This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52001PC0038
Proposal for a Regulation of the European Parliament and of the Council amending Regulation (EC, Euratom) n° 58/97 concerning structural business statistics
Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 58/97 (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων
Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 58/97 (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων
/* COM/2001/0038 τελικό - COD 2001/0023 */
ΕΕ C 154E της 29.5.2001, pp. 129–140
(ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 58/97 (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων /* COM/2001/0038 τελικό - COD 2001/0023 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 154 E της 29/05/2001 σ. 0129 - 0140
Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 58/97 (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Ο κανονισμός αριθ. 58/97 (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων (κανονισμός ΣΔΕ) αποτελεί το βασικό νομοθετικό πλαίσιο για τη συλλογή, κατάρτιση, διαβίβαση και αξιολόγηση στατιστικών σχετικά με τη διάρθρωση, τις δραστηριότητες, την ανταγωνιστικότητα και τις επιδόσεις των επιχειρήσεων. Ο προτεινόμενος κανονισμός αποσκοπεί να συμπληρώσει τον κανονισμό ΣΔΕ με την προσθήκη δύο παραρτημάτων που αφορούν ειδικά τον τομέα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (Παράρτημα 6) και τον τομέα των συνταξιοδοτικών ταμείων (Παράρτημα 7). Επιπλέον, θα διευρύνει την κάλυψη της οριζόντιας ενότητας (Παράρτημα 1) προκειμένου να συμπεριλάβει τις ακόλουθες δραστηριότητες οι οποίες δεν περιλαμβάνονται ακόμη: άλλοι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, συνταξιοδοτικά ταμεία και δραστηριότητες συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Τέλος, εισάγει δύο πρόσθετες μεταβλητές για τον τομέα του περιβάλλοντος στο παράρτημα 2 του κανονισμού ΣΔΕ (βιομηχανία). Οι πρόσθετες στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και τις άλλες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση της ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς, για την υποστήριξη των μακροοικονομικών στατιστικών και για την παρακολούθηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρόγραμμα δράσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που ξεκίνησε η Επιτροπή το Μάιο του 1999 υπογραμμίζει τη θεμελιώδη σημασία μιας αποτελεσματικής ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς. Τα στοιχεία για το περιβαλλοντικό κόστος και τις δαπάνες είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση του κόστους της συμμόρφωσης με τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς. Τα πλήρη, εναρμονισμένα και επίκαιρα στοιχεία για τις περιβαλλοντικές δαπάνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να βελτιώσουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή των περιβαλλοντικών νομοθετικών ρυθμίσεων και να συμβάλουν στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος με χαμηλότερο κόστος. Το άρθρο 2 του κανονισμού ΣΔΕ ορίζει ότι ένας από τους σκοπούς της κατάρτισης στατιστικών για τη διάρθρωση των επιχειρήσεων είναι η ανάλυση των ειδικών χαρακτηριστικών επιχειρήσεων που ασχολούνται με ιδιαίτερες ομάδες δραστηριοτήτων. Το άρθρο 4 προβλέπει την προσάρτηση παραρτημάτων στα οποία οι στατιστικές που καταρτίζονται συγκεντρώνονται σε ενότητες. Οι δραστηριότητες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των συνταξιοδοτικών ταμείων θεωρήθηκαν αρκετά ώριμες πλέον ώστε να συμπεριληφθούν σε ειδικό τομεακό παράρτημα. Τα παραρτήματα 6 και 7 περιέχουν από έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία παρέχουν την καλύτερη δυνατή εποπτεία των δραστηριοτήτων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των συνταξιοδοτικών ταμείων αντιστοίχως. Τα στοιχεία θα επιτρέψουν να εξεταστούν οι διαρθρωτικές αλλαγές, όπως εκείνες που προέκυψαν από την εισαγωγή του ευρώ, η ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων δυνάμεων που διαμορφώνουν τον τομέα, η ανάπτυξη του τομέα των συνταξιοδοτικών ταμείων καθώς και η πολυμορφία των συνταξιοδοτικών ταμείων που λειτουργούν σήμερα στην Ευρωπαϊκή ´Ενωση. Η επιλογή των χαρακτηριστικών βασίζεται σε συλλογές στοιχείων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα συνταξιοδοτικά ταμεία, που ξεκίνησαν σε εθελοντική βάση με έτος αναφοράς το 1997, καθώς και στη δοκιμαστική δράση για τα συνταξιοδοτικά ταμεία. Η συμπερίληψη των δραστηριοτήτων των άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών (που καλύπτονται από την ομάδα 65.2 της NACE αναθ.1), των συνταξιοδοτικών ταμείων (που καλύπτονται από την τάξη 66.02 της NACE αναθ.1) και των δραστηριοτήτων που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών (που καλύπτονται από το τμήμα 67 της NACE αναθ.1) στο παράρτημα 1 του κανονισμού ΣΔΕ σημαίνει ότι ο περιορισμένος αριθμός κύριων διαρθρωτικών στατιστικών θα καταρτίζονται επίσης για τις δραστηριότητες αυτές. Τα στοιχεία αυτά θα συμπληρώνουν τις στατιστικές που είναι ήδη διαθέσιμες για ευρύ φάσμα άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων (από βιομηχανικές δραστηριότητες ως δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών σε επιχειρήσεις). Η απόφαση να συμπεριληφθούν οι δραστηριότητες αυτές στο παράρτημα 1 βασίζεται στα αποτελέσματα δοκιμαστικών δράσεων για τους άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, για τα συνταξιοδοτικά ταμεία και για τις συναφείς δραστηριότητες με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα μελήματα των κρατών μελών, προτείνεται να αποφασιστεί το πρώτο υποχρεωτικό έτος αναφοράς καθώς και η προθεσμία διαβίβασης των στοιχείων για τις εν λόγω μεταβλητές με τη διαδικασία της επιτροπολογίας που περιγράφεται στο άρθρο 13 του κανονισμού ΣΔΕ. Οι πρόσθετες στατιστικές επιχειρήσεων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες των παραρτημάτων 6 και 7 βασίζονται κατά μεγάλο μέρος σε διοικητικές πηγές. Αυτό σημαίνει ότι φυσιολογικά ο επιπλέον φόρτος για τις επιχειρήσεις και τους εθνικούς φορείς παροχής στοιχείων (εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, εθνικές κεντρικές τράπεζες, εθνικές αρχές εποπτείας, ...) που συνεπάγεται η συλλογή των εν λόγω στατιστικών στοιχείων είναι από περιορισμένος έως ανύπαρκτος. Η συλλογή στοιχείων και η κατάρτιση στατιστικών για τις μεταβλητές του παραρτήματος 1 για τους άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και για τις δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετο κόστος. Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού ΣΔΕ, η πρόταση κανονισμού δεν προσδιορίζει ποιες ακριβώς μέθοδοι συλλογής στοιχείων πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Επομένως, κάθε κράτος μέλος συγκεντρώνει τα στοιχεία με τον τρόπο που είναι προσφορότερος για τη δική του κατάσταση. Προτείνεται να συμπεριληφθούν υποχρεωτικά στο παράρτημα 2 του κανονισμού ΣΔΕ (βιομηχανία) δύο μεταβλητές που να περιγράφουν το χρηματικό ποσό που αφιερώνεται στις δαπάνες περιβαλλοντικής προστασίας: «επενδύσεις σε ολοκληρωμένη τεχνολογία» και «συνολικές τρέχουσες δαπάνες για περιβαλλοντική προστασία». Οι δοκιμαστικές μελέτες που διενεργήθηκαν για τις μεταβλητές αυτές απέδειξαν τη σκοπιμότητα συλλογής αυτών των στοιχείων. Αυτές οι κατηγορίες δαπανών για την περιβαλλοντική προστασία είναι πολύ σημαντικές από πλευράς συνολικής δαπάνης, προβλέπεται δε να αυξηθεί η σημασία τους διαχρονικά σε σχέση με τη σημασία των επενδύσεων σε εξοπλισμό στο τέλος της παραγωγικής διαδικασίας, που είναι η μόνη υποχρεωτική μεταβλητή προς το παρόν. Γι'αυτό, έχει ουσιαστική σημασία για τους χρήστες των στοιχείων περιβαλλοντικών δαπανών να έχουν πληροφορίες και για τις τρεις μεταβλητές. Η πρόταση σχετικά με τις στατιστικές διάρθρωσης επιχειρήσεων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες είναι ο καρπός πολυάριθμων διαβουλεύσεων και συναντήσεων με τα κράτη μέλη, τα οποία στη μεγάλη πλειονότητά τους την υποστηρίζουν. Η πρόταση σχετικά με τις περιβαλλοντικές μεταβλητές είναι το αποτέλεσμα εντατικών συνομιλιών με εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη και από διάφορες ομάδες εργασίας. Τα μέλη των προαναφερόμενων επιτροπών και ομάδων εργασίας γενικά υποστηρίζουν την πρόταση κανονισμού. Η πρόταση κανονισμού υποβάλλεται προς εξέταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. 2001/0023 (COD) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 58/97 (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων (κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: Τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 285, την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή [1], [1] ΕΕ τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [2], [2] ΕΕ τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας [3], [3] ΕΕ αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, Εκτιμώντας τα εξής: (1) Ο κανονισμός αριθ. 58/97 [4] (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά από τον κανονισμό 410/98 [5] (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου, θέσπισε ένα κοινό νομοθετικό πλαίσιο για τη συλλογή, κατάρτιση, διαβίβαση και αξιολόγηση κοινοτικών στατιστικών σχετικά με τη διάρθρωση, τις δραστηριότητες, την ανταγωνιστικότητα και τις επιδόσεις των επιχειρήσεων. [4] ΕΕ L 14, 17.1.1997, σ.1. [5] ΕΕ L 52, 21.2.1998, σ.1. (2) Οι εξελίξεις στη νομισματική, οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση της Κοινότητας απαιτούν τη διεύρυνση του προαναφερόμενου πλαισίου προκειμένου να συμπεριλάβει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και δραστηριότητες συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών. (3) Η ανάπτυξη και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς δημιουργεί μεγαλύτερη ανάγκη για πληροφορίες που να μετρούν την αποτελεσματικότητά της, ιδίως στους τομείς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των συνταξιοδοτικών ταμείων, άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και δραστηριοτήτων συναφών με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών. (4) Στο πλαίσιο της διαδικασίας απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών χρειάζονται στατιστικές επιχειρήσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στις εμπορικές διαπραγματεύσεις. (5) Για την κατάρτιση εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 [6] του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1996 περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας απαιτούνται συγκρίσιμες, πλήρεις και αξιόπιστες στατιστικές επιχειρήσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. [6] ΕΕ L 310, 30.11.1996, σ.1. (6) Η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στη διάρθρωση του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και στις διασυνοριακές ροές κεφαλαίων, γεγονός που ενισχύει τη σημασία των πληροφοριών για την ανταγωνιστικότητα και τη διεθνοποίηση. (7) Η ομαλή εφαρμογή της πολιτικής που ακολουθούν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος εντείνουν τη ζήτηση για πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις συναφείς υπηρεσίες. (8) Ο ανερχόμενος τομέας των συνταξιοδοτικών ταμείων μπορεί να δώσει ώθηση στις κεφαλαιαγορές εκμεταλλευόμενος διαρκώς περισσότερο την απελευθέρωση των κανόνων για τις επενδύσεις. (9) Η απόφαση 2179/98/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί αναθεωρήσεως του προγράμματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με την πολιτική και τη δράση για το περιβάλλον και τη βιώσιμη ανάπτυξη «Στόχος η αειφορία» [7] επαναλαμβάνει την ανάγκη για αξιόπιστα και συγκρίσιμα στοιχεία, στατιστικές και δείκτες που αποτελούν βασικά εργαλεία για την εκτίμηση του κόστους συμμόρφωσης με τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς. [7] ΕΕ L 275, 10.10.1998, σ.1. (10) Ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής στατιστικού προγράμματος, που έχει συσταθεί με την απόφαση 89/382/ΕΟΚ, Ευρατόμ [8], της συμβουλευτικής επιτροπής τραπεζικών θεμάτων, που έχει συσταθεί με την οδηγία 77/780/EΟΚ [9], της επιτροπής στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών, που έχει συσταθεί με την απόφαση 91/115/EΟΚ [10], και της επιτροπής ασφαλιστικών θεμάτων, που έχει συσταθεί με την οδηγία 91/675/ΕΟΚ [11]. [8] ΕΕ L 181, 28.6.1989, σ.47. [9] ΕΕ L 322, 17.12.1977, σ.30. [10] ΕΕ L 59, 6.3.1991, σ.19. [11] ΕΕ L 374, 31.12.1991, σ.32. ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 58/97 τροποποιείται ως εξής: 1. Στο άρθρο 5 προστίθενται οι ακόλουθες περιπτώσεις: « ... μια λεπτομερής ενότητα για τις στατιστικές διάρθρωσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ορίζεται στο παράρτημα 6,» « ... μια λεπτομερής ενότητα για τις στατιστικές διάρθρωσης των συνταξιοδοτικών ταμείων που ορίζεται στο παράρτημα 7.» 2. Προστίθενται τα παραρτήματα 6 και 7, όπως εμφαίνονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 2 Το παράρτημα 1 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 58/97 τροποποιείται ως εξής: 1. Στο τμήμα 5 προστίθεται η ακόλουθη πρόταση: «Ωστόσο το πρώτο έτος αναφοράς για το οποίο θα καταρτιστούν στατιστικές για τις τάξεις δραστηριοτήτων που καλύπτονται από την ομάδα 65.2 και από το τμήμα 67 της NACE αναθ. 1 θα αποφασιστεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού.» 2. Το τμήμα 8 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα: «1. Τα αποτελέσματα διαβιβάζονται μέσα σε 18 μήνες από το τέλος του ημερολογιακού έτους της περιόδου αναφοράς, εκτός από τις δραστηριότητες της τάξης 65.11 της NACE αναθ. 1 και από τις δραστηριότητες της NACE αναθ. 1 που καλύπτονται από τα παραρτήματα 5, 6 και 7. Για τις δραστηριότητες της τάξης 65.11 της NACE, η προθεσμία διαβίβασης είναι 10 μήνες. Για τις δραστηριότητες που καλύπτονται από τα παραρτήματα 5, 6 και 7 η προθεσμία διαβίβασης ορίζεται στα εν λόγω παραρτήματα. Ωστόσο η προθεσμία διαβίβασης των αποτελεσμάτων για τις τάξεις δραστηριοτήτων που καλύπτονται από την ομάδα 65.2 και από το τμήμα 67 της NACE αναθ. 1 αποφασίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού. 2. Με εξαίρεση τα τμήματα 65 και 66 της NACE αναθ. 1, τα προκαταρκτικά εθνικά αποτελέσματα ή εκτιμήσεις διαβιβάζονται μέσα σε 10 μήνες από το τέλος του ημερολογιακού έτους της περιόδου αναφοράς για τις στατιστικές επιχειρήσεων που καταρτίζονται για τα εξής χαρακτηριστικά: 12 110 (Κύκλος εργασιών) 16 110 (Αριθμός απασχολούμενων ατόμων) Τα προκαταρκτικά αυτά αποτελέσματα κατανέμονται σε τριψήφιο επίπεδο της NACE αναθ. 1 (ομάδες) εκτός από τους τίτλους Η, Θ και Κ της NACE αναθ. 1 για τους οποίους κατανέμονται σύμφωνα με τις ομάδες που ορίζονται στο τμήμα 9. Για το τμήμα 67 της NACE αναθ. 1, η διαβίβαση των προκαταρκτικών αποτελεσμάτων ή εκτιμήσεων αποφασίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού.» 3. Στο τμήμα 9, ο τίτλος Ι αντικαθίσταται από τα ακόλουθα: «ΤΙΤΛΟΣ Ι Ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί Προκειμένου να μπορούν να καταρτιστούν κοινοτικές στατιστικές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαβιβάζουν τα εθνικά αποτελέσματα κατανεμημένα στις τάξεις της NACE αναθ. 1.» 4. Στο τμήμα 10, παράγραφος 1, η πρώτη πρόταση αντικαθίσταται από τα ακόλουθα: «Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τον ορισμό, τη διάρθρωση και τη διαθεσιμότητα πληροφοριών για τις στατιστικές μονάδες που κατατάσσονται στους τίτλους Μ έως Ξ της NACE αναθ. 1.» Άρθρο 3 Το παράρτημα 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 58/97 τροποποιείται ως εξής: 1. Στο τμήμα 4, παράγραφος 3, εισάγεται το ακόλουθο χαρακτηριστικό μετά τη μεταβλητή 21 11 0 [επενδύσεις σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις που προορίζονται για την καταπολέμηση της ρύπανσης, και ειδικά αντιρρυπαντικά μέσα (κυρίως εξοπλισμός «στο τέλος της παραγωγικής διαδικασίας»)]: «21 12 0 - Επενδύσεις σε καθαρούς εξοπλισμούς και εγκαταστάσεις («ολοκληρωμένη τεχνολογία») (()» 2. Η υποσημείωση στο τμήμα 4, παράγραφος 3, αντικαθίσταται από τα ακόλουθα: «(() Εάν το συνολικό ύψος του κύκλου εργασιών και ο αριθμός των απασχολούμενων ατόμων σε τμήμα των τίτλων Γ έως Ε της NACE αναθ. 1 αντιπροσωπεύουν σε ένα κράτος μέλος λιγότερο από το 1% του συνόλου της Κοινότητας, οι πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την κατάρτιση των στατιστικών για τις μεταβλητές 21 11 0, 21 12 0, 22 11 0 και 22 12 0 μπορούν να μην συλλέγονται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Εφόσον είναι απαραίτητο για λόγους χάραξης κοινοτικής πολιτικής, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού, να ζητήσει ad hoc συλλογή στοιχείων.» 3. Στο τμήμα 4, παράγραφος 4, εισάγεται το ακόλουθο χαρακτηριστικό μετά τη μεταβλητή 20 31 0 [Αγορές ηλεκτρικού ρεύματος (αξία)]: «21 14 0 - Συνολικές τρέχουσες δαπάνες για περιβαλλοντική προστασία (()» 4. Στο τμήμα 4, παράγραφος 4, προστίθεται η ακόλουθη υποσημείωση: «(() Εάν το συνολικό ύψος του κύκλου εργασιών και ο αριθμός των απασχολούμενων ατόμων σε τμήμα των τίτλων Γ έως Ε της NACE αναθ. 1 αντιπροσωπεύουν σε ένα κράτος μέλος λιγότερο από το 1% του συνόλου της Κοινότητας, οι πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την κατάρτιση των στατιστικών για το χαρακτηριστικό 21 14 0 μπορούν να μην συλλέγονται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Εφόσον είναι απαραίτητο για λόγους χάραξης κοινοτικής πολιτικής, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού, να ζητήσει ad hoc συλλογή στοιχείων.» 5. Στο τμήμα 5 προστίθενται οι ακόλουθες δύο παράγραφοι: «3. Το πρώτο έτος αναφοράς για το οποίο θα πρέπει να καταρτιστούν στατιστικές για τα χαρακτηριστικά 21 12 0 και 21 14 0 είναι το ημερολογιακό έτος 2001. 4. Οι στατιστικές για το χαρακτηριστικό 21 12 0 θα καταρτίζονται ετησίως. Οι στατιστικές για το χαρακτηριστικό 21 14 0 θα καταρτίζονται ανά τριετία.» 6. Στο τμήμα 7, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα: «6. Τα αποτελέσματα για τα χαρακτηριστικά 21 11 0, 21 12 0 και 21 14 0 κατανέμονται σύμφωνα με το διψήφιο επίπεδο NACE αναθ. 1 (τμήμα) στους τίτλους Γ, Δ και Ε και σύμφωνα με το τριψήφιο επίπεδο NACE αναθ. 1 (ομάδα) στα τμήματα 21, 23 και 24. " 7. Στο τμήμα 7 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «7. Τα αποτελέσματα για τα χαρακτηριστικά 21 11 0, 21 12 0 και 21 14 0 κατανέμονται σύμφωνα με τους ακόλουθους περιβαλλοντικούς τομείς: Προστασία του αέρα του περιβάλλοντος και του κλίματος, διαχείριση υδατικών αποβλήτων, διαχείριση αποβλήτων και λοιπές δραστηριότητες περιβαλλοντικής προστασίας. Οι λοιπές δραστηριότητες περιβαλλοντικής προστασίας περιλαμβάνουν τους περιβαλλοντικούς τομείς: Προστασία του εδάφους και των υπόγειων υδάτων, μείωση θορύβων και δονήσεων, βιοποικιλότητα και τοπίο, ακτινοβολία, έρευνα και ανάπτυξη, γενική διαχείριση περιβάλλοντος και αδιαίρετες δαπάνες. Τα αποτελέσματα για τους περιβαλλοντικούς τομείς κατανέμονται σύμφωνα με το διψήφιο επίπεδο NACE αναθ. 1 (τμήμα).» 8. Στο τμήμα 9 προστίθενται τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: «21 11 0 - Επενδύσεις σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις που προορίζονται για την καταπολέμηση της ρύπανσης, και ειδικά αντιρρυπαντικά μέσα (κυρίως εξοπλισμός «στο τέλος της παραγωγικής διαδικασίας») Στις μεταβλητές 21 11 0, 21 12 0 και 21 14 0 προστίθεται το ακόλουθο σχόλιο: «Μόνο ειδική κατανομή για τους περιβαλλοντικούς τομείς «βιοποικιλότητα και τοπίο», «προστασία του εδάφους και των υπόγειων υδάτων»». 9. Στο τμήμα 10 προστίθενται τα ακόλουθα: «Για την κατάρτιση των στατιστικών σχετικά με τα χαρακτηριστικά 21 12 0 και 21 14 0, η μεταβατική αυτή περίοδος παρατείνεται κατά τρία επιπλέον έτη, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού.» Άρθρο 4 Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ την 20ή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Η Πρόεδρος Ο πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6 ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ Τμήμα 1 Στόχοι Στόχος του παρόντος παραρτήματος είναι να θεσπίσει ένα κοινό πλαίσιο για τη συλλογή, κατάρτιση, διαβίβαση και αξιολόγηση κοινοτικών στατιστικών σχετικά με τη διάρθρωση, τις δραστηριότητες, τις επιδόσεις και την ανταγωνιστικότητα του τομέα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η παρούσα ενότητα περιλαμβάνει λεπτομερή κατάλογο των χαρακτηριστικών για τα οποία καταρτίζονται στατιστικές με σκοπό τη βελτίωση των γνώσεων της εθνικής, κοινοτικής και διεθνούς ανάπτυξης του τομέα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Τμήμα 2 Πεδίο εφαρμογής Οι στατιστικές που θα καταρτίζονται θα πρέπει να αφορούν τους τομείς που αναφέρονται στα σημεία (i), (ii) και (iii) του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού και ιδίως: 1. τη λεπτομερή ανάλυση της διάρθρωσης, των δραστηριοτήτων, των επιδόσεων και της ανταγωνιστικότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. 2. την ανάπτυξη και την κατανομή της συνολικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και της επιχειρηματικής δραστηριότητας κατά προϊόν, τις διεθνείς δραστηριότητες, την απασχόληση, τα ίδια κεφάλαια και τα λοιπά στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού. Τμήμα 3 Κάλυψη 1. Οι στατιστικές καταρτίζονται για τις δραστηριότητες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που εμπίπτουν στις τάξεις 65.12 και 65.22 της NACE αναθ. 1. 2. Οι στατιστικές καταρτίζονται για τις δραστηριότητες όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημείο (1), στοιχείο (α), και στο άρθρο 2, σημείο (2), της οδηγίας 86/635/EΟΚ [12] του Συμβουλίου (με εξαίρεση τις κεντρικές τράπεζες). [12] ΕΕ L 372, 31.12.1986, σ.1. 3. Τα υποκαταστήματα χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 24 της οδηγίας 2000/12/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2000 [13] των οποίων οι δραστηριότητες εμπίπτουν σε μια από τις τάξεις της NACE αναθ. 1 που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εξομοιώνονται με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ορίζονται στην παράγραφο 2. [13] ΕΕ L 126, 25.5.2000, σ. 1 Τμήμα 4 Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά και οι στατιστικές που πρέπει να καταρτίζονται αναγράφονται στη συνέχεια. Τα χαρακτηριστικά και οι στατιστικές που εμφανίζονται με πλάγια στοιχεία περιλαμβάνονται επίσης στους καταλόγους της κοινής ενότητας του παραρτήματος 1. Όταν τα χαρακτηριστικά προκύπτουν άμεσα από τους ετήσιους λογαριασμούς, οι λογιστικές χρήσεις που λήγουν στη διάρκεια ενός έτους αναφοράς εξομοιώνονται με το εν λόγω έτος αναφοράς. Ο κατάλογος χαρακτηριστικών περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες: (i) χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 86/635/EΟΚ: ενεργητικό του ισολογισμού: στοιχείο 4. παθητικό του ισολογισμού: στοιχεία 2 (α) και 2 (β) ομαδοποιημένα, στοιχεία 7 + 8 + 9 + 10 + 11 + 12 + 13 + 14 ομαδοποιημένα. (ii) χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο άρθρο 27 της οδηγίας 86/635/EΟΚ: στοιχείο 2, στοιχεία 3 (α) + 3 (β) + 3 (γ) ομαδοποιημένα, στοιχείο 3 (α), στοιχείο 4, στοιχείο 5, στοιχείο 6, στοιχείο 7, στοιχεία 8 (α) + 8 (β) ομαδοποιημένα, στοιχείο 8 (β), στοιχείο 10, στοιχεία 11 + 12 ομαδοποιημένα, στοιχεία 9 + 13 + 14 ομαδοποιημένα, στοιχεία 15 + 16 ομαδοποιημένα, στοιχείο 19, στοιχεία 15 + 20 + 22 ομαδοποιημένα, στοιχείο 23. (iii) τα πρόσθετα χαρακτηριστικά που αναγράφονται στη συνέχεια: TTTABLE (iv) χαρακτηριστικά για τα οποία θα πρέπει να καταρτίζονται ετήσιες περιφερειακές στατιστικές: TTTABLE Τμήμα 5 Πρώτο έτος αναφοράς Το πρώτο έτος αναφοράς για το οποίο θα καταρτιστούν ετήσιες στατιστικές για τα χαρακτηριστικά που αναγράφονται στο τμήμα 4 είναι το ημερολογιακό έτος 2001. Τμήμα 6 Παραγωγή αποτελεσμάτων 1. Τα αποτελέσματα κατανέμονται στις ακόλουθες τάξεις της NACE αναθ. 1: 65.12 και 65.22 χωριστά. 2. Τα αποτελέσματα των περιφερειακών στατιστικών κατανέμονται στο τετραψήφιο επίπεδο της NACE αναθ.1 (τάξεις) και στο επίπεδο 2 της ονοματολογίας των εδαφικών μονάδων (NUTS). Τμήμα 7 Διαβίβαση των αποτελεσμάτων Η προθεσμία διαβίβασης των αποτελεσμάτων θα αποφασιστεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού. Δεν θα υπερβαίνει τους 10 μήνες από το τέλος του έτους αναφοράς. Τμήμα 8 Επιτροπή στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών Η Επιτροπή ενημερώνει την επιτροπή στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας ενότητας και σχετικά με όλα τα μέτρα προσαρμογής στις οικονομικές και τεχνικές εξελίξεις όσον αφορά τη συλλογή και στατιστική επεξεργασία των στοιχείων, την επεξεργασία και διαβίβαση των αποτελεσμάτων. Τμήμα 9 Δοκιμαστικές μελέτες Για τις δραστηριότητες που καλύπτονται από το παρόν παράρτημα, η Επιτροπή θεσπίζει τις ακόλουθες δοκιματικές μελέτες, οι οποίες θα πρέπει να ολοκληρωθούν από τα κράτη μέλη: - πληροφορίες για τα παράγωγα και για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία, - πληροφορίες για τα δίκτυα διανομής, - πληροφορίες απαραίτητες για την ανάλυση των συναλλαγών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε τιμές και όγκους. Οι δοκιμαστικές μελέτες θα διενεργηθούν προκειμένου να αξιολογηθεί η καταλληλότητα και η σκοπιμότητα της συλλογής των στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψη τα πλεονεκτήματα από τη διαθεσιμότητα των στοιχείων σε σχέση με το κόστος της συλλογής τους και με την επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Τμήμα 10 Μεταβατική περίοδος Για τους σκοπούς της παρούσας λεπτομερούς ενότητας, η μεταβατική περίοδος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία έτη από την αρχή του πρώτου έτους αναφοράς για την κατάρτιση των στατιστικών που αναφέρονται στο τμήμα 5. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7 ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ Τμήμα 1 Στόχοι Στόχος του παρόντος παραρτήματος είναι να θεσπίσει ένα κοινό πλαίσιο για τη συλλογή, κατάρτιση, διαβίβαση και αξιολόγηση κοινοτικών στατιστικών σχετικά με τη διάρθρωση, τις δραστηριότητες, τις επιδόσεις και την ανταγωνιστικότητα του τομέα των συνταξιοδοτικών ταμείων. Η παρούσα ενότητα περιλαμβάνει λεπτομερή κατάλογο των χαρακτηριστικών για τα οποία καταρτίζονται στατιστικές με σκοπό τη βελτίωση των γνώσεων της εθνικής, κοινοτικής και διεθνούς ανάπτυξης του τομέα των συνταξιοδοτικών ταμείων. Τμήμα 2 Πεδίο εφαρμογής Οι στατιστικές που θα καταρτίζονται θα πρέπει να αφορούν τους τομείς που αναφέρονται στα σημεία (i), (ii) και (iii) του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού και ιδίως: 1. τη λεπτομερή ανάλυση της διάρθρωσης, των δραστηριοτήτων, των επιδόσεων και της ανταγωνιστικότητας των συνταξιοδοτικών ταμείων, 2. την ανάπτυξη και την κατανομή της συνολικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, τα πρότυπα των ασφαλισμένων των συνταξιοδοτικών ταμείων, τις διεθνείς δραστηριότητες, την απασχόληση, τις επενδύσεις και τα στοιχεία παθητικού. Τμήμα 3 Κάλυψη 1. Οι στατιστικές καταρτίζονται για όλες τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στην τάξη 66.02 της NACE αναθ. 1. Η τάξη αυτή καλύπτει τις δραστηριότητες των αυτόνομων συνταξιοδοτικών ταμείων. 2. Ορισμένες στατιστικές θα πρέπει να καταρτιστούν για επιχειρήσεις με δρατηριότητες μη αυτόνομων συνταξιοδοτικών ταμείων, οι οποίες διενεργούνται ως βοηθητικές δραστηριότητες. Τμήμα 4 Χαρακτηριστικά 1. Ο κατάλογος χαρακτηριστικών και στατιστικών που ακολουθεί υποδεικνύει, όπου χρειάζεται, το είδος της στατιστικής μονάδας για την οποία πρέπει να καταρτιστούν στατιστικές. Οι στατιστικές και τα χαρακτηριστικά που εμφανίζονται με πλάγια στοιχεία περιλαμβάνονται επίσης στους καταλόγους της κοινής ενότητας του παραρτήματος 1. Όταν τα χαρακτηριστικά προκύπτουν άμεσα από τους ετήσιους λογαριασμούς, οι λογιστικές χρήσεις που λήγουν στη διάρκεια ενός έτους αναφοράς εξομοιώνονται με το εν λόγω έτος αναφοράς. 2. Δημογραφικά χαρακτηριστικά και χαρακτηριστικά επιχειρήσεων για τα οποία πρέπει να καταρτίζονται ετήσιες στατιστικές (μόνο για τα αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία): TTTABLE TTTABLE 3. Χαρακτηριστικά επιχειρήσεων για τα οποία πρέπει να καταρτίζονται ετήσιες στατιστικές (μόνο για επιχειρήσεις με δραστηριότητες μη αυτόνομων συνταξιοδοτικών ταμείων): TTTABLE Τμήμα 5 Πρώτο έτος αναφοράς Το πρώτο έτος αναφοράς για το οποίο θα καταρτιστούν ετήσιες στατιστικές για τα χαρακτηριστικά που αναγράφονται στο τμήμα 4 είναι το ημερολογιακό έτος 2001. Τμήμα 6 Παραγωγή αποτελεσμάτων 1. Τα αποτελέσματα για τα χαρακτηριστικά που αναγράφονται στο τμήμα 4, παράγραφος 2, κατανέμονται σύμφωνα με το τετραψήφιο επίπεδο NACE αναθ. 1 (τάξη). 2. Τα αποτελέσματα για τα χαρακτηριστικά που αναγράφονται στο τμήμα 4, παράγραφος 3, κατανέμονται σύμφωνα με το επίπεδο τίτλων της NACE αναθ. 1. Τμήμα 7 Διαβίβαση των αποτελεσμάτων Τα αποτελέσματα θα διαβιβάζονται μέσα σε 12 μήνες από το τέλος του έτους αναφοράς. Τμήμα 8 Επιτροπή ασφαλιστικών θεμάτων Η Επιτροπή ενημερώνει την επιτροπή ασφαλιστικών θεμάτων σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας ενότητας και σχετικά με όλα τα μέτρα προσαρμογής στις οικονομικές και τεχνικές εξελίξεις όσον αφορά τη συλλογή και στατιστική επεξεργασία των στοιχείων και την επεξεργασία και διαβίβαση των αποτελεσμάτων. Τμήμα 9 Δοκιμαστικές μελέτες Για τις δραστηριότητες που καλύπτονται από το παρόν παράρτημα, η Επιτροπή θεσπίζει τις ακόλουθες δοκιματικές μελέτες, οι οποίες θα πρέπει να ολοκληρωθούν από τα κράτη μέλη: - τις ακόλουθες διεξοδικότερες πληροφορίες για τις διασυνοριακές δραστηριότητες των συνταξιοδοτικών ταμείων: TTTABLE - τις ακόλουθες συμπληρωματικές πληροφορίες για τα μη αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία: TTTABLE - πληροφορίες για τα παράγωγα και για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία. Οι δοκιμαστικές μελέτες θα διενεργηθούν προκειμένου να αξιολογηθεί η καταλληλότητα και η σκοπιμότητα της συλλογής των στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψη τα πλεονεκτήματα από τη διαθεσιμότητα των στοιχείων σε σχέση με το κόστος της συλλογής τους και με την επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Τμήμα 10 Μεταβατική περίοδος Για τους σκοπούς της παρούσας λεπτομερούς ενότητας, η μεταβατική περίοδος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία έτη από την αρχή του πρώτου έτους αναφοράς για την κατάρτιση των στατιστικών που αναφέρονται στο τμήμα 5. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ 1. Τιτλοσ τησ ενεργειασ Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 58/97 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1996 για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων 2. Σχετικο κονδυλιο του προϋπολογισμου Κεφάλαιο Β5-60 3. Νομικη βαση Άρθρο 285 της Συνθήκης 4. Περιγραφη τησ ενεργειασ 4.1 Γενικός στόχος της ενέργειας Ο παρών κανονισμός του Συμβουλίου έχει ως στόχο να θέσει στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων χρηστών εναρμονισμένες στατιστικές πληροφορίες για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τους άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, τις δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και το περιβάλλον. Οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για το σχεδιασμό, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των κοινοτικών πολιτικών, ιδίως εκείνων που αφορούν την εσωτερική αγορά, καθώς και της οικονομικής και της χρηματοπιστωτικής πολιτικής, των τομεακών πολιτικών, της πολιτική του ανταγωνισμού και της πολιτικής υπέρ των επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι διεθνείς συνθήκες, όπως η συνθήκη για τη θέσπιση της Γενικής Συμφωνίας για το Εμπόριο Υπηρεσιών (GATS), απαιτούν εναρμονισμένες στατιστικές στον τομέα αυτό. 4.2 Χρονική διάρκεια της ενέργειας και προβλεπόμενες ρυθμίσεις για την ανανέωση ή την παράτασή της Ετήσια συλλογή στοιχείων και κατάρτιση στατιστικών από το έτος αναφοράς 2001. 5. Καταταξη των δαπανων/εσοδων 5.1 Μη Υποχρεωτικές Δαπάνες (ΜΥΔ) 5.2 Διαχωριζόμενες Πιστώσεις (ΔΠ) Διαχωριζόμενες πιστώσεις 5.3 Είδος των εσόδων Πώληση στατιστικών προϊόντων (βάσεων δεδομένων, εκδόσεων) και υπηρεσιών, που καλύπτουν εν μέρει το κόστος παραγωγής. 6. Ειδοσ των δαπανων/εσοδων Η χρηματοδότηση από τον κοινοτικό προϋπολογισμό της εργασίας που επιτελούν οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες ή άλλες εθνικές αρχές αρμόδιες για τις κοινοτικές στατιστικές αντιπροσωπεύει μέρος μόνο του συνολικού κόστους της στατιστικής εργασίας που αναλαμβάνουν οι εθνικές αρχές. Κατ'αρχήν η παραγωγή και η διαβίβαση τακτικών στατιστικών, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του στατιστικού προγράμματος, βασίζεται στην αρχή της επικουρικότητας και το λειτουργικό και διοικητικό κόστος το επωμίζονται οι εθνικές αρχές. Υπάρχει η δυνατότητα επιδότησης για συγχρηματοδότηση από κοινού με άλλες πηγές του δημόσιου τομέα για τα κράτη μέλη που υποστηρίζουν την εφαρμογή της δράσης αλλά η δυνατότητα αυτή είναι περιορισμένη, αφού η συλλογή των στοιχείων βασίζεται σε υφιστάμενες διοικητικές πηγές. Η εργασία της Eurostat για την ανάπτυξη και τεκμηρίωση της κοινοτικής μεθοδολογίας και για την επεξεργασία, ανάλυση και διάδοση στοιχείων καλύπτεται εξ ολοκλήρου. Εφόσον είναι απαραίτητο, η εργασία αυτή επιτελείται με ανάθεση συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Το πρόσθετο κόστος αναμένεται να είναι οριακό. Η πώληση στατιστικών σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και δραστηριότητες συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών (υπό μορφήν εκδόσεων, βάσεων δεδομένων κτλ.) θα αποφέρει κάποια έσοδα που εκτιμάται ότι θα ανέρχονται περίπου σε 50.000 ευρώ ετησίως. 7. Δημοσιονομικεσ επιπτωσεισ 7.1 Τρόπος υπολογισμού του συνολικού κόστους της ενέργειας (σχέση μεταξύ του κόστους ανά μονάδα και του συνολικού κόστους) Κόστος της εργασίας των εθνικών αρχών: Αφού η συλλογή στοιχείων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα συνταξιοδοτικά ταμεία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε υφιστάμενες διοικητικές πηγές, το κόστος για την κατάρτιση των εν λόγω στατιστικών αναμένεται να είναι ελάχιστο. Οι δοκιμαστικές μελέτες για τα πρόσθετα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά κατέδειξαν τη σκοπιμότητα της συλλογής στοιχείων γι'αυτά. Στο βαθμό που τα υφιστάμενα συστήματα συλλογής στοιχείων για την κατάρτιση στατιστικών σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και το περιβάλλον θα πρέπει κάπως να επεκταθούν ή να προσαρμοστούν ενδέχεται να προκύψει ένα μικρό πρόσθετο κόστος. Η χρηματοδότηση από τον κοινοτικό προϋπολογισμό υπολογίζεται βάσει της ακόλουθης υπόθεσης: 8-10% του λειτουργικού κόστους για τα πρώτα 4 έτη της ενέργειας για τις στατιστικές χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, συνταξιοδοτικών ταμείων και περιβαλλοντικών δαπανών. Σε ορισμένα κράτη μέλη είναι απαραίτητο να καταβληθούν κάποιες προσπάθειες για την κατάρτιση στατιστικών άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και δραστηριοτήτων συναφών με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Αφού το πρώτο έτος αναφοράς για τη συλλογή στοιχείων σχετικά με τους άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και με τις δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών δεν έχει ακόμη αποφασιστεί με τη διαδικασία της επιτροπολογίας, είναι δύσκολο να καθοριστεί επακριβώς το αναμενόμενο κόστος αυτής της ενέργειας. 7.2 Κατανομή ανά στοιχείο της ενέργειας ΠΑΥ σε εκατ. ευρώ (τρέχουσες τιμές) TTTABLE 7.3 Χρονοδιάγραμμα των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων/πιστώσεων πληρωμών ΠΑΥ σε εκατ. ευρώ TTTABLE 8. Προβλεπομενα μετρα για την καταπολεμηση τησ απατησ Για τις συμβάσεις και τις συμφωνίες που συνάπτει η Επιτροπή, η πληρωμή γίνεται αποκλειστικά και μόνο βάσει των αποτελεσμάτων. Μέτρα πρόληψης της απάτης (απαίτηση παροχής μετρήσιμων παραδοτέων, έλεχγος παραδοτέων) περιλαμβάνονται σε όλες τις συμβάσεις και τις συμφωνίες που συνάπτει η Επιτροπή. 9. Στοιχεια αναλυσησ κοστουσ / αποτελεσματικοτητασ 9.1 Ειδικοί ποσοτικοί στόχοι.πληθυσμός στον οποίο απευθύνεται η ενέργεια (1) να αναλυθούν τα ειδικά χαρακτηριστικά των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των συνταξιοδοτικών ταμείων. Το άρθρο 2 του κανονισμού ΣΔΕ ορίζει ότι ένας από τους σκοπούς της κατάρτισης στατιστικών για τη διάρθρωση των επιχειρήσεων είναι η ανάλυση των ειδικών χαρακτηριστικών επιχειρήσεων που ασχολούνται με ιδιαίτερες ομάδες δραστηριοτήτων. Οι δραστηριότητες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των συνταξιοδοτικών ταμείων θεωρήθηκαν αρκετά ώριμες πλέον ώστε να συμπεριληφθούν σε δύο ειδικά για τους τομείς αυτούς παραρτήματα του κανονισμού ΣΔΕ. (2) να συμπεριληφθούν οι δραστηριότητες των άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και οι δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών στο πεδίο εφαρμογής του παραρτήματος 1 του κανονισμού ΣΔΕ προκειμένου να αναλυθούν η διάρθρωση και η εξέλιξη των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα. Ο προτεινόμενος κανονισμός, πέρα από το γεγονός ότι θα παράσχει στατιστικές επιχειρήσεων για μεγάλο αριθμό χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναμένεται να βελτιώσει τη διαθεσιμότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών ή άλλων συναφών στατιστικών. (3) να θέσει στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων χρηστών εναρμονισμένες στατιστικές πληροφορίες για τις περιβαλλοντικές δαπάνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι δύο πρόσθετες μεταβλητές για το περιβάλλον σε ορισμένες κατανομές είναι απαραίτητες για το σχεδιασμό, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των κοινοτικών πολιτικών. Δικαιούχοι αυτής της ενέργειας είναι όλοι οι χρήστες επίσημων στατιστικών: τα κοινοτικά όργανα, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, οι οικονομικοί και κοινωνικοί φορείς λήψης αποφάσεων, ο χρηματοπιστωτικός τομέας, τα ερευνητικά ιδρύματα, τα πανεπιστήμια και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Οι πληροφορίες για την εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, συνταξιοδοτικών ταμείων, άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και δραστηριοτήτων συναφών με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών είναι απαραίτητες για τη διευκόλυνση της ορθής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς, για τη χάραξη πορείας όσον αφορά την ανάληψη πρόσθετων κοινοτικών δράσεων, όπως δηλώνεται στην ανακοίνωση με τίτλο: Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες: Εφαρμογή του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: πρόγραμμα δράσης. Οι πληροφορίες για άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και για δραστηριότητες συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών είναι χρήσιμες στους υπεύθυνους κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών και των συναφών στατιστικών. Τα στοιχεία του περιβαλλοντικού κόστους και των δαπανών είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση του κόστους της συμμόρφωσης με τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς. Τα πλήρη, εναρμονισμένα και επίκαιρα στοιχεία για το κόστος και τις δαπάνες μείωσης της ρύπανσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να βελτιώσουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας και να συμβάλουν στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος με χαμηλότερο κόστος. Οι αρχές των κρατών μελών (εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, εθνικές κεντρικές τράπεζες, ...) είναι υπεύθυνες για τη συλλογή των στοιχείων και την κατάρτιση των στατιστικών που προβλέπονται στην παρούσα πρόταση. 9.2 Αιτιολόγηση της ενέργειας Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τη συλλογή των στοιχείων που απαιτούνται από τον κανονισμό, το δε λειτουργικό και διοικητικό κόστος καλύπτονται σχεδόν αποκλειστικά από τις εθνικές κυβερνήσεις. Όλα τα κράτη μέλη συλλέγουν ήδη στοιχεία και καταρτίζουν στατιστικές για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα συνταξιοδοτικά ταμεία. Γι'αυτό και σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού ΣΔΕ, η πρόταση κανονισμού δεν προσδιορίζει ποιες ακριβώς μέθοδοι συλλογής στοιχείων πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να συγκεντρώνει τα στοιχεία με τον τρόπο που είναι προσφορότερος για τη δική του κατάσταση. Στα κράτη μέλη στα οποία δεν υπάρχουν σήμερα πληροφορίες για τις υπηρεσίες άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, για τις δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και για τις περιβαλλοντικές δαπάνες οι εθνικοί φορείς παροχής στοιχείων μπορούν να επιλέξουν τον τρόπο με τον οποίο θα συλλέξουν τα στοιχεία και θα καταρτίσουν τις στατιστικές. Ωστόσο, η δαπάνη είναι αναγκαία για την εναρμόνιση του περιεχομένου και του πεδίου εφαρμογής των στατιστικών που παράγουν τα κράτη μέλη. - Οι στατιστικές δραστηριότητες γενικότερα και η συλλογή στοιχείων ειδικότερα διέπονται σε μεγάλο βαθμό από την αρχή της επικουρικότητας. Επομένως, απαιτείται η ανάληψη πρωτοβουλίας σε κοινοτικό επίπεδο για την παραγωγή στοιχείων σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τους άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, τις δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και το περιβάλλον που να είναι συγκρίσιμα μεταξύ των κρατών μελών. - Παρόμοιες προσπάθειες όσον αφορά την κατάρτιση στατιστικών που περιλαμβάνονται σε τομεακά παραρτήματα έχουν καταβληθεί από τα κράτη μέλη στον τομέα των στατιστικών διάρθρωσης της βιομηχανίας, του εμπορίου και των ασφαλιστικών υπηρεσιών (κανονισμός 58/97 + τροποποιητικός κανονισμός 410/98). Για τις μεταβλητές του παραρτήματος 1 του κανονισμού 58/97 υπάρχουν ολοένα περισσότερα διαθέσιμα στοιχεία για ευρύ φάσμα άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων (από βιομηχανικές δραστηριότητες έως εμπορικές υπηρεσίες). Στο πλαίσιο του παραρτήματος 2 του κανονισμού ΣΔΕ έχουν ήδη καταρτιστεί ορισμένες περιβαλλοντικές στατιστικές. - Tα προσδοκώμενα αποτελέσματα δευτερογενούς ή πολλαπλασιαστικού χαρακτήρα (ικανότητα κινητοποίησης άλλων χρηματοδοτικών πηγών) είναι σχετικώς περιορισμένα. Ωστόσο, τα στοιχεία που προβλέπονται από το σχέδιο κανονισμού θα έχουν μεγάλη σημασία για τους χρήστες που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν διεθνείς συγκρίσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και με χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα λείπουν εναρμονισμένες στατιστικές επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με σημαντικές πτυχές του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η κάλυψη του κενού αυτού έχει ουσιαστική σημασία, αφού οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες διαδραματίζουν συχνά πρωταρχικό ρόλο στην οικονομία. Η διαθεσιμότητα αυτού του είδους των στατιστικών αναμένεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερα έσοδα από την πώληση στατιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Οι πλήρεις, εναρμονισμένες και επίκαιρες στατιστικές για τις περιβαλλοντικές δαπάνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να βελτιώσουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή των περιβαλλοντικών νομοθετικών ρυθμίσεων και να συμβάλουν στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος με χαμηλότερο κόστος. Ενδέχεται να εμφανιστούν δυσκολίες αν η Επιτροπή ή/και ορισμένα κράτη μέλη δεν κατορθώσουν να εξασφαλίσουν τους απαραίτητους πόρους για την επιτυχία της ενέργειας. Πράγμα απίθανο, αφού η πρόταση μεγιστοποιεί τη χρήση υφιστάμενων διοικητικών πηγών. Σε ορισμένα κράτη μέλη θα χρειαστεί να καταβληθούν κάποιες προσπάθειες για την κατάρτιση στατιστικών άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και δραστηριοτήτων συναφών με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών. 9.3 Παρακολούθηση και αξιολόγηση της ενέργειας - Δείκτες απόδοσης Οι στατιστικές δράσεις που προβλέπονται από την παρούσα πρόταση κανονισμού θα παρακολουθούνται στο πλαίσιο του κοινοτικού στατιστικού προγράμματος, του οποίου η εφαρμογή παρακολουθείται από την επιτροπή στατιστικού προγράμματος της Κοινότητας, που έχει συγκροτηθεί με την απόφαση 89/382/ΕΟΚ. Σε αυτό το πλαίσιο η Eurostat θα υποβάλλει κάθε χρόνο έκθεση σχετικά με την πρόοδο, στην οποία θα συνοψίζει τους κύριους στόχους που έχουν επιτευχθεί στη διάρκεια του έτους για κάθε πολιτική και θα παρέχει στατιστικές σχετικά με τη χρήση των ανθρώπινων, των χρηματοοικονομικών, των τεχνικών και των διοικητικών πόρων, καθώς και των πόρων επεξεργασίας δεδομένων στη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει η έκθεση. Η ποιότητα των καταρτιζόμενων στατιστικών θα ελέγχεται τακτικά με βάση τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1618/1999 της Επιτροπής σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας των στατιστικών διάρθρωσης επιχειρήσεων. Θα θεσπιστούν πρόσθετοι εσωτερικοί έλεγχοι ποιότητας. - Προβλεπόμενη μέθοδος και περιοδικότητα της αξιολόγησης Το άρθρο 14 του κανονισμού ΣΔΕ ορίζει ότι η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τουλάχιστον μια φορά ανά τριετία σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε από το έργο που επιτελέστηκε σύμφωνα με τον κανονισμό. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει τέσσερα μέρη: (1) Εφαρμογή του κανονισμού ΣΔΕ και προβλεπόμενες εξελίξεις (2) Διάδοση και χρήση των δεδομένων (3) Ποιότητα των δεδομένων (Τα κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας των στατιστικών διάρθρωσης επιχειρήσεων προσδιορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1618/1999 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1999) (4) Κόστος της όλης επιχείρησης 10. Διοικητικεσ δαπανεσ (Μεροσ Α του Τμηματοσ ΙΙΙ του γενικου προϋπολογισμου) Η πραγματική κινητοποίηση των αναγκαίων διοικητικών πόρων προκύπτει από την ετήσια απόφαση της Επιτροπής όσον αφορά τη διάθεση των πόρων, λαμβανομένων υπόψη ιδίως του συμπληρωματικού προσωπικού και των συμπληρωματικών πόρων που έχουν εγκριθεί από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή. 10.1 Επιπτώσεις στον αριθμό θέσεων TTTABLE 10.2 Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις του συμπληρωματικού προσωπικού (ΕΥΡΩ) TTTABLE Οι υφιστάμενοι ανθρώπινοι πόροι θα αναδιατεθούν για τη διαχείριση και τις ανάγκες του προγράμματος και δεν απαιτούνται συμπληρωματικοί πόροι. 10.3 Αύξηση των άλλων δαπανών λειτουργίας τις οποίες συνεπάγεται η ενέργεια (ΕΥΡΩ) TTTABLE Η αύξηση των άλλων διοικητικών δαπανών που προβλέπεται είναι από οριακή έως μηδαμινή. Οι δαπάνες για συμμετοχή σε ομάδες εργασίας και αποστολές κτλ. αναμένεται να παραμείνουν στο ίδιο επίπεδο με εκείνο που απαιτείται για την υποστήριξη του κανονισμού αριθ. 58/97 του Συμβουλίου, που θα τροποποιηθεί από το νέο κανονισμό. ΔΕΛΤΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ, ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (ΜΜΕ) Τιτλοσ τησ προτασησ Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 58/97 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1996 για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων Αριθμός εγγράφου αναφοράς: Η πρόταση Η πρόταση κανονισμού αποσκοπεί να συμπληρώσει και να ενημερώσει με νέα στοιχεία τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 58/97 του Συμβουλίου, για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων, με την προσθήκη λεπτομερών ενοτήτων για τις στατιστικές διάρθρωσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των συνταξιοδοτικών ταμείων. Επεκτείνει το παράρτημα 1 του κανονισμού ΣΔΕ στους άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και στις δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και προσθέτει δύο χαρακτηριστικά σχετικά με τις περιβαλλοντικές δαπάνες στο παράρτημα 2 (βιομηχανία). 1. Γιατί, με βάση την αρχή της επικουρικότητας, κρίνεται απαραίτητη η κοινοτική νομοθεσία στον τομέα αυτό και ποιοι είναι οι κυριότεροι στόχοι της; Η Επιτροπή απαιτεί στατιστικές πληροφορίες για τη διάρθρωση, τις δραστηριότητες, την ανταγωνιστικότητα και τις επιδόσεις της ευρωπαϊκής επιχειρηματικής κοινότητας, ιδίως με σκοπό την αξιολόγηση και την παρακολούθηση της εσωτερικής αγοράς. Ο κανονισμός ΣΔΕ προσέφερε ένα μέσο συντονισμού των πολλών και διάφορων ερευνών επιχειρήσεων που διενεργούνται στα κράτη μέλη της ΕΕ. Παρόλο που ο παρών κανονισμός καλύπτει τόσο τις υπηρεσίες όσο και τη βιομηχανία, δεν περιλαμβάνονται ήδη όλες οι χρηματοπιστωτικές [14] υπηρεσίες, αφού δεν έχει αξιολογηθεί ακόμη η σκοπιμότητα συλλογής στοιχείων γι'αυτές τις δραστηριότητες. [14] Το 1998 ο κανονισμός 410/98 του Συμβουλίου προσέθεσε στον κανονισμό ΣΔΕ ένα ειδικό παράρτημα για τις ασφαλιστικές υπηρεσίες. Μετά την εξέταση των αποτελεσμάτων των δοκιμαστικών μελετών για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα συνταξιοδοτικά ταμεία, οι δραστηριότητές τους θεωρήθηκαν αρκετά ώριμες πλέον ώστε να καταρτιστούν στατιστικές επιχειρήσεων για μια λεπτομερέστερη ανάλυση και επομένως να προστεθεί από ένα τομεακό παράρτημα στον κανονισμό ΣΔΕ για καθεμία από τις δύο αυτές δραστηριότητες. Τα συμπληρωματικά στοιχεία βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε υφιστάμενες διοικητικές πηγές στα κράτη μέλη. Το παράρτημα 1 του κανονισμού ΣΔΕ αποτελεί οριζόντια ενότητα με περιορισμένο αριθμό κύριων μεταβλητών που καλύπτουν ευρύ φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων (από βιομηχανικές δραστηριότητες ως δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών σε επιχειρήσεις). Οι δραστηριότητες άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών (που καλύπτονται από την ομάδα 65.2 της NACE), οι δραστηριότητες των συνταξιοδοτικών ταμείων (που καλύπτονται από την τάξη 66.02 της NACE) και οι δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών (που καλύπτονται από το τμήμα 67 της NACE) δεν περιλαμβάνονται ακόμη σε αυτή την οριζόντια ενότητα. Αφού ο σκοπός του κανονισμού ΣΔΕ είναι να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα στατιστικών επιχειρήσεων που να περιγράφει όλους τους τομείς και τις υπηρεσίες, ένας από τους στόχους της πρότασης κανονισμού είναι να συμπεριλάβει τις δραστηριότητες αυτές στο παράρτημα 1 του κανονισμού ΣΔΕ. Το παράρτημα 2 περιέχει κατάλογο χαρακτηριστικών που περιγράφουν ειδικά τις βιομηχανικές δραστηριότητες. Περιλαμβάνει ήδη ορισμένα χαρακτηριστικά για το περιβάλλον, αλλά έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή για σκοπούς χάραξης κοινοτικής πολιτικής. Έτσι, η νομοθετική πρόταση προτείνει την προσθήκη συμπληρωματικών χαρακτηριστικών για τις περιβαλλοντικές δαπάνες. Σκοπός των προτεινόμενων τροποποιήσεων του κανονισμού ΣΔΕ είναι να παράσχουν συγκρίσιμες και εναρμονισμένες στατιστικές σχετικά με τους προαναφερόμενους τομείς για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Ωστόσο, τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τη συλλογή στοιχείων και για την κατάρτιση στατιστικών. Η πρόταση αποσκοπεί να εναρμονίσει τα αποτελέσματα που θα καταρτίζουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την κάλυψη, τους ορισμούς και τις χρησιμοποιούμενες ταξινομήσεις. Δεν προσπαθεί να εναρμονίσει τα υφιστάμενα συστήματα συλλογής στοιχείων που χρησιμοποιεί κάθε κράτος μέλος. Ο παρών κανονισμός επιβάλλει να καταρτίζει το κάθε κράτος μέλος αποτελέσματα που να είναι συγκρίσιμα μεταξύ των κρατών μελών, σύμφωνα με τις εκάστοτε εθνικές μεθόδους κατάρτισης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού ΣΔΕ, η πρόταση κανονισμού δεν προσδιορίζει ποιες ακριβώς εθνικές μέθοδοι συλλογής στοιχείων πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να συγκεντρώνει τα στοιχεία με τον τρόπο που είναι προσφορότερος για τη δική του κατάσταση. Οι επιπτώσεις επί των επιχειρήσεων 2. Ποιοι επηρεάζονται από την πρόταση; - Ποιοι τομείς επιχειρηματικών δραστηριοτήτων; Η κατάρτιση εναρμονισμένων στατιστικών για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αφορά περίπου 8600 επιχειρήσεις. Οι απαιτήσεις στον τομέα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (NACE αναθ.1 τάξεις 65.12 και 65.22) αντικατοπτρίζουν την κατάσταση ανάπτυξης που παρουσιάζει ο τομέας, στον οποίο υφίστανται κυκλώματα λήψης λεπτομερών στοιχείων ήδη εδώ και πολλά χρόνια για σκοπούς εποπτείας. Επομένως, ο επιπλέον φόρτος που προκύπτει για τις επιχειρήσεις από τη συλλογή των στοιχείων και την κατάρτιση των στατιστικών είναι περιορισμένος ή και μηδαμινός. Όσον αφορά την κατάρτιση εναρμονισμένων στατιστικών για τα συνταξιοδοτικά ταμεία (NACE αναθ.1, τάξη 66.02), η επιλογή των χαρακτηριστικών βασίζεται στα αποτελέσματα μιας δοκιμαστικής μελέτης και στηρίζεται κυρίως σε υφιστάμενες διοικητικές πηγές. Επομένως, ο επιπλέον φόρτος για τα συνταξιοδοτικά ταμεία θα πρέπει να είναι περιορισμένος. Όσον αφορά τους άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (NACE αναθ.1, ομάδα 65.2) και τις δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες των άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών (NACE αναθ.1 τμήμα 67), καταρτίζονται στατιστικές για περιορισμένο μόνο αριθμό κύριων μεταβλητών. Η πείρα έχει δείξει ότι υπάρχουν ολοένα περισσότερα διαθέσιμα αποτελέσματα για τις ίδιες μεταβλητές για ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων (από βιομηχανικές δραστηριότητες ως δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών σε επιχειρήσεις). Δεν υπάρχει εποπτεία για όλες τις δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που καλύπτονται για πρώτη φορά, αλλά οι δοκιμαστικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι στα περισσότερα κράτη μέλη οι διοικητικές πηγές είναι επαρκείς για τη συλλογή στοιχείων και, γι'αυτό, ο επιπλέον φόρτος για τις επιχειρήσεις θα είναι κατά κανόνα περιορισμένος. Σε μικρό αριθμό κρατών μελών, στα οποία δεν εποπτεύονται ορισμένες δραστηριότητες άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών ούτε και δραστηριότητες συναφείς με τις δραστηριότητες άλλων ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, η συλλογή πρόσθετων στοιχείων θα μπορούσε να δημιουργήσει επιπλέον φόρτο για ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Τέλος, για τις δύο προτεινόμενες μεταβλητές στον τομέα του περιβάλλοντος καταρτίζονται στατιστικές μόνο για επιχειρήσεις με βιομηχανικές δραστηριότητες (NACE αναθ.1 τίτλοι Γ, Δ και E). Οι δοκιμαστικές μελέτες σε αυτό τον τομέα κατέδειξαν ότι η συλλογή στοιχείων για τις μεταβλητές αυτές είναι σκόπιμη. - Τι μεγέθη επιχειρήσεων (ποια είναι η συγκέντρωση μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων); Ο κανονισμός ορίζει ότι τα αποτελέσματα που διαβιβάζονται στην Επιτροπή (Eurostat) θα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικά των επιχειρήσεων όλων των τάξεων μεγέθους. Δεν διευκρινίζει πώς θα πρέπει να συλλέγονται τα στοιχεία αυτά, αλλά αφήνει την ευθύνη στο εθνικό σύστημα συλλογής στοιχείων σε κάθε κράτος μέλος. Στην πραγματικότητα, για τα πολύ περιορισμένα στοιχεία που δεν αποτελούν ακόμη μέρος των υφιστάμενων κυκλωμάτων, το άρθρο 6 του κανονισμού ΣΔΕ επιτρέπει την εφαρμογή διαδικασιών εκτίμησης αντί των διαδικασιών πλήρους συλλογής στοιχείων. Αφού η παρούσα πρόταση προτείνει ευρεία χρήση των διοικητικών πηγών για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων, ελαχιστοποιεί τον αριθμό των πρόσθετων μεταβλητών που πρέπει να συλλέγονται από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Για ορισμένα κράτη μέλη, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν θα απαιτηθεί συλλογή καθόλου πρόσθετων στοιχείων. Ο παρών κανονισμός ορίζει ότι οι πληροφορίες για τις δαπάνες περιβαλλοντικής προστασίας θα πρέπει να καλύπτουν όλες τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως του μεγέθους τους και ότι αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να κατανέμονται κατά τάξεις μεγέθους. Οι έρευνες στον τομέα των δαπανών περιβαλλοντικής προστασίας γενικά εστιάζονται στις μεγάλες επιχειρήσεις, αφού οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνήθως αντιπροσωπεύουν μικρό μέρος των συνολικών περιβαλλοντικών δαπανών. Έχει καταστεί σαφές κατά τις συζητήσεις με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών ότι η έμφαση δίνεται στην παροχή καλής ποιότητας πληροφοριών σε πιο συγκεντρωτικό επίπεδο και ότι η κατανομή κατά τάξεις μεγέθους είναι λιγότερο σημαντική για τις περιβαλλοντικές μεταβλητές. Ο αριθμός των τάξεων μεγέθους και η έκταση της μικρότερης τάξης μεγέθους διευκολύνουν τα κράτη μέλη να μειώσουν το φόρτο απάντησης για τις ΜΜΕ. Ωστόσο εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να επιλέξει την προσφορότερη μέθοδο συλλογής στοιχείων. - Υπάρχουν ιδιαίτερες γεωγραφικές περιοχές της Κοινότητας όπου συναντώνται οι επιχειρήσεις αυτές; Εφόσον χρησιμοποιούνται διοικητικές πηγές, δεν είναι απαραίτητο να διεξαχθούν δειγματοληπτικές έρευνες. Εάν ένα κράτος μέλος αποφασίσει ότι χρειάζεται δειγματοληπτική έρευνα, το άρθρο 7 του κανονισμού ΣΔΕ ορίζει ότι όλα τα δείγματα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικά σε περιφερειακό καθώς και σε εθνικό επίπεδο. Η περιφερειακή διαίρεση ενός μικρού αριθμού μεταβλητών για όλους τους τομείς προβλέπεται από τον κανονισμό ΣΔΕ. Οι επιχειρήσεις παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι γενικά συγκεντρωμένες στα χρηματιστηριακά κέντρα του κάθε κράτους μέλους. 3. Τι μέτρα πρέπει να λάβουν οι επιχειρήσεις για να συμμορφωθούν με την πρόταση; Τα κράτη μέλη πρέπει να καταρτίζουν τις στατιστικές. Δεδομένου ότι η επιλογή των χαρακτηριστικών βασίζεται κατά μεγάλο μέρος σε υφιστάμενες διοικητικές πηγές, η πρόσθετη συλλογή στοιχείων από επιχειρήσεις θα είναι κατά κανόνα περιορισμένη. Για πληροφορίες που δεν είναι ακόμη διαθέσιμες σε εθνικό επίπεδο στο πλαίσιο των υφιστάμενων κυκλωμάτων λήψης στοιχείων, το άρθρο 6 του κανονισμού ΣΔΕ επιτρέπει στα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν διάφορες πηγές πληροφοριών. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να προβούν σε δειγματοληψία των στατιστικών μονάδων (επιχειρήσεων) ή να αποστείλουν περιορισμένα ερωτηματολόγια (ιδίως για τους άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, για τις δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και για το περιβάλλον). Οι μονάδες εκείνες που περιλαμβάνονται στα δείγματα μπορούν να υποχρεώνονται (αυτό είναι στη διακριτική ευχέρεια του κάθε κράτους μέλους) να δίνουν ειλικρινείς και πλήρεις πληροφορίες μέσα στις προκαθορισμένες προθεσμίες. 4. Ποιες είναι οι πιθανές οικονομικές συνέπειες ; - στην απασχόληση, - στις επενδύσεις και στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, - στην ανταγωνιστική θέση των επιχειρήσεων, Τα οικονομικά αποτελέσματα θα είναι έμμεσα στο βαθμό που αναμένεται ότι ο κανονισμός θα βελτιώσει την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα των στατιστικών σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τους άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, τις δραστηριότητες που είναι συναφείς με τις δραστηριότητες ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και το περιβάλλον σε κοινοτικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, θα βελτιωθεί η διαφάνεια όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και τη διάρθρωση της εσωτερικής αγοράς και τις επιδόσεις και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων στους εν λόγω τομείς. Σε γενικές γραμμές, η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων αυξάνεται όταν οι φορείς λήψης αποφάσεων έχουν στη διάθεσή τους καλύτερες πληροφορίες για τις επιχειρήσεις σε άλλα κράτη μέλη. Συνεπώς, οι εν λόγω φορείς θα μπορέσουν να βελτιώσουν τις εταιρικές και επενδυτικές τους στρατηγικές και να ενισχύσουν το διεθνή χαρακτήρα των επιχειρήσεών τους. Οι φορείς παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών θα γίνουν ανταγωνιστικότεροι και θα προσφέρουν ευρύτερο φάσμα προϊόντων στους τελικούς πελάτες. 5. Περιλαμβάνονται στην πρόταση μέτρα για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (λιγότερες ή διαφορετικές απαιτήσεις, κτλ.); Για τα στοιχεία που πρέπει να συλλέγονται, ο ενδιαφερόμενος πληθυσμός είναι ο συνολικός πληθυσμός. Η πρόταση κανονισμού δεν περιλαμβάνει ειδικά μέτρα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να ερωτηθούν όλες οι επιχειρήσεις για τη συλλογή των στοιχείων που δεν περιλαμβάνονται ακόμη στις υφιστάμενες συλλογές στοιχείων. Η χρήση μεθόδων δειγματοληψίας και στατιστικής εκτίμησης (που επιτρέπει ρητά το άρθρο 6 του κανονισμού ΣΔΕ) θα περιορίσει τον αριθμό των πρόσθετων στοιχείων που απαιτούνται από τις ενδιαφερόμενες μονάδες. Ωστόσο είναι απαραίτητο να αποδειχθεί η ποιότητα αυτών των μεθόδων. Διαβουλεύσεις 6. Πίνακας των οργανώσεων με τις οποίες έγιναν διαβουλεύσεις σχετικά με την πρόταση και έκθεση των κυριότερων απόψεών τους. Κατά την προετοιμασία του παρόντος κειμένου ζητήθηκε πολλές φορές η γνώμη των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών, των εθνικών κεντρικών τραπεζών και άλλων εθνικών αρχών αρμόδιων για τη συλλογή στοιχείων. Η παρούσα πρόταση κανονισμού μάλιστα υποβλήθηκε και συζητήθηκε κατά τις συνεδριάσεις των σχετικών ομάδων εργασίας [τελευταία συνεδρίαση της ομάδας εργασίας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών το Νοέμβριο του 1999, τελευταία συνεδρίαση της ομάδας εργασίας των ασφαλιστικών υπηρεσιών (αρμόδιας για θέματα συνταξιοδοτικών ταμείων) τον Οκτώβριο του 1999] και των επιχειρησιακών ομάδων (Task Force) (τελευταία συνεδρίαση της επιχειρησιακής ομάδας για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες τον Απρίλιο του 2000, τελευταία συνεδρίαση της επιχειρησιακής ομάδας για τα συνταξιοδοτικά ταμεία το Μάιο του 2000) στη Eurostat, όπου τόσο οι εκπρόσωποι των αρμόδιων εθνικών αρχών όσο και οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών επαγγελματικών ενώσεων και άλλων διεθνών οργανισμών ήταν παρόντες. Το σχέδιο υποστηρίζεται από τα περισσότερα κράτη μέλη που έχουν συμμετάσχει ενεργά στην προπαρασκευαστική εργασία. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν την πρόταση κανονισμού σε εθνικό επίπεδο σε εθελοντική βάση. Η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς της Επιτροπής έχει συμμετάσχει ενεργά στις συνεδριάσεις αυτών των ομάδων εργασίας. Η πρόταση εξυπηρετεί τις ανάγκες της ΓΔ MARKT για στατιστικές πληροφορίες σε αυτόν τον τομέα. Η ΓΔ MARKT έχει συμμετάσχει στη σύνταξη του μεθοδολογικού εγχειριδίου που θα υποστηρίξει τη νομοθετική πράξη σε τεχνικό και μεθοδολογικό επίπεδο. Τον Ιούνιο του 2000 η επιτροπή στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών (CMFB) συζήτησε την πρόταση κανονισμού. Τα μέλη της εν λόγω επιτροπής υποστήριξαν γενικά την πρόταση. Η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζικών θεμάτων (BAC), η επιτροπή τραπεζικής εποπτείας (BSC), και η επιτροπή ασφαλιστικών θεμάτων εξέτασαν επίσης την πρόταση και αντέδρασαν όλες ευνοϊκά στα τέλη Ιουλίου του 2000. Η επιτροπή στατιστικού προγράμματος (SPC) συζήτησε την πρόταση στις 14 Σεπτεμβρίου 2000 και εξέφρασε μια συνολικά θετική γνώμη. Ο τομέας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών αντιπροσωπεύει έναν ειδικό τομέα στατιστικής του οποίου η ανάπτυξη έχει μεγάλο ενδιαφέρον για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (της οποίας η γνώμη ζητήθηκε επίσης κατά την κατάρτιση της πρότασης κανονισμού). Η βελτίωση της ποιότητας των στατιστικών επιχειρήσεων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας των βραχυπρόθεσμων δεικτών και στην αύξηση της διαθεσιμότητας στοιχείων για τις τραπεζικές δομές της ΕΕ όσον αφορά την τραπεζική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η πρόταση σχετικά με τις περιβαλλοντικές μεταβλητές είναι το αποτέλεσμα εντατικών συνομιλιών μεταξύ εμπειρογνωμόνων από τα κράτη μέλη και χρηστών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδίως σε επίπεδο Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος. Σχέδια προτάσεων συζητήθηκαν και εγκρίθηκαν κατά τις συνεδριάσεις των ομάδων εργασίας για το περιβάλλον.