Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52001PC0400

Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την εξασφάλιση της πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα

/* COM/2001/0400 τελικό - CNS 2001/0164 */

ΕΕ C 270E της 25.9.2001, pp. 259–265 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

52001PC0400

Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την εξασφάλιση της πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα /* COM/2001/0400 τελικό - CNS 2001/0164 */

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 270 E της 25/09/2001 σ. 0259 - 0265


Πρόταση οδηγιας του Συμβουλιου για την εξασφάλιση της πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Εισαγωγη

1. Η Επιτροπή, στην ανακοίνωση της 5ης Νοεμβρίου 1997 με τίτλο "Δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση του επιζήμιου φορολογικού ανταγωνισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση" [1] υπογράμμισε την αναγκαιότητα συντονισμένης δράσης για τη συμβολή στην επίτευξη ορισμένων στόχων, όπως της μείωσης των συνεχών στρεβλώσεων στην εσωτερική αγορά, της αποφυγής σημαντικών απωλειών φορολογικών εσόδων και της ενθάρρυνσης της ανάπτυξης των φορολογικών συστημάτων με τρόπο που ενισχύει την απασχόληση. Το Συμβούλιο ECOFIN της 1ης Δεκεμβρίου 1997 [2] διεξήγαγε ευρεία συζήτηση βάσει της εν λόγω ανακοίνωσης, εξέφρασε τη συμφωνία του όσον αφορά την έκδοση ψηφίσματος σχετικά με τη θέσπιση κώδικα δεοντολογίας για τη φορολογία των επιχειρήσεων, ενέκρινε κείμενο όσον αφορά τη φορολογία των αποταμιεύσεων που θα αποτελέσει τη βάση οδηγίας σε αυτόν τον τομέα και έκρινε ότι η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει πρόταση οδηγίας σχετικά με την πληρωμή τόκων και δικαιωμάτων μεταξύ των εταιρειών. Σύμφωνα με τη συμφωνία της 1ης Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή ενέκρινε στις 4 Μαρτίου 1998 [3] πρόταση οδηγίας για τη θέσπιση κοινού συστήματος φορολόγησης των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ των συνδεδεμένων εταιρειών διαφορετικών κρατών μελών και, στις 20 Μαΐου 1998 [4], πρόταση οδηγίας για την εξασφάλιση ελάχιστου επιπέδου πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων της αποταμίευσης υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα.

[1] COM(1997) 564 τελικό, της 5.11.1997

[2] ΕΕ C 2 της 6.1.1998, σ. 1

[3] ΕΕ C 123 της 22.4.1998, σ. 9

[4] ΕΕ C 212 της 8.7.1998, σ. 13

2. Στις 10 Φεβρουαρίου 1999, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε τη γνώμη του όσον αφορά την πρόταση οδηγίας για την εξασφάλιση ελαχίστου επιπέδου πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων της αποταμίευσης υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα [5]. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 24 Φεβρουαρίου 1999 [6]. Τον Ιούλιο του 1998, κατά τη διάρκεια της αυστριακής προεδρίας, το Συμβούλιο άρχισε τη συζήτηση της προτεινόμενης οδηγίας. Κατά τα τελευταία τρία έτη, η πρόταση αποτέλεσε αντικείμενο εντατικών συζητήσεων σε πολιτικό και τεχνικό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια αυτών των συζητήσεων, το Συμβούλιο ανέπτυξε μία σημαντικά διαφορετική προσέγγιση για το θέμα της φορολόγησης των εισοδημάτων αποταμίευσης.

[5] ΕΕ C 150 της 28.5.1999, σ. 184

[6] ΕΕ C 116 της 28.4.1999, σ. 18

3. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN της 1ης Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή στήριξε την πρόταση οδηγίας για συμβιβαστική λύση, γνωστή ως "μοντέλο συνύπαρξης" σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ του καθεστώτος παρακράτησης φόρου στην πηγή επί των καταβληθέντων τόκων στα φυσικά πρόσωπα που κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη και της παροχής πληροφοριών στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την κατοικία του ο δικαιούχος. Ωστόσο, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Σάντα Μαρία ντα Φέιρα στις 19 και 20 Ιουνίου [7], τα κράτη μέλη συμφώνησαν ομόφωνα ότι η ανταλλαγή πληροφοριών, στην ευρύτερη δυνατή βάση, πρέπει να είναι ο τελικός στόχος της ΕΕ σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι μόνο ένας περιορισμένος αριθμός επιλεγμένων κρατών μελών θα μπορεί να εφαρμόζει μεταβατικό καθεστώς παρακράτησης φόρου στην πηγή. Τα εν λόγω κράτη μέλη συμφώνησαν να προβαίνουν σε ανταλλαγή πληροφοριών, μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες, και, εν πάση περιπτώσει, το αργότερο επτά έτη μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας. Τα κράτη μέλη τα οποία επιβάλλουν παρακράτηση του φόρου στην πηγή συμφωνούν να μεταβιβάζουν ένα ορισμένο μερίδιο του εισοδήματός τους στο κράτος κατοικίας του επενδυτή. Για να διαφυλαχθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών χρηματαγορών, μόλις το Συμβούλιο καταλήξει σε συμφωνία για το ουσιαστικό περιεχόμενο της οδηγίας και πριν από την έκδοσή της, η Προεδρία και η Επιτροπή θα αρχίσουν αμέσως συζητήσεις με τις ΗΠΑ και βασικές τρίτες χώρες (Ελβετία, Λιχτενστάϊν, Μονακό, Ανδόρα, Άγιο Μαρίνο) με σκοπό να προωθηθεί η θέσπιση ισοδύναμων μέτρων στις χώρες αυτές. Ταυτόχρονα, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη δεσμεύονται να προωθήσουν τη θέσπιση των ίδιων μέτρων σε όλα τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη (Αγγλονορμανδικές Νήσοι, Νήσος του Μαν καθώς και τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη της Καραϊβικής). Όταν θα έχουν παρασχεθεί επαρκείς διασφαλίσεις, όσον αφορά την εφαρμογή των ίδιων μέτρων στα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη και ισοδύναμων μέτρων στις προαναφερθείσες τρίτες χώρες, το Συμβούλιο θα αποφασίσει σχετικά με την έκδοση και εφαρμογή της οδηγίας το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2002, και δη με ομοφωνία. Τέλος, το Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι εργασίες πρέπει συνεχιστούν σε αυτήν τη βάση με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας για το σύνολο της δέσμης φορολογικών μέτρων, σύμφωνα με ένα παράλληλο χρονοδιάγραμμα για τα διάφορα μέρη της δέσμης (Φορολογία των αποταμιεύσεων, κώδικας δεοντολογίας, τόκοι και δικαιώματα). Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Φέιρα εξουσιοδότησε το Συμβούλιο ECOFIN να επιδιώξει συμφωνία επί του ουσιαστικού περιεχομένου της οδηγίας, συμπεριλαμβανομένου του συντελεστή που θα εφαρμοστεί για την παρακράτηση του φόρου, έως τα τέλη του 2000.

[7] Παράρτημα IV των Συμπερασμάτων της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Σάντα Μαρία ντα Φέιρα της 19/20 Ιουνίου 2000, ανακοινωθέν τύπου αριθ: 200/1/00, της 19.6.2000, που δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (http://ue.eu.int).

4. Κατά τη συνεδρίασή του στις 26 και 27 Νοεμβρίου 2000 [8], το Συμβούλιο ECOFIN ενέκρινε ομόφωνα το ουσιώδες περιεχόμενο της οδηγίας για τις αποταμιεύσεις καθώς και τους όρους εφαρμογής της οδηγίας, περιλαμβανομένων των όρων που διέπουν τη μετάβαση στα διάφορα στάδια. Συμφωνήθηκε ότι όλα τα κράτη μέλη θα αρχίσουν να ανταλλάσσουν πληροφορίες με κάθε ένα από τα υπόλοιπα κράτη μέλη 7 έτη μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας. Μόνο η Αυστρία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν το καθεστώς της παρακράτησης φόρου στην πηγή κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Συμφωνήθηκε ότι ο συντελεστής παρακράτησης φόρου που θα εφαρμόσουν τα τρία αυτά κράτη μέλη θα ανέλθει σε 15% κατά τα τρία πρώτα έτη της μεταβατικής περιόδου και σε 20% για το υπόλοιπο διάστημα. Συμφωνήθηκε επίσης ότι τα εν λόγω κράτη μέλη θα μεταβιβάσουν το 75% του ποσού του παρακρατούμενου φόρου στο κράτος μέλος κατοικίας του επενδυτή. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, τα άλλα κράτη μέλη θα κοινοποιούν αυτόματα τις σχετικές πληροφορίες με την επιφύλαξη της αρχής της αμοιβαιότητας. Το Συμβούλιο ECOFIN συμφώνησε ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα πρέπει να συμπεριλάβει τους τόκους από πάσης φύσεως απαιτήσεις και ιδίως τα εισοδήματα από εγχώριες ή διεθνείς ομολογίες, τους δεδουλευμένους τόκους που προκύπτουν από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση αυτών των απαιτήσεων, τους κεφαλαιοποιημένους τόκους από ομολογίες μηδενικού τοκομεριδίου και τα παρόμοια προϊόντα, τα εισοδήματα που διανέμονται από τις εταιρείες επενδύσεων καθώς και τους κεφαλαιοποιημένους τόκους των κεφαλαίων κεφαλαιοποίησης εφόσον, στις δύο αυτές τελευταίες περιπτώσεις, τα συγκεκριμένα εισοδήματα ή οι συγκεκριμένοι τόκοι συνδέονται με απαιτήσεις. Στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα περιληφθεί επίσης παρεμφερές εισόδημα από δομές που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, άλλες εταιρείες κλπ.) Προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν διαταραχές της αγοράς, το Συμβούλιο ECOFIN συμφώνησε ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, θα προβλέπεται "ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων" ούτως ώστε να εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας το εισόδημα από διαπραγματεύσιμους δανειακούς τίτλους για τους οποίους τα ενημερωτικά φυλλάδια έχουν θεωρηθεί πριν από το Μάρτιο του 2001, ή ελλείψει ενημερωτικών φυλλαδίων, που έχουν εκδοθεί πριν από αυτή την ημερομηνία ( η εφαρμογή της ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων σε περαιτέρω εκδόσεις τέτοιου είδους τίτλων μετά την 1η Μαρτίου 2001 έχει αποσαφηνιστεί σε συμπληρωματικά συμπεράσματα του ECOFIN που εγκρίθηκαν στις 2 Μαρτίου 2001 [9]). Επίσης, το Συμβούλιο ECOFIN επιβεβαίωσε ότι, σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής του 1998 και τα συμπεράσματα ECOFIN της 1ης Δεκεμβρίου 1997, η οδηγία θα πρέπει να εξακολουθήσει να βασίζεται στην αρχή του φορέα πληρωμής. Ο φορέας πληρωμής είναι ο τελευταίος στη σειρά ενδιάμεσων χρηματοδοτικών οργανισμών που καταβάλλει τους τόκους άμεσα στους πραγματικούς δικαιούχους ή εξασφαλίζει την πληρωμή των τόκων προς άμεσο όφελος αυτών. Ωστόσο, το Συμβούλιο ECOFIN συμφώνησε σε ορισμένες βελτιώσεις της μεθόδου καθορισμού του φορέα πληρωμής, με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας της προτεινόμενης οδηγίας. Επίσης, το Συμβούλιο ECOFIN συμφώνησε στις ελάχιστες διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόσουν οι φορείς πληρωμής προκειμένου να προσδιορίσουν τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου των τόκων.

[8] Συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN της 26/27 Νοεμβρίου 2000, ανακοινωθέν τύπου:αριθ.13861/00 (Presse 453), της 26.11.2000, που δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[9] Αποφάσεις που εγκρίθηκαν με γραπτή διαδικασία, Δελτίο τύπου αριθ:6744/01 (Presse 85),της 2.3.2001, που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5. Η Επιτροπή υποστηρίζει πλήρως τη νέα προσέγγιση που υιοθέτησε το Συμβούλιο ECOFIN η οποία έχει ως τελικό στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών στην ευρύτερη δυνατή βάση, σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά τη διεθνή τάση για αυξημένη διοικητική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων. Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η προσέγγιση αυτή συνιστά σημαντική πρόοδο σε σχέση με την πρόταση οδηγίας του 1998 και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN στα οποία και βασίσθηκε. Όπως προαναφέρθηκε, η πρόταση οδηγίας του 1998 βασίσθηκε στο μοντέλο συνύπαρξης, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν μεταξύ του καθεστώτος παρακράτησης φόρου στην πηγή και της παροχής πληροφοριών όσον αφορά τις πληρωμές τόκων σε φυσικά πρόσωπα που κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη. Βάσει της νέας προσέγγισης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο ECOFIN, όλα τα κράτη μέλη αναμένεται τελικά να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικές με τις διασυνοριακές πληρωμές τόκων. Το καθεστώς παρακράτησης φόρου στην πηγή θα εφαρμοσθεί από περιορισμένο αριθμό κρατών μελών και μόνο κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου.

6. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρόταση οδηγίας που υπέβαλε το 1998 δεν εκφράζει πλέον την κοινή θέση των κρατών μελών. Δεδομένου του ουσιώδους χαρακτήρα των αλλαγών που εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο, η Επιτροπή αποφάσισε να αποσύρει την πρόταση οδηγίας του 1998 και να υποβάλει νέα πρόταση οδηγίας. Η πρόταση οδηγίας του 1998 αποσύρεται συγχρόνως με την υποβολή της παρούσας νέας πρότασης οδηγίας. Η παρούσα νέα πρόταση οδηγίας αποσκοπεί να λάβει όσο το δυνατόν υπόψη τη συμφωνία ECOFIN της 26ης και 27ης Νοεμβρίου 2000, τα κύρια στοιχεία της οποίας αναπτύχθηκαν ανωτέρω.

2. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Κεφάλαιο I:Εισαγωγικές διατάξεις

Άρθρο 1

1. Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην εξασφάλιση της πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων που περιλαμβάνονται εν γένει στο φορολογητέο εισόδημα των φυσικών προσώπων που κατοικούν στα 15 κράτη μέλη. Η οδηγία περιορίζεται στις διασυνοριακές πληρωμές τόκων και δεν επηρεάζει τα εσωτερικά καθεστώτα των κρατών μελών για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις.

2. Η οδηγία εφαρμόζεται στις πληρωμές τόκων εντός της Κοινότητας, ανεξαρτήτως τόπου εγκατάστασης του εκδότη της απαίτησης που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία των τόκων. Κάθε κράτος μέλος πρέπει να λάβει μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτειά του εκτελούν τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας.

Άρθρο 2

1. Ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους για ίδιο λογαριασμό. Οι πληρωμές τόκων που πραγματοποιούνται προς όφελος εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Προκειμένου να αποφευχθεί η επιβολή δυσανάλογα υψηλού διοικητικού φόρτου στους φορείς πληρωμής, η οδηγία εφαρμόζεται άσχετα με το αν οι πληρωμές των τόκων συνιστούν επιχειρηματικό εισόδημα ή εισόδημα από ιδιωτικές επενδύσεις του φυσικού προσώπου. Για τη διευκόλυνση των φορέων πληρωμής, στην παράγραφο 2 ορίζεται η αρχή σύμφωνα με την οποία ο αποδέκτης τόκων θεωρείται εν γένει ως ο πραγματικός δικαιούχος αυτών των τόκων εκτός αν αποδείξει ότι δεν τους έχει εισπράξει για ίδιο λογαριασμό. Ο αποδέκτης δεν θεωρείται ως πραγματικός δικαιούχος αν ενεργεί ως φορέας πληρωμής άλλου φυσικού προσώπου. Σε μία τέτοια περίπτωση, απαιτείται να ασκήσει τις αρμοδιότητες τις οποίες επιβάλλει η οδηγία στους φορείς πληρωμής. Ο αποδέκτης δεν θεωρείται επίσης ως πραγματικός δικαιούχος αν ενεργεί για λογαριασμό νομικού προσώπου, οντότητας της οποίας τα κέρδη φορολογούνται βάσει των γενικών διατάξεων φορολογίας των επιχειρήσεων, οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ [10], ή οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο αποδέκτης δεν είναι ούτε ο πραγματικός δικαιούχος ούτε ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια της οδηγίας, δεδομένου ότι δεν καταβάλλει τόκους σε φυσικό πρόσωπο. Πρόκειται στην ουσία για "ενδιάμεσο" φορέα. Οι οργανισμοί που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 ανήκουν στην κατηγορία οργανισμών για τους οποίους θεωρήθηκε ότι απαιτούνται επιπλέον διασφαλίσεις. Η υποχρέωση του αποδέκτη να κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση του οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 στον οικονομικό φορέα που καταβάλλει τους τόκους και, στη συνέχεια, η υποχρέωση του οικονομικού φορέα να διαβιβάζει αυτά τα στοιχεία στο κράτος μέλος εγκατάστασής του αποσκοπούν στην εξασφάλιση ότι το κράτος μέλος εγκατάστασης του οργανισμού έχει ενημερωθεί για την πληρωμή των τόκων στον εν λόγω οργανισμό. Το σημείο (γ) προορίζεται να καλύψει την κατάσταση ενός δικαιούχου που ενεργεί ως εκπρόσωπος άλλου φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχος. Η κατάσταση αυτή διαφέρει από το στοιχείο (α) από την άποψη ότι ο δικαιούχος δεν συνιστά οικονομικό φορέα που ενεργεί ως φορέας πληρωμής.

[10] ΕΕ αριθ. L 375, της 31.12.1985, σ. 3.

2. Η παράγραφος 3 αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο φορέας πληρωμής διαθέτει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ο αποδέκτης των τόκων ενδέχεται να μην είναι ο πραγματικός δικαιούχος. Στην περίπτωση αυτή, ο φορέας πληρωμής οφείλει να λάβει κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίσει τα στοιχεία ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου. Ωστόσο, σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει τον τελικό δικαιούχο, θα εξακολουθήσει να θεωρεί τον αποδέκτη ως τον πραγματικό δικαιούχο.

Άρθρο 3

1. Στο άρθρο αυτό καθορίζονται οι ελάχιστοι κανόνες για τον προσδιορισμό των στοιχείων ταυτότητας και της κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Τα κράτη μέλη που το επιθυμούν μπορούν να επιβάλουν αυστηρότερες υποχρεώσεις στους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους. Για να διαφυλαχθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών χρηματαγορών, είναι σημαντικό οι επιπλέον αυτές απαιτήσεις να μην είναι εξαιρετικά δυσχερείς για τους φορείς της αγοράς.

2. Στην παράγραφο 2 ορίζονται οι ελάχιστοι κανόνες για τον προσδιορισμό των στοιχείων ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου. Γίνεται διάκριση μεταξύ των συμβατικών σχέσεων που θεσπίσθηκαν πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας και αυτών που θεσπίσθηκαν από την ημερομηνία εφαρμογής και εξής. Όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που θεσπίσθηκαν πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας, τα στοιχεία ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου συνίστανται στο όνομα και στη διεύθυνσή του. Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει το όνομα και τη διεύθυνση του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του. Απαιτείται από τους χρηματοδοτικούς οργανισμούς να εξακριβώσουν τα στοιχεία ταυτότητας των τακτικών πελατών τους σύμφωνα με την αποκαλούμενη αρχή "γνώριζε τον πελάτη σου", κατ' εφαρμογή της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες [11] Όσον αφορά την υπάρχουσα πελατειακή τους βάση, οι φορείς πληρωμής οφείλουν, συνεπώς, να βασίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στις πληροφορίες που συλλέγονται για άλλους σκοπούς. Σχετικά με τις συμβατικές σχέσεις που θεσπίζονται από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας και εξής, η ταυτότητα αποτελείται από το όνομα, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου ή άλλο αναγνωριστικό αριθμό ή, ελλείψει ενός τέτοιου αριθμού, από την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του πραγματικού δικαιούχου. Ένας αριθμός κρατών μελών αποδίδουν σε κάθε φορολογούμενο μοναδικό αριθμό αναγνώρισης του φορολογούμενου (TIN). Άλλα κράτη μέλη ενδεχομένως να μη διαθέτουν αριθμούς αναγνώρισης του φορολογούμενου αλλά χρησιμοποιούν μοναδικούς αριθμούς αναγνώρισης για άλλους- γενικότερους- σκοπούς. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει μοναδικός αριθμός αναγνώρισης, ο φορέας πληρωμής οφείλει να καθορίσει την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του πραγματικού δικαιούχου.

[11] ΕΕ αριθ. L 166, της 28.61991, σ. 77.

3. Στην παράγραφο 3 ορίζονται οι ελάχιστοι κανόνες για τον προσδιορισμό της κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Διακρίνονται τρία ξεχωριστά χρονικά διαστήματα. Όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που θεσπίσθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2001, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει ήδη στη διάθεσή του, ειδικότερα, κατ' εφαρμογή της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ. Όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που θεσπίσθηκαν από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας και εξής, ο φορέας πληρωμής πρέπει να διακρίνει μεταξύ των φυσικών προσώπων που δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και αυτών που δηλώνουν ότι κατοικούν σε κράτος μέλος. Αν ένα φυσικό πρόσωπο που είναι κάτοχος κοινοτικού διαβατηρίου ή παρεμφερούς επίσημου εγγράφου δηλώσει ότι είναι κάτοικος τρίτης χώρας, η κατοικία καθορίζεται μέσω πιστοποιητικού κατοικίας που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας στην οποία το εν λόγω πρόσωπο ισχυρίζεται ότι είναι κάτοικος. Στόχος αυτής της διάταξης είναι να αποτρέψει τα φυσικά πρόσωπα που έχουν γνωστή διασύνδεση με κράτος μέλος να μην εφαρμόσουν την οδηγία ισχυριζόμενοι ψευδώς ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ως κατοικία θα θεωρηθεί η χώρα μόνιμης κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τους λεπτομερείς κανόνες εξακρίβωσης της διεύθυνσης της μόνιμης κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Στην πράξη, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ήδη διάφορα μέσα προσδιορισμού της διεύθυνσης στο πλαίσιο των εθνικών κανόνων για την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας των πελατών ("γνώριζε τον πελάτη σου"), μεταξύ άλλων, τον έλεγχο του εκλογικών καταλόγων, την έρευνα των οργανισμών πληροφοριών για τις πιστώσεις, τον έλεγχο πρόσφατου λογαριασμού εταιρίας κοινής ωφελείας, της φορολογικής οφειλής προς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, των λογιστικών καταστάσεων των τραπεζών και των στεγαστικών εταιρειών ή την έρευνα του τοπικού τηλεφωνικού καταλόγου. Όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που θεσπίσθηκαν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2001 και της ημερομηνίας εφαρμογής της οδηγίας, ο φορέας πληρωμής πρέπει να ελέγξει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου σύμφωνα με τη διαδικασία που έχει καθορισθεί για τις συμβατικές σχέσεις που θεσπίσθηκαν από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας και εξής. Η νομική υποχρέωση του φορέα πληρωμής σχετικά με την εφαρμογή των διαδικασιών που ορίζονται στην οδηγία τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία εφαρμογής της από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Από αυτή την ημερομηνία και εξής οφείλει να καθορίσει την κατοικία των νέων πελατών του και να ελέγξει την κατοικία των υφιστάμενων πελατών του με τους οποίους έχει συνάψει συμβατικές σχέσεις την 1η Ιανουαρίου 2001 ή μετά την ημερομηνία αυτή βάσει της διαδικασίας που καθορίζεται στο εδάφιο (β).

Άρθρο 4

1. Ο φορέας πληρωμής είναι ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους ή εξασφαλίζει την άμεση πληρωμή τόκων στον πραγματικό δικαιούχο. Ως οικονομικός φορέας νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπου που καταβάλλει τόκους κατά τη διάρκεια της άσκησης του επαγγέλματος ή της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Ο οικονομικός φορέας θεωρείται ότι "εξασφαλίζει την πληρωμή τόκων" αν είναι επιφορτισμένος με την είσπραξη των τόκων εξ ονόματος του πραγματικού δικαιούχου. Σε όρους αγοράς, ο εν λόγω οικονομικός φορέας θα ήταν δυνατόν συχνά να αναφέρεται ως "φορέας είσπραξης". Ο ορισμός αυτός στοχεύει στην διασφάλιση του καθορισμού ενιαίου φορέα πληρωμής σε σειρά ενδιάμεσων φορέων. Ο οφειλέτης ορίζεται ως φορέας πληρωμής αν καταβάλλει τόκους άμεσα στον πραγματικό δικαιούχο. Αν, αντίθετα, οι τόκοι καταβάλλονται από ενδιάμεσους φορείς στους οποίους ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχος αναθέτει την αρμοδιότητα της πληρωμής των τόκων ή της εξασφάλισης της πληρωμής, ως "φορέας πληρωμής" νοείται μόνο ο τελευταίος ενδιάμεσος που καταβάλλει τόκους άμεσα στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την πληρωμή των τόκων προς άμεσο όφελος του πραγματικού δικαιούχου. Ωστόσο, θα πρέπει να τονισθεί ότι η τράπεζα ή άλλη επιχείρηση που δέχεται καταθέσεις δεν συνιστά "φορέα πληρωμής" όσον αφορά τα ποσά των τόκων που πιστώνει στον λογαριασμό των πελατών της εκτός αν έχει η ίδια καταβάλει ή εξασφαλίσει την καταβολή αυτών των ποσών.

2. Η παράγραφος 2 διευρύνει τον ορισμό του φορέα πληρωμής. Οι οργανισμοί που καλύπτονται από αυτή τη διάταξη θεωρούνται ως φορείς πληρωμής κατά την είσπραξη των τόκων και όχι κατά την καταβολή των τόκων στον πραγματικό δικαιούχο. Η παράγραφος αυτή προορίζεται να καλύψει μία ιδιαίτερη κατηγορία οργανισμών οι οποίοι ενδεχομένως να μην υπόκεινται στον αυστηρό έλεγχο των φορολογικών αρχών. Στόχος αυτής της διάταξης είναι η εξασφάλιση της συμμόρφωσης αυτών των οργανισμών προς τις υποχρεώσεις του φορέα πληρωμής. Επομένως, εφαρμόζεται μόνο σε οργανισμούς που εδρεύουν σε κράτος μέλος. Προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον ένας οργανισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, εφαρμόζεται η διαδικασία των διαδοχικών ελέγχων. Ενδεχομένως να υπάρξουν επικαλύψεις μεταξύ των διαφόρων ελέγχων και, συνεπώς, αρκεί ένας οργανισμός να τεθεί εκτός πεδίου εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης σε οποιονδήποτε από αυτούς τους ελέγχους. Οι αναλυτικές διαδικασίες εφαρμογής αυτών των ελέγχων αποτελούν αρμοδιότητα των κρατών μελών. Ωστόσο, η βασική αρχή που διέπει τις διαδικασίες αυτές συνίσταται στη μείωση του διοικητικού φόρτου των φορέων πληρωμής. Βάσει αυτής της παραγράφου, ένας οργανισμός θεωρείται ως φορέας πληρωμής όταν δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο ούτε οργανισμός που φορολογείται επί των κερδών του βάσει των γενικών ρυθμίσεων φορολόγησης των επιχειρήσεων, ούτε οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ. Προκειμένου να ενημερωθεί το κράτος μέλος εγκατάστασης του οργανισμού σχετικά με το γεγονός ότι ένας οργανισμός στο έδαφός του πρόκειται να θεωρηθεί ως φορέας πληρωμής κατά την είσπραξη των τόκων, ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους στον εν λόγω οργανισμό οφείλει να κοινοποιήσει την εμπορική επωνυμία και τη διεύθυνση του οργανισμού καθώς και το συνολικό ποσό των καταβληθέντων τόκων στο κράτος μέλος εγκατάστασής του. Οι πληροφορίες αυτές θα διαβιβασθούν στη συνέχεια στο κράτος μέλος εγκατάστασης του εν λόγω οργανισμού. Ένας οργανισμός ο οποίος θεωρείται ως φορέας πληρωμής βάσει αυτής της παραγράφου και ο οποίος δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στην παράγραφο 3, δεν απαιτείται να ασκήσει τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία αν στη συνέχεια καταβάλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίσει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος του πραγματικού δικαιούχου. Οι μεταγενέστερες αυτές πληρωμές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

3. Ο οργανισμός που αναφέρεται στη δεύτερη παράγραφο έχει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ως ΟΣΕΚΑ για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας (ακόμη και αν δεν συνιστά ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ). Τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν λεπτομερείς κανόνες για την άσκηση αυτής της δυνατότητας. Βάσει των σχετικών κανόνων, τα κράτη μέλη είναι σε θέση να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα σε ορισμένες περιπτώσεις αλλά όχι σε άλλες, ειδικότερα, για την αποφυγή τυχόν καταχρήσεων. Αν ο οργανισμός ασκήσει αυτό το δικαίωμα δεν θα θεωρηθεί ως φορέας πληρωμής βάσει της δεύτερης παραγράφου αλλά θα καταστεί φορέας πληρωμής βάσει της πρώτης παραγράφου αν στη συνέχεια καταβάλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίσει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος του πραγματικού δικαιούχου. Στις περιπτώσεις που ο οργανισμός ασκεί αυτό το δικαίωμα, υποχρεούται να προβεί στη σειρά διαδοχικών δοκιμών που προβλέπονται στην παράγραφο 2 για οποιαδήποτε πληρωμή πραγματοποιήσει στη συνέχεια προκειμένου να καθορίσει κατά πόσον οι πληρωμές αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ο οργανισμός οφείλει να ενημερώσει το κράτος μέλος εγκατάστασής του ότι επιθυμεί να ασκήσει αυτό το δικαίωμα.

4. Όταν ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τους τόκους και ο οργανισμός που αναφέρεται στη δεύτερη παράγραφο είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος, η οδηγία δεν επιβάλει στον οικονομικό φορέα την υποχρέωση υποβολής εκθέσεων. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της επικουρικότητας, εναπόκειται στο εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει ότι ο οργανισμός πληροί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητά του ως φορέα πληρωμής.

Άρθρο 5

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της οδηγίας. Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλίσει τη διαφάνεια, προτίθεται να καταρτίσει και να δημοσιεύσει κατάλογο των αρμοδίων αρχών που θα γνωστοποιηθούν από τα κράτη μέλη. Για τις τρίτες χώρες, ως "αρμόδια αρχή" νοείται η αρμόδια αρχή για τους σκοπούς των διμερών και πολυμερών φορολογικών συμβάσεων. Σε περίπτωση που τρίτη χώρα δεν έχει συνάψει τέτοιου είδους συμβάσεις, ως αρμόδια αρχή νοείται η αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση πιστοποιητικών φορολογικής κατοικίας.

Άρθρο 6

1. Το παρόν άρθρο περιέχει τον ορισμό της "πληρωμής τόκων" για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

α) Στο παρόν εδάφιο ορίζονται οι απαιτήσεις που καλύπτονται από την οδηγία. Ο ορισμός αυτός βασίζεται στον ορισμό των τόκων που περιέχεται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 του Υποδείγματος Φορολογικής Σύμβασης Εισοδήματος και Κεφαλαίου του ΟΟΣΑ. Περιλαμβάνει σαφώς καταθέσεις σε μετρητά και χρηματικές εγγυήσεις καθώς επίσης και όλες τις μορφές εταιρικών και κρατικών ομολογιών και χρεογράφων και παρεμφερείς διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους. Οι ομολογίες που παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη θεωρούνται ότι παράγουν τόκους αλλά όχι μερίσματα, εκτός αν τα δανειζόμενα κεφάλαια καλύπτουν μέρος των κινδύνων του οφειλέτη.

β) Στο εδάφιο β), προβλέπεται ότι οι δεδουλευμένοι ή οι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι που προκύπτουν από την πώληση, την εξόφληση ή την εξαγορά των απαιτήσεων που αναφέρονται στο εδάφιο α) περιλαμβάνονται επίσης στον ορισμό της "πληρωμής τόκων". Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει τους δεδουλευμένους ή κεφαλαιοποιημένους τόκους που προκύπτουν από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση ομολογιών μηδενικού τοκομεριδίου, ομολόγων προνομιακής τιμής έκδοσης και παρεμφερών απαιτήσεων.

γ) Στο εδάφιο γ), ο ορισμός της "πληρωμής τόκων" επεκτείνεται στο εισόδημα που διανέμεται από ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, οργανισμούς που επέλεξαν να εξομοιωθούν με τους προαναφερόμενους οργανισμούς βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 και οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που εδρεύουν εκτός της ΕΕ. Η παρούσα διάταξη αποσκοπεί να εξασφαλίσει ότι το εισόδημα της αποταμίευσης που εισπράττεται έμμεσα με τη διαμεσολάβηση των εν λόγω οργανισμών περιλαμβάνεται επίσης στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ο όρος "ΟΣΕΚΑ" καλύπτει το σύνολο των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων που πληρούν τους γενικούς όρους της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ. Ο όρος "οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων εγκατεστημένοι εκτός του εδάφους που αναφέρονται στο άρθρο 7" περιλαμβάνει όλους τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ανεξαρτήτως της νομικής μορφής τους και της σύνθεσης των στοιχείων του ενεργητικού τους. Περιλαμβάνονται όλοι οι οργανισμοί οι οποίοι αν θα ήταν εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος θα θεωρούνταν ως ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, καθώς επίσης και οι λοιπές κατηγορίες φορέων συλλογικών επενδύσεων (π.χ. όμιλοι επενδύσεων).

Το εισόδημα που διανέμεται από τους προαναφερόμενους οργανισμούς περιλαμβάνεται στον ορισμό της καταβολής τόκων εφόσον το εισόδημα αυτό προέρχεται από την καταβολή τόκων, είτε άμεσα είτε με τη διαμεσολάβηση άλλου οργανισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 (αποκαλούμενη "αναδρομική προσέγγιση"). Η αναφορά στις "πληρωμές τόκων" προορίζεται να καλύψει όλους τους τύπους τόκων που αναφέρονται στο άρθρο 6. Με τον όρο "πληρωμές τόκων" νοούνται όλοι οι τόκοι που καταβάλλονται στους εν λόγω οργανισμούς ή επιχειρήσεις για τις απαιτήσεις που κατέχουν καθώς και οι δεδουλευμένοι και κεφαλαιοποιημένοι φόροι από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση αυτών των απαιτήσεων. Επιπροσθέτως, περιλαμβάνεται το εισόδημα που διανέμεται στους εν λόγω οργανισμούς ή επιχειρήσεις από άλλους παρεμφερείς οργανισμούς εφόσον τέτοιου είδους εισοδήματα προέρχονται από καταβολές τόκων, ή το εισόδημα που αποκτούν οι εν λόγω οργανισμοί ή επιχειρήσεις από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση των μεριδίων σε άλλους παρεμφερείς οργανισμούς, σε περίπτωση που οι τελευταίοι έχουν επενδύσει ποσοστό ανώτερο του 40% του ενεργητικού τους σε απαιτήσεις. Σε περίπτωση που δεν περιλαμβάνονται τέτοιου είδους συμμετοχές, θα είναι δυνατό για τους ανωτέρω οργανισμούς να αποφύγουν την εφαρμογή της οδηγίας αν δεν κατέχουν απαιτήσεις άμεσα αλλά με τη διαμεσολάβηση παρεμφερών οργανισμών ή επιχειρήσεων.

Η αναφορά σε πληρωμές τόκων "μέσω οργανισμού που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2" αποσκοπεί να εξασφαλίσει την ένταξη του εισοδήματος που διανέμεται από τους ανωτέρω οργανισμούς ή επιχειρήσεις και το οποίο προκύπτει από τη συμμετοχή τους σε επενδυτικούς φορείς που ανήκουν στην ιδιαίτερη κατηγορία οργανισμών που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2.

δ) Στο εδάφιο δ), ο ορισμός της "πληρωμής τόκων" επεκτείνεται στο εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση των μετοχών ή μεριδίων σε ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, σε οργανισμούς που επέλεξαν να εξομοιωθούν με αυτούς τους οργανισμούς βάσει του άρθρο 4 παράγραφος 3 και σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός της ΕΕ, αν οι εν λόγω οργανισμοί και επενδύσεις έχουν επενδύσει πάνω από το 40% του ενεργητικού τους σε απαιτήσεις. Η παρούσα διάταξη αποβλέπει στη διασφάλιση της ένταξης των συσσωρευμένων ή κεφαλαιοποιημένων τόκων που προκύπτουν από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση των μετοχών στους προαναφερόμενους οργανισμούς στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Προκειμένου να διευκολυνθούν οι φορείς πληρωμής, με τον καθορισμό του κατώτατου ορίου 40% δεν υφίσταται πλέον ανάγκη προσδιορισμού της προέλευσης του εισοδήματος που προκύπτει κατά την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση των μετοχών στους εν λόγω οργανισμούς. Σε περίπτωση που ένας οργανισμός πληροί το κατώτατο όριο του 40%, το συνολικό εισόδημα θα θεωρηθεί ότι προέρχεται από "πληρωμή τόκων".

Το κατώτατο όριο του 40% δεν εφαρμόζεται μόνο σε απαιτήσεις αλλά και σε συμμετοχές σε άλλους παρεμφερείς οργανισμούς και φορείς. Σε περίπτωση που ο έλεγχος του ενεργητικού εφαρμοζόταν μόνο σε απαιτήσεις άμεσης κατοχής, θα ήταν δυνατόν για μία επιχείρηση κεφαλαιοποίησης να αποφύγει την εφαρμογή της οδηγίας με την διατήρηση των απαιτήσεων μέσω άλλων παρεμφερών επιχειρήσεων ή οργανισμών. Το κατώτατο όριο του 40% πρέπει να εφαρμοστεί στα επόμενα στάδια. π.χ αν μία επιχείρηση διατηρεί μετοχές σε άλλη επιχείρηση που πληροί το κατώτατο όριο του 40%, οι μετοχές αυτές θα ληφθούν πλήρως υπόψη κατά την εφαρμογή του κατώτατου ορίου 40% στην πρώτη επιχείρηση. Αν, από την άλλη πλευρά, η δεύτερη επιχείρηση δεν πληροί το κατώτατο όριο, οι μετοχές δεν θα ληφθούν υπόψη κατά την εφαρμογή του κατώτατου ορίου στην πρώτη επιχείρηση.

Σημειώνεται ότι μία συγκεκριμένη επιχείρηση ή οργανισμός είναι δυνατόν να καλυφθεί από τα εδάφια γ) και δ) εφόσον διανέμει μέρος του εισοδήματός του που προκύπτει από τους τόκους επί των απαιτήσεων και κεφαλαιοποιεί το υπόλοιπο.

2. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο φορέας πληρωμής ενδεχομένως να μην είναι σε θέση να προσδιορίσει ποιο μέρος του εισοδήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο (γ) προέρχεται από την καταβολή τόκων. Στην παρούσα παράγραφο προβλέπεται ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, το συνολικό ύψος του εισοδήματος που διανέμεται από τους εν λόγω οργανισμούς ή επιχειρήσεις θα θεωρηθεί ως πληρωμή τόκων.

3. Ενδεχομένως να υπάρξουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας φορέας πληρωμής να μη διαθέτει πληροφορίες σχετικές με το ποσοστό του ενεργητικού το οποίο οι επιχειρήσεις ή οι οργανισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο (δ) έχουν επενδύσει σε απαιτήσεις. π.χ. αν ένας οργανισμός συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένος εκτός του εδάφους της ΕΕ αρνείται να αποκαλύψει τη σύνθεση του ενεργητικού του. Στις περιπτώσεις αυτές, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, το ποσοστό θα θεωρηθεί ανώτερο του 40%. Κατά συνέπεια, το εισόδημα που προέρχεται από τον εν λόγω οργανισμό ή επιχείρηση θα θεωρηθεί ως πληρωμή τόκων.

4. Η παράγραφος 4 επεκτείνει τον ορισμό της "πληρωμής τόκων" στους τόκους που εισπράττονται από τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, οι οποίοι θεωρούνται ως φορείς πληρωμής κατά την είσπραξη των τόκων. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η είσπραξη των τόκων θα θεωρηθεί ως πληρωμή τόκων από το συγκεκριμένο οργανισμό.

5. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία β) και δ), τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν από τους φορείς πληρωμής τους να υπολογίζουν σε ετήσια βάση τους τόκους κατά τη διάρκεια διαστήματος που δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Τα κράτη μέλη που το επιθυμούν μπορούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα μόνο για ορισμένες κατηγορίες αποταμιευτικών μέσων.

6. Η παράγραφος 6 περιλαμβάνει τον επονομαζόμενο κανόνα " de minimis " Τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό της "πληρωμής τόκων" το εισόδημα που προέρχεται από ΟΣΕΚΑ και φορείς που έχουν επιλέξει να εξομοιωθούν με αυτούς τους οργανισμούς βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3, όταν οι επενδύσεις των εν λόγω οργανισμών σε απαιτήσεις δεν υπερβαίνει το 15% του χαρτοφυλακίου τους. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην παροχή στα κράτη μέλη του δικαιώματος να εξαιρέσουν τις επιχειρήσεις που επενδύουν κυρίως σε μετοχές αλλά που διατηρούν επίσης ορισμένες απαιτήσεις για λόγους ρευστότητας. Αν κράτος μέλος επιλέξει να ασκήσει αυτό το δικαίωμα όσον αφορά τους ΟΣΕΚΑ που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του, η επιλογή αυτή θα είναι δεσμευτική και για άλλα κράτη μέλη. Αυτό σημαίνει ότι τα άλλα κράτη μέλη δεν είναι δυνατόν να απαιτήσουν από τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στα εδάφη τους να παρέχουν πληροφορίες ή να επιβάλουν την παρακράτηση φόρου στην πηγή επί αυτού του εισοδήματος.

7. Το κατώτατο όριο του 40% που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) και στην παράγραφο 3 εγκρίθηκε από το Συμβούλιο ECOFIN στα συμπεράσματά του της 26/27 Νοεμβρίου 2000. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN, το ποσοστό αυτό θα πρέπει να μειωθεί στο τέλος της μεταβατικής περιόδου. Η Επιτροπή προτείνει τη μείωση του ποσοστού σε 15%. Το ποσοστό αυτό θεωρείται επαρκές για την κάλυψη των υποχρεώσεων ρευστότητας των εν λόγω οργανισμών και φορέων.

8. Στην παράγραφο 8 προβλέπεται ότι τα ποσοστά της παραγράφου 1 στοιχείο δ) και της παραγράφου 6 καθορίζονται με αναφορά στην επενδυτική πολιτική όπως ορίζεται στον κανονισμό ή στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω επιχειρήσεων ή οργανισμών. Τόσο στον κανονισμό όσο και στα καταστατικά έγγραφα των επιχειρήσεων αναφέρεται συχνά το ποσοστό των απαιτήσεων ή του μετοχικού κεφαλαίου που μπορούν ή είναι υποχρεωμένες να διατηρούν. Ελλείψει κανονισμού ή καταστατικών εγγράφων ή ακόμη αν δεν ορίζεται σε αυτά η επενδυτική πολιτική των επιχειρήσεων, τα ποσοστά καθορίζονται βάσει της σύνθεσης των στοιχείων του ενεργητικού τους. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίσουν τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής αυτής της διάταξης. Οι κανόνες αυτοί, μεταξύ άλλων, πρέπει να αποσκοπούν στην πρόληψη των καταχρήσεων όταν η επενδυτική πολιτική που εφαρμόζει μία επιχείρηση αποκλίνει από την επενδυτική πολιτική που καθορίζεται στον κανονισμό και στα καταστατικά έγγραφα.

Άρθρο 7

Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας είναι η επικράτεια στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το άρθρο 299 της συνθήκης.

Κεφάλαιο II: Ανταλλαγή πληροφοριών

Άρθρο 8

1. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, το παρόν άρθρο καθορίζει το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που θα πρέπει να παρέχει ο φορέας πληρωμής στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Τα κράτη μέλη που το επιθυμούν μπορούν να επιβάλουν πρόσθετες υποχρεώσεις όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων στους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους. Για να διαφυλαχθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών καφαλαιαγορών είναι, ωστόσο, σημαντικό οι επιπλέον αυτές απαιτήσεις να μην είναι εξαιρετικά δυσχερείς για τους φορείς της αγοράς. Στην πρώτη παράγραφο ορίζεται το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που θα πρέπει να υποβάλλεται όσον αφορά τον πραγματικό δικαιούχο, τον φορέα πληρωμής και την απαίτηση που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία των καταβαλλόμενων τόκων.

2. Στη δεύτερη παράγραφο αναφέρεται το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλονται όσον αφορά διάφορες κατηγορίες πληρωμής τόκων που καθορίζονται στο άρθρο 6. Το στοιχείο β) αναφέρεται στους δεδουλευμένους ή κεφαλαιοποιημένους τόκους που προκύπτουν από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση των απαιτήσεων και στο εισόδημα που προέρχεται από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση μεριδίων σε ΟΣΕΚΑ, σε οργανισμούς που επέλεξαν να εξομοιωθούν με τους τελευταίους βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 και σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός της ΕΕ. Η παράγραφος αυτή παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ζητούν από τους φορείς πληρωμής να παρέχουν στοιχεία σχετικά είτε με το ποσό των τόκων ή του εισοδήματος που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία (β) και (δ) είτε με το συνολικό ύψος των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση. Το στοιχείο (γ) αναφέρεται στο εισόδημα που διανέμεται από ΟΣΕΚΑ, οργανισμούς που επέλεξαν να εξομοιωθούν με αυτούς βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 και οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που έχουν εγκατασταθεί εκτός της ΕΕ. Επίσης, παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να υποχρεώνουν τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι σε αυτά να γνωστοποιούν είτε το ύψος του εισοδήματος που καθορίζεται από την επιλεγόμενη "αναδρομική προσέγγιση" που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο (γ) είτε το συνολικό διανεμόμενο ποσό. Το στοιχείο (δ) αναφέρεται στις πληρωμές τόκων που θεωρείται ότι έχουν πραγματοποιηθεί από τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, οι οποίοι δεν έχουν ασκήσει τη δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3. Οι εν λόγω οργανισμοί είναι υποχρεωμένοι να γνωστοποιούν το ποσό των τόκων που αναλογεί σε έκαστο των μελών τους που είναι πραγματικοί δικαιούχοι κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 και οι οποίοι έχουν τη μόνιμη κατοικία τους σε κράτος μέλος άλλο από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο οργανισμός.

Άρθρο 9

1. Τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν τις πληροφορίες που παρέχουν οι φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους σε οποιοδήποτε κράτος μέλος στο οποίο ο πραγματικός δικαιούχος έχει τη μόνιμη κατοικία του για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

2. Στη δεύτερη παράγραφο καθορίζεται η βασική αρχή σύμφωνα με την οποία η κοινοποίηση των πληροφοριών πρέπει να γίνεται αυτομάτως τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, εντός εξαμήνου από το τέλος του φορολογικού έτους του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής. Η παροχή πληροφοριών μόνο κατόπιν αιτήσεως δεν θα ήταν σύμφωνη με το στόχο της οδηγίας, δεδομένου ότι δεν εξασφαλίζει επαρκώς τη φορολόγηση των πληρωμών τόκων από το κράτος μέλος μόνιμης κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Συνεχίζονται οι εργασίες για τον καθορισμό των λεπτομερών διατάξεων της αυτόματης κοινοποίησης των πληροφοριών.

3. Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ περί αμοιβαίας συνδρομής των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών στον τομέα της άμεσης και έμμεσης φορολογίας δεν εφαρμόζεται στις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιηθούν στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. [12] Η εφαρμογή αυτού του άρθρου που επιβάλλει όρια στην ανταλλαγή πληροφοριών θα ήταν δυνατόν να υπονομεύσει την επίτευξη του στόχου της παρούσας οδηγίας. Ο κίνδυνος αυτός αφορά κυρίως στη δυνατότητα παροχής πληροφοριών μόνο σε αμοιβαία βάση όπως ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ.

[12] ΕΕ αριθ. L 336, της 27.12.1977, σ. 15.

Κεφάλαιο III : Μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 10

Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου 7 ετών μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις του κεφαλαίου II. Συνεπώς, δεν υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αλλά έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν πληροφορίες από τα άλλα κράτη μέλη. Ωστόσο, υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες εφόσον εφαρμόζεται η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο (α). Στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, οι διατάξεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο III παύουν να ισχύουν και, ως εκ τούτου, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία θα υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις του κεφαλαίου II.

Άρθρο 11

1. Το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία, αντί να ανταλλάσσουν πληροφορίες, θα επιβάλουν συντελεστή παρακράτησης φόρου στη πηγή ύψους 15% κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ετών της μεταβατικής περιόδου και συντελεστή ύψους 20% για το υπόλοιπο διάστημα.

2. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές της οδηγίας, η παρακράτηση φόρου στην πηγή επιβάλλεται από τον φορέα πληρωμής. Ο φορέας πληρωμής οφείλει να διασφαλίσει ότι ο φόρος που παρακρατείται μεταβιβάζεται στο κράτος μέλος εγκατάστασής του εντός χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, όπως ορίζεται στο άρθρο 12. Στην παράγραφο 2 αναφέρεται ο τρόπος παρακράτησης του φόρου στις διάφορες κατηγορίες καταβληθέντων τόκων, όπως ορίζονται στο άρθρο 6. Το στοιχείο (β) αναφέρεται σε "επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος που θα βαρύνει τον δικαιούχο". Τα κράτη μέλη που το επιθυμούν μπορούν να επιβάλουν εισφορά στο συνολικό ποσό των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση αντί να επιβάλουν φόρο παρακράτησης επί των καταβληθέντων φόρων. Ωστόσο, μία τέτοιου είδους εισφορά πρέπει να βαρύνει εξ ολοκλήρου τον πραγματικό δικαιούχο και να έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα με παρακράτηση φόρου επί του ποσού των δεδουλευμένων και κεφαλαιοποιημένων τόκων, ήτοι, δεν μπορεί να συνεπάγεται μικρότερη φορολογική επιβάρυνση επί των τόκων στο κράτος μέλος του φορέα πληρωμής. Η εισφορά θεωρείται ως παρακράτηση φόρου στην πηγή για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και, συνεπώς, καλύπτεται από τις διατάξεις του κεφαλαίου III, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν την κατανομή των εσόδων και την εξάλειψη της διπλής φορολογίας.

3. Στόχος της τρίτης παραγράφου είναι η αποφυγή της σώρευσης παρακρατηθέντων φόρων στην πηγή στις περιπτώσεις μεταβίβασης των απαιτήσεων κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος τους. Κατ' αρχήν, η παρακράτηση φόρου στην πηγή μπορεί να επιβληθεί μόνο στο ποσό των τόκων που αντιστοιχεί στην περίοδο κατοχής του πραγματικού δικαιούχου. Μόνο σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν είναι σε θέση να καθορίσει την περίοδο κατοχής, ο πραγματικός δικαιούχος θεωρείται ως κάτοχος της απαίτησης καθ' όλη την περίοδο ισχύος της. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο πραγματικός δικαιούχος μπορεί, ωστόσο, να παράσχει στοιχεία που αποδεικνύουν την ημερομηνία απόκτησης.

4. Η παρακράτηση φόρου στην πηγή που επιβάλλεται από το κράτος μέλος του φορέα πληρωμής δεν απαλλάσσει τον πραγματικό δικαιούχο από τη φορολογική του οφειλή στο κράτος μέλος κατοικίας του. Το κράτος μέλος μόνιμης κατοικίας εξακολουθεί να έχει κάθε δικαίωμα να φορολογήσει το εισόδημα που εισπράττει ο πραγματικός δικαιούχος σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Ωστόσο, είναι υποχρεωμένο να διασφαλίσει την εξάλειψη κάθε διπλής φορολογίας που ενδέχεται να προκύψει από την επιβολή της παρακράτησης φόρου από το κράτος μέλος του φορέα πληρωμής.

Άρθρο 12

Το 75% των εσόδων από την παρακράτηση φόρου στην πηγή που επιβάλλεται από το κράτος μέλος του φορέα πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 11 πρέπει να μεταβιβασθεί στο κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Κατά τη μεταβίβαση αυτών των εσόδων, το κράτος μέλος το οποίο επιβάλλει την παρακράτηση φόρου δεν υποχρεούται να παράσχει στοιχεία σχετικά με την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της επικουρικότητας, εναπόκειται στο κράτος μέλος που επιβάλλει την παρακράτηση φόρου να επιλέξει τις καταλληλότερες πρακτικές ρυθμίσεις προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία του συστήματος κατανομής των εσόδων.

Άρθρο 13

1. Η επιβολή παρακράτησης φόρου στην πηγή σύμφωνα με το άρθρο 11 θεωρείται ως πρακτικό μέσο εξασφάλισης ελάχιστου επιπέδου πραγματικής φορολόγησης διασυνοριακών πληρωμών τόκων στην Κοινότητα. Στόχος της οδηγίας είναι, ωστόσο, η διασφάλιση της πραγματικής φορολόγησης των εν λόγω πληρωμών στο κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Προκειμένου να συμβάλουν στην επίτευξη αυτού του στόχου, τα κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση φόρου στην πηγή πρέπει να προβλέψουν μία από τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο ούτως ώστε να καταστεί δυνατή για τους πραγματικούς δικαιούχους η αποφυγή της εφαρμογής του καθεστώτος παρακράτησης φόρου με τη δήλωση του εισοδήματος από τους τόκους στα κράτη μέλη κατοικίας τους. Σε περίπτωση που κράτος μέλος προβλέψει τη διαδικασία που καθορίζεται στο στοιχείο (α) και ένας πραγματικός δικαιούχος εξουσιοδοτήσει τον φορέα πληρωμής του να παράσχει πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 8, το εν λόγω κράτος μέλος οφείλει να κοινοποιήσει αυτά τα στοιχεία στο κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου, σύμφωνα με το άρθρο 9.

2. Η παρούσα παράγραφος αποσκοπεί στον καθορισμό των στοιχείων που πρέπει να περιέχονται στο πιστοποιητικό που θα εκδίδεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Το πιστοποιητικό ισχύει για περίοδο τριών ετών υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλονται τα στοιχεία για τα οποία εκδίδεται. Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων που περιέχονται στο πιστοποιητικό, ο πραγματικός δικαιούχος δεν μπορεί να βασισθεί πλέον σε αυτό και πρέπει να ζητήσει άμεσα την έκδοση νέου.

Άρθρο 14

1. Η πρώτη παράγραφος επιβάλλει στο κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου τη γενική υποχρέωση εξάλειψης της διπλής φορολόγησης που ενδεχομένως προκύψει από την επιβολή παρακράτησης φόρου στην πηγή, σύμφωνα με το άρθρο 11.

2. Στη δεύτερη παράγραφο ορίζεται η μέθοδος που οφείλει να ακολουθήσει το κράτος μέλος κατοικίας προκειμένου να εξαλείψει τη διπλή φορολογία. Το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται να χορηγήσει πίστωση φόρου ίση με το ποσό του παρακρατηθέντος στην πηγή φόρου μέχρι του ποσού του φόρου που οφείλεται στο έδαφός του. Αν το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου φόρου, το επιπλέον ποσό του παρακρατηθέντος φόρου επιστρέφεται στον πραγματικό δικαιούχο. Επί παραδείγματι, αν το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου ανέρχεται σε 10 μονάδες και το ποσό του φόρου που οφείλεται στο κράτος μέλος κατοικίας είναι 15 μονάδες, το κράτος μέλος κατοικίας πιστώνει το συνολικό ποσό του παρακρατηθέντος φόρου (το κατάλοιπο φόρου που οφείλεται στο κράτος μέλος κατοικίας είναι 15 - 10 = 5). Αν το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου είναι 15 και το ποσό του οφειλόμενου φόρου είναι 10, το κράτος μέλος κατοικίας πιστώνει 10 μονάδες από τον παρακρατηθέντα φόρο (το κατάλοιπο φόρου που οφείλεται στο κράτος μέλος κατοικίας είναι 10 - 10 = 0) και επιστρέφει τις επιπλέον 5 μονάδες του παρακρατηθέντος φόρου στον πραγματικό δικαιούχο.

3. Στην τρίτη παράγραφο καθορίζεται η σειρά χορήγησης απαλλαγών αν, πέραν της παρακράτησης φόρου στην πηγή όπως αναφέρεται στο άρθρο 11, οι τόκοι αποτέλεσαν αντικείμενο οποιασδήποτε άλλης κατηγορίας παρακρατηθέντος φόρου και το κράτος μέλος κατοικίας χορηγεί πίστωση φόρου για τον εν λόγω παρακρατηθέντα φόρο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή τις συναφθείσες συμβάσεις περί διπλής φορολογίας. Η διάταξη αυτή αφορά ειδικά περιπτώσεις κατά τις οποίες οι τόκοι έχουν αποτελέσει αντικείμενο παρακράτησης φόρου στην πηγή τύπου οφειλέτη σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα. Στην τρίτη παράγραφο αναφέρεται ότι οι λοιπές αυτές κατηγορίες παρακράτησης φόρου στην πηγή πρέπει να πιστωθούν πρώτες. Επί παραδείγματι: ένας φορέας πληρωμής σε κράτος μέλος Α καταβάλλει τόκο σε πραγματικό δικαιούχο σε κράτος μέλος Β για απαίτηση που έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος Γ. Το κράτος μέλος Γ επιβάλλει παρακράτηση φόρου στην πηγή τύπου "οφειλέτη" ύψους 15 μονάδων. Το κράτος μέλος Α επιβάλλει παρακράτηση φόρου στην πηγή ύψους 20 μονάδων σύμφωνα με το άρθρο 11. Ο οφειλόμενος φόρος στο κράτος μέλος Β ανέρχεται σε 25 μονάδες. Σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο, το κράτος μέλος Β οφείλει να πιστώσει κατ' αρχήν τον παρακρατηθέντα φόρο τύπου "οφειλέτη" ύψους 15 μονάδων που επεβλήθη στο κράτος μέλος Γ (το κατάλοιπο φόρου που οφείλεται στο κράτος μέλος Β είναι:25 - 15 = 10). Το κράτος μέλος Β οφείλει στη συνέχεια να φροντίσει για την εξάλειψη κάθε διπλής φορολογίας που ενδεχομένως να προκύψει από την επιβολή παρακράτησης φόρου στην πηγή από το κράτος μέλος Α. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, το κράτος μέλος Β πιστώνει 10 μονάδες από τον παρακρατηθέντα στην πηγή φόρο (το κατάλοιπο φόρου που οφείλεται στο κράτος μέλος κατοικίας είναι: 10 - 10 = ο) και επιστρέφει το επιπλέον ποσό ύψους 10 μονάδων του παρακρατηθέντος στην πηγή φόρου στον πραγματικό δικαιούχο.

Άρθρο 15

1. Οι περισσότερες από τις υφιστάμενες εκδόσεις εγχώριων και διεθνών ομολογιών και άλλων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων περιέχουν τις αποκαλούμενες ρήτρες "εγγυημένης απόδοσης" ή πρόωρης εξόφλησης. Η ρήτρα εγγυημένης απόδοσης υποχρεώνει τον εκδότη να αποζημιώσει τον επενδυτή ("gross-up") για τυχόν φόρο που έχει παρακρατηθεί από το κράτος εγκατάστασης του εκδότη. Ωστόσο, η ρήτρα εξασφάλισης πρόωρης εξόφλησης παρέχει συνήθως τη δυνατότητα στον εκδότη να εξαγοράζει (ή να "εξοφλεί") την έκδοση στην ονομαστική της αξία. Υπάρχει κίνδυνος η επιβολή της παρακράτησης φόρου στην πηγή που αναφέρεται στο άρθρο 11 να ενεργοποιήσει την εφαρμογή αυτών των ρητρών, ειδικότερα, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης ή ο φορέας πληρωμής του οφειλέτη καταβάλλουν τόκους άμεσα στον πραγματικό δικαιούχο που αναφέρεται στο άρθρο 2. Προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν διαταραχές της αγοράς που ενδεχομένως να προκαλούσε η ενεργοποίηση αυτών των ρητρών, το παρόν άρθρο προβλέπει την εξαίρεση των υφιστάμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας καθ' όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, οι τίτλοι αυτοί δεν θεωρούνται απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο (α). Αυτό σημαίνει ότι το εισόδημα που προκύπτει από αυτούς τους τίτλους (που διέπονται από τη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων) δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ασχέτως με το κατά πόσον οι εν λόγω τίτλοι κατέχονται άμεσα από φυσικά πρόσωπα ή έμμεσα μέσω ΟΣΕΚΑ, κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, ή μέσω οργανισμών που έχουν επιλέξει να εξομοιωθούν με αυτούς κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 3. Επίσης, σημαίνει ότι οι εν λόγω τίτλοι δεν θεωρούνται ως απαιτήσεις για τον υπολογισμό των ποσοστών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο (δ) και παράγραφος 6.

Προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των φορέων πληρωμής, η ρήτρα των κεκτημένων δικαιωμάτων εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του αν οι φορείς πληρωμής είναι εγκατεστημένοι σε κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση φόρου στην πηγή ή αναλαμβάνουν την ανταλλαγή πληροφοριών. Για πρακτικούς λόγους, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στο σύνολο των διαπραγματεύσιμων ομολογιών ανεξαρτήτως του αν περιλαμβάνουν στην πράξη ρήτρα εγγυημένης απόδοσης ή πρόωρης εξόφλησης που ενδεχομένως να ενεργοποιηθούν με την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας. Ο όρος "διαπραγματεύσιμες ομολογίες" περιλαμβάνει όλους τους τύπους ομολογιών που είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών στις δευτερογενείς αγορές ή που μπορούν να μεταβιβασθούν από τον δικαιούχο του τίτλου δίχως την προηγούμενη έγκριση του εκδότη. Ο όρος αυτός καλύπτει τις εγχώριες και διεθνείς ομολογίες καθώς και άλλους τύπους διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων, όπως τα βραχυπρόθεσμα ομόλογα σε ευρώ, τα μεσοπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια σε ευρώ και τα ομόλογα.

Η ρήτρα των κεκτημένων δικαιωμάτων εφαρμόζεται σε όλες τις διαπραγματεύσιμες ομολογίες που έχουν εκδοθεί πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ή όσον αφορά τις οποίες τα αρχικά ενημερωτικά φυλλάδια για την έκδοση νέων ομολογιών είχαν πιστοποιηθεί πριν από αυτή την ημερομηνία. Οι διαπραγματεύσιμες ομολογίες που εκδίδονται από την 1η Μαρτίου 2001 και εξής δεν καλύπτονται συνεπώς από την ρήτρα των κεκτημένων δικαιωμάτων, εκτός αν το αρχικό ενημερωτικό φυλλάδιο είχε πιστοποιηθεί πριν από αυτή την ημερομηνία.

Η εφαρμογή της ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων στους προαναφερόμενους τίτλους εξαρτάται από την έκδοση περαιτέρω τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής. Αποτελεί κοινή πρακτική για τους κρατικούς και εταιρικούς εκδότες να αυξάνουν τον αριθμό των υφιστάμενων εκδόσεων ή να προβαίνουν σε συνεχείς εκδόσεις (tap). Σε περίπτωση που υφιστάμενη έκδοση προτιμάται από τους επενδυτές αλλά έχει καταστεί μη ευχερώς ρευστοποιήσιμη, η αναθεώρηση ενδεχομένως να αυξήσει τη ρευστότητα της έκδοσης. Η επανέκδοση ομολογιών έχει καταστεί η συνηθέστερη τεχνική μεταξύ των κρατικών εκδοτών καθώς και άλλων μεγάλων επενδυτών προκειμένου να αυξηθεί το μέγεθος των εκδιδόμενων ομολογιών αναφοράς σε ποσά που επιτυγχάνουν τον επιθυμητό βαθμό ρευστότητας. Σε περιπτώσεις που μία περαιτέρω έκδοση ή συνεχιζόμενη έκδοση (tap) πραγματοποιείται με πανομοιότυπους όρους με προηγούμενη έκδοση , και οι δύο εκδόσεις θα είναι ανταλλάξιμες. Στην πράξη, και οι δύο εκδόσεις θα αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τον ίδιο αναγνωριστικό αριθμό και, αν απαιτείται φυσική παράδοση, η παράδοση ομολογιών και των δύο εκδόσεων θα ικανοποιήσουν την υποχρέωση παράδοσης. Για πρακτικούς λόγους, οι ομολογίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης ως ενιαία έκδοση.

Στο άρθρο γίνεται διάκριση μεταξύ των διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από κυβερνήσει και συνδεδεμένους φορείς και αυτών που εκδίδονται από άλλους εκδότες (π.χ. εκδότριες εταιρείες). Με τον όρο "συνδεδεμένοι φορείς" νοούνται οι δημόσιοι φορείς που έχουν εξουσιοδοτηθεί από τις κυβερνήσεις να εκδίδουν χρεωστικούς τίτλους του δημοσίου. Δεν αναφέρεται σε κρατικές επιχειρήσεις που εκδίδουν (εταιρικές) ομολογίες. Αν πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερομένων τίτλων από κυβέρνηση ή συνδεδεμένο φορέα από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής, η συνολική έκδοση, αποτελούμενη από την αρχική έκδοση και επιπλέον εκδόσεις, δεν θα υπόκειται πλέον στη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων. Είναι σαφές ότι σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει κίνδυνος ορισμένοι μεμονωμένοι επενδυτές να επικαλεσθούν τη ρήτρα εγγυημένης απόδοσης. Ωστόσο, αναμένεται ότι, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν στρεβλώσεις της αγοράς, τα κράτη μέλη και οι συνδεδεμένοι φορείς τους θα αναλάβουν την υποχρέωση να μην εξοφλούν ή να εξαγοράζουν αυτές τις εκδόσεις για φορολογικούς σκοπούς. Οι τρίτες χώρες και οι συνδεδεμένοι οργανισμοί τους έχουν φυσικά τη δυνατότητα να αναλαμβάνουν την ίδια υποχρέωση. Αν πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερόμενων τίτλων από άλλο εκδότη (π.χ. εκδότριες εταιρείες) από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής, η έκδοση αυτή δεν θα διέπεται από τη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων, ενώ η αρχική έκδοση και οι επόμενες εκδόσεις που πραγματοποιήθηκαν πριν από την 1η Μαρτίου 2002 θα εξακολουθήσουν να υπόκεινται στη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων. Συνεπώς, οι περαιτέρω αυτές εκδόσεις δεν θα επηρεάζουν δυσμενώς τις προηγούμενες εκδόσεις. Αναμένεται ότι οι εκδότριες εταιρείες καθώς και οι εθνικοί και διεθνείς οργανισμοί αριθμοδότησης θα διευκολύνουν την εφαρμογή αυτής της διάταξης εξασφαλίζοντας ότι οι επιπλέον αυτές εκδόσεις που πραγματοποιούνται μετά την 1η Μαρτίου 2002 δεν είναι ανταλλάξιμες με προηγούμενες εκδόσεις. Είναι δυνατόν να προσδιορίσουν χωριστά τις περαιτέρω αυτές εκδόσεις εγγράφοντάς τις σε αριθμό καταχώρησης ISIN ή σε εθνικό αριθμό καταχώρησης που διαφέρει από τον αριθμό καταχώρησης της αρχικής έκδοσης.

2. Το παρόν άρθρο προβλέπει μόνο εξαίρεση για τους σκοπούς της οδηγίας. Δεν επηρεάζει την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν κάθε δικαίωμα να φορολογούν το εισόδημα από τίτλους που διέπονται από τη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 16

Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε ορισμένους διεθνείς οργανισμούς οι οποίοι βάσει των καταστατικών τους απαλλάσσονται της υποχρέωσης παρακράτησης του φόρου στην πηγή επί των τόκων που καταβάλλονται για τις υποχρεώσεις που εκδίδουν. Οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί περιλαμβάνουν τη Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΔΤΑΑ) και τη Διεθνή Εταιρεία Χρηματοδότησης (ΔΕΧ) (που είναι και οι δύο μέλη της ομάδας της Παγκόσμιας Τράπεζας), τη Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης, τη Διεθνή Εταιρεία Επενδύσεων, την Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης και την Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης. Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν προβεί στην υπογραφή και κύρωση των διεθνών συμφωνιών με τις οποίες ιδρύθηκαν η ΔΤΑΑ και η ΔΕΧ. Επίσης, τα περισσότερα κράτη μέλη συμμετέχουν στους λοιπούς διεθνείς οργανισμούς. Το παρόν άρθρο παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση φόρου στην πηγή, κατά την έννοια του άρθρου 11, τα οποία δεσμεύονται βάσει διεθνών συμφωνιών που διέπουν τους προαναφερόμενους οργανισμούς, να εκπληρώσουν τις διεθνείς υποχρεώσεις τους απαλλάσσοντας τους φορείς πληρωμής που ενεργούν εξ ονόματος αυτών των οργανισμών από την υποχρέωση επιβολής παρακράτησης φόρου στην πηγή σε περίπτωση που αυτή η υποχρέωση αντιβαίνει στις διατάξεις των εν λόγω συμφωνιών. Το πεδίο εφαρμογής αυτής της απαλλαγής περιορίζεται δεδομένου ότι καλύπτει μόνο περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ίδιος ο διεθνής οργανισμός ή ο εξουσιοδοτημένος φορέας πληρωμής καταβάλλει τόκους άμεσα στον πραγματικό δικαιούχο. Η απαλλαγή δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που άλλος φορέας πληρωμής έχει επιφορτισθεί με την καταβολή των τόκων επί των απαιτήσεων που εκδίδονται από διεθνή οργανισμό.

Κεφάλαιο IV: Διάφορες και τελικές διατάξεις

Άρθρο 17

Τα κράτη μέλη που το επιθυμούν έχουν το δικαίωμα να επιβάλουν παρακράτηση φόρου στην πηγή διαφορετική από αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 11, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και τις συναφθείσες συμβάσεις περί διπλής φορολογίας. Πρόκειται, ειδικότερα, για παρακρατούμενους φόρους στην πηγή τύπου "οφειλέτη" τους οποίους τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν επί των τόκων που προκύπτουν στο έδαφός τους. Οι εν λόγω παρακρατούμενοι φόροι στην πηγή τύπου "οφειλέτη" χρησιμοποιούνται συχνά στο πλαίσιο συμβάσεων διπλής φορολογίας για τον καταμερισμό των φορολογικών πλεονεκτημάτων μεταξύ του κράτους κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου και του κράτους προέλευσης της απαίτησης που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία των τόκων.

Άρθρο 18

Στο άρθρο αυτό καθορίζονται το χρονοδιάγραμμα και οι όροι μεταφοράς της οδηγίας στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ενημερώσουν άμεσα την Επιτροπή σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική τους νομοθεσία και να υποβάλουν πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτής της οδηγίας και των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπισθεί.

Άρθρο 19

Η Επιτροπή θα υποβάλλει κάθε τρία έτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Στις εκθέσεις της, η Επιτροπή θα δίδει ιδιαίτερη προσοχή στις διεθνείς εξελίξεις στον τομέα της ανταλλαγής πληροφοριών. Όταν κρίνεται σκόπιμο, θα προτείνει τροποποιήσεις της οδηγίας προκειμένου να διασφαλιστεί η καλύτερη πραγματική φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις καθώς και η εξάλειψη των ανεπιθύμητων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.

-------------------------------

2001/0164 (CNS)

Πρόταση οδηγιας του Συμβουλιου για την εξασφάλιση της πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 94,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής [13],

[13] ΕΕ C [...], [...], σ. [... ].

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [14],

[14] ΕΕ C [...], [...], σ. [... ].

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [15],

[15] ΕΕ C [...], [...], σ. [... ].

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Η οδηγία 88/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1988 για την εφαρμογή του άρθρου 67 της συνθήκης [16] προβλέπει την από το 1990 πλήρη ελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίου που πραγματοποιούνται στην Κοινότητα μεταξύ των κατοίκων των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των άμεσων επενδύσεων. Η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων προβλέπεται στα άρθρα 56 έως 60 της συνθήκης.

[16] ΕΕ αριθ. L 178, της 8.7.1988, σ. 5.

(2) Τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων από τις απαιτήσεις συνιστούν φορολογητέα εισοδήματα για τους κατοίκους όλων των κρατών μελών

(3) Δυνάμει του άρθρου 58 παράγραφος 1 της συνθήκης, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να εφαρμόζουν τις οικείες διατάξεις της φορολογικής τους νομοθεσίας οι οποίες διακρίνουν μεταξύ φορολογουμένων που δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση όσον αφορά την κατοικία τους ή τον τόπο όπου είναι επενδεδυμένα τα κεφάλαιά τους, καθώς και να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή παραβάσεων των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, ιδίως στον τομέα της φορολογίας

(4) Οι διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας των κρατών μελών που αποσκοπούν στην καταπολέμηση των καταχρήσεων ή της φοροδιαφυγής δεν πρέπει να αποτελούν, σύμφωνα με την παράγραφο 3, του άρθρου 58 της συνθήκης, ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών όπως ορίζεται στο άρθρο 56 της συνθήκης

(5) Λόγω της έλλειψης συντονισμού των εθνικών φορολογικών καθεστώτων σχετικά με τη φορολογία των αποταμιεύσεων, ιδίως σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των τόκων που εισπράττονται σε κάθε κράτος μέλος από μη κατοίκους, είναι σήμερα συνήθως δυνατό οι κάτοικοι των κρατών μελών να αποφεύγουν κάθε μορφή φορολογίας στο κράτος μέλος κατοικίας τους επί των τόκων που εισπράττουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος όπου κατοικούν.

(6) Η δυνατότητα φοροδιαφυγής προκαλεί οικονομικές στρεβλώσεις στις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών που δεν συμβιβάζονται με την ύπαρξη της Εσωτερικής Αγοράς

(7) Σύμφωνα με τα συμπεράσματα ECOFIN της 1ης Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή ενέκρινε στις 20 Μαΐου 1998 [17]πρόταση οδηγίας για την εξασφάλιση ελαχίστου επιπέδου πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα.

[17] ΕΕ C 212 της 8.7.1998, σ. 13

(8) Η εν λόγω πρόταση αποτέλεσε αντικείμενο εντατικών συζητήσεων σε πολιτικό και τεχνικό επίπεδο από τον Ιούλιο του 1998 και εφεξής αλλά δεν κατέστη δυνατό να τύχει της ομόφωνης στήριξης των κρατών μελών.

(9) Συνεπώς, η παρούσα οδηγία βασίζεται στη συναίνεση που επιτεύχθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Σάντα Μαρία ντα Φέιρα της 19ης και 20ής Ιουνίου 2000 και, στη συνέχεια, στο Συμβούλιο ECOFIN της 26ης και 27ης Νοεμβρίου 2000.

(10) Στόχος αυτής της οδηγίας είναι η διασφάλιση ότι τα διασυνοριακά εισοδήματα από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πραγματικής φορολόγησης στο κράτος μέλος κατοικίας του φορολογούμενου σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

(11) Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας περιορίζεται στις πληρωμές τόκων που πραγματοποιούνται από φορέα πληρωμής που είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος σε πραγματικούς δικαιούχους που συνιστούν φυσικά πρόσωπα και κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη.

(12) Εφόσον ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι, η πραγματική φορολόγηση των διασυνοριακών εισοδημάτων από αποταμιεύσεις εντός της Κοινότητας, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό από τα κράτη μέλη λόγω της έλλειψης συντονισμού των εθνικών συστημάτων φορολογίας του εισοδήματος από αποταμιεύσεις και δύναται συνεπώς να επιτευχθεί ευχερέστερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα είναι σε θέση να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η οδηγία αυτή περιορίζεται στο ελάχιστο απαραίτητο για την επίτευξη των εν λόγω στόχων και δεν υπερβαίνει το επίπεδο που απαιτείται για το σκοπό αυτό.

(13) Ο φορέας πληρωμής είναι ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους ή εξασφαλίζει την άμεση πληρωμή τόκων στον πραγματικό δικαιούχο. Η πληρωμή τόκων δεν περιλαμβάνει την απλή παθητική είσπραξη του ποσού που καταβάλλει τράπεζα ή χρηματοδοτικός οργανισμός στον λογαριασμό του πραγματικού δικαιούχου.

(14) Για τον καθορισμό της έννοιας της πληρωμής τόκων και του μηχανισμού του φορέα πληρωμής, γίνεται αναφορά στην οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 1985 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) [18].

[18] ΕΕ αριθ. L 375, της 31.12.1985, σ. 3.

(15) Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας πρέπει να περιορισθεί στη φορολογία του εισοδήματος από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων που απορρέουν από απαιτήσεις, προς αποφυγή τυχόν θεμάτων που σχετίζονται με τη φορολόγηση συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών.

(16) Ο στόχος της διασφάλισης της πραγματικής φορολόγησης των πληρωμών τόκων είναι δυνατόν να επιτευχθεί χάρη στην ανταλλαγή πληροφοριών που αφορούν τις πληρωμές τόκων μεταξύ των κρατών μελών.

(17) Η οδηγία 77/799/ΕΟΚ της 19ης Δεκεμβρίου 1977 για την αμοιβαία συνδρομή των αρμοδίων αρχών στον τομέα της άμεσης και της έμμεσης φορολογίας [19], παρέχει ήδη στα κράτη μέλη τη βάση ανταλλαγής πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς και θα πρέπει, κατά κανόνα, να εφαρμόζεται ομοίως στην ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

[19] ΕΕ αριθ. L 336, της 27.12.1997, σ. 15.

(18) Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις πληρωμές τόκων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία συνιστά εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για τη διασφάλιση της πραγματικής φορολόγησης διασυνοριακών πληρωμών τόκων.

(19) Είναι συνεπώς σκόπιμο να μην επιτρέπεται στα κράτη μέλη που ανταλλάσσουν πληροφορίες, κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, να βασίζονται στα όρια ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ.

(20) Προκειμένου να τους παρασχεθεί περισσότερος χρόνος για να προσαρμόσουν τη νομοθεσία τους, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία δεν πρέπει να υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου επτά ετών μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω οδηγίας. Ωστόσο, θα πρέπει να λαμβάνουν σχετικές πληροφορίες από τα άλλα κράτη μέλη.

(21) Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής αυτής περιόδου, τα εν λόγω κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν ελάχιστο επίπεδο πραγματικής φορολόγησης του εισοδήματος από τις αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων με την επιβολή καθεστώτος παρακράτησης φόρου στην πηγή.

(22) Τα εν λόγω κράτη μέλη οφείλουν να μεταβιβάσουν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από τον παρακρατούμενο φόρο στο κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου των τόκων.

(23) Τα προαναφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν διαδικασία βάσει της οποίας θα παρέχεται η δυνατότητα στους πραγματικούς δικαιούχους που κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη να αποφεύγουν την επιβολή του καθεστώτος παρακράτησης φόρου στην πηγή εξουσιοδοτώντας τον φορέα πληρωμής τους να δηλώσει τις πληρωμές τόκων ή υποβάλλοντας πιστοποιητικό που έχει εκδώσει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κατοικίας τους.

(24) Το κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου οφείλει να διασφαλίσει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας των πληρωμών τόκων που ενδεχομένως να προκύψει από την εφαρμογή παρακράτησης φόρου στην πηγή σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Για το σκοπό αυτό, θα χορηγήσει πίστωση φόρου ίση με το παρακρατηθέν στην πηγή ποσό, μέχρι του ποσού του φόρου που οφείλεται στο έδαφός του για τους τόκους αυτούς και θα επιστρέψει στον πραγματικό δικαιούχο το επιπλέον ποσό του παρακρατηθέντος φόρου.

(25) Προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν στρεβλώσεις της αγοράς, η παρούσα οδηγία πρέπει, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, να μην εφαρμόζεται στις πληρωμές τόκων επί των υφιστάμενων εγχώριων και διεθνών ομολογιών και άλλων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων των οποίων τα ενημερωτικά φυλλάδια έχουν εγκριθεί πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ή, ελλείψει ενημερωτικών δελτίων, που έχουν εκδοθεί πριν από αυτή την ημερομηνία.

(26) Τα κράτη μέλη που επιβάλλουν καθεστώς παρακράτησης φόρου στην πηγή θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαλλάσσουν τους φορείς πληρωμής που ενεργούν εξ ονόματος διεθνών οργανισμών που εκδίδουν χρεωστικούς τίτλους από την υποχρέωση παρακράτησης φόρου στην πηγή επί των τόκων που καταβάλλονται για τους εν λόγω χρεωστικούς τίτλους, σε περίπτωση που η υποχρέωση αυτή αντιβαίνει σε διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από τα εν λόγω κράτη μέλη και αφορούν αυτούς τους οργανισμούς.

(27) Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν άλλους τύπους παρακράτησης φόρου στην πηγή επί των τόκων που προκύπτουν στα εδάφη τους διαφορετικούς από αυτούς που αναφέρονται σε αυτή την οδηγία.

(28) Η Επιτροπή οφείλει να υποβάλλει ανά τριετία έκθεση σχετική με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να προτείνει στο Συμβούλιο τυχόν τροποποιήσεις που κρίνονται αναγκαίες προκειμένου να διασφαλιστεί η καλύτερη πραγματική φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις καθώς και η εξάλειψη των ανεπιθύμητων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.

(29) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται, ειδικότερα, από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΚΔΙΔΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Κεφάλαιο I:Εισαγωγικές διατάξεις

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1. Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι να διασφαλίσει ότι το εισόδημα από τις αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων που πραγματοποιούνται σε ένα κράτος μέλος προς τους πραγματικούς δικαιούχους που είναι φυσικά πρόσωπα εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο πραγματικής φορολόγησης σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του τελευταίου κράτους μέλους.

2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί η εκτέλεση των καθηκόντων που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας από τους φορείς πληρωμής, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης του οφειλέτη του χρεωστικού τίτλου που παράγει αυτούς τους τόκους.

Άρθρο 2

Ορισμός του πραγματικού δικαιούχου

1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "πραγματικός δικαιούχος" νοείται το φυσικό πρόσωπου που εισπράττει τόκους για ίδιο σκοπό ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου διασφαλίζεται πληρωμή τόκων, εκτός αν μπορεί να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν τους έχει εισπράξει για ίδιο λογαριασμό. Δεν θεωρείται ως πραγματικός δικαιούχος σε περίπτωση που :

(α) ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1, ή

(β) ενεργεί εξ ονόματος νομικού προσώπου, οργανισμού που φορολογείται επί των κερδών του βάσει των γενικών ρυθμίσεων φορολογίας των επιχειρήσεων, ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ ή οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας και, στην τελευταία περίπτωση, αποκαλύπτει την επωνυμία και τη διεύθυνση του εν λόγω οργανισμού στον οικονομικό φορέα που καταβάλλει τους τόκους και ο τελευταίος κοινοποιεί αυτές τις πληροφορίες στο κράτος μέλος εγκατάστασής του, ή

(γ) ενεργεί εξ ονόματος άλλου φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχος και αποκαλύπτει στον φορέα πληρωμής τα στοιχεία ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2.

2. Στην περίπτωση που ο φορέας πληρωμής έχει στη διάθεσή του στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η πληρωμή τόκων ενδεχομένως να μην είναι ο πραγματικός δικαιούχος, λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίσει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2. Αν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει τον πραγματικό δικαιούχο, το εν λόγω φυσικό πρόσωπο θεωρείται ως πραγματικός δικαιούχος.

Άρθρο 3

Στοιχεία ταυτότητας και κατοικία του πραγματικού δικαιούχου

1. Κάθε κράτος μέλος εγκρίνει και διασφαλίζει την εφαρμογή στο έδαφός του των αναγκαίων διαδικασιών που επιτρέπουν στον φορέα πληρωμής να προσδιορίζει τους πραγματικούς δικαιούχους και την κατοικία τους για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

Οι διαδικασίες αυτές πληρούν τους ελάχιστους κανόνες που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.

2. Για να προσδιορισθεί η ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ελάχιστοι κανόνες:

(α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το όνομα και τη διεύθυνσή του, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ειδικότερα, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς στο κράτος εγκατάστασής του καθώς και με την οδηγία 91/308/ΕΟΚ [20].

[20] ΕΕ αριθ. L 166, της 28.6.1991, σ. 77.

(β) Όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας και εξής, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι, το όνομα, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου ή άλλο αναγνωριστικό αριθμό ή, ελλείψει ενός τέτοιου αριθμού, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του πραγματικού δικαιούχου.

3. Για να προσδιορισθεί η κατοικία του πραγματικού δικαιούχου για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ελάχιστοι κανόνες:

(α) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2001, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ειδικότερα, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς στο κράτος εγκατάστασής του καθώς και με την οδηγία 91/308/ΕΟΚ.

(β) όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που θα συναφθούν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και εξής, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του δικαιούχου σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία :

(i) Όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα που είναι κάτοχοι διαβατηρίου ή παρεμφερούς επίσημου εγγράφου που έχει εκδώσει κράτος μέλος και τα οποία δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας, η κατοικία καθορίζεται μέσω πιστοποιητικού κατοικίας που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας στην οποία το εν λόγω φυσικό πρόσωπο ισχυρίζεται ότι κατοικεί.

(ii) Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ως κατοικία θεωρείται η χώρα μόνιμης κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου.

(γ) Όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνήφθησαν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2001 και της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της οδηγίας, ο φορέας πληρωμής εξακριβώνει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας και εξής.

Άρθρο 4

Ορισμός του φορέα πληρωμής

1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "φορέας πληρωμής" νοείται οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας, ο οποίος καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού, ανεξαρτήτως του αν είναι ο οφειλέτης της τοκοφόρας απαίτησης ή η επιχείρηση στην οποία έχει αναθέσει ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχος την πληρωμή των τόκων ή την εξασφάλιση αυτής της πληρωμής.

2. Κάθε φορέας που είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η καταβολή τόκων προς όφελος του πραγματικού δικαιούχου θεωρείται επίσης ως φορέας πληρωμής κατά την εν λόγω πληρωμή ή εξασφάλιση της πληρωμής, υπό τον όρο ότι:

(α) δεν είναι νομικό πρόσωπο,

(β) δεν φορολογείται επί των κερδών του βάσει των γενικών ρυθμίσεων φορολογίας των επιχειρήσεων,

(γ) δεν συνιστά ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ.

Ο οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους σε έναν τέτοιο φορέα που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων για αυτόν, ο οποίος θεωρείται ως φορέας πληρωμής βάσει της παρούσας παραγράφου, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση του φορέα καθώς και το συνολικό ποσό των τόκων που του κατέβαλε ή που εξασφάλισε την καταβολή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασής του, η οποία στη συνέχεια διαβιβάζει τα στοιχεία αυτά στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης του φορέα.

3. Ο φορέας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 έχει, ωστόσο, το δικαίωμα να τυγχάνει μεταχείρισης ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος κοινοποιείται στο κράτος μέλος εγκατάστασης του φορέα.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους λεπτομερείς κανόνες για την άσκηση αυτού του δικαιώματος.

4. Σε περίπτωση που ο οικονομικός φορέας και ο φορέας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης του φορέα, αν ενεργεί ως φορέας πληρωμής, προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 5

Προσδιορισμός της αρμόδιας αρχής

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως «αρμόδια αρχή» νοείται:

(α) όσον αφορά τα κράτη μέλη, οποιαδήποτε από τις αρχές που έχουν αυτά κοινοποιήσει στην Επιτροπή και

(β) όσον αφορά τρίτες χώρες, η αρμόδια αρχή για τους σκοπούς των διμερών ή πολυμερών φορολογικών συμβάσεων ή, ελλείψει αυτής, κάθε άλλη αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση πιστοποιητικών φορολογικής κατοικίας.

Άρθρο 6

Ορισμός των τόκων

1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως «τόκοι» νοούνται:

(α) Οι καταβληθέντες ή εγγεγραμμένοι σε λογαριασμό τόκοι από πάσης φύσεως απαιτήσεις, που συνοδεύονται ή όχι από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πριμοδοτήσεων και δώρων που συνδέονται με αυτά. Οι τόκοι υπερημερίας δεν θεωρούνται ως τόκοι.

(β) οι δεδουλευμένοι ή κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο (α)

(γ) το εισόδημα που προκύπτει από την καταβολή τόκων, είτε άμεσα ή μέσω οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, το οποίο διανέμεται από:

(i) ΟΣΕΚΑ, κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ,

(ii) οργανισμούς που έχουν ασκήσει το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 και

(iii) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 7.

(δ) το εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση μετοχών ή μεριδίων στους ακόλουθους οργανισμούς και επιχειρήσεις, αν έχουν επενδύσει ποσοστό ανώτερο του 40% του ενεργητικού τους σε απαιτήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο (α) ή σε άλλες μετοχές ή μερίδια που ορίζονται στο παρόν εδάφιο:

(i) ΟΣΕΚΑ, κατά την έννοια της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ,

(ii) οργανισμούς που έχουν ασκήσει το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3,

(iii) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 7.

2. Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο (γ), σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το μέρος του εισοδήματος που προέρχεται από την πληρωμή τόκων, το συνολικό ποσό του εισοδήματος θεωρείται ως πληρωμή τόκων.

3. Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο (δ), σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το ποσοστό του ενεργητικού που επενδύεται σε απαιτήσεις ή σε μετοχές ή μερίσματα που προβλέπονται στη συγκεκριμένη παράγραφο, το ποσοστό αυτό θεωρείται ότι υπερβαίνει το 40%.

4. Όταν οι τόκοι, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1, καταβάλλονται ή πιστώνονται σε λογαριασμό οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, αν ο εν λόγω οργανισμός δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, θεωρούνται ως πληρωμές τόκων για τον εν λόγω οργανισμό.

5. Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία (β) και (δ), τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους να υπολογίζουν τους τόκους σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει το έτος και να θεωρούν τους ετήσιους αυτούς τόκους ως πληρωμή τόκων ακόμη και αν δεν διενεργηθεί πώληση, εξαγορά ή εξόφληση κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

6. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ), τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν από τον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στις συγκεκριμένες διατάξεις από επιχειρήσεις ή οργανισμούς που εδρεύουν εντός του εδάφους τους, σε περίπτωση που το ποσοστό του χαρτοφυλακίου των εν λόγω οργανισμών που έχει επενδυθεί σε απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α δεν υπερβαίνει το 15%.

Η άσκηση αυτού του δικαιώματος από κράτος μέλος είναι δεσμευτικό και για άλλα κράτη μέλη.

7. Μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 10, το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) και στην παράγραφο 3 θα ανέλθει σε 15%.

8. Τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ και στην παράγραφο 6 καθορίζονται βάσει της επενδυτικής πολιτικής, όπως ορίζεται στον κανονισμό και στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω επιχειρήσεων και οργανισμών και, ελλείψει αυτών, βάσει της σύνθεσης του ενεργητικού τους.

Άρθρο 7

Εδαφικό πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους τόκους που καταβάλλονται από φορέα πληρωμής εγκατεστημένο σε έδαφος όπου εφαρμόζεται η συνθήκη δυνάμει του άρθρου 299 αυτής.

Κεφάλαιο II: Ανταλλαγή πληροφοριών

Άρθρο 8

Υποβολή στοιχείων από τον φορέα πληρωμής

1. Το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που θα πρέπει να υποβάλλεται από τον φορέα πληρωμής στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασής του περιλαμβάνει:

(α) τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3.

(β) το όνομα και τη διεύθυνση του φορέα πληρωμής.

(γ) τον αριθμό λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία της απαίτησης που αποτελεί γενεσιουργό αιτία των καταβαλλόμενων τόκων, και

(δ) στοιχεία σχετικά με την πληρωμή των τόκων σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο.

2. Ο φορέας πληρωμής παρέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά την πληρωμή τόκων:

(α) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α: το ποσό των καταβληθέντων ή πιστωθέντων τόκων.

(β) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο β ή δ: είτε το ποσό του τόκου ή του εισοδήματος που αναφέρεται σε αυτές τις παραγράφους είτε το συνολικό ποσό των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση.

(γ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ: είτε το ποσό του εισοδήματος που αναφέρεται σε αυτή την παράγραφο είτε το συνολικό διανεμόμενο ποσό.

(δ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρο 6 παράγραφος 4: το ποσό του τόκου που αναλογεί σε κάθε μέλος του οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 οι οποίοι πληρούν τους όρους των άρθρων 1 παράγραφος 1 και 2 παράγραφος 1.

(ε) σε περίπτωση που κράτος μέλος έχει ασκήσει το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 5: το ποσό του ετήσιου τόκου.

Άρθρο 9

Αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών

1. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του φορέα πληρωμής κοινοποιεί τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 8 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου.

2. Η κοινοποίηση πληροφοριών διεξάγεται αυτομάτως τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους του κράτους μέλους του φορέα πληρωμής, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που κατεβλήθησαν κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους.

3. Το άρθρο 8 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ [21]δεν εφαρμόζεται στις πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο του παρόντος κεφαλαίου.

[21] ΕΕ αριθ. L 336, της 27.12.1977, σ. 15.

Κεφάλαιο III : Μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 10

Μεταβατική περίοδος

Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου επτά ετών μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας και με την επιφύλαξη του άρθρου 13 παράγραφος 1, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία δεν υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις διατάξεις του κεφαλαίου II.

Ωστόσο, λαμβάνουν πληροφορίες από τα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το κεφάλαιο II.

Άρθρο 11

Παρακράτηση φόρου στην πηγή

1. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 10, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία διασφαλίζουν ελάχιστο επίπεδο πραγματικής φορολόγησης εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων επιβάλλοντας συντελεστή παρακράτησης φόρου στην πηγή ύψους 15% κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ετών της μεταβατικής περιόδου και συντελεστή ύψους 20% για το υπόλοιπο διάστημα.

2. Ο φορέας πληρωμής επιβάλλει παρακράτηση του φόρου στην πηγή ως εξής:

α) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α: στο ποσό των καταβληθέντων ή πιστωθέντων τόκων.

(β) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο β ή δ: στο ποσό του τόκου ή του εισοδήματος που αναφέρεται σε αυτές τις παραγράφους ή με εισφορά ισοδύναμου αποτελέσματος που θα βαρύνει τον δικαιούχο επί του συνολικού ποσού των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση.

(γ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ: στο ποσό του εισοδήματος που αναφέρεται σε αυτή την παράγραφο.

(δ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρο 6 παράγραφος 4: στο ποσό του τόκου που αναλογεί σε έκαστο των μελών του οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 οι οποίοι πληρούν τους όρους των άρθρων 1 παράγραφος 1 και 2 παράγραφος1.

(ε) σε περίπτωση που κράτος μέλος έχει ασκήσει το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 5: στο ποσό του ετήσιου τόκου.

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχεία α) και β), η παρακράτηση φόρου στην πηγή πραγματοποιείται κατ' αναλογία της περιόδου κατοχής της απαίτησης από τον πραγματικό δικαιούχο.

Σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν είναι σε θέση να καθορίσει την περίοδο κατοχής βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του, θεωρεί ότι ο πραγματικός δικαιούχος είναι κάτοχος της απαίτησης καθ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της εκτός αν ο τελευταίος παράσχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ημερομηνία απόκτησής της.

4. Η επιβολή παρακράτησης φόρου στην πηγή από το κράτος μέλος του φορέα πληρωμής δεν εμποδίζει το κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου να φορολογήσει το εισόδημα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τηρουμένης της Συνθήκης.

Άρθρο 12

Κατανομή των εσόδων

Τα κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση φόρου στην πηγή σύμφωνα με το άρθρο 11 διατηρούν το 25% του εν λόγω φόρου και μεταβιβάζουν το 75% των εσόδων στο κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου των τόκων. Η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιείται το αργότερο εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους του κράτους μέλους του φορέα πληρωμής.

Τα κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση φόρου στην πηγή λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν την ορθή λειτουργία του συστήματος κατανομής εσόδων.

Άρθρο 13

Εξαιρέσεις από τη διαδικασία παρακράτησης φόρου στην πηγή

1. Τα κράτη μέλη που επιβάλλουν παρακράτηση φόρου στην πηγή σύμφωνα με το άρθρο 11 προβλέπουν μία από τις ακόλουθες διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι μπορούν να ζητήσουν να μην πραγματοποιηθεί παρακράτηση φόρου:

(α) διαδικασία που παρέχει την δυνατότητα στον πραγματικό δικαιούχο να εξουσιοδοτήσει ρητά τον φορέα πληρωμής να υποβάλει πληροφορίες σύμφωνα με το κεφάλαιο II, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξουσιοδότηση αυτή ισχύει για χρονικό διάστημα τριών ετών και καλύπτει το σύνολο των τόκων που καταβάλλονται στον πραγματικό δικαιούχο από τον φορέα πληρωμής. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9.

(β) διαδικασία που διασφαλίζει ότι δεν διενεργείται παρακράτηση φόρου στην πηγή όταν ο πραγματικός δικαιούχος υποβάλλει στον φορέα πληρωμής του πιστοποιητικό που του χορηγεί η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κατοικίας του σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2. Μετά από αίτηση του πραγματικού δικαιούχου, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κατοικίας του εκδίδει πιστοποιητικό στο οποίο αναφέρονται:

(α) το όνομα, η διεύθυνση και ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή άλλος αναγνωριστικός αριθμός ή, αν δεν υπάρχει, η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης του πραγματικού δικαιούχου.

(β) το όνομα και η διεύθυνση του φορέα πληρωμής.

(γ) ο αριθμός λογαριασμού του δικαιούχου ή, εάν δεν υπάρχει, στοιχεία του τίτλου.

Το πιστοποιητικό αυτό ισχύει για περίοδο τριών ετών υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλονται τα στοιχεία για τα οποία εξεδόθη. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον πραγματικό δικαιούχο που το έχει ζητήσει πραγματοποιείται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την υποβολή της αιτήσεως.

Άρθρο 14

Εξάλειψη της διπλής φορολογίας

1. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 10, το κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου διασφαλίζει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας που ενδεχομένως να προκύψει από την επιβολή της παρακράτησης φόρου που προβλέπεται στο άρθρο 11, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3.

2. Όταν επί των τόκων που εισπράττει ένας πραγματικός δικαιούχος έχει παρακρατηθεί φόρος στην πηγή στο κράτος μέλος του φορέα πληρωμής, το κράτος μέλος κατοικίας του εν λόγω πραγματικού δικαιούχου του χορηγεί, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, πίστωση φόρου ίση με το παρακρατηθέν στην πηγή ποσό, μέχρι του ποσού του φόρου που οφείλεται στο έδαφός του για τους τόκους αυτούς. Αν το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου φόρου, το κράτος μέλος κατοικίας επιστρέφει το επιπλέον ποσό του παρακρατηθέντος φόρου στον πραγματικό δικαιούχο.

3. Αν, πέραν της παρακράτησης φόρου στην πηγή όπως προβλέπεται στο άρθρο 11, επί των τόκων που εισπράττονται από τον πραγματικό δικαιούχο έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε άλλη παρακράτηση φόρου στην πηγή και το κράτος μέλος κατοικίας χορηγεί πίστωση φόρου για την εν λόγω παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία ή τις συμβάσεις περί διπλής φορολογίας, το ποσό του παρακρατηθέντος αυτού φόρου πιστώνεται πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 15

Διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι

1. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 10, οι εγχώριες και διεθνείς ομολογίες και άλλοι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί για πρώτη φορά πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ή που τα ενημερωτικά φυλλάδια για την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο αξιών έχουν εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές πριν από αυτή την ημερομηνία, κατά την έννοια της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ [22], ή από αρμόδιες αρχές σε τρίτες χώρες, δεν θεωρούνται ως απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις των εν λόγω διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής.

[22] ΕΕ αριθ. L 100, της 17.04.1980, σ. 1.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν επιπλέον εκδόσεις των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου και εξής, από κυβερνήσεις ή συνδεδεμένους οργανισμούς, η συνολική έκδοση αυτών των τίτλων, αποτελούμενη από την αρχική έκδοση και τις νέες εκδόσεις, θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α.

Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων μετά την 1η Μαρτίου 2002 από άλλο εκδότη που δεν καλύπτεται από την προηγούμενη παράγραφο, η περαιτέρω αυτή έκδοση θεωρείται ως απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α.

2. Kαμία διάταξη του άρθρου αυτού δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να φορολογούν το εισόδημα από τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους.

Άρθρο 16

Διεθνείς οργανισμοί

Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 10, τα κράτη μέλη που παρακρατούν φόρο στην πηγή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11, έχουν τη δυνατότητα να απαλλάσσουν τους φορείς πληρωμής οι οποίοι ενεργούν εξ ονόματος διεθνών οργανισμών που εκδίδουν απαιτήσεις από την υποχρέωση παρακράτησης φόρου στην πηγή επί των τόκων που έχουν καταβληθεί για τις εν λόγω απαιτήσεις, αν αυτή η υποχρέωση αντιβαίνει σε διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από τα εν λόγω κράτη μέλη όσον αφορά τους συγκεκριμένους οργανισμούς.

Κεφάλαιο IV: Διάφορες και τελικές διατάξεις

Άρθρο 17

Άλλες μορφές παρακράτησης φόρου στην πηγή

Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλουν άλλες μορφές παρακράτησης φόρου στην πηγή από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 11, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους ή τις συμβάσεις διπλής φορολογίας.

Άρθρο 18

Μεταφορά στην εθνική νομοθεσία

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία, το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2004.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος αυτός παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέρη.

2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή και της κοινοποιούν το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των θεσπιζόμενων εθνικών διατάξεων.

Άρθρο 19

Επανεξέταση

Η Επιτροπή θα υποβάλλει κάθε τρία έτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Βάσει αυτών των εκθέσεων, η Επιτροπή προτείνει στο Συμβούλιο, εάν συντρέχει λόγος, τις τροποποιήσεις της οδηγίας που θα ήταν απαραίτητες προκειμένου να διασφαλιστεί η καλύτερη πραγματική φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, καθώς και η εξάλειψη των ανεπιθύμητων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.

Άρθρο 20

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 21

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα Κράτη μέλη.

Βρυξύλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Η παρούσα πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό της Κοινότητας.

ΕΝΤΥΠΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, ΙΔΙΩΣ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΜΜΕ)

Τιτλοσ τησ ενεργειασ

Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την εξασφάλιση της πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα.

Αριθμός αναφοράς toy εγγραφου

η προταση

1. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της επικουρικότητας, γιατί είναι αναγκαία η κοινοτική νομοθεσία στον τομέα αυτό και ποιοι είναι οι κύριοι στόχοι της;

Στόχος της παρούσας πρότασης οδηγίας είναι να διασφαλίσει ότι το εισόδημα από τις αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων που πραγματοποιούνται σε ένα κράτος μέλος προς τους πραγματικούς δικαιούχους που είναι φυσικά πρόσωπα εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο πραγματικής φορολόγησης σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του τελευταίου κράτους μέλους.

Εξαιτίας της υφιστάμενης έλλειψης συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών, είναι συχνά δυνατόν τα φυσικά πρόσωπα να αποφεύγουν κάθε μορφή φορολογίας στα κράτη μέλη κατοικίας τους επί των τόκων που καταβάλλονται σε αυτά σε άλλο κράτος μέλος. Το γεγονός αυτό προκαλεί στρεβλώσεις στη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και απώλειες φορολογικών εσόδων για τα κράτη μέλη. Είναι σαφές ότι ο ευρωπαϊκός χρηματοοικονομικός χώρος δεν μπορεί να αποδώσει καρπούς αν οι αποφάσεις των αποταμιευτών καθορίζονται από τη δυνατότητα φοροδιαφυγής και δεν είναι αποτέλεσμα σύγκρισης μεταξύ των εναλλακτικών επενδυτικών δυνατοτήτων με βάση τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματά τους.

Η παρούσα πρόταση οδηγίας αποσκοπεί να βοηθήσει στην επίλυση αυτών των προβλημάτων καθώς και να δώσει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να φορολογούν τα εισοδήματα από τις διασυνοριακές αποταμιεύσεις σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Η συγκεκριμένη πρόταση δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση των εθνικών συστημάτων φορολογικής μεταχείρισης των εν λόγω εισοδημάτων.

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

2. Ποιος θίγεται από την πρόταση;

ποιοι επιχειρηματικοί τομείς;

ποίου μεγέθους επιχειρήσεις (ποιο είναι το ποσοστό των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων);

οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκονται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της Κοινότητας;

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε διασυνοριακές πληρωμές τόκων σε φυσικά πρόσωπα. Οι πληρωμές τόκων σε νομικά πρόσωπα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Προκειμένου να αποφευχθεί η επιβολή δυσανάλογα υψηλού διοικητικού φόρτου στους φορείς πληρωμής, η οδηγία εφαρμόζεται ασχέτως με το αν οι πληρωμές των τόκων συνιστούν επιχειρηματικό εισόδημα ή εισόδημα από ιδιωτικές επενδύσεις του φυσικού προσώπου. Συνεπώς, οι διασυνοριακές πληρωμές τόκων σε ατομικές επιχειρήσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ωστόσο, η οδηγία προβλέπει διαδικασίες που παρέχουν τη δυνατότητα σε ιδιοκτήτες ατομικών επιχειρήσεων και άλλα φυσικά πρόσωπα να αποφεύγουν την επιβολή παρακράτησης φόρου στην πηγή κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, εξουσιοδοτώντας τους φορείς πληρωμής τους να δηλώσουν τις πληρωμές τόκων ή υποβάλλοντας πιστοποιητικό που έχει εκδώσει το κράτος μέλος κατοικίας τους. Επιπροσθέτως, η οδηγία επιβάλλει την υποχρέωση στα κράτη μέλη κατοικίας να διασφαλίσουν την εξάλειψη της διπλής φορολογίας που ενδεχομένως να προκύψει ως αποτέλεσμα της επιβολής παρακράτησης φόρου στην πηγή κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου. Οι ιδιοκτήτες ατομικών επιχειρήσεων και άλλα φυσικά πρόσωπα δεν θα υπόκεινται συνεπώς σε υψηλότερη φορολογία ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

Οι φορείς πληρωμής συμβάλλουν σημαντικά στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Έχουν αναλάβει την υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες ή, στο πλαίσιο των μεταβατικών ρυθμίσεων, να εκπίπτουν το ποσό του παρακρατηθέντος στην πηγή φόρου επί των τόκων που καταβάλλονται στα φυσικά πρόσωπα. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "φορέας πληρωμής" νοείται οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας ο οποίος καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την πληρωμή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού, ανεξαρτήτως του αν είναι ο οφειλέτης της τοκοφόρας απαίτησης ή ο φορέας στον οποίο έχει αναθέσει ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχος την πληρωμή των τόκων ή την εξασφάλιση αυτής της πληρωμής. Η οδηγία αφορά μόνο τους οικονομικούς φορείς που καταβάλλουν τόκους άμεσα στα φυσικά πρόσωπα, ήτοι, τους τελευταίους στην αλυσίδα των ενδιάμεσων χρηματοδοτικών οργανισμών. Η πλειοψηφία των εκδοτών ομολογιών και άλλων οικονομικών φορέων δεν θα επιβαρυνθούν, συνεπώς, με πρόσθετες διοικητικές δαπάνες ως αποτέλεσμα της παρούσας οδηγίας.

Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους φορείς πληρωμής συνεπάγονται ορισμένες πρόσθετες διοικητικές δαπάνες για τους συγκεκριμένους οικονομικούς φορείς και, ενδεχομένως, να καταστεί αναγκαία η προσαρμογή των διοικητικών τους δαπανών και των συστημάτων πληροφορικής. Ωστόσο, έχουν καταβληθεί προσπάθειες για την ελαχιστοποίηση του κόστους συμμόρφωσης των φορέων πληρωμής, ειδικότερα, μέσω της απλοποίησης των υποχρεώσεων αναγνώρισης και αναφοράς βασίζοντάς τις, στο μέτρο του δυνατού, στις υφιστάμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς και εθνικούς κανόνες καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την υποχρέωση πληρέστερης γνώσης των πελατών ("γνώριζε τον πελάτη σου"). Κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική νομοθεσία, τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν υπόψη την ανάγκη διατήρησης των δαπανών και των επιπλέον επιβαρύνσεων στο ελάχιστο.

3. Τι οφείλουν να πράξουν οι επιχειρήσεις για να συμμορφωθούν με την πρόταση;

Οι οικονομικοί φορείς που ενεργούν ως φορείς πληρωμής οφείλουν να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις εξακρίβωσης της ταυτότητας και ενημέρωσης που συνεπάγεται η οδηγία. Οφείλουν να καθορίσουν τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία των πραγματικών δικαιούχων, σύμφωνα με τις ελάχιστες διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία, και να ενημερώνουν τις φορολογικές αρχές των κρατών μελών κατοικίας τους σχετικά με τους τόκους που τους καταβάλλουν. Κατά τη διάρκεια της επταετούς μεταβατικής περιόδου, δεν θα ζητηθεί από τους φορείς πληρωμής στο Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Αυστρία να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με τους καταβληθέντες φόρους, αλλά θα πρέπει να επιβάλλουν καθεστώς παρακράτησης φόρου στην πηγή. Όπως προαναφέρθηκε, οι εν λόγω υποχρεώσεις ενδεχομένως να απαιτήσουν από τους φορείς πληρωμής να προσαρμόσουν τις διοικητικές τους διαδικασίες και τα προγράμματα πληροφορικής, αν και έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες για την ελαχιστοποίηση των συνεπαγόμενων πρόσθετων δαπανών.

4. Ποιες είναι οι πιθανές οικονομικές συνέπειες της πρότασης;

Επί της απασχόλησης

επί των επενδύσεων και της σύστασης νέων επιχειρήσεων

επί της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων

Η σημερινή δυνατότητα αποφυγής της φορολόγησης των διασυνοριακών πληρωμών τόκων συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων για τα κράτη μέλη και ενδεχομένως να επιβάλει σε ορισμένα από αυτά την υποχρέωση μείωσης των συντελεστών φορολογίας επί των εγχωρίων πληρωμών τόκων προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της περαιτέρω εκροής αποταμιεύσεων. Με την εξασφάλιση της πραγματικής φορολόγησης των διασυνοριακών πληρωμών τόκων, η οδηγία ενδέχεται να συμβάλει στις προσπάθειες των κρατών μελών να αποκαταστήσουν την ισορροπία της φορολογικής επιβάρυνσης μεταξύ των διαφόρων συντελεστών παραγωγής και, ως εκ τούτου, να επιτύχουν τη μείωση της φορολογίας του εισοδήματος από εργασία. Το γεγονός αυτό θα έχει θετικές επιπτώσεις στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στην καταπολέμηση της ανεργίας. Η οδηγία θα επηρεάσει επίσης θετικά τον ευρωπαϊκό χρηματοοικονομικό χώρο, δεδομένου ότι οι αποφάσεις των αποταμιευτών δεν θα καθορίζονται πλέον από τη δυνατότητα φοροδιαφυγής αλλά, αντίθετα, θα βασίζονται στα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα των διαφόρων επενδυτικών δυνατοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο, θα καταστεί δυνατό για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τις εταιρείες επενδύσεων και άλλους φορείς της αγοράς να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εμπίπτουν όλες οι διασυνοριακές πληρωμές τόκων, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης του εκδότη της απαίτησης που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία των καταβαλλόμενων τόκων, οι οφειλέτες που είναι εγκατεστημένοι στην ΕΕ δεν θεωρείται ότι βρίσκονται σε μειονεκτική ανταγωνιστική θέση έναντι των εκδοτών που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Κοινότητας. Επιπροσθέτως, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εμπίπτει το εισόδημα από τις εταιρείες επενδύσεων που είναι εγκατεστημένες εκτός της Κοινότητας, σε περίπτωση που το εν λόγω εισόδημα καταβάλλεται σε κράτος μέλος. Συνεπώς, η παρούσα οδηγία δεν ενέχει ιδιαίτερο κίνδυνο μεταφοράς των δραστηριοτήτων έκδοσης χρεογράφων ή των εταιριών επενδύσεων σε χώρες εκτός της Κοινότητας. Ο κίνδυνος μετακίνησης των δραστηριοτήτων των φορέων πληρωμής έχει μειωθεί ως αποτέλεσμα των προσπαθειών που έχουν καταβληθεί για τη συγκράτηση των επιπλέον διοικητικών δαπανών σε ελάχιστο επίπεδο καθώς και των συνεχών προσπαθειών προώθησης της λήψης ισοδύναμων μέτρων σε ευρύτερο διεθνές επίπεδο.

5. Η πρόταση περιέχει μέτρα για να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (μειωμένες ή διαφορετικές απαιτήσεις κλπ.);

Η πρόταση δεν περιέχει ειδικά μέτρα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Εντούτοις, έχουν καταβληθεί προσπάθειες για τη διατήρηση των δαπανών και των επιπλέον επιβαρύνσεων στο ελάχιστο όσον αφορά το σύνολο των επιχειρήσεων. Με αυτόν τον τρόπο, θα ευνοηθούν ιδίως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που βαρύνονται εν γένει περισσότερο με αυτές τις δαπάνες.

Διαβουλεύσεις

6. Κατάλογος των οργανώσεων των οποίων ζητήθηκε η γνώμη για την πρόταση καθώς και γενική παρουσίαση των απόψεών τους.

Οι αρχές που διέπουν την παρούσα πρόταση συμφωνήθηκαν στο Συμβούλιο ECOFIN της 27ης Νοεμβρίου 2000. Τα συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη ελαχιστοποίησης των διοικητικών δαπανών για τους φορείς της αγοράς. Η ελαχιστοποίηση των δαπανών αποτέλεσε πρωταρχικό μέλημα καθ' όλη τη διάρκεια των συζητήσεων του Συμβουλίου. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων αυτών, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη σκοπιμότητα της διενέργειας διαβουλεύσεων μεταξύ των κρατών μελών και των φορέων της αγοράς.

Η Επιτροπή έλαβε επίσης πολλές γραπτές παρατηρήσεις από μεμονωμένους φορείς της αγοράς και αντιπροσωπευτικούς φορείς όπως την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Επενδυτικών Αμοιβαίων Κεφαλαίων και Εταιρειών (FEFSI), την Ένωση Επενδυτικών Τραπεζών του Λονδίνου (LIBA) και τη Διεθνή Ένωση Πρωτογενών Αγορών (IPMA).

Η Επιτροπή ενημερώνει τακτικά το Συμβούλιο σχετικά με τις διαβουλεύσεις που διεξάγει με τους φορείς αγοράς. Εξάλλου, η αρμόδια ομάδα εργασίας του Συμβουλίου έχει αφιερώσει σημαντικό χρόνο προκειμένου να εξετάσει τους τρόπους ικανοποίησης των αιτημάτων που διατυπώθηκαν από τους εκπροσώπους του σχετικού τομέα. Στις 18 Νοεμβρίου 1999, πραγματοποιήθηκε μία ιδιαίτερα εποικοδομητική συνάντηση μεταξύ της ομάδας εργασίας του Συμβουλίου και των εκπροσώπων του χρηματοπιστωτικού τομέα με στόχο την εξέταση αυτών των θεμάτων και τη συζήτηση πιθανών τρόπων μείωσης των επιπτώσεων της οδηγίας στους φορείς της αγοράς.

---------------------------------

Top