Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52008DC0542

Έκθεσητης Επιτροπης Προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο - Εκτη εκθεση σχετικα με την επικρατουσα κατασταση ωσ προσ τη διαχειριση ραδιενεργων αποβλητων και αναλωμενων καυσιμων στην Ευρωπαϊκη Ενωση SEC(2008)2416

/* COM/2008/0542 τελικό */

52008DC0542

Έκθεσητης Επιτροπης Προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο - Εκτη εκθεση σχετικα με την επικρατουσα κατασταση ωσ προσ τη διαχειριση ραδιενεργων αποβλητων και αναλωμενων καυσιμων στην Ευρωπαϊκη Ενωση SEC(2008)2416 /* COM/2008/0542 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 8.9.2008

COM(2008)542 τελικό

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

ΕΚΤΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΛΩΜΕΝΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

SEC(2008)2416

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

ΕΚΤΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΛΩΜΕΝΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

1. Εισαγωγή

Στην ανακοίνωσή της «Ενεργειακή πολιτική για την Ευρώπη»[1] της 10ης Ιανουαρίου 2007, η Επιτροπή τόνισε ότι η πυρηνική ενέργεια θέτει σημαντικά ζητήματα όσον αφορά τα απόβλητα και ότι τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να ενταχθούν στις μελλοντικές εργασίες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Όπως ανέφερε στο νέο Πυρηνικό Ενδεικτικό Πρόγραμμα[2], το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της δέσμης που υποβλήθηκε με την ανακοίνωση, «το ζήτημα των αποβλήτων είναι κατά κύριο λόγο ζήτημα περιβάλλοντος και υγείας και συνεπώς η διαχείριση και η διάθεση των ραδιενεργών αποβλήτων πρέπει να υπόκειται στον ίδιο έλεγχο που διενεργείται σε όλα τα έργα τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στους ανθρώπους και στο περιβάλλον», η δε συζήτηση θα πρέπει να επικεντρωθεί κυρίως στην «εξασφάλιση της κατάρτισης από τα κράτη μέλη εθνικών σχεδίων για τη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων».

Στα συμπεράσματά του της 8ης Μαΐου 2007 σχετικά με την πυρηνική ασφάλεια και την ασφαλή διαχείριση αναλωμένων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων, το Συμβούλιο δήλωσε ότι κάθε κράτος μέλος της ΕΕ καλείται «να καταρτίσει και επικαιροποιήσει ένα εθνικό πρόγραμμα για την ασφαλή διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων και των αναλωθέντων καυσίμων που θα περιλαμβάνει όλα τα ραδιενεργά απόβλητα τα οποία εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του και θα καλύπτει όλα τα στάδια της διαχείρισης».

Μετά από 30 έτη έρευνας, έχει επαρκώς καταδειχθεί ότι η εναπόθεση σε γεωλογικούς σχηματισμούς αντιπροσωπεύει πλέον την ασφαλέστερη και πλέον διατηρήσιμη επιλογή μακροχρόνιας διαχείρισης αποβλήτων υψηλής ραδιενέργειας και αναλωμένων καυσίμων που υποβάλλονται σε απευθείας διάθεση, μολονότι χρειάζεται να συνεχιστούν οι προς τις εφαρμογές στραμμένες εργασίες έρευνας και ανάπτυξης στους επιστημονικούς τομείς που έχουν προσδιοριστεί από τους κυριότερους οργανισμούς εμπλεκόμενων ερευνητικών φορέων και αποτελούν αντικείμενο συντονισμού μέσω του 7ου Προγράμματος Πλαισίου Ευρατόμ.

Η παρούσα έκθεση δίνει μια γενική εικόνα της τρέχουσας κατάστασης ως προς τη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων και των αναλωμένων καυσίμων στην ΕΕ με βάση την Έκτη Έκθεση επικρατούσας κατάστασης «Διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένων καυσίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση»[3]. Η έκθεση προτείνει επίσης δράσεις σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο με σκοπό να διασφαλιστεί η πρόοδος προς την υλοποίηση μονάδων διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένων καυσίμων.

2. Διαχείριση Ραδιενεργών Αποβλήτων και Αναλωμένων Καυσίμων

2.1. Πολιτικές και πρακτικές

Οι πολιτικές και πρακτικές των κρατών μελών σχετικά με τη διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένων καυσίμων αντικατοπτρίζουν την ιστορική, επιστημονική και τεχνολογική τους εξέλιξη. Επί του παρόντος, πέντε κράτη χρησιμοποιούν την επιλογή της επανεπεξεργασίας και δύο κράτη εφαρμόζουν ενεργώς την επιλογή της απευθείας διάθεσης αναλωμένων καυσίμων. Στο πλείστο των κρατών δεν υφίσταται οριστική πολιτική για τα αναλωμένα καύσιμα, παρά μόνο ρυθμίσεις για τη διασφάλιση μιας ασφαλούς παρατεταμένης περιόδου αποθήκευσης (50 έως 100 ετών).

Για την πλέον επικίνδυνη κατηγορία αποβλήτων, δηλαδή τα απόβλητα υψηλής ραδιενέργειας και τα αναλωμένα καύσιμα τα οποία υποβάλλονται σε απευθείας διάθεση, διαπιστώνεται πρόοδος σε έργα διάθεσης σε ελάχιστα μόλις κράτη μέλη, δηλαδή τη Φιλανδία, τη Σουηδία και τη Γαλλία. Πιθανότατα έως το 2025 οι ανωτέρω χώρες θα διαθέτουν εγκαταστάσεις διάθεσης σε επιχειρησιακή λειτουργία. Η Γερμανία και το Βέλγιο πιθανώς να ακολουθήσουν έως το 2040. Οι υπόλοιπες χώρες έχουν σημειώσει μικρότερη πρόοδο. Πολλές από αυτές δεν επιτέλεσαν τέτοια πρόοδο επειδή το ζήτημα είναι πολιτικώς ευαίσθητο, οι επιστημονικοί, τεχνικοί και οικονομικοί πόροι είναι ανεπαρκείς ή/και επειδή υφίστανται άλλοι ιστορικοί και κοινωνικοί λόγοι.

Η Φινλανδία δείχνει ότι ακόμη και μικρά πυρηνικά προγράμματα μπορούν να αντέξουν να έχουν το δικό τους εθνικό χώρο εναπόθεσης. Εν προκειμένω, η συνεργασία με το σουηδικό πυρηνικό πρόγραμμα συνέβαλε στη μείωση των δαπανών. Προκειμένου να εξασφαλιστεί βελτιστοποίηση όσον αφορά το κόστος, εκδηλώνονται όλο και περισσότερες πολυεθνείς πρωτοβουλίες στήριξης εθνικών λύσεων μέσω κοινών εργασιών, προγραμμάτων και μεταφοράς γνώσεων, καθώς και προβληματισμών για περιφερειακές λύσεις τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η έρευνα και επίδειξη με βάση τα ευρωπαϊκά προγράμματα-πλαίσια συνέβαλαν στο να σημειωθεί πρόοδος στο πεδίο αυτό. Ανάλογη κατάσταση υφίσταται για τα μακράς διάρκειας ζωής απόβλητα χαμηλής και μεσαίας ραδιενέργειας, επειδή και γι’αυτό το είδος αποβλήτων η προτεινόμενη λύση είναι η διάθεση σε γεωλογικούς σχηματισμούς μεγάλου βάθους, είτε με τη χρήση του ίδιου χώρου εναπόθεσης όπως και για τα απόβλητα/αναλωμένα καύσιμα υψηλής ραδιενέργειας ή με διάθεση σε χωριστούς χώρους εναπόθεσης. Για την κατηγορία αυτή των αποβλήτων η Γερμανία μπορεί να διαθέτει χώρο εναπόθεσης σε γεωλογικό σχηματισμό μεγάλου βάθους σε επιχειρησιακή λειτουργία πριν από το 2014.

Στην περίπτωση των λιγότερο επικίνδυνων κατηγοριών αποβλήτων, δηλαδή τα βραχύβια απόβλητα χαμηλής και μεσαίας ραδιενέργειας και τα απόβλητα πολύ χαμηλής ραδιενέργειας, 7 από τα 16 κράτη μέλη με πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής λειτουργούν τώρα μονάδες διάθεσης για την αντιμετώπιση αυτών των κατηγοριών αποβλήτων. Ωστόσο, έως το 2020, εάν δοθεί συνέχεια στα τρέχοντα σχέδια, όλα τα κράτη με εξαίρεση τις Κάτω Χώρες θα μπορούσαν να διαθέτουν μονάδες σε επιχειρησιακή λειτουργία για τα είδη αυτά των αποβλήτων.

2.2. Αποδοχή από το κοινό

Το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο[4] σχετικά με τα ραδιενεργά απόβλητα απεκάλυψε ότι ποσοστό 93% των πολιτών της ΕΕ επιθυμεί τώρα την εφαρμογή λύσεων για τη μακροχρόνια διαχείριση των αποβλήτων υψηλής ραδιενέργειας, ποσοστό όμως μόνο 43% πιστεύει ότι η διάθεση σε μεγάλη βάθη αντιπροσωπεύει την πλέον ενδεδειγμένη λύση. Η έρευνα αυτή, καθώς και η τελευταία δημοσκόπηση του Ευρωβαρομέτρου[5] σχετικά με την πυρηνική ασφάλεια έδειξε ότι το ανεπίλυτο πρόβλημα των ραδιενεργών αποβλήτων συγκαταλέγεται στους συνδεόμενους με την πυρηνική ενέργεια φόβους των ευρωπαίων πολιτών.

Η εφαρμογή της διάθεσης σε γεωλογικούς σχηματισμούς απαιτεί μακροχρόνια πολιτική δέσμευση, σύγχρονες αντιλήψεις διακυβέρνησης, ανάπτυξη κατά βήματα και πρώιμη ανάμιξη εμπλεκόμενων παραγόντων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, ώστε να διασφαλίζονται άρτιες διαβουλεύσεις και αποδοχή. Αυτές οι σύγχρονες αντιλήψεις διακυβέρνησης θεμελίωσαν με επιτυχία τη φινλανδική και σουηδική αντιμετώπιση.

3. Συμπεράσματα

Κατά την άποψη της Επιτροπής, πολλοί επιστημονικοί και τεχνικοί τομείς που έχουν σημασία για τη διάθεση σε γεωλογικούς σχηματισμούς έχουν φθάσει σε βαθμό ωριμότητας και θα πρέπει να ενθαρρυνθεί και να διευκολυνθεί η πορεία προς την υλοποίηση.

Αναβολές στη λήψη αποφάσεων για τις οριστικές λύσεις, γνωστές ως «πολιτική της αναμονής», δεν γίνονται αποδεκτές επειδή η διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένων καυσίμων έχει δυνητικώς συνέπειες στην υγεία και την ασφάλεια, έρχονται δε σε αντίθεση με τη γνώμη των ευρωπαίων πολιτών. Όλες οι πρωτοβουλίες που οδηγούν στην ενθάρρυνση και τη διευκόλυνση της προόδου προς τον εντοπισμό και την επιχειρησιακή λειτουργία ασφαλών χώρων εναπόθεσης αποβλήτων είναι ευπρόσδεκτες.

Η Επιτροπή πιστεύει ότι η περιφερειακή και διεθνής συνεργασία θα μπορούσε να επιταχύνει τη λήψη αποφάσεων για οριστικές λύσεις διάθεσης. Ωστόσο, ενώ είναι ελκυστικές οι περιφερειακές λύσεις από πλευράς οικονομιών κλίμακας, παρέχοντας το δυναμικό για σημαντικές εξοικονομήσεις από πλευράς τόσο κόστους όσο και πόρων, είναι σαφές ότι μια χώρα πρέπει να έχει τη βούληση να φιλοξενήσει ένα τέτοιο περιφερειακό κέντρο το οποίο απαιτεί πολιτική και κοινωνική αποδοχή.

Επίσης, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν θα πρέπει να ενθαρρυνθούν προτάσεις υποβαλλόμενες από κράτη εκτός ΕΕ ως προς λύσεις για τη διάθεση ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένων καυσίμων, για τεχνικούς, οικονομικούς αλλά και για λόγους ασφάλειας και προστασίας από έκνομες ενέργειες. Αυτό αληθεύει ιδιαίτερα όταν το δυνητικό κράτος παραλαβής δεν έχει προβλέψει τις ίδιες τεχνικές, πολιτικές και κοινωνικές απαιτήσεις και όρους που θεωρούνται ως δεδομένα σε επίπεδο ΕΕ.

Η διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων και των αναλωμένων καυσίμων εντάσσεται στη διατηρήσιμη ανάπτυξη των εθνικών πυρηνικών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένου του προγραμματισμού, της κατασκευής και του παροπλισμού πυρηνικών μονάδων. Στο πλαίσιο της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας στο μέλλον, η πολιτική για τη διαχείριση των αποβλήτων αποτελεί ζήτημα μείζονος σημασίας.

Η πρόσφατα συγκροτηθείσα Ευρωπαϊκή Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για την πυρηνική ασφάλεια και τη διαχείριση αποβλήτων [6] συνέστησε μεταξύ άλλων ομάδα εργασίας για τη διαχείριση των αποβλήτων, με εντολή να εργαστεί εξ ονόματος της Ομάδας Υψηλού Επιπέδου ώστε να βελτιωθεί η διαχείριση των αναλωμένων καυσίμων, των ραδιενεργών αποβλήτων και ο παροπλισμός προς όφελος των ευρωπαίων πολιτών.

Η Έκτη Έκθεση για την επικρατούσα κατάσταση «Διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένων καυσίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση» αποτελεί τεκμηριωμένη με γεγονότα βάση για την ομάδα εργασίας ώστε να αναπτύξει κοινή αντίληψη, και, κατά περίπτωση, να υποδείξει μια κοινή αντιμετώπιση στον τομέα της ασφάλειας της διαχείρισης αναλωμένων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων.

Η παρούσα έκθεση αναμένεται να διευκολύνει την επανέναρξη του διαλόγου στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικής νομοθεσίας.

[1] COM(2007) 1 τελικό

[2] COM(2006) 844 τελικό

[3] COM ([….]), […] τελικό

[4] Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 297 (2008)

[5] Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 271 (2007)

[6] Απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2007 (2007/530/Ευρατόμ), ΕΕ L 195/44.

Top