Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52003DC0718

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με ένα Νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές στην εσωτερική αγορά (Έγγραφο διαβούλευσης)

/* COM/2003/0718 Τελικό */

52003DC0718

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με ένα Νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές στην εσωτερική αγορά (Έγγραφο διαβούλευσης) /* COM/2003/0718 Τελικό */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ σχετικά με ένα Νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές στην εσωτερική αγορά (Έγγραφο διαβούλευσης)

Περίληψη

Ο κανονισμός 2560/2001/ΕΚ για τις διασυνοριακές πληρωμές σε ευρώ συνέβαλε στη σημαντική μείωση του κόστους των διασυνοριακών πληρωμών εντός της εσωτερικής αγοράς και αποτέλεσε κίνητρο για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών των πληρωμών στην ΕΕ.

Επιτεύχθηκε έτσι ένα σημαντικό βήμα προς τη δημιουργία ενιαίου χώρου για τις πληρωμές που γίνονται χωρίς χρήση μετρητών στην εσωτερική αγορά. Πράγματι, αυτός ο ενιαίος χώρος πληρωμών δεν υπάρχει ακόμα, παρά την καθιέρωση του ευρώ. Ωστόσο, χρειάζεται να γίνουν και άλλα βήματα, καθώς τεχνικοί και νομικοί φραγμοί εξακολουθούν να μην επιτρέπουν στους πολίτες της ΕΕ, τις επιχειρήσεις και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών να επωφεληθούν πλήρως από τα οφέλη ενός πραγματικά ενοποιημένου χώρου για τις πληρωμές χωρίς μετρητά. Η εσωτερική αγορά αγαθών και υπηρεσιών δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς φθηνές, αποτελεσματικές και ασφαλείς υπηρεσίες πληρωμών.

Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για τις πληρωμές βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εθνικούς κανόνες, οι οποίοι οδηγούν σε κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς. Αυτό αποβαίνει σε βάρος της ανάπτυξης υποδομών πληρωμών σε όλη την ΕΕ από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών. Η κοινοτική νομοθεσία για τις υπηρεσίες πληρωμών, η οποία εφαρμόζεται κατά κύριο λόγο στις διασυνοριακές πληρωμές, πρέπει επίσης να αναθεωρηθεί και να εναρμονιστεί.

Η κατάργηση των τεχνικών και νομικών φραγμών θα εξασφαλίσει αποτελεσματικές υπηρεσίες πληρωμών, ίσους όρους ανταγωνισμού και επαρκή προστασία στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και ασφάλεια δικαίου για όλα τα μέρη που συμμετέχουν στη διαδικασία πληρωμής.

Η παρούσα ανακοίνωση έχει ως σκοπό να συγκεντρώσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων μερών σχετικά με τους γενικούς στόχους και αρχές που πρέπει να διέπουν τον εκσυγχρονισμό και την απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου για τις λιανικές υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Η διαβούλευση αυτή θα επιτρέψει στην Επιτροπή να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις για ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές.

Η ανακοίνωση συνοδεύεται από 21 παραρτήματα, στα οποία αναλύονται διάφορα ειδικά νομικά και τεχνικά θέματα που σχετίζονται με την αποτελεσματική λειτουργία του ενιαίου χώρου πληρωμών.

Οι παρατηρήσεις για τα θέματα που εξετάζονται στην παρούσα ανακοίνωση είναι ευπρόσδεκτες. Πρέπει να αποσταλούν πριν από τις 31 Ιανουαρίου 2004 στην ακόλουθη διεύθυνση: European Commission, Directorate General Internal Market, C107 01/04 - 1049 Brussels. Ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail): .

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζει το νομοθετικό πλαίσιο που προτείνεται για τη δημιουργία ενιαίου χώρου πληρωμών. Πράγματι, παρά την εισαγωγή του ευρώ, ο χώρος αυτός δεν υπάρχει ακόμα. Αποτελεί όμως σημαντικό στοιχείο για την ενοποίηση των αγορών λιανικής και ιδίως των αγορών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στο ευρύ κοινό. Ο κανονισμός [1] (2560/2001) για τις διασυνοριακές πληρωμές σε ευρώ συνέβαλε στη σημαντική μείωση του τιμών των πληρωμών στην εσωτερική αγορά και στη δημιουργία ή προσαρμογή των υποδομών των συστημάτων πληρωμών στην ΕΕ. Η διαδικασία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί με την εισαγωγή του αναγκαίου νομοθετικού πλαισίου που θα προκύψει από την αναθεώρηση και συμπλήρωση των ισχυουσών νομοθετικών πράξεων. Αυτός είναι ο σκοπός της παρούσας ανακοίνωσης.

[1] ΕΕ L 344 της 28.12.2001, σ. 13.

Η Επιτροπή καλεί το ευρύ κοινό να υποβάλει τις παρατηρήσεις του σχετικά με τα διάφορα θέματα που εξετάζονται στο κείμενο της ανακοίνωσης και στα παραρτήματά της όσον αφορά τη μελλοντική νομοθεσία για τις υπηρεσίες λιανικών πληρωμών στην εσωτερική αγορά (εφεξής "το νέο νομοθετικό πλαίσιο"). Τα θέματα αυτά αφορούν τις απαιτήσεις ουσιαστικής και συνεπούς πληροφόρησης των πελατών, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των χρηστών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, την ασφάλεια δικαίου των συναλλαγών κλπ. Είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τους χρήστες, καταναλωτές και επιχειρήσεις, των υπηρεσιών πληρωμών, για τις τράπεζες που παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές, για τη βιομηχανία καρτών πληρωμών κλπ.

Τα θέματα που εξετάζονται στα παραρτήματα έχουν αναμφισβήτητα διαφορετική σημασία για τους διάφορους φορείς της αγοράς ή από την άποψη των στόχων της εσωτερικής αγοράς. Ωστόσο, ο ακριβής προσδιορισμός της σημασίας τους και/ή η ιεράρχησή τους είναι δυσχερείς. Οι περισσότερες νομοθετικές προτάσεις ή θέματα εντάσσονται σε διάφορους βαθμούς σε πολλαπλούς επιμέρους στόχους όπως η αποτελεσματικότητα της αγοράς υπηρεσιών πληρωμών, η ασφάλεια δικαίου και η τεχνική ασφάλεια, η προστασία των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών ή η ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Το παρόν κείμενο αντικατοπτρίζει το αποτέλεσμα μιας εκτεταμένης δημόσιας διαβούλευσης [2] που άρχισε την άνοιξη του 2002. Στη διάρκειά της, λήφθηκαν προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις από ένα ευρύ φάσμα φορέων (υπουργεία, κεντρικές τράπεζες, ενώσεις καταναλωτών, μεμονωμένες τράπεζες και ομοσπονδίες τραπεζών, βιομηχανία καρτών πληρωμών, εταιρείες και ενώσεις του κλάδου των τηλεπικοινωνιών κλπ.).

[2] "Προοπτικές όσον αφορά τη δημιουργία ενός νομοθετικού πλαισίου για τον ενιαίο χώρο πληρωμών στην εσωτερική αγορά", έγγραφο εργασίας (MARKT/208/2001). συνοπτική παρουσίαση (MARKT/4007/2002). έγγραφο διαβούλευσης (MARKT/F-4/4002/2003).

Η παρούσα ανακοίνωση λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις που είχαν ληφθεί κατά το χρόνο της σύνταξής της. Στη συνέχεια της διαβούλευσης όμως, οι παρατηρήσεις που θα υποβληθούν, είτε αυτές συμφωνούν είτε διαφωνούν με τις αναλύσεις της Επιτροπής σχετικά με τα διάφορα νομικά θέματα, δεν πρέπει να περιορίζονται πλέον στην απλή διατύπωση προτιμήσεων για τα "επόμενα βήματα", αλλά να προβάλλουν τεκμηριωμένα επιχειρήματα. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να συγκεντρωθούν πληροφορίες για τα οικονομικά πλεονεκτήματα των διαφόρων νομοθετικών προτάσεων και να αποφευχθεί η "υπερρύθμιση" του τομέα.

2. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

Οι σύγχρονες οικονομίες που βασίζονται στον καταμερισμό της εργασίας χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη αποτελεσματικών αγορών υπηρεσιών πληρωμών. Τα συστήματα και τα μέσα πληρωμών περιβάλλουν την πραγματική οικονομία με ένα "αόρατο χρηματικό πέπλο". Οι πληρωμές επιτρέπουν την ικανοποίηση απαιτήσεων και την τήρηση υποχρεώσεων, την πραγματοποίηση αγορών αγαθών και υπηρεσιών και την υλοποίηση αμέτρητων μεμονωμένων αποφάσεων για αποταμίευση και επένδυση, ή ακόμα και την απλή αποστολή χρημάτων.

Οι υπηρεσίες πληρωμών παρέχονται από πολλούς φορείς. Λόγω της απρόσκοπτης εκτέλεσης ιδιαίτερα μεγάλου αριθμού καθημερινών συναλλαγών [3], το ευρύ κοινό τείνει να υποεκτιμά την οικονομική λειτουργία των πληρωμών και την προστιθέμενη αξία που αυτές δημιουργούν αδιάλειπτα. Η ύπαρξη υγιών συστημάτων πληρωμών και παρόχων υπηρεσιών πληρωμών ενισχύει την εμπιστοσύνη στο εθνικό νόμισμα και στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σε όλες τις εθνικές οικονομίες, ο αριθμός των απασχολούμενων στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών είναι σημαντικός.

[3] Ο συνολικός αριθμός των πληρωμών χωρίς χρήση μετρητών στην ΕΕ ανήλθε το 2001 σε 52 δισεκατ. και αντιστοιχεί σε 143 εκατ. πληρωμές ανά ημέρα και σε 138 πληρωμές χωρίς μετρητά ανά κάτοικο ετησίως. Πηγή: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, "Blue Book"

Οι οικονομίες όλων των κρατών μελών διαθέτουν αποτελεσματικά συστήματα και μέσα πληρωμών. Οι πληρωμές σε εθνικό επίπεδο εκτελούνται γρήγορα, με ασφάλεια και με χαμηλό κόστος. Ωστόσο, στην ΕΕ υπάρχουν ακόμα σημαντικά στεγανά ανάμεσα στις αγορές υπηρεσιών εθνικών πληρωμών αφενός και, αφετέρου, τις αγορές υπηρεσιών διασυνοριακών πληρωμών. Τα στεγανά αυτά δεν συμβιβάζονται με την ίδια την αρχή της εσωτερικής αγοράς (άρθρο 14 παράγραφος 2 της Συνθήκης), εφόσον προκαλούν επιπτώσεις "συνόρου".

Η πρόοδος που επιτεύχθηκε τα τελευταία χρόνια στην αντιμετώπιση της κατάστασης ήταν σημαντική. Πρέπει ιδίως να αναφερθεί η εισαγωγή του ευρώ, η δημιουργία του TARGET [4] από το Σύστημα Ευρωπαϊκών Κεντρικών Τραπεζών και η θέσπιση του κανονισμού 2560/2001/ΕΚ για τις διασυνοριακές πληρωμές σε ευρώ. Οι τρεις αυτές πρωτοβουλίες βελτίωσαν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο διενεργούνται οι πληρωμές στην εσωτερική αγορά και ήταν επωφελείς για τους πολίτες της ΕΕ και την οικονομία γενικότερα:

[4] Διευρωπαϊκό Αυτοματοποιημένο Σύστημα Ταχείας Μεταφοράς Κεφαλαίων σε Συνεχή Χρόνο.

Σε όλη την ευρωζώνη, οι πολίτες χρησιμοποιούν τα ίδια χαρτονομίσματα και κέρματα ευρώ. Δεν αναγκάζονται να εξοικειώνονται με άλλα νομίσματα, ούτε να τα προμηθεύονται όταν ταξιδεύουν. Δεν υπάρχουν έξοδα συναλλάγματος και δεν απαιτούνται πρόσθετοι υπολογισμοί για τις πληρωμές αγαθών και υπηρεσιών: η συγκρισιμότητα των τιμών είναι άμεση. Οι πολίτες έχουν ήδη ξεχάσει τις επιβαρύνσεις και τα κόστη που υπήρχαν προηγουμένως και θεωρούν δεδομένα τα πλεονεκτήματα από τα οποία επωφελούνται σήμερα. Για τις πληρωμές σε ευρώ τοις μετρητοίς υπάρχει πλέον ενιαία ζώνη πληρωμών. Η ευρωζώνη έχει καταστεί εγχώρια αγορά για τις συναλλαγές τοις μετρητοίς [5].

[5] Βλέπε Παράρτημα 17.

Για τις πληρωμές μεγάλων ποσών στην ευρωζώνη, από το 1999 το TARGET παρέχει υπηρεσίες διασυνοριακών διατραπεζικών και εμπορικών πληρωμών εξίσου αποτελεσματικές και γρήγορες με τις εθνικές πληρωμές.

Ο κανονισμός προβλέπει ότι στην εσωτερική αγορά η τιμή μιας διασυνοριακής πληρωμής σε ευρώ μέχρι ποσού 12.500 ευρώ [6] πρέπει να είναι ίδια με την τιμή αντίστοιχης πληρωμής σε ένα κράτος μέλος. Η αρχή της ισότητας των εξόδων των πληρωμών σε όλη την ΕΕ εφαρμόζεται ήδη από την 1.7.2002 στις ηλεκτρονικές πληρωμές και από την 1.7.2003 στις μεταφορές πίστωσης. Η "επίπτωση συνόρου", η οποία δημιουργούσε προηγουμένως σημαντικές διαφορές κόστους, δεν υπάρχει πλέον [7]. Από την άποψη του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, η αγορά των πληρωμών σε ευρώ χωρίς μετρητά πρέπει να θεωρείται εγχώρια αγορά.

[6] Μέχρι 50.000 ευρώ από την 1.1.2006. η αρχή του ίσου κόστους εφαρμόζεται επίσης για τις πληρωμές σε SEK

[7] Από την 1.7.2002 για τις κάρτες πληρωμών και τις πράξεις μέσω ATM.

Επίσης, καταβλήθηκαν προσπάθειες και από τις ευρωπαϊκές τράπεζες [8], αλλά η επίπτωσή τους στις πληρωμές μικρών ποσών στην ευρωζώνη ήταν μέχρι τώρα μάλλον περιορισμένη και τοπική. Η βιομηχανία πληρωμών στην ΕΕ δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη για την ταχεία θέσπιση και εφαρμογή του κανονισμού και η αρχή της ισότητας των εξόδων δεν είχε ακόμα οδηγήσει στη δημιουργία υποδομών πληρωμών που θα επέτρεπαν την παροχή με το ίδιο κόστος υπηρεσιών διασυνοριακών πληρωμών.

[8] Όπως ιδίως τα συστήματα EURO1 και STEP1της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας.

Ωστόσο, η βιομηχανία πληρωμών αποδέχθηκε την αρχή του της ισότητας των εξόδων και οι φορείς της ανέλαβαν αμέσως σημαντικές κοινές προσπάθειες στην κατεύθυνση αυτή. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληρωμών ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 2002. Έχει ήδη καταρτίσει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εργασιών για την υλοποίηση ενιαίου χώρου πληρωμών και υποβάλλει προτάσεις για σημαντικές αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης των υπηρεσιών πληρωμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μεταξύ των πρωτοβουλιών του πρέπει ιδίως να αναφερθεί η απόφαση για την ταχεία δημιουργία νέας υποδομής [9] για τις μεταφορές πίστωσης σε ευρώ με πολύ χαμηλό κόστος και προθεσμία εκτέλεσης τριών ημερών κατ' ανώτατο όριο, καθώς και τα πολυάριθμά άλλα μέτρα που σχεδιάζει να λάβει για την υλοποίηση του ενιαίου χώρου πληρωμών σε ευρώ. Άλλοι φορείς της αγοράς (εταιρείες καρτών πληρωμών κλπ.) βελτιώνουν συνεχώς τις υπηρεσίες τους, ενώ νεοεισερχόμενοι στην αγορά πληρωμών φορείς (π.χ. φορείς λειτουργίας τηλεπικοινωνιών) προετοιμάζουν εναλλακτικές και εξειδικευμένες λύσεις για μια αποτελεσματική αγορά πληρωμών στην ΕΕ.

[9] Οι πρώτες πράξεις μέσω του συστήματος STEP2 της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας πραγματοποιήθηκαν στις 28.4.2003.

3. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

3.1. Η ανάγκη γενικής αναθεώρησης του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου

Είναι γενικά δεκτό ότι η εσωτερική αγορά πληρωμών σε ευρώ πρέπει να θεωρείται εγχώρια αγορά πληρωμών. Ωστόσο, εάν ληφθεί υπόψη το νομικό περιβάλλον αυτής της ενιαίας αγοράς πληρωμών, η κατάσταση δεν είναι ικανοποιητική. Παρόλο που υπάρχει ήδη ένα "κοινοτικό κεκτημένο" στη νομοθεσία της ΕΕ για τις πληρωμές, το οποίο επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η εσωτερική αγορά διέπεται από ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο, φαίνεται ότι το πλαίσιο αυτό απαιτεί, για τους λόγους που αναφέρονται κατωτέρω, ριζική αναθεώρηση όσον αφορά τις πληρωμές στην εσωτερική αγορά.

Σύμφωνα με την πολιτική της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζει τη σημερινή "κατάσταση πραγμάτων" όπως διαμορφώθηκε μετά τις μακρές προκαταρκτικές συζητήσεις και προετοιμασίες ενόψει του νέου νομοθετικού πλαισίου των πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Αμέσως μετά τη θέσπιση του κανονισμού 2560/2001/ΕΚ, οι υπηρεσίες της Επιτροπής άρχισαν, από κοινού με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, μια σε βάθος εξέταση της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ για τις πληρωμές, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σημερινές νομοθετικές ελλείψεις, η ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις αγορές και η τεχνολογική πρόοδος, η διάσταση της εσωτερικής αγοράς και άλλα θέματα πολιτικής στον τομέα αυτό. Η παρούσα ανακοίνωση είναι ένα έγγραφο διαβούλευσης που αποσκοπεί στη συγκέντρωση απόψεων και παρατηρήσεων. Η Επιτροπή αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ανταπόκριση των ενδιαφερομένων, η οποία θα της επιτρέψει να λάβει γνώσει των επιχειρημάτων και των εκτιμήσεών τους προτού προτείνει κατάλληλες διατάξεις για το νέο νομοθετικό πλαίσιο.

3.2. Οι στόχοι της Διάσκεψης Κορυφής της Λισσαβόνας και το Πρόγραμμα Δράσης για τις Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες

Η πρόταση για ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές στην εσωτερική αγορά αποτελεί μέρος του προγράμματος δράσης της Επιτροπής για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (ΠΔΧΥ) [10]. Πρόκειται για καθοριστικής σημασίας μέτρο που απορρέει από τον πρόσφατο κανονισμό 2560/2001/ΕΚ. Η πρωτοβουλία αυτή επικεντρώνεται, μέσω της δημιουργίας κατάλληλου νομοθετικού περιβάλλοντος, στη βελτίωση της εξυπηρέτησης και της προστασίας των πελατών και στη στήριξη των προσπαθειών του τομέα των πληρωμών για μια αποτελεσματική και ασφαλή αγορά πληρωμών. Συμβάλλει στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την καλή λειτουργία της οικονομίας της ΕΕ. Επίσης, η ύπαρξη σύγχρονων υποδομών πληρωμών συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου της Διάσκεψης Κορυφής της Λισσαβόνας να καταστεί έως το 2010 η Ευρώπη η πιο ανταγωνιστική στον κόσμο οικονομία που βασίζεται στη γνώση.

[10] Βλέπε την Έκτη Έκθεση Προόδου του Προγράμματος Δράσης για τις Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες (ΠΔΧΥ), η οποία είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση:

3.3. Η δημιουργία της εσωτερικής αγοράς πληρωμών

3.3.1. Εξάλειψη των νομικών εμποδίων και της αβεβαιότητας

Η απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων διευκόλυνε τις διασυνοριακές μεταφορές χρηματικών ποσών στην ΕΕ, αλλά στην εσωτερική αγορά οι πληρωμές, και ιδίως οι πληρωμές μικρών ποσών, δεν είναι ακόμα τόσο αποτελεσματικές όσο στις εθνικές αγορές. Διαφορές υπάρχουν επίσης στην εσωτερική αγορά μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και των συμβατικών πρακτικών που εφαρμόζονται στις υπηρεσίες πληρωμών. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο θα καταργήσει, όπου είναι αναγκαίο, τα νομοθετικά εμπόδια στη δημιουργία ενιαίου χώρου πληρωμών, ιδίως εάν τα εμπόδια αυτά δυσχεραίνουν την καλή λειτουργία των υποδομών και συστημάτων πληρωμών σε επίπεδο ΕΕ. Για παράδειγμα, οι κανόνες σχετικά με την ανάκληση της εντολής πληρωμής διαφέρουν ανάλογα με τον τόπο στον οποίο δόθηκε η εντολή στην εσωτερική αγορά. Η διαλειτουργικότητα, η χρήση κοινών τεχνικών προτύπων και η εναρμόνιση των ουσιωδών νομικών κανόνων έχουν πρωταρχική σημασία.

Η έλλειψη ασφάλειας δικαίου αναγκάζει τους παρόχους και τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών να είναι επιφυλακτικοί όταν διενεργούν συναλλαγές και μπορεί να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση των συναλλαγών με απευθείας χρέωση, οι οποίες δεν υπάρχουν ακόμα στο επίπεδο της ΕΕ (βλ. Παράρτημα 16), αλλά επίσης στην περίπτωση των τακτικών, επαναλαμβανόμενων πληρωμών (π.χ. για μια ξένη εφημερίδα ή για την παροχή υπηρεσίας κοινής ωφελείας σε εξοχικό σπίτι σε άλλο κράτος μέλος), για τις οποίες η πληρωμή με πάγια εντολή δεν είναι ακόμα δυνατή. Για να μπορέσουν οι χρήστες, π.χ. καταναλωτές και ΜΜΕ, να επωφεληθούν πλήρως από τα πλεονεκτήματα της εσωτερικής αγοράς, οι υπηρεσίες διασυνοριακών πληρωμών πρέπει να είναι εξίσου αποτελεσματικές με τις υπηρεσίες πληρωμών σε εθνικό επίπεδο.

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει συνεπώς να ικανοποιεί την απαίτηση αυτή και να ενισχύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στον ενιαίο χώρο πληρωμών και να αυξάνει την ευημερία τους στην εσωτερική αγορά.

3.3.2. Μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε μια ευρύτερη αγορά

Ορισμένες από τις ισχύουσες κοινοτικές νομοθετικές πράξεις σχετικά με τις πληρωμές εφαρμόζονται μόνο στις διασυνοριακές πληρωμές, ενώ άλλες αφορούν όλες τις πληρωμές. Η ενοποίηση της ΕΕ έχει σημειώσει πρόοδο και η εσωτερική αγορά πρέπει επίσης να περιλαμβάνει μια ενοποιημένη αγορά πληρωμών. Στόχος του τομέα των πληρωμών είναι η δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου πληρωμών. Συνεπώς, η ισχύουσα νομοθεσία πρέπει να αναθεωρηθεί προς την κατεύθυνση αυτή και, εφόσον είναι αναγκαίο, το νέο νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να καλύπτει όλες τις πληρωμές, εθνικές και διασυνοριακές, με τις ίδιες νομοθετικές διατάξεις. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να απλουστεύει σημαντικά την νομοθεσία της ΕΕ σε σύγκριση με τη σημερινή κατάσταση, για παράδειγμα στην περίπτωση των κανόνων για τις διασυνοριακές μεταφοράς πίστωσης (βλέπε ιδίως τις προτάσεις που διατυπώνονται στο Παράρτημα 14). Αυτό θα αποβεί προς όφελος τόσο των παρόχων όσο και των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών. Η υλοποίηση του νέου νομοθετικού πλαισίου και του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου πληρωμών θα δημιουργήσει επίσης νέες δυνατότητες για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πληρωμών (βλέπε παράρτημα 15), εφόσον θα οδηγήσει στην ενοποίηση των υποδομών των πληρωμών, οι οποίες θα επεξεργάζονται πολύ μεγαλύτερο αριθμό συναλλαγών από ό,τι στα μεμονωμένα κράτη μέλη. Οι οικονομίες κλίμακας που θα επιτευχθούν θα μειώσουν το κόστος των συναλλαγών σε επίπεδα που θα αντισταθμίζουν τις εντάσεις που προκαλεί σήμερα ή αρχή της ισότητας των εξόδων, ή και σε χαμηλότερα ακόμα επίπεδα.

3.3.3. Διεύρυνση

Παρόλο που το νέο νομοθετικό πλαίσιο δεν θα έχει τεθεί σε εφαρμογή κατά το χρόνο της προσχώρησης των νέων κρατών μελών, η διεύρυνση καθιστά ακόμα πιο αναγκαία τη διαβούλευση για το νέο πλαίσιο. Η μεταφορά του κοινοτικού κεκτημένου στις περί πληρωμών νομοθεσίες των υποψηφίων χωρών προσέθεσε νέες εθνικές διατάξεις στην ήδη μεγάλη ποικιλία εθνικών κανόνων των σημερινών 15 κρατών μελών. Αυτές οι εθνικές διαφοροποιήσεις δημιουργούν επίσης νομικές διαφορές που εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε εμπόδια στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Πρέπει να εξεταστεί ιδίως εάν θα ήταν καταλληλότερη η θέσπιση άμεσα δεσμευτικών κανόνων σε επίπεδο ΕΕ (βλέπε τμήμα 3.5 κατωτέρω).

3.4. Απλούστευση και βελτίωση της εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ

Οι ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις της ΕΕ σχετικά με τις πληρωμές περιέχονται σε διάφορα είδη νομοθετικών πράξεων της ΕΕ: ο κανονισμός (2560/2001/ΕΚ) εισάγει την αρχή της ισότητας των εξόδων των διασυνοριακών πληρωμών σε ευρώ στην ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών πληρωμών και εφαρμόζεται άμεσα στα κράτη μέλη χωρίς μεταφορά στο εθνικό δίκαιο. η οδηγία (97/5/ΕΚ) [11] διευκολύνει τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης με την επιβολή ορισμένων απαιτήσεων προστασίας των πελατών και πρέπει να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο προτού τεθεί σε εφαρμογή. και, τέλος, η σύσταση (97/489/ΕΚ) [12] για την προστασία των καταναλωτών που χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα πληρωμών, όπως οι κάρτες πληρωμών, η οποία αναμενόταν να εφαρμοστεί πλήρως στην ΕΕ παρόλο που δεν αποτελεί δεσμευτικό μέσο. Η συνύπαρξη αυτών των τριών βασικών νομικών πράξεων προκαλεί σύγχυση [13], εφόσον πολλές διατάξεις τους επικαλύπτονται. Ορισμένοι από τους κανόνες της οδηγίας είναι πλέον άνευ αντικειμένου μετά τη θέσπιση του κανονισμού [14]. Η πρόσφατη έκθεση [15] της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας επισημαίνει την ύπαρξη προβλημάτων. Μια μελέτη [16] για τη σύσταση 97/489/ΕΚ EC κατέδειξε την ανεπαρκή μεταφορά της στην εθνική νομοθεσία. Η σύσταση είχε ήδη αναγγείλει την πρόθεση της Επιτροπής να προτείνει δεσμευτικά νομοθετικά μέτρα. Για όλους αυτούς τους λόγους, η αναθεώρηση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου φαίνεται πλέον αναγκαία.

[11] ΕΕ L 43 της 14.2.1997, σ. 25.

[12] ΕΕ L 208 της 2.8.1997, σ. 52.

[13] Έτσι, και οι τρεις νομικές πράξεις περιέχουν μέτρα σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται. Αυτό δημιουργεί σύγχυση τόσο στη βιομηχανία πληρωμών όσο και στους καταναλωτές. πράγματι, οι χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών δεν έχουν στη διάθεσή τους ένα εύκολα κατανοητό σύνολο κανόνων. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, αφετέρου, πρέπει να βασίζονται σε διάφορα νομοθετικά κείμενα που επιβάλλουν όμοιες αλλά διατυπωμένες με διαφορετικούς όρους απαιτήσεις, χωρίς να γνωρίζουν εάν οι πληροφορίες που παρέχουν στους χρήστες είναι επαρκείς σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ και την εθνική νομοθεσία.

[14] Βλέπε για παράδειγμα το Παράρτημα 14.

[15] Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 97/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 1997 για τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης (COM(2002)0663 τελικό).

[16] Η μελέτη σχετικά με την εφαρμογή της σύστασης 97/489/ΕΚ για τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής, ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και του κατόχου (Μάιος 2001), είναι διαθέσιμη στην διεύθυνση: http://europa.eu.int/comm/internal_market/payments/.

3.5. Η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση παράνομου χρήματος στην ενιαία ζώνη πληρωμών

Η Financial Action Task Force (FATF) [17] εξέδωσε στις 14 Φεβρουαρίου ερμηνευτικά σημειώματα σχετικά με τις δύο νέες Eιδικές Συστάσεις για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (Ειδική Σύσταση VI για τους "φορείς έμβασης χρημάτων" και Ειδική Σύσταση VII για τις "πληροφορίες σχετικά με τον εντολέα"), οι οποίες αφορούν θέματα σχετιζόμενα με πληρωμές. Η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμη την ενσωμάτωση των απαιτήσεων αυτών στην κοινοτική νομοθεσία και θεωρεί ότι το νέο νομοθετικό πλαίσιο είναι κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Ο τομέας των πληρωμών εκτιμά ότι είναι αναγκαία η θέσπιση πλήρως εναρμονισμένων κανόνων στους τομείς αυτούς: αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό προκειμένου να εξασφαλιστούν ομοιόμορφοι όροι λειτουργίας (ίσοι όροι λειτουργίας για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, πρόσβαση, κόστος συμμόρφωσης κλπ.), αλλά και για λόγους αποτελεσματικότητας (εναρμόνιση των απαιτήσεων για τις πληροφορίες σχετικά με τον εντολέα ώστε να καθίσταται δυνατή η αυτοματοποιημένη επεξεργασία των πληρωμών. Πρέπει να εξεταστεί εάν αυτό μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα με τη θέσπιση κανονισμού της ΕΕ (βλ. τμήμα 4.6 κατωτέρω και Παραρτήματα 1 και 8).

[17] Βλέπε την κεντρική σελίδα της FATF: www.oecd.org/fatf.

3.6. Νέες εξελίξεις στην τεχνολογία και στις αγορές

Το περιβάλλον των πληρωμών διέρχεται περίοδο ριζικών αλλαγών υπό την ώθηση της τεχνολογικής προόδου και των εξελίξεων στις αγορές. Από την άποψη αυτή, πρέπει να εξεταστεί εάν η ισχύουσα νομοθεσία περί πληρωμών είναι ακόμα κατάλληλη και ικανή να εξασφαλίσει ένα περιβάλλον κατάλληλο για τις αγορές και τους φορείς που δραστηριοποιούνται σε αυτές.

Οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών θεωρούν ότι ορισμένες υπηρεσίες πληρωμών πρέπει, ιδίως υπό τις σημερινές τεχνολογικές συνθήκες, να παρέχονται με πολύ χαμηλό κόστος και σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι πιθανό ότι οι πληρωμές με μετρητά - οι οποίες ως επί το πλείστον παρέχονται ακόμα δωρεάν στα μεμονωμένα πρόσωπα χάρη στον επιμερισμό του κόστους τους στο σύνολο της κοινωνία - θα αντικαθίστανται ολοένα περισσότερο από σύγχρονα μέσα πληρωμών χωρίς χρήση μετρητών. Πολλοί πολίτες είναι ικανοποιημένοι από την ευχέρεια που παρέχουν τα σύγχρονα μέσα πληρωμών, ιδίως εάν αυτά εξασφαλίζουν επίσης την ασφάλεια των συναλλαγών και προστατεύουν τα συμφέροντά τους. Αυτό ισχύει ιδίως στο πλαίσιο του ηλεκτρονικού εμπορίου και των πωλήσεων εξ αποστάσεως, αλλά και στις πληρωμές στα σημεία πώλησης και σε συναλλαγές πρόσωπο με πρόσωπο. Πολλές νέες υπηρεσίες πολυμέσων προσφέρονται ολοένα περισσότερο έναντι πληρωμής πολύ μικρών ποσών ("μικροπληρωμές"). Οι πωλητές αυτών των αγαθών και υπηρεσιών απατούν αυτοματοποιημένες και ασφαλείς μεθόδους επεξεργασίας που τους επιτρέπουν να ελαχιστοποιούν το διοικητικό φόρτο και εξασφαλίζουν τον αμετάκλητο χαρακτήρα της πληρωμής. Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προτείνει ουσιώδεις - δηλαδή αναγκαίες και επαρκείς - νομοθετικές διατάξεις για τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών στην εσωτερική αγορά που να λάβει υπόψη αυτές τις εξελίξεις. Οι διατάξεις αυτές θα πρέπει βασικά να αφορούν τις απαιτήσεις για την ασφαλή διενέργεια των συναλλαγών, πληροφόρηση των χρηστών και τη ασφάλεια δικαίου των πληρωμών.

Οι περισσότεροι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών γνωρίζουν ότι ορισμένα παραδοσιακά μέσα και συστήματα πληρωμών είναι πλέον ακατάλληλα από οικονομική άποψη, αναποτελεσματικά, μη φιλικά προς το χρήστη και ανεπαρκώς γρήγορα. Η συναλλακτική φύση της υπηρεσίας πληρωμών καθίσταται ολοένα πιο καθοριστική από διαχειριστική άποψη κατά την αναζήτηση αποτελεσματικότητας και κερδοφορίας. Σε εθνικό επίπεδο, οι τράπεζες πραγματοποίησαν ιδιαίτερα σημαντικές επενδύσεις, ιδίως στις τεχνολογίες της πληροφορίας. Η ανάγκη επίτευξης οικονομιών κλίμακας με την επεξεργασία μεγάλων όγκων πληρωμών οδήγησε σε νέες μορφές συνεργασίας και ενοποίησης των υποδομών πληρωμών. Οι απαιτήσεις διαλειτουργικότητας κατέστησαν επιτακτικό τον καθορισμό κοινών τεχνικών προτύπων και συμβατικών πρακτικών που υπερβαίνουν το εθνικό επίπεδο και έχουν ως βασική προοπτική τη δημιουργία ενιαίου χώρου πληρωμών σε ευρώ.

Επιπλέον, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η ανάγκη μείωσης του κόστους και καλύτερης εξυπηρέτησης των πελατών οδήγησε σε μια ριζική αναθεώρηση των υφιστάμενων μέσων πληρωμών. Παρατηρείται έτσι μια σαφής στροφή σε εναλλακτικά μέσα, ενώ εμφανίζονται παράλληλα νέες μέθοδοι πληρωμών που έρχονται να αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές μεταφορές πίστωσης ή τις επιταγές (π.χ. απευθείας χρέωση, κάρτες, πληρωμές μέσω Ίντερνετ, ηλεκτρονικές πληρωμές και ηλεκτρονικές πληρωμές μέσω κινητών συσκευών). Τις εξελίξεις αυτές προωθούν συχνά με επιχειρηματικές προτάσεις τους οι νέοι φορείς που δραστηριοποιούνται στις αγορές πληρωμών, οι οποίοι αναζητούν λύσεις σε νέες ή εναλλακτικές τοπικές ανάγκες, όπως οι μικροπληρωμές στο Ίντερνετ ή οι ηλεκτρονικές πληρωμές μέσω κινητών συσκευών. Η ταχεία αύξηση του αριθμού των φορέων παροχής υπηρεσιών στην αγορά πληρωμών είχε συχνά ως αποτέλεσμα την εξίσου ταχεία εξαφάνισή τους λόγω έλλειψης κρίσιμης μάζας πληρωμών. Η παρούσα ανακοίνωση καλεί τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις τους για τη βελτίωση του νομοθετικού περιβάλλοντος των υφιστάμενων και των μελλοντικών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών (βλέπε ιδίως το Παράρτημα 1). Τα θέματα που θα εξεταστούν καλύπτουν την πρόσβαση στην αγορά και τους όρους άσκησης της δραστηριότητάς τους.

4. ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΜΙΑΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

Υπό το φως της διαβούλευσης αυτής, κατά τη διατύπωση μιας επίσημης πρότασης για ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο, η Επιτροπή προτίθεται να τηρήσει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές που θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές στο πλαίσιο της νομοθεσίας της ΕΕ περί πληρωμών. Οι κυριότερες αρχές παρουσιάζονται στο παρόν κεφάλαιο.

Εφιστάται επίσης η προσοχή του αναγνώστη στα παραρτήματα της παρούσας ανακοίνωσης, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις περιέχουν σχέδια διατύπωσης νομοθετικών κειμένων ενόψει της σύνταξης μελλοντικής νομοθετικής πρότασης της Επιτροπής. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει ληφθεί απόφαση ούτε για την υποβολή προτάσεων για νέους νομοθετικούς κανόνες στις περιπτώσεις αυτές, ούτε για τη διατύπωση των σχετικών κειμένων. Θεωρείται σημαντικό να ληφθούν παρατηρήσεις σχετικά με τις επιπτώσεις αυτών των διατάξεων. Η παρούσα ανακοίνωση εξετάζει επίσης, αν και συνοπτικά, τα νομικά θέματα που έχουν εντοπιστεί έως τώρα. Η τελική πρόταση της Επιτροπής για το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές στην εσωτερική αγορά θα ενσωματώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τις σημερινές διατάξεις του "κοινοτικού κεκτημένου" σε ένα ενιαίο νομοθετικό κείμενο.

4.1. Η αποτελεσματικότητα ως μόνιμος στόχος

Σε πρόσφατη έκθεσηt [18] της Επιτροπής Συστημάτων Πληρωμών και Διακανονισμού αναφέρονται τα εξής: "Τα συστήματα και μέσα πληρωμών αποτελούν σημαντικούς παράγοντες αποτελεσματικότητας και σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ιδίως όσον αφορά την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και τη λειτουργία του εμπορίου". Επίσης, "η εμπιστοσύνη του κοινού στο νόμισμα μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο εάν τα συστήματα πληρωμών μικρών ποσών είναι αναποτελεσματικά, δύσχρηστα για τους χρήστες και ανασφαλή". Η ύπαρξη αποτελεσματικών μέσων και μεθόδων πληρωμών έχει ουσιώδη σημασία για όλα τα μέρη που συνδέονται με εμπορικές σχέσεις, και ιδίως για τους καταναλωτές και το λιανικό εμπόριο.

[18] Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, Επιτροπή Συστημάτων Πληρωμών και Διακανονισμού, Θέματα πολιτικής των κεντρικών τραπεζών στον τομέα των πληρωμών μικρών ποσών, Βασιλεία, Μάρτιος 2003.

Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, η αποτελεσματικότητα των συστημάτων και μέσων πληρωμών θα πρέπει να αποτελεί στόχο και κατευθυντήρια αρχή του κοινοτικού νομοθέτη κατά την υποβολή και την έγκριση των προτάσεων σχετικά με ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές στην εσωτερική αγορά. Δεν πρόκειται μόνο για πρωταρχικό στόχο, αλλά και για απαίτηση ιδιαίτερης πρακτικής σημασίας για την ικανοποίηση των γενικών προσδοκιών των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, ιδίως όσον αφορά την τήρηση των όρων για το κόστος και την προθεσμία εκτέλεσης των πληρωμών.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για τη συνεχή βελτίωση των επιχειρηματικών προτάσεών τους υπό την πίεση του ανταγωνισμού και της καινοτομίας. Το πρόγραμμα εργασίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Πληρωμών για τον ενιαίο χώρο πληρωμών σε ευρώ αποτελεί αναμφισβήτητα ένα βήμα προς την κατεύθυνση αυτή όσον αφορά τις πληρωμές σε ευρώ στην εσωτερική αγορά. Οι εταιρείες καρτών, οι φορείς τηλεπικοινωνιών και οι λοιποί φορείς είναι επίσης αποφασισμένοι να υποβάλουν νέες προτάσεις.

Η κυριότερη συμβολή ενόψει του νέου νομοθετικού πλαισίου είναι η εξέταση του παρόντος νομοθετικού περιβάλλοντος των πληρωμών προκειμένου να εντοπιστούν τα νομοθετικά ή ρυθμιστικά εμπόδια στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των αγορών πληρωμών, των συστημάτων, των παρόχων υπηρεσιών και των μέσων πληρωμών. Τα νομοθετικά αυτά εμπόδια στην αποτελεσματικότητα των πληρωμών μπορούν να απορρέουν από δυσανάλογες απαιτήσεις για την πρόσβαση στην αγορά (βλέπε Παράρτημα 1) ή για την ανάπτυξη ενός μέσου πληρωμών ή μιας καινοτόμου τεχνικής, από νομοθετικές διατάξεις που δεν δημιουργούν επαρκή ασφάλεια δικαίου, ή από την επιβολή μη αναγκαίων υποχρεώσεων γνωστοποίησης. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο αποσκοπεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά. Η παρούσα ανακοίνωση καλεί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή.

4.2. Η ασφάλεια ως "conditio sine qua non"

Χωρίς υψηλό επίπεδο ασφάλειας των συστημάτων και μέσων πληρωμών δεν θα υπάρχει εμπιστοσύνη από την πλευρά των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και η χρήση των μη ασφαλών μεθόδων πληρωμών θα είναι περιορισμένη. Ωστόσο, δεν υπάρχουν απόλυτα ασφαλή μέσα πληρωμών. ακόμα και τα μετρητά μπορούν να απολεσθούν, να κλαπούν ή να παραποιηθούν.

Η ανάπτυξη ολοένα πιο εξελιγμένων συστημάτων / μέσων πληρωμών καθιστά δυσχερή από τεχνική άποψη την αξιολόγηση της ασφάλειάς τους. Η ανάγκη διατήρησης της κερδοφορίας των δραστηριοτήτων τους, αλλά και της εμπιστοσύνης στα προϊόντα τους, αποτελεί για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών ισχυρό κίνητρο για να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ασφάλεια και τεχνική αρτιότητα των υπηρεσιών πληρωμών. Υπάρχουν ωστόσο περιθώρια επιλογής μεταξύ βαθμού ασφάλειας και κόστους προστασίας έναντι αθέμιτης χρήσης, κυρίως υπό μορφή απάτης και πλαστογραφίας. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών και οι διαπράττοντες απάτες επιδίδονται τα τελευταία χρόνια σε συνεχή αγώνα δρόμου, ο οποίος έχει γενικά ως αποτέλεσμα την αύξηση της ασφάλειας των μέσων και την καλύτερη προστασία των χρηστών.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση της ασφάλειας των πληρωμών και η καταπολέμηση της απάτης στον τομέα αυτό (π.χ. απάτες σχετικές με κάρτες πληρωμών ή με ηλεκτρονική τραπεζική) αποτελεί αναμφίβολα μια από τις πρώτες προτεραιότητές της. Παρόλο που την ευθύνη για τη δημιουργία της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη υποδομής για την ασφάλεια των υπηρεσιών πληρωμών έχει κατά κύριο λόγο ο τομέας των πληρωμών, το νέο νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να αντιμετωπίσει το θέμα της ασφάλειας δικαίου των πληρωμών. Αυτό περιλαμβάνει την αξιολόγηση της ασφάλειας των συστημάτων και μέσων πληρωμών, τις νομικές διασφαλίσεις σε περίπτωση μη εκτέλεσης, μη ορθής ή μη εγκεκριμένης εκτέλεσης των πληρωμών ή έλλειψης πρόσβασης σε υπηρεσίες πληρωμών, για παράδειγμα σε περίπτωση βλάβης στο δίκτυο πληρωμών. Οι νομικές απαιτήσεις για την ψηφιακή πιστοποίηση των πληρωμών, αλλά και τα μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης, της πλαστογραφίας και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι θέματα που πρέπει να εξεταστούν. Η νομοθεσία της ΕΕ απαιτεί ήδη από τα κράτη μέλη να ποινικοποιήσουν την απάτη και την πλαστογραφία των μέσων πληρωμών πλην των μετρητών [19]. Νέα νομοθετικά και άλλης φύσης μέτρα βρίσκονται στο στάδιο της εξέτασης στο πλαίσιο του τριετούς Προγράμματος Δράσης για την Πρόληψη της Απάτης [20] και της εφαρμογής των εδικών συστάσεων της FATF (βλέπε τμήμα 2.5). Κατά τη διαβούλευση για το νέο νομοθετικό πλαίσιο, η Επιτροπή επιθυμεί να λάβει παρατηρήσεις για τη σκοπιμότητα συμπληρωματικών νομοθετικών μέτρων για την ασφάλεια των πληρωμών και για το κόστος και τα οφέλη των μέτρων αυτών.

[19] Βλέπε απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου (2001/413/JHA).

[20] Βλέπει ανακοίνωση για την πρόληψη της απάτης και της πλαστογραφίας όσον αφορά τα μέσα πληρωμών πλην των μετρητών [COM(2001) 11 τελικό].

4.3. Ανταγωνισμός: πρόσβαση και ίσοι όροι συμμετοχής στην αγορά

Η εφαρμογή της αντιμονοπωλιακής πολιτικής ανταγωνισμού θα ενισχυθεί με την έναρξη ισχύος στις 20 Μαίου 2004 του κανονισμού 1/2003/ΕΚ και την ομοιόμορφη και άμεση εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ σε όλα τα κράτη μέλη. Ο εντονότερος ανταγωνισμός θα επιτρέψει στους καταναλωτές να επωφεληθούν ακόμα περισσότερο από την αποτελεσματικότερη λειτουργία των αγορών. Ο αγορές υπηρεσιών πληρωμών χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη μεγάλου αριθμού παρόχων και χρηστών υπηρεσιών πληρωμών. Η εκτέλεση των περισσοτέρων πληρωμών εξαρτάται από την ύπαρξη διαλειτουργικών υποδομών. Επιπλέον, η υπηρεσία πληρωμών είναι μια συναλλαγή η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο οικονομιών κλίμακας: το κόστος μιας πληρωμής μειώνεται με την αύξηση του όγκου των πράξεων αυτών. όσο λιγότερες κοινές υποδομές χρησιμοποιούνται για την εκτέλεσή τους, τόσο υψηλότερες οι οικονομίες κλίμακας που επιτυγχάνονται. Η δημιουργία και λειτουργία υποδομών για τους σκοπούς αυτούς απαιτεί τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ ανταγωνιστών. Οι συμφωνίες στο χρηματοπιστωτικό τομέα υπόκεινται στους ίδιους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ όπως και οι άλλοι τομείς. Η σύναψή τους επιτρέπεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις (για παράδειγμα εάν το ίδιο αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τη συμφωνία), αλλά υπόκεινται σε έλεγχο (για να εξασφαλιστεί, για παράδειγμα, ότι δεν εμποδίζεται η είσοδος νέων ανταγωνιστών στην αγορά ή ότι οι συμφωνίες αυτές δεν οδηγούν εκ των πραγμάτων σε μια πολιτική τιμολόγησης). Δεν είναι αναγκαίο να εξεταστούν λεπτομερώς τα θέματα αυτά στο νέο νομοθετικό πλαίσιο, αλλά οι συμφωνίες αυτές θα συνεχίσουν να υπόκεινται στη συνήθη παρακολούθηση και, εφόσον είναι αναγκαίο, διερεύνηση.

Η παροχή υπηρεσιών πληρωμών με χαμηλό κόστος μπορεί ιδίως να επιτευχθεί με την αυτοματοποιημένη επεξεργασία των πληρωμών. Αυτό προϋποθέτει όμως υψηλότερο βαθμό τυποποίησης και την επίτευξη συμφωνιών για κοινά πρότυπα. Η εισαγωγή παρόμοιων προτύπων πρέπει γενικά να γίνει από τον ίδιο τον τομέα των πληρωμών σε οικειοθελή βάση. Ωστόσο, από την άποψη του δημοσίου συμφέροντος, πρέπει επίσης να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στην αναγκαία ύπαρξη κοινών προτύπων με τα οποία επιτυγχάνεται κρίσιμη μάζα για την αυτοματοποιημένη επεξεργασία και τη διαλειτουργικότητα, αφενός και, αφετέρου, τις ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις από την εισαγωγή προτύπων που μπορούν να περιορίσουν την καινοτομία με τη δημιουργία, για παράδειγμα, κινήτρων για εναρμονισμένη τιμολόγηση και/ή με την αποθάρρυνση των νέων ανταγωνιστών να εισέλθουν στις αγορές υπηρεσιών πληρωμών. Η Επιτροπή είναι, καταρχήν, επιφυλακτική ως προς τη σκοπιμότητα της συμμετοχής της στην τυποποίηση της επεξεργασίας των πληρωμών, παρόλο που θεωρεί ιδιαίτερα επιθυμητή την επίτευξη προόδου στον τομέα αυτό.

Μια σημαντική πτυχή του ανταγωνισμού στον τομέα των πληρωμών είναι η ανοικτή πρόσβαση στις διαθέσιμες υποδομές σε ένα περιβάλλον που εξελίσσεται συνεχώς υπό την ώθηση των τεχνολογικών αλλαγών και των δυνάμεων της αγοράς.

Στα περισσότερα κράτη μέλη, αλλά όχι σε όλα, για την άσκηση της δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών πληρωμών απαιτείται χορήγηση άδειας πιστωτικού ιδρύματος ή ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος. Αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ κρατών μελών των όρων πρόσβασης στην αγορά είναι επιζήμια για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς: είναι πράγματι πολύ δύσκολο για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που λειτουργούν νόμιμα σε χώρες στις οποίες δεν υπάρχει απαίτηση αδειοδότησης να αποκτήσουν πρόσβαση στις αγορές των κρατών μελών τα οποία, για προληπτικούς λόγους, απαιτούν τη λήψη άδειας. Παρόλο που βάσει της νέας Ειδικής Σύστασης VI της FATF (για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της νομιμοποίησης παράνομου χρήματος) κάθε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών πρέπει εφεξής να είναι εγγεγραμμένος σε μητρώο ή να έχει λάβει άδεια λειτουργίας, παραμένει το ερώτημα του ενιαίου διαβατηρίου ΕΕ για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που είναι απλώς εγγεγραμμένοι σε μητρώο κράτους μέλους. Ορισμένοι από αυτούς τους φορείς έμβασης χρημάτων και τους νέους φορείς (π.χ. φορείς τηλεπικοινωνιών) διαμαρτυρήθηκαν για τα κόστη και το διοικητικό φόρτο με τα οποία θα επιβαρυνθούν οι απλοί πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών για να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που καλύπτει το σύνολο των τραπεζικών εργασιών, και τα οποία είναι δυσανάλογα εάν ληφθούν υπόψη οι μειωμένοι κίνδυνοι που ενέχει η δραστηριότητά τους. Αυτό εγείρει το γενικό ερώτημα εάν ο ανταγωνισμός στην αγορά πληρωμών δεν μπορεί να αυξηθεί με τον επανακαθορισμό, μόνο για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, των όρων πρόσβασης και των άλλων απαιτήσεων, ιδίως γνωστοποίησης. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξετάζουν ιδίως το θέμα αυτό από την άποψη των φορέων κινητών τηλεπικοινωνιών και επιθυμούν να λάβουν παρατηρήσεις σχετικά. Κάθε απόφαση στον τομέα αυτό θα πρέπει ωστόσο να εξασφαλίζει ίσους όρους ανταγωνισμού, ίδιους κινδύνους και ίδιες απαιτήσεις.

4.4. Υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών [21]

[21] Ως καταναλωτές νοούνται οι καταναλωτές και τα άλλα πρόσωπα, όπως οι λιανοπωλητές και οι ΜΜΕ, που χρησιμοποιούν υπηρεσίες πληρωμών.

Η προστασία των καταναλωτών αποτελεί βασικό στόχο κάθε νομοθεσίας για τις αγορές, τους παρόχους και τα μέσα πληρωμών. Η ίδια η βιομηχανία πληρωμών έχει κάθε συμφέρον να προσφέρει βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα και προϊόντα που να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών. Στην εσωτερική αγορά, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στις πληρωμές έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της διασυνοριακής διάστασης της αγοράς αυτής και του τρόπου με τον οποίο η εμπιστοσύνη αυτή μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου στην ευρύτερη αγορά της ΕΕ. Για το λόγο αυτό, το άρθρο 153 της Συνθήκης απαιτεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και η απαίτηση αυτή αποτελεί επίσης μια από τις κατευθυντήριες αρχές του νέου νομοθετικού πλαισίου. Ωστόσο, το κόστος της προστασίας αυτής πρέπει να εκτιμηθεί προσεκτικά εφόσον, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα βαρύνει τελικά τον ίδιο τον καταναλωτή. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το κόστος ευκαιρίας που συνεπάγεται η έλλειψη εμπιστοσύνης σε ορισμένα μέσα πληρωμών.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξεταστεί μια ολόκληρη σειρά θεμάτων που σχετίζονται με την προστασία του καταναλωτή, τα περισσότερα από τα οποία αναλύονται λεπτομερώς στα παραρτήματα. Τα θέματα αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά και συνοψίζονται κατωτέρω:

Εξειδικευμένες, συνεπείς και φιλικές προς το χρήστη απαιτήσεις πληροφόρησης πριν και μετά την εκτέλεση της πληρωμής. Πολλές από τις διατάξεις της νομοθεσίας της ΕΕ περί πληρωμών που αφορούν το θέμα αυτό πρέπει να αναθεωρηθούν. Μια από τις πλέον δυσχερείς πτυχές είναι η επίτευξη κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ περιεχομένου και όγκου των πληροφοριών, κατά τρόπο ώστε ο χρήστης της υπηρεσίας πληρωμών να μπορεί να τις κατανοεί και να γνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.

Νομικές διασφαλίσεις που θα προστατεύουν τον καταναλωτή σε περίπτωση μη εκτέλεσης, μη ορθής ή μη εγκεκριμένης εκτέλεσης μιας πληρωμής. Το θέμα αυτό συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια των πληρωμών, αλλά απαιτεί επίσης να εξεταστεί το θέμα του βάρους της απόδειξης και η έκταση των αντίστοιχών ευθυνών.

Νομικές διασφαλίσεις πρέπει επίσης να προβλεφθούν και για το εμπόριο εξ αποστάσεως, την αναπτυσσόμενη χρήση συστημάτων πληρωμών με απευθείας χρέωση ή τις περιπτώσεις στις οποίες διακόπτεται η πρόσβαση στα συστήματα ηλεκτρονικών πληρωμών, κλπ.

Δυνατότητα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών σε περίπτωση καταγγελίας. Η οδηγία 97/5/ΕΚ προβλέπει παρόμοια συστήματα για τις περιπτώσεις που αφορούν διασυνοριακές πληρωμές και το δίκτυο FIN-NET έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο θα γενικεύσει αυτές τις δυνατότητες ταχείας επανόρθωσης σε όλες τις καταγγελίες που αφορούν πληρωμές στην εσωτερική αγορά.

Οι πολίτες της ΕΕ αναμένουν ότι θα έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν ή να λαμβάνουν πληρωμές βασιζόμενοι σε μια απλή νομοθεσία με την οποία επιθυμούν να εξοικειωθούν γρήγορα. Οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών επιθυμούν κατά κύριο λόγο να πραγματοποιούν γρήγορες και ασφαλείς πληρωμές με χαμηλό κόστος. Η διαφάνεια και η ευκολία έχουν ουσιώδη σημασία. Αυτό ισχύει επίσης και για τον τομέα του λιανικού εμπορίου, όταν οι φορείς του ενεργούν ως χρήστες υπηρεσιών πληρωμών.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξέτασαν επίσης προτάσεις για τη φορητότητα του αριθμού του λογαριασμού πληρωμής, όπως στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Με βάση την εμπειρία των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου, και έχοντας υπόψη την πρόσφατη υποχρεωτική επιβολή του κοινού διεθνούς αριθμού τραπεζικού λογαριασμού (IBAN) από τον κανονισμό 2560/2001/ΕΚ, η λύση αυτή θα είχε υψηλό κόστος και θα ήταν αντιπαραγωγική. Αφετέρου όμως, φαίνεται ότι οι πελάτες παραπονούνται συχνά για το υπερβολικό κόστος μεταφοράς ή κλεισίματος ενός λογαριασμού πληρωμής. Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τη σκοπιμότητα ρύθμισης του προβλήματος αυτού στο νέο νομοθετικό πλαίσιο.

Τέλος, οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξετάζουν, από κοινού με τους ενδιαφερόμενους φορείς, ένα σχέδιο με την ονομασία "Card Stop Europe", το οποίο αποσκοπεί στην καθιέρωση απλού (κατά προτίμηση τριψήφιου) τηλεφωνικού αριθμού μέσω του οποίου θα είναι δυνατόν να ακυρώνονται γρήγορα σε όλη την ΕΕ οι κάρτες πληρωμών σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής, στο οποίο συμμετέχουν φορείς της βιομηχανίας πληρωμών και άλλοι ενδιαφερόμενοι. Πρόκειται για μια πρόταση του προγράμματος δράσης για την πρόληψη της απάτης. Το κυριότερο πρόβλημα είναι εάν το σχέδιο αυτό μπορεί να υλοποιηθεί με τη συνεργασία μεταξύ των εταιρειών που παρέχουν την υπηρεσία αυτή σε εθνικό επίπεδο ή εάν απαιτείται η θέσπιση κανονιστικών διατάξεων.

Η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών αποτελεί επίσης έναν από τους στόχους της νομοθεσίας της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων [22]. Πρέπει να βρεθεί μια κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης προστασίας των δεδομένων και άλλων αναγκών, όπως η πρόληψη, διερεύνηση και δίωξη των απατών που αφορούν πληρωμές.

[22] Βλέπε το σημείο 10 της αιτιολογικής σκέψης της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σσ. 31-50.

4.5. Οι νομοθετικές διατάξεις πρέπει να είναι ουδέτερες από τεχνική άποψη

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην επιλογή νομοθετικών διατάξεων που θα εξασφαλίζουν ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, θα είναι ουδέτερες από τεχνική άποψη σε σχέση με τα διάφορα μέσα πληρωμών, θα αποφεύγουν την περιττή εναρμόνιση των μέσων πληρωμών και δεν θα εμποδίζουν την καινοτομία. Το νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει, γενικά, να μην "ευνοεί" ένα μέσο πληρωμών σε βάρος άλλου. Τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που βασίζονται σε επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες πρέπει να απορρέουν από επιλογές στην αγορά και όχι από νομοθετικές διατάξεις.

4.6. Η αναθεώρηση της νομοθεσίας περί πληρωμών πρέπει να "προσθέτει αξία"

Η αναθεώρηση της νομοθεσίας της ΕΕ περί πληρωμών στην εσωτερική αγορά πρέπει να γίνει με προσοχή και σύμφωνα με τις αρχές της Επιτροπής για τη "διακυβέρνηση" [23] και τη "βελτίωση της νομοθεσίας" [24]. Μια γενική και μεγάλης εμβέλειας νομοθεσία για τις πληρωμές θα μπορούσε να είναι αντιπαραγωγική και να δημιουργήσει περιττή πολυπλοκότητα και δυσανάλογο κόστος συμμόρφωσης το οποίο, γενικά, θα επιβαρύνει αναπόφευκτα τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών, είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά.

[23] Βλέπε την ανακοίνωση της Επιτροπής - Ανακοίνωση της Επιτροπής - Σχέδιο δράσης "Απλούστευση και βελτίωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος " COM/2002/0278.

[24] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Ευρωπαϊκή διακυβέρνηση: Βελτίωση της νομοθεσίας (COM/2002/0275).

Η νέα νομοθεσία πρέπει να "προσθέτει αξία" από άποψη χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, αποτελεσματικότητας της αγοράς πληρωμών (περιλαμβανομένης της διάστασης της εσωτερικής αγοράς), ασφάλειας των πληρωμών και εξυπηρέτησης των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών. Παρόλο που είναι μάλλον δύσκολο να γίνουν οριστικές και αντικειμενικές εκτιμήσεις κόστους / ωφέλειας, οι συνολικοί στόχοι για την αύξηση της ευημερίας πρέπει να τηρηθούν.

4.7. Η φύση του μελλοντικού νομοθετικού πλαισίου

Η προσέγγιση που θα υιοθετηθεί αποτελεί επίσης ένα θέμα που πρέπει να εξεταστεί. Ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να θεσπίσει κανονισμούς και οδηγίες και η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει συστάσεις. Επίσης, η Επιτροπή μπορεί να προωθήσει την από κοινού ρύθμιση [25] και να ενθαρρύνει την αυτορρύθμιση [26] από τους φορείς της αγοράς. Για κάθε θέμα πρέπει να επιλεγεί το κατάλληλο νομοθετικό μέσο, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που αναφέρονται στο τμήμα 4.5. Πρέπει επίσης να αποφασισθεί εάν θα χρησιμοποιηθεί ένα μόνο ή περισσότερα νομοθετικά μέσα (π.χ. κανονισμός που θα συμπληρώνεται από ορισμένους μη δεσμευτικούς κανόνες υπό μορφή σύστασης) Επιπλέον, στο επίπεδο της ΕΕ, η νομοθεσία θα μπορούσε να θεσπιστεί από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εντός των ορίων των εξουσιών που της αναθέτει η Συνθήκη.

[25] Η από κοινού ρύθμιση ορίζεται ως ένας μηχανισμός με τον οποίο μια κοινοτική νομοθετική πράξη αναθέτει την επίτευξη των στόχων που ορίζει η νομοθετική αρχή σε μέρη που είναι αναγνωρισμένα στον τομέα (π.χ. οικονομικοί φορείς, κοινωνικοί εταίροι, μη κυβερνητικές οργανώσεις ή ευρωπαϊκές ενώσεις).

[26] Η αυτορρύθμιση ορίζεται ως η δυνατότητα για τους οικονομικούς φορείς, κοινωνικούς εταίρους, μη κυβερνητικές οργανώσεις ή ενώσεις να υιοθετούν, μεταξύ τους και προκειμένου να τις εφαρμόσουν οι ίδιοι, κοινές κατευθυντήριες γραμμές σε ευρωπαϊκό επίπεδο (κώδικες δεοντολογίας, τομεακές συμφωνίες, κλπ.).

Όσον αφορά την επιλογή του κατάλληλου κοινοτικού νομοθετικού μέσου, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης κάλεσε την Επιτροπή "να εξετάσει το ενδεχόμενο συχνότερης χρησιμοποίησης κανονισμών, στις περιπτώσεις που αυτό είναι νομικά δυνατό και θα βοηθά στην επιτάχυνση της νομοθετικής διαδικασίας". Το ερώτημα που τίθεται σε σχέση με το νέο νομοθετικό πλαίσιο είναι εάν τα συμφέροντα της αγοράς υπηρεσιών πληρωμών, των παρόχων και των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών δεν θα εξυπηρετούνταν καλύτερα εάν η διαδικασία αναθεώρησης οδηγούσε στη θέσπιση νομικά δεσμευτικού κανονισμού της ΕΕ [27]. Ο τομέας των υπηρεσιών πληρωμών, για παράδειγμα, κάλεσε την Επιτροπή να εφαρμόσει την Ειδική Σύσταση VII της FATF με κανονισμό, για λόγους που εξηγούνται στο τμήμα 3.5. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών έχουν κάθε συμφέρον να γνωρίζουν λεπτομερώς τον πλήρη κατάλογο των ουσιωδών (αναγκαίων και επαρκών) νομικών απαιτήσεων, προκειμένου να είναι σε θέση να συμμορφώνονται και να ενεργούν με την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου (π.χ. όσον αφορά τις απαιτήσεις πληροφόρησης των πελατών τους). Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού χωρίς όμως να αφαιρείται από τους παρόχους υπηρεσιών η δυνατότητα να προσφέρουν καλύτερους όρους εάν το επιθυμούν.

[27] Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ, μια κοινοτική νομοθετική πράξη δεν μπορεί να τροποποιηθεί παρά μόνο με πράξη της ιδίας ή υψηλότερης τάξης (π.χ. μια οδηγία από οδηγία ή από κανονισμό).

Επίσης, όπως καταδεικνύεται από τις έρευνες του Ευρωβαρομέτρου [28], οι καταναλωτές στην Ευρώπη προτιμούν ένα σύνολο σαφών και λεπτομερών ουσιωδών κανόνων, οι οποίοι θα καθορίζουν, στο επίπεδο της ΕΕ, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Η έρευνα στο Ηνωμένο Βασίλειο, συμπεραίνει επιπλέον ότι, για παράδειγμα, οι καταναλωτές δεν διαβάζουν τις πληροφορίες που τους παρέχονται παρά μόνο εάν είναι συνοπτικές και εάν αφορούν ειδικά τις υπηρεσίες που ζητούν. Η θέσπιση κανονισμού στο επίπεδο της ΕΕ θα συνέβαλε σημαντικά στην επίλυση αυτών των προβλημάτων ασφάλειας δικαίου και απλούστευσης των απαιτήσεων πληροφόρησης εφόσον θα καταργούσε τον κίνδυνο αποκλινόντων εθνικών νομοθετικών κειμένων, δεδομένου ότι δεν θα απαιτούσε την ενσωμάτωσή των διατάξεων στα εθνικά δίκαια των 25 κρατών μελών. Οι χρήστες ιδίως των υπηρεσιών πληρωμών, δηλαδή μιας χρηματοπιστωτικής υπηρεσίας που χρησιμοποιείται ήδη σε μεγάλη κλίμακα από το ευρύ κοινό για διασυνοριακές πράξεις, προτιμούν να έχουν τις ίδιες πληροφορίες και την ίδια προστασία για τις πληρωμές που πραγματοποιούν σε οποιοδήποτε σημείο της εσωτερικής αγοράς.

[28] Βλέπε για παράδειγμα την έρευνα Ευρωβαρόμετρο 175 "Απόψεις σχετικά με το διασυνοριακό εμπόριο μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών", στη διεύθυνση (http://europa.eu.int/comm/public_opinion/).

5. ΟΙ ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο πρέπει καταρχήν να εφαρμόζεται σε όλες τις εγχώριες πληρωμές μικρών ποσών, οι οποίες είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη λειτουργία του ενιαίου χώρου πληρωμών. Οι εγχώριες πληρωμές στην εσωτερική αγορά αφορούν τόσο τις "εθνικές" όσο και τις "διασυνοριακές" συναλλαγές, εξαιρουμένων εκείνων που γίνονται προς ή από τρίτες χώρες. Μεγαλύτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στα μέσα πληρωμών που παρέχονται και χρησιμοποιούνται εναλλακτικά με το νόμιμο νόμισμα, δηλαδή τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα. Πρόκειται κυρίως για τις μεταφορές πίστωσης, την απευθείας χρέωση, τις κάρτες πληρωμών και τις διάφορες πληρωμές που γίνονται με ηλεκτρονικά μέσα, είτε πρόσωπο με πρόσωπο είτε εξ αποστάσεως. Τα μέσα πληρωμών που χρησιμοποιούνται για ορισμένους σκοπούς και ειδικές χρήσεις, όπως οι κάρτες για την πληρωμή καυσίμων, δεν απαιτούν μια αντιμετώπιση στο επίπεδο της ΕΕ. Εάν αυτά τα μέσα πληρωμών για ειδικές χρήσεις αναπτυχθούν σε βαθμό ώστε να πληρούν τα κριτήρια ενός γενικού μέσου πληρωμών, θα υπαχθούν βέβαια στις σχετικές διατάξεις του νέου νομοθετικού πλαισίου.

Οι επιταγές δεν εμπίπτουν στο πεδίο του νέου νομοθετικού πλαισίου [29], εφόσον στα περισσότερα κράτη μέλη χρησιμοποιούνται σε εθνικό κυρίως επίπεδο. Η επεξεργασία τους είναι σχετικά δαπανηρή και η χρήση τους αποθαρρύνεται ολοένα περισσότερο. Αυτό ισχύει σε μεγαλύτερο ακόμα βαθμό για τις διασυνοριακές πληρωμές με επιταγές, το κόστος των οποίων είναι υψηλό εφόσον η επεξεργασία τους γίνεται με παραδοσιακές μεθόδους και δεν υπάρχουν προοπτικές βελτίωσης της κατάστασης.

[29] Βλέπε το άρθρο 3 του κανονισμού 2560/2001/ΕΚ

Ορισμένα πολύ ειδικά μέσα, όπως οι συναλλαγματικές, τα μέσα χρηματαγοράς και τα βραχυπρόθεσμα εμπορικά χρεόγραφα, των οποίων ο σκοπός δεν είναι γενικά η πραγματοποίηση πληρωμών, εξαιρούνται επίσης από το πεδίο του νέου νομοθετικού πλαισίου.

Οι κανόνες του νέου νομοθετικού πλαισίου πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να είναι ουδέτεροι ως προς τα διάφορα μέσα πληρωμών. Τα καινοτόμα και τα νέα μέσα πληρωμών που ανταγωνίζονται εκείνα που καλύπτονται από το νέο πλαίσιο πρέπει επίσης να υπαχθούν στο πεδίο του. Η εμφάνιση νέων υπηρεσιών πληρωμών που χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας είναι πιθανή, εφόσον υπάρχουν ακόμα ανάγκες στους τομείς των μικροπληρωμών, της διαλειτουργικότητας των ηλεκτρονικών πορτοφολιών σε ευρώ κλπ.

Οι υπηρεσίες πληρωμών που καλύπτονται από το νέο νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να είναι εκείνες που παρέχονται στο ευρύ κοινό από φυσικά και νομικά πρόσωπα σε επαγγελματική βάση (πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών). Οι κανόνες του νέου νομοθετικού πλαισίου εφαρμόζονται στις πληρωμές τόσο μικρών όσο και μεγάλων ποσών. Για τις μεμονωμένες πληρωμές μικρών ποσών, πρέπει να διατηρηθεί η δυνατότητα ειδικών διμερών συμβατικών διακανονισμών μεταξύ του παρόχου της υπηρεσίας πληρωμών και του χρήστη. Μια μεμονωμένη συναλλαγή μπορεί να είναι εκφρασμένη σε ένα από τα νομίσματα της ΕΕ και δεν πρέπει να υπερβαίνει το ισόποσο των 50.000 ευρώ. Ωστόσο, θα είναι ίσως αναγκαίο να προβλεφθούν εξαιρέσεις ή ειδικοί κανόνες για τα νομίσματα των χωρών που δεν συμμετέχουν στη ζώνη του ευρώ.

6. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

Οι προετοιμασίες και οι διαβουλεύσεις για το νέο νομοθετικό πλαίσιο πραγματοποιήθηκαν, στο μέτρο του δυνατού, σε συνεννόηση και στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Τόσο η ΕΚΤ όσο και η Επιτροπή προσπάθησαν επί πολλά χρόνια να βελτιώσουν τη λειτουργία του ενιαίου χώρου πληρωμών. Οι πρωτοβουλίες της ΕΚΤ αφορούσαν κυρίως τη ζώνη του ευρώ και τις πληρωμές μεγάλων και μικρών ποσών σε ευρώ, ενώ η προσοχή της Επιτροπής εστιάστηκε στην εσωτερική αγορά. Και τα δύο όργανα έχουν ως κοινό στόχο να εξασφαλίσουν ότι οι υπηρεσίες που θα παρέχουν τα συστήματα πληρωμών μικρών ποσών στην Ευρώπη θα είναι ίδιες με εκείνες που παρέχονται από την εισαγωγή του ευρώ για τις πληρωμές σε εθνικό επίπεδο και για τις πληρωμές μεγάλων ποσών.

Η Συνθήκη εξουσιοδοτεί την Κοινότητα και την ΕΚΤ [30] να θεσπίζουν κανονιστικές ρυθμίσεις στον τομέα των πληρωμών (μικρών ποσών), με την επιφύλαξη της κατανομής των αρμοδιοτήτων που προβλέπει η Συνθήκη. Οι αρμοδιότητες της ΕΚΤ αφορούν κυρίως την εποπτεία των πληρωμών και τους τεχνικούς κανόνες για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της επεξεργασίας των πληρωμών. Ο ρόλος της Επιτροπής επικεντρώνεται στην ανάληψη πρωτοβουλιών και την υποβολή νομοθετικών προτάσεων για γενικούς κανόνες-πλαίσια, ιδίως όσον αφορά την προστασία των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών. Κατά την προετοιμασία του νέου νομοθετικού πλαισίου, τα δύο όργανα θα συνεχίσουν να συνεργάζονται στενά και να εξετάζουν σε διμερή βάση το θέμα αυτό, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων.

[30] Βλέπε άρθρο 22 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 105 παράγραφος 4 της Συνθήκης και το άρθρο 4 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, η γνώμη της ΕΚΤ ζητείται για κάθε κοινοτική πράξη που προτείνεται σε τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της.

7. Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ

Οι σημαντικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν ήδη για την προετοιμασία του νέου νομοθετικού πλαισίου, ιδίως από τον ευρωπαϊκό τομέα υπηρεσιών πληρωμών (ενιαίος χώρος πληρωμών σε ευρώ, κλπ.) θα καρποφορήσουν μόνον εάν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη συμμετάσχουν ενεργά στο εγχείρημα αυτό.

Οι συνεισφορές των ενδιαφερομένων αρχίζουν με τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την παρούσα ανακοίνωση και θα συνεχιστούν με τη συμμετοχή τους στις μελλοντικές συζητήσεις και πρωτοβουλίες. Ωστόσο, ήδη στο παρόν στάδιο έχει ιδιαίτερη σημασία να εξασφαλιστεί η παροχή από τους φορείς του κλάδου, και η χρησιμοποίηση από τους εντολείς, των κωδικών IBAN [31] και BIC [32], όπως απαιτείται από τον κανονισμό 2560/2001/ΕΚ. Πάροχοι και χρήστες υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι μόνον οι τράπεζες και οι πελάτες τους. Χρήστες υπηρεσιών πληρωμών είναι επίσης όλα τα πρόσωπα που πραγματοποιούν συχνά επαναλαμβανόμενες πληρωμές μεγάλων ποσών, όπως οι φορείς που παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες (π.χ. επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, φορολογικές αρχές, υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης), αλλά και οι ιδιωτικές εταιρείες που πραγματοποιούν μεγάλους όγκους πληρωμών.

[31] Διεθνής αριθμός τραπεζικού λογαριασμού.

[32] Κωδικός αναγνώρισης τραπέζης (κωδικός SWIFT).

Η ενεργός συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων θα επιτρέψει τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων πληρωμών στην εσωτερική αγορά.

8. ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ

Η παρούσα ανακοίνωση θα συμβάλει στην προετοιμασία του νέου νομοθετικού πλαισίου για τις πληρωμές στην εσωτερική αγορά. Στο κείμενο της ανακοίνωσης και στα παραρτήματα εξετάζονται διάφορα θέματα για τα οποία η Επιτροπή επιθυμεί να συγκεντρώσει τις απόψεις των ενδιαφερομένων μερών. Οι παρατηρήσεις πρέπει να υποβληθούν πριν από τις 31 Ιανουαρίου 2004, στην ακόλουθη διεύθυνση:

European Commission

Directorate General Internal Market

Unit MARKT/F-4

C107 01/04

B - 1049 Brussels

Τηλ. +32.2.295.47.49

Φαξ +32.2.295.07.50

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: markt-f4@cec.eu.int

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΩΝ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Παράρτημα 1: ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Ποιος μπορεί να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Οι ισχύοντες κανόνες διαφέρουν ανάλογα με το κράτος μέλος [33]. Λόγω των διαφορών αυτών, η κατάσταση είναι ασαφής τόσο όσον αφορά την ελευθερία παροχής υπηρεσιών πληρωμών όσο και ένα ενδεχόμενο σύστημα ενιαίου διαβατηρίου με αμοιβαία αναγνώριση για όλους τους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, εκτός από τις επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές με άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος ή ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος.

[33] Οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών υπόκεινται σε διαφορετικές νομικές απαιτήσεις σε κάθε κράτος μέλος. Σε πολλά κράτη μέλη, οι υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται σε επαγγελματική βάση παραδοσιακά ασκούνταν αποκλειστικά από επιχειρήσεις με άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος. Η κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην αγορά διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το κράτος μέλος. Η παροχή της ίδιας δραστηριότητας μπορεί να υπόκειται στη χορήγηση άδειας πιστωτικού ιδρύματος στη χώρα Α, άδειας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος στη χώρα Β, ειδικής άδειας στη χώρα Γ και να μην υπόκειται σε καμία ρύθμιση στη χώρα Δ. Κατάλογος των κανόνων που διέπουν την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ((MARKT/4007/2003 - Τελικό σχέδιο) είναι διαθέσιμος στο δικτυακό τόπο της ΓΔ MARKT, στη διεύθυνση:

Λόγω της ταχείας ανάπτυξης των τεχνολογιών, υπάρχει ακόμα κάποια αβεβαιότητα στην αγορά για το εάν μια δεδομένη υπηρεσία πληρωμών εμπίπτει ή όχι στο πεδίο της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας και συνεπώς εάν καλύπτεται από το καθεστώς του ενιαίου διαβατηρίου (π.χ. στην περίπτωση των προπληρωμένων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών). Στην έλλειψη ασφάλειας δικαίου προστίθεται το γεγονός ότι πολλοί από τους νεοεισερχόμενους στην αγορά φορείς, οι οποίοι παρέχουν ή επιθυμούν να παράσχουν υπηρεσίες πληρωμών, θεωρούν ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο είτε είναι ακατάλληλο είτε απαιτεί διοικητικές διατυπώσεις που είναι υπερβολικές για τη δραστηριότητά τους.

Το κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί μια κατά γράμμα ερμηνεία της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας, όπως στην περίπτωση του ορισμού του ηλεκτρονικού χρήματος ή της δραστηριότητας αποδοχής καταθέσεων. Παρουσιάζει ωστόσο κατευθυντήριες αρχές και ιδέες για ενδεχόμενες λύσεις, προκειμένου να ενθαρρυνθεί μια ανοικτή συζήτηση που θα οδηγήσει στην επιλογή της καταλληλότερης στρατηγικής. Από την άποψη αυτή εξετάζονται δύο ιδίως κατηγορίες πληρωμών: οι υπηρεσίες έμβασης χρημάτων και οι υπηρεσίες πληρωμών για "ειδικές χρήσεις", όπως οι λογαριασμοί μικρών ποσών που πληρώνονται εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων και χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες πληρωμών τρίτων [34].

[34] Ως υπηρεσίες πληρωμών τρίτων νοείται στο παρόν κείμενο η αποδοχή πληρωμών για λογαριασμό τρίτων.

Το θέμα των υπηρεσιών έμβασης χρημάτων πρέπει να αντιμετωπιστεί στο επίπεδο της ΕΕ, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κοινή προσέγγιση για αυτή τη δραστηριότητα [35] και είναι ενδεχομένως αναγκαίο να θεσπιστεί ένα ομοιόμορφο καθεστώς αδειοδότησης σε όλη την ΕΕ. Η Ειδική Σύσταση VI της FATF σχετικά με την "εναλλακτική έμβαση χρημάτων" [36] ορίζει ότι οι εθνικές νομοθεσίες πρέπει να απαιτούν την αδειοδότηση ή την καταχώρηση των φορέων που παρέχουν υπηρεσίες έμβασης χρημάτων και να επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση άσκησης της δραστηριότητας χωρίς αδειοδότηση.

[35] Βλέπε τον κατάλογο που αναφέρεται ανωτέρω (MARKT/4007/2003).

[36] Βλέπε την κεντρική σελίδα της FATF www.oecd.org/fatf .

Επί του παρόντος, ελάχιστες είναι οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος όπως αυτές ορίζονται στην οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα [37]: ένα σύστημα προπληρωμένων μέσων πληρωμών στο οποίο η εκδιδόμενη νομισματική αξία κυκλοφορεί ως πραγματικός τίτλος στον κομιστή από τον κάτοχο Α στον κάτοχο Β και εν συνεχεία σε άλλους κατόχους. Ο στόχος της οδηγίας για το ηλεκτρονικό χρήμα ήταν να καλύψει τη νομισματική αξία που κυκλοφορεί ως υποκατάστατο των κερμάτων και τραπεζογραμματίων μεταξύ διαφορετικών προσώπων, είτε σε ανοικτό δίκτυο επικοινωνίας όπως το Ίντερνετ, είτε από ένα ηλεκτρονικό μέσο σε άλλο, σε συναλλαγές πρόσωπο με πρόσωπο. Τα συστήματα αυτά δεν αναπτύχθηκαν με τους ρυθμούς που αναμένονταν πριν από την έκδοση της οδηγίας. Η υστέρηση αυτή οφείλεται σε προβλήματα τεχνικής και οικονομικής εφικτότητας. Επιπλέον, οι φορείς λειτουργίας των συστημάτων που προσομοιάζουν σε κάποιο βαθμό με τα πραγματικά συστήματα ηλεκτρονικού χρήματος είναι σήμερα κυρίως επιχειρήσεις με άδεια πιστωτικού ιδρύματος.

[37] Η οδηγία 2000/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ανάληψη, την άσκηση και την προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος θεσπίστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2000. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να λάβουν τα μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας το αργότερο στις 27 Απριλίου 2002. Μέχρι σήμερα έχουν χορηγηθεί μόνον 7 άδειες λειτουργίας (UK 1, NL 3, DK 3), από τις οποίες ορισμένες σε θυγατρικές τραπεζών.

Μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί ότι υπάρχουν υπηρεσίες πληρωμών που δεν καλύπτονται από την οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα και οι οποίες μπορούν δυνητικά να εξελιχθούν σε συστήματα πανευρωπαϊκής εμβέλειας για την ικανοποίηση αναγκών για ορισμένα είδη πληρωμών, όπως οι μικροπληρωμές μέσω του Ίντερνετ ή μέσω υπηρεσιών ασύρματης επικοινωνίας. Ορισμένα από τα διαθέσιμα στην αγορά προϊόντα για την πραγματοποίηση πληρωμών, όπως οι λογαριασμοί σε φορείς κινητής τηλεφωνίας ή οι εικονικοί λογαριασμοί (π.χ. PayPal), προσομοιάζουν περισσότερο με τις μεταφορές πίστωσης σε κεντρικό σύστημα λογαριασμών παρά με πραγματικά συστήματα τίτλων στον κομιστή.

Οι νέοι φορείς που επιθυμούν να παράσχουν υπηρεσίες πληρωμών μικρών ποσών (π.χ. μικροπληρωμές) για ειδικές χρήσεις εκτιμούν ότι οι ισχύοντες κανόνες προληπτικής εποπτείας είναι υπερβολικά δύσκαμπτοι και μη προσαρμοσμένοι στη δραστηριότητά τους. Υπογραμμίζουν ιδίως ότι οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν να καλύψουν ένα πολύ ευρύτερο φάσμα κινδύνων (όπως εκείνους που συνδέονται με τη δραστηριότητα πιστωτικού ιδρύματος) ή υπηρεσίες πληρωμών που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τραπεζογραμμάτια και κέρματα (δηλαδή δραστηριότητες ηλεκτρονικού χρήματος).

Λαμβανομένων υπόψη των πολυάριθμων νέων υπηρεσιών πληρωμών και των αναγκών της αγοράς, η Επιτροπή εκτιμά ότι πρέπει να αναζητηθεί το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο για τις υπηρεσίες αυτές. Η ανάλυση πρέπει να επικεντρωθεί στους εποπτικούς κινδύνους που συνδέονται με τα μέσα αυτά, οι οποίοι πρέπει να προσδιοριστούν επακριβώς. Κατωτέρω παρουσιάζονται τρεις δυνατές λύσεις και τα ενδιαφερόμενα μέρη καλούνται να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους για την καλύτερη στρατηγική. Η λύση που θα επιλεγεί θα πρέπει να βασίζεται τουλάχιστον στις ακόλουθες τρεις αρχές.

- όλες οι υπηρεσίες πληρωμών πρέπει να διέπονται από κατάλληλους κανόνες προστασίας των καταναλωτών.

- οι εποπτικές απαιτήσεις πρέπει να είναι ανάλογες προς τους κινδύνους των σχετικών υπηρεσιών.

- η αρχή των ίσων όρων ανταγωνισμού πρέπει να τηρηθεί. αυτό σημαίνει ότι οι ίδιες δραστηριότητες και οι ίδιοι κίνδυνοι πρέπει να διέπονται από τους ίδιους κανόνες. και

- όλες οι υπηρεσίες πληρωμών πρέπει να πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις όσον αφορά την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών.

* Δυνατές λύσεις

Η πρώτη λύση θα ήταν η εφαρμογή στην εσωτερική αγορά της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης όλων των ειδών υπηρεσιών πληρωμών που χρησιμοποιούνται στην ΕΕ. Σύμφωνα με τους κανόνες της Συνθήκης (άρθρο 49) για την ελευθερία παροχής υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά, μια δραστηριότητα που ασκείται νόμιμα σε ένα κράτος μέλος μπορεί ipso facto να ασκηθεί νόμιμα σε ένα άλλο κράτος μέλος, εκτός εάν αυτό αντίκειται προς το δημόσιο συμφέρον. Για παράδειγμα, εάν η Επιτροπή δεν λάβει μέτρα για την αδειοδότηση της δραστηριότητας έμβασης χρημάτων, κάθε κράτος μέλος θα διατηρήσει ή θα δημιουργήσει το δικό του καθεστώς. Έτσι, εάν το κράτος Α θεωρεί ότι για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής απαιτείται άδεια πιστωτικού ιδρύματος και το κράτος Β ότι αρκεί η απλή καταχώρηση του παρόχου, μια εταιρεία εγκατεστημένη στο κράτος Β θα έχει το δικαίωμα να ασκεί τη δραστηριότητα αυτή και στο κράτος Α. τίθεται συνεπώς το ερώτημα εάν το κράτος Α μπορεί να αντιταχθεί. Κάθε περιορισμός στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών πρέπει να είναι πρόσφορος, αναγκαίος και ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο στόχο. Το κριτήριο της αναλογικότητας μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι, σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς, ένας πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να ασκήσει δραστηριότητα διασυνοριακής έμβασης χρημάτων εάν το επιθυμεί.

Για να υπογραμμίσει τη σημασία της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, η Επιτροπή, στην πρόσφατη ανακοίνωσή της [38] σχετικά με τη στρατηγική για την εσωτερική αγορά, ανήγγειλε την κατάρτιση νέας οδηγίας με την οποία θα εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής αυτής στον τομέα των υπηρεσιών.

[38] COM(2003) 238 τελικό της 07/05/2003, σ. 12.

Ωστόσο, η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης με βάση τις γενικές διατάξεις αλλά χωρίς καθορισμό εναρμονισμένων ελάχιστων απαιτήσεων για τις υπηρεσίες πληρωμών θα δημιουργούσε κίνδυνο προσφυγών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η αμοιβαία αναγνώριση μπορεί να επιτευχθεί ευκολότερα με την καθιέρωση καθεστώτος διαβατηρίου ΕΕ βασιζόμενου σε ελάχιστες απαιτήσεις αδειοδότησης ή καταχώρησης των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.

Μια δεύτερη λύση θα ήταν συνεπώς να καθιερωθεί μια τρίτη ειδική κατηγορία αδειοδότησης για τις δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών πληρωμών. Με τον τρόπο αυτό θα καταστεί δυνατή η ιεράρχηση των κινδύνων μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών: για ορισμένες δραστηριότητες θα απαιτείται χορήγηση κανονικής άδειας πιστωτικού ιδρύματος (κεφάλαια του κοινού που δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για δραστηριότητες σχετιζόμενες με πληρωμές), για άλλες άδεια ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος (ηλεκτρονικό χρήμα που χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο τραπεζογραμματίων και κερμάτων) και για άλλες άδεια ιδρύματος υπηρεσιών πληρωμών (κεφάλαια του κοινού που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για υπηρεσίες πληρωμών / έμβασης χρημάτων).

Με τον τρόπο αυτό μπορεί να δημιουργηθεί μια ειδική άδεια ή καταχώρηση που θα αφορά μόνο υπηρεσίες πληρωμών και δεν θα υπόκειται στο ίδιο επίπεδο προληπτικής εποπτείας με εκείνο που απαιτείται από την οδηγία για τα πιστωτικά ιδρύματα ή από την οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι η δραστηριότητα της απλής εκτέλεσης πληρωμών απαιτεί τόσο εκτεταμένη προληπτική ρύθμιση. Ενδέχεται ωστόσο να είναι αναγκαία η επίβλεψη από την κεντρική τράπεζα και/ή η εποπτεία από την αρμόδια αρχή. Η δραστηριότητα αυτή θα υπόκειται βέβαια στους οικείους κανόνες προστασίας του καταναλωτή και απαγόρευσης της νομιμοποίησης προσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Η νέα άδεια θα δημιουργήσει, μαζί με την άδεια πιστωτικού ιδρύματος και την άδεια ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, ένα καθεστώς αμοιβαίας αναγνώρισης για τον ενιαίο χώρο πληρωμών. Θα μπορεί να καλύπτει μία ή περισσότερες κατηγορίες υπηρεσιών όπως η έμβαση χρημάτων, οι προπληρωμένοι λογαριασμοί με αποθηκευμένη αξία για πληρωμές τρίτων, εφόσον δεν καλύπτονται από το καθεστώς που εφαρμόζεται στο ηλεκτρονικό χρήμα, και άλλες υπηρεσίες πληρωμών τρίτων, όπως εκείνες που συνδέονται με την τιμολόγηση.

Μια τρίτη λύση θα ήταν η προσαρμογή της οδηγίας για το ηλεκτρονικό χρήμα στις μεταβολές που έχουν σημειωθεί στην αγορά, οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί κατά το χρόνο της θέσπισής της. Αυτό μπορεί να γίνει με τη μετατροπή της οδηγίας σε οδηγία-πλαίσιο ("οδηγία για τα ιδρύματα πληρωμών"), η οποία θα ρυθμίζει τους κανόνες προληπτικής εποπτείας όλων των υπηρεσιών πληρωμών που παρέχονται με χρηματικά ποσά πελατών. Επίσης, αυτό μπορεί να γίνει με τρόπο όμοιο με εκείνον που προτείνεται στη δεύτερη λύση, με τη δημιουργία διαφόρων κατηγοριών υπηρεσιών πληρωμών. Ο σκοπός θα είναι η καθιέρωση απαιτήσεων για τις υπηρεσίες πληρωμών με δύο νομοθετικές πράξεις στο επίπεδο της ΕΕ. με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλιστεί κατάλληλο εποπτικό καθεστώς και ασφάλεια δικαίου για τις επιχειρήσεις αυτές.

Στην περίπτωση αυτή θα είναι δυνατό να προβλεφθούν εξαιρέσεις για ορισμένες πολύ ειδικές υπηρεσίες πληρωμών, όπως τα μέσα πληρωμών για ορισμένες χρήσεις ή οι πληρωμές που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος άλλης υπηρεσίας (όπως οι υπηρεσίες πρόσθετου τέλους [39]). Αυτά τα πολύ ειδικά μέσα πληρωμών που δεν ενέχουν σημαντικούς κινδύνους μπορούν να εξαιρεθούν από ορισμένες ή και από όλες τις διατάξεις, εάν είναι αναγκαίο. Αυτές οι εξαιρέσεις θα ισχύουν σε όλη την ΕΕ και όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, όπως στην περίπτωση της ισχύουσας οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα, εφόσον δεν θα υπάρχουν πλέον εμπόδια στην παροχή υπηρεσιών πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Για παράδειγμα, μια εταιρεία δημόσιων συγκοινωνιών, η οποία τυγχάνει απαλλαγής για ορισμένο μέσο πληρωμών ορισμένης χρήσης σε ένα κράτος μέλος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να παρέχει την υπηρεσία αυτή και σε σταθμό εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος.

[39] Υπηρεσίες πρόσθετου τέλους είναι εκείνες για τις οποίες η επιβάρυνση για την κλήση ή το μήνυμα κειμένου είναι υψηλότερη από το σύνηθες τέλος και μέρος των εσόδων από την κλήση καταβάλλεται σε τρίτο.

Εάν η μετατροπή της οδηγίας για το ηλεκτρονικό χρήμα σε γενική "οδηγία για τα ιδρύματα πληρωμών" θεωρηθεί πρόωρη στο παρόν στάδιο, η Επιτροπή μπορεί να αναμείνει το αποτέλεσμα της αναθεώρησης της οδηγίας το 2005 [40] προτού προτείνει ενδεχόμενες τροποποιήσεις. Η αναβολή αυτή παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι δεν αίρει όλες τις αβεβαιότητες που σχετίζονται με την ασφάλεια δικαίου για τους φορείς που δραστηριοποιούνται στην αγορά.

[40] Το άρθρο 11 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό χρήμα προβλέπει ότι η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση (έως τις 27 Απριλίου 2005) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλούν τους ενδιαφερομένους να της γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους σχετικά με την ανάγκη περαιτέρω εναρμόνισης των όρων που διέπουν το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών πληρωμών στο κοινό. Ιδιαίτερα ευπρόσδεκτες είναι οι απόψεις για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών και την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς (ανταγωνισμός).

Παράρτημα 2: ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Η ορθή πληροφόρηση αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της προστασίας του καταναλωτή. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να λαμβάνει σαφείς πληροφορίες για την υπηρεσία την οποία επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ή/και για την υπηρεσία που του παρασχέθηκε. Η διαφάνεια αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και μόνον αυτή επιτρέπει στον καταναλωτή να συγκρίνει τις διάφορες υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά, να λάβει την απόφαση για τη σύναψη της σύμβασης έχοντας πλήρη γνώση των όρων και των ρητρών της και να κατανοήσει την παρεχόμενη υπηρεσία. Οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να έχουν το ίδιο επίπεδο ουσιώδους (αναγκαίας και επαρκούς) πληροφόρησης σε οποιοδήποτε σημείο της εσωτερικής αγοράς και εάν αγοράζουν ή χρησιμοποιούν την υπηρεσία πληρωμών.

Επιπλέον, η διαφάνεια ενισχύει τον ανταγωνισμό στην αγορά υπηρεσιών πληρωμών. Η εναρμόνιση των ουσιωδών απαιτήσεων πληροφόρησης στο επίπεδο της ΕΕ θα διευκολύνει την παροχή υπηρεσιών πληρωμών σε όλη την εσωτερική αγορά και θα μειώσει το φόρτο εργασίας που επιβαρύνει σήμερα τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που αναγκάζονται να εφαρμόσουν διαφορετικούς εθνικούς κανόνες, δημιουργώντας έτσι ίσους όρους λειτουργίας και αυξάνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Οι σημερινές απαιτήσεις πληροφόρησης για τις υπηρεσίες πληρωμών είναι διεσπαρμένες σε διάφορες κοινοτικά κείμενα χωρίς ομοιόμορφο περιεχόμενο. Λόγω του μη δεσμευτικού χαρακτήρα της σύστασης 97/489/ΕΚ, όλα τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν τις απαιτήσεις πληροφόρησης που προβλέπει η οδηγία.

* Δυνατές λύσεις

Πολλά ενδιαφερόμενα μέρη εξέφρασαν, στη διάρκεια της προκαταρκτικής διαβούλευσης, την υποστήριξή τους στην καθιέρωση εναρμονισμένων απαιτήσεων πληροφόρησης για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Σχετικά με το θέμα αυτό, πιο καθοριστικός παράγοντας θεωρήθηκε η ποιότητα και όχι η ποσότητα των πληροφοριών. Σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, η ποικιλία των διαθέσιμων προϊόντων (μέσα και υπηρεσίες πληρωμών) στην εσωτερική αγορά πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ορισμένες από τις απαντήσεις συμπεραίνουν ότι οι νέες απαιτήσεις πληροφόρησης πρέπει να επικεντρώνονται στις γενικές αρχές, ενώ ορισμένοι φορείς από τον τραπεζικό τομέα εκτιμούν ότι η αυτορρύθμιση, π.χ. μέσω ενός κώδικα δεοντολογίας, αποτελεί το κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του επιδιωκόμενο στόχου στο επίπεδο της ΕΕ. Άλλοι φορείς εξέφρασαν την προτίμησή τους για τη θέσπιση δεσμευτικής νομοθεσίας.

Η Επιτροπή είναι επιφυλακτική ως προς την καταλληλότητα της αυτορρύθμισης ως μέσου για την εναρμόνιση των απαιτήσεων πληροφόρησης στην εσωτερική αγορά, εφόσον η λύση αυτή προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή όλων των φορέων, τραπεζικών και μη, που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεωρούν συνεπώς ότι η ύπαρξη δεσμευτικών κανόνων σε επίπεδο ΕΕ αποτελεί καταλληλότερο μέσο για τη δημιουργία ενιαίας ζώνης πληρωμών. Από την άποψη αυτή, δεν πρέπει να αποκλεισθεί ούτε η προσφυγή σε νομοθετική πράξη με άμεση εφαρμογή, όπως ο κανονισμός, για την εξασφάλιση ομοιόμορφου ελάχιστου επιπέδου προστασίας στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς. Ο καθορισμός εξαντλητικού καταλόγου ουσιωδών απαιτήσεων πληροφόρησης θα αύξανε την ασφάλεια δικαίου και τη διαφάνεια τόσο για τους παρόχους όσο και για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών. Η προσέγγιση αυτή δεν θα εμπόδιζε εξάλλου ένα μεμονωμένο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να παρέχει συμπληρωματικές πληροφορίες εάν το επιθυμεί ή εάν αυτό του ζητηθεί.

Επιπλέον, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι γενικές διατάξεις θα πρέπει, καταρχήν, να καλύπτουν όλες τις υπηρεσίες πληρωμών μικρών ποσών που παρέχονται στο ευρύ κοινό και εμπίπτουν στο πεδίο του νέου νομοθετικού πλαισίου. Φαίνεται ωστόσο ότι πρέπει να εξεταστεί και το ενδεχόμενο θέσπισης ειδικών διατάξεων που θα εφαρμόζονται μόνο σε ορισμένες υπηρεσίες πληρωμών, όπως οι μεταφορές πίστωσης ή οι μικροπληρωμές.

Κατωτέρω παρουσιάζεται ένα προκαταρκτικό σχέδιο διατάξεων που θα εφαρμόζονται σε όλες τις υπηρεσίες πληρωμών:

"1. Σε εύθετο χρόνο προτού ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεσμευτεί από σύμβαση ή προσφορά, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ανακοινώνει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο διαθέσιμο και προσιτό στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, όλους τους συμβατικούς όρους (εφεξής "οι όροι").

2. Οι όροι διατυπώνονται γραπτώς, συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση των ηλεκτρονικών μέσων, με ευχερώς κατανοητή διατύπωση και σαφή και ευανάγνωστη μορφή.

3. Κάθε τροποποίηση των όρων γνωστοποιείται με τον τρόπο που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 εντός προθεσμίας όχι μικρότερης του μηνός από την ημερομηνία εφαρμογής της. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί την τροποποίηση των όρων εάν δεν έχει λύσει τη σύμβαση υπηρεσίας πληρωμών πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της τροποποίησης.

4. Οι όροι περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(α) περιγραφή του μέσου πληρωμών, περιλαμβανομένων κατά περίπτωση των τεχνικών προδιαγραφών του τεχνικού εξοπλισμού που επιτρέπεται να χρησιμοποιεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών και του τρόπου με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, περιλαμβανομένων των χρηματικών ορίων που ενδεχομένως εφαρμόζονται.

(β) περιγραφή των αντίστοιχων υποχρεώσεων και ευθυνών του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την παροχή και τη χρήση της υπηρεσίας πληρωμών. αναφέρονται ιδίως οι βασικές προφυλάξεις που λαμβάνει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ασφαλή φύλαξη του μέσου πληρωμών και των μέσων (όπως ο προσωπικός αριθμός αναγνώρισης ή άλλος κωδικός) που καθιστούν δυνατή τη χρησιμοποίησή του.

(γ) κατά περίπτωση, τη χρονική περίοδο εντός της οποίας ο λογαριασμός του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών θα χρεωθεί ή θα πιστωθεί, περιλαμβανομένης της προθεσμίας εκτέλεσης και της ημερομηνίας αξίας που θα εφαρμοστεί ή, εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν έχει λογαριασμό στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, την περίοδο εντός της οποίας θα εκδοθεί το τιμολόγιο. Η ημερομηνία έναρξης της περιόδου αυτής πρέπει να αναφέρεται σαφώς.

(δ) τα είδη των εξόδων που βαρύνουν το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Αναφέρονται ιδίως λεπτομερώς τα ακόλουθα, κατά περίπτωση:

- το ποσό των ενδεχόμενων αρχικών και ετήσιων εξόδων,

- οι προμήθειες και τα έξοδα, περιλαμβανομένου του τρόπου υπολογισμού τους, που καταβάλλει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για ορισμένα είδη συναλλαγών,

- το επιτόκιο που ενδεχομένως εφαρμόζεται, περιλαμβανομένου του τρόπου υπολογισμού του,

(ε) κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς που εφαρμόζεται για τη μετατροπή των συναλλαγών σε ξένο νόμισμα, περιλαμβανομένης της ημερομηνίας που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της.

(στ) την περίοδο εντός της οποίας μια συγκεκριμένη εντολή πληρωμής μπορεί να αμφισβητηθεί [ανακληθεί, απορριφθεί] από το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και όλες τις πρακτικές λεπτομέρειες για την άσκηση του δικαιώματος αυτού.

(ζ) αναφορά των διαδικασιών καταγγελίας και επίλυσης διαφορών στις οποίες μπορεί να προσφύγει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών και του τρόπου πρόσβασης σε αυτές.

(η) οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα σχετικά με το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση και/ή το αρμόδιο δικαστήριο. και

(θ) τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, με συμφωνία του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, αναλαμβάνει την υποχρέωση να επικοινωνεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης υπηρεσίας πληρωμών.

5. Μετά τη συναλλαγή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, με τον τρόπο που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2, εκτός εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών παραιτηθεί ρητά από το δικαίωμα αυτό, τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) ένδειξη που επιτρέπει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να εντοπίσει τη συναλλαγή, περιλαμβανομένων κατά περίπτωση πληροφοριών σχετικά με τον δικαιούχο.

(β) το ποσό της συναλλαγής που χρεώνεται ή πιστώνεται στο λογαριασμό του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

(γ)το ποσό τυχόν προμηθειών και εξόδων που εφαρμόζονται σε ορισμένα είδη συναλλαγών.

(δ) κατά περίπτωση, την προθεσμία εκτέλεσης και την εφαρμοζόμενη ημερομηνία αξίας. και

(δ) κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή των συναλλαγών σε ξένο νόμισμα."

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλωσορίζουν τις απόψεις σχετικά με τις επιπτώσεις του ανωτέρω σχεδίου προτάσεων, ιδίως όσον αφορά τις ενδεχόμενες συνέπειές του για την προστασία των καταναλωτών και την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς.

Παράρτημα 3: ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΜΗ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Οι πολίτες της ΕΕ παραπονούνται για τη διαφορετική αντιμετώπιση των λογαριασμών κατοίκων και μη κατοίκων στην εσωτερική αγορά. Ειδικότερα, οι πολίτες δυσκολεύονται να κατανοήσουν γιατί σε αυτούς τους λογαριασμούς εφαρμόζονται διαφορετικές πολιτικές τιμολόγησης ακόμα και μετά την εισαγωγή του ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της βασικής αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων που προβλέπει η Συνθήκη.

Οι διαφορές μεταξύ των λογαριασμών κατοίκων και μη κατοίκων αφορούν: (1) το άνοιγμα των λογαριασμών. (2) την τήρηση των λογαριασμών. και (3) τη διενέργεια πληρωμών από και στους λογαριασμούς αυτούς.

Ωστόσο, οι νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις ορισμένων κρατών μελών δεν περιέχουν ειδικούς κανόνες [41] για τη διαφορετική αντιμετώπιση των λογαριασμών των μη κατοίκων και των κατοίκων. Σε άλλα κράτη μέλη υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις γνωστοποίησης για τους λογαριασμούς μη κατοίκων για στατιστικούς και φορολογικούς λόγους. Οι τράπεζες επικαλούνται συχνά τις νομοθετικές αυτές διαφορές ως δικαιολογία για τη διαφορετική τιμολόγηση των υπηρεσιών τους.

[41] Συμπληρωματικές πληροφορίες δίδονται στο έγγραφο "Εθνικοί κανόνες για τους λογαριασμούς μη κατοίκων" (MARKT/4006/2003 - Τελικό σχέδιο), το οποίο είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://europa.eu.int/comm/internal_market/payments/.

Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν όλα διαφορετικό καθεστώς για τους λογαριασμούς κατοίκων και μη κατοίκων θέτει το θέμα της ενδεχόμενης κατάργησης όσο το δυνατόν περισσότερων από τις διαφορές αυτές στην εσωτερική αγορά.

* Δυνατές λύσεις

Τα προβλήματα που επισημαίνονται ανωτέρω δεν μπορούν να επιλυθούν όλα στο νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές, το οποίο πρέπει να επικεντρωθεί σε θέματα που σχετίζονται με τις πληρωμές. Πράγματι, η πρωτοβουλία αυτή δεν έχει την πρόθεση να καταργήσει τα πιθανά εμπόδια στο άνοιγμα λογαριασμών μη κατοίκων.

Η διατήρηση ειδικών κανόνων για τους λογαριασμούς μη κατοίκων ενδέχεται, αυτή καθαυτή, να είναι αναγκαία, για παράδειγμα για να ληφθεί υπόψη η συμφωνία για τη φορολογία και την αποταμίευση που επιτεύχθηκε την άνοιξη στο ECOFIN. Βάσει της συμφωνίας αυτής, οι τράπεζες θα είναι υποχρεωμένες να γνωστοποιούν σε ετήσια βάσει τους τόκους που εισπράττουν οι μη κάτοικοι. Με δεδομένη πλέον την απόφαση για την παρακράτηση του φόρου, η κατάργηση των λογαριασμών μη κατοίκων στην ΕΕ φαίνεται λιγότερο πιθανή.

Ωστόσο, η συμφωνία αυτή δεν θα έχει επιπτώσεις στις απαιτήσεις γνωστοποίησης που αφορούν τις πληρωμές από και σε λογαριασμούς μη κατοίκων, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για τη διαφορετική τιμολόγηση των υπηρεσιών σε αυτούς τους λογαριασμούς, η οποία, στο μέτρο του δυνατού, πρέπει να καταργηθεί. Ο κανονισμός 2560/2001 παρέχει ήδη τη νομική βάση που απαιτείται για το σκοπό αυτό. Σύμφωνα με την αρχή της ίσης τιμολογιακής μεταχείρισης των εθνικών και των διασυνοριακών πληρωμών, και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι πληρωμές από και σε λογαριασμούς μη κατοίκων αντιμετωπίζονται ως διασυνοριακές πληρωμές, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι δικαιολογείται στην εσωτερική αγορά η διαφορετική μεταχείριση από τις τράπεζες των πληρωμών σε ευρώ από και σε λογαριασμούς μη κατοίκων μέχρις ποσού 12.500 ευρώ σε σχέση με τις πληρωμές από και σε λογαριασμούς κατοίκων.

Ωστόσο, ο τραπεζικός τομέας εξακολουθεί να θεωρεί υπερβολικά επαχθείς ορισμένες από τις υφιστάμενες και τις νέες απαιτήσεις γνωστοποίησης που αφορούν τις πληρωμές. Το εάν και με ποιο τρόπο οι απομένουσες απαιτήσεις γνωστοποίησης δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών λόγω της εθνικότητας και/ή του τόπου κατοικίας τους, καθώς και το κατά πόσο οι κανόνες αυτοί εμποδίζουν την καλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών πρέπει να εξεταστεί. Οι ενδιαφερόμενοι που θα υποβάλλουν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης μπορούν να περιγράψουν λεπτομερώς τις απαιτήσεις γνωστοποίησης που θεωρούν ακατάλληλες ή υπερβολικά επαχθείς. Ευπρόσδεκτες είναι επίσης οι παρατηρήσεις για τα άλλα εμπόδια που γίνονται αισθητά κατά τη διαχείριση των λογαριασμών μη κατοίκων και για την επίπτωσή τους στις υπηρεσίες πληρωμών στο εσωτερικό της ΕΕ.

Παράρτημα 4: ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ ΑΞΙΑΣ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Η ημερομηνία αξίας είναι η ημερομηνία αναφοράς για τον υπολογισμό των πιστωτικών ή χρεωστικών τόκων που σχετίζονται με μια πληρωμή [42]. Οι τράπεζες εφαρμόζουν γενικά ημερομηνίες αξίας σε ένα ευρύ φάσμα πληρωμών (μεταφορές πίστωσης, αναλήψεις μετρητών κ.λπ.) και χρεώνουν ή πιστώνουν ανάλογα το σχετικό λογαριασμό. Η ημερομηνία αξίας προσδιορίζει την ημερομηνία αναφοράς για τον υπολογισμό των τόκων και, έμμεσα, τη χρονική στιγμή της πραγματικής διαθεσιμότητας των ποσών. Οι ημερομηνίες αξίας αποτελούν συνεπώς ένα πολύπλοκο εργαλείο που μπορεί να περιλαμβάνει στοιχεία τιμολόγησης της υπηρεσίας πληρωμών και/ή υπολογισμού τόκων για τα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό.

[42] Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί στην εθνική νομοθεσία. Όλοι συνδέουν τις ημερομηνίες αξίες με τον υπολογισμό των τόκων..

Ο τραπεζικός κλάδος θεωρεί ότι οι ημερομηνίες αξίας είναι ένα στοιχείο της σχέσης μεταξύ τράπεζας και πελάτη που πρέπει να εξακολουθήσει να διέπεται από τη συμβατική ελευθερία ή να εμπίπτει στο πεδίο της αυτορρύθμισης. Η παρούσα ανακοίνωση δεν έχει ως σκοπό να εξετάσει θέματα τιμολογιακής πολιτικής ή πρακτικών των φορέων της αγοράς. Ωστόσο, στο νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές, το αίτημα του κλάδου για αυτορρύθμιση ή συμβατική ελευθερία όσον αφορά τις ημερομηνίες αξίας πρέπει να εκτιμηθεί με τρόπο που να εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των πληρωμών στην εσωτερική αγορά.

Η πλήρης διαφάνεια στη χρήση των ημερομηνιών αξίας θα απέβαινε προς όφελος τόσο των τραπεζών όσο και των πελατών τους. Οι πελάτες θα μπορούσαν να επωφεληθούν από ένα πιο διαφανές σύστημα τιμολόγησης, ενώ οι τράπεζες θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την ύπαρξη εναρμονισμένων κανόνων στην εσωτερική αγορά για να βελτιώσουν τη λειτουργία των υποδομών τους (π.χ. CREDEURO) και των μεθόδων αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, αλλά και την ασφάλεια δικαίου.

Νομοθετικές ρυθμίσεις για τις ημερομηνίες αξίας

Η χρήση ημερομηνιών αξίας δεν υπόκειται επί του παρόντος σε ρυθμίσεις στο επίπεδο της ΕΕ, τόσο για τις εθνικές όσο και για τις διασυνοριακές πληρωμές, με την εξαίρεση των απαιτήσεων διαφάνειας που επιβάλλει η οδηγία 97/5/ΕΚ για τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης και η σύσταση 97/489/ΕΚ για τις ηλεκτρονικές πληρωμές. Σε ορισμένες χώρες (Βέλγιο, Γερμανία, Αυστρία και Γαλλία, η χρήση των ημερομηνιών αξίας ρυθμίζεται από την εθνική νομοθεσία ή νομολογία34, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις ορίζει ότι οι ημερομηνίες αξίας πρέπει να συμπίπτουν με τις ημερομηνίες των συναλλαγών ή της καταχώρησής τους. Όσον αφορά τις πρακτικές που έχουν επικρατήσει στην αγορά, υπάρχουν διαφορές μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ μέσων πληρωμών, αλλά για τις περισσότερες πληρωμές οι ημερομηνίες αξίες συμπίπτουν με την ημερομηνία της συναλλαγής ή της καταχώρησής της. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι περισσότερες τράπεζες θα μπορούσαν χωρίς σημαντικές δυσχέρειες να υιοθετήσουν την πρακτική αυτή. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο θα εφαρμόζεται σε όλες τις πληρωμές και σε όλη την ΕΕ, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εναρμονιστούν οι ισχύουσες πρακτικές και να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού.

Η αποτελεσματικότητα των συστημάτων πληρωμών

Κατά το παρελθόν, η επεξεργασία των περισσότερων πληρωμών δεν γινόταν άμεσα και η χρήση ημερομηνιών αξίας δικαιολογούνταν για τεχνικούς λόγους. Αυτό δεν συμβαίνει σήμερα, εφόσον η επεξεργασία των περισσοτέρων πληρωμών γίνεται ηλεκτρονικά.

Η χρήση ημερομηνιών αξίας ενδέχεται επίσης να μην συμβιβάζεται με το στόχο για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων διασυνοριακών πληρωμών και για τη βελτίωση της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά τις προθεσμίες εκτέλεσης:

* Ο εκ των υστέρων καθορισμός ημερομηνιών αξίας για τις πληρωμές μπορεί να επιμηκύνει εκ των πραγμάτων το χρόνο εκτέλεσης, ενώ ο στόχος της ενιαίας αγοράς πληρωμών είναι να περιορίσει το χρόνο εκτέλεσης στο ελάχιστο αναγκαίο. Αυτή η χρήση των ημερομηνιών αξίας μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε υπέρβαση του ορίου που καθορίζει η οδηγία 97/5/ΕΚ. Οι μελέτες κατέδειξαν ότι αυτό μπορεί να συμβεί, αν και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις. Επιπλέον, ο δικαιούχος της μεταφοράς ενημερώνεται εκ των υστέρων για την ημερομηνία αξίας του ποσού που πιστώθηκε στο λογαριασμό του, ενώ ο εντολέας δεν λαμβάνει καμία γνωστοποίηση, γεγονός που μειώνει την ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τον ακριβή χρόνο εκτέλεσης.

* Το θέμα καθίσταται ακόμα πιο κρίσιμο εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στο νέο νομοθετικό πλαίσιο δεν επιδιώκεται περαιτέρω μείωση της ανώτατης προθεσμίας εκτέλεσης των διασυνοριακών μεταφορών πίστωσης. Η σύμβαση CREDEURO, η οποία συνάφθηκε με σκοπό τη μείωση του ανώτατου χρόνου εκτέλεσης σε 3 ημέρες (2 ημέρες για την τράπεζα του εντολέα και 1 ημέρα για την τράπεζα του δικαιούχου), δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τη χρήση ημερομηνιών αξίας διαφορετικών από τις ημερομηνίες της πραγματικής καταχώρησης.

* Ένας άλλος κίνδυνος κατά τη χρήση ημερομηνιών αξίας σε διασυνοριακές πληρωμές είναι η καταχώρηση του ποσού στο λογαριασμό του δικαιούχου με νωρίτερη ημερομηνία αξίας από την πραγματική. Στην έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας 97/5/ΕΚ, η πρακτική αυτή εντοπίστηκε σε περιπτώσεις στις οποίες σημειώθηκε υπέρβαση του ανώτατου χρόνου εκτέλεσης. Αποτελεί παράνομη παράκαμψη της υποχρέωσης που επιβάλλει η οδηγία 97/5/ΕΚ όσον αφορά το χρόνο εκτέλεσης.

Διαφάνεια

Το κόστος μιας πληρωμής πρέπει να καθοριστεί με τρόπο διαφανή και να επιτρέπει την πραγματοποίηση συγκρίσεων. Η αγορά δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά εάν δεν υπάρχει διαφάνεια και συγκρισιμότητα. Ακόμα και εάν οι ημερομηνίες αξίες προσδιορίζονται εκ των προτέρων, οι πελάτες συχνά δεν γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο αυτές εφαρμόζονται και δεν κατανοούν πλήρως το μηχανισμό τιμολόγησης. Αυτό το πρόσθετο στοιχείο κόστους δεν γίνεται σαφώς κατανοητό από τους πελάτες, δεδομένου ότι η αξιολόγηση της επίπτωσης των ημερομηνιών αξίας στην τιμολόγηση της παρεχόμενης υπηρεσίας είναι δυσχερής. Το πρόβλημα είναι επομένως ότι οι ημερομηνίες αξίας εισάγουν ένα πρόσθετο μη διαφανές επίπεδο στην τιμολογιακή διάρθρωση, το οποίο καθιστά δυσχερή τη σύγκριση των τιμών. Η χρήση ημερομηνιών αξίας μπορεί συνεπώς να εξομοιωθεί με ένα "κρυφό έξοδο". Για το λόγο αυτό, οι πελάτες είναι δύσπιστοι όσον αφορά τη χρήση των ημερομηνιών αξίας και οι ίδιες οι τράπεζες έχουν κάθε συμφέρον να βελτιώσουν τη διαφάνεια στις σχέσεις και τη συμπεριφορά τους με τους πελάτες.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλωσορίζουν τις απόψεις των ενδιαφερομένων σχετικά με το σχέδιο διατάξεων που παρουσιάζεται κατωτέρω, και ιδίως τις απόψεις για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις του στην αποτελεσματικότητα της αγοράς.

* Δυνατές λύσεις

Παρόλο που η συμβατική ελευθερία και η αυτορρύθμιση αποτελούν γενικά τις προτιμώμενες λύσεις, υπάρχουν λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι η χρήση ημερομηνιών αξίας διαφορετικών από την ημερομηνία της συναλλαγής ή της καταχώρησης δεν συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις για διαφάνειας των τιμών, υγιή ανταγωνισμό, αποτελεσματικότητα των διασυνοριακών πληρωμών και προστασία των καταναλωτών.

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εκτιμά ότι υπάρχουν δύο εναλλακτικές δυνατότητες:

διατήρηση ενός συστήματος αυτορρύθμισης, σε συνδυασμό όμως με τη ρύθμιση τουλάχιστον της διαφάνειας στη χρήση των ημερομηνιών αξίας για τις πληρωμές.

ή

ρύθμιση, με εναρμονισμένο τρόπο, της χρήσης των ημερομηνιών αξίας στο πλαίσιο των πληρωμών. Στην περίπτωση αυτή, οι νομοθετικές διατάξεις που θα εφαρμόζονται σε όλες τις πληρωμές μπορούν να διατυπωθούν ως εξής:

Άρθρο για τον ορισμό της ημερομηνίας αξίας

"Η ημερομηνία αξίας είναι η ημερομηνία αναφοράς που χρησιμοποιεί ο πάροχος της υπηρεσίας πληρωμών για τον υπολογισμό του τόκου που θα χρεώσει ή θα πιστώσει στο λογαριασμό του πελάτη."

Άρθρο για τη χρήση των ημερομηνιών αξίας

Η ημερομηνία αξίας για μια πληρωμή δεν πρέπει να είναι διαφορετική από [την ημερομηνία κατά την οποία εκτελείται από τον πάροχο της σχετικής υπηρεσίας πληρωμής η χρηματική ροή που συνδέεται με την εντολή πληρωμής] [την ημερομηνία της καταχώρησης / της συναλλαγής].

Παράρτημα 5: ΦΟΡΗΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, η αρχή της φορητότητας των τηλεφωνικών αριθμών έχει ήδη ενσωματωθεί στην κοινοτική νομοθεσία: ο πελάτης μπορεί να διατηρήσει τον αριθμό ακόμα και εάν αλλάξει φορέα τηλεπικοινωνιών. Το μέτρο αυτό θεωρείται ουσιώδες για την ενίσχυση του ανταγωνισμού: η υποχρέωση αλλαγής τηλεφωνικού αριθμού κατά την αλλαγή παρόχου τηλεφωνικών υπηρεσιών αποτελούσε σημαντικό εμπόδιο. Στο προκαταρκτικό στάδιο της διαβούλευσης ενόψει της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή έθεσε το θέμα της ανάληψης ανάλογης πρωτοβουλίας στον τομέα των τραπεζικών λογαριασμών και των λογαριασμών πληρωμής.

Οι πρώτες απαντήσεις στη διαβούλευση αυτή επικεντρώθηκαν σε δύο πτυχές: χρησιμότητα και δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής της φορητότητας των αριθμών τραπεζικών λογαριασμών.

Όσον αφορά τη χρησιμότητα, υπογραμμίστηκε ότι η δυνατότητα διατήρησης του ιδίου αριθμού λογαριασμού πληρωμής είναι λιγότερο χρήσιμη από ό,τι στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι αυτός που αποφασίζει να δώσει τον αριθμό του σε ένα ίδρυμα για την πραγματοποίηση εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενης πληρωμής. Η φορητότητα θα ήταν χρήσιμη μόνο στη δεύτερη περίπτωση.

Όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής στην πράξη, οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ορισμένα κράτη μέλη (UK, NL) στα οποία το θέμα εξετάσθηκε κατέδειξαν ότι το κόστος αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος αρίθμησης βάσει των κωδικών IBAN και BIC που καθιερώθηκε πρόσφατα σε όλη την ΕΕ [43] θα αυξανόταν σημαντικά σε περίπτωση εισαγωγής της φορητότητας των αριθμών, η οποία θα προκαλούσε επίσης προβλήματα στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία των πληρωμών.

[43] Κανονισμός 2560/2001/ΕΚ

* Δυνατές λύσεις

Μετά την προκαταρκτική διαβούλευση, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είναι σκόπιμο να προτείνει νομοθετικά μέτρα για την εισαγωγή της φορητότητας των αριθμών τραπεζικών λογαριασμών. Η ισορροπία μεταξύ των πρακτικών προβλημάτων που πρέπει να επιλυθούν και των πλεονεκτημάτων που θα προέκυπταν για το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δεν δικαιολογούν την καθιέρωση της φορητότητας. Επιπλέον, δεν είναι πιθανό ότι οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών θα δεχτούν να επιβαρυνθούν με το κόστος αυτής της διευκόλυνσης.

Ωστόσο, φαίνεται ότι το σύστημα αρίθμησης BIC+IBAN είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο και η απλούστευσή του μακροπρόθεσμα ενδέχεται να είναι αναγκαία. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή συμβουλεύει τους φορείς του τραπεζικού τομέα να πραγματοποιήσουν μελέτες με σκοπό τη δημιουργία, μακροπρόθεσμα, ενός απλουστευμένου συστήματος αρίθμησης για τις μεταφορές πίστωσης στην εσωτερική αγορά.

Πολλές από τις απαντήσεις που λήφθηκαν επισημαίνουν ότι ο ανταγωνισμός μπορεί να αυξηθεί με μέτρα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της κινητικότητας των πελατών (βλέπε το Παράρτημα 6).

Παράρτημα 6: ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΕΛΑΤΩΝ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Στις περισσότερες περιπτώσεις, μια πληρωμή βασίζεται σε έναν τραπεζικό λογαριασμό και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από τραπεζικό λογαριασμό. Η χρησιμοποίηση διαφόρων μέσων πληρωμών είναι μια υπηρεσία που προσφέρεται συχνά σε συνδυασμό με τη διαχείριση ενός τραπεζικού λογαριασμού.

Σε μια ανταγωνιστική οικονομία είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ενημερώνεται ο πελάτης για τις τιμές κάθε μέσου πληρωμών προκειμένου να είναι σε θέση να επιλέξει το καταλληλότερο γι' αυτόν. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προτιμά ή αναγκάζεται να αλλάξει πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. Η κινητικότητα των πελατών είναι γενικά περιορισμένη, εφόσον κάθε μεταβολή στη σχέση πελάτη-τράπεζας μπορεί να είναι πολύπλοκη εάν απαιτεί την ενημέρωση μιας ολόκληρης σειράς τρίτων και την κατάρτιση νέων πάγιων εντολών πληρωμής. Επιπλέον, η Επιτροπή λαμβάνει κατά καιρούς καταγγελίες για το υπερβολικό κόστος του κλεισίματος ή της μεταφοράς ενός λογαριασμού πληρωμής.

Κατά την προπαρασκευαστική διαβούλευση για το νέο νομοθετικό πλαίσιο, πολλοί από τους ενδιαφερομένους υπογράμμισαν την ανάγκη βελτίωσης της κινητικότητας των πελατών και για το σκοπό αυτό διατυπώθηκαν διάφορες προτάσεις.

* Δυνατές λύσεις

Είναι ίσως αναγκαίο να εξεταστούν διεξοδικά οι αιτίες των εμποδίων που αντιμετωπίζει ένας πελάτης κατά την αλλαγή της σχέσης του με την τράπεζά του ή τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. Οι πληροφορίες που πρέπει να δοθούν στους διάφορους οφειλέτες / πιστωτές του πελάτη αποτελούν ίσως ένα από τα εμπόδια αυτά.

Μια δυνατή λύση θα ήταν η διεκπεραίωση από έναν τρίτο όλων των διοικητικών διατυπώσεων που σχετίζονται με τη μεταφορά ενός λογαριασμού. Για παράδειγμα, στις Κάτω Χώρες, το σύστημα συμψηφισμού (Interpay) διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στη διαβίβαση των πληροφοριών από τον παλαιό στο νέο λογαριασμό. Μια άλλη δυνατότητα θα ήταν μια ομαλή μετάβαση από τον παλαιό στο νέο λογαριασμό χάρη στη συνεργασία μεταξύ των ενδιαφερόμενων τραπεζών. Αυτή είναι η λύση που επέλεξε η British Bankers' Association, η οποία στον κώδικά της ορίζει ότι: "7.2 Εάν αποφασίσετε να μεταφέρεται τον τρεχούμενο λογαριασμό σας σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα θα παράσχουμε στο νέο ίδρυμα όλες τις πληροφορίες για τις πάγιες εντολές σας και τις εντολές απευθείας χρέωσης εντός πέντε εργάσιμων ημερών (εντός τριών εργάσιμων ημερών από 1ης Αυγούστου 2003) από τη λήψη σχετικής αίτησής του νέου ιδρύματός σας".

Όσον αφορά τα διοικητικά θέματα (π.χ. αποστολή πληροφοριών σχετικά με τις πάγιες εντολές των πελατών στη νέα τράπεζα), η Επιτροπή θεωρεί ότι οι βελτιώσεις στην κινητικότητα πρέπει επιτευχθούν από τον ίδιο τον κλάδο με αυτορρύθμιση. Η Επιτροπή θα παρακολουθήσει τη διαδικασία αυτή και θα θέσει εκ νέου το θέμα εάν είναι αναγκαίο.

Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των καταναλωτών υπογράμμισαν ότι το κυριότερο εμπόδιο είναι το ποσό των εξόδων για το κλείσιμο του λογαριασμού. Δόθηκαν ιδίως ορισμένα παραδείγματα "διοικητικών εξόδων" που φθάνουν τα 80 ευρώ μόνο για υπηρεσίες σχετικές με το κλείσιμο λογαριασμού. Μπορεί να δικαιολογηθεί ένα τέτοιο εμπόδιο στην κινητικότητα και στον ανταγωνισμό; Τα ποσά αυτά είναι υπερβολικά και δεν σχετίζονται με διοικητικά κόστη. Εφαρμόζονται ειδικά για να εμποδιστεί η κινητικότητα των πελατών.

Όσον αφορά το κλείσιμο ενός λογαριασμού, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα υπερβολικά έξοδα που εφαρμόζονται αποτελούν εμπόδιο στην κινητικότητα. Το κλείσιμο του λογαριασμού είναι ένα κανονικό γεγονός στον κύκλο ζωής του. Θα πρέπει τουλάχιστον να υπάρχει πλήρης διαφάνεια σχετικά με τα έξοδα αυτά κατά το άνοιγμα του λογαριασμού από τον πελάτη. Δύο λιγότερο επιθυμητές λύσεις θα ήταν η απαγόρευση των εξόδων κλεισίματος ή ο καθορισμός εύλογου ανώτατου ορίου για τα έξοδα αυτά. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλούν όλους τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν συγκεκριμένες συστάσεις για τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να διευκολυνθεί η κινητικότητα των πελατών όσον αφορά τις υπηρεσίες πληρωμών.

Παράρτημα 7: ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΜΕΡΩΝ ΤΟΥΣ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Επί του παρόντος, τα μέσα πληρωμών και τα συστατικά μέρη τους (κάρτες με ολοκληρωμένο κύκλωμα, τερματικά, κλπ.) πιστοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές προτού διατεθούν στις εθνικές αγορές στην ΕΕ. Δοκιμάζονται με διαδικασίες που καθορίζονται από τους εθνικούς οργανισμούς πιστοποίησης αλλά δεν είναι εναρμονισμένες στο επίπεδο της ΕΕ (μεθοδολογία, είδος και αριθμός "επιθέσεων" κλπ.). Το αποτέλεσμα των διαφόρων διαδικασιών δοκιμής είναι ότι:

* Δεν επιτυγχάνεται πλήρης συγκρισιμότητα μεταξύ όμοιων εξοπλισμών (π.χ. δύο διαφορετικά τερματικά) που δοκιμάζονται σε διαφορετικά κράτη μέλη. Είναι συνεπώς δυσχερές για τις τράπεζες, τους εμπόρους και τους καταναλωτές να γνωρίζουν σε ποιο βαθμό ένα προϊόν είναι πιο ασφαλές από ένα άλλο. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει τις αποφάσεις των αγοραστών και δεν ενισχύει την εμπιστοσύνη των χρηστών.

* Η πιστοποίηση σε ένα κράτος μέλος δεν συνεπάγεται αυτόματη αναγνώριση στα άλλα κράτη μέλη, εφόσον κάθε κράτος μέλος μπορεί να επιβάλλει διαφορετικές ή συμπληρωματικές απαιτήσεις ασφάλειας. Στην περίπτωση αυτή, η χώρα με τις "αυστηρότερες" απαιτήσεις δεν αναγνωρίζει μια πιστοποίηση που έχει γίνει σε άλλη χώρα. Η κατάσταση αυτή δεν παρέχει κίνητρα για τη διαλειτουργικότητα και δεν είναι σύμφωνη με μια βασική αρχή της εσωτερικής αγοράς.

* Η πιστοποίηση που πρέπει να πραγματοποιείται σε πολλές χώρες απαιτεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και πολύ υψηλότερο κόστος. Η πλήρης εφαρμογή της αμοιβαίας αναγνώρισης θα οδηγούσε σε μείωση του συνολικού κόστους πιστοποίησης, την οποία οι κατασκευαστές θα μπορούσαν να μετακυλίσουν στην τιμή των συστατικών μερών, μειώνοντας έτσι το κόστος των μέσων πληρωμών για τις τράπεζες, τους εμπόρους και τους καταναλωτές.

Έχουν ήδη γίνει προσπάθειες για την εξεύρεση αντικειμενικών τρόπων αξιολόγησης της ασφάλειας των μέσων πληρωμών, ιδίως μέσω πρωτοβουλιών για την καθιέρωση τυποποιημένων απαιτήσεων ασφάλειας (μεθοδολογία CC/PP) [44]. Φαίνεται ότι η μεθοδολογία αυτή τυγχάνει ευρείας υποστήριξης, αλλά η εφαρμογή της στην πράξη δεν σημειώνει πρόοδο.

[44] Το πλέον σημαντικό παράδειγμα είναι εκείνο των κοινών κριτηρίων / προφίλ προστασίας (σήμερα πρότυπο ISO IS 15408). Στη διαδικασία αυτή, τα κοινά κριτήρια (CC) συνδυάζονται με τα προφίλ προστασίας (PP), τα οποία είναι στόχοι ασφάλειας σχετιζόμενη με ειδικέ κατηγορίες μέσων (για παράδειγμα οι κάρτες με ολοκληρωμένο κύκλωμα). Στα προφίλ προστασίας, τα χαρακτηριστικά ασφαλείας αξιολογούνται λαμβάνοντας υπόψη όλες τις απειλές στις οποίες είναι εκτεθειμένο ένα προϊόν στο περιβάλλον του. Η εγγύηση του επιπέδου ασφάλειας παρέχεται από αναγνωρισμένους φορείς πιστοποίησης, η λειτουργία των οποίων επιβλέπεται γενικά από μια αρχή αξιολόγησης. Οι φορείς πιστοποίησης θέτουν σε λειτουργία κοινό μηχανισμό αξιολόγησης βασιζόμενο σε κοινά κριτήρια διαπίστευσης και σε μια κοινή μεθοδολογία δοκιμών. Προφίλ προστασίας σε κάρτες με ολοκληρωμένη κύκλωμα βρίσκονται ήδη στο στάδιο της τελειοποίησης στην ΕΕ και στις ΗΠΑ, με πρωτοβουλία του τομέα των υπηρεσιών πληρωμών και των αρμόδιων δημόσιων οργανισμών.

* Δυνατές λύσεις

Όσον αφορά την αξιολόγηση της ασφάλειας των μέσων πληρωμών και των συστατικών μερών τους, οι ενδιαφερόμενοι φορείς υποστηρίζουν γενικά την εισαγωγή της μεθοδολογίας CC/PP στην ΕΕ. Ωστόσο, κατά τις διαβουλεύσεις για την προετοιμασία της παρούσας ανακοίνωσης, επιτεύχθηκε συναίνεση όσον αφορά την εισαγωγή της μεθοδολογίας αυτής χωρίς θέσπιση ειδικών νομοθετικών διατάξεων. Σύμφωνα με την άποψη του τομέα των υπηρεσιών πληρωμών, η θέσπιση ειδική νομοθεσίας θα αύξανε το κόστος των πληρωμών και θα έθετε σε κίνδυνο τις μελλοντικές εξελίξεις και την καινοτομία στον τομέα αυτό. Οι εργασίες για την τυποποίηση των απαιτήσεων ασφάλειας θα πρέπει να γίνονται από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους φορείς της αγοράς [45]. Από την άλλη πλευρά, οι συμμετέχοντες στη διαδικασία διαβούλευσης θεωρούν ότι εάν η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων αποδεικνυόταν αναγκαία, μια σύσταση του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Ευρωσυστήματος θα ήταν προτιμότερη από τη θέσπιση νομοθεσίας στο επίπεδο της ΕΕ. Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες ενθαρρύνουν μια διαρθρωμένη και συντονισμένη προσέγγιση για την αξιολόγηση της ασφάλειας χωρίς υψηλό κόστος και χρονοβόρες διαδικασίες. Υπογραμμίζουν ότι τα θέματα ασφάλειας μπορούν να αντιμετωπιστούν με την εποπτεία που ασκείται στα συστήματα και τα μέσα πληρωμών, η οποία πρέπει να καλύπτει την αξιολόγηση και την πιστοποίηση των προϊόντων και των συστημάτων.

[45] Μια από πλέον ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες στον τομέα αυτό είναι το σχέδιο που ονομάστηκε CAPTIN (IST-2000-31034), το οποίο χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα IST της DG INFSO. Το σχέδιο αυτό αποσκοπεί να δημιουργήσει ένα ανοικτό επικοινωνιακό πρότυπο για τις on-line αλληλεπιδράσεις μεταξύ τερματικών και συστημάτων εξυπηρετητών αποδοχής (ή ακόμα και έκδοσης).

Η αξιολόγηση της ασφάλειας έχει ουσιώδη σημασία για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στις πληρωμές και αποτελεί προϋπόθεση για την κατάργηση των εμποδίων στην αμοιβαία αναγνώριση της ασφάλειας των μέσων πληρωμών και των συστατικών τους μερών στην εσωτερική αγορά. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει διεξοδικά το θέμα της αμοιβαίας αναγνώρισης, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις εργασίες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στον τομέα της αμοιβαίας αναγνώρισης των προϊόντων. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, η Επιτροπή πρέπει να ενεργήσει ως καταλύτης, αποσαφηνίζοντας τα προς επίλυση θέματα και να επανεξετάσει τη θέση της εάν μια εναρμονισμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση της ασφάλειας, τη μείωση του κόστους παραγωγής των μέσων και την ουσιαστική ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των εμπόρων στα μέσα πληρωμών δεν τεθεί σε εφαρμογή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος με συνδυασμένες προσπάθειες των φορέων της αγοράς και των ρυθμιστικών αρχών.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλούν συνεπώς τους ενδιαφερόμενους να παρουσιάσουν τις απόψεις τους για τη σημασία που αποδίδουν στο θέμα αυτό. Είναι ιδίως ευπρόσδεκτες οι παρατηρήσεις σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα που ανακύπτουν σε σχέση με την αμοιβαία αναγνώριση.

Παράρτημα 8: ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΤΟΛΕΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ (SRVII της FATF)

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Τον Οκτώβριο του 2001, η FATF [46] εξέδωσε 8 Ειδικές Συστάσεις για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, επιπλέον των υφιστάμενων 40 γενικών συστάσεων σχετικά με τη νομιμοποίηση του παράνομου χρήματος. Μια από τις συστάσεις αυτές (SRVII) εισάγει υποχρεώσεις για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα έμβασης χρημάτων όσον αφορά τις πληροφορίες για την ταυτότητα του εντολέα που πρέπει να συνοδεύουν τη μεταφορά των χρημάτων. Ο σκοπός της SRVII είναι να στερήσει τους τρομοκράτες και τους άλλους εγκληματίες από τη δυνατότητα απρόσκοπτης πρόσβασης σε μέσα που θα τους επέτρεπαν να διακινούν τα κεφάλαιά τους, καθώς και να εντοπίσει ενδεχόμενες περιπτώσεις καταχρηστικής μεταφοράς χρημάτων από αυτούς τους εγκληματίες. Το Φεβρουάριο του 2003 δημοσιεύθηκε ένα ερμηνευτικό σημείωμα [47] στην SRVII, σύμφωνα με το οποίο, όλες οι χώρες έχουν προθεσμία δύο ετών για να θέσουν σε εφαρμογή της σύσταση.

[46] Financial Action Task Force on Money Laundering

[47] Βλέπε ερμηνευτικό σημείωμα στην Ειδική Σύσταση VII (ηλεκτρονικές μεταφορές χρηματικών ποσών): (http://www1.oecd.org/fatf/TerFinance_en.htm)

Η ενσωμάτωση της SRVII στο κοινοτικό δίκαιο με δεσμευτική νομοθετική πράξη μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους. Τα κυριότερα θέματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη από την άποψη αυτή είναι τα ακόλουθα:

(1) Η ενσωμάτωση της SRVII πρέπει να γίνει με κοινοτική ή με εθνική νομοθετική πράξη;

(2) Πεδίο εφαρμογής: ποια είδη πληρωμών πρέπει να καλύπτονται;

(3) Ποιο καθεστώς πληροφόρησης πρέπει να εφαρμόζεται: ελάχιστη πληροφόρηση (βλέπε την παράγραφο 1 του σχεδίου άρθρου) ή πλήρης πληροφόρησης (βλέπε παράγραφο 2 του σχεδίου άρθρου);

(4) Πρέπει να προβλεφθεί παρέκκλιση από το καθεστώς πλήρους πληροφόρησης σε περίπτωση ομαδοποιημένων μεταφορών;

(5) Πρέπει να προβλεφθούν απαλλαγές / όρια εφαρμογής;

* Δυνατές λύσεις

Η Επιτροπή προτείνει να ενσωματωθεί η SRVII απευθείας με δεσμευτική κοινοτική νομοθετική πράξη, εφόσον με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλιστεί η εισαγωγή ομοιόμορφων κανόνων σε όλη την εσωτερική αγορά. Η ύπαρξη ομοιόμορφων κανόνων είναι απαραίτητη για την ομαλή εκτέλεση των μεταφορών πίστωσης σε μια αποτελεσματική υποδομή πληρωμών στην ΕΕ. Μια νομοθετική πράξη με άμεση εφαρμογή, όπως ο κανονισμός, θα ήταν συνεπώς προτιμότερη από την άποψη αυτή. Για το λόγο αυτό, ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος ζήτησε να αντιμετωπιστεί το θέμα αυτό στο επίπεδο της ΕΕ.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι

- όλες οι υπηρεσίες μεταφοράς πίστωσης και έμβασης χρημάτων πρέπει να καλύπτονται, σύμφωνα με το ερμηνευτικό σημείωμα.

- οι πληρωμές από πρόσωπο σε πρόσωπο που εκτελούνται με μέσα διαφορετικά από τις παραδοσιακές μεταφορές πίστωσης, όπως εκείνα που προσφέρουν τα συστήματα καρτών, πρέπει επίσης να καλύπτονται, δεδομένου ότι μπορούν να θεωρηθούν ως "νέα μέσα μεταφοράς πίστωσης".

Όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να συνοδεύουν μια μεταφορά χρηματικού ποσού, το ερμηνευτικό σημείωμα προβλέπει διάφορους κανόνες για τις ονομαζόμενες "εγχώριες μεταφορές" (εντός της ιδίας χώρας) και τις "διεθνείς / διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης" (μεταξύ δύο χωρών). Εάν κάθε κράτος μέλος της ΕΕ θεωρηθεί ως χώρος ενιαίας έννομης τάξης από την άποψη αυτή, οι κανόνες που θα εφαρμόζονταν στις "διασυνοριακές" μεταφορές (μεταξύ δύο κρατών μελών) θα ήταν διαφορετικοί από τους κανόνες για τις ονομαζόμενες "εγχώριες" μεταφορές πίστωσης (εντός ενός κράτους μέλους). Η λύση αυτή θα αντέβαινε όμως προς τον ανωτέρω αναφερόμενο στόχο της ομαλής λειτουργίας του συστήματος μεταφοράς πίστωσης στην εσωτερική αγορά. Θα παραγνώριζε επίσης το σημαντικό "κοινοτικό κεκτημένο" της νομοθεσίας περί πληρωμών και τους στόχους του νέου νομοθετικού πλαισίου για τις πληρωμές. Η Επιτροπή εκτιμά συνεπώς ότι η ΕΕ πρέπει να θεωρηθεί χώρος ενιαίας έννομης τάξης για τους σκοπούς της ενσωμάτωσης της SRVII. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, προτείνει να εφαρμοστεί η έννοια των "εγχώριων μεταφορών", κατά την έννοια της SRVII, στις μεταφορές πίστωσης στο εσωτερικό της ΕΕ και η έννοια των "διεθνών μεταφορών" στις μεταφορές πίστωσης μεταξύ της ΕΕ και των τρίτων χώρών.

Μια άλλη λύση θα ήταν να θεωρηθεί η ΕΕ χώρος ενιαίας έννομης τάξης, αλλά να επεκταθεί η εφαρμογή της απαίτησης πλήρους πληροφόρησης και στις μεταφορές πίστωσης στο εσωτερικό της ΕΕ. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι δικαιολογείται η χρησιμοποίηση της προσέγγισης αυτής, η οποία θα συνεπαγόταν υπερβολικές επιβαρύνσεις για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, λαμβανομένης υπόψη της στενής συνεργασίας που υπάρχει ήδη μεταξύ δικαστικών αρχών στην ΕΕ. Ωστόσο, η απόφαση για το καθεστώς ελάχιστης πληροφόρησης δεν θα εμπόδιζε την εφαρμογή του καθεστώτος πλήρους πληροφόρησης σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Σύμφωνα με την SRVII, οι ομαδοποιημένες μεταφορές πίστωσης μεταξύ ΕΕ και τρίτων χωρών πρέπει να αντιμετωπίζονται ως "εγχώριες" και όχι ως "διεθνείς" μεταφορές πίστωσης και να υπόκεινται συνεπώς στο καθεστώς ελάχιστης πληροφόρησης. Ωστόσο, στην πράξη η εφαρμογή του καθεστώτος ελάχιστης πληροφόρησης στις ομαδοποιημένες μεταφορές μεταξύ ΕΕ και τρίτων χωρών θα ήταν δυσχερής, εφόσον ήδη είναι ιδιαίτερα δύσκολη η παροχή εντός τριών ημερών πλήρους πληροφόρησης σχετικά με τον εντολέα στην τράπεζα του δικαιούχου ή στις αρμόδιες αρχές χωρών εκτός της ΕΕ. Λόγω των προβλημάτων αυτών, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι "ομαδοποιημένες μεταφορές" δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τις "μη ομαδοποιημένες μεταφορές". Η λύση αυτή δεν θα ήταν αντίθετη με την SRVII, εφόσον θα συνεπαγόταν μόνον ότι το πιο αυστηρό καθεστώς θα ήταν επίσης εφαρμοστέο στις "ομαδοποιημένες μεταφορές" από την ΕΕ σε μια τρίτη χώρα.

Το ερμηνευτικό σημείωμα παρέχει τη δυνατότητα εφαρμογής ορίου "de minimis" (όχι υψηλότερου από 3.000 $) για τις υπηρεσίες πληρωμών που εμπίπτουν στο πεδίο της SRVII. Η εφαρμογή του κατώτατου αυτού ορίου θα εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια κάθε χώρας. Η επιβολή υποχρεωτικού κατώτατου ορίου θα παρουσίαζε το μειονέκτημα της διαφορετικής αντιμετώπισης μεταξύ δύο κατηγοριών μεταφορών πίστωσης, άνω και κάτω από το όριο αυτό, η οποία θα μπορούσε να αποβεί σε βάρος της αποτελεσματικής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών. Μια άλλη δυνατότητα θα ήταν η εισαγωγή προαιρετικού κατώτατου ορίου, το οποίο ο κλάδος των υπηρεσιών πληρωμών θα αποφάσιζε ελεύθερα να εφαρμόσει ή όχι, υπό τις προϋποθέσεις της διαλειτουργικότητας και της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Η εισαγωγή κατώτατου ορίου μπορεί να δικαιολογείται για τις πληρωμές μικρής αξίας, όπως οι μικροπληρωμές.

Με βάσει τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η SRVII θα μπορούσε να ενσωματωθεί σε μια δεσμευτική νομοθετική πράξη της ΕΕ με τον ακόλουθο τρόπο:

Άρθρο για τις πληροφορίες σχετικά με τον εντολέα που συνοδεύουν τις μεταφορές πίστωσης [48] και τις μεταφορές με έμβαση χρημάτων

[48] "Κάθε συναλλαγή που εκτελείται για λογαριασμό ενός εντολέα (φυσικού ή νομικού προσώπου) μέσω ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών με ηλεκτρονικά μέσα με σκοπό να τεθεί στη διάθεση του δικαιούχου ποσό σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών."

(1) "Οι μεταφορές πίστωσης στο εσωτερικό της ΕΕ, εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, συνοδεύονται πάντα από τον αριθμό του λογαριασμού του εντολέα και από μοναδικό αναγνωριστικό το οποίο επιτρέπει τον εντοπισμό του εντολέα της μεταφοράς.

Εάν ζητηθεί, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του εντολέα διαβιβάζει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου [και στις αρμόδιες αρχές], εντός τριών εργάσιμων ημερών, όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

(2) Όλες οι άλλες μεταφορές πίστωσης και μεταφορές χρηματικών ποσών από παρόχους υπηρεσιών έμβασης συνοδεύονται πάντα από:

- το όνομα του εντολέα,

- τον αριθμό του λογαριασμού του, ή ελλείψει αυτού του αριθμού, από μοναδικό αναγνωριστικό που επιτρέπει τον εντοπισμό του εντολέα της μεταφοράς,

- τη διεύθυνση του εντολέα ή, εναλλακτικά, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησής του, τον αναγνωριστικό αριθμό πελάτη ή τον εθνικό αριθμό ταυτότητας.

(3) [Οι απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στις μεταφορές πίστωσης και στις εμβάσεις χρημάτων, εάν το ποσό της εκτελούμενης εντολής δεν υπερβαίνει (...ευρώ).]

(4) Οι μεταφορές πίστωσης και οι μεταφορές που πραγματοποιούν πάροχοι υπηρεσιών έμβασης χρημάτων στην ΕΕ από τρίτες χώρες οι οποίες δεν απαιτούν, στο πλαίσιο της εφαρμογής της Ειδικής Σύστασης VII της FATF, να συνοδεύεται η μεταφορά από πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τον εντολέα [ομαδοποιημένες μεταφορές ή μεταφορές ποσών χαμηλότερων από ορισμένο όριο] δεν καλύπτονται από το παρόν άρθρο.

(5) Εάν στο επίπεδο ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που διαμεσολαβεί στην εκτέλεση υπάρχουν τεχνικές δυσχέρειες που δεν επιτρέπουν να συνοδεύονται από πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τον εντολέα οι μεταφορές πίστωσης ή οι εμβάσεις χρημάτων από τρίτες χώρες (κατά το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για την προσαρμογή των συστημάτων πληρωμών), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που διαμεσολαβεί πρέπει να τηρεί επί πέντε χρόνια αρχείο όλων των πληροφοριών που έχει λάβει από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του εντολέα.

(6) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου πρέπει να διαθέτει αποτελεσματικές και προσαρμοσμένες στους σχετικούς κινδύνους διαδικασίες που επιτρέπουν τον εντοπισμό των καλυπτόμενων από το παρόν άρθρο μεταφορών που δεν συνοδεύονται από πληροφορίες σχετικά με τον εντολέα. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου μπορεί, κατά περίπτωση, να περιορίσει ή να θέσει τέρμα στην επιχειρηματική του σχέση με έναν χρήστη υπηρεσιών πληρωμών που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(7) Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η συμμόρφωση των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών με τους κανόνες του παρόντος άρθρου να υπόκειται σε αποτελεσματικό έλεγχο."

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλούν τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις απόψεις τους σχετικά με την προτεινόμενη προσέγγιση, ιδίως όσον αφορά τις ενδεχόμενες συνέπειές της για τις πρακτικές και την αποτελεσματικότητα της αγοράς.

Παράρτημα 9: ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Οι εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών περιλαμβάνουν εξωδικαστικές διαδικασίες επίλυσης των διαφορών σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις [49]. Οι λόγοι που κυρίως συνηγορούν υπέρ της προσφυγής στην εναλλακτική επίλυση διαφορών είναι τα περιορισμένα δικαστικά έξοδα και η ταχύτερη επίλυση των διαφορών με διαιτησία και διαμεσολάβηση.

[49] Βλέπε επίσης την Πράσινη βίβλο για τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών αστικού και εμπορικού δικαίου COM/2002/0196.

Η δημιουργία της εσωτερικής αγοράς αύξησε την κινητικότητα των προσώπων, των αγαθών, και των υπηρεσιών, και συνεπώς και των πληρωμών, σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των διασυνοριακών διαφορών και κατέστησε αναγκαία την αναζήτηση λύσεων ικανών να βελτιώσουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Αυτοί είναι οι λόγοι που οδήγησαν στη δημιουργία μηχανισμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών και στη σημαντική επέκταση της χρήσης τους στην ΕΕ.

Στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και ιδίως των πληρωμών, το δίκτυο FIN-NET συμβάλλει σημαντικά στην αύξηση της εμπιστοσύνης στις διασυνοριακές εμπορικές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Επί του παρόντος, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την ύπαρξη κατάλληλων διαδικασιών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών που αφορούν διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης [50]. Οι φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών στα κράτη μέλη συνεργάζονται στο πλαίσιο του δικτύου FIN-NET για την επίλυση των διασυνοριακών διαφορών.

[50] Δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 97/5/ΕΚ.

Στη διάρκεια της διαδικασίας διαβουλεύσεων, όλα τα μέρη αναγνώρισαν ότι η επέκταση των μηχανισμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών σε όλες τις πληρωμές - εθνικές και διασυνοριακές - θα ήταν ιδιαίτερα επωφελής για την αποτελεσματική λειτουργία του ενιαίου χώρου πληρωμών. Θα ήταν ιδίως σύμφωνη με τη φιλοσοφία της εσωτερικής αγοράς ως εγχώριας αγοράς και με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εθνικών και διασυνοριακών πληρωμών.

Η δημιουργία και λειτουργία μηχανισμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών δεν θίγει τα δικαιώματα των μερών να προσφύγουν στις υφιστάμενες δικαστικές διαδικασίες.

* Δυνατές λύσεις

Κατά την εξέταση της σκοπιμότητας επέκτασης των μηχανισμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών στην εσωτερική αγορά σε όλες τις κατηγορίες πληρωμών, εθνικές και διασυνοριακές, πρέπει να ληφθεί υπόψη:

- η θέσπιση δεσμευτικών αρχών που θα διέπουν τη λειτουργία των φορέων εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Για το σκοπό αυτό μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι αρχές [51] που προτείνονται στη σύσταση 98/257/ΕΚ [52], οι οποίες υιοθετήθηκαν επίσης στο πλαίσιο του δικτύου FIN-NET. Οι αρχές αυτές πρέπει να εξασφαλίζουν την καλή λειτουργία και την ανεξαρτησία αυτών των μηχανισμών, οι οποίες αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την αξιοπιστία τους.

[51] Αρχές της ανεξαρτησίας, της διαφάνειας, της εκατέρωθεν ακροάσεως, της αποτελεσματικότητας, της νομιμότητας, της ελευθερίας και της εκπροσώπησης.

[52] ΕΕ L 115 της 17.04.1998, σσ. 31-34.

- όπως και στην οδηγία 97/5/ΕΚ, η πρακτική οργάνωση (δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς, κλπ.) των φορέων εναλλακτικής επίλυσης διαφορών πρέπει να αποφασίζεται σε εθνικό επίπεδο και να εμπνέεται από τις υφιστάμενες διαδικασίες.

Μια δυνατή λύση θα ήταν η επέκταση των ισχυουσών διατάξεων της οδηγίας για τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης (άρθρο 10) σε όλα τα είδη πληρωμών. Το σχέδιο άρθρου για την εναλλακτική επίλυση διαφορών θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής:

Άρθρο για την εναλλακτική επίλυση διαφορών

"Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχουν πρόσφορες και επαρκείς εξωδικαστικές διαδικασίες υποβολής καταγγελιών και επανόρθωσης, σύμφωνα με τη σύσταση 98/257/ΕΚ, για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, χρησιμοποιώντας τις υφιστάμενες διαδικασίες ανάλογα με την περίπτωση."

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλούν τους ενδιαφερόμενους να παρουσιάσουν τις απόψεις τους σχετικά με την προσέγγιση αυτή.

Παράρτημα 10: ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Ως ανάκληση της εντολής πληρωμής νοείται η νόμιμη ακύρωσή της από τον εντολέα. Ο ορισμός αυτός δεν καλύπτει το δικαίωμα ενός πληρωτή να αρνηθεί τη χρέωση του λογαριασμού του μετά από μια συναλλαγή με απευθείας χρέωση, εφόσον η εκτέλεση της πληρωμής στην περίπτωση αυτή ενεργοποιείται γενικά με πρωτοβουλία του δικαιούχου και όχι του εντολέα [53].

[53] Για το λόγο αυτό, το δικαίωμα απόρριψης της χρέωσης του λογαριασμού του πληρωμή θα εξεταστεί στο πλαίσιο της γενικότερης συζήτησης για την απευθείας χρέωση στο παράρτημα 16.

Μέχρι σήμερα, στο επίπεδο της ΕΕ υπάρχουν μόνον οι διατάξεις της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού [54], οι οποίες θεσπίζουν κανόνες για τον οριστικό χαρακτήρα των πληρωμών των οποίων έχει ήδη ολοκληρωθεί η επεξεργασία μέσω επίσημων συστημάτων. Δεν υπάρχει ωστόσο ευρωπαϊκή νομοθεσία που να καθορίζει τα δικαιώματα του χρήστη και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την ανάκληση μιας πληρωμής.

[54] Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 1998 σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, ΕΕ L 166 της 11.06.1998, σ. 45.

Η έλλειψη εναρμονισμένης νομοθεσίας έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη αποκλίσεων μεταξύ των κανόνων που ισχύουν στην ΕΕ [55]:

[55] Πληροφορίες για τις ισχύουσες εθνικές νομοθεσίες δίδονται στον πίνακα "Εθνικοί κανόνες σχετικά με το δικαίωμα ανάκλησης μιας πληρωμής" (MARKT/4010/2003 - Τελικό σχέδιο).

* όσον αφορά τις μεταφορές πίστωσης, η νομοθεσία ορισμένων κρατών μελών προβλέπει δικαίωμα ανάκλησης μιας εντολής πληρωμής έως τη στιγμή της εκτέλεσής της, ενώ σε άλλα κράτη μέλη η νομοθεσία επεκτείνει τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού έως το χρόνο κατά τον οποίο το ποσό της μεταφοράς πιστώνεται στο λογαριασμό του δικαιούχου. Τέλος, ορισμένα κράτη μέλη αφήνουν το δικαίωμα αυτό στη συμβατική ελευθερία των ενδιαφερομένων μερών.

* για τις κάρτες πληρωμών, η κατάσταση διαφέρει επίσης ανάλογα με το κράτος μέλος: ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν δεσμευτική νομοθεσία, άλλα προβλέπουν ότι όλες οι πληρωμές με κάρτα είναι αμετάκλητες και άλλα επιτρέπουν την ανάκληση της πληρωμής με κάρτα μόνο σε ορισμένες συγκεκριμένες περιστάσεις (π.χ. ανάκληση πληρωμής με κάρτα εάν η εντολή πληρωμής και ο αριθμός της κάρτας έχουν δοθεί χωρίς φυσική παρουσίαση της ίδιας της κάρτας, όπως στο ηλεκτρονικό εμπόριο).

Οι αποκλίνοντες εθνικοί κανόνες για τη δυνατότητα ανάκλησης των εντολών πληρωμής στην ΕΕ αποτελούν εμπόδιο στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Μπορούν επίσης να μειώσουν την ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τον οριστικό χαρακτήρα των πληρωμών. Η κατάσταση αυτή μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των συστημάτων πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Μπορεί επίσης να προκαλέσει σύγχυση στους φορείς της αγοράς, ιδίως στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών.

* Δυνατές λύσεις

Η θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων ανάκλησης θα μπορούσε να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των σημερινών και των μελλοντικών συστημάτων πληρωμών, ιδίως εάν οδηγεί σε κατάλληλη επίσπευση του χρόνου οριστικοποίησης της πληρωμής [56]. Αυτό θα αύξανε επίσης τη διαφάνεια για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών.

[56] Η ανάγκη και η εφικτότητα ειδικών κανόνων για τις πληρωμές που σχετίζονται με ηλεκτρονικό εμπόριο προκειμένου να εξασφαλιστούν τα δικαιώματα του καταναλωτή όταν αυτός αγοράζει μέσω του Ίντερνετ αγαθά και υπηρεσίες που προπληρώνονται εξετάζονται στο παράρτημα 11.

Είναι επίσης δυνατό να θεωρηθεί εναλλακτικά ότι η αυτορρύθμιση του θέματος από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών θα ήταν επαρκής, σε συνδυασμό με την επιβολή ειδικών και εναρμονισμένων απαιτήσεων πληροφόρησης σχετικά με τους κανόνες που διέπουν την ανάκλησης των εντολών. Ωστόσο, υπό τις συνθήκες αυτές η αυτορρύθμιση δεν πρέπει να έρχεται σε σύγκρουση με την ισχύουσα δεσμευτική εθνική νομοθεσία. Δεν είναι συνεπώς πιθανό ότι η αυτορρύθμιση μπορεί να οδηγήσει σε ένα εναρμονισμένο καθεστώς ανάκλησης των εντολών πληρωμής στην εσωτερική αγορά. Η θέσπιση νομοθετικής πράξης της ΕΕ φαίνεται συνεπώς προτιμότερη.

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές θα μπορούσε να εναρμονίσει τους κανόνες ανάκλησης προκειμένου να βελτιώσει τη διαφάνεια και την ασφάλεια δικαίου μέσω του προσδιορισμού του χρόνου ή του γεγονότος που καθιστά αμετάκλητη την εντολή πληρωμής, ανεξάρτητα από εάν η επεξεργασία των πληρωμών γίνεται μέσω επίσημων συστημάτων ή όχι. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να εισάγουν κατάλληλες διακρίσεις ώστε να λαμβάνεται υπόψη η ποικιλία των διαθέσιμων μέσων πληρωμών.

Η κυριότερη διαφορά μεταξύ των διαθέσιμων μέσων πληρωμών είναι ότι η εντολή πληρωμής δίδεται είτε απευθείας στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών είτε μέσω του δικαιούχου της πληρωμής. Παραδείγματα της πρώτης περίπτωσης είναι η εντολή μεταφοράς πίστωσης και της δεύτερης η εντολή πληρωμής με κάρτα. Στην πρώτη περίπτωση, ο δικαιούχος θεωρεί ότι η πληρωμή είναι αμετάκλητη όταν το ποσό πιστώνεται στο λογαριασμό του, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ο δικαιούχος έχει εξαρχής εμπιστοσύνη στη μελλοντική εκτέλεση της εντολής την οποία αποδέχθηκε αντί της πληρωμής.

Οι κανόνες αυτοί θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε κάθε είδος πληρωμής που βασίζεται σε μια εντολή πληρωμής, δηλαδή στα "κλασικά" μέσα πληρωμών (μεταφορές πίστωσης, κάρτες πληρωμών), καθώς και στα σύγχρονα ή τα καινοτόμα μέσα πληρωμών (π.χ. μέσω Ίντερνετ ή μέσω κινητών συσκευών επικοινωνίας). Η ασφάλεια δικαίου δεν θα εξαρτιόταν έτσι από τεχνικές εξελίξεις και καινοτομίες και θα επέτρεπε να αρθεί μια από τις βασικές ανησυχίες για το ενδεχόμενο έλλειψης ευελιξίας των νέων νομοθετικών διατάξεων.

Σε περίπτωση εισαγωγής εναρμονισμένου καθεστώτος, οι νέες νομοθετικές διατάξεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν ως εξής:

Άρθρο για τις εντολές πληρωμής που δίδονται απευθείας στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών (π.χ. μεταφορά πίστωσης)

"Η εντολή πληρωμής που δίδεται από τον εντολέα στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να ανακληθεί [μέχρις ότου χρεωθεί ο λογαριασμός του εντολέα] ή [μέχρις ότου αρχίσει η μεταφορά του ποσού] ή [μέχρις ότου εκτελεστεί η εντολή πληρωμής] ή [μέχρις ότου το ποσό της μεταφοράς πιστωθεί στο λογαριασμό του δικαιούχου]."

Η Επιτροπή εξετάζει στο παρόν στάδιο αυτές τις τέσσερις εναλλακτικές διατυπώσεις και καλεί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους για την καταλληλότερη διατύπωση από τεχνική και πρακτική άποψη. Η διάταξη αυτή θα δημιουργήσει ασφάλεια δικαίου.

Μια πέμπτη δυνατότητα θα ήταν να οριστεί ότι η εντολή καθίσταται αμετάκλητη μόλις δοθεί στον πάροχο της υπηρεσίας πληρωμών. Ωστόσο, αυτό, θα στερούσε τον εντολέα από κάθε δυνατότητα ανάκλησης μιας εντολής πληρωμής που προορίζεται να εκτελεστεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Μια διάταξη που θα καταργούσε το δικαίωμα ανάκλησης αυτής της εντολής πληρωμής ενόσω δεν έχει ακόμα ενεργοποιηθεί η διαδικασία εκτέλεσής της θα ήταν υπερβολικά αυστηρή.

Άρθρο για τις εντολές πληρωμής που δίδονται μέσω του δικαιούχου (π.χ. κάρτες πληρωμών):

"Μια εντολή που δίδεται από τον εντολέα μέσω του δικαιούχου της πληρωμής είναι αμετάκλητη [, εκτός εάν το ποσό της δεν είχε προσδιοριστεί όταν δόθηκε η εντολή]."

Η διάταξη αυτή λαμβάνει γενικά υπόψη το γεγονός ότι ο δικαιούχος πρέπει να μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στην ισχύ και τον οριστικό χαρακτήρα της εντολής πληρωμής. Εφόσον η εντολή πληρωμής γίνεται δεκτή αντί της πληρωμής με μετρητά, πρέπει να είναι εξίσου "ασφαλής" όσο και η πληρωμή με μετρητά. Διαφορετικά, τα μέσα πληρωμών χωρίς χρήση μετρητών δεν θα μπορέσουν ποτέ να αντικαταστήσουν τις πληρωμές με μετρητά.

Ωστόσο, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να υπάρχει ανάγκη να προβλεφθεί ειδικό δικαίωμα ανάκλησης της εντολής πληρωμής εάν το ποσό της δεν έχει προσδιοριστεί από τον εντολέα όταν δόθηκε η εντολή (π.χ. ως εγγύηση της τελικής πληρωμής κατά τη μίσθωση αυτοκινήτου, για γρήγορο "check-out" σε ξενοδοχείο κλπ.). Αυτό προβλεπόταν επίσης στο άρθρο 5 της σύστασης 97/489/ΕΚ.

Οι κανόνες για τη δυνατότητα ανάκλησης δεν πρέπει να εμποδίζουν άλλα νόμιμα ή συμβατικά δικαιώματα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, όπως η επιστροφή που συνδέεται με το νόμιμο δικαίωμα υπαναχώρησης (π.χ. κατά την περίοδο υπαναχώρησης) ή η επιστροφή σε περίπτωση παράβασης σύμβασης από έναν έμπορο. Δεν θίγουν επίσης τα δικαιώματα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε περίπτωση συναλλαγών που δεν έχει εγκρίνει, στις οποίες η εντολή πληρωμής είναι απλώς άκυρη. Από νομική άποψη, η επιστροφή είναι αυτόνομη συναλλαγή μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, χωριστή από την εντολή πληρωμής.

Αυτοί οι κανόνες θα προωθήσουν την αποτελεσματικότητα των πληρωμών και των συστημάτων πληρωμών, και θα εξασφαλίσουν επαρκές επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλωσορίζουν τις απόψεις των ενδιαφερομένων σχετικά με την προσέγγιση αυτή και της συνέπειές της για τους επιδιωκόμενους στόχους. Τους καλεί επίσης να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την εξαίρεση από τον κανόνα για το αμετάκλητο της πληρωμής στην περίπτωση των εντολών των οποίων το ποσό δεν έχει προσδιοριστεί.

Παράρτημα 11: ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΧΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΠΕΛΑΤΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΟΥ ΑΠΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Στην ανακοίνωσή της του Μαρτίου 2001 [57] για το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι "δεν υπάρχει στην εσωτερική αγορά συνεπής νομική βάση για την θεμελίωση αιτήματος της επιστροφής των χρημάτων" και ότι η κατάσταση αυτή "εμποδίζει τη λειτουργία μηχανισμών επιστροφής των χρημάτων, ιδίως όσον αφορά τις διασυνοριακές συναλλαγές".

[57] COM(2001)66 - Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Το θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν και σε ποιο βαθμό ένας πάροχος υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να διαδραματίζει ένα ρόλο σε μια εμπορική συναλλαγή μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, του καταναλωτή και του εμπόρου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι καταστάσεις στις οποίες το προϊόν ή η υπηρεσία προπληρώνεται και δεν παραδίδεται από τον έμπορο (π.χ. στην περίπτωση καταγγελιών πελατών του είδους "δεν το έλαβα"). Οι προκαταβολικές πληρωμές είναι σήμερα συχνότερες στην εξ αποστάσεως πώληση παρά στην πώληση "πρόσωπο με πρόσωπο".

Σε περίπτωση ελαττωματικού προϊόντος, είναι γενικά ευκολότερο για τον καταναλωτή να ασκήσει το δικαίωμά του να υπαναχωρήσει, εφόσον υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, ή να ζητήσει επανόρθωση εάν η αγορά έγινε πρόσωπο με πρόσωπο. Ωστόσο, εάν το πρόβλημα ανακύπτει σε εξ αποστάσεως πώληση, οι καταναλωτές δεν μπορούν πάντα να έρθουν σε επαφή με τον έμπορο, εφόσον αυτός ενδέχεται να βρίσκεται μακριά κλπ. Παρά τις πολλές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και την προστασία του εξ αποστάσεως εμπορίου στην ΕΕ [58], σε πολλές περιπτώσεις η εδραίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στις εμπορικές συναλλαγές πρόσωπο με πρόσωπο είναι δυσχερής. Πρέπει συνεπώς να εξεταστούν τα μέτρα με τα οποία θα μπορούσαν να διευκολυνθούν οι διαδικασίες επανόρθωσης σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η καθιέρωση προϊόντων που θα παρείχαν συγκρίσιμα επίπεδα προστασίας σε όλη την ΕΕ θα άμβλυνε τις ανησυχίες των καταναλωτών όσον αφορά τις διασυνοριακές συναλλαγές γενικά και το ηλεκτρονικό εμπόριο ειδικότερα. Δεδομένου ότι ορισμένες εμπορικές συναλλαγές εξ αποστάσεως συνδέονται επίσης στενά με τη χρήση μέσων πληρωμών εξ αποστάσεως και ότι οι πληρωμές γίνονται σχεδόν πάντα χωρίς χρήση μετρητών, ο ρόλος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών είναι καθοριστικός. Ωστόσο, κανένα κοινοτικό νομοθετικό κείμενο δεν ρυθμίζει το ρόλο του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών σε περίπτωση διαφορών μεταξύ του καταναλωτή και του εμπόρου από συμβάσεις για συναλλαγές εξ αποστάσεως.

[58] Η σχέση μεταξύ του καταναλωτή και του εμπόρου στις συναλλαγές που δεν γίνονται πρόσωπο με πρόσωπο ρυθμίζεται από την οδηγία για την εξ αποστάσεως πώληση (97/7/ΕΚ). Η οδηγία ορίζει τους βασικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις εξ αποστάσεως συμβάσεις, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων υπαναχώρησης από σύμβαση αγοράς αγαθών ή υπηρεσιών που συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή. Όσον αφορά τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η οδηγία για την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (2002/65/ΕΚ) παρέχει παρόμοια προστασία.

* Δυνατές λύσεις

Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στο ηλεκτρονικό εμπόριο θα μπορούσε να βελτιωθεί εάν ενισχυόταν η ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών σε διαφορές μεταξύ εμπόρων και καταναλωτών. Ωστόσο, τόσο η δυνατότητα όσο και τρόποι με τους οποίους αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί αποτελούν ακόμα αντικείμενο συζητήσεων.

Κατά την αρχική φάση των διαβουλεύσεων για το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές εξετάστηκαν δύο κυρίως λύσεις:

(1) καθιέρωση κάποιας μορφής κοινής ευθύνης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του εμπόρου σε περίπτωση μη παράδοσης ενός προϊόντος (ή ακόμα και σε περίπτωση παράδοσης μη σύμφωνου προϊόντος) και

(2) θέσπιση ειδικών κανόνων ανάκλησης για τις πληρωμές στο ηλεκτρονικό εμπόριο. οι κανόνες αυτοί θα προβλέπουν, για παράδειγμα, ότι η ανάκληση εξ αποστάσεως πληρωμών σε συμβάσεις πώλησης εξ αποστάσεως είναι δυνατή ενόσω ο έμπορος δεν έχει αποδείξει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ότι παρέδωσε το προϊόν.

Τα αποτελέσματα των πρώτων διαβουλεύσεων κατέδειξαν ότι οι οργανώσεις καταναλωτών συμφωνούν καταρχήν με τις εξεταζόμενες προσεγγίσεις, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα αξίωσης επιστροφής μέσω του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Αφετέρου, ο τομέας των πληρωμών διατύπωσε έντονες επιφυλάξεις όσον αφορά την εφικτότητα της προσέγγισης αυτής και το αυξημένο κόστος για τους καταναλωτές. Κατά την άποψή τους, πρέπει να γίνει σαφής διάκριση ανάμεσα στη σύμβαση αγοράς, αφενός, και στην εκτέλεση της πληρωμής, αφετέρου.

Επί του παρόντος, το επίπεδο της προστασίας των καταναλωτών στο ηλεκτρονικό εμπόριο ποικίλλει ανάλογα με το προϊόν και με το κράτος μέλος:

* στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, ο νόμος προβλέπει δικαίωμα επιστροφής για τις πληρωμές με πιστωτικές κάρτες.

* ορισμένες εταιρείες καρτών πληρωμών προσφέρουν ειδικά προϊόντα πληρωμών που προβλέπουν σε ορισμένες περιπτώσεις συμβατική ευθύνη ή άλλη δυνατότητα επιστροφής μέσω του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.

* ορισμένες πλατφόρμες συναλλαγών μέσω του Ίντερνετ αναλαμβάνουν την επεξεργασία της διαδικασίας πληρωμής και εξασφαλίζουν την παράδοση του προϊόντος.

* ορισμένες εταιρείες παρέχουν δυνατότητα διενέργειας της πληρωμής τη στιγμή της (φυσικής) παράδοσης των αγαθών (π.χ. πληρωμή κατά την παροχή της υπηρεσίας παράδοσης).

Υπάρχουν ήδη διάφορα συστήματα και ρυθμίσεις - όπως εκείνα που αναφέρονται ανωτέρω - και αναπτύσσονται συνεχώς νέα. Ωστόσο, εάν διαπιστωθεί ότι οι λύσεις αυτές δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των χρηστών υπηρεσιών εμπορίου εξ αποστάσεως, θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα κοινοτικής παρέμβασης για το σύνολο των εμπορικών συναλλαγών εξ αποστάσεως (ηλεκτρονικό εμπόριο και εμπόριο μέσω κινητών συσκευών), προκειμένου να αντιμετωπιστεί το θέμα στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε με δεσμευτικούς κανόνες, είτε με καθεστώτα αυτορρύθμισης είτε με συνδυασμό αυτών των δύο μέσων.

Η λύση που θα επιλεγεί πρέπει να παρέχει προστασία στον καταναλωτή με εύλογο κόστος. Μια ισόρροπη προσέγγιση απαιτεί να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες τρεις κατευθυντήριες γραμμές:

(1) η λύση πρέπει να είναι εύκολα κατανοητή και εύχρηστη για τους καταναλωτές.

(2) η αρχή της ουδετερότητας μεταξύ των μέσων πληρωμών που χρησιμοποιούνται στο εμπόριο εξ αποστάσεως.

(3) η λύση πρέπει να είναι ανάλογη προς το πρόβλημα και να μην επιβαρύνει με δυσανάλογο κόστος την υπηρεσία πληρωμών.

Η Επιτροπή καλεί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα ανωτέρω θέματα, ιδίως όσον αφορά τις συνέπειές τους για την προστασία των καταναλωτών και την αποτελεσματικότητα της αγοράς υπηρεσιών πληρωμών. Ευπρόσδεκτες είναι επίσης ενδεχόμενες προτάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν εντοπιστεί, προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και να προωθηθεί το εμπόριο εξ αποστάσεως.

Παράρτημα 12: ΜΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ Η ΜΗ ΟΡΘΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Κατ' αρχήν, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται για την εκτέλεση μιας εντολής πληρωμής σύμφωνα με τις οδηγίες που δίνει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών. Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τίθεται θέμα ευθύνης.

Οι κανόνες εναρμόνισης που καλύπτουν τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες των ενδιαφερομένων μερών σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή μη ορθής εκτέλεσης θα διευκολύνουν τη δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Θα εγγυηθούν επίσης ένα ομοιόμορφο και υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Ο επιδιωκόμενος στόχος είναι να έχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών το ίδιο επίπεδο προστασίας σε οποιοδήποτε σημείο και εάν αγοράζει ή χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών στην εσωτερική αγορά.

Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί η έκταση και η φύση της ευθύνης σε περίπτωση μη εκτέλεσης, δηλαδή όταν η πληρωμή δεν φθάνει στο λογαριασμό του δικαιούχου, ή σε περίπτωση μη ορθής εκτέλεσης, όταν το ποσό δεν φθάνει ολόκληρο στο λογαριασμό του δικαιούχου ή φθάνει αργότερα από ό,τι έχει συμφωνηθεί ή προβλεφθεί από τη σχετική νομοθεσία.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αποφασιστεί εάν θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί ένας γενικός κανόνας σε όλα τα είδη υπηρεσιών πληρωμών, όπως οι μεταφορές πίστωσης, οι κάρτες πληρωμών κλπ., ή εάν η ειδική φύση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών θα απαιτούσε ειδική μεταχείριση.

Επί του παρόντος, δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο που να καλύπτει όλα τα μέσα πληρωμών:

* η οδηγία 97/5/ΕΚ περιέχει μια διάταξη που προβλέπει την αντικειμενική ευθύνη (η ονομαζόμενη εγγύηση "επιστροφής χρημάτων") του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για επιστροφή μιας μεταφοράς πίστωσης μέχρις ορισμένου ποσού, εάν αυτή δεν φθάσει στο λογαριασμό του δικαιούχου ή φθάσει αργότερα από ό,τι έχει συμφωνηθεί (βλέπε άρθρα 6 και 8).

* όσον αφορά τα μέσα ηλεκτρονικών πληρωμών, η σύσταση 97/489/ΕΚ ορίζει ότι ο εκδότης ευθύνεται για τη μη εκτέλεση ή τη μη ορθή εκτέλεση συναλλαγής του κατόχου (βλέπε άρθρο 8). Επιπλέον, η σύσταση ορίζει ότι ο εκδότης φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η συναλλαγή καταγράφηκε και καταχωρήθηκε ορθά στους λογαριασμούς (βλέπε άρθρο 7).

* Δυνατές λύσεις

Είναι γενικά δεκτό ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να ευθύνεται για την ορθή εκτέλεση μιας εντολής πληρωμής και να φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η συναλλαγή καταγράφηκε, εκτελέστηκε και καταχωρήθηκε ορθά Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εισαγωγή ενός κανόνα αντικειμενικής ευθύνης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών αποτελεί την κατάλληλη λύση στο πλαίσιο αυτό, εφόσον ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν μπορεί να επηρεάσει τις ενδεχόμενες συμβατικές σχέσεις του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών με τρίτα μέρη που διαμεσολαβούν στην εκτέλεση της πληρωμής. Η αντικειμενική ευθύνη του παρόχου απαλλάσσει το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών από την ανάγκη να έλθει σε επαφή με μια ολόκληρη σειρά παρόχων υπηρεσιών πληρωμών στη διαδικασία εκτέλεσης της πληρωμής προκειμένου να προσδιορίσει ποιος ευθύνεται για τη μη ορθή εκτέλεση, εφόσον ο πάροχος της υπηρεσίας πληρωμών είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένος από το χρήστη της υπηρεσίας. Το θέμα της συνακόλουθης ζημίας δεν τέθηκε αυτό καθαυτό στο πλαίσιο αυτό, εφόσον κατά την προκαταρκτική διαβούλευση οι συμμετέχοντες αναφέρθηκαν ελάχιστα σε αυτό.

Η θέσπιση γενικού κανόνα που θα εφαρμόζεται σε όλα τα μέσα πληρωμών θα ήταν προτιμότερη, εφόσον θα εξασφάλιζε το ίδιο επίπεδο προστασίας του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και θα διευκόλυνε την επιλογή του καταναλωτή μεταξύ των διαθέσιμων υπηρεσιών πληρωμών. θα δημιουργούσε επίσης ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πληρωμών. Η προσέγγιση αυτή θα συνεπαγόταν ότι δεν θα ήταν πλέον αναγκαία μια χωριστή διάταξη, όπως η ονομαζόμενη εγγύηση "επιστροφής των χρημάτων" στην περίπτωση των μεταφορών πίστωσης. Επιπλέον, εφόσον ο υφιστάμενος κανόνας περί "επιστροφής των χρημάτων" καλύπτει μόνο τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης, η τροποποίησή του θα αναγκαία εφόσον το πεδίο του νέου νομοθετικού πλαισίου θα καλύπτει όλες τις πληρωμές ("εθνικές" και "διασυνοριακές") στην εσωτερική αγορά.

Το σχέδιο νομοθετικών διατάξεων θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής:

"1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται για τη μη εκτέλεση ή τη μη ορθή εκτέλεση εντολής πληρωμής που έχει δώσει χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τις [εκ του νόμου / συμβατικές] υποχρεώσεις του.

2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται ακόμα και εάν η εντολή πληρωμής δίδεται μέσω μηχανημάτων / τερματικών που δεν υπόκεινται στον άμεσο ή αποκλειστικό έλεγχο του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, υπό τον όρο ότι η εντολή δεν δίδεται μέσω μηχανημάτων / τερματικών ή μέσω εξοπλισμού τη χρησιμοποίηση του οποίου δεν έχει εγκρίνει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών.

3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, η κατά την παράγραφο 1 ευθύνη περιλαμβάνει το ποσό της μη εκτελεσθείσας εντολής πληρωμής, προσαυξημένο ενδεχομένως με τα σχετικά έξοδα ή τόκους.

4. Τυχόν περαιτέρω οικονομική αποζημίωση θα προσδιορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στη σύμβαση μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

5. Εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών ισχυρίζεται ότι μια εντολή πληρωμής δεν εκτελέστηκε ορθά, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να αποδείξει, με την επιφύλαξη ενδεχόμενων ανταποδείξεων εκ μέρους του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, ότι η εντολή πληρωμής καταγράφηκε, εκτελέστηκε και καταχωρήθηκε ορθά στους λογαριασμούς."

Για να μην επιβαρυνθούν με δυσανάλογο τρόπο οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών σε περιπτώσεις που δεν υπόκεινται αντικειμενικά στον έλεγχό τους, ενδέχεται να είναι αναγκαία η προσθήκη μιας διάταξης για τις περιπτώσεις "ανωτέρας βίας". Πρέπει να εξεταστεί ποια θα είναι η ακριβής διατύπωση της διάταξης αυτής.

Επιπλέον, για να εξασφαλιστεί το ίδιο επίπεδο προστασίας στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, ενδέχεται να είναι αναγκαία η προσθήκη διάταξης για το δεσμευτικό χαρακτήρα αυτών των διατάξεων. Η διατύπωσή της θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη:

"1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν μπορεί να αποκλείει ή να περιορίζει συμβατικά τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που του επιβάλλει η παρούσα νομοθετική πράξη."

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλωσορίζουν τις απόψεις των ενδιαφερομένων σχετικά με την προτεινόμενη προσέγγιση και τις επιπτώσεις της.

Παράρτημα 13: ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΌΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΜΗ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Καθώς οι ηλεκτρονικές πληρωμές, όπως εκείνες που γίνονται με κάρτες πληρωμών και οι τραπεζικές συναλλαγές μέσω του Ίντερνετ, αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς στην εσωτερική αγορά, το θέμα της δόλιας χρήσης των μέσων πληρωμών αποκτάει και αυτό ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Στην εσωτερική αγορά, πρέπει να υπάρχουν νομικές διασφαλίσεις κατά της δόλιας χρήσης ενός μέσου πληρωμών [59]. Οι νομικές αυτές διασφαλίσεις πρέπει να εγγυώνται τόσο ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή όσο και την αποτελεσματική και ασφαλή λειτουργία του ενιαίου χώρου πληρωμών, αλλά και να ανταποκρίνονται ταυτόχρονα στην ανάγκη πρόληψης των απατών. Οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να έχουν το ίδιο υψηλό επίπεδο προστασίας σε οποιοδήποτε σημείο και εάν αγοράζουν ή χρησιμοποιούν υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά.

[59] Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εννοηθεί ότι το μέσο πληρωμών καλύπτει επίσης τα μέσα αναγνώρισης ή τον εμπιστευτικό κωδικό που επιτρέπει την εκτέλεση / εντολή της πληρωμής.

Επί του παρόντος, δεν υπάρχει διεξοδική νομοθετική ρύθμιση στο επίπεδο της ΕΕ για το θέμα των μη εγκεκριμένων συναλλαγών. Η σύσταση 97/489/ΕΚ ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ του εκδότη και του κατόχου ηλεκτρονικών μέσων πληρωμών από την άποψη αυτή. Οι οδηγίες 97/7/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ ρυθμίζουν τη δόλια χρήση καρτών πληρωμών στο εξ αποστάσεως εμπόριο.

* Δυνατές λύσεις

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεωρούν ότι η σύσταση 97/489/ΕΚ αποτελεί μια ικανοποιητική βάση για την αντιμετώπιση των αντίστοιχων υποχρεώσεων και ευθυνών των συμβαλλομένων μερών στις περιπτώσεις μη εγκεκριμένων συναλλαγών.

Από την άποψη αυτή, μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των υποχρεώσεων και των ευθυνών του παρόχου και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να επιτευχθεί λαμβάνοντας υπόψη τους γενικούς στόχους που αναφέρονται ανωτέρω. Πρέπει να εξεταστούν ιδίως οι επιπτώσεις που μπορούν να έχουν οι διάφορες ρυθμίσεις στα κίνητρα των συμβαλλόμενων μερών. Για παράδειγμα, η νομοθεσία δεν πρέπει, μέσω κινήτρων που δημιουργούν στρεβλώσεις, να αυξάνει την πιθανότητα δόλιας συμπεριφοράς του νόμιμου χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ("first-party fraud").

Πρέπει επίσης να εξεταστεί εάν ένας γενικός κανόνας μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα είδη μέσων πληρωμών, όπως οι τραπεζικές συναλλαγές μέσω του Ίντερνετ, οι κάρτες πληρωμών κ.λπ.), ή εάν η ειδική φύση του μέσου πληρωμών απαιτεί ειδική αντιμετώπιση στο πλαίσιο αυτό. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεωρούν καταρχήν ότι ένα σύνολο γενικών κανόνων μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις υπηρεσίες πληρωμών.

Το σχέδιο νομοθετικών διατάξεων θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής:

Άρθρο για τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών

1. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών οφείλει:

(α) να εφαρμόζει τις εντολές για την πραγματοποίηση της πληρωμής, σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και τη χρησιμοποίηση του μέσου. ο χρήστης των μέσων πληρωμών πρέπει ιδίως να λαμβάνει κάθε μέτρο για την ασφαλή φύλαξη του μέσου πληρωμών και των άλλων μέσων, όπως ο προσωπικός αριθμός αναγνώρισης ή άλλος κωδικός, που καθιστούν δυνατή τη χρησιμοποίησή του.

(β) να ειδοποιεί τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών (ή το φορέα που αυτός ορίζει), χωρίς καθυστέρηση αμέσως μόλις υποπέσει στην αντίληψή του, σχετικά με:

- την απώλεια, την κλοπή ή την υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών και των μέσων αναγνώρισης που καθιστούν δυνατή τη χρησιμοποίησή του.

- την καταγραφή στο λογαριασμό του οποιασδήποτε μη εγκεκριμένης συναλλαγής και οποιουδήποτε σφάλματος ή άλλης παρατυπίας στην τήρηση του λογαριασμού του.

2. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει:

(α) να μην αποκαλύπτει τον προσωπικό αριθμό αναγνώρισης ή άλλο κωδικό του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, παρά μόνο στον ίδιο το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

(β) να μην αποστέλλει μέσο πληρωμών που δεν έχει ζητηθεί, παρά μόνο εάν παραδίδεται σε αντικατάσταση μέσου πληρωμών που ήδη κατέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών.

(γ) να τηρεί για επαρκή χρονικό διάστημα εσωτερικά αρχεία ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός των συναλλαγών και η επανόρθωση των σφαλμάτων.

(δ) να εξασφαλίζει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών κατάλληλα μέσα για να προβεί στη γνωστοποίηση που απαιτείται βάσει της παραγράφου 1. Εάν η γνωστοποίηση γίνεται εξ αποστάσεως, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών (ή η φορέας που αυτός ορίζει) παρέχει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τα μέσα για να αποδείξει ότι προέβη στην εν λόγω γνωστοποίηση.

3. Εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών ισχυριστεί ότι μια συναλλαγή δεν έχει εγκριθεί, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να αποδείξει ότι η συναλλαγή εγκρίθηκε, καταγράφηκε ορθά, καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς και δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία.

4. Τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 3 παρέχονται με την επιφύλαξη ενδεχόμενων ανταποδείξεων εκ μέρους του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Ειδικότερα, η χρησιμοποίηση ενός μέσου πληρωμών ή οποιουδήποτε κωδικού που καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίησή του δεν επαρκεί από μόνη της για να θεωρηθεί ότι η πληρωμή εγκρίθηκε από το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών παρέχει πληροφορίες ή στοιχεία σχετικά με πραγματικά περιστατικά, από τις οποίες τεκμαίρεται ότι δεν μπορούσε να είχε εγκρίνει την πληρωμή.

Άρθρο για τις υποχρεώσεις μεταξύ συμβαλλομένων μερών

1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται για τις συναλλαγές που εκτελούνται χωρίς την έγκριση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

2. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν ευθύνεται εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών επέδειξε βαριά αμέλεια ή δόλο. Για να διαπιστωθεί εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών επέδειξε βαριά αμέλεια ή δόλο πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά.

3. Εφόσον ευθύνεται, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών το ποσό που απαιτείται για να αποκατασταθεί ο λογαριασμός από τον οποίο έγινε η πληρωμή στην κατάσταση πριν τη συναλλαγή που έγινε χωρίς την έγκρισή του.

4. Κάθε περαιτέρω οικονομική αποζημίωση θα προσδιορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στη σύμβαση που συνάφθηκε μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

5. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες από την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών μέχρι ποσού που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 150 ευρώ, εάν δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή του να ειδοποιήσει σχετικά τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

6. Από το χρόνο της ειδοποίησης προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που προβλέπεται στο άρθρο [ΧΧΧ], ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες από την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών, εκτός εάν ενήργησε με δόλο.

7. Το χρονικό όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 δεν εφαρμόζεται εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών επέδειξε βαριά αμέλεια ή ενέργησε με δόλο.

8. Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του να εξασφαλίσει στον κάτοχο κατάλληλα μέσα για να προβεί στην προβλεπόμενη στο άρθρο ΧΧΧ ειδοποίηση για την απώλεια / κλοπή / υπεξαίρεση μέσων πληρωμών, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες από την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση των μέσων πληρωμών, εκτός εάν ενήργησε με δόλο.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλωσορίζουν τις απόψεις σχετικά με την προσέγγιση αυτή, ιδίως όσον αφορά τις συνέπειές της για προστασία των καταναλωτών και την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς υπηρεσιών πληρωμών.

Παράρτημα 14: ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ "OUR", "BEN" ΚΑΙ "SHARE"

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Ο τραπεζικός τομέας χρησιμοποιεί ορισμένους όρους για να χαρακτηρίσει τον τρόπο επιμερισμού των εξόδων μεταξύ του εντολέα και του δικαιούχου μιας μεταφοράς πίστωσης: OUR (όλα τα έξοδα βαρύνουν τον εντολέα), BEN (όλα τα έξοδα βαρύνουν το δικαιούχο) και SHARE (ο εντολέας και ο δικαιούχος βαρύνονται με τα έξοδα που τους αναλογούν). Οι όροι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν για λόγους ευκολίας στο πλαίσιο της οδηγίας 97/5/ΕΚ για τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης, παρόλο που δεν υπάρχουν στο ίδιο το κείμενο της οδηγίας. Ωστόσο, η οδηγία προβλέπει τις τρεις αυτές επιλογές και την αυτόματη εφαρμογή της επιλογής OUR εάν ο εντολέας δεν ορίσει διαφορετικά. Η ρύθμιση αυτή προορίζεται να αποφύγει τη διπλή χρέωση και να εξασφαλίσει την πίστωση ολόκληρου του ποσού της μεταφοράς πίστωσης στο λογαριασμό του δικαιούχου.

Σύμφωνα με τον κανονισμό 2560/2001/ΕΚ για τις διασυνοριακές πληρωμές σε ευρώ [60], τα έξοδα για τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης θα είναι από την 01.07.2003 τα ίδια με εκείνα που εφαρμόζονται στις εγχώριες μεταφορές. Κατά συνέπεια, η πρόβλεψη μιας επιλογής που θα ισχύει αυτόματα ελλείψει άλλου διακανονισμού δεν θα είναι πλέον αναγκαία για τις διασυνοριακές πληρωμές που καλύπτονται από τον κανονισμό. Μια διάταξη που θα ορίζει ότι η πληρωμή πρέπει να εκτελείται για το σύνολο του ποσού θα είναι επαρκής για να αποφευχθούν ενδεχόμενες παρακρατήσεις στα διάφορα στάδια της εκτέλεσης της πληρωμής.

[60] Με απόφαση των σουηδικών αρχών, ο κανονισμός εφαρμόζεται επίσης στη σουηδική κορόνα (ΕΕ C 165/36 της 11.07.2002).

Ωστόσο, πρέπει να εξεταστεί εάν είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ειδικό καθεστώς για τις μεταφορές πίστωσης που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό, οι οποίες μπορούν να διαιρεθούν σε δύο κατηγορίες:

- πληρωμές σε νομίσματα άλλα από τη σουηδική κορόνα και το ευρώ.

- πληρωμές ποσών από 12.500 EUR έως και 50.000 EUR μεταξύ 01.07.2003 και 01.01.2006.

Για την πρώτη κατηγορία, πρέπει ιδίως να εξεταστεί εάν μια διάταξη που καθιστά υποχρεωτική την εκτέλεση της πληρωμής για το σύνολο του ποσού (βλέπε τη διατύπωση που προτείνεται στο τέλος του παρόντος παραρτήματος) επαρκεί για να αποφευχθεί κάθε παρακράτηση στα διάφορα στάδια της πληρωμής, ή εάν η οδηγία 97/5/ΕΚ πρέπει να παραμείνει αμετάβλητη από την άποψη αυτή. Η πρώτη λύση θα απλούστευε σημαντικά τη νομοθεσία.

Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί σχετικά με τη δεύτερη κατηγορία. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού για τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης, η αρχή της ισότητας των εξόδων μεταξύ εθνικών και διασυνοριακών πληρωμών εφαρμόζεται από την 01.07.2003 για τις μεταφορές πίστωσης έως και 12.500 ευρώ, αλλά μόνον από την 01.01.2006 για τις μεταφορές πίστωσης έως και 50.000 ευρώ. Μια άλλη λύση θα ήταν να επεκταθεί το πεδίο του κανονισμού στις διασυνοριακές πληρωμές ποσών από 12.500 ευρώ έως και 50.000 ευρώ που πραγματοποιούνται μεταξύ 1.07.2003 και 01.01.2006.

* Δυνατές λύσεις

Όπως εξηγείται ανωτέρω, η ύπαρξη ειδικών κανόνων επιμερισμού των εξόδων των διασυνοριακών μεταφορών πίστωσης μεταξύ εντολέα και δικαιούχου δικαιολογείται μόνο για τις μεταφορές πίστωσης που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό. Στην περίπτωση αυτή, οι αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας για τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης (άρθρο 7, "Υποχρέωση εκτέλεσης της διασυνοριακής μεταφοράς πίστωσης σύμφωνα με τις οδηγίες"), θα εφαρμόζονται πλέον μόνο στις πληρωμές που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό, ενώ για τις πληρωμές που καλύπτονται από τον κανονισμό θα υπάρχει συμβατική ελευθερία.

Επιπλέον, εφόσον η αρχή της μεταφοράς του "πλήρους ποσού" εφαρμόζεται γενικά σε εθνικό επίπεδο και τυγχάνει ευρείας υποστήριξης [61], θα πρέπει να διευκρινιστεί στο νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές ότι ο λογαριασμός του δικαιούχου πρέπει να πιστώνεται με το σύνολο του ποσού που επιθυμεί να μεταφέρει ο εντολέας. Η αρχή αυτή πρέπει να ισχύει για όλες τις πληρωμές και η διατύπωσή της θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη:

[61] Αυτή είναι η αρχή που υιοθετήθηκε στη σύμβαση "CREDEURO" του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Πληρωμών (European Payment Council).

Άρθρο για την υποχρέωση εκτέλεσης μιας πληρωμής για ολόκληρο το ποσό της

"Ο δικαιούχος πιστώνεται χωρίς καμία παρακράτηση με ολόκληρο το ποσό που ορίζεται στην εντολή πληρωμής, με την επιφύλαξη ρητών συμφωνιών μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του."

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλωσορίζουν τις απόψεις σχετικά με την ανωτέρω προσέγγιση και τις επιπτώσεις της.

Παράρτημα 15: ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Η ισχύουσα οδηγία για τις διασυνοριακές μεταφορές πίστωσης καθορίζει την προθεσμία εκτέλεσης μιας διασυνοριακής μεταφοράς πίστωσης: εάν δεν συμφωνείται διαφορετικά μεταξύ του χρήστη και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, μια διασυνοριακή μεταφορά πίστωσης πιστώνεται στο σχετικό λογαριασμό στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου εντός 5 εργάσιμων ημερών. Ομοίως, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου οφείλει να πιστώσει το λογαριασμό του δικαιούχου εντός μιας εργάσιμης ημέρας από τη λήψη της μεταφοράς πίστωσης, εκτός εάν ο δικαιούχος και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του έχουν συμφωνήσει διαφορετικά. Έτσι, η οδηγία προβλέπει καταρχήν προθεσμία 5+1 ημερών για την εκτέλεση των διασυνοριακών μεταφορών πίστωσης.

Όπως ανακοινώθηκε ήδη το 2000 από τον Επίτροπο Bolkestein ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Επιτροπή προτίθεται να προτείνει τη μείωση της ανώτατης προθεσμίας εκτέλεσης από το ισχύον όριο των 6 ημερών σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Η σύγχρονη τεχνολογία και οι πρόσφατες εξελίξεις επιτρέπουν μια σημαντική μείωση των προθεσμιών εκτέλεσης των διασυνοριακών μεταφορών πίστωσης. Μια πρόσφατη μελέτη της Επιτροπής κατέδειξε ότι ο μέσος χρόνος εκτέλεσης ανέρχεται σε 2,97 ημέρες και είναι συνεπώς πολύ μικρότερος από εκείνον που επιβάλλει η οδηγία, δηλαδή έξι εργάσιμες ημέρες. Το 99,7% των μεταφορών πίστωσης έφθασαν εντός 15 ημερών. Η εισαγωγή του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος συνέβαλε στην ταχύτερη εκτέλεση.

Δεδομένου ωστόσο ότι το νέο νομοθετικό πλαίσιο θα καλύπτει όλες τις πληρωμές εντός της εσωτερικής αγοράς για να διευκολυνθεί η δημιουργία ενιαίου χώρου πληρωμών, ένας κανόνας που εφαρμόζεται μόνο στις ονομαζόμενες "διασυνοριακές" μεταφορές πίστωσης δεν θα αποτελούσε κατάλληλη λύση στο πλαίσιο αυτό. Στην εσωτερική αγορά δεν πρέπει να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ "διασυνοριακών" και "εθνικών" πληρωμών. Τα νομοθετικά μέτρα που θα ληφθούν πρέπει να αποσκοπούν στην περαιτέρω ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς λιανικών πληρωμών και να εναρμονίζουν τους όρους εκτέλεσης των "εθνικών" και των "διασυνοριακών" πληρωμών.

* Δυνατές λύσεις

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεωρούν ότι η καλύτερη λύση είναι μια προσέγγιση που δεν κάνει διάκριση μεταξύ των μεταφορών πίστωσης που εκτελούνται στην εσωτερική αγορά. Πολλοί από τους συμμετέχοντες στην προκαταρκτική διαβούλευση έκριναν ότι η αυτορρύθμιση είναι η καταλληλότερη λύση στο πλαίσιο αυτό. Ωστόσο, η Επιτροπή έχει σοβαρές αμφιβολίες για την ικανότητα της αυτορρύθμισης να δημιουργήσει συνθήκες ασφάλειας δικαίου και διαφάνειας κατά την εκτέλεση των μεταφορών πίστωσης. Κατά συνέπεια, η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων που εφαρμόζονται σε όλες τις μεταφορές πίστωσης στην εσωτερική αγορά ενδέχεται να είναι αναγκαία προκειμένου να υπάρξει ασφάλεια δικαίου για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και ιδίως για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών.

Η μόνη εξαίρεση θα μπορούσε να είναι οι "διασυνοριακές" μεταφορές σε νομίσματα άλλα από το ευρώ, για τις οποίες απαιτείται ενδεχομένως χωριστή προσέγγιση, εφόσον δεν είναι βέβαιο ότι μπορούν να εξομοιωθούν από τεχνική άποψη με τις μεταφορές πίστωσης που εκτελούνται σε ευρώ. Για τις πληρωμές αυτές μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ισχύοντες κανόνες της οδηγίας αποτελούν "κεκτημένα δικαιώματα".

Το σχέδιο νομοθετικής διάταξης θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής:

Άρθρο για την προθεσμία εκτέλεσης

"Μετά την αποδοχή της, μια εντολή μεταφοράς πίστωσης πρέπει να εκτελεστεί εντός της προθεσμίας που έχει συμφωνηθεί με τον εντολέα ή, ελλείψει παρόμοιας προθεσμίας, το αργότερο στο τέλος της τρίτης [εργάσιμης ημέρας για τις τράπεζες / εργάσιμης ημέρας] μετά την ημερομηνία αποδοχής της μεταφοράς πίστωσης [της εντολής πληρωμής]."

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλωσορίζουν τις απόψεις σχετικά με την ανωτέρω προσέγγιση και τις συνέπειές της για την προστασία των καταναλωτών και την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς πληρωμών.

Παράρτημα 16: ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΧΡΕΩΣΗ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Το σύστημα απευθείας χρέωσης χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο δικαιούχος είναι αυτός ο οποίος, αφού λάβει την απαιτούμενη έγκριση, ενεργοποιεί τη μεταφορά των κεφαλαίων από το λογαριασμό του πελάτη στο δικό του λογαριασμό. Το σύστημα αυτό χρησιμοποιείται κυρίως για την περιοδική πληρωμή ορισμένων υπηρεσιών κοινής ωφελείας (ηλεκτρικό, τηλέφωνο, κλπ.), την πληρωμή ασφάλιστρων ή την εξόφληση δανείων. Γενικά, αυτή η μέθοδος πληρωμής διέπεται από μια σύμβαση και ο εντολέας δίνει εντολή στην τράπεζά του ή στο δικαιούχο να χρεώσει το λογαριασμό του.

Χρησιμοποιείται ευρέως σε πολλές χώρες, αλλά σχεδόν καθόλου σε διασυνοριακή βάση. Αυτό εξηγείται από τις νομικές διαφορές μεταξύ των εθνικών συστημάτων και την ανεπαρκή τεχνική διαλειτουργικότητά τους.

Δεδομένου ότι η τεχνική της απευθείας χρέωσης χρησιμοποιείται ολοένα περισσότερο σε εθνικό επίπεδο για λόγους ευκολίας και αποτελεσματικότητας, θα ήταν επιθυμητό να επεκταθεί στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς. Ωστόσο, η επέκταση αυτή θα στεφθεί με επιτυχία και θα γίνει δεκτή από τους φορείς της αγοράς μόνο εάν, εκτός από τις τεχνικές εξελίξεις, ληφθούν επαρκώς υπόψη τα δικαιώματα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών. Πρέπει ιδίως να αντιμετωπιστεί η κατάσταση στην οποία ενδέχεται να βρεθούν οι κάτοχοι λογαριασμών που χρεώνονται με αδικαιολόγητο ή μη εγκεκριμένο τρόπο. Οι οφειλέτες δεν θα χρησιμοποιούν τη μέθοδο της απευθείας χρέωσης εάν δεν έχουν τη δυνατότητα να αρνηθούν τη χρέωση του λογαριασμού τους ή εάν δεν μπορούν να το πράξουν εντός εύλογης προθεσμίας.

Επί του παρόντος, τα εθνικά συστήματα παρουσιάζουν αρκετά σημαντικές διαφορές. Οι διαφορές αυτές μπορούν να αφορούν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει ο οφειλέτης για να παράσχει την έγκριση στο δικαιούχο να ενεργοποιήσει τις πληρωμές, τις υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να εξασφαλίσει ότι η απευθείας χρέωση βασίζεται σε υφιστάμενη και έγκυρη εντολή, ή τις υποχρεώσεις του κατόχου του λογαριασμού που χρεώνεται να αντιταχθεί σε μια απευθείας χρέωση.

Κατά την ανάπτυξη ενός ενδεχόμενου ευρωπαϊκού συστήματος απευθείας χρέωσης θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι δεν υπάρχουν σημαντικά εμπόδια από πλευράς διαλειτουργικότητας. Το σύστημα αυτό θα πρέπει επίσης να βασίζεται σε ένα σύνολο κανόνων ικανών να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των χρηστών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και να είναι επαρκώς αποτελεσματικό ώστε να αίρει τις ανησυχίες που εμποδίζουν την επέκταση της απευθείας χρέωσης στις διασυνοριακές πληρωμές λόγω διαφορών στις εθνικές πρακτικές.

* Δυνατές λύσεις

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληρωμών συνεργάζονται στενά για την επίτευξη προόδου στο θέμα αυτό προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η εκτέλεση πληρωμών με απευθείας χρέωση θα είναι δυνατή στο προσεχές μέλλον σε μια αποτελεσματική ευρωπαϊκή υποδομή πληρωμών. Οι εργασίες στον τομέα αυτό συνεχίζονται. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληρωμών επεξεργάζεται σήμερα ένα υπόδειγμα πανευρωπαϊκού συστήματος το οποίο θα επιτρέπει την πραγματοποίηση στην εσωτερική αγορά πληρωμών σε ευρώ με απευθείας χρέωση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε να εκπονήσει παράλληλα μια μελέτη για τα υφιστάμενα εθνικά συστήματα προκειμένου να προσδιορίσει τα θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να αρθούν τα νομικά εμπόδια και να οικοδομηθεί η εμπιστοσύνη στο μελλοντικό σύστημα. Τα αποτελέσματα της μελέτης και τα αποτελέσματα των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Πληρωμών θα αποτελέσουν μια βάση για την ανάπτυξη του νέου νομοθετικού πλαισίου.

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο θα καταργήσει τα κυριότερα νομικά εμπόδια στην αποτελεσματική εκτέλεση πληρωμών με απευθείας χρέωση. Θα ανταποκριθεί ιδίως στην επιθυμία των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών να έχουν επαρκή προστασία, όπως το δικαίωμα να αντιτάσσονται σε μια χρέωση.

Οι νέες διατάξεις θα εναρμονίσουν τις σημερινές διαφορές που εμποδίζουν την πραγματοποίηση διασυνοριακών πληρωμών με απευθείας χρέωση, κατά τρόπο ώστε να υπάρχει εμπιστοσύνη και ασφάλεια δικαίου για τους φορείς της αγοράς. Από την άποψη αυτή, το σημαντικότερο στοιχείο είναι η αρχική έγκριση που δίνει ο οφειλέτης στον πιστωτή του για την ενεργοποίηση των χρεώσεων.

Ωστόσο, όποια και εάν είναι η νομοθετική πρόταση, δεν θα πρέπει να θίγει τα υφιστάμενα εθνικά συστήματα, τα οποία λειτουργούν αποτελεσματικά. Ωστόσο, ένας από τους στόχους του νέου νομοθετικού πλαισίου είναι να εισάγει κανόνες που εφαρμόζονται (εφόσον είναι δυνατό και χρήσιμο) σε όλες τις υπηρεσίες πληρωμών, είτε είναι καθαρά εθνικές είτε πανευρωπαϊκές.

Οι παρατηρήσεις σχετικά με τις νομικές απαιτήσεις που πρέπει να ικανοποιούν τα συστήματα απευθείας χρέωσης θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για τις μελλοντικές αποφάσεις.

Παράρτημα 17: ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΗΝ παροχη υπηρεσιων χρηματαποστολησ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Παρόλο που όλες οι χώρες της ζώνης του ευρώ έχουν το ίδιο νόμισμα, η παροχή υπηρεσιών διασυνοριακής μεταφοράς χρημάτων προσκρούει ακόμα σε δυσχέρειες.

Ένα σημαντικό εμπόδιο στη διασυνοριακή μεταφορά χρημάτων είναι οι κανόνες που εφαρμόζονται στη δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών χρηματαποστολής. Οι κανόνες αυτοί, οι οποίοι ποικίλλουν στις διάφορες χώρες της ζώνης του ευρώ, δεν έχουν ακόμα εναρμονιστεί, γεγονός που καθιστά πρακτικά αδύνατη την άσκηση της δραστηριότητας σε διασυνοριακή βάση. Μια τράπεζα που είναι εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εφοδιάσει με χρήματα εμπόρους που βρίσκονται στην άλλη πλευρά των συνόρων, δηλαδή σε άλλο κράτος μέλος, ούτε να παραλάβει τις εισπράξεις τους.

* Δυνατές λύσεις

Η Επιτροπή δημιούργησε από κοινού με τους επαγγελματίες του κλάδου μια ομάδα εργασίας προκειμένου να εξετάσει τις δυνατές λύσεις για τη διευκόλυνση της δραστηριότητας αυτής. Η στρατηγική που θα υιοθετηθεί πρέπει να επικεντρώνεται στην εσωτερική αγορά, προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της δραστηριότητας αυτής και να μειωθεί το κόστος της.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλούν τους φορείς της αγοράς να αναφέρουν κάθε άλλο πρόβλημα που ενδεχομένως ανακύπτει στο πλαίσιο αυτό και να προτείνουν δυνατές λύσεις για την αγορά υπηρεσιών χρηματαποστολής σε χονδρική βάση.

Παράρτημα 18: ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ενδιαφερομένων μερών αποτελεί ουσιώδες στοιχείο κάθε αποτελεσματικής στρατηγικής πρόληψης της απάτης. Η διερεύνηση και δίωξη της απάτης που σχετίζεται με πληρωμές προϋποθέτει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και διωκτικών αρχών τόσο στο εσωτερικά κάθε κράτους μέλους όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο. Στον ιδιωτικό επίσης τομέα, υπάρχουν σε όλα τα κράτη μέλη αποτελεσματικά συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών, ιδίως στον τομέα των πληρωμών, για προληπτικούς λόγους [62].

[62] Η χρησιμοποίηση συστημάτων "σήμανσης on-line" επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σχετικά με περιπτώσεις και απόπειρες απάτης και συνέβαλε στη μείωση της απάτης. Ο τομέας των πληρωμών έχει αναπτύξει διάφορες βάσεις δεδομένων για την υποβοήθηση της διερεύνησης των απατών και των κινδύνων που σχετίζονται με αυτές. Παρόμοιες πρωτοβουλίες αναλήφθηκαν επίσης στο λιανικό εμπόριο με τη δημιουργία βάσεων δεδομένων για την καταγραφή των περιπτώσεων απάτης.

Οι κανόνες επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων στην ΕΕ καθορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ για την προστασία των δεδομένων [63]. Η οδηγία προβλέπει ότι οι προσωπικές πληροφορίες πρέπει να συλλέγονται με θεμιτό και σύννομο τρόπο, για ειδικούς σκοπούς και με επαρκή ενημέρωση του ενδιαφερόμενου προσώπου. Τα δεδομένα πρέπει να είναι ακριβή, να χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους συλλέγονται και να μην διαφυλάσσονται για περίοδο μεγαλύτερη της απαιτούμενης για τους σκοπούς που έχουν ανακοινωθεί. Η οδηγία παρέχει ιδίως στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα και διόρθωσής τους, καθώς και το δικαίωμα να αντιταχθεί στη συλλογή τους.

[63] Οδηγία 95/46/ΕΚ της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, ΕΕ L 281 της 23.11.1995.

Οι ανωτέρω προϋποθέσεις για τη συλλογή και την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων εφαρμόζονται επίσης στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ φορέων που δραστηριοποιούνται στην αγορά υπηρεσιών πληρωμών και μεταξύ των φορέων αυτών και των αρμόδιων αρχών. Το άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από τις απαιτήσεις αυτές εάν αυτό είναι αναγκαίο για την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη παραβάσεων του ποινικού νόμου. Ωστόσο τα κράτη μέλη δεν έκαναν όλα χρήση της παρέκκλισης αυτής και σε εκείνα που το έπραξαν το πεδίο εφαρμογής της δεν είναι το ίδιο. Αυτό εξηγεί το γεγονός ότι η συλλογή και επεξεργασία ορισμένων προσωπικών πληροφοριών για την αποφυγή των απατών που σχετίζονται με πληρωμές επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος ενώ απαγορεύεται σε άλλο.

Η μη εναρμονισμένη εφαρμογή της οδηγίας στα κράτη μέλη μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα για τα συστήματα που εξαρτώνται από δεδομένα που συλλέγονται σε άλλα κράτη μέλη ή λαμβάνονται με ανταλλαγή πληροφοριών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η περαιτέρω προσέγγιση των κανόνων για την ανταλλαγή πληροφοριών σε κάθε κράτος μέλος και μεταξύ κρατών μελών είναι αναγκαία για την πρόληψη της απάτης.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής συναντήθηκαν με τους εκπροσώπους του ιδιωτικού τομέα προκειμένου να εντοπίσουν καλύτερα τα προβλήματα που υπάρχουν. Φαίνεται ότι το κυριότερο θέμα είναι ότι, για την πρόληψη των απατών, οι εταιρείες καρτών πληρωμών δημιούργησαν κεντρικές ή τοπικές βάσεις δεδομένων οι οποίες περιέχουν πληροφορίες για εμπόρους "υψηλού κινδύνου" και για όσους έχουν διαπράξει απάτη. Αυτές οι βάσεις δεδομένων τροφοδοτούνται με δεδομένα που λαμβάνονται από τις τράπεζες που έχουν συμβατικές σχέσεις με εμπόρους (δηλαδή είναι "αποδέκτες" των πληρωμών). Ο σκοπός των δεδομένων που συλλέγονται με τον τρόπο αυτό είναι να επιτρέψουν στους αποδέκτες των πληρωμών να λαμβάνουν ενημερωμένες αποφάσεις όταν συνάπτουν συμφωνίες με εμπόρους των οποίων οι συμβάσεις έχουν τερματιστεί λόγω παράβασης, συνέργιας ή απάτης. Μετά τη μεταφορά της οδηγίας στις εθνικές νομοθεσίες, οι αποδέκτες πληρωμών σε ορισμένα κράτη μέλη διστάζουν να διαβιβάσουν στις βάσεις τα δεδομένα για τους εμπόρους που διαπράττουν απάτες, διότι ανησυχούν ότι αυτό θα αντέβαινε προς τις διατάξεις της εθνικής τους νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων. Οι εκπρόσωποι του κλάδου εκτιμούν ότι αυτές οι βάσεις δεδομένων είναι πλέον παρωχημένες ή ελλιπείς, ότι είναι αναξιόπιστες και ότι αυτό επηρεάζει αρνητικά το κόστος των μέσων πληρωμών και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

Στο πρόσφατο Φόρουμ της ΕΕ για την απάτη που σχετίζεται με κάρτες, το οποίο διοργάνωσε η Επιτροπή το Μάρτιο του 2003, οι εκπρόσωποι των διωκτικών και των εισαγγελικών αρχών ζήτησαν διευκρινίσεις σχετικά με την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων, προκειμένου να διευκολύνουν τη διασυνοριακή ανταλλαγή πληροφοριών.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των φορέων του τραπεζικού τομέα ενόψει της προετοιμασίας της παρούσας ανακοίνωσης, ο υπερβολικός κατακερματισμός του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για την προστασία των δεδομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί αναμφίβολα εμπόδιο στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ο τραπεζικός τομέας της ΕΕ ζήτησε από τον κοινοτικό νομοθέτη να προσαρμόσει, όπου είναι αναγκαίο, τη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων προκειμένου να επιτρέψει την ανταλλαγή μεταξύ φορέων της αγοράς πληροφοριών σχετικά με τις απάτες.

* Δυνατές λύσεις

Το πρόγραμμα δράσης της ΕΕ για την πρόληψη της απάτης [64] αποσκοπεί στη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών με τρόπο που σέβεται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών. Καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το βαθμό στον οποίο η άνιση εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ επηρεάζει αρνητικά τις προσπάθειες για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας και να παράσχει, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές προστασίας των δεδομένων, κατευθυντήριες γραμμές για τους όρους ανταλλαγής των πληροφοριών για την πρόληψη της απάτης.

[64] Ανακοίνωση της Επιτροπής για την "Πρόληψη της απάτης και της πλαστογραφίας όσον αφορά τα μέσα πληρωμών πλην των μετρητών", COM (2001)11 τελικό της 9ης Φεβρουαρίου 2001, διαθέσιμο στη διεύθυνση http://europa.eu.int/comm/internal_market/payments/. Το πρόγραμμα δράσης αποσκοπεί στην προώθηση συνολικής και συνεπούς προσέγγισης στο θέμα της πρόληψης της απάτης και βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων μερών.

Μια πρώτη λύση για την εισαγωγή σαφών και κοινών κανόνων θα ήταν συνεπώς η κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών που θα σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές θα διευκόλυναν την εναρμονισμένη ερμηνεία και εφαρμογή σε όλη την ΕΕ της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων, από την άποψη των δραστηριοτήτων πρόληψης της απάτης. Η ομάδα για την προστασία των δεδομένων (ομάδα του άρθρου 29) [65] έχει ήδη αναθέσει την επεξεργασία αυτών των κατευθυντήριων αρχών σε μια μικτή άτυπη ομάδα εργασίας (αποτελούμενη από εκπροσώπους του τομέα των πληρωμών και των αρμόδιων αρχών προστασίας των δεδομένων). Οι εθνικές αρχές προστασίας των δεδομένων επιβεβαίωσαν τη βούλησή τους να θεσπίσουν παρόμοιες κατευθυντήριες γραμμές, αλλά χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες από τον ιδιωτικό τομέα προτού αρχίσουν λεπτομερείς συζητήσεις για τα σχετικά νομικά θέματα. Ωστόσο, παρόλο που είναι επιθυμητή και χρήσιμη, η λύση αυτή έχει ορισμένα όρια και ενδέχεται να αποδειχθεί ανεπαρκής για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Ακόμα και εάν συμφωνήσουν σχετικά με μια κοινή ερμηνεία, οι εθνικές αρχές προστασίας των δεδομένων υποχρεούνται να σεβαστούν τις διατάξεις της εθνικής τους νομοθεσίας, από τις οποίες δεν μπορούν να παρεκκλίνουν επικαλούμενες διαφορετική ερμηνεία. Η πρώτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων (εφεξής "η έκθεση") επιβεβαιώνει ότι οι συζητήσεις στο πλαίσιο της ομάδας εργασίας του άρθρου 29 θα επιτρέψουν ενδεχομένως τη διευθέτηση σε πολυμερή βάση ορισμένων θεμάτων που αφορούν περισσότερα κράτη μέλη, αλλά δεν μπορούν να οδηγήσουν στην τροποποίηση της οδηγίας.

[65] Η ομάδα αυτή αποτελείται από τους υπεύθυνες για την προστασία των δεδομένων αρχές των κρατών μελών ή από τους εκπροσώπους τους. Συνέρχεται σε τακτά διαστήματα στις Βρυξέλλες και η γραμματεία της εξασφαλίζεται από την Επιτροπή. Στα καθήκοντα της ομάδας εργασίας περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων η εξέταση θεμάτων σχετικών με τα εθνικά μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει της οδηγίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή τους, καθώς και η παροχή συμβουλών στην Επιτροπή σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας. Η ομάδα εργασίας διατυπώνει γνώμες και συστάσεις.

Μια δεύτερη λύση θα ήταν να ζητηθεί από τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν τους εθνικούς τους κανόνες προκειμένου να δημιουργηθεί ένα συνεπές νομοθετικό πλαίσιο σε όλη την ΕΕ το οποίο θα επιτρέπει μια ευρύτερη ανταλλαγή πληροφοριών για τους σκοπούς της πρόληψης της απάτης. Η έκθεση αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης της εφαρμογής της οδηγίας και επιβεβαιώνει ότι τα κράτη μέλη θα συνεχίσουν να επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους σε τομείς στους οποίους οι αποκλίνουσες ερμηνείες και/ή πρακτικές προκαλούν δυσχέρειες στην εσωτερική αγορά. Το πρόγραμμα εργασίας για την καλύτερη εφαρμογή της οδηγίας περιλαμβάνει συζητήσεις με τα κράτη μέλη το 2003 και το 2004. Παρόλο που προβλέπεται ότι οι συζητήσεις θα αφορούν κυρίως περιπτώσεις μη ορθής μεταφοράς, η Επιτροπή, με τη στήριξη των εθνικών αρχών προστασίας των δεδομένων, μπορεί να καλέσει τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν τη νομοθεσία τους προκειμένου να εναρμονίσουν τους κανόνες στον τομέα αυτό. Το ερώτημα είναι πώς μπορεί να επιτευχθεί στην πράξη το αποτέλεσμα αυτό.

Μια τρίτη λύση θα ήταν η αναθεώρηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ. Η δυνατότητα αυτή φαίνεται προς το παρόν αρκετά απομακρυσμένη, στο βαθμό ιδίως που τα αποτελέσματα της οδηγίας δεν έχουν γίνει αισθητά λόγω της καθυστερημένης εφαρμογής της σε ορισμένα κράτη μέλη. Μετά από συζητήσεις με τα κράτη μέλη, η Επιτροπή έκρινε, στην έκθεσή της, ότι μια τροποποίηση δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε επιθυμητή στο παρόν στάδιο. Φαίνεται ότι την άποψη αυτή συμμερίζεται μια μεγάλη πλειοψηφία κρατών μελών και εθνικών εποπτικών αρχών. Ωστόσο, η Επιτροπή θα παρακολουθήσει στενά τα αποτελέσματα του προγράμματος εργασίας για την καλύτερη εφαρμογή της οδηγίας και το 2005 θα υποβάλει προτάσεις για τα επόμενα βήματα. Ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στην πλήρη εναρμόνιση των προαιρετικών εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της σημερινής οδηγίας για την προστασία των δεδομένων (παρέκκλιση από τις απαιτήσεις της οδηγίας προκειμένου να προληφθούν, διερευνηθούν, διαπιστωθούν και διωχθούν οι παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας), ώστε οι εξαιρέσεις αυτές να καταστούν υποχρεωτικές.

Μια τέταρτη λύση θα ήταν να συμπεριληφθεί στο νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές στην εσωτερική αγορά μια διάταξη αντίστοιχη με το άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της ισχύουσα οδηγίας για την προστασία των δεδομένων. Η διάταξη αυτή θα μπορούσε να εναρμονίσει τις αναγκαίες παρεκκλίσεις από τις αρχές της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, αντισταθμίζοντας έτσι την ελλιπή μεταφορά της ευχέρειας αυτής από ορισμένα κράτη μέλη. Στην έκθεσή της, η Επιτροπή εκφράζει την προσδοκία ότι τα κράτη και οι εποπτικές αρχές θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι υπεύθυνοι για την επεξεργασία των δεδομένων - και κυρίως όσοι λειτουργούν σε πανευρωπαϊκό ή/και διεθνές επίπεδο - να μπορούν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους απλούστερα και με μικρότερο διοικητικό φόρτο και να αποφευχθεί η επιβολή απαιτήσεων οι οποίες μπορούν να παραληφθούν χωρίς να θίγεται το υψηλό επίπεδο προστασίας που εξασφαλίζει η οδηγία.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλούν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να περιγράψουν λεπτομερώς τα συγκεκριμένα προβλήματα που ανακύπτουν στον τομέα αυτό και ιδίως εκείνα που σχετίζονται με την ύπαρξη ή μη σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας.

Παράρτημα 19: ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Τα ψηφιακά πιστοποιητικά χρησιμοποιούνται για την ταυτοποίηση των μερών (για παράδειγμα στο Ίντερνετ) και την ασφαλή και εμπιστευτική επικοινωνία μεταξύ τους. Η ταυτοποίηση και αναγνώριση των μερών και η ακεραιότητα των μηνυμάτων έχουν καθοριστική σημασία για την ασφάλεια των πληρωμών, ιδίως στις ηλεκτρονικές συναλλαγές.

Παρόλο που πολλά συστήματα ηλεκτρονικής υπογραφής που βασίζονται στην έννοια της υποδομής δημόσιας κλείδας (PKI) αρχίζουν να χρησιμοποιούνται για ειδικούς σκοπούς που απαιτούν υψηλό επίπεδο ασφάλειας (ηλεκτρονική διακυβέρνηση, πιστοποίηση εγγράφων), στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου γενικά και του ηλεκτρονικού εμπορίου μέσω κινητών συσκευών, καμία εφαρμογή βασιζόμενη σε υποδομή δημόσιας κλείδας δεν έχει διεισδύσει σε μεγάλη κλίμακα σε περιβάλλον συναλλαγών επιχείρησης-καταναλωτή. Η έλλειψη επιτυχίας των εφαρμογών αυτών μπορεί να αποδοθεί στο υψηλό κόστος της τεχνολογίας δημόσιας κλείδας και στο γεγονός ότι δεν είναι επαρκώς φιλική προς το χρήστη. Τίθεται ωστόσο το ερώτημα εάν η ισχύουσα νομοθεσία υποστηρίζει επαρκώς την αγορά, ιδίως με τη ρύθμιση όλων των νομικών και τεχνικών προβλημάτων που τίθενται στον τομέα των πληρωμών.

Η οδηγία για τις ηλεκτρονικές υπογραφές [66] θεσπίζει το γενικό νομοθετικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές υπογραφές στην ΕΕ, εξασφαλίζοντας τη νομική τους αναγνώριση και την ελεύθερη κυκλοφορία τους στο εσωτερικό της Εσωτερικής Αγοράς. Η οδηγία καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για την έκδοση αναγνωρισμένων πιστοποιητικών, για τους παρόχους υπηρεσιών πιστοποίησης και για τις ασφαλείς διατάξεις δημιουργίας και επαλήθευσης υπογραφών, αλλά δεν καλύπτει τις εφαρμογές τους σε ειδικούς τομείς. Η οδηγία ρυθμίζει τόσο τις ηλεκτρονικές υπογραφές (έννοια που καλύπτει όλα τα μέσα αναγνώρισης γνησιότητας), όσο και τις "προηγμένες ηλεκτρονικές υπογραφές" (AES), οι οποίες πληρούν ορισμένες απαιτήσεις (ηλεκτρονικές υπογραφές με ασύμμετρη κρυπτογράφηση) και βασίζονται σε αναγνωρισμένο πιστοποιητικό και σε διατάξεις δημιουργίας υπογραφών. Από νομική άποψη, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι σαφές τι συνεπάγεται στην πράξη το ενισχυμένο νομικό καθεστώς AES, εφόσον ορισμένες εθνικές νομοθεσίες έχουν αναγνωρίσει ότι οι AES [67] παράγουν ειδικά νομικά αποτελέσματα. Επιπλέον, ορισμένες εθνικές νομοθετικές διατάξεις επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών υπογραφών μόνον από φυσικά και όχι από νομικά πρόσωπα.

[66] Οδηγία 1999/93/ΕΚ της 13ης Δεκεμβρίου 1999. Η προθεσμία για την εφαρμογή της οδηγίας από τα κράτη μέλη είναι η 19η Ιουλίου 2001.

[67] Για παράδειγμα, η ισπανική νομοθεσία εισάγει ένα τεκμήριο γνησιότητας και ακεραιότητας όταν ένα έγγραφο υπογράφεται με AES. Στον τομέα των πληρωμών, το γεγονός ότι οι βασικές ηλεκτρονικές υπογραφές και οι AES δεν παράγουν το ίδιο νομικό αποτέλεσμα μπορεί να έχει μεγάλη σημασία. Εάν ένας πελάτης αμφισβητεί μια συναλλαγή, μια βασική ηλεκτρονική υπογραφή μπορεί να γίνει δεκτή ως απόδειξη από τα δικαστήρια, αλλά δεν αποδεικνύει αυτόματα τη συμμετοχή του πελάτη. Αντίθετα, μια AES θα αποδείκνυε τη συμμετοχή του πελάτη και θα πιστοποιούσε ότι το έγγραφο δεν αλλοιώθηκε μετά την υπογραφή.

Σε τεχνικό επίπεδο, η οδηγία δεν προβλέπει απαιτήσεις για τις "προηγμένες ηλεκτρονικές υπογραφές" και αφήνει στην Επιτροπή Ηλεκτρονικών Υπογραφών, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών, την ευθύνη του καθορισμού τους. Ωστόσο, η οδηγία επιτρέπει τη δημιουργία ή διατήρηση (δημόσιων ή ιδιωτικών) μηχανισμών πιστοποίησης, των οποίων οι πρακτικές μπορούν να αποκλίνουν [68]. Στον τομέα των πληρωμών θα ήταν επιθυμητός ένας σαφέστερος ορισμός των τεχνικών απαιτήσεων για τις AES. Από την άποψη αυτή, πρέπει να υπογραμμιστεί η σημασία των εργασιών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας για την Τυποποίηση της Ηλεκτρονικής Υπογραφής (EESSI). Οι φορείς του κλάδου ανέλαβαν την πρωτοβουλία αυτή με σκοπό τον de facto καθορισμό σημαντικών προτύπων υψηλής ποιότητας.

[68] Για παράδειγμα, ορισμένες χώρες θεωρούν ότι οι ιδιωτικές κλείδες (οι οποίος είναι ασφαλείς διατάξεις δημιουργίας υπογραφών) δεν μπορούν να αποθηκευθούν παρά μόνο σε υλική βάση όπως η κάρτα με ολοκληρωμένο κύκλωμα.

* Δυνατές λύσεις

Στον τομέα των ψηφιακών υπογραφών, οι νομικές αβεβαιότητες που σχετίζονται με το καθεστώς των AES σε ορισμένα κράτη μέλη και το θέμα των ψηφιακών υπογραφών νομικών προσώπων θα μπορούσε να εξεταστεί κατά την εκτίμηση της ορθής και πλήρους εφαρμογής της οδηγίας. Από την άποψη αυτή, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο μπορεί να θεωρηθεί επαρκές και να μην υπάρχει άμεση ανάγκη για συμπληρωματικές διατάξεις.

Αφετέρου όμως, η περιορισμένη ακόμα εμπειρία στον τομέα αυτό [69] φαίνεται να καταδεικνύει ότι υπάρχουν τεχνικά εμπόδια στην πιστοποίηση μιας ηλεκτρονικής υπογραφής ως απόλυτης απόδειξης της εξουσιοδότησης που έχει ο πελάτης να πραγματοποιήσει την πληρωμή. Επιπλέον, υπάρχουν προβλήματα που σχετίζονται με την έλλειψη αμοιβαίας αναγνώρισης των ηλεκτρονικών πληρωμών, τα οποία εμποδίζουν την ανάπτυξη και την εφαρμογή τους. Πρέπει να εξασφαλιστεί ότι δεν υπάρχουν εμπόδια στην ελεύθερη χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών υπογραφών στην εσωτερική αγορά. Η περαιτέρω εναρμόνιση είναι επιθυμητή στον τομέα αυτό, δεδομένου ότι οι ισχύουσες εθνικές νομοθεσίες διαφέρουν επίσης και όσον αφορά το επίπεδο ασφάλειας που πρέπει να επιτευχθεί από τους παρόχους υπηρεσιών πιστοποίησης και οι διαφορές αυτές μπορούν να δημιουργήσουν καταστάσεις τεχνικής ασυμβατότητας.

[69] Τα κράτη μέλη όφειλαν να είχαν συμμορφωθεί με την οδηγία το αργότερο έως τον Ιούλιο του 2001. Η σημαντική καθυστέρηση με την οποία ορισμένα κράτη μέλη μετέφεραν την οδηγία στο εσωτερικό τους δίκαιο εξηγεί την περιορισμένη εμπειρία από την εφαρμογή της.

Η Επιτροπή θα υποβάλει έως το τέλος του Ιουλίου 2003 έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας. Για το σκοπό αυτό, οριστικοποιείται αυτή τη στιγμή η μελέτη σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας στα κράτη μέλη. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η οδηγία εφαρμόστηκε με καθυστέρηση και ότι η μελέτη θα επιτρέψει μια καλύτερη κατανόηση των θεμάτων που πρέπει να επιλυθούν, θα ήταν πρόωρο να προταθούν νέα μέτρα προτού γίνει γνωστό το περιεχόμενο της έκθεσης.

Ωστόσο, οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλούν όλους τους ενδιαφερομένους να περιγράψουν λεπτομερώς τα συγκεκριμένα προβλήματα που ανακύπτουν σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση με τη θέσπιση νομοθεσίας της ΕΕ.

Παράρτημα 20: ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΤΥΩΝ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Τα τελευταία χρόνια έγιναν πολλές προσπάθειες παραβίασης της ασφάλειας βάσεων δεδομένων εταιρειών ηλεκτρονικού εμπορίου, γραφείων παροχής πληροφοριών πιστοληπτικής ικανότητας σε εμπόρους και βάσεων δεδομένων κυβερνητικών υπηρεσιών, με τις οποίες αποκτήθηκε πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα πελατών ή ιδιωτών (όπως ιδίως οι αριθμοί των πιστωτικών τους καρτών). Οι επιθέσεις αυτές διεύρυναν ακόμα περισσότερο τις τεχνικές δυνατότητες απατών που σχετίζονται με πληρωμές και ανάγκασαν τον τομέα των τραπεζών να ακυρώσει και να επανεκδώσει χιλιάδες καρτών πληρωμών. Μια άλλη συνέπεια είναι η ζημία στη φήμη του εμπόρου και στην αντίληψη που έχει ο καταναλωτής για την ασφάλεια του Ίντερνετ και τη χρήση μέσων πληρωμών στο περιβάλλον αυτό. Τα φαινόμενα αυτά υπονομεύουν σημαντικά την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Το πρόβλημα καθίσταται ακόμα πιο οξύ λόγω του γεγονότος ότι πολλές από αυτές τις επιθέσεις δεν δηλώνονται στην αστυνομία [70].

[70] Σύμφωνα με πρόσφατες στατιστικές, το 80% των ηλεκτρονικών εγκλημάτων στο χρηματοπιστωτικό τομέα δεν δηλώνονται (IDC και Gartner, Νοέμβριος 2002).

Οι πράξεις πειρατείας συνεχίζονται και προκαλούν σημαντικές διαταραχές. Η πρόσφατη τάση των πειρατών είναι η επίθεση σε βάσεις εταιρειών επεξεργασίας δεδομένων πληρωμών, δηλαδή των ενδιάμεσων φορέων στους οποίους οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εμπιστεύονται τα δεδομένα τους.

* Δυνατές λύσεις

Στον τομέα αυτό, οι κυβερνήσεις αντέδρασαν με αποφασιστικότητα, τροποποιώντας την εθνική ποινική νομοθεσία ώστε να καλυφθούν τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο. Σε διεθνές επίπεδο, το Συμβούλιο της Ευρώπης ενέκρινε τη σύμβαση για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο [71]. Στην ΕΕ, η Επιτροπή πρότεινε τον Απρίλιο του 2002 σχέδια κανόνων για τον κοινό ορισμό ορισμένων εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο (περιλαμβανομένης της πειρατείας των βάσεων δεδομένων) στην ΕΕ και επέβαλε κοινές κυρώσεις για τις παραβάσεις αυτές [72]. Στον τομέα των συστημάτων πληρωμών, η νομοθεσία της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας των μέσων πληρωμών πλην των μετρητών εγκρίθηκε το Μάιο του 2001 [73]. Η λήψη προληπτικών μέτρων, όπως οι απαιτήσεις ελάχιστης ασφάλειας για τους εμπόρους που αποδέχονται κάρτες πληρωμών για συναλλαγές on-line, εξετάζονται στο πλαίσιο του προγράμματος πρόληψης της απάτης [74]. Πρόσφατα, η Επιτροπή πρότεινε έναν κανονισμό [75] για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (EUNISA). Η δημιουργία αρμόδιας αρχής για την ασφάλεια των δικτύων και των πληροφοριών στην ΕΕ αποσκοπεί στη στενότερη συνεργασία στην Ευρώπη στα θέματα αυτά. Ο ρόλος και οι αρμοδιότητες του οργανισμού αυτού για τις πληρωμές μέσω ανοικτών συστημάτων δεν έχουν ακόμα οριστεί επακριβώς.

[71] Η Σύμβαση περιέχει κοινούς κανόνες και επιβάλλει κοινές κυρώσεις για την πρόληψη των πράξεων που μπορούν να θίξουν την εμπιστευτικότητα, την ακεραιότητα και τη διαθεσιμότητα των μηχανογραφικών συστημάτων, δικτύων και δεδομένων. Η διαδικασία επικύρωσης άρχισε τον Οκτώβριο 2001 και δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

[72] Πρόταση απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου για τις επιθέσεις κατά των συστημάτων πληροφοριών, COM (2002) 173 τελικό.

[73] Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 2001 για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας που αφορούν τα μέσα πληρωμής πλην των μετρητών (2001/413/JHA, ΕΕ L 149 της 2.6.2001). Μεταξύ άλλων, η απόφαση αυτή ποινικοποιεί σε όλα τα κράτη μέλη την εκ προθέσεως διενέργεια πληρωμής με εισαγωγή, αλλοίωση, διαγραφή ή εξάλειψη χωρίς δικαίωμα δεδομένων υπολογιστή, ιδίως δεδομένων αναγνώρισης ταυτότητας ή με χωρίς δικαίωμα παρέμβαση στη λειτουργία προγράμματος ή συστήματος υπολογιστή. Τα κράτη μέλη έπρεπε να είχαν θέσει σε εφαρμογή την οδηγία αυτή έως τον Ιούνιο του 2003.

[74] Ανακοίνωση της Επιτροπής για την "Πρόληψη της απάτης και της πλαστογραφίας όσον αφορά τα μέσα πληρωμής πλην των μετρητών", COM (2001) 11 τελικό της 9ης Φεβρουαρίου 2001.

[75] Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών COM(2003) 63 τελικό της 11ης Φεβρουαρίου 2003.

Η προσέγγιση που ακολούθησαν μέχρι τώρα οι ρυθμιστικοί φορείς επικεντρώθηκε στην τροποποίηση της ποινικής νομοθεσίας ώστε να συμπεριληφθούν τα νέα είδη εγκληματικής συμπεριφοράς και να επιβληθούν κατάλληλες κυρώσεις. Η εναρμόνιση των ποινικών διατάξεων για την καταπολέμηση του ηλεκτρονικού εγκλήματος, τόσο στην ΕΕ όσο και σε άλλες χώρες, και η συνεργασία με τις αρχές άλλων χωρών, έγιναν δεκτές με ιδιαίτερη ικανοποίηση από τους ενδιαφερόμενους. Είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν απαιτούνται συμπληρωματικές νομοθετικές διατάξεις για την ασφάλεια των υποδομών στον τομέα των πληρωμών και ότι κάθε περαιτέρω πρωτοβουλία πρέπει να αναληφθεί στο πλαίσιο της αυτορρύθμισης.

Ωστόσο, η ασφάλεια των δικτύων επικοινωνιών και των τεχνολογιών των πληροφοριών έχει πλέον καθοριστική σημασία για την ασφάλεια των μέσων και των συστημάτων πληρωμών. Η αυξανόμενη διείσδυση του Ίντερνετ και η ολοένα μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών και τραπεζικών εργασιών μέσω Ίντερνετ απαιτούν υψηλότερα επίπεδα ασφάλειας για την προστασία των συστημάτων, των συναλλαγών και των προσωπικών δεδομένων κατά της μη εγκεκριμένης πρόσβασης. Οι παράγοντες αυτοί, σε συνδυασμό με τη συχνότητα και το ποσοστό επιτυχίας των πράξεων πειρατείας, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη θέσπιση νέων νομοθετικών διατάξεων για να εμποδιστεί η μη εγκεκριμένη πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα.

Η αρχή διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 17 της οδηγίας 95/46/ΕΚ [76], το οποίο προβλέπει ότι το πρόσωπο που επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα (ο υπεύθυνος επεξεργασίας) λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την προστασία, μεταξύ άλλων, των δεδομένων από κάθε απαγορευμένη πρόσβαση. Όταν στην επεξεργασία συμμετέχει και ένας τρίτος (ο εκτελών την επεξεργασία), ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να επιλέξει το πρόσωπο αυτό κατά τρόπο ώστε να παρέχει επαρκείς εγγυήσεις από την άποψη της τεχνικής ασφάλειας και της οργάνωσης της επεξεργασία. Η υποχρέωση προστασίας των προσωπικών δεδομένων πρέπει να επεκταθεί στον υπεργολάβο με σύμβαση ή με νομική πράξη. Λαμβανομένης ωστόσο υπόψη της περιορισμένης εφαρμογής της νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων στον τομέα αυτό, είναι αμφίβολο εάν η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σήμερα με συστηματικό και αυστηρό τρόπο.

[76] Οδηγία 95/46/ΕΚ της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, ΕΕ L 281 της 23.11.1995. Παρόμοια διάταξη περιέχεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ΕΕ L 201 της 31.07.2002.

Θα ήταν επίσης αναγκαίο να δοθεί συγκεκριμένη μορφή στη γενική απαίτηση αποτελέσματος που προβλέπει αυτό το άρθρο της οδηγίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, προκειμένου ιδίως:

* να εξασφαλιστεί ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών και οι έμποροι που αποθηκεύουν και/ή επεξεργάζονται, σε επαγγελματική βάση, προσωπικά δεδομένα σχετιζόμενα με πληρωμές (π.χ. όνομα και διεύθυνση του πελάτη, αριθμοί πιστωτικής κάρτας και τραπεζικού λογαριασμού) λαμβάνουν κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ασφάλεια του δικτύου προκειμένου να αποφύγουν κάθε μη εγκεκριμένη πρόσβαση (π.χ. πειρατεία) στα δεδομένα αυτά.

* να εξασφαλιστεί ότι οι πελάτες ενημερώνονται για τις περιπτώσεις παραβίασης της ασφάλειας οι οποίες επιτρέπουν σε τρίτους να έχουν μη εγκεκριμένη πρόσβαση στα δεδομένα αυτά μέσω δικτύων πληροφοριών

* να εξασφαλιστεί ότι οι ενδεχόμενες οικονομικές συνέπειες από την παραβίαση της ασφαλείας (απάτες σχετιζόμενες με πληρωμές, πλαστογραφία, υπεξαίρεση δεδομένων όπως η κλοπή των στοιχείων ταυτότητας) δεν βαρύνουν τον πελάτη.

* να εξασφαλιστεί ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών και οι έμποροι που εκτελούν με υπεργολαβία όλες ή μέρος των δραστηριοτήτων τους, ελέγχουν τα συστήματα ασφαλείας και τον τρόπο οργάνωσής τους από την άποψη της ασφάλειας δικτύου.

Για να επιτευχθούν τα αποτελέσματα αυτά, μια πρώτη εναλλακτική λύση θα ήταν η εισαγωγή στο νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις πληρωμές πρόσθετων διατάξεων που θα συμπληρώσουν εκείνες της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ (άρθρο 17 της οδηγίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και παρόμοιες διατάξεις της οδηγίας 2002/58/ΕΚ). Η λύση αυτή παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα, αλλά δημιουργεί επίσης και κάποια προβλήματα, όπως η μη ορθή άρθρωση με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Μια δεύτερη λύση θα ήταν να μη θεσπιστεί νέα νομοθεσία και να εξασφαλιστεί ότι μετά την έναρξη λειτουργίας του ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών θα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη συλλογή των δεδομένων και την παροχή εμπειρογνωμοσύνης στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τους εμπόρους σχετικά με περιστατικά που αφορούν πληρωμές που γίνονται σε ανοικτά δίκτυα. Ο ρόλος αυτός θα μπορούσε να επεκταθεί ώστε να καλύπτει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών με φορείς της αγοράς για την ασφάλεια των συστημάτων πληροφοριών τους. οι συμφωνίες αυτές θα μπορούν να προβλέπουν χρηματικές ποινές σε περίπτωση παράβασης.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καλούν τους ενδιαφερομένους να τους παρουσιάσουν τις απόψεις τους για τη σημασία του θέματος αυτού, ιδίως όσον αφορά τα πλεονεκτήματα της θέσπισης νομοθετικών μέτρων.

Παράρτημα 21: ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ ΣΕ ΔΙΚΤΥΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

* Παρουσίαση του θέματος / προβλήματος

Οι τεχνικές βλάβες στα δίκτυα πληρωμών επηρεάζουν τόσο τους παρόχους όσο και τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών. Οι διαταραχές που εμποδίζουν τη λειτουργία της υποδομής των πληρωμών (π.χ. η προσωρινή διακοπή των τηλεπικοινωνιών ή της ικανότητας μηχανογραφικής επεξεργασίας) μπορούν να δημιουργήσουν καταστάσεις κινδύνου στις οποίες μπορεί να τεθεί θέμα ευθύνης. Στον τομέα των συστημάτων πληρωμών, δύο ειδικοί παράγοντες αυξάνουν τους κινδύνους αυτούς:

* Τα συστήματα πληρωμών βασίζονται στην αξιοποίηση εξωτερικών οικονομικών δικτύου. Κατά συνέπεια, τα συμμετέχοντα ιδρύματα, επιπλέον της ασφάλειας των ιδίων των συστημάτων τους, είναι πιο ευάλωτα σε βλάβες των συστημάτων άλλων ιδρυμάτων του δικτύου. Οι περισσότερες εταιρίες που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών έχουν γενικά θεσπίσει μέτρα και διαδικασίες για την ταχεία αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων.

* Ορισμένοι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών αναθέτουν σε τρίτους την επεξεργασία των δεδομένων και τις άλλες δραστηριότητες υψηλής τεχνολογικής έντασης.

Σε περίπτωση βλάβης σε ένα δίκτυο πληρωμών, οι χρήστες δεν έχουν πλέον πρόσβαση στους λογαριασμούς τους, δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν πληρωμές και να ολοκληρώσουν τις συναλλαγές τους. Τίθεται το ερώτημα εάν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών πρέπει στις περιπτώσεις αυτές να θεωρούνται υπεύθυνοι έναντι των χρηστών.

Το ισχύον στην ΕΕ νομοθετικό πλαίσιο δεν ρυθμίζει πλήρως το θέμα αυτό. Εφόσον υπάρχει έγκυρη εντολή πληρωμής, είναι γενικά δεκτό ότι ο πάροχος ευθύνεται έναντι του πελάτη για την καλή εκτέλεση της εντολής (βλέπε παράρτημα 12). Δεν είναι όμως εξίσου εύκολο να προσδιοριστεί εάν ο πάροχος ευθύνεται επίσης:

* έναντι ενός πελάτη που δεν ήταν σε θέση να δώσει έγκυρη εντολή πληρωμής διότι δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει τα μέσα πληρωμών του (π.χ. το δικτυακό τόπο της τράπεζάς του) και υπέστη για το λόγο αυτό οικονομική ζημία (π.χ. πρόστιμο για καθυστερημένη πληρωμή).

* έναντι ενός εμπόρου, για παράδειγμα σε περίπτωση πληρωμής με κάρτα, όταν το δίκτυο της κάρτας δεν είναι προσωρινά διαθέσιμο, και υφίσταται για το λόγο αυτό σημαντικό διαφυγόν κέρδος διότι οι πελάτες του αδυνατούν να πληρώσουν με κάρτα τις αγορές τους.

* Δυνατές λύσεις

Η Επιτροπή δεν έχει στο παρόν στάδιο καταλήξει σε οριστική άποψη για την ενδεχόμενη ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών έναντι ενός πελάτη ή ενός εμπόρου σε περίπτωση βλάβης σε ένα δίκτυο πληρωμών. Στην περίπτωση των εμπόρων, παρόμοια ευθύνη μπορεί να δημιουργήσει στην πράξη δυσχέρειες όσον αφορά το βάρος της απόδειξης και τον προσδιορισμό του ποσού που πρέπει να επιστραφεί στον έμπορο. Έτσι, στο ανωτέρω παράδειγμα (έμπορος που δέχεται κάρτα πληρωμών της οποίας το δίκτυο δεν είναι προσωρινά προσπελάσιμο) ενδέχεται να είναι δύσκολο για τον έμπορο να αποδείξει πόσοι πελάτες ή, πιο απλά, ότι ορισμένοι πελάτες δεν μπόρεσαν να πληρώσουν με κάρτα. και ακόμα πιο δύσκολο να αποδείξει τα ακριβή ποσά πωλήσεων ή κερδών που απώλεσε ως αποτέλεσμα της βλάβης (εφόσον οι πελάτες θα μπορούσαν να είχαν πληρώσει με μετρητά ή με άλλα μέσα πληρωμών).

Όλοι οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να παρουσιάσουν επιχειρήματα υπέρ ή κατά της ευθύνης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών έναντι των πελατών και/ή των εμπόρων σε περίπτωση βλάβης σε ένα δίκτυο πληρωμών, καθώς και κάθε άλλη πρόταση σχετικά με το θέμα αυτό.

Top