήθηκαν
ώστε να
λαμβάνονται δεόντως
υπόψη οι
διαφορές στην
απόδοση των
δικαστικών
λειτουργών[28]. Οι
αδυναμίες του
συστήματος
αξιολόγησης
επηρεάζουν
επίσης τις
διαδικασίες
προαγωγών και
είχαν συχνά ως
αποτέλεσμα να
προσβληθούν
ενώπιον δικαστηρίων
αποφάσεις για
προαγωγές[29]. Οι
προαγωγές και
οι προσλήψεις
δεν
πραγματοποιήθηκαν
βάσει ενός
συνεπούς και
προβλέψιμου
χρονοδιαγράμματος[30], με
βάση την
εκτίμηση των
αναγκών σε
προσωπικό και
με άξονα μια στρατηγική
για την
πλήρωση αυτών
των αναγκών.
Την περίοδο 2009-2011,
δεν λήφθηκαν
αποφάσεις
σχετικά με προαγωγές.
Ως εκ τούτου, σε
ορισμένα
δικαστήρια
υπήρξε μεγάλος
αριθμός κενών
θέσεων, οι
οποίες καλύφθηκαν
με αποσπάσεις –
διαδικασία που
δεν εντάσσεται
στο σύστημα
προαγωγών αλλά
εξαρτάται
αποκλειστικά
από συμφωνίες
μεταξύ
προέδρων
δικαστηρίων[31]. Παρατηρούνται
σημαντικές
διαφορές όσον
αφορά τον
φόρτο εργασίας
μεταξύ των
δικαστηρίων τη
Σόφιας και
αυτών σε άλλα
μέρη της χώρας[32].
Αυτές οι
διαφορές του
φόρτου εργασίας
προκάλεσαν
σημαντικές
καθυστερήσεις
σε ορισμένα
δικαστήρια,
ιδίως όσον
αφορά την
έκδοση του
σκεπτικού των
δικαστικών
αποφάσεων. Οι
καθυστερήσεις
αυτές στη
δημοσιοποίηση
του σκεπτικού
συνιστούν
πραγματικό
εμπόδιο για
την
αποτελεσματικότητα
της δικαστικής
διαδικασίας.
Επηρεάζουν
επίσης την
ανεξαρτησία
της
Δικαιοσύνης:
καθώς ο
μεγάλος φόρτος
εργασίας σε
πολλά
δικαστήρια
επιβραδύνει
συχνά την έκδοση
του σκεπτικού
των αποφάσεων,
πολλοί δικαστές
τυπικώς
παραβαίνουν τη
νομοθεσία. Οι
επαγγελματικές
ενώσεις του
κλάδου
εξέφρασαν την
ανησυχία ότι η
κατάσταση αυτή
δημιουργεί τη
δυνατότητα
υποκειμενικής
αντιμετώπισης,
υποστηρίζοντας
ότι σε
ορισμένα από τα
μέλη τους
επιβλήθηκαν
κυρώσεις, ενώ
σε άλλες υποθέσεις
η Δικαστική
Επιθεώρηση
επέδειξε ανοχή
όταν
καθυστέρησε η
έκδοση του
σκεπτικού
δικαστικών
αποφάσεων[33]. Άλλες
σημαντικές
προϋποθέσεις
για μια
περισσότερο
αποτελεσματική
και συνεπή
δικαστική
διαδικασία
είναι οι
αποτελεσματικές
διαδικασίες
και ο επαγγελματισμός
στην πρακτική
των
αστυνομικών, εισαγγελικών
και δικαστικών
αρχών. Από το 2007
μέχρι σήμερα, η
Βουλγαρία βελτίωσε
τους τρεις
δικονομικούς
κώδικες
ποινικού, αστικού
και
διοικητικού
δικαίου[34].
Το αποτέλεσμα
της
προσπάθειας
αυτής επέτρεψε
στην αστυνομία
να βελτιώσει
τις
ερευνητικές
πρακτικές της
και διευκόλυνε
τη χρήση
αποδεικτικών
στοιχείων στα
δικαστήρια. Επέτρεψε
επίσης στα
δικαστήρια να
διορίζουν
εφεδρικούς
συνηγόρους
υπεράσπισης
ώστε να
περιορίζεται ο
κίνδυνος
καθυστερήσεων
και να μπορεί η
Εισαγγελία να
προσβάλλει
δικαστικές
αποφάσεις που
προβλέπουν την
παραπομπή
υποθέσεων για
περαιτέρω
έρευνα. Το 2010, η
Βουλγαρία
άρχισε επίσης
τις εργασίες
για τη θέσπιση
νέου ποινικού
κώδικα,
δεδομένου ότι
ο ισχύων
κώδικας είναι
πλέον
παρωχημένος
και δεν
προσφέρεται
για την
αποτελεσματική
αντιμετώπιση
πολλών σύγχρονων
αδικημάτων,
όπως η
διαφθορά, η
κατάχρηση
εξουσίας και
το οργανωμένο
έγκλημα[35].
Οι εργασίες
για τον νέο
ποινικό κώδικα
δεν προχωρούν
με ομαλό ρυθμό,
και η αρχική
προθεσμία για
την υποβολή
ενός πρώτου
σχεδίου για
δημόσια διαβούλευση
στις αρχές του 2013
έχει αναβληθεί. Η
Επιτροπή, ήδη
το 2008, επέστησε
την προσοχή
στις αδυναμίες
που
παρατηρούνται
στη δικαστική
και ανακριτική
πρακτική,
ιδίως όσον
αφορά
υποθέσεις διαφθοράς
υψηλού
επιπέδου και
σοβαρού
οργανωμένου εγκλήματος[36]. Η
Βουλγαρία
ανταποκρίθηκε
αρχικά στις
ανησυχίες της
Επιτροπής
επιβάλλοντας
την
παρακολούθηση
ορισμένων
υποθέσεων
δημοσίου
συμφέροντος
από το Ανώτατο
Δικαστικό
Συμβούλιο, μέσω
δραστηριοτήτων
κατάρτισης και
με τη
διενέργεια ελέγχων
από την
Επιθεώρηση για
να
διαπιστώνεται κατά
πόσον οι
δικαστές
τήρησαν τους
δικονομικούς
κανόνες. Η
μεταρρύθμιση
των ποινικών
διαδικασιών
που
πραγματοποιήθηκε
το 2010 συνοδεύτηκε
επίσης από
διαρθρωτική
αναδιοργάνωση
των
αστυνομικών
ερευνών, την
επέκταση των
ανακριτικών
καθηκόντων σε
μια πολύ
μεγαλύτερη
ομάδα αστυνομικών
υπαλλήλων και
την παροχή
κατάρτισης και
εξοπλισμού προς
αυτόν τον
σκοπό. Τα μέτρα
αυτά συνέβαλαν
στην
επιτάχυνση της
εκδίκασης
ορισμένων
υποθέσεων,
όμως, ελάχιστα
επηρέασαν τις
σημαντικότερες
υποθέσεις
διαφθοράς υψηλού
επιπέδου και
οργανωμένου
εγκλήματος που
παρακολουθούσε
η Επιτροπή. Ως
αποτέλεσμα της
ενδελεχούς
ανάλυσης
ορισμένων από
τις
σημαντικότερες
υποθέσεις, η
έκθεση του ΜΣΕ
του Ιουλίου 2011
συνέστησε τη
διενέργεια
ευρείας
ανάλυσης των
οργανωτικών
δομών και των
δικαστικών
διαδικασιών,
την εφαρμογή
ενός σχεδίου
δράσης σε
συνεργασία με
διεθνείς
εμπειρογνώμονες
και την
παρακολούθηση
της εφαρμογής
του από κοινού
με την
κοινωνία των
πολιτών[37].
Η έκθεση
υπογράμμισε
ιδιαίτερα την
ανάγκη να αντιμετωπίζονται
τα διάφορα
θεσμικά όργανα
ως μέρος ενός
συνόλου και
όχι ως
χωριστοί
φορείς που
ακολουθούν ο
καθένας τη δική
του
στρατηγική.
Ανταποκρινόμενη
στις συστάσεις
αυτές, η
Βουλγαρία
έλαβε μια
σειρά
διαρθρωτικών
και
οργανωτικών
αποφάσεων που
αφορούσαν τις
εισαγγελικές
αρχές και τη
συνεργασία
τους με άλλα βασικά
θεσμικά όργανα.
Τα μέτρα αυτά
δεν οδήγησαν
σε αισθητές
βελτιώσεις των
επιδόσεων της
αστυνομίας και
του δικαστικού
σώματος όσον
αφορά
υποθέσεις
διαφθοράς υψηλού
επιπέδου και
οργανωμένου
εγκλήματος (βλ.
κατωτέρω).
Επιπλέον, οι
αρχές επιβολής
του νόμου και
οι δικαστικές
αρχές δεν
ανέλαβαν ακόμα
την
πραγματοποίηση
μιας συνολικής
και
ανεξάρτητης
αξιολόγησης
των αδυναμιών
των
υφιστάμενων
δομών και
διαδικασιών. Ως
εκ τούτου, ο
ενδεχόμενος
αντίκτυπος των
μέτρων που
έλαβε η
Βουλγαρία στο
πλαίσιο αυτό
από πέρυσι το
καλοκαίρι δεν
είναι ακόμα
γνωστός. Στο
πλαίσιο αυτό,
είναι
σημαντικό να
υπογραμμιστεί
η σημασία της
συνέπειας στην
απόδοση
δικαιοσύνης.
Πρόσφατη
διαβούλευση
που
πραγματοποιήθηκε
εντός του
δικαστικού
σώματος
κατέδειξε
σημαντικές
διαφωνίες
μεταξύ των
δικαστών
σχετικά με
τους όρους για
την επιβολή
προληπτικής
κράτησης
εναγομένων σε
σοβαρές
ποινικές
υποθέσεις. Οι διαφωνίες
επ’ αυτών των
σημαντικών
ζητημάτων προκαλούν
ουσιαστικές
ανησυχίες και
καταδεικνύουν ανεπάρκειες
στην επιδίωξη
συνέπειας εκ
μέρους των
δικαστικών
αρχών, τομέας
στον οποίο το
Ανώτατο
Ακυρωτικό
Δικαστήριο
(ΑΑΔ)
διαδραματίζει
τον
σημαντικότερο
ρόλο. Η χάραξη
μιας
προδραστικής
στρατηγικής
από το ΑΑΔ για
τον εντοπισμό
και την
αντιμετώπιση
των περιπτώσεων
ασυνεπούς
ερμηνείας της
νομοθεσίας σε
όλους τους
σχετικούς
τομείς θα ήταν
ιδιαίτερα
χρήσιμη, ιδίως
ως συμβολή
στην
καταπολέμηση
του
οργανωμένου
εγκλήματος και
της διαφθοράς
στη Βουλγαρία[38].
Επιπλέον, η
Βουλγαρία δεν
έχει ακόμη
επιτύχει την
πλήρη
δημοσίευση των
δικαστικών
αποφάσεων και των
σκεπτικών τους
σε ενιαίο
μορφότυπο. Μεταρρύθμιση
του δικαστικού
συστήματος Οι
ανεπάρκειες
που
παρατηρούνται
όσον αφορά την υποχρέωση
λογοδοσίας του
δικαστικού
σώματος και
την
αποτελεσματικότητα
της δικαστικής
διαδικασίας
πρέπει να
συνδεθούν με
τα
σημαντικότερα
θεσμικά όργανα
που αποτελούν
τους μοχλούς
για την
επίτευξη προόδου
στον τομέα
αυτόν, ιδίως με
το Ανώτατο
Δικαστικό
Συμβούλιο και
την
Εισαγγελία.
Για τους
λόγους αυτούς,
η Επιτροπή
συνέστησε την
ευρεία
μεταρρύθμιση
των οργάνων
αυτών, με
αξιολόγηση και
βελτίωση των
οργανωτικών
δομών και της
επαγγελματικής
πρακτικής τους
όσον αφορά
σοβαρές
ποινικές
υποθέσεις[39].
Παρόλο που
έχει αναληφθεί
κάποια
περιορισμένη δράση
στο επίπεδο
της
Εισαγγελίας[40],
ορισμένες από
τις συστάσεις
παραμένουν
κατ’ ουσίαν
εκκρεμείς. Ιδιαίτερη
έμφαση δόθηκε στο
ζήτημα της
μεταρρύθμισης
του ΑΔΣ
δεδομένου ότι
η θητεία του
πρόκειται
σύντομα να
λήξει. Αυτό το
ιδιαίτερο
ενδιαφέρον για
το ΑΔΣ
εντάθηκε το 2011,
όταν δύο μέλη
του
παραιτήθηκαν
σε ένδειξη
απογοήτευσης,
αφενός, για την
ανικανότητα
του ΑΔΣ να
επιτύχει ουσιαστικές
βελτιώσεις
όσον αφορά τη
λογοδοσία και
την
ακεραιότητα
στη Δικαιοσύνη
και, αφετέρου, για
τις ελλείψεις
διαφάνειας
στην εσωτερική
του οργάνωση.
Ορισμένα
δικαστήρια
αρνήθηκαν να
συμμετάσχουν
στην εκλογική
διαδικασία για
την πλήρωση
των θέσεων των
παραιτηθέντων
θεωρώντας ότι
το παρόν ΑΔΣ
δεν νομιμοποιείται
πλέον να
εκπροσωπεί το
δικαστικό σώμα. Η
διαμάχη αυτή
προβλημάτισε
το Υπουργείο
Δικαιοσύνης,
το οποίο
αναζήτησε
τρόπους για τη
μεταρρύθμιση
της εκλογής
των μελών του
ΑΔΣ και έλαβε
ποικιλία
προτάσεων από
το δικαστικό
σώμα και την
κοινωνία των
πολιτών
σχετικά με την
προώθηση μιας
εκ βάθρων
μεταρρύθμισης
του τρόπου
οργάνωσης και
εκλογής του
ΑΔΣ[41].
Ορισμένες από
τις ανησυχίες
που
εκφράσθηκαν
στο πλαίσιο
αυτό
επιβεβαιώθηκαν
από
εμπειρογνώμονες,
στους οποίους
απευθύνθηκε η
Επιτροπή[42]. Η εκλογή
των μελών του
νέου ΑΔΣ
εφέτος το
φθινόπωρο
συνιστά
σημαντική
ευκαιρία για
την ενίσχυση της
υποχρέωσης
λογοδοσίας του
και της
νομιμοποίησής
του έναντι του
δικαστικού
σώματος και
του ευρύτερου
κοινού. Θα
πρέπει να
αποτελέσει την
αφετηρία για
μια ριζικότερη
μεταρρύθμιση
που θα
επιτρέψει στο
ΑΔΣ να
ανταποκρίνεται
καλύτερα στα
καθήκοντα που
του αναθέτει
το Σύνταγμα.
Για τους
λόγους αυτούς,
η Επιτροπή
συνέστησε στις
βουλγαρικές
αρχές να
θεσπίσουν την
άμεση εκλογή
του ΑΔΣ ως σημαντικό
βήμα για την
αντιμετώπιση
των ανεπαρκειών
που
παρατηρούνται
σήμερα στο
σύστημα. Η βουλγαρική
κυβέρνηση
ενέκρινε μεν
καταρχήν την
άμεση εκλογή
του ΑΔΣ, όμως
θεώρησε ότι η
επιλογή αυτή ήταν
αδύνατο να
διοργανωθεί
κατάλληλα
εφέτος το φθινόπωρο.
Οι τροποποιήσεις
του νόμου περί
του δικαστικού
συστήματος που
πραγματοποιήθηκαν
τον Ιούλιο
συνιστούν ένα
σημαντικό βήμα
προς την
κατεύθυνση της
διαφάνειας της
επόμενης
εκλογικής
διαδικασίας,
τόσο όσον
αφορά τις
βουλευτικές
εκλογές όσο
και τις
εκλογές στο
δικαστικό
σώμα. Ωστόσο, οι
εκλογές στο
δικαστικό σώμα
θα
πραγματοποιηθούν
και πάλι με
έμμεσο
εκλογικό σύστημα,
και επομένως
το ΑΔΣ θα
πρέπει να
αναμείνει μία
ακόμα
πενταετία
προτού
πραγματοποιήσει
άμεσες εκλογές[43].
Σύμφωνα με τις
πρώτες
εκθέσεις που
υποβλήθηκαν σχετικά,
μολονότι οι
απαιτήσεις
περί
διαφάνειας συνιστούν
θετικό βήμα
στη διαδικασία
αυτή, η αναβολή
της
πραγματοποίησης
άμεσων εκλογών
εφέτος οδήγησε
σε ανακόλουθες
διαδικασίες
και είχε ως αποτέλεσμα
τον τελικό
λόγο για την
εκλογή των
αντιπροσώπων
να έχουν οι
πρόεδροι των
δικαστηρίων. Παρόλα
αυτά, οι
επόμενες
εκλογές
αποτελούν
ευκαιρία για
να εκλεγούν
στο ΑΔΣ μέλη τα
οποία θα εργαστούν
για να
διαδραματίσει
ενεργότερο
ρόλο το ΑΔΣ κατά
την επόμενη
θητεία του.
Τόσο το
Κοινοβούλιο όσο
και το
δικαστικό σώμα
μπορούν να
εστιάσουν τις
συζητήσεις
τους για τις
εκλογές σε
κριτήρια όπως
τα
επαγγελματικά
και εκπαιδευτικά
προσόντα, η
ακεραιότητα
και το όραμα
των υποψηφίων
για το μέλλον. Η
διαφάνεια θα
πρέπει να αποτελέσει
ευκαιρία ώστε
οι υποψήφιοι
να υποβληθούν
σε ενδελεχή
έλεγχο από την
κοινωνία των
πολιτών και το
Κοινοβούλιο
και, στο
πλαίσιο αυτό,
τα μέλη του
δικαστικού
σώματος θα
πρέπει να
είναι έτοιμα
να λογοδοτήσουν
για τις
επιλογές τους. Για να
αυξηθούν οι
πιθανότητες
επιτυχίας της
επόμενης
θητείας του
ΑΔΣ, θα είναι
σημαντικό να
βελτιωθούν η
δομή, οι
διαδικασίες και
η οργάνωσή του.
Η νέα ηγεσία
του ΑΔΣ μπορεί
να ακολουθήσει
μια νέα
προσέγγιση
όσον αφορά τον
ρόλο που
διαδραματίζει
το ΑΔΣ με βάση
μια ενδελεχή ανάλυση
της παρούσας
εντολής του
ΑΔΣ. Οι ιδέες
που πρότειναν
οι
επαγγελματικές
ενώσεις και οι
οργανώσεις της
κοινωνίας των
πολιτών στις
αρχές του
έτους μπορούν
να εμπνεύσουν
το νέο ΑΔΣ. Μια
πρώτη
δοκιμασία θα
αποτελέσουν οι
επικείμενες
εκλογές του
Γενικού
Εισαγγελέα και
του Προέδρου
του Ανωτάτου
Ακυρωτικού
Δικαστηρίου.
Το νέο ΑΔΣ θα
μπορούσε να
επιλέξει να
καταστήσει τις
εκλογές για
αυτά τα
εξαιρετικά
σημαντικά
δικαστικά
αξιώματα
σημείο καμπής
για μια νέα προσέγγιση,
με ανοικτές
και διαφανείς
διαδικασίες, σαφή
κριτήρια και
πραγματικό
ανταγωνισμό. II.2
Καταπολέμηση του
οργανωμένου
εγκλήματος 2007-2012 Στόχος αναφοράς 6: Να εφαρμοσθεί στρατηγική για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, με επίκεντρο το σοβαρό έγκλημα, το ξέπλυμα χρημάτων και τη συστηματική δήμευση των περιουσιακών στοιχείων των εγκληματιών. Να υποβάλλονται εκθέσεις για νέες και συνεχιζόμενες έρευνες, απαγγελίες κατηγοριών και καταδίκες στους εν λόγω τομείς. Κατά την
προσχώρησή
της, η
Βουλγαρία
ανέλαβε τη δέσμευση
να επιδείξει
πειστικά
αποτελέσματα
στην
καταπολέμηση
του
οργανωμένου
εγκλήματος. Προς
τον σκοπό
αυτόν, θα
πρέπει να
αποδείξει την
ικανότητά των
αρχών επιβολής
του νόμου και
των δικαστικών
αρχών να
διερευνούν, να
ασκούν διώξεις
και να
εκδικάζουν με
επιτυχία
σημαντικές
υποθέσεις
οργανωμένου
εγκλήματος
κατά τρόπον
ώστε οι ενέργειές
τους να
λειτουργούν
πραγματικά
αποτρεπτικά.
Βασικά ζητήματα
στο πλαίσιο
αυτό είναι η
συστηματική
κατάσχεση και
δήμευση
περιουσιακών
στοιχείων, η
βελτίωση της
επαγγελματικής
πρακτικής των
αστυνομικών,
εισαγγελικών
και δικαστικών
αρχών και η
θέσπιση
αποτελεσματικών
δομών και
συνεργασίας
μεταξύ των
αστυνομικών, εισαγγελικών
και άλλων
διοικητικών
αρχών. Οι
δραστηριότητες
κατά του
οργανωμένου
εγκλήματος
εντάθηκαν το 2010,
όταν η
αστυνομία
ανέλαβε περισσότερο
ενεργό ρόλο,
και τέθηκε σε
εφαρμογή μια
σειρά επί
μακρόν αναμενόμενων
διαδικαστικών
και θεσμικών
μεταρρυθμίσεων.
Οι προσπάθειες
αυτές οδήγησαν
σε ένα σταθερότερο
θεσμικό
πλαίσιο και
στη βελτίωση
των διαδικασιών,
ενώ παράλληλα
κατέστησαν τη
Βουλγαρία περισσότερο
αξιόπιστη
έναντι των
αρχών επιβολής
του νόμου των
άλλων κρατών
μελών της ΕΕ[44].
Αυξήθηκαν
σημαντικά οι
πόροι που
διατίθενται για
τις
αστυνομικές
έρευνες[45].
Ωστόσο, δεν
έχουν ακόμα
επιτευχθεί
πειστικά αποτελέσματα
ούτε στα
προδικαστικά
ούτε στα
δικαστικά
στάδια όσον
αφορά την
αντιμετώπιση
της εγκληματικότητας
σε αυτόν τον
τομέα, στον
οποίον πολλές
υποθέσεις εξακολουθούν
να μένουν
ανεξιχνίαστες
και εκκρεμείς.
Το οργανωμένο
έγκλημα
εξακολουθεί να
χαρακτηρίζεται
από
ανεξάρτητους
παρατηρητές ως
θεμελιώδης
πρόκληση για
το κράτος και
την κοινωνία[46],
άποψη την
οποία συμμερίζεται
η κοινή γνώμη[47]. Το
θεσμικό
πλαίσιο για
την
καταπολέμηση
του οργανωμένου
εγκλήματος
τροποποιήθηκε
επανειλημμένα
από το 2007[48].
Παρατηρείται
μια γενική
τάση προς
περισσότερη εξειδίκευση
και κατάρτιση,
καθώς και προς
προσεκτικότερους
ελέγχους
ασφαλείας[49].
Εξειδικευμένες
μεικτές ομάδες
για υποθέσεις
οργανωμένου
εγκλήματος
συγκροτήθηκαν
στις εισαγγελίες
πέντε
πρωτοδικείων
το 2010, ενώ το 2012
άρχισαν να λειτουργούν
μια νέα
εξειδικευμένη
κεντρική Εισαγγελία
για το
οργανωμένο
έγκλημα και
ένα νέο εξειδικευμένο
δικαστήριο[50]. Η
προσέγγιση
αυτή συνάδει
με τις
συστάσεις που
απευθύνθηκαν
σε
αλλεπάλληλες
εκθέσεις του
ΜΣΕ[51]. Η
συγκρότηση
αυτών των νέων
εξειδικευμένων
φορέων σε
επίπεδο
αστυνομικών,
εισαγγελικών
και δικαστικών
αρχών είναι
ενδεικτική της
αποφασιστικότητας
των
βουλγαρικών
αρχών να
προσαρμόσουν
την οργανωτική
τους δομή ώστε
να
αντιμετωπίσουν
το οργανωμένο
έγκλημα.
Ωστόσο, μέχρι
σήμερα, δεν
κατόρθωσαν να
αποδείξουν την
αποτελεσματικότητά
τους όσον
αφορά την
επιτυχή
διερεύνηση,
άσκηση διώξεων
και εκδίκαση
σημαντικών
υποθέσεων.
Πέραν
ελαχίστων
εξαιρέσεων, το
εξειδικευμένο
δικαστήριο
εκδίκασε μέχρι
τώρα μόνον
υποθέσεις
ελάσσονος
σημασίας διότι
η σχετική
νομοθεσία δεν
του επιτρέπει
να εξετάσει
κατά προτεραιότητα
τις
σημαντικότερες
υποθέσεις[52]. Το
πρόβλημα αυτό
επιτείνεται
από τις
ελλείψεις
προσωπικού που
αντιμετωπίζουν
τόσο οι
εισαγγελίες
όσο και τα
δικαστήρια.
Άλλη σημαντική
αδυναμία της
νομοθεσίας
αποτελεί το
γεγονός ότι
δεν επιτρέπει
στις δικαστικές
αρχές να
ασκούν διώξεις
σε υποθέσεις
διαφθοράς οι
οποίες συχνά συνδέονται
με το
οργανωμένο
έγκλημα. Από
κοινού με τη
γενικότερη
ενίσχυση των
ποινικών
διαδικασιών
και τη
μεταρρύθμιση
των
αστυνομικών
ερευνών, αυτές
οι νέες δομές
και
μεταρρυθμίσεις
αποτελούν σαφή
ένδειξη του
ενδιαφέροντος
της Βουλγαρίας
να εντείνει
τις προσπάθειές
της για την
καταπολέμηση
του οργανωμένου
εγκλήματος. Η
βελτίωση των
αποτελεσμάτων
όσον αφορά τη
δήμευση
περιουσιακών
στοιχείων
συνιστά
σημαντική παράμετρο
της
αποτρεπτικότητας
των
προσπαθειών που
καταβάλλονται
για την
καταπολέμηση
του οργανωμένου
εγκλήματος και
της διαφθοράς.
Τα πρώτα
χρόνια μετά
την
προσχώρηση, η
πρόοδος στον
τομέα αυτόν ήταν
πενιχρή, και οι
κατασχέσεις
και δημεύσεις
περιουσιακών
στοιχείων σε
σημαντικές
υποθέσεις οργανωμένου
εγκλήματος και
διαφθοράς
υψηλού επιπέδου
ήταν περιορισμένες.
Το 2011,
παρατηρήθηκε
σημαντική
αύξηση των δημευθέντων
περιουσιακών
στοιχείων στη
Βουλγαρία, και
η επιτροπή
δήμευσης
περιουσιακών
στοιχείων, υπό
τον νέο της
διευθυντή,
ακολούθησε
περισσότερο
προδραστική
και αυστηρή
προσέγγιση. Η
παραίτηση του
διευθυντή της
το 2012, λόγω
έλλειψης
πολιτικής
στήριξης, έθεσε
εν αμφιβόλω τη
διατηρησιμότητα
αυτής της βελτίωσης
και κατέδειξε
ευρύτερα
εμπόδια για
την αποτελεσματική
δήμευση
περιουσιακών
στοιχείων[53]. Για να
βελτιωθεί η
αποτελεσματικότητα
της δήμευσης
περιουσιακών
στοιχείων, το
Κοινοβούλιο
εξέδωσε τον
Μάιο νέο νόμο
για τη δήμευση
περιουσιακών
στοιχείων[54]. Ο
νόμος αυτός
παρέχει για
πρώτη φορά τη
δυνατότητα
κατάσχεσης
παράνομων
περιουσιακών
στοιχείων μέσω
διαδικασίας
ενώπιον
πολιτικού
δικαστηρίου
για την οποία
δεν απαιτείται
πρότερη
καταδίκη, αλλά
μπορεί να
κινηθεί κατά
την έναρξη της
προανάκρισης
για μια σειρά
σοβαρών
εγκλημάτων και
ορισμένων
διοικητικών παραβάσεων.
Με την έκδοση
του νόμου
αυτού, για την
οποία
χρειάστηκε να
καταβάλει
ιδιαίτερες
προσπάθειες η
βουλγαρική
κυβέρνηση, η
Βουλγαρία
ανταποκρίθηκε
θετικά σε
επανειλημμένες
συστάσεις που
απευθύνθηκαν
από τη διεθνή
κοινότητα και
πολλούς
βούλγαρους
νομικούς. Η
Επιτροπή και
ορισμένα κράτη
μέλη
ενθάρρυναν και
στήριξαν αυτή
την προσέγγιση[55]. Ο
νόμος δεν
ανταποκρίνεται
σε όλες τις
συστάσεις που
διατυπώθηκαν
σχετικά στις
εκθέσεις του
ΜΣΕ[56]
ενώ οι
εμπειρογνώμονες
επισήμαναν και
άλλες ενδεχόμενες
αδυναμίες του[57].
Προκειμένου ο
νέος νόμος για
τη δήμευση
περιουσιακών
στοιχείων να
λειτουργήσει
πραγματικά αποτρεπτικά,
θα απαιτηθεί,
αφενός, η
συστηματική
διερεύνηση των
περιουσιακών
στοιχείων σε
όλες τις
σχετικές
υποθέσεις και,
αφετέρου, η
βελτίωση της
συνεργασίας
μεταξύ των
αρμοδίων
οργάνων. Προς
τον σκοπό
αυτόν, οι εισαγγελικές
αρχές θα
πρέπει να
συνεργάζονται
κατά τρόπο
συστηματικό με
την επιτροπή
δήμευσης
περιουσιακών
στοιχείων ήδη
κατά τα πρώτα
στάδια των
ερευνών, ώστε να
προλαμβάνεται
η εξαφάνιση
περιουσιακών
στοιχείων. Οι
αρχές που
είναι αρμόδιες
για τους
διοικητικούς
ελέγχους θα
πρέπει επίσης
να συσφίξουν
τη συνεργασία
τους με την
επιτροπή
δήμευσης
περιουσιακών
στοιχείων για
τον εντοπισμό
και τον
προσδιορισμό
των χαρακτηριστικών
των σχετικών
υποθέσεων,
δεδομένου ότι
η εν λόγω
επιτροπή
στερείται
αυτεπάγγελτων
εξουσιών
ανάληψης
δράσης ιδία
πρωτοβουλία.
Άλλο σημαντικό
στοιχείο για
την αξιολόγηση
της
αποτελεσματικότητας
της νομοθεσίας
θα αποτελέσει
η συνέπεια της
νομολογίας,
ιδίως όσον
αφορά την
αντιστροφή του
βάρους της
απόδειξης που
προβλέπει ο
νέος νόμος. Θα
είναι επίσης
σημαντικό να
εξασφαλισθεί η
ανεξαρτησία και
η αποτελεσματικότητα
της επιτροπής
δήμευσης
περιουσιακών στοιχείων
που θα
συσταθεί στο
μέλλον βάσει
του νέου νόμου,
ιδίως μέσω του
διορισμού
ικανών και
πολιτικά
ανεξάρτητων
μελών στην
επιτροπή με
διαφανή και
αντικειμενικά
κριτήρια[58]. Παρόλο
που από το 2010 έως
σήμερα η
Βουλγαρία έχει
καταβάλει
σημαντικές
προσπάθειες
για τη
βελτίωση του
θεσμικού και
νομοθετικού της
πλαισίου για
την
καταπολέμηση
του οργανωμένου
εγκλήματος, τα
αποτελέσματα
υπήρξαν
περιορισμένα:
καταδικαστικές
αποφάσεις
εκδόθηκαν σε
λίγες μόνο
υποθέσεις οργανωμένου
εγκλήματος[59], ενώ
υπήρξαν
αρκετές
αθωώσεις σε
σημαντικές
υποθέσεις στις
οποίες τα
επιβαρυντικά
στοιχεία που είχαν
στην κατοχή
τους οι αρχές
γεννούσαν
προσδοκίες για
έκδοση
καταδικαστικών
αποφάσεων[60].
Σοβαρά
ερωτήματα
ανακύπτουν
όσον αφορά τα
πενιχρά
αποτελέσματα
στην εξιχνίαση
δολοφονιών
κατά παραγγελία:
από τις 33
σχετικές
υποθέσεις που
παρακολούθησε
η Επιτροπή από
το 2006 μέχρι
σήμερα, έχει
αρχίσει η
εκδίκαση μόλις
τεσσάρων, αν
και σε ορισμένες
υποθέσεις οι
έρευνες δεν
έχουν ακόμη
ολοκληρωθεί[61]. Εφέτος
διεπράχθησαν
και νέες
δολοφονίες
κατά παραγγελία.
Σημειωτέον στο
πλαίσιο αυτό
ότι η Επιτροπή
λαμβάνει συχνά
καταγγελίες βουλγάρων
πολιτών και
ξένων
επενδυτών για
απραξία των
δικαστικών
αρχών και για
σύμπραξή τους
με το οργανωμένο
έγκλημα σε
τοπικό επίπεδο[62].
Περισσότερη
πρόοδος
παρατηρείται
σε τομείς που αφορούν
τη συνεργασία
της Βουλγαρίας
με άλλα κράτη
μέλη. Χάρη στη
συνεργασία
αυτή,
πραγματοποιήθηκαν
ορισμένα
βήματα για την
αντιμετώπιση,
ιδίως, εγκλημάτων
με
διασυνοριακή
διάσταση, όπως
η διακίνηση ναρκωτικών[63]. Τα
πενιχρά
αποτελέσματα
που
επιτεύχθηκαν
γενικά όσον
αφορά την
παρακολούθηση
που δίνεται σε
μεμονωμένες
υποθέσεις δεν
μπορούν να
αποδοθούν σε ένα
συγκεκριμένο
θεσμικό
όργανο. Οι
αναλύσεις δείχνουν
ότι αδυναμίες
εντοπίζονται
καθ’ όλα τα στάδια
της
ανακριτικής
και δικαστικής
διαδικασίας,
τόσο στις
αστυνομικές,
όσο και στις
εισαγγελικές
και δικαστικές
αρχές[64].
Ορισμένες από
τις αδυναμίες
αυτές έχουν
συστηματικό
χαρακτήρα,
ιδίως μάλιστα
ο
κατακερματισμός
των ερευνών
μεταξύ
διαφορετικών
οργάνων, καθώς
επίσης και οι
ανεπάρκειες
που
παρατηρούνται
στη συνεργασία,
οι αδυναμίες
όσον αφορά τη
χρήση των αποδεικτικών
στοιχείων,
αλλά και
συγκεκριμένες ανεπάρκειες
σε τομείς όπως
η προστασία
των μαρτύρων
και η
οικονομική και
χρηματοπιστωτική
ανάλυση[65].
Η Βουλγαρία
χρειάζεται
σαφείς και
αποτελεσματικές
διαδικασίες
και πρακτικές
και καλύτερα
εργαλεία
συνεργασίας[66]
προκειμένου να
σημειώσει
πρόοδο σε
σημαντικές υποθέσεις
οργανωμένου
εγκλήματος.
Μια συνολική και
ανεξάρτητη
αξιολόγηση των
αποτυχιών που
υπήρξαν σε
συγκεκριμένες
υποθέσεις, με
τη συνδρομή
των εταίρων
της ΕΕ, καθώς
και η λήψη
διορθωτικών
μέτρων μέσω
ενός σχεδίου
δράσης,
φαίνεται ότι
αποτελεί τον
καλύτερο τρόπο
για να
επιτευχθεί
πρόοδος. Συστημικές
αδυναμίες στον
τομέα της
επιβολής του
νόμου
διαπιστώθηκαν
πρόσφατα, όταν
δραπέτευσαν
δύο διαβόητοι
κατάδικοι που
εξέτιαν ποινές
φυλάκισης. Οι
βουλγαρικές
αρχές δεν
κατόρθωσαν να
συλλάβουν
ορισμένους από
τους
σημαντικότερους
εγκληματίες
στη χώρα μετά
την έκδοση της
αναμενόμενης
καταδίκης
τους. Το
γεγονός αυτό
πρέπει να
θεωρηθεί μία
από τις
σημαντικότερες
αποτυχίες του
συστήματος. II.3 Πάταξη
της διαφθοράς
2007-2012 Στόχος αναφοράς 4: Να διενεργούνται και να υποβάλλονται εκθέσεις για επαγγελματικές και αμερόληπτες έρευνες όσον αφορά καταγγελίες διαφθοράς σε υψηλό επίπεδο. Να υποβάλλονται εκθέσεις για εσωτερικές επιθεωρήσεις των δημόσιων θεσμικών οργάνων και για τη δημοσιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των ανώτερων υπαλλήλων. Στόχος αναφοράς 5: Να ληφθούν περαιτέρω μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, ιδίως στις συνοριακές περιοχές και στο πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Κατά την
προσχώρηση της
Βουλγαρίας, ο
ΜΣΕ προσδιόρισε
πώς η χώρα
έπρεπε να
επιδείξει
καλύτερα αποτελέσματα
στην πάταξη
της διαφθοράς.
Μεταξύ άλλων,
έπρεπε να
αποδείξει την
ικανότητα των
αρχών επιβολής
του νόμου και
των δικαστικών
αρχών να
διερευνούν, να
ασκούν διώξεις
και να εκδικάζουν
υποθέσεις
διαφθοράς
υψηλού επιπέδου
και ανεξήγητου
πλουτισμού.
Βασικά
εργαλεία προς
τον σκοπό
αυτόν
αποτελούν,
μεταξύ άλλων,
ένα σύστημα
ελέγχου του
πόθεν έσχες
των ανώτερων
κρατικών
υπαλλήλων, μέτρα
για την πάταξη
της διαφθοράς
στις αρχές
επιβολής του
νόμου, τις
εισαγγελίες,
τις συνοριακές
υπηρεσίες και
σε άλλα
τμήματα του
δημόσιου
τομέα, καθώς
και
συγκεκριμένα
μέτρα όσον
αφορά τις
συγκρούσεις
συμφερόντων
και τις
δημόσιες
συμβάσεις. Από το 2007
μέχρι σήμερα, η
Βουλγαρία
θέσπισε ένα
ευρύ
διοικητικό
πλαίσιο και
μέτρα πρόληψης
για την πάταξη
της διαφθοράς.
Διαθέτει πλέον
εργαλεία για την
αξιολόγηση των
κινδύνων και
έχει θέσει σε
εφαρμογή συγκεκριμένες
μεθοδολογίες
σε βασικούς
τομείς, όπως οι
δηλώσεις πόθεν
έσχες και οι
συγκρούσεις
συμφερόντων.
Χάρη στις
μεταρρυθμίσεις
που
πραγματοποιήθηκαν
στη συνοριακή
αστυνομία και
στα τελωνεία, οι
ευκαιρίες διαφθοράς
περιορίστηκαν
σε ορισμένους
τομείς. Ωστόσο,
η εφαρμογή της
νομοθεσίας
παρέμεινε
αποσπασματική.
Σε ορισμένες
περιπτώσεις
σημειώθηκαν οπισθοδρομήσεις,
όπως με τον
νόμο περί
αμνηστίας του 2009[67].
Επιπλέον, δεν
δόθηκε μέχρι
τώρα συνέχεια
στη σύσταση
που απηύθυνε η
Επιτροπή να
μετατραπεί το
σύστημα επαλήθευσης
περιουσιακών
στοιχείων σε
ένα αποτελεσματικό
εργαλείο
ανίχνευσης
παράνομου
πλουτισμού[68]. Στην
ανάλυση που
εκπόνησαν
σχετικά με το
βουλγαρικό
νομικό πλαίσιο
στον τομέα της
πάταξης της
διαφθοράς, οι
εμπειρογνώμονες
στους οποίους
απευθύνθηκε η
Επιτροπή
επισήμαναν
ορισμένες
γενικές
αδυναμίες που
δεν επιτρέπουν
να επιτευχθεί
πρόοδος στον
τομέα αυτόν. Η
Βουλγαρία δεν
διαθέτει
ανεξάρτητα
θεσμικά όργανα
με εξουσίες
και υποχρέωση
υποβολής προτάσεων
και προώθησης
της δράσης
στον τομέα της
πάταξης της
διαφθοράς[69]. Το
γεγονός αυτό
περιορίζει τις
δυνατότητες
των αρχών να
αναλαμβάνουν
δράση
παρεμβαίνοντας
προδραστικά
και να
παρέχουν
ανεξάρτητη
παρακολούθηση.
Ως εκ τούτου,
πολλές
διοικητικές
αρχές στον τομέα
αυτόν τείνουν
να
αναλαμβάνουν
δράση όχι
προδραστικά
αλλά εκ των
υστέρων και να
εστιάζουν τη
δράση τους απλώς
στη τυπική
συμμόρφωση με
τη νομοθεσία. Η
απουσία
εξουσιών
επιβολής
κυρώσεων σε
ορισμένους τομείς,
καθώς και η μη
επιβολή
αποτελεσματικών
κυρώσεων ακόμα
και όταν
υπάρχουν οι
εξουσίες
αυτές, είναι
ενδεικτική των
δυσκολιών που
αντιμετωπίζει
η αλλαγή της νοοτροπίας[70]. Για να
αλλάξει η
νοοτροπία στον
αγώνα κατά της
διαφθοράς κατά
την επόμενη
περίοδο, η
Βουλγαρία θα πρέπει
να εξετάσει τη
δυνατότητα να
συγκροτήσει ένα
ανεξάρτητο
όργανο το
οποίο θα
αναλάβει τον
συντονισμό και
θα συμβάλει
στην
παρακολούθηση
των σχετικών
προσπαθειών.
Στο πλαίσιο
αυτό, θα ήταν επίσης
σκόπιμο να
εκπονηθεί
ανεξάρτητη
αξιολόγηση του
αντικτύπου που
έχει η εθνική
στρατηγική της
Βουλγαρίας όσον
αφορά την
καταπολέμηση
της διαφθοράς
και του οργανωμένου
εγκλήματος και
να χαραχθεί
μια νέα στρατηγική
με σαφέστερους
δείκτες και
στόχους αναφοράς
για τη μέτρηση
των επιδόσεων
στη βάση αυτή. Οι
ανησυχίες για
τη διαφθορά
στη Βουλγαρία
είναι ουσιαστικές:
το 96% των βουλγάρων
πολιτών
χαρακτηρίζει
τη διαφορά ως
σημαντικό πρόβλημα,
ενώ το 68% θεωρεί
ότι η
κατάσταση στον
τομέα αυτόν
παρέμεινε
αμετάβλητη ή
επιδεινώθηκε
από το 2007 μέχρι
σήμερα[71].
Η αντίληψη της
κοινής γνώμης
θα μεταβληθεί
μόνον όταν
διαπιστωθεί ότι
αναλήφθηκε
αποφασιστική
δράση για την
πάταξη της
διαφθοράς. Διαφθορά
υψηλού
επιπέδου Η στάση
των δικαστικών
και
αστυνομικών
αρχών σε υποθέσεις
διαφθοράς,
ιδίως μάλιστα
σε υποθέσεις διαφθοράς
υψηλού
επιπέδου στις
οποίες
εμπλέκονται
ανώτατοι
κρατικοί αξιωματούχοι
και πολιτικοί,
βρέθηκε στο
επίκεντρο της
προσοχής του
ΜΣΕ από το 2007
μέχρι σήμερα. Η
Βουλγαρία έχει
αναπτύξει
εξειδίκευση
στον τομέα
αυτόν. Ανταποκρινόμενη
σε συστάσεις
που απηύθυνε η
Επιτροπή[72], το 2009 η
Βουλγαρία
συγκρότησε
μεικτή ομάδα
για τη διερεύνηση
και δίωξη της
απάτης με
κονδύλια της ΕΕ
και ενίσχυσε
το νομικό της
πλαίσιο[73].
Ορισμένες
άλλες
υποθέσεις
διαφθοράς
υψηλού επιπέδου
διερευνήθηκαν
από μεικτές
ομάδες που
εξειδικεύονται
στο οργανωμένο
έγκλημα, οι
οποίες συγκροτήθηκαν
την ίδια
περίοδο. Σε
συνέχεια
περαιτέρω
συστάσεων που
διατυπώθηκαν
στις εκθέσεις
του ΜΣΕ[74],
το 2012 η Βουλγαρία
συγκρότησε
ειδική μεικτή
ομάδα με
αντικείμενο τη
διαφθορά
υψηλού
επιπέδου και
προέβη σε
αναδιοργάνωση
της μεικτής
ομάδας για την απάτη
με κονδύλια
της ΕΕ, διευρύνοντας
την εντολή της
σε ορισμένους
άλλους τομείς
απάτης με
δημόσια
κονδύλια. Οι
επιδόσεις
αυτών των
εξειδικευμένων
ομάδων είναι
ανάμεικτες.
Παρόλο που η
συγκρότηση της
μεικτής ομάδας
για την απάτη
με κονδύλια
της ΕΕ είχε αρχικά
ως αποτέλεσμα
την αύξηση των
υποθέσεων για
τις οποίες
ασκήθηκαν
διώξεις, ο αριθμός
των σχετικών
υποθέσεων
μειώθηκε και
πάλι το 2011[75],
ενώ οι
υποθέσεις
αυτές ήταν στη
συντριπτική
τους
πλειονότητα
ελάσσονος
σημασίας.
Επιπλέον, η ανάλυση
της Επιτροπής
εντόπισε
μεγάλο αριθμό
ανεξήγητων απορρίψεων
αγωγών και μη
τελεσιδικίας
υποθέσεων[76]. Οι
επιδόσεις του
συστήματος
απονομής
δικαιοσύνης
όσον αφορά
άλλες
υποθέσεις
διαφθοράς
δείχνουν μια
παρόμοια
εικόνα: ο
αριθμός των
υποθέσεων αυξήθηκε
μεν το 2009 και το 2010,
όμως το 2011
σημείωσε
σημαντική μείωση[77].
Επιπλέον,
ελάχιστες
υποθέσεις
διαφθοράς
υψηλού επιπέδου
καταλήγουν στα
δικαστήρια,
ενώ η εκδίκαση
πολλών από
αυτές προχωρά
με ιδιαίτερα
βραδείς ρυθμούς
και εκδίδεται
δυσανάλογα
υψηλός αριθμός
αθωωτικών
αποφάσεων[78]. Η
απόκριση του
δικαστικού
συστήματος
όσον αφορά τη
διερεύνηση
καταγγελιών
για διαφθορά
και κατάχρηση
εξουσίας από
δικαστικούς λειτουργούς
υπήρξε
ιδιαίτερα
ασθενής[79]. Στο
πλαίσιο αυτό,
ιδιαίτερη
ανησυχία
προκαλούν οι
ατέρμονες
καθυστερήσεις
και αναβολές
που σημειώθηκαν
σε επίπεδο
εφετείου σε
δύο ιδιαίτερα
προβεβλημένες
υποθέσεις
απάτης με
κονδύλια της
ΕΕ, στις οποίες
είχαν
επιβληθεί πρωτοδίκως
μακρόχρονες
ποινές φυλάκισης
τον Μάρτιο και
τον Οκτώβριο
του 2010. Δεν
δόθηκαν ικανοποιητικές
εξηγήσεις για
τη μη
αξιοποίηση από
το δικαστήριο
των δικονομικών
μέσων που είχε
στη διάθεσή
του για την επιτάχυνση
της εκδίκασης
αυτών των
προβεβλημένων
υποθέσεων[80]. Τα
απογοητευτικά
αποτελέσματα
που
σημειώθηκαν τόσο
κατά το
προδικαστικό
όσο και κατά το
δικαστικό
στάδιο σε
υποθέσεις
διαφθοράς
υψηλού επιπέδου
μπορούν να
αποδοθούν σε
μεγάλο βαθμό
σε συστηματικές
αδυναμίες οι
οποίες
επηρεάζουν την
αποτελεσματικότητα
του δικαστικού
συστήματος σε
άλλους τομείς –
όπως το νομικό
πλαίσιο, η
νομολογία και
η πρακτική που
ακολουθούν οι
εισαγγελίες
και οι αρχές διοικητικού
ελέγχου. Οι
τομείς αυτοί
προσδιορίστηκαν
από την Επιτροπή
το 2011[81]
και σε μεγάλο
βαθμό
συμπίπτουν
επίσης με
ανάλυση που
διενήργησαν οι
εισαγγελικές
υπηρεσίες το 2012.
Το γεγονός ότι
η Εισαγγελία
έθεσε σε
εφαρμογή διορθωτικά
μέτρα[82]
δείχνει ότι το
δικαστικό σώμα
συνειδητοποιεί
όλο και
περισσότερο
ότι θα χρειαστούν
ουσιαστικές
αλλαγές στην
επαγγελματική
πρακτική και
οργάνωση
προκειμένου να
βελτιωθούν οι
επιδόσεις της
Βουλγαρίας
στην πάταξη
της διαφθοράς
υψηλού
επιπέδου. Τα μέτρα
αυτά θα πρέπει
να εγγράφονται
στην ευρύτερη
νομική και
θεσμική
προσπάθεια που
καταβάλλει η
Βουλγαρία για
να βελτιώσει
τον τρόπο εκδίκασης
των υποθέσεων
διαφθοράς,
σύμφωνα με τις συστάσεις
που διατύπωσε
ο ΜΣΕ το 2011[83].
Προς τον σκοπό
αυτόν, θα
πρέπει να
αναληφθεί συντονισμένη
δράση σε πολλούς
τομείς. Πρώτον,
η Βουλγαρία θα
πρέπει να εξετάσει
τη δυνατότητα
τροποποιήσεων
στη νομοθεσία ώστε
να διευκολύνει
τη δίωξη των
αδικημάτων
διαφθοράς από
τις δικαστικές
αρχές[84].
Δεύτερον, οι
αρχές που
ασκούν τον
διοικητικό έλεγχο
θα πρέπει να
υιοθετήσουν προδραστική
στάση για τον
εντοπισμό
υποθέσεων και
αποτελεσματικών
μέσων
συνεργασίας με
τις δικαστικές
αρχές. Τρίτον,
οι ανακριτές
της αστυνομίας
και οι
εισαγγελείς θα
πρέπει να
αναπτύξουν τις
αναγκαίες
δυνατότητες
για την
ανάλυση
περίπλοκων
οικονομικών
και χρηματοπιστωτικών
δεδομένων.
Τέλος, οι
εισαγγελικές
αρχές θα
πρέπει επίσης
να είναι σε
θέση να προγραμματίζουν
και να
κατευθύνουν
κατάλληλα περίπλοκες
έρευνες,
εξασφαλίζοντας
την επιτυχή
έκβασή τους,
ενώ το
δικαστικό
σύστημα θα
πρέπει να βελτιώσει
την ικανότητα
των δικαστών
να εκτιμούν τα
οικονομικά και
χρηματοπιστωτικά
αποδεικτικά
στοιχεία, να
ευθυγραμμίζουν
τη νομολογία
και να
ενθαρρύνουν
την επιβολή
αποτρεπτικών
κυρώσεων μέσω
αναψηλάφησης
υποθέσεων. Στο
πλαίσιο αυτό,
θα είναι
σημαντική η
ανάπτυξη
στενής επιχειρησιακής
συνεργασίας με
την
εξειδικευμένη
μεικτή ομάδα
κατά της
διαφθοράς και
με την ειδική
εισαγγελία για
το οργανωμένο
έγκλημα. Παρά τα
διάφορα νομικά
και δικονομικά
μέσα που έχουν
αναπτυχθεί για
την
αντιμετώπιση
της διαφθοράς
υψηλού
επιπέδου, οι δυσκολίες
που διαρκώς
παρουσιάζει η
εκδίκαση τέτοιων
υποθέσεων
δημιουργούν
ερωτηματικά
σχετικά με τις
ικανότητες και
την
αποφασιστικότητα
του δικαστικού
σώματος. Στις
υποθέσεις
διαφθοράς υψηλού
επιπέδου
εμπλέκονται
κατά κανόνα
δημόσια πρόσωπα
με μεγάλη επιρροή
και, ως εκ
τούτου,
τέτοιες
υποθέσεις
αποτελούν τη
λυδία λίθο για
την ικανότητα
και την
ανεξαρτησία
του
βουλγαρικού
δικαστικού
συστήματος.
Δεδομένου ότι
η διαφθορά και
το οργανωμένο
έγκλημα είναι
συχνά
αλληλένδετα, η
διενέργεια
λεπτομερών χρηματοοικονομικών
ερευνών
αποτελεί
σημαντική
συνιστώσα κάθε
έρευνας στον
τομέα αυτόν,
και μάλιστα
όταν πρόκειται
για την
αποκάλυψη της
διαπλοκής
μεταξύ οργανωμένου
εγκλήματος και
πολιτικής. Οι
πτυχές αυτές δεν
έχουν τύχει
της δέουσας
προσοχής στη
Βουλγαρία. Θα
είναι επίσης
σημαντικό να
υπάρξει στενή
συνεργασία με
την επιτροπή
δήμευσης
περιουσιακών
στοιχείων και με
άλλες αρχές
διοικητικού
ελέγχου ώστε
οι διώξεις σε
υποθέσεις
διαφθοράς
υψηλού
επιπέδου να
ευδοκιμούν και
να έχουν
αποτρεπτικά
αποτελέσματα. Διαφθορά
στη δημόσια
διοίκηση Οι
προσπάθειες
που
καταβάλλουν τα
όργανα επιβολής
του νόμου για
την πάταξη της
διαφθοράς θα
πρέπει να
συμπληρώνονται
με
αποτελεσματική
διοικητική
δράση για τον
εντοπισμό
παραβάσεων,
την επιβολή
κυρώσεων και
τη θέσπιση
προληπτικών
μέτρων. Από το 2007
μέχρι σήμερα, η
Βουλγαρία
δημιούργησε
ένα ευρύ διοικητικό
πλαίσιο στον
τομέα αυτόν.
Συγκεκριμένα,
για τον
συντονισμό της
καταπολέμησης
της διαφθοράς
η Βουλγαρία
συγκρότησε
φορέα υψηλού
επιπέδου ο
οποίος
υπάγεται στο
υπουργικό
συμβούλιο και έχει
αναλάβει την
εποπτεία της
εφαρμογής της
στρατηγικής και
των σχεδίων
δράσης της
Βουλγαρίας
στον τομέα αυτόν.
Το 2010,
συγκροτήθηκαν
δύο νέα
διοικητικά
όργανα: μια
επιτροπή για
την πρόληψη
της σύγκρουσης
συμφερόντων
και ένας
οριζόντιος
φορέας για την
προώθηση της
καταπολέμησης
της διαφθοράς.
Πέραν τούτων,
ανατέθηκε στις
διοικητικές
επιθεωρήσεις
που λειτουργούν
σε κάθε κλάδο
της δημόσιας
διοίκησης να
αναπτύξουν και
να
παρακολουθούν
τις
δραστηριότητες
πρόληψης και
τα εργαλεία
αξιολόγησης
του κινδύνου
και, εν ανάγκη,
να επιβάλλουν
διοικητικές
κυρώσεις. Το
πλαίσιο αυτό
συμπληρώνεται
από το Γενικό
Λογιστήριο του
Κράτους, το
οποίο έχει
αναλάβει τον
έλεγχο του πόθεν
έσχες των
δημοσίων
υπαλλήλων. Με τη
βοήθεια αυτού
του ευρέος
διοικητικού
πλαισίου, η
Βουλγαρία
σημείωσε μια
σειρά
επιτυχιών στην
πρόληψη και
την πάταξη της διαφθοράς
από το 2007 μέχρι
σήμερα.
Εργαλεία
αξιολόγησης
του κινδύνου
και
δεοντολογικοί
κώδικες έχουν
αναπτυχθεί και
εφαρμόζονται
στους
περισσότερους
τομείς της
δημόσιας
διοίκησης,
θεσπίσθηκε σύστημα
για την
υποβολή
τακτικών
δηλώσεων για
τις
συγκρούσεις συμφερόντων,
το ασυμβίβαστο
και το πόθεν
έσχες των
δημοσίων
υπαλλήλων, ενώ
ορισμένα
θεσμικά
όργανα, όπως τα
τελωνεία, οι
φορολογικές
αρχές και η
συνοριακή
αστυνομία
πραγματοποίησαν
διαρθρωτική μεταρρύθμιση,
δίνοντας
ιδιαίτερη
έμφαση στην
ακεραιότητα
και την
πρόληψη της
διαφθοράς. Ωστόσο,
παραμένουν
επίσης
ορισμένες
σημαντικές ανεπάρκειες
τις όποιες θα
πρέπει να
αντιμετωπίσει
η Βουλγαρία
προκειμένου να
πραγματοποιήσει
πρόοδο
αποθαρρύνοντας
τη διαφθορά
και αυξάνοντας
την
εμπιστοσύνη
των βουλγάρων
πολιτών προς
τα κρατικά
όργανα. Το
σύστημα ελέγχου
περιουσιακών
στοιχείων, στο
πλαίσιο του
οποίου το
Γενικό
Λογιστήριο του
Κράτους
συλλέγει και δημοσιεύει
τις δηλώσεις
πόθεν έσχες,
συμβάλλει σημαντικά
στην επίτευξη
διαφάνειας,
όμως η
επαλήθευση των
δηλώσεων αυτών
χωλαίνει και
το σύστημα δεν
προσφέρει
καμία
δυνατότητα ανίχνευσης
του παράνομου
πλουτισμού.
Λίγες είναι οι
υποθέσεις που
έχουν
αναφερθεί κατά
τις οποίες
άλλα κρατικά
όργανα έδωσαν
συγκεκριμένη
συνέχεια σε
περιπτώσεις
αντιφάσεων που
εντοπίστηκαν
σε τέτοιες
δηλώσεις[85]. Δεν
λήφθηκαν υπόψη
οι συστάσεις
της Επιτροπής
να
συμπεριληφθεί
η εξακρίβωση
των δηλώσεων
πόθεν έσχες
στον νέο νόμο
για τη δήμευση
περιουσιακών στοιχείων[86]. Το
γεγονός ότι
λίγες από τις
υποθέσεις
αυτές διερευνώνται
υποδηλώνει
σαφώς την
ύπαρξη νομικού
κενού, και θα
πρέπει να
ανατεθούν
ρητώς ευθύνες
σε μέρος του
διοικητικού
μηχανισμού για
την λήψη προδραστικών
μέσων με σκοπό
τη δίωξη του
παράνομου
πλουτισμού. Το 2009, η
Βουλγαρία
θέσπισε νέο
νόμο για τη
σύγκρουση
συμφερόντων
και συγκρότησε
διοικητικό φορέα
επιφορτισμένο
με τον
εντοπισμό και
την επιβολή
κυρώσεων σε
περιπτώσεις
σύγκρουσης
συμφερόντων[87]. Η
σύσταση
ειδικής
επιτροπής για
τον εντοπισμό
περιπτώσεων
σύγκρουσης
συμφερόντων
και την επιβολή
κυρώσεων είχε
ως αποτέλεσμα
την
εντυπωσιακή
αύξηση των
καταγγελιών
του κοινού για
σύγκρουση
συμφερόντων,
καθώς και την
έκδοση
ορισμένων
αποφάσεων
σχετικά, όμως
μόνο μία
υπόθεση έχει
τελεσιδικήσει
μέχρι τώρα[88]. Η
αξιολόγηση των
πρώτων 15 μηνών
λειτουργίας
της εν λόγω επιτροπής
περιγράφει
έναν νέο φορέα
ο οποίος
ανταποκρίθηκε
στην πρόκληση
και έσπευσε να
αναλάβει δράση,
αν και μέχρι
τώρα δεν έχει
κατορθώσει να
αποδείξει την
αξία του με
πειστικές
καταδικαστικές
αποφάσεις σε
σημαντικές
υποθέσεις[89].
Ανακύπτουν
επίσης
ερωτηματικά
όσον αφορά την
αποτελεσματικότητα
του νόμου για
τις
συγκρούσεις
συμφερόντων.
Προσφυγές κατά
των αποφάσεων
της ειδικής
επιτροπής
μπορούν να ασκηθούν
σε δύο βαθμούς
δικαιοδοσίας
ενώπιον των δικαστηρίων,
ενώ προσφυγή
κατά κάθε
μεταγενέστερης
διοικητικής κύρωσης
μπορεί επίσης
να ασκηθεί σε
δύο βαθμούς
δικαιοδοσίας.
Ως αποτέλεσμα
αυτής της
επαχθούς διαδικασίας
σε δύο επίπεδα,
η ειδική
επιτροπή
μπόρεσε να
εκδώσει μέχρι
τώρα μόλις
πέντε
αποφάσεις ποινικού
χαρακτήρα[90]. Η
ειδική
επιτροπή θα
πρέπει να
αποδείξει την
ικανότητά της
να εκδίδει τις
κατάλληλες
αποφάσεις σε
ευαίσθητες
υποθέσεις. Οι
συστάσεις που
διατύπωσε η
ειδική
επιτροπή να
εφαρμόζονται
οι κανόνες για
τη σύγκρουση
συμφερόντων
στις ατομικές
συμβάσεις
εργασίας, δεν
έχουν ληφθεί
υπόψη[91]. Η
Βουλγαρία
εφαρμόζει μια
μεθοδολογία
για την
εκτίμηση του
κινδύνου διαφθοράς
σε ολόκληρη
την
εκτελεστική
εξουσία με ευθύνη
της Γενικής
Επιθεώρησης
του υπουργικού
συμβουλίου. Η
μεθοδολογία
αυτή μπορεί να
θεωρηθεί χρήσιμο
εργαλείο για
την πρόληψη
της διαφθοράς.
Ωστόσο, η εφαρμογή
της δεν είναι
υποχρεωτική
και οι
δυνατότητες της
Γενικής
Επιθεώρησης να
δίνει συνέχεια
όσον αφορά την
εφαρμογή των
αποφάσεων
είναι
περιορισμένες.
Επιπλέον, η
εκτίμηση του
κινδύνου
διαφθοράς
είναι
υποχρεωτική
μόνο για την
εκτελεστική
εξουσία[92],
και δεν έχουν
επιβληθεί
πειθαρχικές
κυρώσεις μέχρι
τώρα σε
υποθέσεις στις
οποίες δεν
έγιναν
σεβαστές οι απαιτήσεις.
Συγκροτήθηκε
νέος φορέας
για την εκτίμηση
των κινδύνων
διαφθοράς σε
ολόκληρο το
βουλγαρικό
θεσμικό
πλαίσιο («Borkor»), όμως
δεν έχει ακόμα
αρχίσει να
λειτουργεί.
Για να έχει
προστιθέμενη
αξία, ο φορέας
αυτός θα
πρέπει να
καταστεί ένα
ισχυρό κεντρικό
όργανο
συντονισμού
των
προσπαθειών
κατά της διαφθοράς,
να διαθέτει
εξουσίες
αξιολόγησης
των σχεδίων
των άλλων
οργάνων, να
προβαίνει σε
εκτιμήσεις
κινδύνου όσον
αφορά τις
δηλώσεις
απουσίας
σύγκρουσης συμφερόντων
ή να
λειτουργεί ως
Γραμματεία για
μια ανεξάρτητη
διαδικασία
παρακολούθησης. Δημόσιες
συμβάσεις Οι
αδυναμίες που
χαρακτηρίζουν
την εφαρμογή
της νομοθεσίας
περί δημοσίων
συμβάσεων
συνιστούν σημαντική
πηγή
διαφθοράς.
Υπονομεύουν
επίσης την
αποτελεσματική
χρήση των
κονδυλίων της
ΕΕ και γενικά
έχουν ως
αποτέλεσμα τη
μείωση της
ποιότητας στην
παροχή
δημόσιων
αγαθών και την
κατασπατάληση
δημοσίων
πόρων. Οι
λογιστικοί
έλεγχοι και οι
αξιολογήσεις
που διενήργησαν
διάφορες
υπηρεσίες της
Επιτροπής
εντόπισαν ουσιαστικούς
κινδύνους και
ανεπάρκειες
στον τομέα
αυτόν. Από το 2007
και μετά, η
Βουλγαρία
κατέβαλε
προσπάθειες
για να
βελτιώσει το
νομικό της
πλαίσιο και τη
διοικητική της
δράση στον
τομέα των
δημοσίων συμβάσεων.
Η Βουλγαρία
μεταρρύθμισε
τη νομοθεσία
της περί
δημοσίων
συμβάσεων με
σκοπό να την
απλουστεύσει και
να ενισχύσει
ορισμένες
κατηγορίες
διοικητικών
ελέγχων, ώστε
να συμμορφωθεί
με τις
συστάσεις της
Επιτροπής[93]. Η Δημόσια
Υπηρεσία
Χρηματοπιστωτικών
Ελέγχων (PFIA) και
το Ελεγκτικό
Συνέδριο
εξουσιοδοτήθηκαν
να διενεργούν
αυτεπάγγελτους
ελέγχους και
διευρύνθηκε η
απαίτηση όσον
αφορά την
υποχρέωση του
Οργανισμού
Δημοσίων
Συμβάσεων να
ελέγχει τις
προκηρύξεις
διαγωνισμών
πριν τη
δημοσίευσή
τους. Καταβλήθηκαν
προσπάθειες
για τη
βελτίωση της
εμπειρογνωσίας
του δικαστικού
σώματος,
μεταξύ άλλων
μέσω της
εξειδίκευσής
του. Ωστόσο,
οι προσπάθειες
αυτές δεν
έχουν αποδώσει
ακόμη τα
αναμενόμενα
αποτελέσματα.
Ο αριθμός των καταγγελιών
που λαμβάνει η
Επιτροπή όσον
αφορά το σύστημα
δημοσίων
συμβάσεων της
Βουλγαρίας
αυξάνεται
διαρκώς[94],
ενώ
διαπιστώνονται
σαφή κρούσματα
σοβαρών παραβάσεων
των κανόνων
της ΕΕ περί
δημοσίων
συμβάσεων.
Παρά τις
προσλήψεις
πρόσθετου
προσωπικού που
πραγματοποιήθηκαν
εφέτος[95],
οι πόροι που
διατίθενται
για να
διευκολυνθεί
το έργο των
αναθετουσών
αρχών παραμένουν
ανεπαρκείς. Θα
είναι
σημαντικό να
θέσει αποτελεσματικά
σε εφαρμογή η
Βουλγαρία νέες
διαδικασίες
ελέγχου. Η
παροχή στον
Οργανισμό Δημοσίων
Συμβάσεων του
δικαιώματος να
διενεργεί
αυτεπάγγελτους
ελέγχους
θα έστελνε ένα
σημαντικό
μήνυμα ότι
αναμένεται από
όλους τους
ελεγκτικούς
φορείς να
ακολουθήσουν
μια
περισσότερο
προδραστική προσέγγιση
με κριτήριο
τον κίνδυνο. III. Τα
επόμενα βήματα Από την
αξιολόγηση της
Επιτροπής
προκύπτει ότι
η Βουλγαρία
σημείωσε πρόοδο
κατά την
πενταετία που
ακολούθησε την
προσχώρησή της
στην ΕΕ. Ο ΜΣΕ
συνέβαλε
θετικά στην
πρόοδο αυτή. Η
Επιτροπή
θεωρεί ότι η
Βουλγαρία
οδεύει προς
την επίτευξη
των στόχων του
ΜΣΕ, εφόσον
επιταχύνει τη
διαδικασία των
μεταρρυθμίσεων.
Για την εμβάθυνση
των
μεταρρυθμίσεων
θα χρειασθεί
να ενστερνιστούν
σε ακόμα
μεγαλύτερο
βαθμό τις
μεταρρυθμίσεις
αυτές όλοι οι
φορείς, ιδίως
μάλιστα η
ηγεσία του δικαστικού
σώματος. Θα
χρειασθεί οι
δημόσιες αρχές
να
ακολουθήσουν
μια σαφή κοινή
κατεύθυνση και
μια συνολική
προσέγγιση για
την εφαρμογή
των αλλαγών,
συντονίζοντας
το έργο των
διαφόρων
οργάνων
περισσότερο
αποτελεσματικά
από ό,τι στο
παρελθόν. Προς
τον σκοπό αυτόν,
οι βουλγαρικές
αρχές θα
πρέπει να
καταβάλουν
εντονότερες
προσπάθειες
για να
αποδείξουν ότι
ενδιαφέρονται
πραγματικά για
την
ακεραιότητα
και ότι η
διαφθορά και
το οργανωμένο
έγκλημα
τιμωρούνται
αποτελεσματικά.
Ο ΜΣΕ θα πρέπει
να συνεχίσει
να λειτουργεί
προκειμένου να
παρέχει
στήριξη στις
προσπάθειες
αυτές και να
συμβάλει στη
διατήρηση της
δυναμικής των
αλλαγών προς
μια
διατηρήσιμη
και μη
αναστρέψιμη
διαδικασία –
μια διαδικασία
που θα είναι
αρκετά ισχυρή ώστε
να μην είναι
πλέον αναγκαία
η εξωτερική
παρέμβαση του
ΜΣΕ. Η
πενταετία που
πέρασε έδειξε
ότι η
Βουλγαρία μπορεί
να καταγάγει
σημαντικές
επιτυχίες όταν
διαθέτει σαφή
πολιτική
κατεύθυνση.
Έχει ήδη
θεσπίσει πολλά
από τα
αναγκαία
εργαλεία. Η
επόμενη φάση θα
είναι να
αξιοποιήσει τα
εργαλεία αυτά
ώστε να προωθήσει
και να
εφαρμόσει τις
μεταρρυθμίσεις,
γεγονός που θα
επισπεύσει την
εκπλήρωση των
απαιτήσεων του
ΜΣΕ και θα
αποδείξει τη
δέσμευσή της
χώρας έναντι
του
βουλγαρικού
λαού. Ο χώρος
ελευθερίας,
ασφάλειας και
δικαιοσύνης
συνεπάγεται
υποχρεώσεις
αλλά και
ευκαιρίες για
όλα τα κράτη
μέλη, και η
Επιτροπή ελπίζει
ότι η
Βουλγαρία θα
ολοκληρώσει
αυτή την ιδιαίτερη
διαδικασία του
ΜΣΕ και θα
αντιμετωπίσει
τα ζητήματα
αυτά, όπως
ακριβώς και τα
άλλα κράτη
μέλη. Αναγνωρίζοντας
ότι η
Βουλγαρία
χρειάζεται
πλέον να
εφαρμόσει αυτά
που
αποφασίστηκαν,
αποφεύγοντας
οπισθοδρομήσεις
και
επιτυγχάνοντας
ικανοποιητικές
επιδόσεις, η Επιτροπή
αποφάσισε να
εκπονήσει την
επόμενη αξιολόγησή
της στο τέλος
του 2013. Θα
υπάρξει έτσι
το χρονικό
περιθώριο για
την αξιολόγηση
των
συγκεκριμένων
αποτελεσμάτων.
Η Επιτροπή θα
θέσει επίσης
τέλος στην
πρακτική της
έκδοσης
ενδιάμεσων
εκθέσεων επισκόπησης
της
κατάστασης. Ωστόσο, θα
παρακολουθεί
επίσης εκ του
σύνεγγυς την
πρόοδο που
επιτελείται
κατά την
περίοδο αυτή, με
τακτικές
αποστολές,
καθώς και με
συχνό διάλογο
με τις
βουλγαρικές
αρχές και με
άλλα κράτη
μέλη. IV.
Συστάσεις Για να
διατηρηθεί η
πρόοδος, η
Επιτροπή καλεί
τη Βουλγαρία
να αναλάβει
δράση στους
ακόλουθους
τομείς, βάσει
των συστάσεων
που διατυπώνονται
με σκοπό να
βοηθηθεί η
χώρα να επικεντρώσει
τις
προσπάθειές
της ώστε να
προετοιμαστεί
για την
επόμενη
αξιολόγηση
προόδου που θα
εκπονήσει η
Επιτροπή στο
πλαίσιο του
ΜΣΕ στο τέλος
του 2013. 1. Μεταρρύθμιση
του δικαστικού
συστήματος –
Να
ανανεωθεί το
Ανώτατο
Δικαστικό
Συμβούλιο με
εντολή να
πραγματοποιήσει
ριζική
μεταρρύθμιση. –
Να
χαραχθεί και
να τεθεί σε
εφαρμογή
μεσοπρόθεσμη
στρατηγική
ανθρώπινων πόρων
για το
δικαστικό
σώμα, με βάση
ανάλυση των αναγκών
και του φόρτου
εργασίας,
λαμβάνοντας
υπόψη τις
αλλαγές στη
διάρθρωση των
δικαστηρίων,
τις προσλήψεις
και την
κατάρτιση. –
Να δοθεί
εντολή στον
νέο Γενικό
Εισαγγελέα να
προβεί στη
μεταρρύθμιση
της διάρθρωσης,
των
διαδικασιών
και της
οργάνωσης των
εισαγγελικών
αρχών βάσει
ανεξάρτητου
λειτουργικού ελέγχου
και σε
συνεργασία με
εξωτερικούς
εμπειρογνώμονες. –
Να
ορισθεί
καταληκτική
ημερομηνία για
την ολοκλήρωση
των εργασιών
για τον νέο
ποινικό κώδικα
και για τη θέση
του σε
εφαρμογή. –
Να ληφθεί
μέριμνα για
την ανοικτή
συμμετοχή όλων
των σημαντικών
ΜΚΟ και
επαγγελματικών
ενώσεων για τη
χάραξη και την
παρακολούθηση
στρατηγικών για
τη
μεταρρύθμιση. 2. Ανεξαρτησία,
λογοδοσία και
ακεραιότητα
του δικαστικού
σώματος –
Να εστιαστεί
το έργο της
επιθεώρησης
στην ακεραιότητα
και την
αποτελεσματικότητα
της
Δικαιοσύνης. Να
θεσπισθεί ένα
ενιαίο,
αποτελεσματικό
σύστημα τυχαίας
ανάθεσης των
υποθέσεων το
οποίο θα εφαρμόζεται
σε ολόκληρη τη
χώρα. –
Να
εξασφαλισθεί
ότι η εκλογή
του Γενικού
Εισαγγελέα θα
αποτελέσει
πρότυπο
διαφανούς, ανταγωνιστικής
διαδικασίας
βάσει των
κριτηρίων της
ακεραιότητας
και της
αποτελεσματικότητας.
–
Να δοθεί
απόλυτη
προτεραιότητα
στη διαφάνεια,
την
αντικειμενικότητα
και την
ακεραιότητα
στις αξιολογήσεις,
τις προαγωγές,
τους
διορισμούς και
τις
πειθαρχικές
αποφάσεις για
το δικαστικό
σώμα. 3. Αποτελεσματικότητα
της δικαστικής
διαδικασίας –
Να
χαραχθεί
στρατηγική για
τη μείωση του
όγκου των
συσσωρευμένων
σκεπτικών
δικαστικών
αποφάσεων των
οποίων η
δημοσίευση
καθυστερεί και
να εξετασθούν
τρόποι για την
αντιμετώπιση του
προβλήματος. –
Να
καλυφθούν τα
νομικά κενά
που δεν
επιτρέπουν την
αποτελεσματική
εφαρμογή
δικαστικών
αποφάσεων,
όπως η διαφυγή καταζητούμενων
με σκοπό την
αποφυγή της
έκτισης της
ποινής τους, ή η
μη επιβολή
οικονομικών
κυρώσεων που
προβλέπονται
σε δικαστικές
αποφάσεις. –
Χάραξη
στρατηγικής
για τη
βελτίωση της
συνοχής της
νομοθεσίας,
συμπεριλαμβανομένης
μιας προδραστικής
στρατηγικής
του Ανωτάτου
Ακυρωτικού Δικαστηρίου
για τον
προσδιορισμό
των τομέων
στους οποίους
παρατηρούνται
αναντιστοιχίες
μεταξύ νομικών
πράξεων και
για τη λήψη
αποφάσεων
σχετικά. 4. Καταπολέμηση
του
οργανωμένου
εγκλήματος –
Να ληφθεί
μέριμνα ώστε,
αφενός, η νέα
επιτροπή δήμευσης
περιουσιακών
στοιχείων να
διορισθεί με
κριτήρια
ακεραιότητας
και να
εξασφαλισθεί η
πλήρης
συνεργασία
μεταξύ αυτής
και των άλλων
αρχών, ιδίως
μάλιστα των
εισαγγελικών
αρχών, και,
αφετέρου, το
Ανώτατο Ακυρωτικό
Δικαστήριο να
εκδίδει
γρήγορα
αποφάσεις
ώστε, εάν
χρειασθεί, να
διαφυλάσσει
τις εξουσίες
της εν λόγω
επιτροπής. –
Να
διενεργείται
ανεξάρτητη
ανάλυση των
αποτυχιών σε
συγκεκριμένες
υποθέσεις, στο
πλαίσιο της οποίας
να εξετάζονται
αδυναμίες,
τόσο στην
έρευνα όσο και
στη δίωξη,
συμπεριλαμβανομένης
της προστασίας
μαρτύρων, της
οικονομικής
και
χρηματοπιστωτικής
ανάλυσης, της
συλλογής
αποδεικτικών
στοιχείων από
την αστυνομία
και της
συνεργασίας
μεταξύ της
δικαστικής και
της
εκτελεστικής
εξουσίας. –
Στη βάση
αυτή, να
αντιμετωπισθούν
οι ανεπάρκειες
που
εντοπίζονται
στη διάρθρωση,
τη διαχείριση,
τη στελέχωση,
την κατάρτιση,
τη συνεργασία
και την
επαγγελματική
πρακτική. 5. Καταπολέμηση
της διαφθοράς –
Να
αξιοποιηθεί η
πείρα που
συγκεντρώθηκε
από προηγούμενες
υποθέσεις για
τη βελτίωση
των επιδόσεων
των
αστυνομικών,
των
εισαγγελικών
και των δικαστικών
αρχών. –
Να
διενεργηθεί
ανεξάρτητη
αξιολόγηση του
αντικτύπου της
εθνικής
στρατηγικής
της Βουλγαρίας
για την
καταπολέμηση
της διαφθοράς.
Να ανατεθεί σε
ενιαίο φορέα
το καθήκον να συντονίζει
την
καταπολέμηση
της διαφθοράς
και τις
προσπάθειες
που
καταβάλλονται
σε διάφορους τομείς,
να υποβάλλει
εκθέσεις για
τα
αποτελέσματα
της
στρατηγικής κατά
της διαφθοράς
όπως
εφαρμόζεται σε
όλους τους
δημόσιους
φορείς και να
στηρίζει το
νέο ανεξάρτητο
σύστημα
παρακολούθησης
με συμμετοχή
και της κοινωνίας
των πολιτών. –
Να
τροποποιηθεί η
νομοθεσία
σχετικά με τις
συγκρούσεις
συμφερόντων
ώστε να
καταστεί δυνατή
η
αποτελεσματική
επιβολή
αποτρεπτικών
κυρώσεων. Να
επανεξετασθεί
το σύστημα των
δηλώσεων και
του ελέγχου
πόθεν έσχες
ώστε να
μετατραπεί σε
αποτελεσματικό
εργαλείο για
τον εντοπισμό
παράνομου
πλουτισμού. [1] Συμπεράσματα
του Συμβουλίου
των Υπουργών
της 17ης
Οκτωβρίου 2006 (13339/06)·
απόφαση της
Επιτροπής, της
13ης Δεκεμβρίου
2006, για τη
θέσπιση
μηχανισμού για
τη συνεργασία
και τον έλεγχο
της προόδου
στη Βουλγαρία
όσον αφορά την
επίτευξη των
ειδικών στόχων
αναφοράς στους
τομείς της
δικαστικής
μεταρρύθμισης
και της
καταπολέμησης
της διαφθοράς
και του οργανωμένου
εγκλήματος (C (2006) 6570
τελικό). [2] Επίσης
προέβλεπε τη
δυνατότητα
θέσπισης
μηχανισμού
διασφάλισης,
αλλά έως τώρα
δεν χρειάστηκε
να γίνει
επίκληση της
συγκεκριμένης
διάταξης. [3] Τα
συμπεράσματα
του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου,
της 28ης και 29ης
Ιουνίου,
περιλαμβάνουν
δέσμευση της
ΕΕ, στο πλαίσιο
του Συμφώνου
για την
Ανάπτυξη και
την
Απασχόληση, να
αντιμετωπίσει
καθυστερήσεις
οι οποίες
παρατηρούνται
σε σχέση με τα
συστήματα
απονομής
δικαιοσύνης
στο πλαίσιο του
εκσυγχρονισμού
των δημόσιων
διοικήσεων
(Συμπεράσματα
του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου της
29ης Ιουνίου 2012, σ. 8). [4] Σφυγμομέτρηση
του Έκτακτου
Ευρωβαρόμετρου
που διενεργήθηκε
από την
Επιτροπή στη Βουλγαρία
τον Μάιο του 2012
(Έκτακτο
Ευρωβαρόμετρο
351 «Ο μηχανισμός συνεργασίας
και ελέγχου
για τη
Βουλγαρία και
τη Ρουμανία», βλ.: http://ec.europa.eu/public_opinion/index_en.htm
). [5] Έκτακτο
Ευρωβαρόμετρο
351. [6] Τα σημεία
αναφοράς
περιλαμβάνουν
τις εργασίες του
Συμβουλίου της
Ευρώπης, του
ΟΟΣΑ και
ειδικευμένων
οργανισμών του
ΟΗΕ. [7] Το 2012
συμμετείχαν
εμπειρογνώμονες
υψηλού
επιπέδου από
τη Γαλλία, τη
Γερμανία, την
Ιρλανδία, την
Πολωνία, την
Ισπανία, τη Σλοβενία
και το Ηνωμένο
Βασίλειο. [8] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 36. [9] Τα
συμπεράσματα
αυτά
ενισχύονται
από τις απόψεις
που εκφράζουν
οι πολίτες: το 71%
των
ερωτηθέντων σε
δημοσκόπηση
που
πραγματοποίησε
το Έκτακτο
Ευρωβαρόμετρο
στη Βουλγαρία
απάντησε ότι η
δράση της ΕΕ
μέσω του ΜΣΕ
είχε θετικό
αντίκτυπο όσον
αφορά την
αντιμετώπιση
ανεπαρκειών
του δικαστικού
συστήματος. Το 67%
συμφωνεί με
την άποψη αυτή
όσον αφορά τη
διαφθορά, ενώ
το 65% όσον αφορά
το οργανωμένο έγκλημα.
Συγχρόνως, η
πλειονότητα
θεωρεί ότι η κατάσταση
στους τομείς
αυτούς παρέμεινε
αμετάβλητη ή
επιδεινώθηκε
κατά την
τελευταία
πενταετία. (Έκτακτο
Ευρωβαρόμετρο
351). [10] Το Ανώτατο
Δικαστικό
Συμβούλιο
διαρθρώνεται
βάσει του Συντάγματος
(τεχνική
έκθεση, σ. 4,
υποσημείωση 6). [11] Tο έργο του
ΑΔΣ επικουρούν
σε αυτούς τους
τομείς η
Δικαστική
Επιθεώρηση, οι πρόεδροι
των
δικαστηρίων,
το βουλγαρικό
ίδρυμα εκπαίδευσης
δικαστικών και
το Εθνικό
Ίδρυμα Δικαιοσύνης. [12] Σύμφωνα με
στατιστικά
δεδομένα του
ΕΔΑΔ, για τη Βουλγαρία
έχει εκδοθεί ο
μεγαλύτερος
αριθμός εκκρεμουσών
αποφάσεων του
ΕΔΑΔ σε σχέση
με οποιοδήποτε
άλλο κράτος
μέλος της ΕΕ.
Στη μεγάλη
τους πλειονότητα,
οι αποφάσεις
αυτές αφορούν
την υπερβολική
διάρκεια των
διαδικασιών σε
ποινικές
υποθέσεις και
την έλλειψη
αποτελεσματικής
ένδικης
προστασίας.
Άλλα στοιχεία
αφορούν την
αναποτελεσματικότητα
των ερευνών και
την υπερβολική
χρήση
πυροβόλων
όπλων από την αστυνομία.
(Συμβούλιο της
Ευρώπης :
Επισκόπηση της
εκτέλεσης των
αποφάσεων του
ΕΔΑΔ, ετήσια
έκθεση 2011 στην
ιστοσελίδα: http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/execution/Source/Publications/CM_annΜΣΕ2011_en.pdf
[13] Τα μέλη του
Κοινοβουλίου
που
συμμετέχουν
στον ΑΔΣ
εκλέγονται με
απλή
πλειοψηφία,
ενώ οι
επιθεωρητές
εκλέγονται με
πλειοψηφία δύο
τρίτων. [14] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 5 και
υποσημείωση 7. [15] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 18. [16] Πιο
πρόσφατα, COM (2011) 459
τελικό, σ. 8. [17] Στις
εκθέσεις της
Επιτροπής για
τον ΜΣΕ της 20ής
Ιουλίου 2011 (COM(2011) 459
τελικό, σ. 4) και
της 8ης
Φεβρουαρίου 2012 (COM
(2012) 57 τελικό, σ. 2)
εκφράζονται ανησυχίες
σχετικά με τη
διαφάνεια και
την αντικειμενικότητα
των διορισμών
των ανώτατων
δικαστικών
υπαλλήλων στο
πλαίσιο αυτό (βλ.
τεχνική
έκθεση, σσ. 6 και 14). [18] Κατόπιν
κατηγοριών που
απηύθυνε μέλος
της κυβέρνησης
για άσκηση
επιρροής και
έλλειψη
αμεροληψίας σε
υποθέσεις
οργανωμένο
εγκλήματος, οι
δικαστές του
Δικαστηρίου
της Πόλης της
Σόφιας
απηύθυναν
έκκληση στο
ΑΔΣ τον Φεβρουάριο
ζητώντας να
προστατεύσει
την
ανεξαρτησία της
Δικαιοσύνης και
να διερευνήσει
τα πραγματικά
γεγονότα της
υπόθεσης. Ο
κατηγορούμενος
δικαστής
υπέβαλε επίσης
μήνυση για
συκοφαντική
δυσφήμηση. Στη
συνέχεια, το
ΑΔΣ απέλυσε
τον εν λόγω
δικαστή από το
δικαστικό σώμα
στις 12 Ιουλίου
για καθυστέρηση
στην έκδοση
του σκεπτικού
μιας
διακαστικής
απόφασης.
Τούτο οδήγησε
σε απεργίες
και
διαμαρτυρίες
από διάφορα
δικαστήρια συμπεριλαμβανομένου
μεγάλου
αριθμού
δικαστών του
Ανώτατου
Ακυρωτικού
Δικαστηρίου. [19] Ωστόσο,
ανεξάρτητοι
εμπειρογνώμονες
τους οποίους
απευθύνθηκε η
Επιτροπή εξέφρασαν
ανησυχία για
την έλλειψη
διακριτών
ρόλων εντός
του ΑΔΣ
(τεχνική
έκθεση, σ. 13,
υποσημείωση 49),. [20] Πριν το 2007
και τη
συγκρότηση
ανεξάρτητης
Επιθεώρησης,
υπήρξε
περιορισμένη
πειθαρχική
δράση. Συνολικά,
το ΑΔΣ εξέδωσε
αποφάσεις σε 179
πειθαρχικές υποθέσεις
από τον
Οκτώβριο του 2007
έως τον
Δεκέμβριο του 2011.
Ο αριθμός των
κυρώσεων που
επιβλήθηκαν
αυξήθηκε από 15
το 2008 και 24 του 2009 σε 34
το 2010, ενώ
μειώθηκε εκ
νέου σε 13 το 2011. [21] Η
Επιθεώρηση
διενεργεί
τακτικούς και
στοχευμένους
ελέγχους για
τη διαχείριση
των τοπικών
δικαστηρίων
και εισαγγελιών,
έδωσε συνέχεια
σε καταγγελίες
και διερεύνησε
επίσης
συγκεκριμένα
ζητήματα, όπως
καθυστερήσεις
στην εκδίκαση
υποθέσεων. Έως
το 2011, η Επιθεώρηση
είχε
πραγματοποιήσει
πλήρη
αξιολόγηση όλων
των δικαστικών
περιφερειών. [22] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 7. [23] Όλες οι
πειθαρχικές
κυρώσεις που
είχαν επιβληθεί
ακυρώθηκαν σε
μία από τις δύο
υποθέσεις από
το Ανώτατο Διοικητικό
Δικαστήριο. Βλ.
τεχνική
έκθεση, σ. 14-15. [24] Αυτό επισημάνθηκε
σε αρκετές
εκθέσεις του
ΜΣΕ, όπως στην COM
(2011) 459 τελικό, σ. 4 και
στην COM (2012) 57 τελικό,
σσ. 2-3. [25] Ζητήματα
ακεραιότητας
τέθηκαν επ’
ευκαιρία τα του
διορισμού των
προέδρων
ορισμένων
ανώτερων δικαστηρίων
στην
επιθεώρηση του
ΑΔΣ και
σχετικά με ορισμένα
μέλη του ΑΔΣ (βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 6 και σ. 14
και COM (2011) 459 τελικό, σ.
4). [26] Π.χ., για την
αντιμετώπιση
ανεπαρκειών
του συστήματος
τυχαίας
κατανομής
υποθέσεων στα
δικαστήρια,
όπου οι
έλεγχοι της
Επιθεώρησης
δεν είχαν μέχρι
τώρα ως
αποτέλεσμα την
ανάληψη
συγκεκριμένης
διορθωτικής
δράσης (βλ.
τεχνική
έκθεση, σ. 7 και σ. 19). [27] Οι
βούλγαροι
πολίτες έχουν
την πλέον
αρνητική άποψη
από
οποιουσδήποτε
άλλους πολίτες
κρατών μελών
της ΕΕ όσον
αφορά την
έκταση της
διαφθοράς στον
δικαστικό
τομέα. Τον
Σεπτέμβριο του
2011, το 76% των ερωτηθέντων
στη Βουλγαρία
ανέφερε ότι η
διαφθορά στον
δικαστικό
τομέα είναι
εκτεταμένο
φαινόμενο. Η αντίληψη
αυτή έχει,
ωστόσο,
βελτιωθεί
ελαφρώς από το
2009. (Ειδικό
Ευρωβαρόμετρο
αριθ. 374 για την
αντίληψη που επικρατεί
περί της
διαφθοράς στην
ΕΕ, δημοσιεύθηκε
τον Φεβρουάριο
του 2012). [28] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 13. Για
παράδειγμα, το
ΑΔΣ παραδέχτηκε
ότι στις
αξιολογήσεις
που
πραγματοποιήθηκαν
το 2011, το 98% των
δικαστικών
λειτουργών
βαθμολογήθηκε
με «λίαν καλώς». [29] Μια
απόφαση
προαγωγής που
έλαβε το ΑΔΣ
ακυρώθηκε τον
Μάιο από το
Ανώτατο
Διοικητικό
Δικαστήριο, το
οποίο έκρινε
ακατάλληλη την
αξιολόγηση των
εκπαιδευτικών
προσόντων του
υποψηφίου από
το ΑΔΣ στο
πλαίσιο αυτό. [30] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 13,
υποσημείωση 46. [31] Εκ των
πραγμάτων, ο
αριθμός των
αποσπάσεων είναι
ίσος με τον
αριθμό των
προαγωγών. Οι
αποσπάσεις
αφορούν κυρίως
τα δικαστήρια
και τις εισαγγελίες
της Σόφιας. Το 2011,
ο συνολικός
αριθμός των
αποσπασθέντων
δικαστών και
εισαγγελέων
ανήλθε σε 265, έναντι
294 θέσεων που
προσφέρθηκαν
για προαγωγή
και μετάθεση
το ίδιο έτος. [32] Σύμφωνα με
υπολογισμούς
νομικών
εμπειρογνωμόνων,
ο φόρτος
εργασίας του
Δικαστηρίου
της Πόλης της
Σόφιας είναι
οκταπλάσιος
από αυτόν των
άλλων πρωτοδικείων,
ενώ η
κατάσταση του
Περιφερειακού
Δικαστηρίου
της Σόφιας
θεωρείται
χειρότερη. Οι
ανακατανομές
θέσεων
παρέμειναν σε
μέτρια επίπεδα,
με 20 έως 30
μεταθέσεις
ετησίως
(τεχνική
έκθεση, σ. 14). Δεν
έχουν ληφθεί
ακόμη
αποφάσεις για
κατάργηση
ολόκληρων
δικαστηρίων
και
ανακατανομή
του προσωπικού
τους. [33] Μια υπόθεση
που αναφέρθηκε
σχετικά είναι
εκείνη που
παρουσιάζεται
συνοπτικά στην
υποσημείωση 18. [34] Νέος
Κώδικας
Πολιτικής
Δικονομίας
θεσπίσθηκε τον
Ιούλιο του 2007, ο
Κώδικας
Διοικητικής
Δικονομίας τροποποιήθηκε
το 2007 και το 2011, ενώ
ο Κώδικας
Ποινικής Δικονομίας
τροποποιήθηκε
το 2010. Βλ. τεχνική
έκθεση, σσ. 10-12. [35] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 9. [36] Βλ.
τεχνική
έκθεση, σ. 16. [37] COM (2012) 459 τελικό,
σ. 8, συστάσεις στ)
και ζ). [38] Από το 2007 έως
το 2011, το ΑΑΔ εξέδωσε μόνο
πέντε
ερμηνευτικές
αποφάσεις σε
υποθέσεις
οργανωμένου
εγκλήματος και
διαφθοράς. [39] Τις
συστάσεις
αυτές
διατύπωσε η
Επιτροπή στα
σημεία 1 και 3 στη
σ. 8 της έκθεσης
του ΜΣΕ που
εκδόθηκε στις 20
Ιουλίου 2011 (COM (2011) 459). [40] Για
παράδειγμα, η
Εισαγγελία
συνέστησε δύο
νέα τμήματα
για την
καταπολέμηση
του
οικονομικού
εγκλήματος και
ένα τμήμα για
τη δικαιοσύνη
ανηλίκων. Η
Βουλγαρία δεν
έχει ακόμα
λάβει μέτρα
για την
ενίσχυση της
εσωτερικής
ανεξαρτησίας
των
εισαγγελέων,
ώστε να
εξασφαλίζεται
η ανεξαρτησία,
η αντικειμενικότητα
και η
αποτελεσματικότητα
των ερευνών.
Ιδιαίτερα, η
Βουλγαρία θα
πρέπει να
αντιμετωπίσει
την απουσία
επαρκών
εγγυήσεων στη
νομοθεσία της
όσον αφορά την
ανεξάρτητη
διερεύνηση
αδικημάτων για
τα οποία μπορεί
να θεωρηθεί
ύποπτος ο
προϊστάμενος
της Εισαγγελίας
ή άλλοι
υψηλόβαθμοι
αξιωματούχοι
περί αυτόν
(ΕΔΑΔ 1108/02 Kolevi,
απόφαση της 05/11/2009,
τελική απόφαση
της 05/02/2010). [41] Προτάσεις
για μια
συνολική
μεταρρύθμιση
του ΑΔΣ απηύθυνε
στον υπουργό
Δικαιοσύνης
τον Φεβρουάριο
του 2012 ένας
συνασπισμός
των
σημαντικότερων
επαγγελματικών
ενώσεων και
ΜΚΟ που
δραστηριοποιούνται
στον τομέα της
μεταρρύθμισης
στη Δικαιοσύνη,
βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 16. [42] Οι
εμπειρογνώμονες
επεσήμαναν
ιδιαίτερα την
απουσία
τυπικού
διαχωρισμού
εντός του ΑΔΣ
μεταξύ των
καθηκόντων των
εισαγγελέων
και των
δικαστών. Το
ζήτημα αυτό
είχε
επισημανθεί
στο παρελθόν
σε γνώμες που
εξέδωσε η
Επιτροπή της
Βενετίας του
Συμβουλίου της
Ευρώπης, η
οποία επεσήμανε
επίσης τις
έντονες
πολιτικές
παρεμβάσεις
στους
διορισμούς. [43] Οι
υποψηφιότητες
θα
δημοσιευθούν
δύο μήνες πριν από
την ημερομηνία
των εκλογών
και θα πραγματοποιηθούν
δημόσιες
ακροάσεις όλων
των υποψηφίων
ώστε να
υποβληθούν σε
δημόσιο
έλεγχο. Εφέτος
το φθινόπωρο
θα διοργανωθεί
έμμεση εκλογή
με διπλάσιο
αριθμό
αντιπροσώπων.
Άμεση εκλογή προβλέπεται
να
πραγματοποιηθεί
κατά τις
επόμενες
εκλογές για το
ΑΔΣ, το 2017. [44] Η Ευρωπόλ
διαπίστωσε
βελτιώσεις στη
συνεργασία της
Βουλγαρίας με
τα όργανα
επιβολής του
νόμου άλλων
κρατών μελών
της ΕΕ, χάρη
στις οποίες
πραγματοποιήθηκαν
με επιτυχία
διάφορες
κοινές επιχειρήσεις. [45] Ο αριθμός
των ερευνητών
της αστυνομίας
αυξήθηκε από 2000
που ήταν το 2010 σε 6000
το 2011 και
αναμένεται να
ανέλθει σε 8000
συνολικά (SEC (2011) 967
τελικό, σ. 18). [46] Η Ευρωπόλ
θεωρεί το
οργανωμένο
έγκλημα στη
Βουλγαρία ως άνευ
προηγουμένου
στην ΕΕ, στον
βαθμό που
ασκεί
σημαντική
επιρροή στην
οικονομία, από
όπου απλώνει
τα πλοκάμια
του στην
πολιτική
διαδικασία και
τα κρατικά
θεσμικά
όργανα. Ο
ετήσιος κύκλος
εργασιών των 12
πλέον
σημαντικών
δραστηριοτήτων
του
οργανωμένου
εγκλήματος στη
Βουλγαρία υπολογίζεται
σε 1,8 BEUR, ήτοι στο 4,8%
του ΑΕΠ
ετησίως [«Serious and Organised Crime Threat
Assessment 2010-2011 (Εκτίμηση
της απειλής
του σοβαρού
και οργανωμένου
εγκλήματος το
2010-2011)». Κέντρο
Μελέτης της
Δημοκρατίας,
Σόφια,
Απρίλιος 2012, σ. 5]. Η
Ευρωπόλ
υπογραμμίζει
επίσης ότι ο
αριθμός των υποθέσεων
που κινήθηκαν
στη Βουλγαρία,
παρόλο που
αυξάνεται, παραμένει
χαμηλός σε
σχέση με την
έκταση του
οργανωμένου
εγκλήματος. [47] Τo 96% των
ερωτηθέντων σε
δημοσκόπηση
που πραγματοποίησε
το Έκτακτο
Ευρωβαρόμετρο
στη Βουλγαρία
τον Μάιο του 2012
χαρακτήρισε το
οργανωμένο
έγκλημα ως
σημαντικό
πρόβλημα
(Έκτακτο
Ευρωβαρόμετρο
351). [48] Τεχνική
έκθεση, σ. 31. [49] Η συνολική
ενίσχυση των
ερευνών της αστυνομίας
το 2010 είχε επίσης
θετικό
αντίκτυπο στις
ικανότητες της
αστυνομία στον
τομέα αυτόν. [50] Τεχνική
έκθεση, σ. 32. [51] COM (2009) 402 τελικό,
σ. 7· COM (2010) 400 τελικό, σ. 8· COM
(2011) 459 τελικό, σ. 9. [52] Στον
βουλγαρικό
ποινικό
κώδικα, το
οργανωμένο έγκλημα
ορίζεται ως
αξιόποινες
πράξεις που
διαπράττονται
από τρία
τουλάχιστον
άτομα. [53] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 34. [54] Προσφυγή
κατά του νόμου
ασκήθηκε ενώπιον
του
Συνταγματικού
Δικαστηρίου
στις αρχές
Ιουλίου. [55] Μετά από
μια πρώτη
απόρριψη στο
Κοινοβούλιο,
τον Ιούνιο του
2011, και τις
συστάσεις που
απηύθυνε η
Επιτροπή σε
δύο διαδοχικές
εκθέσεις του
ΜΣΔ να επαναληφθεί
η συζήτηση του
νόμου, αρκετοί
πρέσβεις
κρατών μελών
παρενέβησαν
δημοσίως υπέρ
του νόμου τον
Μάιο και η
Επιτροπή παρείχε
συμβουλές επί
ορισμένων
πτυχών του
νόμου. [56] Ιδίως δεν
έχουν ληφθεί
υπόψη οι
συστάσεις
σχετικά με τον
έλεγχο του
πόθεν έσχες
των ανωτάτων
υπαλλήλων και
πολιτικών και
σχετικά με το
δικαίωμα της
επιτροπής για
τη δήμευση περιουσιακών
στοιχείων να
διενεργεί
αυτεπάγγελτους
ελέγχους. [57] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 35. [58] Τα μέλη της
νέας επιτροπής
θα εκλεγούν
από το Κοινοβούλιο,
την κυβέρνηση
και τον
Πρόεδρο. [59] Αξιοσημείωτες
εξαιρέσεις
αποτελούν οι
υποθέσεις του
Dimitar Zhelyazhkov, και των Plamen Galev
και Angel Hristov. [60] Από πέρυσι
τον Ιούλιο
μέχρι σήμερα,
σε τέσσερις σημαντικές
υποθέσεις
εκδόθηκε
τελεσίδικη
αθωωτική
απόφαση από το
Ανώτατο
Ακυρωτικό
Δικαστήριο: πρόκειται
για την
υπόθεση της
λεγόμενης
«συμμορίας των
κροκοδείλων»,
την υπόθεση
των «αδελφών Μargin»,
την υπόθεση
του Ilian Varsanov και την
υπόθεση του Dimitar Vuchev.
Οι αθωωτικές
αποφάσεις
αναφέρονται
στο έγγραφο COM(2011)459 τελικό, σ. 5. [61] Υπολογίζεται
γενικά ότι
κατά την
προηγούμενη
δεκαετία
διεπράχθησαν
περίπου 150
δολοφονίες
κατά
παραγγελία,
ελάχιστες από
τις οποίες
εξιχνιάσθηκαν
και επέσυραν
κυρώσεις. [62] Αυτό αφορά
ιδίως την
περιοχή του
Ευξείνου
Πόντου. [63] Τον Μάιο
συνελήφθη μια
σημαντική
μορφή του
οργανωμένου
εγκλήματος και
πρόκειται να
εκδοθεί για να
δικαστεί σε
άλλο κράτος
μέλος της ΕΕ. Η
πρόσφατη
κατάσχεση
μεγάλης
ποσότητας
ναρκωτικών
αποτέλεσε
καρπό της
συνεργασίας
μεταξύ της Βουλγαρίας,
αρκετών άλλων
κρατών μελών
και της Ευρωπόλ. [64] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 30. [65] Δεν
υπάρχουν
πληροφορίες
σχετικά με
περιουσιακά
στοιχεία που
κατασχέθηκαν ή
δημεύθηκαν στο
πλαίσιο
υποθέσεων που
κίνησε η νέα
ειδική εισαγγελία
για το
οργανωμένο
έγκλημα.
Σημαντική υπόθεση
νομιμοποίησης
εσόδων από
παράνομες δραστηριότητες
κινήθηκε
πρόσφατα κατά
των Plamen Galev και Angel Hristov. [66] Μεταξύ των
προτάσεων που
διατύπωσαν οι
εμπειρογνώμονες
βάσει της
πρακτικής που
ακολουθείται
σε άλλα κράτη
μέλη, ήταν η
τακτική
υποβολή
εκθέσεων από
ανώτατα
στελέχη των
εισαγγελικών
και αστυνομικών
αρχών και η
δημιουργία
κεντρικού
μητρώου
τραπεζικών λογαριασμών
για τη
διευκόλυνση
των
χρηματοοικονομικών
ερευνών. [67] Ο νόμος
περί αμνηστίας
του 2009 είχε ως
αποτέλεσμα τη διακοπή
458 υποθέσεων
κατάχρησης
εξουσίας και
κατάχρησης
δημοσίου
χρήματος. [68] COM (2011) 459 τελικό,
σ. 10. [69] Εκτός από
το Γενικό
Λογιστήριο του
Κράτους, όλες οι
αρχές τον
τομέα αυτόν
υπόκεινται
στην εκτελεστική
εξουσία. [70] Το Γενικό
Λογιστήριο του
Κράτους και η
επιτροπή για
τις
συγκρούσεις
συμφερόντων
δεν μπορούν να
επιβάλλουν
κυρώσεις σε
περιπτώσεις
άρνησης
συνεργασίας.
Οι
επιθεωρήσεις
έχουν το
δικαίωμα να
επιβάλλουν
κυρώσεις σε
περιπτώσεις μη
συμμόρφωσης με
τους κανόνες
πρόληψης της διαφθοράς,
όμως δεν έχουν
ασκήσει το
δικαίωμα αυτό
στην πράξη. [71] Έκτακτο
Ευρωβαρόμετρο
351 Ιουλίου 2012. [72] Το 2009, η
Επιτροπή
συνέστησε στη
Βουλγαρία να
δημιουργήσει
ειδικούς
φορείς για τη
δίωξη και την
εκδίκαση
υποθέσεων
διαφθοράς σε
υψηλό επίπεδο
και οργανωμένου
εγκλήματος με
τη δέουσα
λειτουργική
και πολιτική
ανεξαρτησία (COM(2009)
402 τελικό, σ. 7). [73] Με τροποποιήσεις
που
πραγματοποιήθηκαν
στον ποινικό
κώδικα τον
Μάιο του 2008,
επιτρέπεται
στα δικαστήρια
να κάνουν
αποδεκτά τα
αποδεικτικά
στοιχεία που
παρέχει η
Ευρωπαϊκή
Υπηρεσία
Καταπολέμησης
της Απάτης (OLAF). [74] COM (2011) 459 τελικό,
σσ. 8-9. [75] Ο αριθμός
των καταδικαστικών
αποφάσεων σε
υποθέσεις
απάτης με
κονδύλια της
ΕΕ αυξήθηκε
σταθερά, από
μηδέν το 2007 στο
ανώτατο όριο
των 243
καταδικαστικών
αποφάσεων το 2010
και μειώθηκε
ξανά σε 159
καταδικαστικές
αποφάσεις το 2011. Για
καμία από τις
απαγγελίες
κατηγοριών για
απάτες με
κονδύλια της
ΕΕ το 2011 δεν
δόθηκε συνέχεια
με ποινική
διαδικασία
αλλά
μετατράπηκαν
σε διοικητικές
παραβάσεις (COM (2012) 57
τελικό, σ. 6). [76] Στις
εκθέσεις που
εξέδωσε τον
Ιούλιο του 2011 και
τον Φεβρουάριο
του 2012, η
Επιτροπή
υπογραμμίζει τον
μεγάλο αριθμό
υποθέσεων που
διακόπηκαν
παρόλο που σε
άλλο κράτος
μέλος είχαν
ασκηθεί
διώξεις για
συναφείς
πτυχές (COM (2011) 459
τελικό, σ. 6· COM (2012) 57
τελικό, σ. 6). [77] Αριθμός
νέων
προδικαστικών
ερευνών που
κινήθηκαν για
αδικήματα
διαφθοράς: 512 το 2007,
490 το 2008, 595 το 2009, 684 το 2010
και 522 το 2011. [78] Αφότου η
Επιτροπή
εκπόνησε την
τελευταία της
ανάλυση, τον
Ιούλιο του 2011,
επιτεύχθηκε η
έκδοση δικαστικών
αποφάσεων σε
πέντε
υποθέσεις
υψηλού επιπέδου,
από τις οποίες
οι δύο ήταν
τελεσίδικες. Τελεσίδικες
καταδικαστικές
αποφάσεις σε
ποινές φυλάκισης,
εκ των οποίων η
μία με
αναστολή,
εκδόθηκαν σε
δύο υποθέσεις
που αφορούσαν
ένα πρώην
μέλος του
Κοινοβουλίου
και έναν πρώην
διευθυντή
κρατικής
επιχείρησης.
Κατά την ίδια
περίοδο, αθωωτικές
αποφάσεις
εκδόθηκαν σε 10
υποθέσεις οι
οποίες
αφορούσαν τρεις
πρώην
υπουργούς,
έναν πρώην
υφυπουργό και
άλλους
ανώτατους
υπαλλήλους,
διευθυντές
κρατικών επιχειρήσεων
και
επιχειρηματίες. [79] Βλ. ανωτέρω,
σ. 7. [80] Και στις
δύο υποθέσεις,
λόγω μιας
σειράς
καθυστερήσεων,
οι
καταδικαστικές
αποφάσεις που
εκδόθηκαν πρωτοδίκως
το 2010 ελάχιστα
προχώρησαν στη
διαδικασία έφεσης
(τεχνική
έκθεση, σ. 20,
υποσημείωση 80). [81] Τεχνική
έκθεση ΜΣΕ της
20ής Ιουλίου 2011 (SEC (2011) 967
τελικό), σ. 12. [82] Βλ. τεχνική
έκθεση, σσ. 16-17. [83] Προς τον
σκοπό αυτόν, η
Επιτροπή
συνέστησε στη
Βουλγαρία να
πραγματοποιήσει
εμπεριστατωμένο
έλεγχο της
πρακτικής, των
διαδικασιών
και της οργάνωσης
του δικαστικού
σώματος και να
καταρτίσει λεπτομερές
σχέδιο δράσης
σε συνεργασία
με διεθνείς εμπειρογνώμονες.
(COM (2011) 459 τελικό,
συστάσεις στα
σημεία 3 και 6, σσ.
8-9). [84] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 9. [85] Οι
δηλώσεις
εξετάζονται
αυτομάτως από
πρόγραμμα ΤΠ,
το οποίο τις
αντιπαραβάλλει
με ορισμένα
άλλα διαθέσιμα
δεδομένα, όπως
φορολογικές
δηλώσεις, όμως
δεν εφαρμόζεται
σύστημα
χαρακτηρισμού
κινδύνου (risk profiling),
δεν υπάρχει
πρόσβαση σε
τραπεζικά
δεδομένα, δεν
γίνεται αντιπαραβολή
με δηλώσεις
προηγούμενων
ετών και δεν
υπάρχει η
δυνατότητα να
δοθεί συνέχεια
σε υποθέσεις
ανεξήγητου
πλουτισμού. [86] Η Επιτροπή
συνέστησε στη
Βουλγαρία την
«έκδοση
νομοθεσίας που
θα προβλέπει
δήμευση που
δεν θα
βασίζεται στην
καταδίκη, και
αυτεπάγγελτη
επαλήθευση των
περιουσιακών στοιχείων
ανώτερων
δημόσιων
λειτουργών,
δικαστών και
πολιτικών και
επίτευξη
ικανοποιητικών
επιδόσεων στον
τομέα αυτό» (COM (2011) 459
τελικό, σ. 9). [87] Η
Βουλγαρία
θέσπισε
σχετικό νόμο
το 2009 και εν
συνεχεία, το 2011,
συγκρότησε την
επιτροπή
πρόληψης και
εξακρίβωσης
σύγκρουσης
συμφερόντων (CPACI),
κατόπιν αναστολής
της διάθεσης
πόρων της ΕΕ το
καλοκαίρι του 2008,
ιδίως λόγω
μιας σειράς
κρουσμάτων
σύγκρουσης συμφερόντων
και της
αδυναμίας
προστασίας των
κονδυλίων της
ΕΕ στον τομέα
αυτόν (τεχνική
έκθεση, σ. 27· βλ. επίσης
«Έκθεση
σχετικά με τη
διαχείριση των
κοινοτικών
ταμείων στη
Βουλγαρία», COM( 2008) 496
τελικό). [88] Βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 27. [89] Πρόσφατες
υποθέσεις για
τις οποίες
εκφράσθηκαν δημόσια
ανησυχίες
αφορούν τον
πρώην πρόεδρο
της επιτροπής
δήμευσης
περιουσιακών
στοιχείων και τον
πρώην πρόεδρο
και ένα πρώην
μέλος της
επιτροπής
προστασίας των
καταναλωτών. [90] Άλλες
αδυναμίες που επισήμαναν
οι
εμπειρογνώμονες
περιλαμβάνουν
ιδίως την ανικανότητα
διερεύνησης
ανώνυμων
καταγγελιών
και επιβολής
διοικητικών
κυρώσεων σε
περιπτώσεις υποβολής
ανακριβών
δηλώσεων (βλ. τεχνική
έκθεση, σ. 27). [91] (COM(2011) 459 τελικό,
σύσταση v, σ. 10). Οι
ατομικές
συμβάσεις
παροχής
υπηρεσιών διέπονται
επί του
παρόντος από
τον νόμο περί
ενοχών και
συμβάσεων και,
ως εκ τούτου,
δεν εμπίπτουν
στο εργατικό
δίκαιο και
στις διατάξεις
του περί συγκρούσεως
συμφερόντων
και
ασυμβιβάστου. [92] Η εκτίμηση
του κινδύνου
διαφθοράς δεν
είναι
υποχρεωτική
για το Κοινοβούλιο,
το δικαστικό
σώμα, την
τοπική αυτοδιοίκηση,
τους δημόσιους
οργανισμούς,
τα δημόσια ιδρύματα,
τις εταιρείες
κοινής
ωφελείας και
τα δημόσια
ταμεία. [93] COM (2011) 459 τελικό,
σ. 10. [94] Στον τομέα
των δημόσιων
συμβάσεων, η
Επιτροπή έλαβε
4 καταγγελίες
κατά την
περίοδο 2008-2009 και 26
καταγγελίες
κατά την περίοδο
2010-2011. [95] Δέκα
πρόσθετες
θέσεις
δημιουργήθηκαν
εφέτος στον
Οργανισμό
Δημοσίων
Συμβάσεων,
κυρίως για τη
διενέργεια
πρόσθετων εκ
των προτέρων ελέγχων.