Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52005DC0076

Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ανάπτυξη - Μηχανισμός εγγυήσεων για τα δάνεια των σχεδίων ΔΕΔ-Μεταφορών {SEC(2005) 323}

/* COM/2005/0076 τελικό */

52005DC0076

Ανακοινωση της Επιτροπης στο Συμβουλιο και το Ευρωπαϊκο Κοινοβουλιο - Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ανάπτυξη - Μηχανισμός εγγυήσεων για τα δάνεια των σχεδίων ΔΕΔ-Μεταφορών {SEC(2005) 323} /* COM/2005/0076 τελικό */


Βρυξέλλες, 07.03.2005

COM(2005)76 τελικό

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ανάπτυξη Μηχανισμός εγγυήσεων για τα δάνεια των σχεδίων ΔΕΔ-Μεταφορών {SEC(2005) 323}

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ανάπτυξη Μηχανισμός εγγυήσεων για τα δάνεια των σχεδίων ΔΕΔ- Μεταφορών

Περιεχόμενα

1. Αιτιολογική έκθεση 3

2. Αναθεωρημένη πρόταση μηχανισμού εγγυήσεων 4

2.1. Κοινοτικός μηχανισμός εγγυήσεων 5

2.2. Κυριότεροι στόχοι 6

2.3. Κυριότερα πλεονεκτήματα 6

2.4. Επιλέξιμα σχέδια 7

2.5. Κατανομή των κινδύνων 7

2.6. Νομική βάση 8

2.7. Κόστος της εγγύησης για την Κοινότητα 8

2.8. Σύσταση προβλέψεων και τιμολόγηση 9

2.9. Επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό και το Ταμείο ρευστότητας 9

2.10. Διαχείριση 10

3. Τελικές παρατηρήσεις 11

Αιτιολογική έκθεση

Σύμφωνα με το αίτημα που εξέφρασε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2003, οι υπηρεσίες της Επιτροπής, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), συμβουλεύτηκαν τους παράγοντες της αγοράς ενόψει της εξέτασης της σκοπιμότητας ενός μηχανισμού εγγυήσεων για τα δάνεια των σχεδίων στον τομέα των μεταφορών. Η διαβούλευση με τους παράγοντες της αγοράς παρουσιάζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής COM(2005)75 τελικό.

Οι συζητήσεις με εμπειρογνώμονες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση οδήγησαν σε ορισμένες τεχνικές τροποποιήσεις σε σχέση με το αρχικό σκεπτικό της Επιτροπής όπως εκτίθεται στην ανακοίνωση της 11ης Νοεμβρίου 2003[1] σχετικά με την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ανάπτυξη.

Ο εγγυητικός μηχανισμός αναμένεται να επιτρέψει την ενίσχυση της δυνατότητας μόχλευσης των περιορισμένων δημόσιων πόρων προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα σε προγράμματα προτεραιότητας στον τομέα των μεταφορών (ΔΕΔ-Μεταφορών) με την παροχή χρηματοδοτικής συνδρομής.

Το μέσο θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για συγκεκριμένα είδη συνεργασίας δημόσιου – ιδιωτικού τομέα ΚΔΙΤ (κοινοπραξία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) και για τη συγκεκριμένη περίοδο της διάρκειας του προγράμματος διευρύνοντας το φάσμα των μέσων χρηματοδότησης των ΔΕΔ. Τα πλήρη αποτελέσματά του θα αναπτυχθούν μόνο αν εγκριθεί ο συνολικός προτεινόμενος προϋπολογισμός ΔΕΔ ύψους 20 δισεκατ. ευρώ. Οι επενδυτές θα θεωρήσουν έτσι ότι η υλοποίηση των δικτύων αποτελεί ένα ρεαλιστικό εγχείρημα. Ο εγγυητικός μηχανισμός θα συμπληρώσει με τον τρόπο αυτό την ευρωπαϊκή χρηματοδοτική συνδρομή, χωρίς ωστόσο να την υποκαταστήσει.

Σύμφωνα με το σχεδιασμό του νέου μέσου, η ΕΕ θα χορηγεί εγγυήσεις δανείων με στόχο να περιορίσει τον εγγενή κίνδυνο σε σχέση με τα έσοδα κατά τα πρώτα έτη των προγραμμάτων. Ειδικότερα, η εγγύηση θα αποτελεί ένα πλήρες αποθεματικό ρευστότητας με τον τίτλο «πιστωτική γραμμή stand-by», το οποίο θα ενεργοποιείται μόνο αν οι ταμειακές ροές του προγράμματος δεν επαρκούν για την εξυπηρέτηση των προνομιούχων απαιτήσεων. Οι εν λόγω πιστωτικές γραμμές stand-by θα ανέρχονται σε περίπου 10% του συνολικού προνομιούχου χρέους (σε ορισμένες περιπτώσεις με μεγαλύτερους κινδύνου ως 20%) και θα ισχύουν για μέγιστη διάρκεια 5 ετών. Για να λάβουν την κοινοτική εγγύηση δανείων, τα σχέδια θα πρέπει να λαμβάνουν χρηματοδοτική ενίσχυση από την πλευρά των κρατών μελών ή άλλων δημόσιων εθνικών αρχών, παρόμοιου επιπέδου και με καθορισμένη μορφή ανάλογα με τα διάφορα διαθέσιμα εργαλεία και τις εθνικές πραγματικότητες.

Σύμφωνα με την αρχική πρόταση, η εγγύηση θα τιμολογείται ώστε να καλύπτει τον κίνδυνο και τα έξοδα διαχείρισης που συνδέονται με το μηχανισμό.

Σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης, θα δημιουργείται πίστωση υπέρ της Επιτροπής που θα έπεται των προνομιούχων απαιτήσεων αλλά θα έχει προτεραιότητα σε σχέση με τα μετοχικά κεφάλαια. Αυτό το «ενδιάμεσο χρέος» θα επιστρέφεται στην Επιτροπή από τον δανειζόμενο αν και εφόσον το επιτρέπουν τα έσοδα από το σχέδιο.

Η χρηματοδότηση του μηχανισμού θα διασφαλίζεται στο πλαίσιο των νέων χρηματοδοτικών προοπτικών, από τη γραμμή του προϋπολογισμού για τα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών κατά την περίοδο 2007-2013. Η δράση αυτή περιλαμβάνεται ήδη στο χρηματοδοτικό πλαίσιο της πρότασης κανονισμού ΔΕΔ-Μεταφορών[2]. Η αξιολόγηση του κινδύνου από την Επιτροπή, βάσει υποδείγματος που θα χρησιμοποιεί τα στοιχεία τα οποία δημοσιεύουν οι οργανισμοί διαβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας, δείχνει ότι μια πίστωση 1 δισεκατ. ευρώ θα μπορούσε να εγγυηθεί περίπου 20 δισεκατ. ευρώ προνομιούχων απαιτήσεων, υποθέτοντας ένα χαρτοφυλάκιο πράξεων με ικανοποιητική διαβάθμιση επένδυσης. Σε κάθε περίπτωση, ο μηχανισμός σύστασης προβλέψεων και το ταμείο ρευστότητας θα περιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον κίνδυνο άμεσης προσφυγής στον προϋπολογισμό της Κοινότητας.

Η Επιτροπή σκέπτεται να επιλέξει ένα διεθνές χρηματοδοτικό ίδρυμα για τη διαχείριση του μέσου και θεωρεί ότι ο όμιλος της ΕΤΕπ αποτελεί τον κατάλληλο υποψήφιο.

Τα συμπεράσματα του παρόντος εγγράφου αποτελούν ένα σημείο εκκίνησης για το ευρωπαϊκό μηχανισμό εγγυήσεων για τα δάνεια των σχεδίων ΔΕΔ-Μεταφορών, στο πλαίσιο της πρότασης της Επιτροπής για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί καθορισμού των γενικών κανόνων για τη χορήγηση κοινοτικής ενίσχυσης στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών και ενέργειας που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2236/95[3] («νέος χρηματοδοτικός κανονισμός ΔΕΔ-Μεταφορών»). Μολονότι η έναρξη ισχύος του εν λόγω συστήματος δεν προβλέπεται πριν από το 2007, η Επιτροπή και η ΕΤΕπ σκέπτονται να καθορίσουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής το 2005 και να αρχίσουν να επιλέγουν και να αξιολογούν προγράμματα που θα περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο από το 2007.

Η ανακοίνωση πρέπει να αποτελέσει τη βάση για νέες συζητήσεις, ιδιαίτερα με τις αρχές των κρατών μελών, σχετικά με την υλοποίηση και τη διαχείριση του μηχανισμού και τη δυνατότητα να προσφέρουν τα κράτη μέλη ανάλογη υποστήριξη.

Η παρούσα ανακοίνωση περιλαμβάνει τρία κεφάλαια. Μετά την αιτιολογική έκθεση, το κεφάλαιο 2 παρουσιάζει την πρόταση του σκεπτικού για το κοινοτικό μηχανισμό εγγυήσεων, τις ανάγκες σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση και τη σύσταση προβλέψεων καθώς και για τη διαχείρισή του. Το κεφάλαιο 3 ολοκληρώνει την έκθεση. Η ανακοίνωση συμπληρώνεται από το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SEC(2005)323.

Αναθεωρημένη πρόταση μηχανισμου εγγυησεων

Τα επόμενα κεφάλαια περιγράφουν την αναθεωρημένη έννοια ενός μηχανισμού εγγυήσεων δανείων. Το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SEC(2005)323 περιγράφει το γενικό πλαίσιο των πιστωτικών γραμμών stand-by και περιλαμβάνει λεπτομερέστερες πληροφορίες για τα κυριότερα ενδεικτικά χαρακτηριστικά του μηχανισμού ενόψει της καλύτερης κατανόησης του θέματος.

Κοινοτικός μηχανισμός εγγυήσεων

Με τη νέα αυτή έννοια, η Κοινότητα θα εγγυάται μια πιστωτική γραμμή stand-by μέχρι ένα προκαθορισμένο ανώτατο όριο, ίσως και ένα ονομαστικό όριο, σε ένα πρόγραμμα τύπου ΚΔΙΤ. Η εγγύηση θα καλύπτει τις απρόβλεπτες αδυναμίες εξυπηρέτησης του χρέους λόγω συγκεκριμένων κινδύνων που θα περιλαμβάνουν ειδικότερα του κυκλοφοριακούς κινδύνους. Η εγγύηση θα μπορεί επίσης να καλύπτει του κινδύνους σε θέματα διαθεσιμότητας/επίδοσης εφόσον μπορούν να αξιολογηθούν σε λογικά πλαίσια. Σε ό,τι αφορά τα προγράμματα που ξεκινούν μόνο όταν διατίθενται οι πόροι, η κοινοτική εγγύηση δεν θα μπορεί να καλύπτει παρά σαφώς περιορισμένους κινδύνους που δεν συνδέονται με τη διαχείριση του προγράμματος και δεν παρουσιάζουν κινδύνους ηθικής τάξης για τον ανάδοχο/διαχειριστή. Ανάλογα με τη δυνατότητα αποπληρωμής του προγράμματος, η πιστωτική γραμμή stand-by θα ισοδυναμεί με περίπου 10%, ή και 20% σε ορισμένες περιπτώσεις των προνομιούχων απαιτήσεων κατά τη στιγμή της ολοκλήρωσης του προγράμματος.

Η Κοινότητα δεν θα είναι απαραίτητα εκτεθειμένη για μεγάλη περίοδο. Η εγγύηση θα καλύπτει μόνο τα πρώτα έτη εκτέλεσης του σχεδίου, τη λεγόμενη περίοδο εκκίνησης και δεν θα υπερβαίνει τα 5 έτη.

Η εγγύηση αυτή θα διατίθεται για σχέδια που παρουσιάζουν ικανοποιητική ποιότητα διαβάθμισης επένδυσης. Η απαιτούμενη διαβάθμιση επένδυσης ενόψει της χρηματοδοτικής βιωσιμότητας των προγραμμάτων θα περιορίζει την πιθανότητα προσφυγής στο μηχανισμό εγγυήσεων. Σε περίπτωση κατάπτωσης, η Κοινότητας θα καθίσταται πιστωτής για το ποσό των κεφαλαίων που θα έχει διαθέσει. Η προτεραιότητα της απαίτησης έναντι του δανειζόμενου θα είναι καταρχάς χαμηλότερη από αυτή των προνομιούχων απαιτήσεων ώστε να μεγιστοποιείται η ενίσχυση των πιστώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά σε κάθε περίπτωση ανώτερη από τα μετοχικά κεφάλαια κάθε μορφής.

Η Κοινότητας θα συμμερίζεται τις ανησυχίες των επενδυτών σχετικά με την έγκαιρη αποπληρωμή και την ταμειακή ρευστότητα αλλά θα αποτελεί έναν «υπομονετικότερο δανειστή» από τον ιδιωτικό τομέα. Η πίστωση θα πρέπει να αποπληρωθεί στην Κοινότητα από τα διαθέσιμα έσοδα μετά τον διακανονισμό των εξόδων διαχείρισης των σχεδίων και την εξυπηρέτηση των προνομιούχων απαιτήσεων. Σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής θα μπορούσε να οργανωθεί έτσι ώστε τα διαθέσιμα έσοδα να κατανεμηθούν μεταξύ της Κοινότητας και των κατόχων των μετοχικών κεφαλαίων (μερικό cash-sweep). Η προσέγγιση του «υπομονετικού δανειστή» επιτρέπει στους ιδιώτες επενδυτές να επιτύχουν τους επενδυτικούς τους στόχους δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στους χρηματοδότες του σχεδίου να δημιουργήσουν ένα ευνοϊκό χρηματοδοτικό σχήμα σε μικρό χρονικό διάστημα και, σε περίπτωση προβλήματος, να προβούν σε ικανοποιητική αναδιάρθρωση.

Έχει ιδιαίτερη σημασία ο μηχανισμός εγγυήσεων να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά στις ανάγκες των παραγόντων της αγοράς, και άρα να πρόκειται για ένα τυποποιημένο προϊόν που να μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τα τελευταία στάδια των διαπραγματεύσεων του σχεδίου, της ανάθεσης και της χρηματοδότησης. Όταν το σχέδιο στηρίζεται σε έσοδα για τα οποία δεν χρειάζεται σημαντική περίοδος εκκίνησης και/ή το σχέδιο να στηρίζεται σε σταθερά έσοδα, η κοινοτική εγγύηση ίσως δεν είναι απαραίτητη.

Ταυτόχρονα, η εγγύηση θα πρέπει να είναι κατά το δυνατόν ευέλικτη ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των σχεδίων, λόγου χάρη σε περίπτωση αλλαγής αναδόχου ή αναδιάρθρωσης του χρέους. Συνεπώς, ο μηχανισμός εγγυήσεων πρέπει να σχεδιαστεί λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές μεταξύ χωρών και σχεδίων σε ό,τι αφορά την περίοδο κατασκευής, την περίοδο εκκίνησης και τους τομείς (οδικός, σιδηροδρομικός, θαλάσσιος, εναέριος, εσωτερικές πλωτές οδοί, πολυμεσικές πλατφόρμες).

Κυριότεροι στόχοι

Ο μηχανισμός κοινοτικών εγγυήσεων αποβλέπει στην αξιοποίηση περιορισμένων δημόσιων πόρων και στην ενθάρρυνση της επένδυσης ιδιωτικών κεφαλαίων σε σχέδια μεταφορικών υποδομών παρέχοντας χρηματοδοτική βοήθεια σε προγράμματα ευρωπαϊκής συνεργασίας. Κυριότεροι στόχοι του μηχανισμού είναι οι ακόλουθοι:

- Διευκόλυνση και επιτάχυνση της πραγματοποίησης σχεδίων ευρωπαϊκής εμβέλειας

- Ενθάρρυνση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στα σχέδια και προσφυγή σε νέες μεθόδους χρηματοδότησης

- Διόρθωση των ανεπαρκειών της αγοράς σε ό,τι αφορά τις εγγυήσεις

- Αποφυγή υπερβολικής πίεσης στον κοινοτικό προϋπολογισμό εφαρμόζοντας τους μηχανισμούς της αγοράς παράλληλα με την καλύτερη χρήση των δημοσιονομικών πόρων.

Κυριότερα πλεονεκτήματα

Οι πάροχοι πιστωτικών γραμμών stand-by επιχειρούν συχνά να προστατευθούν έναντι ακατάλληλης χρήσης της πιστωτικής γραμμής, λόγου χάρη, προκειμένου να καθυστερήσουν προφανώς αναπόφευκτη αφερεγγυότητα. Συνεπώς, προβλέπουν διατάξεις με στόχο την πρόληψη των αναλήψεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σημαντικής αρνητικής μεταβολής ή παράβασης των ρητρών επίδοσης. Οι οργανισμοί διαβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας δεν αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τέτοιες διατάξεις, στο βαθμό που είναι πιθανόν να παρεμποδίσουν τη χρήση των κεφαλαίων ακριβώς τη στιγμή που γίνεται περισσότερο αισθητή η ανάγκη χρήσης τους. Η ελκυστικότητα του κοινοτικού μηχανισμού εγγυήσεων αντικατοπτρίζεται στη δυνατότητα του να προστατέψει de-facto τους παρόχους των σχετικών γραμμών stand-by από εάν μείζονα κίνδυνο που συνδέεται με την πραγματοποίηση του σχεδίου.

Δεδομένου ότι δεν υπόκεινται στους κινδύνους του σχεδίου και επωφελούνται από την εφαρμογή της μηδενικής στάθμισης για κανονιστικούς λόγους λόγω της κοινοτικής εγγύησης που ισχύει για ολόκληρο το ύψος των κυριοτέρων ποσών, τόκων και χρέους, οι πάροχοι πιστώσεων standby θα μπορούσαν να περιορίσουν τις σχετικές επιβαρύνσεις στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο. Έτσι, θα μπορούσε να διατεθεί ικανότητα δανεισμού για την αύξηση του ύψους των προνομιούχων απαιτήσεων λόγω της βελτίωσης της κατάστασης του σχεδίου σε ό,τι αφορά την ταμειακή ρευστότητα. Υποθέτοντας ότι η επιβάρυνση για την κοινοτική εγγύηση βασίζεται στον κίνδυνο και όχι στην αγορά και ανάλογα με τη σημασία και τη συχνότητα των αναλαμβανομένων ποσών, το κόστος της χρηματοδότησης θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο σημαντικών μειώσεων.

Ακόμη, δεν πρέπει να υποτιμηθεί η κοινή αντίληψη σύμφωνα με την οποία η κοινοτική εγγύηση έχει μείζονα συμβολική σημασία που θα μπορούσε να διευκολύνει τη σύναψη χρηματοδοτικών συμφωνιών. Τέλος, κατά την άποψη της Επιτροπής, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ένα σημαντικό ποσοστό των προγραμμάτων που θα επικαλεσθούν την εγγύηση της ΕΕ, θα είναι πιθανότατα σε θέση να αποπληρώσουν την κοινοτική πίστωση εντός εύλογης προθεσμίας. Αυτό σημαίνει, ότι ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να έχει μοχλευτικά αποτελέσματα έτσι ώστε να βελτιωθεί η χρήση των κοινοτικών πόρων.

Επιλέξιμα σχέδια

Όλα τα σχέδια που είναι επιλέξιμα βάσει του χρηματοδοτικού μηχανισμού ΔΕΔ-Μεταφορών και ιδιαίτερα τα σχέδια με προτεραιότητα, μπορούν επίσης να επωφεληθούν από τον μηχανισμό εγγυήσεων, με τα διασυνοριακά σχέδια να έχουν ωστόσο προτεραιότητα.

Γενικά, οι προνομιούχες απαιτήσεις των σχεδίων θα πρέπει να έχουν επαρκή διαβάθμιση επένδυσης ώστε να επωφεληθούν από την κοινοτική εγγύηση δανείων. Κατά την υποβολή του αιτήματος, οι υπεύθυνοι θα πρέπει να αποδείξουν την επαρκή διαβάθμιση επένδυσης των προνομιούχων απαιτήσεων βάσει της γενικότερης οικονομικής και χρηματοδοτικής βιωσιμότητας του σχεδίου. Κατά την Επιτροπή, στόχος της προϋπόθεσης αυτής είναι να ελεγχθεί ο γενικός κίνδυνος του σχεδίου, να αποδειχθεί ότι η απαραίτητη σύσταση προβλέψεων της κοινοτικής εγγύησης δεν είναι υπερβολική και ότι η συνολική χρηματοδότηση του μηχανισμού εγγυήσεων μπορεί να εγγραφεί στον προϋπολογισμό της Επιτροπής. Κατά τους εμπορικούς πιστωτές, οι απαιτήσεις αυτές μπορούν να προσφέρουν άριστη αποτελεσματικότητα διασφαλίζοντας παράλληλα την έγκαιρη αποπληρωμή του χρέους.

Κατανομή των κινδύνων

Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό του μηχανισμού και για να επωφεληθούν από την κοινοτική εγγύηση δανείων, τα σχέδια πρέπει να λάβουν από τα κράτη μέλη ή άλλες δημόσιες εθνικές αρχές χρηματοδοτικές ενισχύσεις παρόμοιου επιπέδου και με μορφή που να αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα των διαθέσιμων εργαλείων και προσαρμοσμένη στις διάφορες εθνικές πραγματικότητες. Μολονότι η αγορά δίνει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι τα κράτη μέλη/οι εθνικές αρχές προσφέρουν παρόμοια χρηματοδοτική στήριξη στο σχέδιο με τη μορφή επιδοτήσεων, εγγυήσεων ή παρόμοιων μηχανισμών, δεν υπάρχει ρητή υποχρέωση τα κράτη μέλη να συνεγγυηθούν τον μηχανισμό. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο στο βαθμό που ορισμένα κράτη μέλη δεν επιθυμούν να δημιουργήσουν ιδιαίτερο μηχανισμό που να προσφέρει εγγυήσεις είτε από την πλευρά τους, είτε από την πλευρά άλλων δημόσιων οντοτήτων για περιορισμένο αριθμό σχεδίων. Αυτό που θα μπορούσε να ζητηθεί από τα κράτη μέλη και τις περιφερειακές αρχές είναι η κατάλληλη χρηματοδοτική υποστήριξη με οποιαδήποτε μορφή που να συμβάλλει τουλάχιστον όσο και η Κοινότητα στο να επιτύχει το σχέδιο την απαιτούμενη πιστοληπτική φερεγγυότητα.

Η κατανομή των κινδύνων με τον ιδιωτικό τομέα αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο μόχλευσης της κοινοτικής χρηματοδότησης. Τα σχέδια θα πρέπει να έχουν κατάλληλο επίπεδο ιδιωτικής συμμετοχής με τη μορφή μετοχικών και δανεικών κεφαλαίων, ανάλογα, φυσικά, με το είδος του προγράμματος. Ο μηχανισμός κοινοτικών εγγυήσεων θα καλύπτει τις διαθέσιμες πιστωτικές γραμμές stand-by για περιορισμένη χρονική διάρκεια, δηλαδή για τη φάση εκκίνησης, βελτιώνοντας έτσι την ποιότητα των προνομιούχων απαιτήσεων της περιόδου εκείνης. Αντίθετα, οι προνομιούχοι δανειστές θα πρέπει να καλύπτουν τον κίνδυνο για ολόκληρη τη διάρκεια αποπληρωμής των προνομιούχων απαιτήσεων. Οι κάτοχοι μετοχών θα έχουν πάντοτε κίνητρα προκειμένου να επενδύουν και να διαχειρίζονται το πρόγραμμα σωστά στο μέτρο που οι προσδοκίες τους σε ό,τι αφορά την αποδοτικότητα θα ικανοποιούνται από ένα διαρθρωμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής σε περίπτωση ενεργοποίησης της εγγύησης.

Νομική βάση

Το άρθρο 155, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ προβλέπει τη δυνατότητα για την Κοινότητα να στηρίζει σχέδια του προγράμματος ΔΕΔ-Μεταφορών με εγγυήσεις δανείων. Ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 2236/95 του Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 1995 όπως έχει τροποποιηθεί[4], καθορίζει τους γενικούς κανόνες για τη χορήγηση κοινοτικής ενίσχυσης στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών.

Το άρθρο 4 σημείο γ) περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με «συμβολή στα ασφάλιστρα εγγυήσεων και δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων ή άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων». Είναι λοιπόν απαραίτητο να τροποποιηθεί ο κανονισμός αριθ. 2236/95 προκειμένου να προσφέρει νομική βάση για το καινοτόμο μηχανισμό εγγυήσεων που αποτελεί αντικείμενο του παρόντος εγγράφου.

Συνεπώς, η Επιτροπή ενέκρινε πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που καθορίζει τους γενικούς κανόνες χορήγησης κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών και ενέργειας που τροποποιεί τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 2236/95 του Συμβουλίου για την περίοδο 2007-2013[5] έτσι ώστε να περιλαμβάνεται η δυνατότητα η Επιτροπή να χορηγεί εγγυήσεις δανείων για να καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες κατά τα πρώτα έτη των σχεδίων ΔΕΔ-Μεταφορών.

Η γενική αυτή νομική διάταξη πρέπει να συμπληρωθεί από λεπτομέρειες εφαρμογής, λαμβάνοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις της επιτροπής χρηματοδοτικής στήριξης ΔΕΔ. Η χρήση του εν λόγω μηχανισμού θα βασίζεται στην εφαρμογή των γενικών προϋποθέσεων επιλεξιμότητας και των κριτηρίων επιλογής των σχεδίων που προβλέπονται στον τροποποιημένο κανονισμό και στις λεπτομέρειες εφαρμογής που θα εγκριθούν από την Επιτροπή.

Κόστος της εγγύησης για την Κοινότητα

Η Επιτροπή πρέπει να διαθέσει αποθεματικά κεφάλαια για την κάλυψη του μακροπρόθεσμου κινδύνου που συνδέεται με τον μηχανισμό εγγυήσεων. Παρόμοιο με τα αποθεματικά για δάνειο ιδιωτικής τράπεζας, το κύριο κόστος αντιπροσωπεύει εκτίμηση των προβλεπομένων και απρόβλεπτων ζημιών που συνδέονται με τη χορήγηση των εγγυήσεων που εκδίδονται. Επιπλέον, η Επιτροπή πρέπει να καταβάλλει τα έξοδα διαχείρισης στον διαχειριστή (βλέπε σημείο 2.9 στη συνέχεια) και τα έξοδα ελέγχου ή διαδικαστικά έξοδα που συνδέονται με την ενδεχόμενη κοινοτική πίστωση. Το κατάλληλο σύστημα σύστασης προβλέψεων και η δημιουργία ενός ταμείου ρευστότητας αναμένεται να περιορίσουν σε μεγάλο βαθμό τον κίνδυνο άμεσων και απρόβλεπτων καταπτώσεων για την υπό αίρεση δέσμευση της Κοινότητας. Αν λήξει μια πιστωτική γραμμή stand-by, λήγουν επίσης και οι σχετικές εγγυήσεις.

Σύσταση προβλέψεων και τιμολόγηση

Η σύσταση προβλέψεων δεν έχει ως στόχο την ελαχιστοποίηση της γενικής έκθεσης στον κίνδυνο αλλά την αριστοποίηση της έκθεσης δηλαδή τη συνετή ανάληψη κινδύνων ώστε να αυξηθεί κατά το δυνατό η ικανότητα μόχλευσης κοινοτικών πόρων. Για να προβλεφθεί το μακροπρόθεσμο κόστος του μηχανισμού εγγυήσεων, θα πρέπει να διατίθενται εκτιμήσεις για τις πιθανότητες ζημιών των σχεδίων (προβλεπόμενες και απρόβλεπτες ζημίες) και οι πιθανοί συσχετισμοί μεταξύ των σχεδίων. Ένα πλαίσιο σύστασης προβλέψεων αναμένεται να διασφαλίσει ότι διατίθενται επαρκείς δημοσιονομικοί πόροι για την κάλυψη του σχετικού κινδύνου.

Η Επιτροπή θα χρησιμοποιήσει το υπόδειγμα σύστασης προβλέψεων που αναπτύχθηκε εσωτερικά μετά τις συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν με τους οργανισμούς διαβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας και χρησιμοποιώντας τα στοιχεία[6] και τις στατιστικές πληροφορίες[7]. Το υπόδειγμα σύστασης προβλέψεων παρουσιάζεται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SEC(2005)323. Το υπόδειγμα αυτό βασίζεται στην υπόθεση ότι ο μηχανισμός εγγυήσεων θα καλύπτει τις εκκρεμείς ανάγκες χρηματοδότησης που οφείλονται στον κίνδυνο σχετικά με την κυκλοφορία αλλά θα απαιτείται προσαρμογή εφόσον εκτείνεται σε κινδύνους για θέματα διαθεσιμότητας/επίδοσης. Ενσωματώνει επίσης ένα αποθεματικό κατά του κινδύνου δυνητικής επιδείνωσης της πιστωτικής φερεγγυότητας του χαρτοφυλακίου. Τα όρια έκθεσης κάθε σχεδίου θα πρέπει να καθορίζονται για την ανάλογη διαχείριση των κινδύνων.

Θεωρητικά, κάθε δικαιούχος θα πρέπει να καταβάλλει ένα προκαταβολικό ασφάλιστρο κατά την υπογραφή της εγγύησης ή όταν ενεργοποιείται, δηλαδή μετά από την ουσιώδη πρόοδο του σχεδίου, η οποία θα καταβάλλεται είτε εφάπαξ, είτε με τη μορφή ετησίων δόσεων ως το τέλος της εγγύησης.

Εφόσον καταπέσει η κοινοτική εγγύηση, ο δικαιούχος θα πρέπει να επιστρέψει το υπόλοιπο του κεφαλαίου και τους τόκους στην Κοινότητα. Δεδομένου ότι η κοινοτική πίστωση είναι παρόμοια με ενδιάμεση (mezzanine) χρηματοδότηση, το ποσό που οφείλεται μετά την κατάπτωση πρέπει να τιμολογηθεί ανάλογα με τον κίνδυνο που κάλυπτε και να αντικατοπτρίζει τα έξοδα διαχείρισης.

Το κατάλληλο σύστημα τιμολόγησης θα πρέπει να προσαρμοστεί ακόμη προσεκτικά. Σε κάθε περίπτωση, η τιμολόγηση θα ορίζεται έτσι ώστε ο μηχανισμός εγγυήσεων να καλύπτει το προβλεπόμενο κόστος της.

Επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό και το Ταμείο ρευστότητας

Η χρηματοδότηση του μηχανισμού πρέπει να προβλεφθεί στο πλαίσιο των νέων χρηματοδοτικών προοπτικών, δηλαδή για την περίοδο 2007-2013, στη γραμμή του προϋπολογισμού για τα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών. Ο κοινοτικός προϋπολογισμός πρέπει να καλύψει τα απαραίτητα ποσά για τη λειτουργία και τη διαχείριση.

Η Κοινότητα πρέπει να δεσμευθεί ταχύτατα για τη χορήγηση ανέκκλητων εγγυήσεων στο πλαίσιο χρηματοδοτικών πλεγμάτων για σχέδια, πριν ξεκινήσει η φάση κατασκευής. Συνεπώς, οι δημοσιονομικοί πόροι πρέπει να δεσμευθούν και να διατεθούν τα επόμενα έτη σύμφωνα με το χρηματοδοτικό κανονισμό. Τα ποσά που θα δεσμευθούν θα αποτελέσουν μια πρώτη «πρόβλεψη» κατά των ίδιων των καταπτώσεων των εγγυήσεων. Μια τέτοια πρόβλεψη δεν θα καλύπτει το 100% της ονομαστικής αξίας του καλυπτόμενου κινδύνου από τις εγγυήσεις δανείων (κεφάλαιο και τόκοι) και συνεπώς θα υπολείπεται μια υποχρέωση εγγύησης επί του κοινοτικού προϋπολογισμού. Οι κανόνες σύνεσης που θα διέπουν τη σύσταση προβλέψεων για τον μηχανισμό (βλέπε σημείο 2.7 παραπάνω) θα διατηρούν τον κίνδυνο μιας τέτοιας υπολειπόμενης υποχρέωσης σε αμελητέο επίπεδο. Η υπολειπόμενη υποχρέωση εγγύησης της Κοινότητας θα λαμβάνεται σωστά υπόψη στον κοινοτικό προϋπολογισμό με μια γραμμή «pour mémoire» όπως συμβαίνει στην περίπτωση της κοινοτικής εγγύησης για την εντολή εξωτερικού δανεισμού που έχει ανατεθεί στην ΕΤΕπ.

Η Επιτροπή θα διαθέτει έναν μηχανισμό πληρωμής αποτελεσματικό και πρακτικό δημιουργώντας ένα ταμείο ρευστότητας για τον μηχανισμό εγγυήσεων. Το ταμείο ρευστότητας θα καλύπτει τα έξοδα διαχείρισης του μηχανισμού και τις καταπτώσεις των εγγυήσεων. Οι πόροι που θα διατίθενται στο ταμείο ρευστότητας θα πρέπει να καθορίζονται ανάλογα με τις προβλέψεις των σχεδίων και του προαναφερθέντος συστήματος σύστασης προβλέψεων. Εκτιμάται ότι το σύνολο του επενδυτικού κόστους για τα σχέδια με προτεραιότητα[8] στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται σε 140 δισεκατ. ευρώ για την περίοδο 2007-2013. Προβλέπεται[9] ότι ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να αναλάβει περίπου 20% του εν λόγω κόστους με χρηματοδότηση από ίδια κεφάλαια και δάνεια ύψους 28 δισεκατ. ευρώ. Υποθέτοντας την ύπαρξη χαρτοφυλακίου με ικανοποιητική ποιότητα διαβάθμισης επένδυσης, μια πίστωση του προϋπολογισμού ύψους 1 δισεκατ. ευρώ θα μπορούσε να στηρίξει εγγυήσεις δανείων ύψους περίπου 20 δισεκατ. ευρώ. Η ενδεικτική ετήσια κατανομή των δημοσιονομικών αναγκών παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙΙ του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SEC(2005)323.

Οι αποπληρωμές και οι εισπραττόμενοι τόκοι θα προστίθενται στους πόρους του μηχανισμού. Το ταμείο ρευστότητα θα μπορούσε να είναι αυτάρκες και/ή ανανεώσιμο, περιορίζοντας έτσι μακροπρόθεσμα την ανάγκη δεσμεύσεων και πληρωμών από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, που θα ήταν διαφορετικά απαραίτητοι για την κάλυψη νέων πράξεων. Σε κάποιο στάδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί εξέταση των αναγκών χρηματοδότησης και οι πόροι που δεν είναι απαραίτητοι για την κάλυψη των καταπτώσεων των εγγυήσεων και τα έξοδα διαχείρισης θα μπορούσαν να επιστραφούν στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

Διαχείριση

Προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της καλής διαχείρισης, η καλύτερη λύση θα ήταν η Κοινότητα να αναθέσει όλη τη δραστηριότητα τρέχουσας διαχείρισης των εγγυήσεων του εν λόγω μηχανισμού σε έναν ενιαίο εντολοδόχο, σύμφωνα με κατάλληλες ρυθμίσεις. Ο εντολοδόχος αυτός θα πρέπει να γνωρίζει σε βάθος τη χρηματοδότηση του σχεδίου καθώς και κατάλληλα συστήματα διαχείρισης πιστωτικών κίνδυνων ώστε να αξιολογεί τους κινδύνους του σχεδίου και να διαχειρίζεται το σύστημα προβλέψεων και το ταμείο ρευστότητας μακροπρόθεσμα. Θα πρέπει να διαθέτει εσωτερική νομική υπηρεσία και το απαραίτητο προσωπικό για τις σχέσεις με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τους ασφαλιστές ενιαίου κλάδου δραστηριότητας, τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, τις εθνικές αρχές και/ή τους μετόχους. Ο εντολοδόχος θα πρέπει να αποδείξει τη δυνατότητα να διατηρεί μακροπρόθεσμη συμβατική σχέση με την Επιτροπή για τη διαχείριση του μηχανισμού (ελάχιστο όριο 15 έτη). Η διάρκεια ζωής του μηχανισμού δεν επιτρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανάθεσης της διαχείρισης σε καθαρά εμπορικό οργανισμό.

Από την άλλη πλευρά, η διαχείριση αυτού του είδους χρηματοδοτικού μηχανισμού διαφέρει ουσιωδώς από τη σημερινή πρακτική διαχείρισης των επιδοτήσεων που φαίνεται να αποκλείει πράγματι την προσφυγή σε επιχείρηση εκτός αν το προσωπικό της διαθέτει την απαραίτητη χρηματοδοτική τεχνογνωσία για τη διαχείριση ενός σχεδίου. Η πιο ρεαλιστική επιλογή θα ήταν η επιλογή ως εντολοδόχου ενός διεθνούς χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, με προφανή υποψήφιο τον όμιλο της ΕΤΕπ.

Ο εντολοδόχος θα είναι υπεύθυνος για όλες τις δραστηριότητες που αφορούν την εγγύηση εφαρμόζοντας τις καλύτερες τραπεζικές πρακτικές για λογαριασμό και με κίνδυνο της Επιτροπής. Ωστόσο, η Επιτροπή θα είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση του μηχανισμού και την υποβολή έκθεσης στην αρμόδια αρχή για τον προϋπολογισμό. Το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής περιέχει και άλλες λεπτομέρειες για τα καθήκοντα που θα ανατεθούν στον εντολοδόχο.

Η Επιτροπή θα λαμβάνει την τελική απόφαση για τις εγγυήσεις εγκρίνοντας την επιλεξιμότητα των σχεδίων μέσω του κατάλληλου μηχανισμού που θα συμφωνηθεί με τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή θα ενημερώνει τακτικά την αρμόδια αρχή για τον προϋπολογισμό με βάση τα λογιστικά δελτία και τις εκθέσεις που θα της υποβάλει ο εντολοδόχος.

Τελικές παρατηρήσεις

Ο μηχανισμός εγγυήσεων θα ενισχύσει την ιδιωτική χρηματοδοτική συμμετοχή για συγκεκριμένους τύπους ΚΔΙΤ. Θα συμπληρώσει την κοινοτική χρηματοδότηση με επιδοτήσεις χωρίς ωστόσο να την υποκαταστήσει.

Σαφής στόχος του μηχανισμού είναι να ενθαρρύνει τις ιδιωτικές επενδύσεις στις υποδομές μεταφορών, κυρίως διευκολύνοντας τη σύναψη χρηματοδοτικών συμφωνιών. Οι χρηματοδότες σχεδίων και οι τράπεζες θα προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν την εγγύηση δανείων της ΕΕ ώστε να μεγιστοποιήσουν τη φερεγγυότητα των υποχρεώσεων από προνομιούχους απαιτήσεις και να επιτύχουν λιγότερο δαπανηρά χρηματοδοτικά πακέτα. Με την εγγύηση των πιστωτικών γραμμών stand-by, η ΕΕ αναλαμβάνει μεγαλύτερο πιστωτικό κίνδυνο δεδομένου ότι η μελλοντική ενδεχόμενη πίστωσή της στα έσοδα που θα δημιουργηθούν από τα σχέδια είναι κατώτερη από αυτή των πιστωτών με προτεραιότητα. Η εγγύηση ΕΕ δεν εξαλείφει τον κίνδυνο που διατρέχουν οι πιστωτές με προτεραιότητα αλλά παρέχει καλύτερη κάλυψη της εξυπηρέτησης του χρέους για το προνομιούχο τμήμα και αυξάνει έτσι τη πιστοληπτική φερεγγυότητα. Η εγγύηση ΕΕ θα τιμολογείται έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που αναλαμβάνει η ΕΕ καθώς και τα έξοδα διαχείρισης για τη διαχείριση του μηχανισμού.

Ο μηχανισμός εγγυήσεων δανείων της ΕΕ θα βελτιώσει τη χρηματοδοτική βιωσιμότητα του συνολικού σχεδίου χωρίς να εκθέτει την Κοινότητα σε υπερβολικό πιστωτικό κίνδυνο. Ένα θετικό χαρακτηριστικό του πιστωτικού μηχανισμού είναι ότι θα συγκεντρώνει ορισμένα σχέδια διαφορετικών μεγεθών και γεωγραφικών τοποθεσιών σε ένα ενιαίο χαρτοφυλάκιο, προσφέροντας έτσι ένα επίπεδο διαφοροποίησης σε ευρωπαϊκή κλίμακα που δεν θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί σε εθνικό επίπεδο. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η στερεότητα του σημερινού υποδείγματος σύστασης προβλέψεων της επιτρέπει να λάβει μια απόφαση αρχής σχετικά με τη δημιουργία του μηχανισμού εγγυήσεων. Απαραίτητη προϋπόθεση για την τυποποίηση και τη λειτουργία του συστήματος σύστασης προβλέψεων του μηχανισμού εγγυήσεων είναι η διαθεσιμότητα κατάλληλων στατιστικών στοιχείων. Πρέπει να καταρτιστεί ένα κατάλληλο σύστημα αξιολόγησης/παρακολούθησης των κινδύνων που παρουσιάζουν τα σχέδια, ώστε να συλλέγονται στατιστικά στοιχεία κατά τα επόμενα έτη. Με τον τρόπο αυτό θα μπορεί να προσαρμόζεται η σύσταση προβλέψεων έτσι ώστε να αριστοποιείται η χρήση των κοινοτικών δημοσιονομικών πόρων.

Ο χρηματοδοτικός κανονισμός ΔΕΔ που ισχύει σήμερα δεν προσφέρει νομική βάση για αυτό το είδος καινοτόμου μηχανισμού εγγυήσεων. Συνεπώς, προτείνεται ένας νέος χρηματοδοτικός κανονισμός ΔΕΔ για το 2007-2013 ώστε να δημιουργηθεί ο μηχανισμός εγγυήσεων το 2007. Η χρηματοδότηση του μηχανισμού θα πρέπει να λάβει χώρα στο πλαίσιο της πρότασης προϋπολογισμού ΔΕΔ ύψους 20 δισεκατ. ευρώ για την περίοδο 2007-2013. Η Επιτροπή θα προετοιμάσει ταχύτατα τις λεπτομέρειες εφαρμογής. Έτσι θα μπορέσουν να περιληφθούν σχέδια στο χαρτοφυλάκιο εγγυήσεων αμέσως μετά την έγκριση του νέου χρηματοδοτικού μηχανισμού ΔΕΔ, διασφαλίζοντας εξαρχής υψηλό επίπεδο διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου.

FINANCIAL STATEMENT

LEGISLATIVE FINANCIAL STATEMENT

NAME OF THE PROPOSAL :

EU loan guarantee instrument for TEN-transport projects

ABM / ABB FRAMEWORK

Policy Area(s) concerned and associated Activity/Activities (Activities ABB)

Trans-European networks, 1. Objective : Develop the network and priority projects 2. Objective : Improve the efficiency of the financial aid to the network, 3. Objective : Connect the trans-European networks with neighbouring countries

Inland, air and maritime transport: 3. Objective : to promote a more environmentally friendly transport system

BUDGET LINES

Budget lines (operational lines and related technical and administrative assistance lines (ex- B.A lines)) including headings :

06.0301 (Financial support for projects of common interest in the trans-European transport network)

Duration of the action and of the financial impact:

The operational period of the instrument concerning new commitments covers at least the period 2007-2013.

Budgetary characteristics :

Budget line | Type of expenditure | New | EFTA contribution | Contributions from applicant countries | Heading in financial perspective |

| |Year n |Year n+1 |Year n+2 |Year n+3 |Year n+4 |Year n+5 | |Officials or temporary staff[18] (XX 01 01) |A*/AD |3 |3 |3 |3 |3 |3 | | |B*, C*/AST | | | | | | | |Staff financed[19] by art. XX 01 02 | | | | | | | |Other staff[20] financed by art. XX 01 04/05 | | | | | | | | TOTAL |3 |3 |3 |3 |3 |3 | |The indicative amount of administrative expenditure relating to the human resources at the Commission services is calculated is follows: € 108.000 per person on average, an average of 3 persons of Commission existing staff under the condition that the operational management of the instrument is mandated to an operating agent:

[1] COM(2003)690 της 11ης Νοεμβρίου 2003

[2] COM (2004) 475 τελικό – στο δημοσιονομικό δελτίο, σ. 41"

[3] COM (2004) 475 τελικό της 14ης Ιουλίου 2004.

[4] Κανονισμός (EΚ) αριθ. 807/2004/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2236/95 του Συμβουλίου περί καθορισμού των γενικών κανόνων για τη χορήγηση κοινοτικής ενίσχυσης στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων (ΕΕ L 143 της 30.4.2004., σ. 46

[5] COM (2004)475 τελικό της 14ης Ιουλίου 2004.

[6] Standard & Poor’s, Infrastructure Finance, Traffic Forecasting Risk: Study update 2003, November 06, 2003.

[7] Fitch, A risk assessment model for federal credit, 15 March 1999.

[8] Σχέδια με προτεραιότητα κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙΙ της απόφασης αριθ. 884/2004/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου2004 για την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 1692/96/EΚ περί των κοινοτικών προσανατολισμών για την ανάπτυξη του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών.

[9] Η έκθεση Van Miert εκτιμά ότι ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να συμβάλλει ως 20% στο συνολικό κόστος του σχεδίου στον τομέα των μεταφορών, υπό ορισμένες όμως προϋποθέσεις.

[10] Differentiated appropriations

[11] COM/2004/0475 final (COD 2004/0154) – Financial statement for TEN-T projects, page 41

[12] Expenditure that does not fall under Chapter xx 01 of the Title xx concerned.

[13] Expenditure within article xx 01 04 of Title xx.

[14] Expenditure within chapter xx 01 other than articles xx 01 04 or xx 01 05.

[15] Standard & Poor’s, Infrastructure Finance, Traffic Forecasting Risk: Study update 2003, November 06, 2003.

[16] Fitch, A risk assessment model for federal credit, 15 March 1999.

[17] They include: COM 2003 132 on innovative financing of the trans-European transport networks, the final report of the High level group on the transport trans-European network of June 2003, published on the ‘Europa’ website, the justification and explanation of the amendment of the TEN T guidelines (Decision Nr. 884/2004) and the “exposé des motifs” and the financing rules itself of the proposed TEN financial regulation of July 2004 for the upcoming period of financial perspectives 2007-2013.

[18] Cost of which is NOT covered by the reference amount

[19] Cost of which is NOT covered by the reference amount

[20] Cost of which is included within the reference amount

Top