Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52008DC0115

Ανακοίνωση τησ Επιτροπήσ σto Ευρωπαϊκό Κοινοβουλιο, το Συμβουλιο, την Ευρωπαϊκη Οικονομικη και Κοινωνικη Επιτροπη και την Επιτροπη των Περιφερειων - Κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση σε θέματα κρατικών επενδυτικών ταμείων

/* COM/2008/0115 τελικό */

52008DC0115

Ανακοίνωση τησ Επιτροπήσ σto Ευρωπαϊκό Κοινοβουλιο, το Συμβουλιο, την Ευρωπαϊκη Οικονομικη και Κοινωνικη Επιτροπη και την Επιτροπη των Περιφερειων - Κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση σε θέματα κρατικών επενδυτικών ταμείων /* COM/2008/0115 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 27.2.2008

COM(2008) 115 τελικό

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣTO ΕΥΡΩΠΑΪΚΌ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση σε θέματα κρατικών επενδυτικών ταμείων

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

I. Εισαγωγή 3

II. Επενδύσεις των ΚΕΤ: προσδιορισμός και αντιμετώπιση των θεμάτων 4

2.1. Πλαίσιο: η ταχεία ανοδική πορεία των ΚΕΤ στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα 4

2.2. Θέματα σχετικά με τις επενδύσεις των ΚΕΤ 4

III. Βελτίωση του πλαισίου για τις επενδύσεις των ΚΕΤ 7

3.1. Διεθνείς κανόνες και ευρωπαϊκό πλαίσιο που εφαρμόζονται στις επενδύσεις των ΚΕΤ 7

3.2. Αιτιολόγηση της κοινής προσέγγισης 8

IV. Βήματα προς τα εμπρός: αρχές που διέπουν την πολιτική της εε για την αντιμετώπιση των θεμάτων των ΚΕΤ 9

4.1. Επιλογές για μια κοινή προσέγγιση της ΕΕ στα θέματα των ΚΕΤ 9

4.2. Αρχές που διέπουν μια κοινή προσέγγιση των ΚΕΤ ως επενδυτών από την ΕΕ 10

4.3. Τόνωση της εμπιστοσύνης όσον αφορά τη λειτουργία των ΚΕΤ: η ευρωπαϊκή συμβολή στην κατάρτιση κώδικα δεοντολογίας για τα ΚΕΤ και τις χώρες στις οποίες αυτά ανήκουν 11

V. Συμπέρασμα 13

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣTO ΕΥΡΩΠΑΪΚΌ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση σε θέματα κρατικών επενδυτικών ταμείων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

I. Εισαγωγή

Ως κρατικά επενδυτικά ταμεία (ΚΕΤ) ορίζονται γενικά τα κρατικής ιδιοκτησίας επενδυτικά οχήματα τα οποία διαχειρίζονται ένα διευρυμένο χαρτοφυλάκιο εθνικών και διεθνών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Τα ταμεία αυτά εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τη δεκαετία του ’50 όταν ορισμένες από τις σημαντικότερες χώρες εξαγωγής βασικών εμπορευμάτων, ιδίως χώρες πλούσιες σε κοιτάσματα πετρελαίου, αναζητούσαν τρόπους να επενδύσουν κεφάλαια προερχόμενα από τα συναλλαγματικά τους διαθέσιμα. Ενώ τα εν λόγω ταμεία υφίστανται επί διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα ετών, την τελευταία δεκαετία γνώρισαν ταχεία ανάπτυξη καθιστάμενα επενδυτική πηγή συστημικής σημασίας. Τα ταμεία αυτά μπορούν να αποτελέσουν πηγή επενδύσεων και ρευστότητας για την αγορά σε περιόδους πραγματικής πίεσης. Λόγω όμως του χαρακτήρα τους ως επενδυτικά οχήματα κρατικής ιδιοκτησίας τίθενται ερωτήματα ως προς τον κίνδυνο που συνεπάγονται οι επενδύσεις αυτές για την κανονική λειτουργία των οικονομιών αγοράς. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, τα ΚΕΤ αναμένεται να συνεχίσουν να αναπτύσσονται ταχέως σε μέγεθος και σε αριθμό και η ταχεία αυτή ανάπτυξη θα αυξάνει τόσο τις ευκαιρίες που παρέχουν όσο και τις ανησυχίες που δημιουργούν.

Δεν προκαλεί συνεπώς έκπληξη το γεγονός ότι η ανοδική πορεία των ΚΕΤ απέσπασε σε πολλές αναπτυγμένες οικονομίες την προσοχή και αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης σε διεθνή πλαίσια διαβούλευσης. Εντός της ΕΕ, πολλά κράτη μέλη εξετάζουν τα μέτρα που θα μπορούσαν να λάβουν για να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο αυτό.

Η προσήλωση στην αρχή του ανοίγματος σε επενδύσεις και στην ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων εφαρμόζεται σταθερά και επί μεγάλο διάστημα από την ΕΕ και αποτελεί καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας σε ένα όλο και περισσότερο παγκοσμιοποιημένο διεθνές σύστημα. Η ΕΕ, ως η πρώτη παγκόσμια εμπορική δύναμη, η μεγαλύτερη πηγή και ο κυριότερος προορισμός άμεσων ξένων επενδύσεων, περιλαμβάνεται μεταξύ των πλέον ωφελημένων από ένα ανοικτό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Είναι λοιπόν αποφασισμένη να διασφαλίσει ότι οι αγορές θα παραμείνουν ανοικτές στις επενδύσεις[1].

Τα έννομα συμφέροντα των πολιτών και των φορέων της αγοράς στην Ευρώπη καθώς και τα οφέλη που συνεπάγεται η ασφάλεια για τα ίδια τα ΚΕΤ, συνηγορούν για την ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της συνοχής στον εν λόγω τομέα. Η ΕΕ, ως ηγετικός παγκόσμιος παράγοντας, διαθέτει τόσο την ικανότητα όσο και ισχυρούς λόγους για να προωθήσει μια κοινή απάντηση στις προκλήσεις που τίθενται από τα ΚΕΤ και να διαδραματίσει πλήρως το ρόλο της στις συζητήσεις που διεξάγονται στα παγκόσμια οικονομικά φόρα. Πρέπει να θεωρηθεί ότι η κοινή αυτή προσέγγιση συμπληρώνει τα προνόμια των κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας τηρώντας τις διατάξεις της συνθήκης.

Η παρούσα ανακοίνωση εξετάζει τα προβλήματα που δημιουργούν τα ΚΕΤ ως ειδική κατηγορία διασυνοριακών επενδύσεων και υποδεικνύει πως μια κοινή προσέγγιση μπορεί να επιτύχει τη σωστή εξισορρόπηση λαμβάνοντας υπόψη τις ανησυχίες που διατυπώνονται για τα ΚΕΤ και διατηρώντας τα κοινά οφέλη ενός ανοικτού επενδυτικού περιβάλλοντος.

II. Επενδύσεις των ΚΕΤ: προσδιορισμός και αντιμετώπιση των θεμάτων

2.1. Πλαίσιο: η ταχεία ανοδική πορεία των ΚΕΤ στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα

Κατά τα τελευταία δέκα έτη, τα ΚΕΤ παρουσίασαν ταχεία ανάπτυξη. Αρχικά εμφανίστηκαν σε περιορισμένο αριθμό χωρών. Σήμερα περισσότερες από τριάντα χώρες διαθέτουν ΚΕΤ[2], ενώ 20 νέα ΚΕΤ έχουν δημιουργηθεί από το 2000. Τα πλεονάσματα που παρουσιάζουν κάθε χρόνο οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες και οι χώρες της Ασίας τις επέτρεψαν να αποκτήσουν αποθεματικά που υπερβαίνουν κατά πολύ τις ανάγκες τους για τη διαχείριση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ορισμένα από τα εν λόγω αποθεματικά διοχετεύθηκαν σε ΚΕΤ. Τα περιουσιακά στοιχεία που διαχειρίζονται τα ΚΕΤ εκτιμώνται σε 1,5 έως 2,5 τρισεκατ. δολάρια, ποσό που ισοδυναμεί περίπου με το ήμισυ των παγκοσμίων επισήμων αποθεμάτων ή με τα συνδυασμένα περιουσιακά στοιχεία όλων των επιχειρήσεων αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου (hedge funds) και των κεφαλαίων ιδιωτικών τοποθετήσεων. Τα ΚΕΤ αντιπροσωπεύουν λοιπόν ένα μικρό αλλά όχι αμελητέο ποσοστό της κεφαλαιοποίησης της παγκόσμιας χρηματιστηριακής αγοράς που ανέρχεται σε 50 τρισεκατ. δολάρια. Ακόμη και αν οι εκτιμήσεις για τη μελλοντική κλίμακα των ΚΕΤ διαφέρουν, είναι σαφές ότι η εν λόγω ανοδική τάση θα συνεχιστεί[3].

Αυτό που κάνει τα ΚΕΤ να διαφέρουν από άλλα επενδυτικά οχήματα είναι ότι χρηματοδοτούνται από κρατικά κονδύλια. Σε γενικές γραμμές, τα ΚΕΤ χρηματοδοτούνται από σωρευθέντα συναλλαγματικά αποθεματικά στις χώρες από τις οποίες εξαρτώνται αλλά η διαχείρισή τους γίνεται χωριστά από τα επίσημα αποθεματικά. Τα ΚΕΤ εφαρμόζουν κανονικά διευρυμένη επενδυτική στρατηγική στο πλαίσιο της οποίας γίνονται αποδεκτά υψηλότερα επίπεδα κινδύνου για την επιδίωξη υψηλότερων αποδόσεων. Τα χαρτοφυλάκια των ΚΕΤ περιλαμβάνουν ευρύτερο φάσμα χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένων τίτλων σταθερής απόδοσης αλλά και μετοχών, ακινήτων και εναλλακτικών επενδύσεων.

2.2. Θέματα σχετικά με τις επενδύσεις των ΚΕΤ

Οι επενδύσεις των ΚΕΤ δημιουργούν ευκαιρίες στις αποδέκτριες οικονομίες…

Ενώ οι περισσότερες από τις επενδύσεις των ΚΕΤ είναι εστιασμένες στις εθνικές οικονομίες των χωρών από τις οποίες εξαρτώνται, τα ΚΕΤ αναπτύσσουν δραστηριότητα και σε διεθνές επίπεδο. Με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν στην καλή λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς κεφαλαίων και παρέχουν χρηματοδότηση για παγκόσμιες επενδύσεις. Η μακροπρόθεσμη εν γένει στρατηγική προοπτική των ΚΕΤ μπορεί να συμβάλει και στη σταθερότητα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η τρέχουσα οικονομική κατάσταση έχει συμβάλει στην ανάδειξη του θετικού ρόλου που μπορούν να διαδραματίσουν τα ΚΕΤ ως σταθεροποιητικός παράγων. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζονται στις πιστωτικές αγορές από τα μέσα του 2007 έχουν περιορίσει τη ρευστότητα σε πολλές σημαντικές χρηματοπιστωτικές αγορές και έχουν αυξήσει τις πιέσεις στην κεφαλαιουχική βάση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Πολλά από τα εν λόγω ιδρύματα προέβησαν σε αναδιάρθρωση του κεφαλαίου τους με τη βοήθεια επενδύσεων από ΚΕΤ. Οι επενδύσεις των ΚΕΤ έχουν συνεπώς συμβάλει στην ενίσχυση του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος και στην αύξηση της εμπιστοσύνης προς το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα συνολικά.

Ένα άλλο πιθανό πλεονέκτημα που συνδέεται με τα ΚΕΤ και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ΕΕ αφορά το ευρώ. Λαμβανομένης υπόψη της τάσης για διαφοροποίηση των επενδύσεών τους, τα ΚΕΤ θα μπορούσαν να ενισχύσουν μεσοπρόθεσμα το διεθνή ρόλο του ευρώ. Για τα συναλλαγματικά αποθεματικά στόχος είναι η τοποθέτησή τους σε ασφαλή και ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία σε νόμισμα με χαμηλά έξοδα μετατροπής συναλλάγματος, γεγονός που τείνει να ευνοεί το δολάριο των ΗΠΑ. Τα ΚΕΤ μπορούν να επιλέξουν με μεγαλύτερη ελευθερία τις επενδύσεις τους. Τούτο σημαίνει ότι ενδέχεται στο μέλλον να αυξήσουν το ποσοστό των αποθεματικών τους σε ευρώ. Ενώ η αυξανόμενη χρήση του ευρώ στο διεθνές επίπεδο θα αποφέρει οπωσδήποτε οφέλη, μια απότομη στροφή εκ μέρους των ΚΕΤ υπέρ του ευρωπαϊκού νομίσματος θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια ανεπιθύμητες αυξητικές πιέσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ και θα έπρεπε να αποφευχθεί.

Αλλά προκαλούν επίσης ανησυχίες…

Παρά τα αναγνωρισμένα οφέλη από τις επενδύσεις των ΚΕΤ, έχουν διατυπωθεί ορισμένες ανησυχίες από αποδέκτριες χώρες, ιδίως εντός της ΕΕ. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η ανοδική πορεία των ΚΕΤ είναι ενδεικτική των σοβαρών ανισορροπιών του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στην παγκόσμια οικονομία οι οποίες οφείλονται στις ελεγχόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες που εφαρμόζουν ορισμένες χώρες που διαθέτουν πλεονάσματα. Η σώρευση αποθεματικών προκειμένου να επενδυθούν από τα ΚΕΤ δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός. Οι χώρες στις οποίες ανήκουν τα ΚΕΤ πρέπει να αποδείξουν ότι δεν συγκρατούν την ανατίμηση των νομισμάτων τους προκειμένου να σωρεύσουν περισσότερα αλλοδαπά περιουσιακά στοιχεία για τα ΚΕΤ τους.

Ένας ιδιαίτερος λόγος ανησυχίας που σχετίζεται με τις επενδύσεις των ΚΕΤ σε μετοχές και τα διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα επενδυτικά ταμεία αφορά τον αδιαφανή τρόπο λειτουργίας ορισμένων εκ των ταμείων αυτών και την πιθανή χρησιμοποίησή τους για την απόκτηση στρατηγικού ελέγχου. Ιδίως, το γεγονός ότι ανεξαρτήτως του αρχικού κινήτρου οι επενδύσεις των ΚΕΤ σε ορισμένους τομείς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς εκτός της επιδίωξης της μέγιστης απόδοσης, δημιουργεί ανησυχία. Για παράδειγμα, ενδέχεται οι επενδυτικοί στόχοι να αντικατοπτρίζουν την επιθυμία απόκτησης τεχνολογίας και εμπειρογνωμοσύνης προς εξυπηρέτηση εθνικών στρατηγικών συμφερόντων και να μην επιδιώκονται κοινά εμπορικά συμφέροντα που συνδέονται με την ανάπτυξη νέων προϊόντων και αγορών. Ομοίως, οι συμμετοχές θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη λήψη αποφάσεων από επιχειρήσεις που δρουν σε τομέα στρατηγικού συμφέροντος ή ελέγχουν δίκτυα διανομής τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τις χώρες στις οποίες ανήκουν τα ταμεία. Γενικότερα, θα μπορούσε να ασκηθεί επιρροή στις εμπορικές και επενδυτικές αποφάσεις προς το συμφέρον των χωρών στις οποίες ανήκουν τα ΚΕΤ. Παρόλο που στις περισσότερες περιπτώσεις τα ΚΕΤ είναι επενδυτές χαρτοφυλακίου και έχουν αποφύγει να αποκτήσουν πλειοψηφικές συμμετοχές ή να διαδραματίσουν επίσημο ρόλο στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων των επιχειρήσεων, το ενδεχόμενο της επιδίωξης απόκτησης πλειοψηφικών συμμετοχών από τα ΚΕΤ στις επιχειρήσεις δημιουργεί ανησυχίες. Ορισμένες από τις χώρες στις οποίες ανήκουν τα ΚΕΤ παραδέχτηκαν ότι ενήργησαν λαμβάνοντας υπόψη την εθνική τους ασφάλεια και ζητούν να εφαρμοστεί ένα σαφές και αξιόπιστο πλαίσιο για τις επενδύσεις που επιτρέπονται και να διευκρινιστούν οι τομείς στους οποίους τα ΚΕΤ δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση.

2.3. Διεθνής διάλογος για τα ΚΕΤ: έναρξη αναζήτησης κοινών αρχών

Το θέμα των επενδύσεων των ΚΕΤ δεν περιορίζεται στον ευρωπαϊκό χώρο. Τα εν λόγω ταμεία συγκεντρώνουν λόγω της φύσης τους το διεθνές ενδιαφέρον και ο ρόλος τους στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των χωρών στις οποίες ανήκουν τα ΚΕΤ και των αποδεκτριών χωρών.

Οι αποδέκτριες χώρες υπογράμμισαν ότι τα ΚΕΤ πρέπει να βασίζουν τις επενδυτικές τους αποφάσεις αποκλειστικά σε οικονομικούς στόχους και να ανταγωνίζονται σε ισότιμη βάση τους επενδυτές του ιδιωτικού τομέα. Για το σκοπό αυτό οι αποδέκτριες χώρες έκαναν έκκληση για μεγαλύτερη διαφάνεια εκ μέρους των ΚΕΤ. Αυτό καλύπτει θέματα όπως τα πρότυπα γνωστοποίησης της αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, τους επενδυτικούς στόχους και στρατηγικές, την κατανομή-στόχο των χαρτοφυλακίων, τα συστήματα διαχείρισης κινδύνου και τους εσωτερικούς ελέγχους. Η αυξημένη διαφάνεια είναι επίσης σημαντική ώστε να διασφαλιστεί ότι η εποπτεία των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών θα καλύπτει και τα ΚΕΤ. Επιπλέον, οι αποδέκτριες χώρες ζήτησαν τη θέσπιση κατάλληλων δομών διακυβέρνησης στα ΚΕΤ οι οποίες να διασφαλίζουν τη σαφή κατανομή των δικαιωμάτων και των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κυβερνήσεων στις οποίες ανήκουν τα ΚΕΤ και των διαχειριστών τους, καθώς και τη θέσπιση αποτελεσματικού μηχανισμού ελέγχου όσον αφορά τις αποφάσεις για τις επενδύσεις. Οι εν λόγω χώρες αποδέχτηκαν ωστόσο ότι οι ενδεχόμενοι περιορισμοί στις επενδύσεις των ΚΕΤ πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενική εκτίμηση της κατάστασης εντός ενός σταθερού πλαισίου κανόνων και διαδικασιών.

Ορισμένες αποδέκτριες χώρες έχουν ήδη λάβει μέτρα ή έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να εξετάσουν τις επενδύσεις των ΚΕΤ ώστε να προστατέψουν τα έννομα εθνικά τους συμφέροντα. Οι ΗΠΑ τροποποίησαν τη νομοθεσία τους όσον αφορά την λεπτομερή εξέταση ορισμένων συναλλαγών που συνεπάγονται έλεγχο εκ μέρους ξένης κυβέρνησης και θίγουν την εθνική ασφάλεια. Οι ΗΠΑ υπογράμμισαν τις ευθύνες που αναλογούν τόσο στις χώρες στις οποίες ανήκουν τα ταμεία αυτά όσο και στις αποδέκτριες χώρες και θέσπισαν αρχές τις οποίες αναμένουν από τους επενδυτές να τις τηρήσουν. Τον Οκτώβριο του 2007, οι υπουργοί οικονομικών της ομάδας G7 κάλεσαν τους κυριότερους πολυμερείς οργανισμούς, όπως το ΔΝΤ και τον ΟΟΣΑ, να ξεκινήσουν διαδικασία προβληματισμού για το ρόλο των ΚΕΤ και για τους μηχανισμούς αντιμετώπισης των προκλήσεων που συνεπάγονται τα εν λόγω ταμεία.

Το ΔΝΤ επεξεργάζεται επί του παρόντος κώδικα δεοντολογίας για τα ΚΕΤ σε συνεργασία με τις χώρες στις οποίες ανήκουν τα ταμεία αυτά. Ο εν λόγω κώδικας θα μπορούσε να καλύψει τη διάρθρωσή τους από θεσμικής πλευράς και από πλευράς διακυβέρνησης, τη διαχείριση κινδύνων, τη διαφάνεια και την κοινοποίηση των πληροφοριών και την υποχρέωση λογοδοσίας. Ορισμένες χώρες στις οποίες ανήκουν ΚΕΤ δείχνουν ευαισθησία στις ανησυχίες που διατυπώθηκαν και έχουν υποστηρίξει την ιδέα της κατάρτισης κώδικα δεοντολογίας ή βέλτιστων πρακτικών. Τον Νοέμβριο του 2007, πραγματοποιήθηκε στρογγυλή τράπεζα του ΔΝΤ για τους διαχειριστές κρατικών περιουσιακών στοιχείων και αποθεματικών με κύριο θέμα τη διαφάνεια στα ΚΕΤ. Στα πλαίσια αυτά διενεργείται έρευνα για τις εφαρμοζόμενες πρακτικές στα ΚΕΤ και θα καταρτιστεί έγγραφο για τις βέλτιστες πρακτικές στον εν λόγω τομέα. Εξάλλου, σε επίπεδο ΟΟΣΑ, οι αποδέκτριες χώρες έχουν ξεκινήσει το έργο του εντοπισμού των βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά το επενδυτικό πλαίσιο των ΚΕΤ, με βάση τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της υποχρέωσης λογοδοσίας.

III. Βελτίωση του πλαισίου για τις επενδύσεις των ΚΕΤ

3.1. Διεθνείς κανόνες και ευρωπαϊκό πλαίσιο που εφαρμόζονται στις επενδύσεις των ΚΕΤ

Η πρόσφατη νέα ώθηση για τη βελτίωση της διακυβέρνησης των ΚΕΤ δεν σημαίνει ωστόσο ότι τα εν λόγω ταμεία λειτουργούν σήμερα σε συνθήκες νομικού κενού. Στην Ευρώπη ισχύει σήμερα, σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών, ένα περιεκτικό καθεστώς που διέπει την εγκατάσταση και τις πράξεις των ξένων επενδυτών, το οποίο καλύπτει τα ΚΕΤ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που καλύπτει και κάθε άλλο ξένο επενδυτή. Τα ΚΕΤ, εφόσον επενδύσουν σε ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία οφείλουν να συμμορφωθούν με την ίδια οικονομική και κοινωνική νομοθεσία που ισχύει για τους υπόλοιπους επενδυτές τόσο σε κοινοτικό όσο και εθνικό επίπεδο.

Το διεθνές νομικό πλαίσιο δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως, αλλά ένα σύνολο κανόνων του ΠΟΕ και του ΟΟΣΑ καθώς και διμερείς και τομεακές συμφωνίες προσδιορίζουν μια σειρά από διεθνείς υποχρεώσεις που διαμορφώνουν το πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί η ΕΕ.

Η ΕΚ και τα κράτη μέλη της δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις αυτές κατά την εξέταση μέτρων σχετικά με τις επενδύσεις των ΚΕΤ όπως ακριβώς και για τα μέτρα που αφορούν κάθε άλλη μορφή επένδυσης. Ταυτόχρονα, τόσο οι συμφωνίες στο πλαίσιο του ΠΟΕ όσο και οι διμερείς συμφωνίες της ΕΚ προβλέπουν εξαιρέσεις για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας βάσει των οποίων μπορούν να ληφθούν μέτρα για πραγματικούς λόγους εθνικής ασφάλειας.

Όσον αφορά το νομικό πλαίσιο της ΕΕ, οι επενδύσεις των ΚΕΤ εντός της ΕΕ υπόκεινται στους ίδιους κανόνες και ελέγχους που εφαρμόζονται σε όλες τις άλλες μορφές επενδύσεων, είτε είναι ξένες είτε εγχώριες, με τήρηση των αρχών για την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών που προβλέπονται στο άρθρο 56 ΕΚ.

Η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων δεν είναι απόλυτη. Ως θεμελιώδης αρχή της συνθήκης, δύναται, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να ρυθμίζεται από δύο πλευρές, δυνάμει του άρθρου 57 παράγραφος 2 ΕΚ: κατά πρώτο λόγο, η Κοινότητα μπορεί να λαμβάνει με ειδική πλειοψηφία μέτρα σχετικά με τις κινήσεις κεφαλαίων από τρίτες χώρες που αφορούν άμεσες επενδύσεις· κατά δεύτερο λόγο, η Κοινότητα διατηρεί τη δυνατότητα να λαμβάνει - με ομόφωνη απόφαση - μέτρα που περιορίζουν τις άμεσες επενδύσεις.

Ο κανονισμός για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των έννομων συμφερόντων τους εκτός των σχετικών με τον ανταγωνισμό. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να είναι απαραίτητα, να μην εισάγουν διακρίσεις, να είναι αναλογικά και συμβιβάσιμα με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Ως έννομα συμφέροντα νοούνται η δημόσια ασφάλεια, η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης και οι κανόνες χρηστής διαχείρισης, ενώ η Επιτροπή δύναται να αξιολογήσει ως έννομα άλλα συμφέροντα που της έχουν γνωστοποιηθεί, μετά από εξέταση κατά περίπτωση.

Όσον αφορά την εθνική νομοθεσία, τα κράτη μέλη διαθέτουν εθνικά μέσα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο και την επιβολή όρων στις επενδύσεις των ΚΕΤ ή οιωνδήποτε άλλων επενδυτών, ενώ δύνανται επίσης να αναπτύξουν νέα μέτρα κατάλληλα για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων ειδικών αναγκών, εφόσον τα μέτρα αυτά είναι συμβατά με τη συνθήκη, αναλογικά, δεν εισάγουν διακρίσεις και δεν αντίκεινται σε διεθνείς υποχρεώσεις.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω τον τρόπο με τον οποίο κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόσουν τα εν λόγω εθνικά μέτρα κατά τρόπο πλήρως συμβατό με τη Συνθήκη, υπογραμμίζοντας ότι η επίκληση καθαρά οικονομικών λόγων δεν μπορεί ποτέ να αιτιολογήσει την επιβολή φραγμών που απαγορεύονται από τη Συνθήκη[4]. Το Δικαστήριο παρουσίασε επίσης κριτήρια για την αξιολόγηση της αναλογικότητας των συστημάτων αδειοδότησης. Αυτά πρέπει να έχουν ως στόχο την προστασία του έννομου γενικού συμφέροντος και να προβλέπουν αυστηρές προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής, πρέπει να κατονομάζονται συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ή διαχειριστικές αποφάσεις, και οι στόχοι του συστήματος και τα πάγια κριτήρια πρέπει να υπόκεινται σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο[5].

Τέλος, υπάρχει δυνατότητα να παρακολουθείται και να ελέγχεται σε συνεχή βάση η συμπεριφορά των ΚΕΤ ως επενδυτών μέσω του κανονιστικού πλαισίου, το οποίο αποτελεί αποτελεσματικό εργαλείο προστασίας των δημοσίων συμφερόντων ανεξάρτητα από το σε ποιον ανήκουν τα ταμεία. Αυτό ισχύει ιδίως για τις βιομηχανίες δικτύου.

3.2. Αιτιολόγηση της κοινής προσέγγισης

Η ΕΕ διαθέτει λοιπόν τα μέσα για να αντιμετωπίσει προβλήματα που ενδέχεται να ανακύψουν από τις πράξεις των ΚΕΤ. Αντίστοιχα, τα κράτη μέλη διαθέτουν δυνάμει της Συνθήκης επαρκείς εξουσίες για την αντιμετώπιση θεμάτων δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας. Επιπλέον, τα ΚΕΤ έχουν τηρήσει μέχρι σήμερα στάση αξιόπιστου επενδυτή και οι δραστηριότητές τους δεν προκάλεσαν προβλήματα στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ωστόσο, από την πρόσφατη εμπειρία προκύπτει ότι η αδιαφάνεια σε ορισμένα ΚΕΤ μπορεί να προκαλέσει αμυντικές αντιδράσεις. Πράγματι, κατά τους τελευταίους μήνες, ασκήθηκαν σε πολλά κράτη μέλη πιέσεις να επικαιροποιήσουν την εθνική τους νομοθεσία και να διερευνήσουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν εξαιρέσεις στην εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και της ελεύθερης εγκατάστασης. Λόγω της αναμενόμενης ενίσχυσης στο μέλλον του μεγέθους και της σημασίας των ΚΕΤ, η πίεση αυτή δεν μπορεί παρά να αυξηθεί. Υπάρχει συνεπώς λόγος για την αύξηση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της υποχρέωσης λογοδοσίας για τις πράξεις των ΚΕΤ. Με την εξάλειψη των περιττών ανησυχιών διευκολύνεται η διατήρηση ενός ανοικτού περιβάλλοντος για τις επενδύσεις το οποίο επιτρέπει στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της να συνεχίζουν να καρπούνται τα οφέλη από τις επενδύσεις των ΚΕΤ.

Η κοινή προσέγγιση της ΕΕ στο θέμα των ΚΕΤ είναι απαραίτητη για τρεις λόγους.

- Πρώτον, καθώς τα ΚΕΤ αποτελούν θέμα παγκόσμιου ενδιαφέροντος, οι πολυμερείς λύσεις παρέχουν μεγαλύτερα πλεονεκτήματα από τις απαντήσεις που δίδονται στο επίπεδο του κάθε κράτους. Μια διεθνής προσέγγιση μπορεί να εξασφαλίσει ένα επίπεδο ασφάλειας και να επιτρέψει στα ΚΕΤ να λαμβάνουν τις επενδυτικές τους αποφάσεις βασιζόμενα σε μια κοινή προσέγγιση. Οι πρωτοβουλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη σε πολυμερές επίπεδο θα προωθήσουν μια κοινή θεώρηση όσον αφορά τις προκλήσεις που τίθενται από τα ΚΕΤ και τους πιθανούς μηχανισμούς αντιμετώπισής τους. Μια κοινή προσέγγιση της ΕΕ θα μεγιστοποιούσε την ευρωπαϊκή επιρροή στις ευρύτερες συζητήσεις που διεξάγονται. Το ίδιο ισχύει και για τον περαιτέρω διάλογο με τις τρίτες χώρες, περιλαμβανομένων όσων είναι ιδιοκτήτες ή/και διαχειρίζονται ΚΕΤ.

- Δεύτερον, η επιτακτική ανάγκη να διατηρηθεί μια ικανοποιητικά λειτουργούσα εσωτερική αγορά βασισμένη σε ανοικτούς κανόνες που δεν εισάγουν διακρίσεις, απαιτεί μια κοινή προσέγγιση. Μια σειρά από ασυντόνιστες αντιδράσεις θα κατακερμάτιζε την εσωτερική αγορά και θα έβλαπτε την οικονομία της Ευρώπης στο σύνολό της. Σε μια ολοκληρωμένη ενιαία αγορά, τα πλεονεκτήματα των μεμονωμένων μέτρων μπορεί να είναι πλασματικά. Οι διαφορετικές ερμηνείες και προσεγγίσεις θα οδηγούσαν σε νέες μεθόδους παράκαμψης των κανόνων και διοχέτευσης των επενδύσεων εκτός της Ευρώπης – έχοντας αποτρεπτικές συνέπειες οι οποίες θα μπορούσαν να εξαπλωθούν από τα ΚΕΤ σε άλλους πιθανούς επενδυτές. Οι κίνδυνοι αυτοί είναι πραγματικοί εάν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα και ασυντόνιστα και ανέπτυσσαν δύσκαμπτους και δεσμευτικούς μηχανισμούς για την άσκηση ελέγχου ή την επιβολή όρων στις επενδύσεις. Η εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης προφυλάσσει από τέτοιους κινδύνους.

- Τέλος, ένας από τους κύριους στόχους της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ είναι να ανοίξει τις αγορές των τρίτων χωρών στους επενδυτές της ΕΕ με βάση τις ίδιες αρχές που χρησιμοποιούνται στην εσωτερική αγορά. Οι προσπάθειες αυτές θα καθίσταντο δυσχερέστερες εάν η Ένωση έδινε την εντύπωση ότι επιβάλλει φραγμούς εντός της ΕΕ.

IV. Βήματα προς τα εμπρός: αρχές που διέπουν την πολιτική της εε για την αντιμετώπιση των θεμάτων των ΚΕΤ

4.1. Επιλογές για μια κοινή προσέγγιση της ΕΕ σε θέματα ΚΕΤ

Η προσέγγιση της ΕΕ αποσκοπεί στη διατήρηση ενός σαφούς, προβλέψιμου και αξιόπιστου νομικού περιβάλλοντος που ενθαρρύνει τις ανοικτές σε παγκόσμια κλίμακα κεφαλαιαγορές και επενδύσεις. Η ΕΕ και τα κράτη μέλη δύνανται και θα όφειλαν να είναι σε θέση να προστατεύσουν τους θεμιτούς στόχους πολιτικής χωρίς να πέσουν στην παγίδα του προστατευτισμού. Ταυτόχρονα, η ΕΕ πρέπει να διατηρήσει μια ισορροπία μεταξύ των μέτρων που λαμβάνονται έναντι των επενδύσεων τρίτων χωρών και των ενεργειών που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς σε σχέση με τις επενδύσεις της ΕΕ.

Κατά το δημόσιο διάλογο για το εν λόγω θέμα υποβλήθηκαν διάφορες προτάσεις που αποτελούν πιθανές λύσεις για να επισπευσθεί η ευρωπαϊκή απάντηση σε θέματα ΚΕΤ. Στις εν λόγω προτάσεις περιλαμβάνονται η σύσταση επιτροπής της ΕΕ για τις ξένες επενδύσεις η οποία θα αντικατοπτρίζει τις ρυθμίσεις που έγιναν στις ΗΠΑ, ένας μηχανισμός ελέγχου σε επίπεδο ΕΕ ή ένας μηχανισμός «χρυσών μετοχών» (golden shares) για τις ξένες επενδύσεις εκτός ΕΕ. Για όλες αυτές τις προτάσεις υπάρχει ο κίνδυνος να σταλεί το λανθασμένο σήμα ότι η ΕΕ οπισθοδρομεί σε σχέση με τις δεσμεύσεις της για ένα ανοικτό σύστημα επενδύσεων. Εξάλλου τα μέτρα αυτά δύσκολα θα συμβιβάζονταν με το κοινοτικό δίκαιο και τις διεθνείς υποχρεώσεις της ΕΕ.

Αντίθετα, η Επιτροπή εκτιμά ότι η σωστή προσέγγιση θα ήταν η προώθηση μιας κοινής προσπάθειας εκ μέρους των αποδεκτριών χωρών, των ΚΕΤ και των χωρών στις οποίες ανήκουν τα ταμεία προκειμένου να θεσπιστεί σειρά αρχών που διασφαλίζουν τη διαφάνεια, την προβλεψιμότητα και την υποχρέωση λογοδοσίας σε σχέση με τις επενδύσεις των ΚΕΤ. Είναι σημαντικό να συμμετάσχουν στη διαδικασία αυτή όλοι οι ενδιαφερόμενοι παράγοντες και να συμβάλουν άμεσα στη δημιουργία ενός ισορροπημένου και σταθερού πλαισίου για τις επενδύσεις των ΚΕΤ.

Η προσέγγιση αυτή έχει δύο διαστάσεις. Η ΕΚ αναμένει από τα ΚΕΤ να δεσμευτούν εθελοντικά να εφαρμόσουν ορισμένα πρότυπα όσον αφορά τη διαφάνεια και τη διακυβέρνηση ώστε να εξασφαλιστεί επαρκής διαφάνεια που θα κατευνάσει τις ανησυχίες του κοινού. Για το σκοπό αυτό πρέπει να στηριχθούν ανεπιφύλακτα οι προσπάθειες που έχουν ήδη αναληφθεί από το ΔΝΤ για την εκπόνηση κώδικα δεοντολογίας για τα ΚΕΤ καθώς και από τον ΟΟΣΑ για τον εντοπισμό των βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά τις επενδύσεις των ΚΕΤ στις αποδέκτριες χώρες. Η ΕΕ πρέπει να λειτουργεί ως κινητήριος μοχλός για την προώθηση των εργασιών που διεξάγονται σε διεθνές επίπεδο για το σκοπό αυτό. Ταυτόχρονα, η τήρηση των εν λόγω προτύπων από τα ΚΕΤ θα επιτρέψει να εξασφαλίσουν οι επενδύτριες χώρες ένα σαφές προβλέψιμο και σταθερό επενδυτικό πλαίσιο στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της καθώς και σε άλλες αποδέκτριες χώρες.

Η Επιτροπή προτείνει λοιπόν μια κοινή προσέγγιση μέσω της οποίας η ΕΕ θα συμβάλει στις προσπάθειες που καταβάλλονται σε διεθνές επίπεδο για την θέσπιση ενός πλαισίου που θα βελτιώνει τη διαφάνεια, τη προβλεψιμότητα και την υποχρέωση λογοδοσίας για τα ΚΕΤ.

4.2. Αρχές για μια κοινή προσέγγιση όσον αφορά τη μεταχείριση των ΚΕΤ ως επενδυτών από την ΕΕ

Η κοινή προσέγγιση όσον αφορά τη μεταχείριση των ΚΕΤ ως επενδυτών από την ΕΕ πρέπει να βασίζεται στις ακόλουθες αρχές:

- Δέσμευση για ανοικτό επενδυτικό περιβάλλον : σύμφωνα με τη στρατηγική της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση, η ΕΕ πρέπει να επιβεβαιώσει τη δέσμευσή της για ανοικτές αγορές στα ξένα κεφάλαια και για επενδυτικό περιβάλλον φιλικό προς τους επενδυτές. Κάθε προστατευτική ενέργεια ή κίνηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει τέτοιο στόχο ενδέχεται να παροτρύνει τις τρίτες χώρες να πράξουν το ίδιο και θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια δίνη προστατευτισμού. Η ΕΕ η οποία επωφελείται από το άνοιγμά της στον υπόλοιπο κόσμο και από τις επενδύσεις της στο εξωτερικό, θα είναι κατά συνέπεια από τους πρώτους που θα υποστούν τις συνέπειες από μια τάση για προστατευτισμό. Παράλληλα, η ΕΕ πρέπει να επιδιώξει να ανοίξει τις χώρες στις οποίες ανήκουν τα ΚΕΤ στους ευρωπαίους επενδυτές και να τους διασφαλίσει μια δίκαιη και ίση μεταχείριση, ιδίως στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για σύναψη συμφωνιών ελευθέρων συναλλαγών.

- Στήριξη των πολυμερών εργασιών: η ΕΕ πρέπει να προωθήσει ενεργά τις εργασίες που διεξάγονται από τους διεθνείς οργανισμούς και ιδίως από το ΔΝΤ και τον ΟΟΣΑ. Η ΕΕ τάσσεται υπέρ ενός ανοικτού διαλόγου με τις χώρες στις οποίες ανήκουν τα ΚΕΤ και αναγνωρίζει τα πλεονεκτήματα μιας συνολικής προσέγγισης για την εκπόνηση κοινού πλαισίου για τις επενδύσεις των ΚΕΤ.

- Χρήση των μέσων που υπάρχουν: η ΕΕ και τα κράτη μέλη διαθέτουν ήδη ειδικά μέσα που τους επιτρέπουν να δίνουν τις κατάλληλες απαντήσεις όταν αντιμετωπίζουν κινδύνους ή προκλήσεις στο πλαίσιο διασυνοριακών επενδύσεων, περιλαμβανομένων των επενδύσεων των ΚΕΤ, για λόγους δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας.

- Τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συνθήκη ΕΚ και από τις διεθνείς δεσμεύσεις: η ΕΕ και τα κράτη μέλη της θα συνεχίσουν να ενεργούν κατά τρόπο πλήρως συμβατό με τις αρχές που προβλέπει η συνθήκη περί ιδρύσεως της ΕΚ και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της ΕΕ.

- Αναλογικότητα και διαφάνεια : Τα μέτρα που λαμβάνονται στον τομέα των επενδύσεων για λόγους δημοσίου συμφέροντος δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια που είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ενώ το νομικό πλαίσιο πρέπει να είναι προβλέψιμο και διαφανές.

Οι εν λόγω βασικές αρχές πρέπει να διέπουν την κοινή προσέγγιση της ΕΕ η οποία θα προταθεί ως βάση για συμφωνία μεταξύ των αποδεκτριών χωρών όσον αφορά τη μεταχείριση των επενδύσεων των ΚΕΤ. Για να εφαρμοστεί στο διεθνές επίπεδο, η κοινή αυτή προσέγγιση πρέπει να βασιστεί στις προαναφερόμενες αρχές του ανοίγματος στις διασυνοριακές επενδύσεις, της προτίμησης των πολυμερών λύσεων, της τήρησης των ανειλημμένων διεθνών υποχρεώσεων, της αναλογικότητας και της προβλεψιμότητας των κανόνων.

4.3. Τόνωση της εμπιστοσύνης όσον αφορά τη λειτουργία των ΚΕΤ: η ευρωπαϊκή συμβολή στην κατάρτιση κώδικα δεοντολογίας για τα ΚΕΤ και τις χώρες στις οποίες αυτά ανήκουν

Υπάρχουν δύο τρόποι για να απαντηθούν αποτελεσματικά οι ανησυχίες που διατυπώθηκαν σχετικά με την έλλειψη βεβαιότητας και προβλεψιμότητας όσον αφορά τα ΚΕΤ και οι τρόποι αυτοί πρέπει να κατέχουν κεντρική θέση στην ευρωπαϊκή συμβολή στις εργασίες που διεξάγονται σε παγκόσμιο επίπεδο για την εκπόνηση κοινού πλαισίου για τις επενδύσεις των ΚΕΤ. Ο πρώτος συνίσταται στην εξασφάλιση μεγαλύτερης σαφήνειας και επίγνωσης όσον αφορά τη διακυβέρνηση των ΚΕΤ. Ο δεύτερος αφορά την εξασφάλιση μεγαλύτερης διαφάνειας για τις δραστηριότητες και τις επενδύσεις τους. Τα κρατικά επενδυτικά ταμεία και οι χώρες στις οποίες ανήκουν πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα δύο αυτά στοιχεία.

(α) Διακυβέρνηση

Για να δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση στις διατυπωθείσες ανησυχίες ότι κατά τη λειτουργία των ταμείων λαμβάνονται υπόψη πολιτικοί και άλλοι μη εμπορικοί παράγοντες, πρέπει απαραίτητα να αποσαφηνιστεί ο βαθμός των ενδεχόμενων πολιτικών παρεμβάσεων στη λειτουργία των ΚΕΤ. Στις κατευθυντήριες γραμμές, που εξέδωσε το ΔΝΤ το 2001, για τη διαχείριση αποθεματικών ξένου συναλλάγματος [6] προσδιορίζονται σημαντικές αρχές οι οποίες θα μπορούσαν να επεκταθούν στα ΚΕΤ. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την εταιρική διακυβέρνηση κρατικών επιχειρήσεων [7] προβλέπουν αρχές που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στις διασυνοριακές επενδύσεις των ΚΕΤ.

Στις αρχές καλής διακυβέρνησης περιλαμβάνονται:

- Η σαφής κατανομή και ο διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων στην εσωτερική διάρθρωση της διακυβέρνησης ενός ΚΕΤ,

- Η επεξεργασία και η θέσπιση επενδυτικής πολιτικής που προσδιορίζει τους γενικούς στόχους των επενδύσεων των ΚΕΤ,

- Η λειτουργική αυτονομία της οντότητας που της επιτρέπει να επιτύχει τους στόχους που έχει θέσει,

- Η δημοσιοποίηση των γενικών αρχών που διέπουν τη σχέση του ΚΕΤ με την κυβερνητική αρχή,

- Η δημοσιοποίηση των γενικών αρχών εσωτερικής διακυβέρνησης που παρέχουν εχέγγυα ακεραιότητας,

- Η επεξεργασία και η θέσπιση πολιτικών διαχείρισης κινδύνων.

(β) Διαφάνεια

Η διαφάνεια επιβάλλει πειθαρχία στη διαχείριση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων καθώς οι αρμόδιοι παράγοντες δύνανται να εποπτεύουν ως ένα βαθμό τις δραστηριότητες των επενδυτών και να παρακολουθούν εάν τα ταμεία παρεκκλίνουν από τους επιδιωκόμενους στόχους. Η διαφάνεια καθαυτή προάγει τη λογοδοσία. Στην περίπτωση των ΚΕΤ, η διαφάνεια δεν συμβάλλει μόνο στην ενίσχυση της πειθαρχίας στην αγορά αλλά περιορίζει και τα κίνητρα για κυβερνητικές παρεμβάσεις. Αποτελεί συνεπώς καθοριστικό στοιχείο που διασφαλίζει την εμπιστοσύνη η οποία αποτελεί τη βάση ενός ανοικτού περιβάλλοντος για τις επενδύσεις.

Δεδομένου ότι η διαχείριση των ΚΕΤ γίνεται ανεξάρτητα από εκείνη των συναλλαγματικών αποθεματικών μιας χώρας, τα εν λόγω ταμεία δεν καλύπτονται από μηχανισμούς διαφάνειας παρόμοιους με αυτούς που εφαρμόζει το ΔΝΤ για τα συναλλαγματικά αποθεματικά (SDDS, ειδικό πρότυπο για τη διάδοση δεδομένων του ΔΝΤ). Πρέπει να εξεταστεί η επέκταση των ειδικών προτύπων διαφάνειας στα ΚΕΤ. Οι υπάρχουσες κατευθυντήριες γραμμές του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ περιλαμβάνουν ήδη τέτοια πρότυπα και ορισμένα ΚΕΤ όπως εκείνα της Νορβηγίας και της Σιγκαπούρης, διέπονται από αρχές που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως υποδείγματα στον τομέα. Ωστόσο, δεν πρέπει να αναμένεται ότι τα ΚΕΤ θα ακολουθήσουν πιο προωθημένες πρακτικές διαφάνειας από εκείνες που αναπτύχθηκαν από το ΔΝΤ και τον ΟΟΣΑ και εφαρμόζονται ήδη σε αντίστοιχους κρατικούς επενδυτικούς φορείς.

Οι πρακτικές που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στον τομέα της διαφάνειας είναι συγκεκριμένα:

- η ετήσια δημοσιοποίηση των επενδυτικών θέσεων και της κατανομής των περιουσιακών στοιχείων, ιδίως για επενδύσεις για τις οποίες υπάρχει πλειοψηφική συμμετοχή,

- η άσκηση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας,

- η δημοσιοποίηση της χρήσης μόχλευσης και της σύνθεσης των αποθεματικών ξένου συναλλάγματος,

- το μέγεθος και η πηγή των πόρων της οντότητας,

- η δημοσιοποίηση των κανονιστικών ρυθμίσεων της χώρας καταγωγής και των εποπτικών κανόνων που εφαρμόζονται στα ΚΕΤ.

V. Συμπέρασμα

Το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρέχει την ευκαιρία στα κράτη μέλη να υιοθετήσουν μια συνεκτική προσέγγιση για τις επενδύσεις των ΚΕΤ δίνοντας μια απάντηση στις ανησυχίες που διατυπώνονται. Η συντονισμένη αυτή προσέγγιση δεν αντίκειται σε εθνικά προνόμια και υφιστάμενες αρμοδιότητες για την προστασία των έννομων δημόσιων στόχων και συμφερόντων. Στόχος της είναι να προσδιοριστούν κοινές προσδοκίες για αυξημένη διαφάνεια, προβλεψιμότητα και υποχρέωση λογοδοσίας για τις πράξεις των ΚΕΤ καθώς και να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή συμβολή στην αναζήτηση, σε παγκόσμιο επίπεδο, λύσεων στο εν λόγω πρόβλημα.

Σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπει η Συνθήκη και η ανανεωμένη στρατηγική της Λισαβόνας, η Ευρώπη πρέπει να παραμείνει πιστή στην παράδοση του ανοίγματος στις κεφαλαιουχικές επενδύσεις, καθώς αποτελούν ζωτική πηγή ισχύος για τις ευρωπαϊκές οικονομίες την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Παράλληλα, η επιλογή αυτή του ανοίγματος πρέπει να στηριχθεί καλώντας τα ΚΕΤ να συνεργαστούν σε μια προσπάθεια για την ενίσχυση των προτύπων διακυβέρνησής τους και της ποιότητας των πληροφοριών που παρέχουν στις αγορές. Τούτο δεν θα ωφελήσει μόνο την ΕΕ αλλά είναι προς το αμοιβαίο συμφέρον όλων των αποδεκτριών χωρών καθώς και των επενδυτριών χωρών.

Η κοινή προσέγγιση της ΕΕ πρέπει να λειτουργήσει ως συμβολή στις προσπάθειες του ΔΝΤ για την κατάρτιση κώδικα δεοντολογίας για τα ΚΕΤ και τους ιδιοκτήτες τους καθώς και στις εργασίες του ΟΟΣΑ για τον καθορισμό αρχών που θα εφαρμόζονται από τις αποδέκτριες χώρες στις σχέσεις τους με τα ΚΕΤ. Η εν λόγω προσέγγιση αναμένεται να συμβάλει στην επίτευξη, κατά προτίμηση μέχρι τα τέλη του 2008, συμφωνίας για δέσμη κατευθυντηρίων γραμμών οι οποίες θα εξασφαλίσουν την απαιτούμενη εμπιστοσύνη για την ορθή και διαφανή λειτουργία των ΚΕΤ.

[1] Η θέση αυτή αναπτύσσεται αναλυτικά στις ανακοινώσεις: «Η Ευρώπη στον κόσμο: η συμμετοχή της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό» - COM(2006) 567, 4.10.2006 – και «Το ευρωπαϊκό συμφέρον: επιτυχία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης» - COM(2007) 581, 3.10.2007.

[2] Τα μεγαλύτερα ταμεία χρηματοδοτούνται από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (δύο ταμεία), τη Νορβηγία, τη Ρωσία, τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και τη Σιγκαπούρη (δύο ταμεία).

[3] Σύμφωνα με ορισμένες προβλέψεις το ποσό θα τετραπλασιαστεί κατά την προσεχή δεκαετία και το ενεργητικό των ΚΕΤ θα μπορούσε να ανέλθει μέχρι το 2015 σε 12 τρισεκατ. δολάρια.

[4] Επιπλέον, όπως προβλέπει το άρθρο 58 παράγραφος 3 ΕΚ, τα μέτρα που λαμβάνονται από κράτη μέλη δεν μπορούν να αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων όπως ορίζεται στο άρθρο 56 ΕΚ.

[5] Βλ. για παράδειγμα την απόφαση της 4ης Ιουνίου 2002, στην υπόθεση C-503/99, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά του Βασιλείου του Βελγίου, σημεία 48-52.

[6] http://www.imf.org/external/np/mae/ferm/eng/index.htm

[7] http://www.oecd.org/dataoecd/46/51/34803211.pdf

Top