Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32024R3110

Κανονισμός (ΕΕ) 2024/3110 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2024, για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων εμπορίας δομικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

PE/12/2024/REV/1

ΕΕ L, 2024/3110, 18.12.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/3110/oj (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/3110/oj

European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2024/3110

18.12.2024

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/3110 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 27ης Νοεμβρίου 2024

για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων εμπορίας δομικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) εκδόθηκε στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, με σκοπό την εναρμόνιση των όρων εμπορίας δομικών προϊόντων και την άρση των εμποδίων στο εμπόριο δομικών προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών.

(2)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011, προκειμένου ένα δομικό προϊόν που καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή να διατεθεί στην αγορά, ο κατασκευαστής υποχρεούται να καταρτίσει δήλωση επιδόσεων για το εν λόγω προϊόν. Ο κατασκευαστής αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις εν λόγω δηλωθείσες επιδόσεις και τις ισχύουσες απαιτήσεις. Οι κατασκευαστές απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή για ορισμένα προϊόντα.

(3)

Η πείρα από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, η αξιολόγηση που διενεργήθηκε από την Επιτροπή το 2019, καθώς και η έκθεση σχετικά με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Τεχνικής Αξιολόγησης κατέδειξαν την ανεπαρκή αποτελεσματικότητα του πλαισίου για τα δομικά προϊόντα από διάφορες απόψεις, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ανάπτυξη προτύπων και την εποπτεία της αγοράς. Επιπλέον, οι παρατηρήσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης κατέδειξαν την ανάγκη μείωσης των αλληλεπικαλύψεων, αφαιρώντας αντιφάσεις και επαναλαμβανόμενες απαιτήσεις, μεταξύ άλλων και σε σχέση με άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης, ώστε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη νομική σαφήνεια και να περιοριστεί η διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς. Επομένως, είναι αναγκαίο να επικαιροποιηθούν και να ευθυγραμμιστούν οι νομικές υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων με εκείνες που προβλέπονται σε άλλη ενωσιακή νομοθεσία, καθώς και να προστεθούν νέες διατάξεις, μεταξύ άλλων όσον αφορά την εποπτεία της αγοράς, ώστε να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου και να αποφευχθούν αποκλίνουσες ερμηνείες.

(4)

Είναι αναγκαίο να καθιερωθούν εύρυθμα λειτουργούσες ροές πληροφοριών, μεταξύ άλλων μέσω ηλεκτρονικών μέσων και σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο, ώστε να εξασφαλιστεί η διαθεσιμότητα συνεκτικών και διαφανών πληροφοριών σχετικά με τις επιδόσεις των δομικών προϊόντων κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού. Αυτό αναμένεται να αυξήσει τη διαφάνεια και να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα όσον αφορά τη διαβίβαση πληροφοριών. Η διασφάλιση της ψηφιακής πρόσβασης σε περιεκτικές πληροφορίες σχετικά με τα δομικά προϊόντα θα συνέβαλε συνολικά στην ψηφιοποίηση του κατασκευαστικού τομέα, ώστε το πλαίσιο να καταστεί κατάλληλο για την ψηφιακή εποχή. Επιπλέον, η πρόσβαση σε αξιόπιστες και διαχρονικές πληροφορίες θα σήμαινε επίσης ότι οι οικονομικοί φορείς και άλλοι φορείς δεν συμβάλλουν ο ένας στη μη συμμόρφωση του άλλου με τις απαιτήσεις.

(5)

Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Μαρτίου 2021 σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων (κανονισμός για τα δομικά προϊόντα) (4) χαιρέτισε τον στόχο της Επιτροπής να καταστήσει τον κατασκευαστικό τομέα πιο βιώσιμο μέσω της συνεκτίμησης των επιδόσεων βιωσιμότητας των δομικών προϊόντων στην αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, όπως ανακοινώθηκε στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Μαρτίου 2020 με τίτλο: «Ένα νέο σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία. Για μια πιο καθαρή και πιο ανταγωνιστική Ευρώπη». Στα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την κυκλική οικονομία στον κατασκευαστικό τομέα, η Επιτροπή κλήθηκε να διευκολύνει την κυκλικότητα των δομικών προϊόντων κατά την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Μαρτίου 2020 με τίτλο «Μια νέα βιομηχανική στρατηγική για την Ευρώπη» τονίζεται η ανάγκη να αντιμετωπιστεί η βιωσιμότητα των δομικών προϊόντων και επισημάνθηκε ότι ένα πιο βιώσιμο δομημένο περιβάλλον είναι ουσιαστικής σημασίας για τη μετάβαση της Ευρώπης προς την κλιματική ουδετερότητα. Στην ανακοίνωσή της της 5ης Μαΐου 2021, με τίτλο «Επικαιροποίηση της νέας βιομηχανικής στρατηγικής του 2020: προς μια ισχυρότερη ενιαία αγορά για την ανάκαμψη της Ευρώπης» η Επιτροπή προσδιόρισε τον κατασκευαστικό τομέα ως ένα από τα οικοσυστήματα προτεραιότητας που αντιμετωπίζουν τις σημαντικότερες προκλήσεις όσον αφορά την επίτευξη των στόχων για το κλίμα και τη βιωσιμότητα, και την υιοθέτηση του ψηφιακού μετασχηματισμού, και επί των οποίων εξαρτάται η ανταγωνιστικότητα του κατασκευαστικού τομέα. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν κανόνες για τη δήλωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων και των επιδόσεων βιωσιμότητας των δομικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας καθορισμού σχετικών οριακών επιπέδων και κατηγοριών. Οι κατηγορίες επιδόσεων για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των προϊόντων θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια την ποικιλία των προϊόντων και την εξέλιξη της τεχνολογίας τους και θα πρέπει να επιτρέπουν τον ακριβή προσδιορισμό των φιλικότερων προς το περιβάλλον προϊόντων. Επιπλέον, όταν γίνεται αναφορά σε περιβαλλοντικές επιπτώσεις, οι εν λόγω κατηγορίες επιδόσεων θα πρέπει να είναι κατανοητές και δεν θα πρέπει να είναι παραπλανητικές ούτε να επιτρέπουν τη μετατόπιση του φόρτου.

(6)

Ομοίως, η στρατηγική της ΕΕ για την τυποποίηση του 2022 που ορίστηκε στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 2ας Φεβρουαρίου 2022 με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για την τυποποίηση – Δημιουργία παγκόσμιων προτύπων για μια ανθεκτική, πράσινη και ψηφιακή ενιαία αγορά της ΕΕ» προσδιόρισε τον κατασκευαστικό τομέα ως έναν από τους πλέον συναφείς τομείς στους οποίους τα εναρμονισμένα πρότυπα θα μπορούσαν να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα και να μειώσουν τους φραγμούς της αγοράς.

(7)

Η επιδίωξη των περιβαλλοντικών στόχων, συμπεριλαμβανομένης της καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής και της μετάβασης προς μια κυκλική οικονομία, καθιστά αναγκαίο να θεσπιστούν νέες περιβαλλοντικές υποχρεώσεις και να τεθούν οι βάσεις για την ανάπτυξη και την εφαρμογή μεθόδου αξιολόγησης για τον υπολογισμό της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των δομικών προϊόντων, χωρίς να αυξηθεί δυσανάλογα η γραφειοκρατία και το κόστος για τους οικονομικούς φορείς, ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις («ΜΜΕ»). Οι υπολογισμοί θα πρέπει να καλύπτουν τον κύκλο ζωής του προϊόντος με τη χρήση των μεθόδων που έχουν καθιερωθεί μέσω τυποποίησης. Για τα νέα προϊόντα, οι υπολογιζόμενοι κύκλοι ζωής θα πρέπει να περιλαμβάνουν όλα τα στάδια της ζωής ενός προϊόντος, από την απόκτηση πρώτων υλών ή τη δημιουργία από φυσικούς πόρους έως την τελική διάθεσή του, συμπεριλαμβανομένων των δυνητικών οφελών και των φορτίων εκτός των οριακών χαρακτηριστικών. Για τα μεταχειρισμένα και ανακατασκευασμένα προϊόντα, ο υπολογιζόμενος κύκλος ζωής θα πρέπει να ξεκινά με την απεγκατάσταση από ένα δομικό έργο και θα πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα επόμενα στάδια έως την τελική διάθεση. Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει λογισμικό για την εκτέλεση του υπολογισμού, ιδίως τους συντελεστές χαρακτηρισμού που εφαρμόζονται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 15804 ή τα μελλοντικά εφαρμοστέα πρότυπα. Κάθε επικαιροποίηση του λογισμικού αυτού θα πρέπει να κοινοποιείται και θα πρέπει να ενεργοποιεί την επικαιροποίηση των σχετικών υπολογισμών εντός ενός έτους.

(8)

Για να διασφαλιστεί η ασφάλεια και η λειτουργικότητα των δομικών προϊόντων και, κατ’ επέκταση, των δομικών έργων, καθώς και η ασφάλεια των εργαζομένων και των χρηστών, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι ορισμένοι πάροχοι υπηρεσιών, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών, οι διαδικτυακές αγορές και οι φορείς που παρέχουν ενδιάμεσες υπηρεσίες, δεν συμβάλλουν στη μη συμμόρφωση άλλων φορέων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να καταστούν οι σχετικές διατάξεις εφαρμοστέες και σ’ αυτές τις υπηρεσίες και τους παρόχους τους.

(9)

Για να δημιουργηθεί η αναγκαία σύνδεση μεταξύ των δομικών προϊόντων και των δομικών έργων, συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων, στα οποία ενδέχεται να ενσωματωθούν, η έννοια των δομικών έργων θα πρέπει να οριστεί μόνο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών να καθορίζουν και να ρυθμίζουν τα δομικά έργα και τα κτίρια.

(10)

Προκειμένου να αποφευχθεί η χρήση καινοτόμων μοντέλων διανομής για την καταστρατήγηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι κάθε προσφορά προϊόντος στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, μεταξύ άλλων όταν η κυριότητα ή η κατοχή των προϊόντων μεταβιβάζεται ως μέρος της παροχής μιας υπηρεσίας, θα θεωρείται διάθεση του προϊόντος στην αγορά.

(11)

Η διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των συνδυασμών δομικών προϊόντων στην εσωτερική αγορά θα στηρίξει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας. Η προσέγγιση αυτή θα διευρύνει την εμβέλεια της αγοράς, θα εξορθολογίσει τις διαδικασίες παραγωγής για τις εταιρείες και θα βελτιώσει την ευκολία τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τις επιχειρήσεις.

(12)

Η συμμόρφωση των δομικών προϊόντων με την ενωσιακή νομοθεσία εξαρτάται συχνά από τη συμμόρφωση των βασικών μερών τους με την εν λόγω νομοθεσία. Ωστόσο, επειδή τα βασικά μέρη συχνά ενσωματώνονται σε διάφορα δομικά προϊόντα, η διασφάλιση της ασφάλειας και της προστασίας του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του κλίματος, επιτυγχάνεται καλύτερα όταν τα βασικά αυτά μέρη αξιολογούνται ανάντη, δηλαδή όταν οι επιδόσεις και η συμμόρφωσή τους θα αξιολογούνται εκ των προτέρων και ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του τελικού δομικού προϊόντος στο οποίο ενσωματώνονται. Ομοίως, η εποπτεία της αγοράς καθίσταται αποτελεσματικότερη όταν τα μη συμμορφούμενα βασικά μέρη μπορούν να εντοπιστούν και να στοχοθετηθούν. Επομένως, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν υποχρεωτικοί κανόνες που θα εφαρμόζονται σε βασικά μέρη των δομικών προϊόντων. Η ίδια προσέγγιση θα πρέπει να χρησιμοποιείται για μέρη ή υλικά που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για δομικά προϊόντα τα οποία θα επωφελούνταν από την εθελοντική εφαρμογή του κανονισμού.

(13)

Στοιχεία, όπως δομικά προϊόντα, τα βασικά μέρη τους ή άλλα μέρη ή υλικά, μπορούν να διατίθενται στην αγορά ως έχουν ή ως σύνολο χωριστών συστατικών μερών που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν μαζί και θα πρέπει να υπόκεινται σε ειδικές εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές. Προκειμένου να απλουστευθεί η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να προσδιοριστούν με σαφήνεια τα στοιχεία και τα συστατικά μέρη που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Ωστόσο, η ταυτοποίηση αυτή δεν θα πρέπει να αποκλείει τη δυνατότητα εμπορίας των συστατικών μερών ως δομικών προϊόντων όταν τα εν λόγω συστατικά μέρη διατίθενται στην αγορά χωριστά, ως βασικά μέρη ή με άλλο τρόπο.

(14)

Παράλληλα με τη διατήρηση ευρέος πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η εφαρμογή του σε ορισμένα προϊόντα που έχουν ήδη εναρμονιστεί με άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης θα πρέπει να εξαιρεθεί, ώστε να αποφευχθεί η κανονιστική αλληλεπικάλυψη. Για τον ίδιο σκοπό, είναι επίσης σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ των πτυχών των ίδιων προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό και των πτυχών που ρυθμίζονται από άλλη τομεακή νομοθεσία. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για τα προϊόντα φωτισμού και τα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά προϊόντα, τα οποία υπόκεινται στις οδηγίες 2014/35/ΕΕ (5), 2014/30/ΕΕ (6), 2014/53/ΕΕ (7) και 2001/95/ΕΚ (8) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ωστόσο, το ευρύ πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως πρόθεση εναρμόνισης όλων των προϊόντων που μπορούν να διατεθούν στην αγορά για ενσωμάτωση σε δομικά έργα. Τα προϊόντα που δεν είναι κατάλληλα για εναρμόνιση, για παράδειγμα λόγω της σχέσης τους με την πολιτιστική κληρονομιά, της χρήσης συγκεκριμένων υλικών που μπορούν να παραχθούν μόνο σε ορισμένες τοποθεσίες ή λόγω ανομοιογενών συνθηκών μεταξύ των κρατών μελών, δεν θα πρέπει να υπόκεινται στο αποτέλεσμα εναρμόνισης του παρόντος κανονισμού. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την ενεργό επιλογή να μην επιδιώκεται η κάλυψή τους μέσω εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών.

(15)

Τα μεταχειρισμένα προϊόντα που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό και εισάγονται από τρίτες χώρες θα πρέπει, ελλείψει ειδικών κανόνων για τα μεταχειρισμένα προϊόντα, να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες με τα νέα δομικά προϊόντα.

(16)

Τα δομικά προϊόντα που διατίθενται στην αγορά στις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες της Ένωσης συχνά εισάγονται από γειτονικές χώρες και, ως εκ τούτου, δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις που ορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης. Η υπαγωγή των εν λόγω δομικών προϊόντων σε τέτοιες απαιτήσεις θα ήταν δυσανάλογα δαπανηρή. Ταυτόχρονα, τα δομικά προϊόντα που κατασκευάζονται στις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες κυκλοφορούν ελάχιστα σε άλλα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν από τις εν λόγω απαιτήσεις τα δομικά προϊόντα που διατίθενται στην αγορά στις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες της Ένωσης.

(17)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η διατήρηση ισχυρής σύνδεσης μεταξύ των προτύπων και των ρυθμιστικών αναγκών των κρατών μελών, μια ομάδα εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να υποστηρίζει την Επιτροπή στη σύνταξη των αιτημάτων τυποποίησης και άλλων εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών. Οι εργασίες της ομάδας εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να ακολουθούν ένα πρόγραμμα εργασίας που καταρτίζεται με βάση τις εισηγήσεις των κρατών μελών, επιπλέον των συνολικών προτεραιοτήτων της Ένωσης, όπως οι στόχοι της ΕΕ για το κλίμα και την κυκλική οικονομία. Κατά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων του προγράμματος εργασίας, η Επιτροπή θα πρέπει να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην αντικατάσταση των εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών που έχουν εγκριθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011. Η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώνει τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ετήσια βάση σχετικά με την πρόοδο στην εφαρμογή του προγράμματος εργασίας, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τα αιτήματα τυποποίησης που εκδίδονται, τον αριθμό των προτύπων που προτείνονται από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης, τον μέσο χρόνο που απαιτείται για την αξιολόγηση των προτύπων από την Επιτροπή και την αναλογία μεταξύ των προτύπων που γίνονται δεκτά και απορρίπτονται από την Επιτροπή.

(18)

Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, είναι αναγκαίο και σκόπιμο για την επίτευξη του βασικού στόχου της εναρμόνισης της εσωτερικής αγοράς δομικών προϊόντων να αντιμετωπιστούν οι κανονιστικές ανάγκες των κρατών μελών με τον καθορισμό μόνο των απαραίτητων ουσιωδών χαρακτηριστικών για την αξιολόγηση των επιδόσεων του προϊόντος. Ο ορισμός αυτών των ουσιωδών χαρακτηριστικών και των μεθόδων αξιολόγησης που εφαρμόζονται σε αυτά θα πρέπει να παρέχει επαρκή αξιοπιστία στη λιγότερο επαχθή προσέγγιση και να αποφεύγει τις αλληλεπικαλύψεις και τις ανακολουθίες. Ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω στόχου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).

(19)

Για να επιδιωχθεί η μέγιστη δυνατή κανονιστική συνοχή, ο παρών κανονισμός θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να βασίζεται στο οριζόντιο νομικό πλαίσιο, εν προκειμένω στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9). Ακολουθεί την πρόσφατη τάση στη νομοθεσία για τα προϊόντα να αναπτύσσεται εφεδρική λύση όταν οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης δεν εκδίδουν έγκυρα εναρμονισμένα πρότυπα. Όταν ένας ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποίησης εκδίδει εναρμονισμένο πρότυπο σύμφωνα με το αίτημα τυποποίησης το οποίο περιλαμβάνει στοιχεία που δεν ικανοποιούν τις ρυθμιστικές ανάγκες των κρατών μελών ή δεν ευθυγραμμίζονται με τους στόχους της Ένωσης για την ασφάλεια, το περιβάλλον, την κυκλικότητα και το κλίμα, η Επιτροπή θα πρέπει να αναθεωρήσει το αίτημα τυποποίησης ή να καταστήσει το εναρμονισμένο πρότυπο υποχρεωτικό με περιορισμούς. Θα πρέπει να είναι δυνατή η εφαρμογή εφεδρικής λύσης σε εναρμονισμένα πρότυπα που δεν συμμορφώνονται με το αίτημα τυποποίησης και αφορούν οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων η οποία είτε δεν καλύπτεται προηγουμένως από εναρμονισμένο πρότυπο είτε καλύπτεται ήδη από εναρμονισμένο πρότυπο που ισχύει για περισσότερα από 5 έτη ή καλύπτεται από εναρμονισμένο πρότυπο που εφαρμόζεται με περιορισμούς.

(20)

Όταν τα εναρμονισμένα πρότυπα καθορίζουν τους κανόνες για την αξιολόγηση των επιδόσεων όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τους κανονισμούς δομικών έργων των κρατών μελών, τα πρότυπα αυτά θα πρέπει να καταστούν υποχρεωτικά για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ως εναρμονισμένα πρότυπα επιδόσεων, δεδομένου ότι μόνο με αυτά τα υποχρεωτικά πρότυπα επιτυγχάνεται ο στόχος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων, με παράλληλη διασφάλιση της δυνατότητας των κρατών μελών να ζητούν χαρακτηριστικά των προϊόντων που σχετίζονται με τις βασικές απαιτήσεις για δομικά έργα, λαμβανομένης υπόψη της ειδικής εθνικής τους κατάστασης όπως οι διαφορές στο κλίμα, τη γεωλογία και τη γεωγραφία και άλλες συνθήκες. Όταν επιδιώκονται από κοινού, οι δύο αυτοί στόχοι απαιτούν την αξιολόγηση των προϊόντων με μία και μόνο μέθοδο αξιολόγησης και, ως εκ τούτου, η μέθοδος πρέπει να είναι υποχρεωτική. Ωστόσο, τα προαιρετικά πρότυπα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να καταστούν ακόμη πιο συγκεκριμένες οι απαιτήσεις για τα προϊόντα, οι οποίες καθορίζονται για τη σχετική οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, ακολουθώντας την πορεία της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ, τα εν λόγω προαιρετικά πρότυπα θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν τεκμήριο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που καλύπτονται από αυτά.

(21)

Η αξιολόγηση των επιδόσεων όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μπορεί να απαιτεί τον καθορισμό οριακών επιπέδων. Πρέπει να τηρούνται προαιρετικά οριακά επίπεδα σε σχέση με ορισμένες εφαρμογές. Τα υποχρεωτικά οριακά επίπεδα πρέπει να πληρούνται ως προϋπόθεση για τη διάθεση του προϊόντος στην εσωτερική αγορά ανεξάρτητα από την εφαρμογή του.

(22)

Προκειμένου να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας που καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2019, με τίτλο «Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία», το σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία και το σχέδιο δράσης για μηδενική ρύπανση που καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 12ης Μαΐου 2021, με τίτλο «Πορεία προς έναν υγιή πλανήτη για όλους. Σχέδιο δράσης της ΕΕ για μηδενική ρύπανση των υδάτων, του αέρα, και του εδάφους» και να διασφαλίσουν ασφαλή δομικά προϊόντα, δεδομένου ότι η ασφάλεια αποτελεί έναν από τους στόχους που πρέπει να επιδιώκονται στη νομοθεσία βάσει του άρθρου 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), είναι αναγκαίες απαιτήσεις προϊόντος που σχετίζονται με την ασφάλεια, τη λειτουργικότητα και την προστασία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του κλίματος. Κατά τον καθορισμό των εν λόγω απαιτήσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να αντιμετωπίζει τους κινδύνους για την ασφάλεια και να λαμβάνει υπόψη τη δυνητική συμβολή του προϊόντος στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το κλίμα, το περιβάλλον και την ενεργειακή απόδοση καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του. Οι απαιτήσεις αυτές δεν αφορούν τις επιδόσεις των δομικών προϊόντων. Σε αντίθεση με την προηγούμενη οδηγία 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου (11), ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 δεν προβλέπει τη δυνατότητα θέσπισης τέτοιων απαιτήσεων για τα προϊόντα. Ωστόσο, ορισμένα εναρμονισμένα πρότυπα για τα δομικά προϊόντα περιέχουν τέτοιες απαιτήσεις για τα προϊόντα. Τα πρότυπα αυτά καταδεικνύουν ότι υπάρχει πρακτική ανάγκη για τέτοιες απαιτήσεις όσον αφορά τη λειτουργικότητα, την ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος. Το άρθρο 114 ΣΛΕΕ, ως νομική βάση του παρόντος κανονισμού, επιβάλλει επίσης την επιδίωξη υψηλού επιπέδου υγείας, ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να θεσπίσει εκ νέου ή να επικυρώσει τις απαιτήσεις για τα προϊόντα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ ώστε να καθοριστούν οι εν λόγω απαιτήσεις για την αντίστοιχη οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων.

(23)

Η κατασκευή και διανομή δομικών προϊόντων γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκη, με αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων εξειδικευμένων φορέων, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών. Για λόγους σαφήνειας, ορισμένες γενικές υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη συνεργασία με τις αρχές, θα πρέπει να ισχύουν για όλους όσοι εμπλέκονται στην αλυσίδα εφοδιασμού.

(24)

Για να προωθηθούν εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ των κρατών μελών, ακόμη και όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί συναίνεση σχετικά με τις πρακτικές αυτές, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί ώστε να εκδίδει, όσον αφορά περιορισμένο εύρος θεμάτων, εκτελεστικές πράξεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Οι αντίστοιχες εξουσιοδοτήσεις θα πρέπει να αφορούν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των οικονομικών φορέων, καθώς και τις υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών.

(25)

Για να βελτιωθεί η ασφάλεια δικαίου και να μετριαστεί ο κατακερματισμός της αγοράς δομικών προϊόντων της Ένωσης είναι αναγκαίο να καθοριστεί με σαφήνεια ο τομέας που ρυθμίζεται σε επίπεδο Ένωσης, η λεγόμενη «εναρμονισμένη ζώνη», σε αντίθεση με τα στοιχεία που παραμένουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με τα δομικά έργα, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον σχεδιασμό και τη διαστασιολόγησή τους. Η δημιουργία της εναρμονισμένης ζώνης δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν εθνικές απαιτήσεις για τα δομικά έργα και δεν θα πρέπει να μειώνει το επίπεδο προστασίας που ήδη υπάρχει και δικαιολογείται στα κράτη μέλη. Οι εθνικές περιβαλλοντικές πολιτικές που εφαρμόζονται σε δομικά έργα δεν θα πρέπει να θεωρούνται απαγορεύσεις ή φραγμοί στη διαθεσιμότητα προϊόντων στην αγορά, εφόσον σέβονται την εναρμονισμένη ζώνη.

(26)

Τα κράτη μέλη καθορίζουν το επίπεδο ασφάλειας των δομικών έργων με βάση τις ευθύνες τους έναντι των πολιτών τους, ενώ η ΕΕ καθορίζει τις γενικές συνθήκες για την εσωτερική αγορά. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με τα δομικά έργα. Οι βασικές απαιτήσεις για τα δομικά έργα οι οποίες προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να καθιερώνουν τους τεχνικά απαραίτητους δεσμούς με τα δομικά προϊόντα και να λειτουργούν ως βάση για την έκδοση αιτημάτων τυποποίησης προς τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης, όσον αφορά την ανάπτυξη εναρμονισμένων προτύπων για τα δομικά προϊόντα, τις αντίστοιχες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, καθώς και την κατάρτιση εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

(27)

Η εναρμονισμένη ζώνη θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται σε δημόσιες συμβάσεις, επιχορηγήσεις ή άλλα θετικά κίνητρα, με εξαίρεση τα φορολογικά κίνητρα.

(28)

Προκειμένου να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ του μετριασμού του κατακερματισμού της αγοράς και των έννομων συμφερόντων των κρατών μελών να ρυθμίζουν τα δομικά έργα, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ένας μηχανισμός για την καλύτερη ενσωμάτωση των αναγκών των κρατών μελών στην ανάπτυξη εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών. Για τον ίδιο λόγο, θα πρέπει να καθιερωθεί πρόσθετος μηχανισμός προηγούμενης έγκρισης, ο οποίος θα επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίζουν, για επιτακτικούς λόγους ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας ή προστασίας του περιβάλλοντος, απαιτήσεις διαφορετικές από εκείνες που καθορίζονται στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές για τα προϊόντα που καλύπτονται από την εναρμονισμένη ζώνη. Ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, εν αναμονή επικαιροποιημένων εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών για την κάλυψη των ρυθμιστικών τους αναγκών, να κοινοποιούν και να ζητούν έγκριση για εθνικά μέτρα που επηρεάζουν την επίδοση ενός ουσιώδους χαρακτηριστικού που δεν καλύπτεται από την εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή. Ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να συμπληρώνει τη δυνατότητα ενός κράτους μέλους να ενημερώνει την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 114 ΣΛΕΕ, όταν κρίνει αναγκαίο να θεσπίσει εθνικές διατάξεις βασιζόμενες σε νέα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας για λόγους που αφορούν ειδικά το εν λόγω κράτος μέλος, σε αντίθεση με τις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα εγκεκριμένα εθνικά μέτρα παραμένουν μόνο ως προσωρινές αποκλίσεις από την εναρμονισμένη ζώνη, είναι σημαντικό να καταστούν δυνατές ταχείες διαβουλεύσεις σχετικά με την ανάγκη επικαιροποίησης των εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών υπό το πρίσμα των εν λόγω ρυθμιστικών αναγκών, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, μέσω αιτημάτων τυποποίησης με συγκεκριμένες προθεσμίες για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου επείγοντος χαρακτήρα.

(29)

Η κυκλική οικονομία, το βασικό στοιχείο του σχεδίου δράσης για την κυκλική οικονομία, μπορεί να προωθηθεί μέσω υποχρεωτικών συστημάτων επιστροφής εγγύησης και της υποχρέωσης των κατασκευαστών να ανακτούν την κυριότητα νέων, πλεοναζόντων ή μη πωληθέντων προϊόντων που δεν είναι επί παραγγελία. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν τέτοια μέτρα και να θεσπίζουν υποχρεώσεις όσον αφορά τη συλλογή και την επεξεργασία προϊόντων που καθίστανται απόβλητα. Ο ιδιοκτήτης του προϊόντος θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά στον διανομέα, τον εισαγωγέα ή τον κατασκευαστή.

(30)

Για να ενισχυθεί η νομική σαφήνεια και να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς, είναι αναγκαίο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο τα δομικά προϊόντα να υπόκεινται σε πολλαπλές αξιολογήσεις όσον αφορά την ίδια πτυχή της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας ή της προστασίας του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του κλίματος, στο πλαίσιο διαφορετικών ενωσιακών νομικών πράξεων. Αυτό επιβεβαιώθηκε από την πλατφόρμα REFIT, όπως καθιερώθηκε από την απόφαση C(2015)3261 της Επιτροπής, οποία συνιστά στην Επιτροπή να δώσει προτεραιότητα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων των αλληλεπικαλυπτόμενων και επαναλαμβανόμενων απαιτήσεων. Αν και δεν μειώνει ούτε θίγει το ήδη υφιστάμενο και δικαιολογημένο επίπεδο προστασίας στα κράτη μέλη σε δομικό επίπεδο, η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να είναι σε θέση να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους η εκπλήρωση υποχρεώσεων που προβλέπονται σε άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις εκπληρώνει επίσης ορισμένες υποχρεώσεις του παρόντος κανονισμού, σε περιπτώσεις όπου, διαφορετικά, η ίδια πτυχή της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας ή της προστασίας του περιβάλλοντος θα αξιολογούνταν παράλληλα βάσει του παρόντος κανονισμού και άλλου δικαίου της Ένωσης.

(31)

Επιπλέον, προκειμένου να αποφευχθούν αποκλίνουσες πρακτικές των κρατών μελών και των οικονομικών φορέων, θα πρέπει να δοθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ, ώστε να καθορίζεται αν ορισμένα στοιχεία εμπίπτουν στον ορισμό του προϊόντος.

(32)

Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός αναπτύσσεται σύμφωνα με το πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), αλλά με τις διατάξεις του να προσαρμόζονται στις τομεακές ιδιαιτερότητες των δομικών προϊόντων, θα αποτελεί, με περιορισμένες εξαιρέσεις, τη νομική πράξη που χρησιμοποιείται για την εναρμόνιση όλων των σχετικών πτυχών των δομικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών της βιωσιμότητας, παρόλο που αυτές μπορούν επίσης να αντιμετωπιστούν μέσω του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781. Εάν εντοπιστεί οριζόντια ανάγκη πολιτικής στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781, η Επιτροπή θα πρέπει πρωτίστως να χρησιμοποιήσει τον παρόντα κανονισμό για την αντιμετώπιση αυτής της ανάγκης όσον αφορά τα δομικά προϊόντα. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου οι απαιτήσεις βάσει του παρόντος κανονισμού είναι ανεπαρκείς και δεν μπορούν να τροποποιηθούν ή να συμπληρωθούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, θα πρέπει να είναι δυνατή η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781 με συμπληρωματικό τρόπο στα δομικά προϊόντα, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται εύλογο το διοικητικό κόστος που συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι οι οικονομικοί φορείς ενδέχεται να υπόκεινται σε δύο διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης. Κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων που περιλαμβάνονται σε προγράμματα εργασίας για τον οικολογικό σχεδιασμό, τα οποία είναι επίσης δομικά προϊόντα, καθώς και για τα ενδιάμεσα προϊόντα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781, με εξαίρεση το τσιμέντο, θα δοθεί προτεραιότητα για τον καθορισμό απαιτήσεων βιωσιμότητας στον εν λόγω κανονισμό. Τέτοια προϊόντα θα είναι, για παράδειγμα, οι θερμαντήρες, οι λέβητες, οι αντλίες θερμότητας, οι συσκευές θέρμανσης νερού και χώρου, οι ανεμιστήρες, τα συστήματα ψύξης και εξαερισμού και τα φωτοβολταϊκά προϊόντα, εξαιρουμένων των φωτοβολταϊκών συλλεκτών που είναι ενσωματωμένοι σε κτίρια. Ο κανονισμός θα εφαρμόζεται ακόμα με συμπληρωματικό τρόπο, όπου απαιτείται, κυρίως σε σχέση με τις πτυχές ασφάλειας, λαμβανομένων επίσης υπόψη άλλων ενωσιακών νομοθετικών πράξεων σχετικά με προϊόντα, όπως συσκευές αερίου, χαμηλή τάση και μηχανήματα. Σε περίπτωση σύγκρουσης με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781, θα πρέπει να υπερισχύουν οι σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Όσον αφορά άλλα προϊόντα, προκειμένου να αποφευχθεί η περιττή επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς, ενδέχεται να προκύψει η ανάγκη να καθοριστούν οι όροι υπό τους οποίους η εκπλήρωση υποχρεώσεων βάσει άλλου δικαίου της Ένωσης εκπληρώνει επίσης ορισμένες υποχρεώσεις βάσει του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τον καθορισμό των εν λόγω όρων.

(33)

Για να δημιουργηθεί κίνητρο για συμμόρφωση, ο κατασκευαστής δομικών προϊόντων θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για εσφαλμένες δηλώσεις επιδόσεων και συμμόρφωσης.

(34)

Η αυξημένη επαναχρησιμοποίηση δομικών προϊόντων αποτελεί μέρος της μετάβασης προς μια πιο κυκλική οικονομία και της μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και του αποτυπώματος άνθρακα των δομικών προϊόντων. Η αγορά μεταχειρισμένων δομικών προϊόντων δεν είναι επί του παρόντος πολύ ανεπτυγμένη και οι απαιτήσεις για τα δομικά προϊόντα που έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Επομένως, τα μεταχειρισμένα δομικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων άλλων μεταχειρισμένων στοιχείων που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να υπόκεινται σε μακροπρόθεσμη εναρμόνιση με τη θέσπιση της δυνατότητας ανάπτυξης ειδικών εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές θα πρέπει να εφαρμόζονται σε μεταχειρισμένα προϊόντα και εφόσον το μεταχειρισμένο προϊόν δεν είναι απόβλητο ή έχει πάψει να αποτελεί απόβλητο. Η έγκριση ειδικών εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών για τα μεταχειρισμένα προϊόντα δεν θα πρέπει να θίγει το πεδίο εφαρμογής και τον ορισμό των αποβλήτων βάσει της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13). Ωστόσο, τα προϊόντα που επαναχρησιμοποιούνται άμεσα σε δομικά έργα δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι διατίθενται εκ νέου στην αγορά και, ως εκ τούτου, δεν υπόκεινται σε μέτρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(35)

Προκειμένου να υπάρξει σαφήνεια σχετικά με το εύρος της εναρμονισμένης ζώνης, είναι σημαντικό όλες οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές να είναι σαφείς ως προς το αν καλύπτουν ή εξαιρούν μεταχειρισμένα προϊόντα από το πεδίο εφαρμογής τους. Ωστόσο, η εξαίρεση των μεταχειρισμένων προϊόντων από το πεδίο εφαρμογής μιας εναρμονισμένης τεχνικής προδιαγραφής δεν θα πρέπει να εμποδίζει τους οικονομικούς φορείς να επιλέγουν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σαν να ήταν νέο το μεταχειρισμένο προϊόν.

(36)

Σύμφωνα με τον ορισμό των μεταχειρισμένων προϊόντων, οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνουν ρητά τα μεταχειρισμένα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται σε μεταχειρισμένα προϊόντα τα οποία έχουν υποβληθεί σε μετασχηματιστική διαδικασία που υπερβαίνει τις εργασίες ελέγχου, καθαρισμού ή επισκευής που ορίζονται στην εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ως μη ουσιώδεις μετασχηματιστικές διαδικασίες για τις επιδόσεις του προϊόντος. Τα ανακατασκευασμένα προϊόντα θα πρέπει, ανεξάρτητα από τις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, να επωφελούνται από τη μη συμπερίληψη συμβάντων πριν από την τελευταία απεγκατάσταση του προϊόντος κατά τον υπολογισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους. Τα ανακατασκευασμένα προϊόντα θα πρέπει επίσης να επωφελούνται από απαιτήσεις ή κίνητρα που προωθούν υψηλό ανακυκλωμένο περιεχόμενο.

(37)

Για να βελτιωθεί η πρόσβαση σε εύκολα διαθέσιμες και περιεκτικές πληροφορίες σχετικά με τα δομικά προϊόντα, με συνέπεια τη συμβολή στην ασφάλεια, τη λειτουργικότητα και τη βιωσιμότητά τους, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τους χρήστες και τις αρχές. Λόγω της χρησιμότητάς της για τους χρήστες, οι κατασκευαστές θα πρέπει να μπορούν να περιλαμβάνουν στη δήλωση αυτή πρόσθετες πληροφορίες, υπό την προϋπόθεση ότι οι δηλώσεις επιδόσεων και συμμόρφωσης παραμένουν ομοιόμορφες και ευανάγνωστες και ότι δεν χρησιμοποιούνται καταχρηστικά ως διαφήμιση.

(38)

Για να μειωθεί η επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς, και ιδίως για τους κατασκευαστές, οι οικονομικοί φορείς που εκδίδουν δηλώσεις επιδόσεων και συμμόρφωσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν αντίγραφα των εν λόγω δηλώσεων με ηλεκτρονικά μέσα και να τους επιτρέπεται να τις καθιστούν διαθέσιμες σε ιστοτόπους υπό τον όρο ότι είναι μη τροποποιήσιμες, αναγνώσιμες από άνθρωπο και μηχάνημα, διαθέσιμες, προσβάσιμες και σαφώς συνδεδεμένες με το προϊόν. Προκειμένου να απλουστευθεί η επικοινωνία στην αλυσίδα εφοδιασμού, οι δηλώσεις επιδόσεων και συμμόρφωσης θα πρέπει να επιτρέπουν στον χρήστη να διενεργεί, μέσω εφαρμογής ΤΠ, έλεγχο συμμόρφωσης με τους κανόνες εφαρμογής του κράτους μέλους στο οποίο χρησιμοποιείται το προϊόν. Σημαντική προϋπόθεση για τις μηχανικώς αναγνώσιμες δηλώσεις είναι ο τυποποιημένος μορφότυπος ΤΠ, ο οποίος απαιτείται για κάθε εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή.

(39)

Προκειμένου οι κατασκευαστές να αποδείξουν ότι τα δομικά προϊόντα που επωφελούνται από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις της Ένωσης, είναι αναγκαίο να απαιτείται δήλωση συμμόρφωσης που να συμπληρώνει τη δήλωση επιδόσεων, με πρόσθετο αποτέλεσμα την εναρμόνιση του ρυθμιστικού συστήματος για τα δομικά προϊόντα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14). Ωστόσο, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η δυνητική διοικητική επιβάρυνση, η δήλωση συμμόρφωσης και η δήλωση επιδόσεων θα πρέπει να συνδυάζονται. Η διοικητική επιβάρυνση για τις ΜΜΕ θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί περαιτέρω μέσω στοχευμένων διατάξεων απλούστευσης, συμπεριλαμβανομένων της ανταλλαγής των αποτελεσμάτων των δοκιμών, της αναγνώρισης πιστοποιητικών, της αλυσιδωτής χρήσης της τεχνικής τεκμηρίωσης και της δήλωσης χωρίς αξιολόγηση, επιτρέποντας στις πολύ μικρές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν το επιεικέστερο σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης και μειώνοντας τις απαιτήσεις για προϊόντα που κατασκευάζονται επί παραγγελία σε εκτός σειράς διαδικασία. Όταν τα προϊόντα αυτά εγκαθίστανται σε ενιαίο ταυτοποιημένο δομικό έργο, θα πρέπει να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υποχρέωση κατάρτισης δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης. Στις περιπτώσεις που ένας κατασκευαστής πληροί τα κριτήρια τόσο για την εφαρμογή απλουστευμένης διαδικασίας όσο και για την απαλλαγή από την υποχρέωση κατάρτισης δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης, θα πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να επιλέξει μία από αυτές ή να υποβάλει δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης χωρίς να εφαρμόζει την απλουστευμένη διαδικασία, ώστε να προσαρμόζει καλύτερα την προσφορά του στις ανάγκες πιθανών πελατών.

(40)

Για να επιτευχθεί εναρμόνιση με άλλες νομοθετικές πράξεις για τα προϊόντα και με την επιφύλαξη των γενικών αρχών του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, η σήμανση CE θα πρέπει να τοποθετείται μόνο στα δομικά προϊόντα για τα οποία ο κατασκευαστής έχει καταρτίσει δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης. Ο κατασκευαστής αναλαμβάνει έτσι την ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις δηλωθείσες επιδόσεις και τις ισχύουσες απαιτήσεις προϊόντος.

(41)

Τα δικονομικά δικαιώματα όλων των οικονομικών φορέων και των φυσικών και νομικών προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό τους, όσον αφορά τα μέτρα, τις αποφάσεις ή τις εντολές που εκδίδουν οι αρχές εποπτείας της αγοράς και άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές, χρειάζεται να διασφαλίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15). Είναι αναγκαίο τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται κατάλληλες διαδικασίες προσφυγής κατά των εν λόγω μέτρων, αποφάσεων ή διαταγών.

(42)

Για τη διαφύλαξη της ασφάλειας, της λειτουργικότητας και της βιωσιμότητας των δομικών προϊόντων, και κατ’ επέκταση των δομικών έργων, όλοι οι οικονομικοί φορείς που παρεμβαίνουν στην αλυσίδα εφοδιασμού και διανομής θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι διαθέτουν, καθιστούν διαθέσιμα ή στηρίζουν τη διάθεση στην αγορά μόνο δομικά προϊόντα που συμμορφώνονται με τις δεσμευτικές απαιτήσεις της Ένωσης. Για να βελτιωθεί η νομική σαφήνεια, είναι αναγκαίο να καθοριστούν ρητά οι υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων.

(43)

Είναι αναγκαίο οι κατασκευαστές δομικών προϊόντων να προσδιορίζουν τον τύπο του προϊόντος με ακρίβεια και χωρίς αμφισημία, ώστε να εξασφαλίζεται ακριβής βάση για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του εν λόγω προϊόντος με τις απαιτήσεις της Ένωσης. Ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθεί η καταστρατήγηση των εφαρμοστέων απαιτήσεων, θα πρέπει να απαγορεύεται στους κατασκευαστές να δημιουργούν διαρκώς νέους τύπους προϊόντων όταν τα εν λόγω προϊόντα είναι πανομοιότυπα όσον αφορά τα κρίσιμα χαρακτηριστικά.

(44)

Στην εσωτερική αγορά, η σήμανση CE θα πρέπει να είναι η μόνη σήμανση που αποδεικνύει τη συμμόρφωση με τις μεθόδους αξιολόγησης σε σχέση με ουσιώδη χαρακτηριστικά που καλύπτονται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές. Προκειμένου να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της αγοράς και οι παραπλανητικοί ισχυρισμοί που προκύπτουν από την εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων αξιολόγησης, η σήμανση CE θα πρέπει να είναι η μόνη σήμανση που επιτρέπεται για τα προϊόντα που καλύπτονται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, σύμφωνα με την οποία το εν λόγω προϊόν έχει αξιολογηθεί σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που καλύπτονται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές και συμμορφώνεται με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τα προϊόντα. Η αγορά δομικών προϊόντων αντιμετωπίζει πληθώρα σημάνσεων που συχνά δημιουργούν σύγχυση και δυσπιστία μεταξύ των παραγόντων της αγοράς, αλλά και παραπλανούν τους καταναλωτές. Η χρήση πρόσθετων σημάνσεων επηρεάζει αρνητικά την αποδεικτική αξία της σήμανσης CE όταν βασίζεται σε μεθόδους αξιολόγησης διαφορετικές από εκείνες που ορίζονται στις σχετικές εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές. Επιπλέον, οι ΜΜΕ δεν μπορούν πάντα να επωφελούνται από τέτοιες σημάνσεις, γεγονός που δημιουργεί στρέβλωση μεταξύ των παραγόντων της αγοράς και ενδέχεται να παρεμποδίζει την πρόσβαση στην αγορά. Επομένως, οι εν λόγω πρόσθετες σημάνσεις δεν θα πρέπει να τοποθετούνται στα προϊόντα σε συνδυασμό με τη σήμανση CE. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν εμποδίζει τη διάθεση στην ενιαία αγορά προϊόντων που φέρουν άλλες σημάνσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω σημάνσεις δεν παραπλανούν τον καταναλωτή ούτε δημιουργούν σύγχυση με τη σήμανση CE. Επιπλέον, οι σημάνσεις δεν θα πρέπει να θίγουν την ορατότητα, την αναγνωσιμότητα ή τη σημασία της σήμανσης CE. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω σημάνσεις δεν θα πρέπει να περιέχουν πληροφορίες, κείμενο ή ισχυρισμούς σχετικά με τις επιδόσεις του προϊόντος.

(45)

Για να αποφεύγονται παραπλανητικοί ισχυρισμοί, οι ισχυρισμοί των κατασκευαστών δομικών προϊόντων θα πρέπει να βασίζονται σε μέθοδο αξιολόγησης που περιέχεται σε εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές κατά περίπτωση.

(46)

Η τεχνική τεκμηρίωση για τα δομικά προϊόντα, η οποία καταρτίζεται από τον κατασκευαστή, διευκολύνει την επαλήθευση των εν λόγω προϊόντων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές και τους κοινοποιημένους οργανισμούς με βάση τις απαιτήσεις της Ένωσης. Για να βελτιωθεί η πρόσβαση σε περιεκτικές πληροφορίες, η εν λόγω τεχνική τεκμηρίωση θα πρέπει να περιλαμβάνει τις απαραίτητες πληροφορίες για την επικύρωση του υπολογισμού που τεκμηριώνει την αξιολόγηση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας του δομικού προϊόντος.

(47)

Για να δημιουργηθεί διαφάνεια για τους χρήστες των δομικών προϊόντων και να αποφευχθεί η ακατάλληλη χρήση των εν λόγω προϊόντων, τα δομικά προϊόντα και η προοριζόμενη χρήση τους θα πρέπει να προσδιορίζονται με ακρίβεια από τον κατασκευαστή. Για τον ίδιο λόγο, ο κατασκευαστής θα πρέπει να καθιστά σαφές αν τα δομικά προϊόντα προορίζονται μόνο για επαγγελματική χρήση. Για να εξασφαλιστεί η ιχνηλασιμότητα των δομικών προϊόντων, οι κατασκευαστές θα πρέπει να υποδεικνύουν τον μοναδικό κωδικό αναγνώρισης για τον συγκεκριμένο τύπο προϊόντος και τον κατασκευαστή αυτού στο προϊόν ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, π.χ. λόγω του μεγέθους ή της επιφάνειας του προϊόντος, σε επικολλημένη ετικέτα στη συσκευασία ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, σε συνοδευτικό του προϊόντος έγγραφο.

(48)

Για να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, οι κατασκευαστές θα πρέπει να αναζητούν ενεργά, να αποθηκεύουν και να αξιολογούν πληροφορίες και να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση επιβεβαίωσης μη συμμόρφωσης ή χαμηλών επιδόσεων ή όταν υπάρχει κίνδυνος.

(49)

Για την επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και του σχεδίου δράσης για την κυκλική οικονομία, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθορίζει ελάχιστα οριακά επίπεδα για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των δομικών προϊόντων και περιβαλλοντικές απαιτήσεις για τα προϊόντα για την πρόληψη και τη μείωση των επιπτώσεων που έχουν τα δομικά προϊόντα στο περιβάλλον. Ωστόσο, η αρχή «προτεραιότητα στην ασφάλεια», που ισχύει τόσο για τα δομικά προϊόντα όσο και για τα δομικά έργα, θα πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση και να περιλαμβάνει την προστασία της υγείας.

(50)

Με στόχο τη διασφάλιση της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας των δομικών προϊόντων, οι κατασκευαστές θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι τα προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιούνται για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η εν λόγω μακρά χρήση απαιτεί επαρκή σχεδιασμό, χρήση αξιόπιστων εξαρτημάτων, δυνατότητα επισκευής των προϊόντων, διαθεσιμότητα πληροφοριών σχετικά με την επισκευή και πρόσβαση σε ανταλλακτικά. Σε περίπτωση που τα ανταλλακτικά δεν είναι ευρέως διαθέσιμα στην αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να απαιτήσει από τον κατασκευαστή να διασφαλίσει τη διαθεσιμότητα των εν λόγω ανταλλακτικών σε εύλογη τιμή που δεν εισάγει διακρίσεις για περίοδο 10 ετών, η οποία μπορεί να παραταθεί, εάν η διαθεσιμότητα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αναμένεται να αυξήσει τη διάρκεια ζωής του προϊόντος.

(51)

Για να ενισχυθεί η κυκλικότητα των δομικών προϊόντων, σύμφωνα με τους στόχους του σχεδίου δράσης για την κυκλική οικονομία και την ιεράρχηση των αποβλήτων, οι απαιτήσεις για τα προϊόντα θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να βελτιώνουν την αποδοτική χρήση των πόρων, να αποτρέπουν την παραγωγή αποβλήτων, να δίνουν προτεραιότητα στην επισκευή, την επαναχρησιμοποίηση και την ανακατασκευή, να ευνοούν τη χρήση δευτερογενών υλικών και να αντιμετωπίζουν την ανακυκλωσιμότητα του προϊόντος και την παραγωγή υποπροϊόντων. Για την προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση, την επαναχρησιμοποίηση, ανακατασκευή και ανακύκλωση απαιτούνται ορισμένες επιλογές σχεδιασμού, συγκεκριμένα η διευκόλυνση του διαχωρισμού των προϊόντων, των συστατικών μερών και των υλικών κατά την απεγκατάσταση, την αποσυναρμολόγηση και την κατεδάφιση στο μεταγενέστερο στάδιο της ανακύκλωσης και, κατά περίπτωση, την αποφυγή μεικτών, αναμεμειγμένων ή σύνθετων υλικών και ουσιών που προκαλούν ανησυχία. Δεδομένου ότι οι συνήθεις οδηγίες χρήσης και οι πληροφορίες ασφάλειας δεν θα καταλήγουν απαραίτητα στους οικονομικούς φορείς που είναι υπεύθυνοι για την προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση, την επαναχρησιμοποίηση, ανακατασκευή και ανακύκλωση, οι απαραίτητες σχετικές πληροφορίες θα πρέπει να καθίστανται διαθέσιμες σε ψηφιακά διαβατήρια προϊόντος που είναι προσβάσιμα μέσω φορέων δεδομένων και στους ιστότοπους του κατασκευαστή.

(52)

Οι γενικές πληροφορίες προϊόντος, οι οδηγίες χρήσης και οι πληροφορίες για την ασφάλεια αποτελούν ζωτικής σημασίας εργαλείο για την παροχή πληροφοριών που επαρκούν για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων σχετικά με την αγορά, την εγκατάσταση, τη χρήση, τη συντήρηση, την αποσυναρμολόγηση, την επαναχρησιμοποίηση και την ανακύκλωση του προϊόντος σε μια ευρεία ομάδα που ενδέχεται να χρειάζεται τις πληροφορίες. Επομένως, στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να προσδιορίζονται στοιχεία που καλύπτονται από τις γενικές πληροφορίες προϊόντος, τις οδηγίες χρήσης και τις πληροφορίες για την ασφάλεια και θα πρέπει να είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο κάλυψης αυτών των στοιχείων σε σχέση με ένα συγκεκριμένο προϊόν. Ωστόσο, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές δεν θα πρέπει να επεκτείνουν ούτε να περιορίζουν την ευθύνη του κατασκευαστή να παρέχει πληροφορίες, όπως ορίζεται στον κανονισμό. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη διασφάλιση της κατάλληλης και ομοιογενούς εφαρμογής της υποχρέωσης παροχής γενικών πληροφοριών προϊόντος, οδηγιών χρήσης και πληροφοριών ασφάλειας για συγκεκριμένες οικογένειες προϊόντων ή κατηγορίες προϊόντων, όταν τα εναρμονισμένα πρότυπα επιδόσεων δεν είναι σε θέση να το πράξουν.

(53)

Ορισμένα δομικά προϊόντα καθίστανται απόβλητα, μολονότι δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ. Για να αποφευχθεί αυτή η σπατάλη πόρων, ο κανονισμός δεν θα πρέπει να επηρεάζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να υποχρεώνουν τους κατασκευαστές να δέχονται να ανακτούν, απευθείας ή μέσω των εισαγωγέων και διανομέων τους, την κυριότητα προϊόντων τα οποία, μετά την παράδοσή τους σε εργοτάξιο ή στον χρήστη, δεν έχουν χρησιμοποιηθεί και βρίσκονται σε κατάσταση ισοδύναμη με εκείνη στην οποία διατέθηκαν στην αγορά.

(54)

Προκειμένου να είναι σε θέση να κάνουν συνειδητές επιλογές, οι χρήστες των δομικών προϊόντων θα πρέπει να είναι επαρκώς ενημερωμένοι σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις των προϊόντων, τη συμμόρφωσή τους με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και τον βαθμό εκπλήρωσης των σχετικών περιβαλλοντικών υποχρεώσεων του κατασκευαστή. Ως εκ τούτου, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη θέσπιση ειδικών απαιτήσεων επισήμανσης.

(55)

Οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι είναι συχνά τα μόνα πρόσωπα με δυνατότητα πρόσβασης στην περίπτωση εισαγόμενων προϊόντων, ενώ οι κατασκευαστές συχνά τους αναθέτουν πολύ περιορισμένα καθήκοντα και δεν τους παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την αποτελεσματική εκπροσώπηση των κατασκευαστών. Ως εκ τούτου, ο ρόλος και οι αρμοδιότητες των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων θα πρέπει να αποσαφηνιστούν και να ενισχυθούν στον παρόντα κανονισμό, όπως τα καθήκοντα που πρέπει να περιλαμβάνονται στην εντολή του κατασκευαστή. Η εντολή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει την κατάρτιση τεχνικής τεκμηρίωσης. Ωστόσο, οι κατασκευαστές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν χωριστή σύμβαση με τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό τους για τον σκοπό αυτό, εκτός του πεδίου εφαρμογής της εντολής.

(56)

Θα πρέπει πάντα να υπάρχει κατασκευαστής όταν ο κανονισμός θεσπίζει υποχρεώσεις όσον αφορά τη διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά. Όταν κατά τα λοιπά δεν υπάρχει κατασκευαστής κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, ο διανομέας ή ο εισαγωγέας θα πρέπει να ενεργεί ως κατασκευαστής και να αναλαμβάνει τις ευθύνες του.

(57)

Ο οικονομικός φορέας που τροποποιεί ή αποθηκεύει ένα προϊόν κατά τρόπο που ενδέχεται να επηρεάσει τις επιδόσεις ή την ασφάλειά του θα πρέπει να υπόκειται στις υποχρεώσεις των κατασκευαστών, ώστε να διασφαλίζεται η επαλήθευση του αν οι επιδόσεις ή η ασφάλεια του προϊόντος εξακολουθούν να είναι οι ίδιες. Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή δεν θα πρέπει να επιβάλλεται σε έναν οικονομικό φορέα που ανασυσκευάζει προϊόντα, διότι διαφορετικά θα παρεμποδιζόταν το δευτερογενές εμπόριο και, ως εκ τούτου, η ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων, και η ανασυσκευασία δεν θα πρέπει καταρχήν να επηρεάζει τις επιδόσεις ή την ασφάλεια του δομικού προϊόντος. Ωστόσο, και με στόχο τη διατήρηση των επιδόσεων και της ασφάλειας των προϊόντων, ο οικονομικός φορέας που αναλαμβάνει την ανασυσκευασία θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για την ορθή εκτέλεση των εν λόγω εργασιών, ώστε να διασφαλίζεται ότι το προϊόν δεν έχει υποστεί ζημία και ότι οι χρήστες εξακολουθούν να ενημερώνονται σωστά στη γλώσσα που ορίζεται από το κράτος μέλος στο οποίο καθίστανται διαθέσιμα τα προϊόντα.

(58)

Δεδομένων των περιβαλλοντικών επιπτώσεών του, ο υπολογισμός της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας ενός δομικού προϊόντος θα πρέπει επίσης να καλύπτει τη συσκευασία που χρησιμοποιείται ή είναι πιθανότερο να χρησιμοποιηθεί. Η συσκευασία ενός προϊόντος μπορεί επίσης να είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση των επιδόσεών του μέσω της αλυσίδας διανομής στον χρήστη. Αν και η συσκευασία αυτή καθαυτή δεν περιλαμβάνεται σε άλλες αξιολογήσεις των επιδόσεων ενός προϊόντος, όλοι οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει, στο πλαίσιο της υποχρέωσής τους να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συνεχούς συμμόρφωσης των προϊόντων με τον παρόντα κανονισμό, να είναι υπεύθυνοι για τη χρήση συσκευασιών κατάλληλων για τη διατήρηση των επιδόσεων και της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των προϊόντων. Η συσκευασία θα μπορούσε από μόνη της να συνιστά κίνδυνο για τους χρήστες και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση του προϊόντος.

(59)

Για να αυξηθεί η συμμόρφωση των κατασκευαστών με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό και να αντιμετωπιστούν οι διαπιστωθείσες ελλείψεις και να βελτιωθεί η εποπτεία της αγοράς, οι πάροχοι υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών, οι επιγραμμικές αγορές και άλλοι φορείς της αγοράς θα πρέπει να συμβάλλουν ενεργά ώστε να διασφαλίζεται ότι μόνο συμμορφούμενα προϊόντα καταλήγουν στους χρήστες.

(60)

Για να αποφευχθεί η καταστρατήγηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό όταν στην τεχνολογία παραγωγής εμπλέκονται διάφοροι παράγοντες που συμβάλλουν στον σχεδιασμό και την κατασκευή ενός δομικού προϊόντος, είναι αναγκαίο να καθοριστεί σαφώς καθορισμένος ρόλος του κατασκευαστή όταν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πραγματοποιεί την πραγματική παραγωγή ενός δομικού προϊόντος αναλαμβάνει τις ευθύνες βάσει του παρόντος κανονισμού όσον αφορά το σύνολο του προϊόντος, εκτός εάν υπάρχει άλλο πρόσωπο το οποίο είτε διαθέτει το προϊόν στην αγορά με την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα του είτε αναλαμβάνει την ευθύνη για το προϊόν με την κατάρτιση δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με την τρισδιάστατη εκτύπωση, όταν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο εκτυπώνει τρισδιάστατα και διαθέτει στην αγορά δομικά προϊόντα. Το εν λόγω πρόσωπο θα πρέπει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τους κατασκευαστές, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη χρήση των κατάλληλων τρισδιάστατων συνόλων δεδομένων και των υλικών που έχουν υποβληθεί στις διαδικασίες που ισχύουν για τα προϊόντα, καθώς και όσον αφορά την αντιστοιχία των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται από τον κατασκευαστή του τρισδιάστατου συνόλου δεδομένων με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από τον κατασκευαστή του υλικού εκτύπωσης.

(61)

Σε περιπτώσεις που το προϊόν δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για κατασκευές, αλλά η εμφάνισή του είναι πιθανό να οδηγήσει τους καταναλωτές να χρησιμοποιήσουν το προϊόν στον τομέα των κατασκευών, το προϊόν συνοδεύεται από οδηγίες χρήσης και πληροφορίες ασφάλειας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/988 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16) ή άλλο εφαρμοστέο κανονισμό που υποδεικνύει ότι, παρά την εμφάνισή του, δεν σχεδιάστηκε ως δομικό προϊόν. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας απόσυρσης του προϊόντος από την αγορά, εάν η εμφάνισή του θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγχυση του καταναλωτή ή σε κακή χρήση.

(62)

Για να αποσαφηνιστεί η δυνατότητα εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στις επιγραμμικές και άλλες εξ αποστάσεως πωλήσεις, θα πρέπει να καθοριστεί υπό ποιους όρους θεωρείται ότι ένα συγκεκριμένο προϊόν προσφέρεται σε πελάτες στην Ένωση. Δεδομένου ότι το επιγραμμικό εμπόριο έχει μεγαλύτερη πιθανότητα μη συμμόρφωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες και να ορίσουν μια ενιαία αρχή εποπτείας της αγοράς για τον εντοπισμό προσφορών εξ αποστάσεως πωλήσεων που απευθύνονται σε πελάτες στα εδάφη τους, ώστε οι αρμόδιες αρχές εποπτείας της αγοράς να μπορούν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Οι προσφορές που χρησιμοποιούν το νόμισμα των κρατών μελών, και οι οποίες διατίθενται στο διαδίκτυο μέσω ονόματος τομέα το οποίο είναι καταχωρισμένο σε ένα από τα κράτη μέλη ή αναφέρεται στην Ένωση ή σε ένα από τα κράτη μέλη και αποστέλλονται σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, θα πρέπει να θεωρείται ότι απευθύνονται σε πελάτες στην Ένωση. Άλλα στοιχεία, όπως η χρήση επίσημης γλώσσας κράτους μέλους, μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως ένδειξη από τις αρχές εποπτείας της αγοράς ως προς το αν η προσφορά απευθύνεται σε πελάτες στην Ένωση.

(63)

Οι ψηφιακές τεχνολογίες, οι οποίες παρέχουν σημαντικές δυνατότητες μείωσης της διοικητικής επιβάρυνσης και του κόστους για τους οικονομικούς φορείς και τις αρχές, ενώ παράλληλα προωθούν καινοτόμες και νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες και μοντέλα, εξελίσσονται με ταχύ ρυθμό. Η υιοθέτηση των ψηφιακών τεχνολογιών θα συμβάλει επίσης σημαντικά στην επίτευξη των στόχων του κύματος ανακαινίσεων, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής απόδοσης, των αξιολογήσεων του κύκλου ζωής και της παρακολούθησης, καθώς και του κτιριακού αποθέματος.

(64)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η έγκαιρη έγκριση εναρμονισμένων προτύπων και εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να τα καταστήσει υποχρεωτικά με περιορισμούς των νομικών αποτελεσμάτων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Οι περιορισμοί αυτοί θα πρέπει να μπορούν να καλύπτουν, για παράδειγμα, παρωχημένες παραπομπές σε άλλα πρότυπα ή έγγραφα, διατάξεις που έρχονται σε αντίθεση με τον παρόντα κανονισμό ή άλλο ενωσιακό δίκαιο, διατάξεις που έρχονται σε αντίθεση με άλλα εναρμονισμένα πρότυπα ή διατάξεις που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται σε σχέση με τις βασικές αρχές και τα σημεία αναφοράς που ορίζονται σε αίτημα τυποποίησης.

(65)

Για να εξασφαλιστεί η συνοχή του συστήματος, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να βασίζεται στο οριζόντιο νομικό πλαίσιο για την τυποποίηση. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται, στο μέτρο του δυνατού, σε πρότυπα που καθίστανται υποχρεωτικά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 προβλέπει, μεταξύ άλλων, διαδικασία αντιρρήσεων κατά των εναρμονισμένων προτύπων, όταν τα εν λόγω πρότυπα δεν συμμορφώνονται πλήρως με τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις ούτε πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο σχετικό αίτημα τυποποίησης ή άλλες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

(66)

Η Επιτροπή θα πρέπει να στηρίζει τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης στην κατάρτιση κατευθυντήριων οδηγιών που καθορίζουν ένα σαφές και σταθερό σύνολο κανόνων για ολόκληρη τη διαδικασία τυποποίησης, συμπεριλαμβανομένων των ρόλων, των ευθυνών, των αρμοδιοτήτων και των γενικών διαδικαστικών προθεσμιών για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, καθώς και υποδείγματα που θα χρησιμοποιηθούν. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να παρέχει στήριξη για τη διασφάλιση της συνοχής και της συμμόρφωσης των προτύπων με τις νομικές απαιτήσεις και θα πρέπει να συμμετέχει στις άτυπες και επίσημες συζητήσεις των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης που αναπτύσσουν τα ζητούμενα παραδοτέα ευρωπαϊκής τυποποίησης, ιδίως σε θέματα που αφορούν τη συμμόρφωση των παραδοτέων τυποποίησης με τον παρόντα κανονισμό και με άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης. Οι εν λόγω δραστηριότητες θα πρέπει να επωφελούνται από τις οριζόντιες εργασίες που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

(67)

Όταν η Επιτροπή εγκρίνει μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων προτάσεις ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης σχετικά με εθελοντικά ή υποχρεωτικά οριακά επίπεδα και κατηγορίες επιδόσεων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει πάντα να δηλώνονται από τους κατασκευαστές, θα πρέπει να συνοδεύονται από εκτίμηση επιπτώσεων, όπου απαιτείται, σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (17).

(68)

Δεδομένου ότι δεν αποτελούν πράξεις γενικής εφαρμογής αλλά το πρώτο βήμα μιας διοικητικής διαδικασίας δύο σταδίων που οδηγεί στη σήμανση CE, τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζονται ως εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές. Ωστόσο, βασικές αρχές για την εκπόνηση εναρμονισμένων προτύπων, όπως η διαφάνεια για τους ανταγωνιστές, μπορούν και θα πρέπει να εφαρμόζονται και στα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης. Επιπλέον, τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης θα πρέπει να αναφέρονται στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης κατά τον ίδιο τρόπο με τα εναρμονισμένα πρότυπα. Για να δημιουργηθεί διαφάνεια για τους ανταγωνιστές, τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης θα πρέπει να δημοσιοποιούνται και οι παραπομπές όλων των εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης θα πρέπει να δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(69)

Επί του παρόντος, ο αυξανόμενος αριθμός μη διακριτών εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης, τα οποία συχνά έχουν μικρή προστιθέμενη αξία σε σύγκριση με άλλα ή υφιστάμενα εναρμονισμένα πρότυπα, ενέχει τον κίνδυνο να επιβραδυνθεί η δημοσίευσή τους. Για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος αυτός με οικονομικά αποδοτικό τρόπο, θα πρέπει να θεσπιστούν ή να καταστούν πιο συγκεκριμένες ορισμένες αρχές για την εκπόνηση και την έκδοση εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης. Επιπλέον, θα πρέπει να ενισχυθεί ο έλεγχος από την Επιτροπή.

(70)

Όταν ο οργανισμός των οργανισμών τεχνικής αξιολόγησης (ΟΤΑ) θεωρεί την κατάρτιση εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης χρήσιμη ακόμη και χωρίς καμία απαίτηση από κατασκευαστή, ο οργανισμός των ΟΤΑ θα πρέπει να θέτει το ζήτημα υπόψη της Επιτροπής, η οποία θα πρέπει να αποφασίσει αν θα ζητήσει την εκπόνηση του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης, λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολόγηση που παρέχεται από τον οργανισμό των ΟΤΑ και τις ανάγκες της αγοράς.

(71)

Οι απαιτήσεις που ισχύουν για τις ορίζουσες αρχές των ΟΤΑ δεν θα πρέπει να υπολείπονται των απαιτήσεων που ισχύουν για τις κοινοποιούσες αρχές, δεδομένων των ομοιοτήτων μεταξύ των αντίστοιχων ρόλων τους. Για τον ίδιο λόγο, οι ΟΤΑ θα πρέπει να έχουν τον ίδιο βαθμό ανεξαρτησίας και ελέγχου της λήψης αποφάσεων με τους κοινοποιημένους οργανισμούς.

(72)

Για να υπάρξει ανταπόκριση σε αξιοσημείωτο ποσοστό κοινοποιήσεων που βασίστηκαν σε ελλιπείς ή εσφαλμένες εκτιμήσεις, ιδίως όταν κοινοποιήθηκαν νομικά όργανα χωρίς δική τους εσωτερική τεχνική επάρκεια, είναι αναγκαίο να καταστούν ακριβέστερες οι απαιτήσεις για τους κοινοποιημένους οργανισμούς, ιδίως όσον αφορά την ανεξαρτησία τους, την ανάθεση καθηκόντων σε άλλες νομικές οντότητες και την ικανότητά τους να ασκούν τα καθήκοντά τους· να απαιτείται επαρκής στελέχωση των κοινοποιημένων οργανισμών με εξειδικευμένο προσωπικό και να ελέγχεται η επάρκεια της στελέχωσης, για την οποία ο πίνακας προσόντων μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό εργαλείο· να διασφαλιστεί και να επαληθεύεται ότι ο κοινοποιημένος οργανισμός ελέγχει αποτελεσματικά τη στελέχωση, την ανάθεση σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, τις διαδικασίες, τα κριτήρια και τη λήψη αποφάσεων, και όχι ένας υπεργολάβος, θυγατρική ή άλλη εταιρεία που ανήκει στην ίδια οικογένεια εταιρειών· και να διευρυνθεί η τεκμηρίωση που πρέπει να υποβάλλουν οι οργανισμοί όταν υποβάλλουν αίτηση για τον ορισμό τους ως κοινοποιημένου οργανισμού, ώστε να παρέχεται βαθύτερη και συγκριτικά δικαιότερη βάση για τη λήψη αποφάσεων από τις κοινοποιούσες αρχές.

(73)

Για να διασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι οργανισμοί διαπίστευσης λαμβάνουν ως βάση για τη διαπίστευση τον παρόντα κανονισμό και όχι τα αποκλίνοντα πρότυπα. Είναι επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι οργανισμοί διαπίστευσης αξιολογούν την ικανότητα του αιτούντος οργανισμού και όχι ενός ομίλου εταιρειών, δεδομένου ότι ο ίδιος ο αιτών οργανισμός πρέπει να ελέγχει τη μελλοντική πιστοποίηση.

(74)

Για να επιτευχθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και να αποφευχθεί η ανασφάλεια δικαίου, οι υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών θα πρέπει να καθοριστούν με μεγαλύτερη σαφήνεια και να καταστούν σαφείς, και αυτό τόσο για τις δραστηριότητες αξιολόγησης και επαλήθευσης όσο και για τις σχετικές πτυχές.

(75)

Για να αποφευχθεί η εμπλοκή του προσωπικού των κοινοποιημένων οργανισμών με τους κατασκευαστές, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει να είναι σε θέση να επιτρέπουν την εναλλαγή μεταξύ του προσωπικού που εκτελεί διάφορα καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

(76)

Οι αρχές των κρατών μελών ενδέχεται να έχουν ερωτήσεις στις οποίες μπορεί να απαντήσει μόνο ένας συγκεκριμένος κοινοποιημένος οργανισμός. Ως εκ τούτου, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει επίσης να απαντούν στις ερωτήσεις που ενδέχεται να έχουν οι αρχές άλλων κρατών μελών.

(77)

Για να μπορούν οι αρχές να εντοπίζουν ευκολότερα τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης των κοινοποιημένων οργανισμών, των κατασκευαστών και των προϊόντων και να εξασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει να έχουν την εξουσία, ακόμη και να υποχρεούνται, όταν η μη συμμόρφωση μπορεί να αποδειχτεί σαφώς, να διαβιβάζουν προληπτικά πληροφορίες σχετικά με τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης στις αρμόδιες εθνικές αρχές ή στις κοινοποιούσες αρχές. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί δεν θα πρέπει ωστόσο να παραβιάζουν την υποχρέωση ενημέρωσης ερευνώντας άλλους φορείς εκμετάλλευσης πέραν των δικών τους πελατών ή ομοτίμων.

(78)

Προκειμένου να δημιουργηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τους κοινοποιημένους οργανισμούς και τους κατασκευαστές, θα πρέπει να ενισχυθεί ο συντονισμός μεταξύ των κοινοποιημένων οργανισμών. Δεδομένου ότι μόνο οι μισοί από τους υφιστάμενους κοινοποιημένους οργανισμούς συμμετέχουν με δική τους πρωτοβουλία στις δραστηριότητες της ήδη υφιστάμενης ομάδας συντονισμού των κοινοποιημένων οργανισμών, η συμμετοχή σ’ αυτούς, άμεσα ή μέσω διορισμένων εκπροσώπων, θα πρέπει να καταστεί υποχρεωτική.

(79)

Οι προσπάθειες θέσπισης απλουστευμένων διαδικασιών για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011 και, ως εκ τούτου, μείωσης του φόρτου και του κόστους για τις ΜΜΕ και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν υπήρξαν πλήρως αποτελεσματικές και συχνά παρερμηνεύθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν λόγω της έλλειψης ενημέρωσης ή της έλλειψης σαφήνειας όσον αφορά την εφαρμογή τους. Με την αντιμετώπιση των διαπιστωθεισών ελλείψεων και παράλληλα με την αξιοποίηση των κανόνων που θεσπίστηκαν προηγουμένως, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί και να διευκολυνθεί η εφαρμογή τους και, ως εκ τούτου, να επιτευχθεί ο στόχος της στήριξης των ΜΜΕ με παράλληλη διασφάλιση των επιδόσεων, της ασφάλειας και της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των δομικών προϊόντων.

(80)

Η αναγνώριση των αποτελεσμάτων δοκιμής που λαμβάνονται από άλλον κατασκευαστή, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, θα πρέπει να γενικευθεί, ώστε να μειωθεί γενικά η επιβάρυνση των οικονομικών φορέων και συγκεκριμένα των κατασκευαστών. Ένας τέτοιος μηχανισμός αναγνώρισης είναι ιδιαίτερα αναγκαίος για την αποφυγή της πολλαπλής αξιολόγησης της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των πρώτων υλών, των ενδιάμεσων προϊόντων και των τελικών προϊόντων.

(81)

Για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου σε περίπτωση προβλημάτων ασφάλειας ή επιδόσεων, η αναγνώριση αυτή θα πρέπει να επιτρέπεται μόνον όταν οι οικονομικοί φορείς που υποβάλλονται σε αξιολόγηση και επαλήθευση συμφωνούν να συνεργαστούν μεταξύ τους και με τον εμπλεκόμενο κοινοποιημένο οργανισμό, συμπεριλαμβανομένης της απαραίτητης κοινοχρησίας δεδομένων.

(82)

Από την αξιολόγηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 προέκυψε ότι οι δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς που διεξάγονται σε εθνικό επίπεδο διαφέρουν σημαντικά ως προς την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα. Πέρα από τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και την οικεία ενωσιακή νομοθεσία για τη βελτίωση της εποπτείας της αγοράς, η συμμόρφωση των οικονομικών φορέων, των οργανισμών και των προϊόντων με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να διευκολύνεται με τη συμμετοχή και τρίτων μερών, όπως με τη δυνατότητα κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου να υποβάλλει πληροφορίες σχετικά με περιπτώσεις μη συμμόρφωσης μέσω πύλης καταγγελιών που δημιουργείται και διατηρείται από την Επιτροπή. Ο χειρισμός των καταγγελιών σέβεται το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά τον χειρισμό των καταγγελιών, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη συνάφεια και την τεκμηρίωση της καταγγελίας, δίνοντας προτεραιότητα στις καταγγελίες που εγείρουν ζητήματα με ιδιαίτερα εκτεταμένες αρνητικές επιπτώσεις για τους πολίτες ή την εσωτερική αγορά. Προκειμένου να θεωρηθεί μια καταγγελία τεκμηριωμένη, η Επιτροπή θα πρέπει ιδίως να ελέγχει αν η καταγγελία καταφέρνει να διατυπώσει δυσαρέσκεια ή αν η δυσαρέσκεια θέτει ζήτημα για το οποίο η Επιτροπή έχει υιοθετήσει σαφή, δημόσια και συνεπή θέση που έχει κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα. Η Επιτροπή θα πρέπει να απαντά στον καταγγέλλοντα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και να διαβιβάζει αποτελεσματικά τις καταγγελίες στα οικεία κράτη μέλη, τα οποία θα πρέπει να χειρίζονται τις καταγγελίες αυτές άμεσα και αποτελεσματικά σύμφωνα με τα νομικά πλαίσια και τις υποχρεώσεις τους.

(83)

Για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν όσον αφορά την εποπτεία της αγοράς βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει περισσότερες δικαιολογημένες εξουσίες για τις αρχές εποπτείας της αγοράς και την Επιτροπή, οι οποίες θα πρέπει να επιτρέπουν στις αρχές να ενεργούν υπό όλες τις πιθανές προβληματικές περιστάσεις.

(84)

Η πρακτική εποπτείας της αγοράς έχει αποδείξει ότι κατά την αξιολόγηση των προϊόντων, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, υπάρχει μεν κίνδυνος μη συμμόρφωσης αλλά δεν υπάρχουν περιστατικά μη συμμόρφωσης, ενώ σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, θα πρέπει να διαπιστωθεί το αντίθετο. Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει μη συμμόρφωση, εκτός της τυπικής μη συμμόρφωσης, η οποία δεν προκαλεί κίνδυνο. Για τους λόγους αυτούς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την εξουσία να ενεργούν σε όλες τις περιπτώσεις υπόνοιας μη συμμόρφωσης ή κινδύνου, ενώ ο ορισμός του «προϊόντος που παρουσιάζει κίνδυνο» πρέπει να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει τον κίνδυνο για το περιβάλλον. Είναι απαραίτητο να παρασχεθεί στα κράτη μέλη επαρκής διαδικαστική ευελιξία ώστε να γίνεται διάκριση μεταξύ περιπτώσεων μη συμμόρφωσης υψηλής και χαμηλής προτεραιότητας, ενώ όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να ενημερώνονται για λιγότερο σημαντικές περιπτώσεις.

(85)

Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επιβολή των απαιτήσεων και να ενισχυθεί η εποπτεία της αγοράς στα κράτη μέλη, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, καθώς και κοινές πρακτικές και μεθοδολογίες για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, στοιχείων όπως ο συνιστώμενος αριθμός και το είδος των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται από τις αρχές εποπτείας της αγοράς σε συγκεκριμένη κατηγορία ή οικογένεια προϊόντων ή σε σχέση με ειδικές απαιτήσεις. Ενδείκνυται οι συστάσεις αυτές να βασίζονται σε ορθές πρακτικές που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της εποπτείας της αγοράς.

(86)

Επιπλέον, για να ενισχυθούν οι κατά μέσο όρο αδύναμες ικανότητες των αρχών εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εποπτεία της αγοράς και για να εναρμονιστούν περαιτέρω με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781 για βιώσιμα προϊόντα, είναι αναγκαίο να παρέχεται λεπτομερέστερη διοικητική υποστήριξη συντονισμού και να τους παρέχεται το δικαίωμα να ανακτούν το κόστος των επιθεωρήσεων και των δοκιμών από τους οικονομικούς φορείς σε σχέση με μη συμμορφούμενα προϊόντα.

(87)

Για να δημιουργηθεί κίνητρο για την αύξηση των ικανοτήτων των αρχών εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εποπτεία της αγοράς και για την εναρμόνιση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητές τους για την εποπτεία της αγοράς όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων που επιβάλλονται.

(88)

Για την καλύτερη εξυπηρέτηση των οικονομικών φορέων, τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα θα πρέπει να καταστούν αποτελεσματικότερα και, ως εκ τούτου, να αποκτήσουν περισσότερους πόρους. Για να διευκολυνθεί το έργο των οικονομικών φορέων, τα καθήκοντα των σημείων επαφής για τα δομικά προϊόντα θα πρέπει να βελτιωθούν και να επεκταθούν ώστε να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν τα προϊόντα και με τις πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν τους οικονομικούς φορείς σχετικά με τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα στην επικράτειά τους.

(89)

Είναι απαραίτητο να θεσπιστεί κατάλληλος, αποτελεσματικός και οικονομικά αποδοτικός μηχανισμός συντονισμού για να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των υποχρεώσεων και απαιτήσεων που έχουν καθοριστεί και να ενισχυθεί το συνολικό σύστημα, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι ενδέχεται να προκύψουν νέα ερμηνευτικά ζητήματα σε σχέση με την ασφάλεια και τη βιωσιμότητα των προϊόντων και των δομικών έργων. Δεδομένου ότι οι αποκλίνουσες αποφάσεις δημιουργούν άνισους όρους ανταγωνισμού, συμβάλλουν στην αύξηση της πολυπλοκότητας του νομικού πλαισίου, δημιουργούν φραγμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία της εσωτερικής αγοράς και πρόσθετη διοικητική επιβάρυνση και κόστος για τους οικονομικούς φορείς, οι εν λόγω αποκλίνουσες αποφάσεις θα πρέπει να αποτρέπονται με τον εν λόγω μηχανισμό συντονισμού.

(90)

Ειδικότερα, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας για τη συλλογή ερωτημάτων που σχετίζονται με την ερμηνεία, για την εξεύρεση κατάλληλων κοινών λύσεων και για τη βελτίωση της κοινοχρησίας πληροφοριών στο πλαίσιο αυτό. Για τη διευκόλυνση της κοινοχρησίας πληροφοριών, ένα τέτοιο σύστημα θα πρέπει να βασίζεται σε εθνικά συστήματα. Τα εν λόγω εθνικά συστήματα θα πρέπει επίσης να εντοπίζουν περιπτώσεις άνισης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αποκλίνουσες πρακτικές δεν καθίστανται κοινή πρακτική και μόνιμες. Το ευρωπαϊκό σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας θα πρέπει επίσης να ασχολείται με ζητήματα που αφορούν την εμφάνιση νέων προϊόντων ή επιχειρηματικών μοντέλων, απρόβλεπτες καταστάσεις και καταστάσεις στις οποίες εφαρμόζονται και άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.

(91)

Η ψηφιοποίηση και η διαθεσιμότητα των πληροφοριών για τα προϊόντα αυξάνει τη διαφάνεια προς όφελος της ασφάλειας των προϊόντων και της προστασίας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, μειώνοντας παράλληλα τη διοικητική επιβάρυνση και το κόστος για τους οικονομικούς φορείς. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τη δημιουργία συστήματος ψηφιακού διαβατηρίου δομικού προϊόντος το οποίο ευθυγραμμίζεται, στο μέτρο του δυνατού, με το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781.

(92)

Προκειμένου να βελτιωθεί η μηχαναγνωσιμότητα, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα κοινό λεξικό δεδομένων με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ένα εργαλείο που θα διέπει και θα δημοσιεύει τη δομή των δεδομένων και τους ουσιαστικούς ορισμούς και περιγραφές τους για όλα τα σχετικά δομικά προϊόντα. Για κάθε οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων, το λεξικό δεδομένων θα πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και άλλες ιδιότητες που ορίζονται στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και άλλες πληροφορίες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό. Ένα λεξικό δεδομένων εναρμονισμένο σε επίπεδο Ένωσης επιτρέπει την ταξινόμηση και τη χρήση δομημένων ορισμών τόσο από τις αρμόδιες εθνικές αρχές όσο και για την περαιτέρω ψηφιοποίηση του κατασκευαστικού τομέα, ιδίως όσον αφορά τη μοντελοποίηση κτιριακών πληροφοριών, τα ημερολόγια κτιρίων, τα ψηφιακά διαβατήρια και τα μητρώα.

(93)

Για να βελτιωθεί το επίπεδο επάρκειάς τους, να εναρμονιστεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων και να δημιουργηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τους οικονομικούς φορείς, θα πρέπει να διοργανωθούν προγράμματα κατάρτισης για τις αρχές εποπτείας της αγοράς, τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα, τις ορίζουσες αρχές, τις κοινοποιούσες αρχές και τους εκπρόσωπους κοινοποιημένων οργανισμών και ΟΤΑ. Οι ίδιοι στόχοι θα πρέπει επίσης να επιδιώκονται με την ανταλλαγή προσωπικού μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς, των κοινοποιουσών αρχών και των κοινοποιημένων οργανισμών δύο ή περισσότερων κρατών μελών.

(94)

Τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν πάντοτε την τεχνική επάρκεια για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που τους αναλογούν σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία σωρευτικά για όλους τους τομείς προϊόντων. Ως εκ τούτου, λαμβάνουν άτυπη στήριξη από άλλα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι η στήριξη αυτή είναι αναπόφευκτη σε ορισμένες περιπτώσεις, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθορίσει τους βασικούς κανόνες για την εν λόγω στήριξη, δηλαδή να αποσαφηνίσει τις αρμοδιότητες.

(95)

Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες στον τομέα των δομικών προϊόντων καθίστανται ολοένα και πιο διεθνείς με αργό αλλά σταθερό ρυθμό. Επομένως, προκύπτουν καταστάσεις στις οποίες πρέπει να αντιμετωπιστούν και οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης οικονομικών φορέων που εδρεύουν εκτός της Ένωσης. Επομένως, στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις σχετικά με τη διεθνή συνεργασία.

(96)

Ορισμένες τρίτες χώρες εφαρμόζουν την ενωσιακή νομοθεσία για τα προϊόντα ή τουλάχιστον αναγνωρίζουν τα πιστοποιητικά που εκδίδονται σύμφωνα μ’ αυτήν, είτε βάσει διεθνών συμφωνιών είτε μονομερώς, και οι δύο περιπτώσεις είναι προς το συμφέρον της Ένωσης. Προκειμένου να δοθεί κίνητρο στις εν λόγω τρίτες χώρες να συνεχίσουν την πρακτική αυτή και σε άλλες τρίτες χώρες να πράξουν το ίδιο, θα πρέπει να παρασχεθούν, κατά περίπτωση, ορισμένες πρόσθετες δυνατότητες σε τρίτες χώρες που εφαρμόζουν τη νομοθεσία της Ένωσης για τα προϊόντα ή αναγνωρίζουν τα πιστοποιητικά που εκδίδονται σύμφωνα μ’ αυτήν. Για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει να είναι δυνατή, κατόπιν διαβούλευσης με τα κράτη μέλη, η στήριξη αυτών των ιδιαίτερα συνεργάσιμων τρίτων χωρών, επιτρέποντάς τους να συμμετέχουν σε ορισμένα προγράμματα κατάρτισης και να συμμετέχουν στο σύστημα ψηφιακού διαβατηρίου δομικού προϊόντος, στο σύστημα πληροφοριών για την εναρμονισμένη λήψη αποφάσεων και στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών. Επιπλέον, για τον ίδιο λόγο, θα πρέπει να είναι δυνατή η ενημέρωση αυτών των ιδιαίτερα συνεργάσιμων τρίτων χωρών σχετικά με μη συμμορφούμενα ή επικίνδυνα προϊόντα.

(97)

Προκειμένου να δοθούν κίνητρα για τη χρήση βιώσιμων δομικών προϊόντων, με παράλληλη αποφυγή στρεβλώσεων της αγοράς και για να παραμείνουν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781, τα κίνητρα για τη χρήση βιώσιμων δομικών προϊόντων που παρέχονται από τα κράτη μέλη θα πρέπει να στοχεύουν στα πιο βιώσιμα προϊόντα. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συντονίζει τα κίνητρα των κρατών μελών προκειμένου να τονώνει τη ζήτηση ορισμένων περιβαλλοντικά βιώσιμων προϊόντων. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να παρέχουν κίνητρα για την προώθηση φιλικών προς το περιβάλλον και βιώσιμων δομικών προϊόντων που δεν καλύπτονται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές σύμφωνα με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.

(98)

Οι δημόσιες συμβάσεις ανέρχονται στο 14 % του ΑΕΠ της Ένωσης. Για να ενισχυθεί η χρήση βιώσιμων δομικών προϊόντων, τα οποία θα συμβάλουν στον στόχο της επίτευξης της κλιματικής ουδετερότητας, στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και της αποδοτικής χρήσης των πόρων και στη μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία που προστατεύει τη δημόσια υγεία και τη βιοποικιλότητα και να επιτευχθεί εναρμόνιση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781, οι πρακτικές των κρατών μελών στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις υποχρεωτικές ελάχιστες απαιτήσεις επιδόσεων σχετικά με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα των δομικών προϊόντων που καθορίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις. Η Επιτροπή θα πρέπει να αποφασίζει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει να εξεταστούν και την εφαρμογή τους με τη μορφή ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα: τεχνικές προδιαγραφές, κριτήρια επιλογής, ρήτρες εκτέλεσης της σύμβασης ή κριτήρια ανάθεσης της σύμβασης. Οι υποχρεωτικές ελάχιστες απαιτήσεις επιδόσεων για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα αφορούν μόνο τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και δεν προδικάζουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να είναι πιο φιλόδοξα στις συμβάσεις τους, ζητώντας καλύτερες επιδόσεις για τα σχετικά βασικά χαρακτηριστικά, με παράλληλο σεβασμό της εναρμονισμένης ζώνης.

(99)

Οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς θα πρέπει, κατά περίπτωση, να υποχρεούνται να ευθυγραμμίζουν τις δημόσιες συμβάσεις τους με συγκεκριμένα κριτήρια πράσινων δημόσιων συμβάσεων, τα οποία θα καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό. Τα κριτήρια για συγκεκριμένες οικογένειες προϊόντων ή κατηγορίες προϊόντων θα πρέπει να τηρούνται όταν οι συμβάσεις απαιτούν υποχρεωτικές ελάχιστες επιδόσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας για τα δομικά προϊόντα όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους που καλύπτονται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές. Οι εν λόγω ελάχιστες απαιτήσεις θα πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με διαφανή, αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια. Κατά την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις διαφορετικές γεωγραφικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες των κρατών μελών. Κατά την εξέταση των επιπτώσεων στην κατάσταση της αγοράς, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις των απαιτήσεων στον ανταγωνισμό, τις ΜΜΕ και τα βέλτιστα περιβαλλοντικά προϊόντα και λύσεις που διατίθενται στην αγορά. Κατά την εξέταση της οικονομικής σκοπιμότητας για τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι οι δημοσιονομικές ικανότητες των διάφορων αναθετουσών αρχών στα διάφορα κράτη μέλη ενδέχεται να διαφέρουν. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι αναθέτουσες αρχές θα πρέπει να μπορούν να παρεκκλίνουν από τις απαιτήσεις, όπως όταν υπάρχει μόνο ένας προμηθευτής, δεν υπάρχουν κατάλληλες προσφορές ή η εφαρμογή της θα οδηγούσε σε δυσανάλογο κόστος.

(100)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, όπως αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/2748 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18), για τους λόγους που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν κανόνες για τα δομικά προϊόντα που έχουν χαρακτηριστεί συναφή με την κρίση εμπορεύματα, ιεράρχηση της αξιολόγησης και της επαλήθευσης των εν λόγω προϊόντων, αξιολόγηση και δήλωση επιδόσεων βάσει προτύπων και κοινών προδιαγραφών, καθώς και για την ιεράρχηση των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς και την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρχών, σε περίπτωση ενεργού λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά βάσει του εν λόγω κανονισμού.

(101)

Για να λαμβάνεται υπόψη η τεχνική πρόοδος και οι γνώσεις των νέων επιστημονικών στοιχείων, να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, να διευκολύνεται η πρόσβαση σε πληροφορίες και να διασφαλίζεται η ομοιογενής εφαρμογή των κανόνων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά την τροποποίηση των παραρτημάτων II, III, IV, V, VI, VII, IX και X και την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού για περαιτέρω προσδιορισμό, προσθήκη και κατάργηση ορισμένων λειτουργιών και αναθεώρηση ορισμένων διατάξεων με σκοπό τη διασφάλιση της συμβατότητας και της διαλειτουργικότητας με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781. Για τους ίδιους λόγους, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με: τον καθορισμό προαιρετικών ή υποχρεωτικών οριακών επιπέδων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά, τις κατηγορίες επιδόσεων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά, και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει πάντα να δηλώνονται από τους κατασκευαστές· τον καθορισμό των στοιχείων των αιτημάτων τυποποίησης και των όρων υπό τους οποίους ένα προϊόν θεωρείται ότι πληροί ένα ορισμένο επίπεδο ή οριακό επίπεδο ή ότι πληροί μια κατηγορία επιδόσεων χωρίς δοκιμή ή χωρίς περαιτέρω δοκιμή· τον καθορισμό απαιτήσεων για τα προϊόντα σύμφωνα με το παράρτημα III· τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την παροχή γενικών πληροφοριών προϊόντος, οδηγιών χρήσης και πληροφοριών ασφάλειας για την αντίστοιχη οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων· τον καθορισμό, για κάθε οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων, του εφαρμοστέου συστήματος αξιολόγησης και εξακρίβωσης μεταξύ εκείνων που ορίζονται στο παράρτημα IX· τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με την αξιολόγηση των επιδόσεων ενός προϊόντος ή την εκπλήρωση ορισμένων απαιτήσεων για το προϊόν μπορούν να εκπληρωθούν με την τήρηση υποχρεώσεων που απορρέουν από άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις· την επιβολή, όσον αφορά ορισμένες οικογένειες προϊόντων και κατηγορίες προϊόντων, υποχρέωσης στους κατασκευαστές να διαθέτουν στην αγορά συγκεκριμένα ανταλλακτικά που δεν είναι ευρέως διαθέσιμα για τα προϊόντα που διαθέτουν στην αγορά· τη θέσπιση ειδικών απαιτήσεων επισήμανσης περιβαλλοντικής βιωσιμότητας για συγκεκριμένες οικογένειες προϊόντων και κατηγορίες προϊόντων· τη δημιουργία συστήματος ψηφιακού διαβατηρίου για τα δομικά προϊόντα· και με τον καθορισμό υποχρεωτικών ελάχιστων απαιτήσεων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας για τα δομικά προϊόντα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλίζεται η ίση συμμετοχή στην κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Κατά την εκπόνηση των εν λόγω πράξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να στοχεύει στη μείωση του διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις και να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των ΜΜΕ.

(102)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19).

(103)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή όταν, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις αφορούν την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια ή την προστασία του περιβάλλοντος, τούτο επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης.

(104)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 καθορίζει κανόνες για οριζόντιο πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς και τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης. Για να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα τα οποία υπάγονται στον παρόντα κανονισμό, τα οποία επωφελούνται από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Ένωσης, πληρούν απαιτήσεις που παρέχουν υψηλό επίπεδο προστασίας των δημόσιων συμφερόντων, όπως η προστασία της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας και η προστασία του περιβάλλοντος, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται και στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, εφόσον δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις με τον ίδιο στόχο, χαρακτήρα ή αποτέλεσμα στον παρόντα κανονισμό.

(105)

Για να καταστεί αποτελεσματικότερη η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να μειωθεί η επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς, θα πρέπει να είναι δυνατή η υποβολή αιτήσεων και αποφάσεων σε έντυπη ή σε ευρέως χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό μορφότυπο. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, οι αιτήσεις και οι αποφάσεις θα πρέπει να είναι έγκυρες μόνον όταν η ηλεκτρονική υπογραφή πληροί τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20) και όταν ο υπογράφων έχει εξουσιοδοτηθεί να εκπροσωπεί τον οργανισμό ή τον οικονομικό φορέα, σύμφωνα με το δίκαιο των κρατών μελών ή το δίκαιο της Ένωσης, αντίστοιχα.

(106)

Για να μειωθεί περαιτέρω η επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς, θα πρέπει να είναι δυνατή η παροχή τεκμηρίωσης σε ευρέως χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό μορφότυπο και η εκπλήρωση των απαιτήσεων πληροφόρησης ηλεκτρονικά εξ ορισμού.

(107)

Για να διασφαλιστεί το υψηλό επίπεδο συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης και να διασφαλίσουν την επιβολή των κανόνων αυτών. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(108)

Για τη δημιουργία ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να διευκρινιστεί αν και για πόσο χρονικό διάστημα τα πιστοποιητικά των σημείων επαφής για τα δομικά προϊόντα, των ΟΤΑ ή των κοινοποιημένων οργανισμών και των εναρμονισμένων προτύπων, των εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης, των ευρωπαϊκών τεχνικών αξιολογήσεων και των πιστοποιητικών ή των εκθέσεων δοκιμών κοινοποιημένων οργανισμών που εγκρίνονται ή εκδίδονται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 διατηρούν τα έννομα αποτελέσματα βάσει του παρόντος κανονισμού. Οι αντίστοιχες μεταβατικές περίοδοι θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλες ώστε να αποφεύγονται τα σημεία συμφόρησης όσον αφορά τον ορισμό των κοινοποιημένων οργανισμών και των ΟΤΑ και την έγκριση ή την έκδοση εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης, ευρωπαϊκών τεχνικών αξιολογήσεων και πιστοποιητικών ή εκθέσεων δοκιμών κοινοποιημένων οργανισμών.

(109)

Για τη δημιουργία ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να διευκρινιστεί για ποιο χρονικό διάστημα τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά με βάση ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης που έχουν εγκριθεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 μπορούν να διατεθούν στην αγορά.

(110)

Τόσο τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δομικών προϊόντων όσο και οι μέθοδοι αξιολόγησής τους μπορούν να προσδιοριστούν μόνο με εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που θα αναπτυχθούν για τις διάφορες οικογένειες προϊόντων και κατηγορίες προϊόντων ή με έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης. Κατά συνέπεια, οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις που βαρύνουν τους οικονομικούς φορείς όσον αφορά μια συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων ή οικογένεια προϊόντων θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο δώδεκα μήνες από την έναρξη ισχύος της εναρμονισμένης τεχνικής προδιαγραφής που καλύπτει την εν λόγω κατηγορία προϊόντων ή οικογένεια προϊόντων, εκτός εάν έχει καθοριστεί μεταγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής στη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(111)

Για να διευκολυνθεί η ομαλή σταδιακή καθιέρωση μελλοντικών εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών και λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται για την κατάρτιση της δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν την εθελοντική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού από την έναρξη ισχύος των εν λόγω εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών.

(112)

Είναι αναγκαίο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι οικονομικοί φορείς να μπορούν να παρακάμπτουν μόνιμα την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού με την εφαρμογή των εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών που έχουν εγκριθεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή θα πρέπει να αποσύρει από την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις παραπομπές στα εναρμονισμένα πρότυπα και τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης που έχουν δημοσιευτεί προς υποστήριξη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 και καλύπτουν μια συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων ή οικογένεια προϊόντων, από την έναρξη ισχύος των εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών που έχουν εγκριθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού και καλύπτουν την εν λόγω κατηγορία προϊόντων ή οικογένεια προϊόντων.

(113)

Ενώ η έννοια των βασικών απαιτήσεων για τα δομικά έργα διατηρείται ως η τεχνικά αναγκαία σύνδεση μεταξύ δομικών έργων και δομικών προϊόντων, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι δεν συνιστούν υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων ή των κρατών μελών, δεδομένου ότι το δικαίωμα ρύθμισης των δομικών έργων αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών. Για να καλυφθεί η περιβαλλοντική αξιολόγηση των δομικών προϊόντων και οι απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες υπάρχουν ακόμη και στις ισχύουσες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, θα πρέπει να καταρτιστεί ένα πληρέστερο παράρτημα I, το οποίο θα περιλαμβάνει επίσης λεπτομερή κατάλογο των προκαθορισμένων περιβαλλοντικών ουσιωδών χαρακτηριστικών που σχετίζονται με την αξιολόγηση του κύκλου ζωής και πλαίσιο για τις απαιτήσεις για τα προϊόντα. Με την ευκαιρία αυτή, θα πρέπει να εξαλειφθούν οι αλληλεπικαλύψεις μεταξύ των βασικών απαιτήσεων για τα δομικά έργα και να δοθούν διευκρινίσεις.

(114)

Για να επιτευχθεί η ελάχιστη ένταση ελέγχου της αξιολόγησης και της επαλήθευσης των κατασκευαστών από τους κοινοποιημένους οργανισμούς και να δημιουργηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού τόσο για τους κατασκευαστές όσο και για τους κοινοποιημένους οργανισμούς, το παράρτημα IX σχετικά με τα συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης θα πρέπει να καθορίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια και πληρότητα τα καθήκοντα των κατασκευαστών και των κοινοποιημένων οργανισμών στο πλαίσιο των διαφόρων πιθανών συστημάτων αξιολόγησης και επαλήθευσης. Επιπλέον, το εν λόγω παράρτημα θα πρέπει να καθορίζει τις αξιολογήσεις και τις επαληθεύσεις που πρέπει να διενεργούνται για την επαλήθευση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των προϊόντων, όσον αφορά τις επιδόσεις των προϊόντων και τις απαιτήσεις για τα προϊόντα. Όταν η Επιτροπή καθορίζει το εφαρμοστέο σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης για μια οικογένεια ή κατηγορία προϊόντων, η συνέχεια με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011 και η συνοχή μεταξύ των οικογενειών προϊόντων θα πρέπει να αποτελούν κατευθυντήριες αρχές.

(115)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορία ασφαλών και βιώσιμων δομικών προϊόντων στην εσωτερική αγορά, η συμβολή στην πράσινη και στην ψηφιακή μετάβαση και η προστασία της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας και η προστασία του περιβάλλοντος, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη τείνουν να θεσπίζουν πολύ διαφορετικές απαιτήσεις για τα δομικά προϊόντα, με άνισο επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας και του περιβάλλοντος, μπορούν όμως να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης με τη θέσπιση εναρμονισμένου πλαισίου αξιολόγησης των επιδόσεων των δομικών προϊόντων και ορισμένων απαιτήσεων προϊόντων για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας και για την προστασία του περιβάλλοντος, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία ορίζεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και στόχοι

1.   Ο παρών κανονισμός καθορίζει εναρμονισμένους κανόνες για τη διάθεση και τη διαθεσιμότητα στην αγορά δομικών προϊόντων, είτε στο πλαίσιο υπηρεσίας είτε όχι, καθορίζοντας:

α)

εναρμονισμένους κανόνες για τον τρόπο έκφρασης των περιβαλλοντικών επιδόσεων, και των επιδόσεων ασφάλειας των δομικών προϊόντων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του κύκλου ζωής·

β)

περιβαλλοντικές απαιτήσεις, και απαιτήσεις για τη λειτουργία και την ασφάλεια των δομικών προϊόντων.

2.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει επίσης:

α)

δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους οικονομικούς φορείς που σχετίζονται με δομικά προϊόντα ή τα συστατικά τους μέρη· και

β)

υποχρεώσεις για άλλους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες που συνδέονται με την κατασκευή και την εμπορία προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

3.   Σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι να συμβάλει στην αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς διασφαλίζοντας την ελεύθερη κυκλοφορία ασφαλών και βιώσιμων δομικών προϊόντων στην Ένωση. Αποσκοπεί επίσης να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης μέσω της πρόληψης και της μείωσης των επιπτώσεων που έχουν τα δομικά προϊόντα στο περιβάλλον και στην ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα δομικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των μεταχειρισμένων προϊόντων, και στα ακόλουθα στοιχεία:

α)

βασικά μέρη των προϊόντων· και

β)

εξαρτήματα ή υλικά που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, εφόσον το ζητήσει ο κατασκευαστής των εν λόγω μερών ή υλικών.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε:

α)

ανελκυστήρες που υπόκεινται στην οδηγία 2014/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21), κυλιόμενες κλίμακες ή τα συστατικά τους μέρη·

β)

απαιτήσεις και αξιολόγηση των επιδόσεων που υπόκεινται στην οδηγία (ΕΕ) 2020/2184 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22) και καλύπτονται από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις της Επιτροπής που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 8 της εν λόγω οδηγίας.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του και τα οποία διατίθενται στην αγορά στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 349 ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στα υπόλοιπα κράτη μέλη την εθνική νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διατάξεις που προβλέπουν τις εν λόγω εξαιρέσεις. Εξασφαλίζουν ότι τα εξαιρούμενα προϊόντα δεν φέρουν τη σήμανση CE σύμφωνα με το άρθρο 17. Τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά βάσει της εν λόγω εξαίρεσης δεν θεωρείται ότι έχουν διατεθεί στην ενωσιακή αγορά κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«δομικό προϊόν»: κάθε σχηματοποιημένο ή μη υλικό στοιχείο, συμπεριλαμβανομένων τρισδιάστατα εκτυπωμένων προϊόντων, ή συνδυασμός προϊόντων που διατίθενται στην αγορά, μεταξύ άλλων με προμήθεια στο εργοτάξιο, για μόνιμη ενσωμάτωση σε δομικά έργα ή μέρη αυτών, εξαιρουμένων των στοιχείων που υποχρεωτικά ενσωματώνονται αρχικά σε συνδυασμό προϊόντων ή άλλο δομικό προϊόν πριν από τη μόνιμη ενσωμάτωσή τους σε δομικά έργα·

2)

«προϊόν»: δομικό προϊόν ή άλλο στοιχείο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, όπως ορίζεται στο άρθρο 2·

3)

«μόνιμος»: προορίζεται να παραμείνει στο δομικό έργο, ή σε μέρη του, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατασκευής ή ανακαίνισης·

4)

«διαθεσιμότητα στην αγορά»: κάθε προσφορά προϊόντος για διανομή ή χρήση στην αγορά της Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν, είτε στο πλαίσιο παροχής υπηρεσίας είτε όχι·

5)

«διάθεση στην αγορά»: η πρώτη φορά κατά την οποία ένα προϊόν καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά της Ένωσης, ή η πρώτη φορά κατά την οποία καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά της Ένωσης ένα μεταχειρισμένο προϊόν, μετά την απεγκατάστασή του·

6)

«επίδοση»: ο βαθμός στον οποίο ένα προϊόν διαθέτει ορισμένα ουσιώδη χαρακτηριστικά·

7)

«ουσιώδη χαρακτηριστικά»: τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που σχετίζονται με τις βασικές απαιτήσεις για τα δομικά έργα όπως ορίζονται στο παράρτημα I, καθώς και εκείνα που απαριθμούνται ως προκαθορισμένα ουσιώδη περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά στο παράρτημα II·

8)

«απαίτηση για το προϊόν»: χαρακτηριστικό, όπως ορίζεται στο παράρτημα III, το οποίο ένα προϊόν πρέπει να διαθέτει πριν διατεθεί στην αγορά·

9)

«οικονομικός φορέας»: ο κατασκευαστής, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, ο εισαγωγέας, ο διανομέας και ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών ή κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υπόκειται στον εν λόγω κανονισμό σχετικά με την κατασκευή ή την ανακατασκευή προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων προς επαναχρησιμοποίηση, ή τη διάθεσή τους στην αγορά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

10)

«κατασκευαστής»: ο κατασκευαστής όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

11)

«σύνολο τρισδιάστατων δεδομένων»: σύνολο αριθμητικών δεδομένων που περιγράφουν το σχήμα ενός αντικειμένου βάσει των εξωτερικών του διαστάσεων και των κοιλοτήτων του·

12)

«δομικά έργα»: κτίρια και έργα πολιτικού μηχανικού που μπορεί να βρίσκονται πάνω ή μέσα στο έδαφος ή στο νερό, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, οδών, γεφυρών, σηράγγων, πυλώνων και άλλων υποδομών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καλωδίων επικοινωνιών, αγωγών, αγωγών υδάτων, φραγμάτων, αερολιμένων, λιμένων, υδάτινων οδών και υποδομών σιδηροδρομικών γραμμών·

13)

«επίπεδο»: το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της επίδοσης ενός προϊόντος σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, εκφραζόμενο σε αριθμητική τιμή·

14)

«κατηγορία»: εύρος επιπέδων επίδοσης προϊόντος, που οριοθετείται από κατώτατη και ανώτατη τιμή·

15)

«οριακό επίπεδο»: ελάχιστο ή μέγιστο επίπεδο επίδοσης προϊόντος όσον αφορά ένα συγκεκριμένο ουσιώδες χαρακτηριστικό·

16)

«βασικό μέρος»: εξάρτημα το οποίο χρησιμοποιείται ως συστατικό μέρος ή ανταλλακτικό προϊόντος και το οποίο έχει προσδιοριστεί βάσει εναρμονισμένης τεχνικής προδιαγραφής ως ουσιώδες για τον χαρακτηρισμό, την ασφάλεια ή τις επιδόσεις ενός προϊόντος·

17)

«συνδυασμός προϊόντων»: προϊόν που διατίθεται στην αγορά από μεμονωμένο οικονομικό φορέα ως σύνολο που αποτελείται από δύο τουλάχιστον χωριστά στοιχεία, για κανένα από τα οποία δεν απαιτείται να αποτελεί από μόνο του προϊόν και τα οποία προορίζονται να να ενσωματωθούν μαζί σε δομικά έργα·

18)

«ευρωπαϊκό ευρωπαϊκής αξιολόγησης» ή «ΕΕΑ»: έγγραφο που εκδίδεται από τον οργανισμό των οργανισμών τεχνικής αξιολόγησης με σκοπό την έκδοση ευρωπαϊκών τεχνικών αξιολογήσεων·

19)

«ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση» ή ΕΤΑ: η τεκμηριωμένη αξιολόγηση των επιδόσεων ενός προϊόντος, σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, σύμφωνα με το αντίστοιχο έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης·

20)

«μεταχειρισμένο προϊόν»: προϊόν που δεν συνιστά απόβλητο ή έχει πάψει να είναι απόβλητο σύμφωνα με την οδηγία 2008/98/ΕΚ, το οποίο έχει εγκατασταθεί τουλάχιστον μία φορά σε δομικό έργο, και το οποίο:

α)

δεν έχει υποβληθεί σε διαδικασία που υπερβαίνει τις λειτουργίες ανάκτησης ελέγχου, καθαρισμού ή επισκευής με τις οποίες τα προϊόντα ή τα συστατικά μέρη των προϊόντων παρασκευάζονται έτσι ώστε να μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν για κατασκευαστικούς σκοπούς χωρίς άλλη προεπεξεργασία· ή

β)

έχει υποβληθεί σε μετασχηματιστική διαδικασία που υπερβαίνει τις λειτουργίες ανάκτησης ελέγχου, καθαρισμού και επισκευής, οι οποίες, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, χαρακτηρίζονται ως μη ουσιώδεις για τις επιδόσεις του προϊόντος·

21)

«προοριζόμενη χρήση»: ο σκοπός ενός προϊόντος όπως ορίζεται στις εφαρμοστέες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή στα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης·

22)

«δηλωμένη χρήση»: η χρήση που προβλέπεται από τον κατασκευαστή, συμπεριλαμβανομένων των όρων χρήσης, όπως ορίζεται στην τεχνική τεκμηρίωση, στις ετικέτες, στις γενικές πληροφορίες προϊόντος, στις οδηγίες χρήσης, στις πληροφορίες ασφαλείας ή στο διαφημιστικό υλικό·

23)

«επισκευή»: η διαδικασία επιδιόρθωσης ελαττωματικού προϊόντος ή αντικατάστασης ελαττωματικών συστατικών μερών, προκειμένου το προϊόν να επανέλθει σε κατάσταση στην οποία μπορεί να εκπληρώσει τη δηλωμένη χρήση του·

24)

«συντήρηση»: ενέργεια που πραγματοποιείται για τη διατήρηση ενός προϊόντος σε κατάσταση κατά την οποία μπορεί να λειτουργήσει όπως προβλέπεται·

25)

«ανακατασκευασμένο προϊόν»: προϊόν που δεν συνιστά απόβλητο ή έχει παύσει να αποτελεί απόβλητο σύμφωνα με την οδηγία 2008/98/ΕΚ, το οποίο έχει εγκατασταθεί τουλάχιστον μία φορά σε δομικό έργο και έχει υποβληθεί σε μετασχηματιστική διαδικασία που υπερβαίνει τις λειτουργίες ανάκτησης ελέγχου, καθαρισμού και επισκευής, οι οποίες, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, χαρακτηρίζονται ως ουσιώδεις για τις επιδόσεις του προϊόντος·

26)

«κίνδυνος»: κίνδυνος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 18 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

27)

«τύπος προϊόντος»: το αφηρημένο μοντέλο μεμονωμένων προϊόντων, το οποίο καθορίζεται από την προοριζόμενη χρήση και ένα σύνολο χαρακτηριστικών που αποκλείουν κάθε μεταβολή όσον αφορά τις επιδόσεις ή την εκπλήρωση των απαιτήσεων για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή σύμφωνα με αυτόν, ενώ πανομοιότυπα προϊόντα διαφορετικών κατασκευαστών ανήκουν σε διαφορετικούς τύπους προϊόντων·

28)

«πλέον σύγχρονη μέθοδος»: τρόπος επίτευξης ενός συγκεκριμένου στόχου ο οποίος είναι είτε ο πλέον αποτελεσματικός και προηγμένος είτε προσεγγίζει αυτό το επίπεδο ή τρόπος που επί του παρόντος είναι δυνατός με την εφαρμογή κοινών τεχνολογιών, είτε πρόκειται για την πλέον προηγμένη τεχνολογικά λύση είτε όχι·

29)

«ανακύκλωση»: ανακύκλωση όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 17 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ·

30)

«πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών»: πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

31)

«οικογένεια προϊόντων»: όλοι οι τύποι προϊόντος που ανήκουν σε μία από τις οικογένειες που απαριθμούνται στο παράρτημα VII·

32)

«κατηγορία προϊόντων»: υποσύνολο των τύπων προϊόντος μιας συγκεκριμένης οικογένειας προϊόντων που περιλαμβάνει τους τύπους προϊόντος που έχουν κοινή συγκεκριμένη προοριζόμενη χρήση, όπως ορίζεται σε εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης·

33)

«έλεγχος της παραγωγής στο εργοστάσιο»: ο τεκμηριωμένος, συνεχής και εσωτερικός έλεγχος της παραγωγής σε μονάδα παραγωγής όσον αφορά ορισμένες παραμέτρους ή πτυχές ποιότητας, ο οποίος αντικατοπτρίζει τις ιδιαιτερότητες μιας αντίστοιχης οικογένειας προϊόντων ή μιας κατηγορίας προϊόντων και τις διαδικασίες κατασκευής, και ο οποίος αποσκοπεί στη σταθερότητα των επιδόσεων ή στη συνεχή εκπλήρωση των απαιτήσεων για τα προϊόντα, και διενεργείται σύμφωνα με το παράρτημα IX·

34)

«εισαγωγέας»: εισαγωγέας όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

35)

«διανομέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, πέρα από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο διαθέτει ένα προϊόν στην αγορά, μεταξύ άλλων προσφέροντας προϊόντα προς πώληση, μίσθωση ή μίσθωση-πώληση, ή επιδεικνύοντας προϊόντα σε πελάτες ή εγκαταστάτες στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της εξ αποστάσεως πώλησης, είτε έναντι πληρωμής είτε όχι·

36)

«εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο εντός της Ένωσης, που έχει λάβει γραπτή εντολή από έναν κατασκευαστή να ενεργεί για λογαριασμό του συγκεκριμένου κατασκευαστή για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων σχετικών με τις υποχρεώσεις που υπέχει ο κατασκευαστής βάσει του παρόντος κανονισμού·

37)

«μεμονωμένη κατασκευή»: ο όρος αυτός σημαίνει ότι, λόγω των προδιαγραφών του πελάτη, υπάρχει ανάγκη αναπροσαρμογής της διαδικασίας παραγωγής για την κατασκευή του σε σύγκριση με όλα τα άλλα προϊόντα που παράγονται για άλλους πελάτες από τον εν λόγω οικονομικό φορέα·

38)

«πολύ μικρή επιχείρηση»: πολύ μικρή επιχείρηση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του παραρτήματος στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (23)·

39)

«επί παραγγελία»: ο όρος αυτός σημαίνει ότι, λόγω των προδιαγραφών του πελάτη, υπάρχει διαφοροποίηση όσον αφορά το μέγεθος ή το υλικό σε σύγκριση με όλα τα άλλα προϊόντα που παράγονται για άλλους πελάτες από τον εν λόγω οικονομικό φορέα·

40)

«μόνιμος σύνδεσμος»: σύνδεσμος προς ιστότοπο ο οποίος είναι σταθερός τόσο όσον αφορά το περιεχόμενό του όσο και τη διεύθυνσή του («URL»)·

41)

«φορέας δεδομένων»: γραμμικό σύμβολο γραμμωτού κωδικού, δισδιάστατο σύμβολο ή άλλο μέσο αυτόματης συλλογής δεδομένων ταυτοποίησης που μπορεί να διαβαστεί από συσκευή·

42)

«εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές»: τα εναρμονισμένα πρότυπα επιδόσεων που έχουν καταστεί υποχρεωτικά για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 8, των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, στο άρθρο 9 παράγραφος 3 και στο άρθρο 10 παράγραφος 2·

43)

«ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποίησης»: ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποίησης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012·

44)

«εκτός σειράς διαδικασία»: διαδικασία η οποία δεν είναι ούτε κατά κύριο λόγο αυτοματοποιημένη, ούτε πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο με τη χρήση τεχνικών συνεχούς ροής, ούτε επαναλαμβάνεται πολύ συχνά σε σχέση με τον όγκο της παραγωγής από τον εν λόγω οικονομικό φορέα ή τους οικονομικούς φορείς που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών, όπως αυτός καθορίζεται στη βάση κοινού φυσικού ή νομικού προσώπου ελέγχου ή ίδιας οργανωτικής δομής·

45)

«απόσυρση»: απόσυρση όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 23 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

46)

«ανάκληση»: ανάκληση όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

47)

«επιγραμμική αγορά»: πάροχος ενδιάμεσης υπηρεσίας που χρησιμοποιεί επιγραμμική διεπαφή, που επιτρέπει στους πελάτες να συνάπτουν συμβάσεις εξ αποστάσεως με οικονομικούς φορείς για την πώληση προϊόντων·

48)

«επιγραμμική διεπαφή»: επιγραμμική διεπαφή όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 15 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

49)

«προμηθευτής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει πρώτες ύλες, ενδιάμεσα προϊόντα ή μεταχειρισμένα προϊόντα σε κατασκευαστές ή σε άλλα πρόσωπα που παρέχουν πρώτες ύλες, ενδιάμεσα προϊόντα ή μεταχειρισμένα προϊόντα σε κατασκευαστές·

50)

«πάροχος υπηρεσιών»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσία σε κατασκευαστή ή σε προμηθευτή βασικού μέρους, υπό την προϋπόθεση ότι η υπηρεσία αφορά την κατασκευή προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού τους ή της απεγκατάστασής τους στην περίπτωση μεταχειρισμένων προϊόντων·

51)

«διαπίστευση»: διαπίστευση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008·

52)

«αρχή εποπτείας της αγοράς»: αρχή εποπτείας της αγοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

53)

«κύκλος ζωής»: τα διαδοχικά και αλληλοσυνδεόμενα στάδια της ζωής ενός προϊόντος, από την αγορά των πρώτων υλών ή τη δημιουργία από φυσικούς πόρους ή, στην περίπτωση προϊόντων που έχουν προηγουμένως ενσωματωθεί σε δομικά έργα, από την τελευταία απεγκατάσταση από το δομικό έργο έως την τελική διάθεση·

54)

«ενιαίο σημείο επαφής»: η αρχή που ορίζεται ως το κεντρικό σημείο για τις επαφές με την Επιτροπή και άλλα κράτη μέλη σχετικά με ζητήματα που αφορούν τα δομικά προϊόντα·

55)

«κοινοποιημένος οργανισμός»: οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης εξουσιοδοτημένος να εκτελεί καθήκοντα αξιολόγησης και επαλήθευσης από τρίτα μέρη βάσει του παρόντος κανονισμού, ο οποίος έχει δεόντως κοινοποιηθεί·

56)

«κοινοποιούσα αρχή»: ο ενιαίος φορέας δημόσιας διοίκησης, που ορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την κοινοποίηση και την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών·

57)

«οργανισμός τεχνικής αξιολόγησης» ή «ΟΤΑ»: οργανισμός που ορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και ο οποίος εκδίδει ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις βάσει εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης·

58)

«ορίζουσα αρχή»: ο ενιαίος φορέας δημόσιας διοίκησης, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον ορισμό και την παρακολούθηση των ΟΤΑ σε ένα κράτος μέλος·

59)

«προϊόν που παρουσιάζει κίνδυνο»: προϊόν το οποίο, οποτεδήποτε στον κύκλο ζωή του είναι εγγενώς ικανό να επηρεάσει αρνητικά την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια, το περιβάλλον ή την εκπλήρωση βασικών απαιτήσεων για τα δομικά έργα όταν ενσωματώνεται στα εν λόγω έργα, σε βαθμό που, λαμβανομένων υπόψη των πλέον σύγχρονων μεθόδων, υπερβαίνει αυτό που θεωρείται εύλογο και αποδεκτό σε σχέση με την προοριζόμενη χρήση του και υπό κανονικές ή εύλογα προβλέψιμες συνθήκες χρήσης·

60)

«προϊόν που παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο»: προϊόν που παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

61)

«υποπροϊόν»: κάθε υποπροϊόν όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ·

62)

«ανακυκλωσιμότητα»: η ικανότητα ενός υλικού ή προϊόντος να διαχωρίζεται, να συλλέγεται, να ταξινομείται και να συγκεντρώνεται αποτελεσματικά και αποδοτικά σε συγκεκριμένες ροές αποβλήτων με σκοπό την ανακύκλωση σε δευτερογενείς πρώτες ύλες, ελαχιστοποιώντας παράλληλα την απώλεια ποιότητας ή λειτουργικότητας σε σύγκριση με τη σχετική πρωτογενή πρώτη ύλη·

63)

«συναφή με την κρίση εμπορεύματα»: συναφή με την κρίση εμπορεύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2747 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24)·

64)

«λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά»: λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2747.

Άρθρο 4

Πρόγραμμα εργασίας και προπαρασκευαστική φάση για την ανάπτυξη εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών

1.   Η Επιτροπή υποστηρίζεται από ομάδα εμπειρογνωμόνων («ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του κανονισμού δομικών προϊόντων ή ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ»). Η ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ αποτελείται τουλάχιστον από εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από τα κράτη μέλη και εκπροσώπους ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης και σχετικών ευρωπαϊκών οργανώσεων ενδιαφερόμενων μερών που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την Ένωση δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ επικουρεί την Επιτροπή στην επεξεργασία των αιτημάτων των κρατών μελών για ενωσιακή εναρμόνιση μέσω εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών. Ειδικότερα, η ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ επικουρεί την Επιτροπή στην κατάρτιση και την επικαιροποίηση προγράμματος εργασίας για την ανάπτυξη εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών, στην προετοιμασία του τεχνικού περιεχομένου που σχετίζεται με τις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, στη λήψη απόφασης σχετικά με την ανάγκη έναρξης των διαδικασιών σε σχέση με εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που παρουσιάζουν ελλείψεις, δεν είναι διαθέσιμες ή δεν είναι σε θέση να καλύψουν άμεσες κανονιστικές ανάγκες, καθώς και στον καθορισμό της συμπερίληψης μεταχειρισμένων προϊόντων στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές.

2.   Κατόπιν διαβούλευσης με την ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ, η Επιτροπή καταρτίζει πρόγραμμα εργασίας για την ανάπτυξη εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών για τις οικογένειες προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα VII, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για τα προϊόντα, καθώς και των γενικών πληροφοριών προϊόντος και των οδηγιών χρήσης και πληροφοριών για την ασφάλεια, το οποίο καλύπτει τουλάχιστον την επόμενη τριετία. Η Επιτροπή καθορίζει τις προτεραιότητες του προγράμματος εργασίας χρησιμοποιώντας διαφανή και ισορροπημένη μεθοδολογία, η οποία δημοσιεύεται μαζί με το πρόγραμμα εργασίας. Η εν λόγω μεθοδολογία αντικατοπτρίζει τουλάχιστον τις ρυθμιστικές ανάγκες των κρατών μελών, τα ζητήματα ασφάλειας που σχετίζονται με δομικά έργα και προϊόντα και τους στόχους της Ένωσης για το κλίμα και την κυκλική οικονομία.

Η Επιτροπή δημοσιεύει το πρώτο πρόγραμμα εργασίας το αργότερο έως τις 8 Ιανουαρίου 2026.

Η Επιτροπή ανανεώνει και επικαιροποιεί το πρόγραμμα εργασίας τουλάχιστον ανά τριετία. Δημοσιεύει το πρόγραμμα εργασίας για την επόμενη τριετή περίοδο ένα έτος πριν από τη λήξη του ισχύοντος προγράμματος εργασίας.

Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη ετησίως σχετικά με την πρόοδο στην εφαρμογή του προγράμματος εργασίας.

Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι δεν μπορεί να επιτύχει τους στόχους που ορίζονται στο πρόγραμμα εργασίας, το τροποποιεί αναλόγως χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη σχετικά με τους σχετικούς λόγους.

3.   Σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας που θεσπίζεται με βάση την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στην ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που απαιτούν για μια οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων, καθώς και τις μεθόδους αξιολόγησης, τα οριακά επίπεδα ή τις κατηγορίες επιδόσεων, καθώς και τις απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες κρίνονται αναγκαίες.

Όταν τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις κανονιστικές τους ανάγκες σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή τις ενσωματώνει ή αιτιολογεί γιατί δεν είναι δυνατόν να το πράξει.

4.   Σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις για τα δομικά έργα που ορίζονται στο παράρτημα I και λαμβανομένων υπόψη των ρυθμιστικών αναγκών που κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, καθώς και των στόχων της Ένωσης για την ασφάλεια, το περιβάλλον, την κυκλικότητα και το κλίμα, η Επιτροπή, με την υποστήριξη της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ, προσδιορίζει τις τεχνικές πτυχές που απαιτούνται για την προετοιμασία των αιτημάτων τυποποίησης, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών ουσιωδών χαρακτηριστικών. Τα εν λόγω ουσιώδη χαρακτηριστικά και ο κατάλογος προκαθορισμένων ουσιωδών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών που παρατίθεται στο παράρτημα II αποτελούν τη βάση για την κατάρτιση των αιτημάτων τυποποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 και των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1.

5.   Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά καλύπτονται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές στον βαθμό που η ανάπτυξη των εν λόγω προδιαγραφών είναι αναλογική από τεχνική και οικονομική άποψη.

6.   Η Επιτροπή, με την υποστήριξη της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ, προσδιορίζει τις απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 7, καθώς και άλλες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, και προσδιορίζει κατά πόσον τα μεταχειρισμένα προϊόντα καλύπτονται ή εξαιρούνται από αίτημα τυποποίησης ή εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή. Ζητείται επειγόντως η γνώμη της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ σχετικά με τις κοινοποιήσεις των κρατών μελών που γίνονται σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5.

7.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 προκειμένου να τροποποιεί:

α)

τον κατάλογο των προκαθορισμένων ουσιωδών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών που παρατίθεται στο παράρτημα II για την προσαρμογή του στην τεχνική πρόοδο και στους νέους περιβαλλοντικούς κινδύνους και για τη συμμόρφωση με τις προτεραιότητες που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου με βάση τις κανονιστικές ανάγκες των κρατών μελών·

β)

τις οικογένειες προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα VII, για την προσαρμογή τους στην τεχνική πρόοδο και στις κανονιστικές ανάγκες των κρατών μελών.

Άρθρο 5

Εναρμονισμένα πρότυπα για τον καθορισμό ουσιωδών χαρακτηριστικών επιδόσεων

1.   Οι μέθοδοι και τα κριτήρια για την αξιολόγηση των επιδόσεων ενός προϊόντος σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του καθορίζονται σε εναρμονισμένα πρότυπα που καθίστανται υποχρεωτικά μέσω των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 8 («εναρμονισμένα πρότυπα επιδόσεων»). Τα εναρμονισμένα πρότυπα επιδόσεων παρέχουν, κατά περίπτωση και χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ακρίβεια, η αξιοπιστία ή η σταθερότητα των αποτελεσμάτων, μεθόδους για την αξιολόγηση των επιδόσεων των προϊόντων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους που είναι λιγότερο επαχθή από τις δοκιμές.

2.   Η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012, ζητεί από έναν ή περισσότερους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να καταρτίσουν εναρμονισμένα πρότυπα για τον καθορισμό των ουσιωδών χαρακτηριστικών και των μεθόδων αξιολόγησής τους για μία ή περισσότερες οικογένειες προϊόντων ή για μία ή περισσότερες κατηγορίες προϊόντων μιας οικογένειας. Το αίτημα τυποποίησης καθορίζει τις βασικές αρχές και τα σημεία αναφοράς για τον καθορισμό των εν λόγω ουσιωδών χαρακτηριστικών και των μεθόδων αξιολόγησής τους. Το αίτημα τυποποίησης αναφέρει ρητά αν καλύπτει ή εξαιρεί μεταχειρισμένα προϊόντα από το πεδίο εφαρμογής του αιτήματος.

3.   Στο πλαίσιο των αιτημάτων τυποποίησης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να παράσχουν τις τεχνικές λεπτομέρειες που απαιτούνται για την εφαρμογή του συστήματος αξιολόγησης και επαλήθευσης που πρόκειται να εφαρμοστεί σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2.

4.   Τα αιτήματα τυποποίησης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορούν να περιλαμβάνουν αίτημα για πρόταση ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

προαιρετικά ή υποχρεωτικά οριακά επίπεδα σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά·

β)

κατηγορίες επιδόσεων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά·

γ)

τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει πάντοτε να δηλώνονται από τους κατασκευαστές.

Τα εν λόγω αιτήματα τυποποίησης καθορίζουν τις βασικές αρχές και τα σημεία αναφοράς για τον καθορισμό των ζητούμενων στοιχείων.

5.   Όταν έχει συμπεριληφθεί στο αίτημα τυποποίησης ένα αίτημα υποβολής πρότασης σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό καθορίζοντας, για τις οικογένειες προϊόντων ή τις κατηγορίες προϊόντων και για τα στοιχεία που καλύπτονται από το εν λόγω αίτημα, τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου.

Κατόπιν διαβούλευσης με την ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ, η Επιτροπή μπορεί να παρεκκλίνει από τις προτάσεις του ευρωπαϊκού οργανισμού τυποποίησης.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε προηγούμενο αίτημα τυποποίησης αλλά με βάση τις συμβουλές της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ, σύμφωνα με το άρθρο 89, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των στοιχείων που ορίζονται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου σε σχέση με οποιαδήποτε από τις ομάδες ουσιωδών χαρακτηριστικών οριζόντιου χαρακτήρα που απαριθμούνται στο παράρτημα X.

6.   Στις περιπτώσεις στις οποίες, με βάση τη φύση ή τα τεχνικά χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, είναι προφανές ότι οι δοκιμές θα ήταν περιττές ή μη αναγκαίες, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό καθορίζοντας τους όρους υπό τους οποίους ένα προϊόν θεωρείται ότι πληροί ορισμένο επίπεδο ή οριακό επίπεδο ή ότι πληροί τις προϋποθέσεις κατάταξης σε κατηγορία επιδόσεων χωρίς δοκιμή ή χωρίς περαιτέρω δοκιμές.

7.   Η Επιτροπή αξιολογεί τη συμμόρφωση των εναρμονισμένων προτύπων με τα σχετικά αιτήματα τυποποίησης, με τον παρόντα κανονισμό και με άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των γενικών αρχών του δικαίου. Η Επιτροπή μπορεί να αξιολογεί κατά πόσον τα εναρμονισμένα πρότυπα συμμορφώνονται με άλλα εναρμονισμένα πρότυπα δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή με άλλα εναρμονισμένα πρότυπα των οποίων τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Επιτροπή διενεργεί την αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου και υποβάλλει τους λόγους της γραπτώς στον αρμόδιο ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης και στην ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ εντός έξι μηνών από τη διαβίβαση του σχετικού εναρμονισμένου προτύπου σε αυτήν. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι ένα πρότυπο, ή μέρος αυτού, δεν είναι ικανοποιητικό, προσδιορίζει τις ελλείψεις. Προκειμένου να εκπληρώσει η Επιτροπή την υποχρέωση αυτή εντός του δεδομένου χρονικού πλαισίου, οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης ενημερώνουν τακτικά την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο και το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού παραδοτέου τυποποίησης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

8.   Όταν ένα εναρμονισμένο πρότυπο συμμορφώνεται με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις και πληροί τις απαιτήσεις των βασικών αρχών και των σημείων αναφοράς που ορίζονται στο αίτημα τυποποίησης, καθώς και σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει να καλύπτονται σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις δομικών έργων, η Επιτροπή εγκρίνει αμελλητί εκτελεστική πράξη που καθιστά το εν λόγω πρότυπο υποχρεωτικό. Ένα έτος μετά την εν λόγω έγκριση, το εναρμονισμένο πρότυπο επιδόσεων καθίσταται υποχρεωτικό για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εκτός εάν έχει καθοριστεί μεταγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής στην εκτελεστική πράξη. Μεταγενέστερη ημερομηνία υποβολής αίτησης καθορίζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και η χρήση της αιτιολογείται δεόντως. Ένα εναρμονισμένο πρότυπο επιδόσεων μπορεί να εφαρμόζεται εθελοντικά από την ημερομηνία έκδοσης της εκτελεστικής πράξης.

Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα εναρμονισμένο πρότυπο ή μέρος αυτού δεν είναι ικανοποιητικό, μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη που καθιστά το εν λόγω εναρμονισμένο πρότυπο υποχρεωτικό με περιορισμούς.

Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 2.

Όταν δεν είναι δυνατό να καταστεί ένα εναρμονισμένο πρότυπο υποχρεωτικό με περιορισμούς, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 6.

9.   Όταν ένα κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή η Επιτροπή, η τελευταία με την υποστήριξη της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ, θεωρεί ότι ένα εναρμονισμένο πρότυπο επιδόσεων δεν πληροί πλήρως τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις ή δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει να καλύπτονται λαμβανομένων υπόψη των βασικών απαιτήσεων δομικών έργων, εφαρμόζεται η διαδικασία για επίσημες αντιρρήσεις σε εναρμονισμένα πρότυπα, όπως ορίζεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

10.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για την τροποποίηση του παραρτήματος X με την προσθήκη πρόσθετων ομάδων ουσιωδών χαρακτηριστικών οριζόντιου χαρακτήρα.

Άρθρο 6

Λοιπές εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζουν ουσιώδη χαρακτηριστικά

1.   Ενώ δίνεται προτεραιότητα στην εκπόνηση προτύπων, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 4 του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να καλυφθούν οι κανονιστικές ανάγκες των κρατών μελών και να επιτευχθούν οι στόχοι του άρθρου 114 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των ουσιωδών χαρακτηριστικών, των μεθόδων αξιολόγησής τους και των τεχνικών λεπτομερειών τους σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού για μία ή περισσότερες οικογένειες προϊόντων ή για μία ή περισσότερες κατηγορίες προϊόντων εντός μιας οικογένειας.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται μόνον όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η Επιτροπή έχει ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, από έναν ή περισσότερους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να καταρτίσουν εναρμονισμένο πρότυπο και:

i)

το αίτημα δεν έγινε αποδεκτό· ή

ii)

το εναρμονισμένο πρότυπο για την αντιμετώπιση του εν λόγω αιτήματος δεν παραδίδεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 και το αργότερο τρία έτη από την αποδοχή του αιτήματος τυποποίησης· ή

iii)

το εναρμονισμένο πρότυπο δεν συνάδει με το αίτημα· και

β)

κατά τα τελευταία 5 έτη δεν εκδόθηκε εκτελεστική πράξη, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 8 πρώτο εδάφιο, που καθιστά υποχρεωτικό εναρμονισμένο πρότυπο που να καλύπτει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά, τις μεθόδους αξιολόγησής τους και τις τεχνικές λεπτομέρειες τους σύμφωνα με το άρθρο 5, ή η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδόθηκε εντός των τελευταίων πέντε ετών, αλλά με περιορισμούς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 3.

2.   Πριν από την κατάρτιση σχεδίου εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή ενημερώνει την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 ότι θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Κατά την κατάρτιση του σχεδίου εκτελεστικής πράξης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις απόψεις των σχετικών φορέων και της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ και διαβουλεύεται δεόντως με όλες τις σχετικές οργανώσεις ενδιαφερόμενων μερών που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την Ένωση δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

4.   Όταν εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου καλύπτει τα ίδια ουσιώδη χαρακτηριστικά ή μεθόδους αξιολόγησης σε σχέση με συγκεκριμένη οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων με εναρμονισμένο πρότυπο του οποίου τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή για το οποίο έχει εκδοθεί εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 8, η Επιτροπή αποσύρει από την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα στοιχεία αναφοράς του εν λόγω εναρμονισμένου προτύπου ή καταργεί την εν λόγω εκτελεστική πράξη. Όταν η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου καλύπτει μόνο εν μέρει το εναρμονισμένο πρότυπο, η Επιτροπή διατηρεί την εκτελεστική πράξη για τη θέσπιση εναρμονισμένου προτύπου που υπόκειται σε περιορισμούς.

5.   Όταν ένα κράτος μέλος ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι μια εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν πληροί πλήρως τις απαιτήσεις που πρέπει να τηρούνται σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει να καλύπτονται λαμβανομένων υπόψη των βασικών απαιτήσεων δομικών κατασκευών, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, υποβάλλοντας λεπτομερή εξήγηση. Η Επιτροπή αξιολογεί την εν λόγω λεπτομερή εξήγηση και μπορεί, κατά περίπτωση, να τροποποιήσει την εν λόγω εκτελεστική πράξη.

6.   Η Επιτροπή ακολουθεί τη διαδικασία του άρθρου 5 για να ζητήσει οποιαδήποτε αναθεώρηση ή επικαιροποίηση των ουσιωδών χαρακτηριστικών ή των μεθόδων αξιολόγησης σε σχέση με τις ίδιες οικογένειες προϊόντων ή κατηγορίες προϊόντων με εκείνες που καλύπτονται από την εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Όταν το εναρμονισμένο πρότυπο που παραδίδεται από τον ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης είναι κατάλληλο να εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 8, η Επιτροπή καταργεί την εκτελεστική πράξη που εκδόθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή τα μέρη αυτής που καλύπτουν τα ίδια ουσιώδη χαρακτηριστικά ή τις ίδιες μεθόδους αξιολόγησης για τις ίδιες οικογένειες προϊόντων ή κατηγορίες προϊόντων με εκείνες που καλύπτονται από το εναρμονισμένο πρότυπο.

Άρθρο 7

Απαιτήσεις για τα προϊόντα και εναρμονισμένα πρότυπα που παρέχουν τεκμήριο συμμόρφωσης

1.   Όταν μια οικογένεια προϊόντων ή μία ή περισσότερες κατηγορίες προϊόντων εντός μιας οικογένειας προϊόντων καλύπτεται είτε από εναρμονισμένο πρότυπο επιδόσεων είτε από εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, θεσπίζοντας απαιτήσεις για τα προϊόντα σύμφωνα με το παράρτημα III για την εν λόγω οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων ή για μέρη αυτών.

2.   Πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά, τα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό πρέπει να πληρούν τις ισχύουσες απαιτήσεις προϊόντος.

3.   Η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012, να ζητήσει από έναν ή περισσότερους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να καταρτίσουν εναρμονισμένα πρότυπα που παρέχουν το τεκμήριο συμμόρφωσης («προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα») για τις απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4.   Όταν ένα προαιρετικό εναρμονισμένο πρότυπο που ζητείται σύμφωνα με την παράγραφο 3 θεσπίζεται από ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης και υποβάλλεται στην Επιτροπή με σκοπό τη δημοσίευση των στοιχείων αναφοράς του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή αξιολογεί το προαιρετικό εναρμονισμένο πρότυπο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

5.   Όταν ένα προαιρετικό εναρμονισμένο πρότυπο συμμορφώνεται με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις και πληροί τις απαιτήσεις σε σχέση με τις απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες ορίζονται στο αίτημα τυποποίησης, η Επιτροπή δημοσιεύει αμελλητί τα στοιχεία αναφοράς του εν λόγω προτύπου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.   Όταν τα στοιχεία αναφοράς ενός προαιρετικού εναρμονισμένου προτύπου δεν μπορούν να δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή μπορεί να δημοσιεύσει την αναφορά αυτή με περιορισμούς. Όταν μια αναφορά σε προαιρετικό εναρμονισμένο πρότυπο δεν μπορεί να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν μπορεί να δημοσιευθεί ως αναφορά με περιορισμούς, η Επιτροπή θέτει το ζήτημα υπόψη της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 και της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ.

7.   Ένα προϊόν που υπόκειται σε απαιτήσεις προϊόντος και το οποίο συμμορφώνεται με προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών, οι αναφορές των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προϊόντος που καλύπτονται από αυτά τα πρότυπα ή μέρη αυτών.

8.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για την τροποποίηση του παραρτήματος III με σκοπό την προσαρμογή του στην τεχνική πρόοδο και την κάλυψη νέων κινδύνων και περιβαλλοντικών πτυχών και τη συμμόρφωση με τις προτεραιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 4, με βάση τις ρυθμιστικές ανάγκες των κρατών μελών.

Άρθρο 8

Κοινές προδιαγραφές που παρέχουν τεκμήριο συμμόρφωσης

1.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση κοινών προδιαγραφών που παρέχουν εναλλακτικά μέσα για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται μόνον όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η Επιτροπή έχει ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3, από έναν ή περισσότερους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να καταρτίσουν προαιρετικό εναρμονισμένο πρότυπο για τις απαιτήσεις για τα προϊόντα και:

i)

το αίτημα δεν έγινε αποδεκτό· ή

ii)

το προαιρετικό εναρμονισμένο πρότυπο που αφορά το εν λόγω αίτημα δεν παραδίδεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012· ή

iii)

το προαιρετικό εναρμονισμένο πρότυπο δεν συμμορφώνεται με το αίτημα· και

β)

δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορά σε προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα που καλύπτουν τις απαιτήσεις του προϊόντος, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 ούτε αναμένεται να δημοσιευτεί τέτοια αναφορά σε εύλογο χρονικό διάστημα·

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 3.

2.   Πριν από την κατάρτιση σχεδίου εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή ενημερώνει την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 ότι θεωρεί ότι έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Κατά την κατάρτιση του σχεδίου εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις απόψεις των σχετικών φορέων και της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ και διαβουλεύεται δεόντως με όλες τις σχετικές οργανώσεις ενδιαφερόμενων μερών που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την Ένωση δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

4.   Ένα προϊόν που συμμορφώνεται με τις κοινές προδιαγραφές που θεσπίζονται με τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ή μέρη αυτών, τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 και καλύπτονται από τις εν λόγω κοινές προδιαγραφές ή μέρη αυτών.

5.   Η Επιτροπή καταργεί τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή μέρη αυτών που καλύπτουν τις ίδιες απαιτήσεις για τα προϊόντα με εκείνες που καλύπτονται από προαιρετικό εναρμονισμένο πρότυπο του οποίου τα στοιχεία αναφοράς δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 5 ή 6.

6.   Όταν ένα κράτος μέλος ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι μια κοινή προδιαγραφή δεν τηρεί πλήρως τις απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, υποβάλλοντας λεπτομερή εξήγηση. Η Επιτροπή αξιολογεί την εν λόγω λεπτομερή εξήγηση και μπορεί, κατά περίπτωση, να τροποποιήσει την εκτελεστική πράξη με την οποία θεσπίζεται η εν λόγω κοινή προδιαγραφή.

Άρθρο 9

Γενικές πληροφορίες προϊόντος, οδηγίες χρήσης και πληροφορίες ασφάλειας

1.   Παρέχονται γενικές πληροφορίες για το προϊόν, οδηγίες χρήσης και πληροφορίες ασφάλειας όσον αφορά τα δομικά προϊόντα που καλύπτονται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση. Το περιεχόμενο των γενικών πληροφοριών προϊόντος, των οδηγιών χρήσης και των πληροφοριών ασφάλειας παρατίθεται στο παράρτημα IV.

2.   Στο πλαίσιο του αιτήματος τυποποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει από τον ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές, συμπεριλαμβανομένων τεχνικών λεπτομερειών, αναγκαίες για την κατάρτιση γενικών πληροφοριών για το προϊόν, οδηγιών χρήσης και πληροφοριών ασφάλειας σύμφωνα με το παράρτημα IV.

3.   Εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδονται από τον ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου για συγκεκριμένη οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων δεν εξασφαλίζουν επαρκή και ομοιογενή εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό θεσπίζοντας κανόνες σχετικά με την παροχή γενικών πληροφοριών για τα προϊόντα, οδηγιών χρήσης και πληροφοριών ασφάλειας για την αντίστοιχη οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων.

4.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για την τροποποίηση του παραρτήματος IV προκειμένου να το προσαρμόσει στην τεχνική πρόοδο και τις νέες ανάγκες πληροφόρησης.

Άρθρο 10

Συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης

1.   Η αξιολόγηση και η επαλήθευση των επιδόσεων ενός προϊόντος σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, όπως ορίζονται σε εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 ή στα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης που αναφέρονται στο άρθρο 31, ή της συμμόρφωσης του προϊόντος με τις απαιτήσεις προϊόντος που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7, διενεργούνται σύμφωνα με ένα ή περισσότερα από τα συστήματα που ορίζονται στο παράρτημα IX.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό καθορίζοντας, για κάθε οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων, το εφαρμοστέο σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο παράρτημα IX. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις μπορούν να καθορίζουν διαφορετικά συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης για την ίδια οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων, όταν υπάρχουν διαφοροποιήσεις βάσει ουσιωδών χαρακτηριστικών ή απαιτήσεων για τα προϊόντα. Τα συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης καθορίζονται πριν τεθούν σε εφαρμογή οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή τα ευρωπαϊκά έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

3.   Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 λαμβάνουν υπόψη τις προοριζόμενες χρήσεις, τις δυνητικές ζημίες που προκύπτουν από ελλείψεις του προϊόντος, την ευαισθησία του προϊόντος στις διακυμάνσεις των επιδόσεων υπό συνθήκες παραγωγής, την πιθανότητα σφαλμάτων κατά την κατασκευή του και τη δυνατότητα εύκολου εντοπισμού σφαλμάτων κατασκευής. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις είναι προσαρμοσμένες στις αντίστοιχες οικογένειες προϊόντων ή κατηγορίες προϊόντων και ελαχιστοποιούν την επιβάρυνση των κατασκευαστών, διασφαλίζοντας παράλληλα υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας και του περιβάλλοντος.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για την τροποποίηση του παραρτήματος IX προκειμένου να:

α)

εισάγει πρόσθετα συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης, όταν είναι αναγκαίο για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο· ή

β)

τροποποιεί τα υφιστάμενα συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης για την αντιμετώπιση της συστηματικής μη συμμόρφωσης των κοινοποιημένων οργανισμών ή κατασκευαστών και την εναρμόνιση της εφαρμογής των απαιτήσεων ή των υποχρεώσεων που περιέχονται σε αυτά, χωρίς οι τροποποιήσεις αυτές να προσθέτουν ή να αφαιρούν οποιοδήποτε καθήκον ορίζεται σε ένα σύστημα.

Κατά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το στοιχείο α), η Επιτροπή δεν μπορεί να εισαγάγει πρόσθετα συστήματα που καθορίζουν αυστηρότερες υποχρεώσεις για τους οικονομικούς φορείς από εκείνες που προβλέπονται στο σύστημα 1+. Επιπλέον, η Επιτροπή μπορεί να εισαγάγει τέτοια πρόσθετα συστήματα μόνον όταν είναι προφανές ότι η καθοδήγηση σχετικά με την εφαρμογή των υφιστάμενων συστημάτων έχει αποδειχθεί ανεπαρκής.

Άρθρο 11

Εναρμονισμένη ζώνη και εθνικά μέτρα

1.   Ο παρών κανονισμός και οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που θεσπίζονται σύμφωνα με αυτόν καθορίζουν από κοινού μια «εναρμονισμένη ζώνη».

Η εναρμονισμένη ζώνη καλύπτει όλα τα προϊόντα που υπόκεινται σε εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές.

Οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές θεωρούνται πλήρεις, ως προς τα ακόλουθα σημεία:

α)

τον καθορισμό όλων των ουσιωδών χαρακτηριστικών και των μεθόδων αξιολόγησής τους·

β)

τον προσδιορισμό όλων των απαιτήσεων για τα προϊόντα πέρα από εκείνα που καλύπτονται από άλλη ενωσιακή νομοθεσία· και

γ)

τον καθορισμό των εφαρμοστέων συστημάτων αξιολόγησης και επαλήθευσης.

Οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές για νέα προϊόντα εφαρμόζονται σε μεταχειρισμένα προϊόντα από τρίτες χώρες, εκτός εάν η εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή προβλέπει ρητά κανόνες για τα μεταχειρισμένα προϊόντα.

2.   Τα κράτη μέλη τηρούν την εναρμονισμένη ζώνη στα εθνικά τους νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα και δεν απαγορεύουν ούτε εμποδίζουν τη διαθεσιμότητα στην αγορά των προϊόντων που καλύπτονται από αυτήν, όταν τα εν λόγω προϊόντα συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό. Τα κράτη μέλη δεν καθορίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και τις μεθόδους αξιολόγησής τους ή τις απαιτήσεις για τα προϊόντα πέραν εκείνων που καθορίζονται στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές.

Η εναρμονισμένη ζώνη δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν εθνικές απαιτήσεις για τη χρήση προϊόντων που υπόκεινται σε εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές. Οι μέθοδοι και τα συστήματα αξιολόγησης για την αξιολόγηση και την επαλήθευση που ορίζονται στις εν λόγω εθνικές απαιτήσεις ακολουθούν τις εφαρμοστέες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η διάθεση στην αγορά προϊόντων εντός της εναρμονισμένης ζώνης που συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό δεν παρεμποδίζεται από κανόνες ή όρους που επιβάλλονται από δημόσιους ή από ιδιωτικούς φορείς που ενεργούν ως δημόσιες επιχειρήσεις ή από ιδιωτικούς φορείς που ενεργούν ως δημόσιοι φορείς βάσει μονοπωλιακής θέσης ή δημόσιας εντολής.

3.   Κατά τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ιδίως τους ακόλουθους κανόνες:

α)

δεν καθορίζονται απαιτήσεις πληροφόρησης ή καταχώρισης σχετικά με τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά, πέραν εκείνων που καθορίζονται στην εναρμονισμένη ζώνη·

β)

δεν καθίσταται υποχρεωτική καμία αξιολόγηση προϊόντος πέρα από εκείνες που καθορίζονται στην εναρμονισμένη ζώνη·

γ)

δεν απαιτούνται άλλες σημάνσεις που να βεβαιώνουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ή τις δηλωθείσες επιδόσεις σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που καλύπτονται από την εναρμονισμένη ζώνη, εκτός από τη σήμανση CE, και αποσύρονται οι ισχύουσες διατάξεις των εθνικών μέτρων που απαιτούν τέτοια σήμανση·

δ)

τα εθνικά νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα τηρούν τα οριακά επίπεδα που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5·

ε)

τα εθνικά νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα δεν βασίζονται σε κατηγορίες, υποκατηγορίες ή πρόσθετες κατηγορίες πλην εκείνων που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5·

στ)

τα εθνικά νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα δεν απαιτούν περισσότερες αξιολογήσεις και επαληθεύσεις από εκείνες που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1.

4.   Τα κράτη μέλη καταχωρίζουν στην ενιαία ψηφιακή πύλη που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25) όλα τα εθνικά νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα τους σχετικά με τα δομικά προϊόντα στην επικράτειά τους που καλύπτονται από την εναρμονισμένη ζώνη.

5.   Όταν ένα κράτος μέλος κρίνει αναγκαίο για επιτακτικούς λόγους ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας ή προστασίας του περιβάλλοντος και για την αντιμετώπιση άμεσων ρυθμιστικών αναγκών, τη λήψη μέτρων που εφαρμόζονται σε προϊόντα εντός της εναρμονισμένης ζώνης σε σχέση με χαρακτηριστικά που δεν καθορίζονται σε εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, αιτιολογώντας την ανάγκη λήψης των μέτρων και εξηγώντας την κανονιστική ανάγκη που επιδιώκει να αντιμετωπίσει.

Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τη διαδικασία που προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26). Όταν το πράττουν, τα κράτη μέλη παραπέμπουν στην παρούσα παράγραφο και προσδιορίζουν ποια στοιχεία αποτελούν μέρος του μέτρου.

Η Επιτροπή απαντά στην κοινοποίηση εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στη διαδικασία που θεσπίζεται με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1535. Η Επιτροπή, εντός έξι μηνών από την κοινοποίηση, είτε υποβάλλει πρόταση έγκρισης σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου είτε γνωστοποιεί τους λόγους απόρριψης του εθνικού μέτρου.

Μετά την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή, ανεξάρτητα από το αν προτίθεται να εγκρίνει το μέτρο, υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση το θέμα στην ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ για διαβουλεύσεις σχετικά με το κατά πόσον πρέπει να ζητηθούν κατά προτεραιότητα επικαιροποιήσεις των υφιστάμενων εναρμονισμένων προτύπων επιδόσεων των δομικών προϊόντων.

6.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη για την έγκριση του εθνικού μέτρου που κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 5, όταν:

α)

το κοινοποιηθέν μέτρο φαίνεται να δικαιολογείται δεόντως από τους επιτακτικούς λόγους ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας ή προστασίας του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του κλίματος·

β)

η ρυθμιστική ανάγκη δεν καλύπτεται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης·

γ)

το κοινοποιηθέν μέτρο δεν εισάγει διακρίσεις εις βάρος οικονομικών φορέων άλλων κρατών μελών·

δ)

το κοινοποιηθέν μέτρο είναι σε θέση να καλύψει την αντίστοιχη ρυθμιστική ανάγκη·

ε)

το κοινοποιηθέν μέτρο δεν συνιστά σοβαρό εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· και

στ)

το κοινοποιηθέν μέτρο δεν αναμένεται να καλυφθεί από εναρμονισμένο πρότυπο το οποίο πρέπει να παραδοθεί εντός ενός έτους από την ημερομηνία κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, κατόπιν αιτήματος τυποποίησης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, ή, κατά τον χρόνο της εν λόγω κοινοποίησης, δεν έχει υποβληθεί στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 1.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 3. Ανακαλούνται όταν η ρυθμιστική ανάγκη καλύπτεται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή από άλλη νομοθεσία της Ένωσης.

Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγοντος χαρακτήρα που αφορούν την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια ή την προστασία του περιβάλλοντος, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 90 παράγραφος 4.

7.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν υποχρεωτικά συστήματα επιστροφής εγγύησης ή να υποχρεώνουν τους κατασκευαστές να δέχονται να ανακτούν, άμεσα ή μέσω των εισαγωγέων και των διανομέων τους, την κυριότητα των νέων, πλεοναζόντων ή μη πωληθέντων προϊόντων τους που δεν είναι επί παραγγελία και βρίσκονται σε κατάσταση ισοδύναμη με εκείνη στην οποία διατέθηκαν στην αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι το μέτρο δεν εισάγει άμεσες ή έμμεσες διακρίσεις εις βάρος των οικονομικών φορέων σε άλλα κράτη μέλη.

8.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να απαγορεύουν την καταστροφή πλεονασματικών ή μη πωληθέντων προϊόντων ή να εξαρτούν την καταστροφή τους από την προηγούμενη διάθεσή τους σε εθνική πλατφόρμα διαμεσολάβησης για μη εμπορική χρήση προϊόντων.

Άρθρο 12

Σχέση με άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης

1.   Για να αποφευχθεί η διπλή αξιολόγηση των ίδιων πτυχών της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας ή της προστασίας του περιβάλλοντος όσον αφορά τα προϊόντα, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό καθορίζοντας τους όρους υπό τους οποίους οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με την αξιολόγηση των επιδόσεων ενός προϊόντος ή την εκπλήρωση ορισμένων απαιτήσεων για τα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της ισοδυναμίας των συστημάτων αξιολόγησης και επαλήθευσης που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού και των υποχρεώσεων όσον αφορά τις γενικές πληροφορίες προϊόντος, τις οδηγίες χρήσης του προϊόντος και τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών ασφάλειας, μπορούν να εκπληρώνονται με την τήρηση υποχρεώσεων που προβλέπονται βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας.

Οι όροι που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν επιτρέπουν επίπεδα ασφάλειας των προϊόντων λιγότερο αυστηρά από εκείνα που καθορίζονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Όταν προκύπτουν συγκρούσεις μεταξύ του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781, καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012, υπερισχύουν οι σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ, ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Άρθρο 13

Δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης

1.   Όταν ένα προϊόν καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή που έχει εκδοθεί σύμφωνα με τα άρθρα 5 ή 6, ο κατασκευαστής υπόκειται στο εφαρμοστέο σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης που ορίζεται στο παράρτημα IX και καταρτίζει δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης πριν από τη διάθεση του εν λόγω προϊόντος στην αγορά. Όταν ένα προϊόν καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 7, ο κατασκευαστής επαληθεύει επίσης τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες έχουν καθοριστεί με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις. Ο κατασκευαστής προϊόντος που δεν καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή μπορεί να εκδώσει δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης και τη σχετική ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση.

2.   Με την κατάρτιση της δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης, ο κατασκευαστής αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις δηλωθείσες επιδόσεις και οποιεσδήποτε ισχύουσες απαιτήσεις για τα προϊόντα και καθίσταται υπεύθυνος σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις για τη συμβατική και εξωσυμβατική ευθύνη. Ελλείψει αντικειμενικών ενδείξεων περί του αντιθέτου, τα κράτη μέλη τεκμαίρουν ότι η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης που καταρτίζεται από τον κατασκευαστή είναι ακριβής και αξιόπιστη.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή σε περίπτωση απουσίας δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης όταν απαιτείται τέτοια δήλωση, το προϊόν ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμο στην αγορά.

Άρθρο 14

Εξαιρέσεις από την κατάρτιση δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13 παράγραφος 1, ο κατασκευαστής μπορεί να αποφασίσει να μην υποβληθεί στην εφαρμοστέα αξιολόγηση και επαλήθευση της συμμόρφωσης του προϊόντος με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για το προϊόν και να μην καταρτίσει δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης, όταν ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

το προϊόν κατασκευάζεται μεμονωμένα ή επί παραγγελία και πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

κατασκευάζεται σε εκτός σειράς διαδικασία·

ii)

παράγεται κατόπιν ειδικής παραγγελίας·

iii)

εγκαθίστανται σε ενιαίο ταυτοποιημένο δομικό έργο από κατασκευαστή ο οποίος είναι επίσης υπεύθυνος για την ασφαλή ενσωμάτωση του προϊόντος στο δομικό έργο· και

iv)

ακολουθεί τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες και υπ’ ευθύνη αυτών που είναι υπεύθυνοι για την ασφαλή εκτέλεση των δομικών έργων, οι οποίοι καθορίζονται από τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες·

β)

το δομικό προϊόν κατασκευάζεται με τρόπο που είναι αποκλειστικά κατάλληλος για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και σε εκτός σειράς διαδικασία, για την κατάλληλη αποκατάσταση δομικών έργων που τυγχάνουν επίσημης προστασίας ως τμήμα συγκεκριμένου περιβάλλοντος ή λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ή ιστορικής αξίας τους, σύμφωνα με τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες.

Άρθρο 15

Περιεχόμενο της δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης

1.   Η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης καταρτίζεται με τη χρήση του υποδείγματος που παρατίθεται στο παράρτημα V. Η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης εκφράζει τις επιδόσεις των προϊόντων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εν λόγω προϊόντων σύμφωνα με τις σχετικές εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

Όταν εφαρμόζονται οι απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7, η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης αναφέρει ότι έχει αποδειχθεί ότι πληρούνται οι εν λόγω απαιτήσεις.

2.   Η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης περιλαμβάνει τις επιδόσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας του προϊόντος καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του όσον αφορά τα προκαθορισμένα ουσιώδη περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στο παράρτημα II για τα χαρακτηριστικά που δηλώνονται. Οι επιδόσεις περιλαμβάνουν τη συσκευασία που χρησιμοποιείται ή είναι πιθανότερο να χρησιμοποιηθεί και υπολογίζονται με τη χρήση της τελευταίας έκδοσης λογισμικού που διατίθεται δωρεάν στον ιστότοπο της Επιτροπής.

Οι ενημερώσεις λογισμικού που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καθίστανται υποχρεωτικές για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ένα έτος μετά τη δημοσίευσή τους. Αυτές οι ενημερώσεις λογισμικού μπορούν να εφαρμόζονται προαιρετικά από την ημερομηνία δημοσίευσής τους.

3.   Η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης καλύπτει τουλάχιστον τις επιδόσεις ενός προϊόντος καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του όσον αφορά τα ακόλουθα ουσιώδη χαρακτηριστικά:

α)

τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στα στοιχεία α) έως δ) του παραρτήματος II, από τις 8 Ιανουαρίου 2026·

β)

τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στα στοιχεία ε) έως ιγ) του παραρτήματος II, από τις 9 Ιανουαρίου 2030·

γ)

τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στα στοιχεία ιδ) έως ιθ) του παραρτήματος II, από τις 9 Ιανουαρίου 2032·

Η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης καλύπτει επίσης τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει πάντα να δηλώνονται, όπως καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5.

4.   Η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης δεν επιτρέπεται να φέρει καμία άλλη σήμανση εκτός από τη σήμανση CE.

5.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για την τροποποίηση του υποδείγματος που παρατίθεται στο παράρτημα V, προκειμένου να προσαρμόζεται για να αντικατοπτρίζει την τεχνική πρόοδο όσον αφορά τις νέες ανάγκες πληροφόρησης, να διευκολύνει την εκπλήρωση των απαιτήσεων ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος που ορίζονται στα άρθρα 76 και 77 και να διασφαλίζει τη διαλειτουργικότητα και την ορθή ενσωμάτωση στο σύστημα ψηφιακών διαβατηρίων δομικών προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 75.

6.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 31 ή, ανάλογα με την περίπτωση, στο άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27), παρέχονται από κοινού με τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης.

Άρθρο 16

Παροχή της δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης

1.   Ο κατασκευαστής παρέχει με ηλεκτρονικά μέσα αντίγραφο της δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης κάθε προϊόντος που διατίθεται στην αγορά, εκτός εάν η δήλωση περιλαμβάνεται σε ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος που πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 76 και είναι διαθέσιμη μέσω του συστήματος ψηφιακών διαβατηρίων δομικών προϊόντων που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75.

Ωστόσο, όταν μια παρτίδα του ίδιου προϊόντος παρέχεται σε μεμονωμένο χρήστη, μπορεί να συνοδεύεται από ένα μόνο αντίγραφο της δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο κατασκευαστής μπορεί να καθιστά διαθέσιμη σε ιστότοπο τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1, υπό την προϋπόθεση ότι ο κατασκευαστής πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

διασφαλίζει ότι το περιεχόμενο της δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης διατίθεται σε μη τροποποιήσιμο ηλεκτρονικό μορφότυπο στον ιστότοπο·

β)

παρέχει τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης σε μορφότυπο αναγνώσιμο από άνθρωπο και μηχάνημα και προσφέρει τη δυνατότητα λήψης αντιγράφου σε κοινώς αναγνώσιμο μορφότυπο·

γ)

εξασφαλίζει ότι ο ιστότοπος στον οποίο έχει καταστεί διαθέσιμη η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης παρακολουθείται και συντηρείται έτσι ώστε ο ιστότοπος και οι δηλώσεις επιδόσεων και συμμόρφωσης να είναι συνεχώς διαθέσιμες στους αποδέκτες του δομικού προϊόντος·

δ)

εξασφαλίζει ότι οι αποδέκτες των δομικών προϊόντων μπορούν να έχουν δωρεάν πρόσβαση στη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης·

ε)

παρέχει οδηγίες στους αποδέκτες των δομικών προϊόντων για τον τρόπο πρόσβασης στον ιστότοπο και τις δηλώσεις επιδόσεων και συμμόρφωσης που έχουν καταρτιστεί για τα εν λόγω προϊόντα και είναι διαθέσιμες στον εν λόγω ιστότοπο.

στ)

παρέχει σύνδεση μεταξύ του προϊόντος και της σχετικής δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης μέσω του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού του τύπου προϊόντος· οι κατασκευαστές μπορούν να χρησιμοποιούν φορέα δεδομένων, συμπεριλαμβανομένου μόνιμου συνδέσμου, για την παροχή του συνδέσμου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται το στοιχείο α).

3.   Στο πλαίσιο του αιτήματος τυποποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει από τον ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των αναγνώσιμων από άνθρωπο και μηχάνημα μορφοτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.

4.   Ο κατασκευαστής παρέχει ή καθιστά διαθέσιμη σε διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή σε ιστότοπο σύμφωνα με την παράγραφο 2, τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης στη γλώσσα ή στις γλώσσες που απαιτούνται από καθένα από τα κράτη μέλη στα οποία ο κατασκευαστής προτίθεται να καταστήσει διαθέσιμο το προϊόν. Άλλος οικονομικός φορέας που καθιστά διαθέσιμο το προϊόν του κατασκευαστή σε οποιοδήποτε επιπλέον κράτος μέλος καθιστά διαθέσιμη μετάφραση ή μεταφράσεις της δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης στις γλώσσες που απαιτούνται από το επιπλέον κράτος μέλος, μαζί με την αντίστοιχη πρωτότυπη έκδοση.

Άρθρο 17

Γενικές αρχές και χρήση της σήμανσης CE

1.   Η σήμανση CE υπόκειται στις γενικές αρχές του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

2.   Η σήμανση CE τοποθετείται μόνο στα προϊόντα για τα οποία ο κατασκευαστής έχει καταρτίσει δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 15. Η σήμανση CE τοποθετείται πάνω σε βασικά μέρη.

3.   Με την τοποθέτηση της σήμανσης CE στο προϊόν ή την ανάθεση της τοποθέτησής της, ο οικονομικός φορέας δηλώνει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις δηλωθείσες επιδόσεις και τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Με την τοποθέτηση της σήμανσης CE, ο οικονομικός φορέας καθίσταται υπεύθυνος για τις δηλωθείσες επιδόσεις και την εκπλήρωση των εν λόγω απαιτήσεων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για τη συμβατική και την εξωσυμβατική ευθύνη.

4.   Η σήμανση CE είναι η μόνη σήμανση που πιστοποιεί τις επιδόσεις του προϊόντος όσον αφορά τα αξιολογημένα ουσιώδη χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, καθώς και τη συμμόρφωση του προϊόντος με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 18

Κανόνες και όροι για την τοποθέτηση της σήμανσης CE

1.   Η σήμανση CE τοποθετείται με τρόπο εμφανή, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο στο προϊόν. Όταν η φύση του προϊόντος δεν το επιτρέπει ή δεν το δικαιολογεί, η σήμανση CE τοποθετείται σε ετικέτα επί του προϊόντος ή στη συσκευασία του προϊόντος ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατό, στα συνοδευτικά έγγραφα.

2.   Η σήμανση CE ακολουθείται από:

α)

τα δύο τελευταία ψηφία του έτους κατά το οποίο η σήμανση CE τοποθετήθηκε για πρώτη φορά· ή, στην περίπτωση μεταχειρισμένων προϊόντων, τα δύο τελευταία ψηφία του έτους κατά το οποίο απεγκαταστάθηκε το προϊόν, ακολουθούμενα από τα δύο τελευταία ψηφία του έτους κατά το οποίο τοποθετήθηκε η σήμανση CE στο μεταχειρισμένο προϊόν·

β)

το όνομα και την καταχωρισμένη διεύθυνση ή το αναγνωριστικό σήμα που επιτρέπει την εύκολη και αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση του ονόματος και της διεύθυνσης του κατασκευαστή·

γ)

το όνομα ή την επωνυμία και την καταχωρισμένη διεύθυνση του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου ή το σήμα ταυτοποίησης που επιτρέπει την εύκολη και αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση του ονόματος ή της επωνυμίας και της διεύθυνσης του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου όταν ο κατασκευαστής δεν διαθέτει έδρα επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ένωση ή όταν ο κατασκευαστής επιλέγει να έχει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο·

δ)

τον μοναδικό κωδικό ταυτοποίησης του τύπου του προϊόντος·

ε)

τον κωδικό δήλωσης της δήλωσης επιδόσεων και συμμόρφωσης·

στ)

τον αριθμό μητρώου του κοινοποιημένου οργανισμού ή των κοινοποιημένων οργανισμών που επαληθεύουν τον τύπο του προϊόντος και αξιολογούν τον έλεγχο παραγωγής στο εργοστάσιο, κατά περίπτωση· και

ζ)

φορέα δεδομένων συνδεδεμένο στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 76, εάν το εν λόγω ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος είναι διαθέσιμο μέσω του συστήματος ψηφιακού διαβατηρίου δομικού προϊόντος που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75.

Οι πληροφορίες που απαριθμούνται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία δ) και ε) της παρούσας παραγράφου μπορούν να αντικατασταθούν από φορέα δεδομένων, συμπεριλαμβανομένου του μόνιμου συνδέσμου που συνδέεται με τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 στοιχείο ε), εάν η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης είναι διαθέσιμη σε ιστότοπο. Οι πληροφορίες που απαριθμούνται στα στοιχεία δ) και ε) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου μπορούν να παραλειφθούν εάν παρέχεται φορέας δεδομένων που αναφέρεται στο στοιχείο ζ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

3.   Η σήμανση CE τοποθετείται προτού διατεθεί το προϊόν στην αγορά. Μπορεί να ακολουθείται από εικονόγραμμα ή άλλο σήμα που υποδεικνύει ειδικό κίνδυνο ή χρήση.

Άρθρο 19

Άλλες σημάνσεις και ισχυρισμοί επιδόσεων

1.   Σημάνσεις διαφορετικές από τη σήμανση CE, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών, μπορούν να τοποθετούνται σε ένα προϊόν μόνον εάν δεν υποδεικνύουν ότι οι επιδόσεις του προϊόντος σε σχέση με ουσιώδη χαρακτηριστικά που καλύπτονται από τις εφαρμοστέες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές έπρεπε να αξιολογηθούν κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό.

Τα επίσημα αναγνωρισμένα EN ISO 14024 οικολογικά σήματα τύπου I μπορούν να τοποθετούνται σε ένα προϊόν, εφόσον πληρούν την απαίτηση του πρώτου εδαφίου.

2.   Οι σημάνσεις που επιτρέπονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 και άλλες σημάνσεις που προβλέπονται από την ενωσιακή νομοθεσία μπορούν να τοποθετούνται σε ένα προϊόν υπό τον όρο ότι δεν θίγουν την ορατότητα, την αναγνωσιμότητα και τη σημασία της σήμανσης CE.

3.   Όταν ένα προϊόν καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή, ο ισχυρισμός οικονομικού φορέα σχετικά με τις επιδόσεις του προϊόντος, ο οποίος αφορά ουσιώδες χαρακτηριστικό που καλύπτεται από την εν λόγω εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή, συμμορφώνεται με τη μέθοδο αξιολόγησης του συγκεκριμένου ουσιώδους χαρακτηριστικού, όπως ορίζεται στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές.

4.   Όταν ένα προϊόν καλύπτεται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, ισχυρισμοί σχετικά με τις επιδόσεις του σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που καθορίζονται στις εν λόγω εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές μπορούν να παρέχονται επιπροσθέτως σε μέρος διαφορετικό από τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης, μόνον εάν περιλαμβάνονται ήδη στη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 14, δεν έχει καταρτιστεί δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Άρθρο 20

Υποχρεώσεις όλων των οικονομικών φορέων

1.   Οι υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν μόνο για προϊόντα που καλύπτονται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή για προϊόντα που φέρουν σήμανση CE βάσει ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης.

2.   Ο οικονομικός φορέας λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει τη συνεχή συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό. Εάν έχει δηλωθεί η μη συμμόρφωση του οικονομικού φορέα ή ενός προϊόντος και έχει ζητηθεί η λήψη διορθωτικών μέτρων από αρχή εποπτείας της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1, ο οικονομικός φορέας υποβάλλει εκθέσεις προόδου στην εν λόγω αρχή έως ότου η εν λόγω αρχή αποφασίσει ότι τα εν λόγω διορθωτικά μέτρα μπορούν να αρθούν.

3.   Κατόπιν αιτήματος αρμόδιας εθνικής αρχής, ο οικονομικός φορέας γνωστοποιεί στην εν λόγω αρχή κάθε οικονομικό φορέα ή άλλο φορέα:

α)

ο οποίος έχει προμηθεύσει στον εν λόγω οικονομικό φορέα ένα προϊόν, συμπεριλαμβανομένων των συστατικών μερών ή των ανταλλακτικών, και την ποσότητα της εν λόγω προμήθειας, ή στον οποίο έχει παράσχει υπηρεσία που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό·

β)

στον οποίο ο εν λόγω οικονομικός φορέας έχει προμηθεύσει προϊόν, συμπεριλαμβανομένων συστατικών μερών ή ανταλλακτικών, και την ποσότητα της εν λόγω προμήθειας ή στον οποίο έχει παράσχει υπηρεσία που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό.

Κατά τον προσδιορισμό των οικονομικών φορέων ή άλλων παραγόντων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ο οικονομικός φορέας ενημερώνει την αρμόδια εθνική αρχή, τουλάχιστον, για τα ακόλουθα:

α)

τα στοιχεία επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των διευθύνσεων και των διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των εν λόγω οικονομικών φορέων ή παραγόντων·

β)

τους αριθμούς φορολογικού μητρώου και τους αριθμούς μητρώου εταιρειών των εν λόγω οικονομικών φορέων ή παραγόντων.

4.   Ο οικονομικός φορέας θέτει όλα τα έγγραφα και όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών για περίοδο δέκα ετών από την προμήθεια του εν λόγω προϊόντος ή υπηρεσίας από τον οικονομικό φορέα, εκτός εάν τα έγγραφα ή οι πληροφορίες έχουν διατεθεί μέσω του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 76. Ο οικονομικός φορέας υποβάλλει τα έγγραφα και τις πληροφορίες εντός 10 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος από την αρμόδια εθνική αρχή.

5.   Ο οικονομικός φορέας δύναται να καταχωρίζεται στο αντίστοιχο εθνικό του σύστημα που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 5.

Ο οικονομικός φορέας θέτει στη διάθεση των καταναλωτών και των χρηστών διαύλους επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων αριθμών τηλεφώνου, ηλεκτρονικών διευθύνσεων ή ειδικών τμημάτων του ιστοτόπου του, που τους επιτρέπουν να κοινοποιούν κάθε ατύχημα ή άλλο συμβάν ή ζήτημα ασφάλειας που αντιμετώπισαν με το προϊόν.

6.   Όταν οικονομικός φορέας θεωρεί ότι ένα μη συμμορφούμενο προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια ή το περιβάλλον, ενημερώνει αμέσως σχετικά τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στα οποία κατέστησε διαθέσιμο το προϊόν και παραθέτει λεπτομέρειες ιδίως για τη μη συμμόρφωση και τα τυχόν διορθωτικά μέτρα που έλαβε. Ένας οικονομικός φορέας μπορεί να ενημερώνει τις αρμόδιες εθνικές αρχές για κάθε άλλη πιθανή παράβαση του παρόντος κανονισμού που περιέρχεται σε γνώση του, για τη μη συμμόρφωση και για τυχόν διορθωτικά μέτρα που έλαβε.

7.   Ένας οικονομικός φορέας είναι υπεύθυνος για παραβάσεις του παρόντος άρθρου ή των άρθρων του παρόντος κεφαλαίου που σχετίζονται με τις δραστηριότητές του, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο περί συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης.

Άρθρο 21

Δικαιώματα των κατασκευαστών

1.   Ο κατασκευαστής έχει το δικαίωμα να ζητεί από τους προμηθευτές και τους παρόχους υπηρεσιών του τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες σε σχέση με τα προϊόντα του για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.   Εάν ο κατασκευαστής υπόκειται σε καθήκοντα τρίτου μέρους που εκτελούνται από κοινοποιημένο οργανισμό, ο κατασκευαστής έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τους προμηθευτές ή τους παρόχους υπηρεσιών του να επιτρέψουν στον εν λόγω κοινοποιημένο οργανισμό την πρόσβαση στα έγγραφά τους και στις εγκαταστάσεις τους, στον βαθμό που ο κοινοποιημένος οργανισμός ζητεί την πρόσβαση αυτή για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

3.   Τα δικαιώματα που καθορίζονται στην παράγραφο 1 ισχύουν επίσης για κατασκευαστή που διαθέτει στην αγορά μεταχειρισμένο ή ανακατασκευασμένο προϊόν σε σχέση με τον προμηθευτή του μεταχειρισμένου προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του υπεύθυνου απεγκατάστασης, κατά περίπτωση. Οι απαιτούμενες πληροφορίες μπορεί να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πληροφορίες σχετικά με την προηγούμενη χρήση του προϊόντος και σχετικά με τη διαδικασία απεγκατάστασής του.

4.   Ο κατασκευαστής έχει το δικαίωμα να ζητεί από τους προμηθευτές και τους παρόχους υπηρεσιών του τα δεδομένα και τους υπολογισμούς που απαιτούνται βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2 σε σχέση με τις παρεχόμενες προμήθειες ή υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων εκθέσεων επικύρωσης που εκδίδονται από κοινοποιημένο οργανισμό.

Άρθρο 22

Υποχρεώσεις των κατασκευαστών

1.   Κατά τη διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά, ο κατασκευαστής καθορίζει τον τύπο του προϊόντος, τηρώντας τα όρια που καθορίζονται για τον σκοπό αυτόν από τον ορισμό που προβλέπεται στο άρθρο 3 σημείο 27. Ο κατασκευαστής διασφαλίζει ότι οι επιδόσεις του προϊόντος αξιολογούνται σε σχέση τόσο με τα υποχρεωτικά ουσιώδη χαρακτηριστικά όσο και με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που προορίζονται να δηλωθούν. Εάν το προϊόν καλύπτεται από απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, ο κατασκευαστής διασφαλίζει ότι το προϊόν έχει επίσης σχεδιαστεί και κατασκευαστεί σύμφωνα με τις εν λόγω απαιτήσεις.

Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει ένα προϊόν με τρισδιάστατη εκτύπωση πληροί τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι κατασκευαστές όταν το διαθέτουν στην αγορά. Οι υποχρεώσεις περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη χρήση κατάλληλων τρισδιάστατων συνόλων δεδομένων, τη χρήση υλικών που συμμορφώνονται με τις εφαρμοστέες διαδικασίες δυνάμει του παρόντος κανονισμού και την επαλήθευση της συμβατότητας των τρισδιάστατων συνόλων δεδομένων, του υλικού εκτύπωσης και της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας εκτύπωσης.

2.   Όταν η συμμόρφωση ενός προϊόντος με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις και οι επιδόσεις του σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου έχουν αποδειχθεί σύμφωνα με το ή τα εφαρμοστέα συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης που ορίζονται στο παράρτημα IX, ο κατασκευαστής συντάσσει δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 15, τοποθετεί τη σήμανση CE σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18 και, κατά περίπτωση, διασφαλίζει τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών που δεν διατίθενται συνήθως στην αγορά, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου, και τοποθετεί την επισήμανση σύμφωνα με την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου.

3.   Ο κατασκευαστής, ως βάση για τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης, καταρτίζει τεχνική τεκμηρίωση, στην οποία υποδεικνύει:

α)

τη δηλωμένη χρήση, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εφαρμοστέας προοριζόμενης χρήσης·

β)

όλα τα σχετικά στοιχεία που απαιτούνται για την απόδειξη της επίδοσης και της συμμόρφωσης·

γ)

πληροφορίες σχετικά με τις ισχύουσες διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·

δ)

πληροφορίες σχετικά με το εφαρμοζόμενο σύστημα ή συστήματα που ορίζονται στο παράρτημα IX·

ε)

κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των απλουστευμένων διαδικασιών που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 61· και

στ)

τον υπολογισμό της επίδοσης της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας όσον αφορά ουσιώδη χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2.

4.   Ο κατασκευαστής διασφαλίζει την ύπαρξη διαδικασιών που εξασφαλίζουν ότι τα προϊόντα πληρούν τις δηλωθείσες επιδόσεις τους και εξακολουθούν να συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό. Ο σχεδιασμός του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των τρισδιάστατων συνόλων δεδομένων, των διαδικασιών παραγωγής και του χρησιμοποιούμενου υλικού πρέπει να είναι κατάλληλος. Όταν το προϊόν κατασκευάζεται σε σειρά παραγωγής, ο κατασκευαστής εξασφαλίζει ότι εφαρμόζονται διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι διατηρεί τις δηλωθείσες επιδόσεις του και ότι εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό. Οι αλλαγές στον σχεδιασμό του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των τρισδιάστατων συνόλων δεδομένων, της διαδικασίας παραγωγής και του χρησιμοποιούμενου υλικού πρέπει να είναι κατάλληλες. Οι αλλαγές στις εφαρμοστέες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές λαμβάνονται δεόντως υπόψη και, σε περίπτωση που επηρεάζονται οι επιδόσεις ή η συμμόρφωση του προϊόντος, ενεργοποιούν επαναξιολόγηση σύμφωνα με τη σχετική διαδικασία αξιολόγησης.

Ο κατασκευαστής, όταν κρίνεται σκόπιμο όσον αφορά την εξασφάλιση της ακρίβειας, της αξιοπιστίας και της σταθερότητας των δηλωθεισών επιδόσεων και της συμμόρφωσης ενός προϊόντος, διενεργεί δοκιμές με δειγματοληψία στα προϊόντα που έχουν διατεθεί ή καταστεί διαθέσιμα στην αγορά, διεξάγει έρευνα και, εάν απαιτείται, τηρεί αρχείο καταγγελιών, μη συμμορφούμενων προϊόντων και ανακλήσεων προϊόντων, και ενημερώνει σχετικά τους εισαγωγείς και τους διανομείς.

5.   Ο κατασκευαστής εξασφαλίζει ότι τα προϊόντα του φέρουν μοναδικό κωδικό αναγνώρισης για τον συγκεκριμένο τύπο προϊόντος και τον κατασκευαστή αυτού και, εφόσον υπάρχει, αριθμό παρτίδας ή σειράς που είναι εύκολα ορατός και ευανάγνωστος για τους χρήστες. Όταν αυτό δεν είναι δυνατόν λόγω της φύσης του προϊόντος, οι απαιτούμενες πληροφορίες αναγράφονται σε επικολλημένη ετικέτα, στη συσκευασία ή, όταν αυτό δεν είναι επίσης δυνατόν, σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν.

Ο κατασκευαστής επισημαίνει με τον ίδιο τρόπο που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο ένα προϊόν ως προοριζόμενο «Μόνο για επαγγελματική χρήση», εάν απαιτείται εμπειρογνωμοσύνη για τη χρήση του, και επιδεικνύει την ετικέτα στους πελάτες πριν δεσμευθούν από σύμβαση πώλησης, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης πωλήσεων εξ αποστάσεως. Τα προϊόντα που δεν φέρουν τη σήμανση «Μόνο για επαγγελματική χρήση» θεωρείται ότι προορίζονται και για μη επαγγελματίες χρήστες και καταναλωτές κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2023/988.

Ο κατασκευαστής παρουσιάζει στους πελάτες, με ευδιάκριτο τρόπο, προτού δεσμευθούν με σύμβαση πώλησης, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης πώλησης εξ αποστάσεως, τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

6.   Ο κατασκευαστής, όταν καθιστά ένα προϊόν διαθέσιμο στην αγορά, εξασφαλίζει ότι το προϊόν συνοδεύεται από τις γενικές πληροφορίες προϊόντος, τις οδηγίες χρήσεις και τις πληροφορίες ασφάλειας που καθορίζονται στο παράρτημα IV σε γλώσσα που καθορίζεται με απόφαση του οικείου κράτους μέλους ή, ελλείψει τέτοιας απόφασης, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους χρήστες.

7.   Έως 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 75 παράγραφος 1, ο κατασκευαστής καθιστά διαθέσιμο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 76, μέσω του συστήματος ψηφιακών διαβατηρίων δομικών προϊόντων που αναφέρεται στο άρθρο 75, το οποίο συνδέεται με φορέα δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο ζ).

8.   Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαθεσιμότητα ανταλλακτικών που δεν είναι κοινώς διαθέσιμα στην αγορά, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, επιβάλλοντας, όσον αφορά ορισμένες οικογένειες προϊόντων και κατηγορίες προϊόντων, την υποχρέωση στους κατασκευαστές να διαθέτουν στην αγορά συγκεκριμένα ανταλλακτικά που δεν είναι κοινώς διαθέσιμα για τα προϊόντα που διαθέτουν στην αγορά.

Η υποχρέωση που θεσπίζεται με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ισχύει για περίοδο 10 ετών από τη διάθεση στην αγορά του τελευταίου προϊόντος του αντίστοιχου τύπου, εκτός εάν η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ορίζει διαφορετική περίοδο.

Οι κατασκευαστές που υπόκεινται στην υποχρέωση του πρώτου εδαφίου προσφέρουν τα ανταλλακτικά εντός ευλόγως σύντομης προθεσμίας παράδοσης, σε εύλογη τιμή που δεν εισάγει διακρίσεις, και ενημερώνουν σχετικά το κοινό.

9.   Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια για τους χρήστες και να προωθηθούν βιώσιμα προϊόντα, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, θεσπίζοντας ειδικές απαιτήσεις επισήμανσης περιβαλλοντικής βιωσιμότητας για συγκεκριμένες οικογένειες προϊόντων και κατηγορίες προϊόντων, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το προϊόν επιλέγεται ή αγοράζεται συνήθως από τους καταναλωτές· και

β)

το προϊόν δεν έχει σημαντικά διαφορετικές συνολικές περιβαλλοντικές επιδόσεις κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του ανάλογα με την εγκατάστασή του.

Η επισήμανση βασίζεται στις επιδόσεις του προϊόντος, όπως αξιολογούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 ή το άρθρο 6 παράγραφος 1, και παρέχει φιλικές προς τον καταναλωτή πληροφορίες κατανοητές από μη ειδικούς.

10.   Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 9 καθορίζουν τον τρόπο τοποθέτησης της ετικέτας από τον κατασκευαστή, προσδιορίζοντας τα ακόλουθα:

α)

το περιεχόμενο της ετικέτας·

β)

τη διάταξη της ετικέτας, λαμβανομένου υπόψη του ευδιάκριτου και ευανάγνωστου χαρακτήρα της·

γ)

τον τρόπο με τον οποίο η ετικέτα πρέπει να εμφανίζεται στους πελάτες, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης των πωλήσεων εξ αποστάσεως·

δ)

κατά περίπτωση, τα ηλεκτρονικά μέσα για τη δημιουργία ετικετών.

11.   Ο κατασκευαστής που πιστεύει ή έχει λόγο να πιστεύει ότι ένα προϊόν που έχει διαθέσει στην αγορά δεν συμμορφώνεται προς τις δηλωθείσες επιδόσεις ή τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνει αμέσως τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση αυτού του προϊόντος ή, κατά περίπτωση, για να το αποσύρει ή να το ανακαλέσει. Εάν το ζήτημα συνδέεται με παρασχεθέν συστατικό μέρος ή με υπηρεσία που παρασχέθηκε εξωτερικά, ο κατασκευαστής ενημερώνει σχετικά τον προμηθευτή ή τον πάροχο της υπηρεσίας και την αρμόδια εθνική αρχή του κατασκευαστή·

12.   Όταν το προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο, ο κατασκευαστής ενημερώνει σχετικά, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τουλάχιστον εντός 3 εργάσιμων ημερών, κάθε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, τους εισαγωγείς, τους διανομείς, τους παρόχους υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών και τις επιγραμμικές αγορές που εμπλέκονται στη διανομή, καθώς και τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στις οποίες ο κατασκευαστής ή –εξ όσων γνωρίζει– άλλοι οικονομικοί φορείς κατέστησαν διαθέσιμο το προϊόν. Για τον σκοπό αυτόν, ο κατασκευαστής παρέχει όλες τις χρήσιμες πληροφορίες και ειδικότερα, προσδιορίζει το είδος της μη συμμόρφωσης, τη συχνότητα των ατυχημάτων ή συμβάντων και τα διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί ή που συνιστώνται. Στην περίπτωση κινδύνων που προκαλούνται από προϊόντα που έχουν ήδη φθάσει στον τελικό χρήστη ή στον καταναλωτή ο οποίος δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί ή όταν δεν είναι δυνατή η άμεση επικοινωνία μαζί του, ο κατασκευαστής διαδίδει διά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων κατάλληλων διαύλων, εξασφαλίζοντας την ευρύτερη δυνατή εμβέλεια, τις πληροφορίες σχετικά με τα κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, για τη μείωση των κινδύνων. Στην περίπτωση σοβαρού κινδύνου, ο κατασκευαστής αποσύρει και ανακαλεί το προϊόν με δικά του έξοδα.

Άρθρο 23

Υποχρεώσεις των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων

1.   Κατασκευαστής που είναι εγκατεστημένος στην Ένωση μπορεί να ορίζει, με γραπτή εντολή, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο εντός της Ένωσης ως αποκλειστικό εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο. Ο κατασκευαστής που δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ορίζει αποκλειστικό εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο.

H κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης δεν αποτελεί μέρος της εντολής του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου.

2.   Ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντα που προσδιορίζονται στην εντολή την οποία έλαβε από τον κατασκευαστή. Η εντολή επιτρέπει στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

να τηρεί τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης και την τεχνική τεκμηρίωση στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών·

β)

να παρέχει στην αρμόδια εθνική αρχή, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματός της, όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμφωνία του προϊόντος με τη δηλωμένη επίδοση και η συμμόρφωσή του προς άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

γ)

να καταγγείλει τη σύμβαση, εάν ο κατασκευαστής ενεργεί κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει δυνάμει του παρόντος κανονισμού, και να ενημερώσει σχετικά τον κατασκευαστή και τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων διατίθεται το προϊόν και την αρμόδια εθνική αρχή του τόπου άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας·

δ)

όταν έχει λόγους να πιστεύει ότι ένα προϊόν είναι μη συμμορφούμενο ή παρουσιάζει κίνδυνο, να ενημερώνει σχετικά τον κατασκευαστή και τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων διατίθεται το προϊόν και την αρμόδια εθνική αρχή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου· και

ε)

να συνεργάζεται με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, κατόπιν αιτήματός τους, για τυχόν ενέργειες που έγιναν προς αποφυγή των κινδύνων που ενέχουν και προς αποκατάσταση των μη συμμορφώσεων προϊόντων που καλύπτονται από την εντολή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου.

3.   Ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος επαληθεύει σε επίπεδο τεκμηρίωσης ότι:

α)

το προϊόν φέρει τη σήμανση CE και την επισήμανση σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 9·

β)

το προϊόν συνοδεύεται από δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης, ή η δήλωση είναι διαθέσιμη σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 ή 2· και

γ)

ο κατασκευαστής έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 22 παράγραφοι 5, 6 και 7.

4.   Όταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος εντοπίζει περίπτωση μη συμμόρφωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, ζητεί από τον κατασκευαστή να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφοι 11 και 12.

Άρθρο 24

Υποχρεώσεις των εισαγωγέων

1.   Οι εισαγωγείς διαθέτουν στην αγορά μόνο προϊόντα που συμμορφώνονται προς τον παρόντα κανονισμό.

2.   Πριν από τη διάθεση προϊόντος στην αγορά, ο εισαγωγέας διασφαλίζει ότι η συμμόρφωση του προϊόντος με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις και οι επιδόσεις του σε σχέση με τα σχετικά ουσιώδη χαρακτηριστικά έχουν αποδειχθεί από τον κατασκευαστή σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 2.

Ο εισαγωγέας εξασφαλίζει ότι:

α)

ο κατασκευαστής έχει καταρτίσει την τεχνική τεκμηρίωση που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3·

β)

το προϊόν φέρει τη σήμανση CE και την επισήμανση σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 9·

γ)

το προϊόν συνοδεύεται από δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης, ή η δήλωση είναι διαθέσιμη σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 ή 2· και

δ)

ο κατασκευαστής έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 22 παράγραφος 5, 6 και 7.

3.   Ο εισαγωγέας επαληθεύει ότι η χρήση του προϊόντος έχει δηλωθεί από τον κατασκευαστή και διασφαλίζει ότι το προϊόν συνοδεύεται από τις γενικές πληροφορίες προϊόντος, τις οδηγίες χρήσης και τις πληροφορίες ασφάλειας που καθορίζονται στο παράρτημα IV σε γλώσσα που καθορίζεται με απόφαση του οικείου κράτους μέλους ή, ελλείψει τέτοιας απόφασης, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους χρήστες. Ο εισαγωγέας παρουσιάζει στους πελάτες, με ευδιάκριτο τρόπο, προτού αυτοί δεσμευθούν με σύμβαση πώλησης, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης πώλησης εξ αποστάσεως, τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή τις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές.

4.   Ο εισαγωγέας διασφαλίζει ότι, όταν ένα προϊόν είναι υπό την ευθύνη του, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς δεν θίγουν τη συμμόρφωσή του με τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης, ή τη συμμόρφωση προς άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

5.   Όταν ο εισαγωγέας θεωρεί ή έχει λόγο να πιστεύει ότι το προϊόν δεν είναι σύμφωνο με τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης ή δεν συμμορφώνεται προς άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, δεν διαθέτει το εν λόγω προϊόν στην αγορά έως ότου αυτό καταστεί σύμφωνο με τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης που το συνοδεύει και συμμορφωθεί προς τις άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή έως ότου διορθωθεί η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης. Επιπλέον, όταν το προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο, ο διανομέας ενημερώνει σχετικά τον κατασκευαστή και τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

6.   Ο εισαγωγέας σημειώνει το όνομά του, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία του ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα του, τον τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και τη διεύθυνσή του και, όταν είναι διαθέσιμα, ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας στο προϊόν ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, στη συσκευασία του ή σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν.

7.   Ο εισαγωγέας διερευνά τις καταγγελίες και, εφόσον απαιτείται, τηρεί μητρώο καταγγελιών, μη συμμορφούμενων προϊόντων και αποσύρσεων ή ανακλήσεων προϊόντων, και ενημερώνει τους κατασκευαστές και τους διανομείς σχετικά με κάθε τέτοια παρακολούθηση.

8.   Οι εισαγωγείς που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι προϊόν που έχουν διαθέσει στην αγορά δεν συμφωνεί με τη δήλωση επιδόσεων ή δεν συμμορφώνεται προς άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, λαμβάνουν αμέσως τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση αυτού του προϊόντος ή, κατά περίπτωση, το αποσύρουν ή το ανακαλούν. Πέραν τούτου, όταν το προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο, οι εισαγωγείς ενημερώνουν αμέσως σχετικά με το θέμα αυτό τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων καθιστούν διαθέσιμο το προϊόν, και παραθέτουν λεπτομέρειες, συγκεκριμένα, για τη μη συμμόρφωση και τα τυχόν διορθωτικά μέτρα που έλαβαν.

9.   Οι εισαγωγείς που πωλούν σε τελικούς χρήστες εκπληρώνουν επίσης τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι διανομείς.

Άρθρο 25

Υποχρεώσεις των διανομέων

1.   Όταν ο διανομέας καθιστά ένα προϊόν διαθέσιμο στην αγορά, ενεργεί με τη δέουσα προσοχή σε σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

2.   Προτού καταστήσει διαθέσιμο στην αγορά ένα προϊόν, ο διανομέας επαληθεύει ότι:

α)

το προϊόν φέρει τη σήμανση CE και την επισήμανση σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 9, όπου απαιτείται·

β)

το προϊόν συνοδεύεται, εφόσον απαιτείται, από δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης, ή η δήλωση είναι διαθέσιμη σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2·

γ)

το προϊόν συνοδεύεται από γενικές πληροφορίες προϊόντος, οδηγίες χρήσης και πληροφορίες ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 6, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους τελικούς χρήστες στο κράτος μέλος στην αγορά του οποίου πρόκειται να διατεθεί το προϊόν·

δ)

ο κατασκευαστής και ο εισαγωγέας έχουν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 22 παράγραφοι 5 και 7 και στο άρθρο 24 παράγραφος 6 αντίστοιχα.

3.   Ο διανομέας παρουσιάζει στους πελάτες, με ευδιάκριτο τρόπο, προτού δεσμευτούν από σύμβαση πώλησης, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης των πωλήσεων εξ αποστάσεως, τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

4.   Όταν διανομέας θεωρεί ή έχει λόγο να πιστεύει ότι ένα προϊόν δεν συμφωνεί με τη δήλωση επιδόσεων ή δεν συμμορφώνεται με άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, ο διανομέας δεν διαθέτει το προϊόν στην αγορά έως ότου αυτό συμμορφωθεί με τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης που το συνοδεύει και συμμορφωθεί με τις άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Επιπλέον, όταν το προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο, ο διανομέας ενημερώνει σχετικά τον κατασκευαστή και τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

5.   Ο διανομέας εξασφαλίζει ότι, ενόσω το προϊόν βρίσκεται υπό την ευθύνη του, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις δηλωθείσες επιδόσεις του ή τη συμμόρφωσή του με άλλες εφαρμοστέες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

6.   Ο διανομέας που θεωρεί ή έχει λόγο να πιστεύει ότι προϊόν που έχει διαθέσει στην αγορά δεν συμφωνεί με τη δήλωση επιδόσεων ή δεν συμμορφώνεται με άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, διασφαλίζει ότι λαμβάνονται τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για τη συμμόρφωση αυτού του προϊόντος ή, κατά περίπτωση, για να το αποσύρει ή το ανακαλέσει. Πέραν τούτου, όταν το προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο, ο διανομέας ενημερώνει αμέσως σχετικά με το θέμα αυτό τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων διαθέτει το προϊόν, και παραθέτει λεπτομέρειες, συγκεκριμένα, για τη μη συμμόρφωση και τα τυχόν διορθωτικά μέτρα που έλαβε.

Άρθρο 26

Περιπτώσεις στις οποίες οι υποχρεώσεις των κατασκευαστών εφαρμόζονται στους εισαγωγείς και στους διανομείς

1.   Ένας εισαγωγέας ή διανομέας θεωρείται κατασκευαστής για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και υπόκειται στις υποχρεώσεις που ισχύουν για τον κατασκευαστή δυνάμει του άρθρου 22, όταν:

α)

διαθέτει ένα προϊόν στην αγορά με την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα του·

β)

τροποποιεί ένα προϊόν με πρόθεση ή το προϊόν ακούσια τροποποιείται με τρόπο που επηρεάζει τη συμμόρφωση με τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης ή με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή εγκρίνονται σύμφωνα με αυτόν·

γ)

καθιστά διαθέσιμο στην αγορά ένα προϊόν με δηλωμένη χρήση διαφορετική από τη δηλωμένη χρήση που του απέδωσε ο κατασκευαστής κατά τη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης·

δ)

ισχυρίζεται ότι το προϊόν διαθέτει χαρακτηριστικά τα οποία αποκλίνουν από τα χαρακτηριστικά που δηλώνει ο κατασκευαστής· ή

ε)

επιλέγει να αναλάβει τον ρόλο του κατασκευαστή.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης σε οικονομικό φορέα που διαθέτει στην αγορά:

α)

μεταχειρισμένο προϊόν που καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή που καθορίζει διατάξεις για τα μεταχειρισμένα προϊόντα·

β)

μεταχειρισμένο προϊόν που δεν καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή με διατάξεις για μεταχειρισμένα προϊόντα και δεν έχει διατεθεί προηγουμένως στην αγορά της Ένωσης·

γ)

ανακατασκευασμένο προϊόν.

3.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν ο οικονομικός φορέας απλώς:

α)

προσθέτει μεταφράσεις πληροφοριών που παρέχει ο κατασκευαστής·

β)

αντικαθιστά την εξωτερική συσκευασία προϊόντος που έχει ήδη διατεθεί στην αγορά, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση αλλαγής του μεγέθους της συσκευασίας, εάν η ανασυσκευασία πραγματοποιείται με τρόπο που να μην μπορεί να επηρεάσει την αρχική κατάσταση του προϊόντος, και οι πληροφορίες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό να εξακολουθήσουν να παρέχονται ορθά.

4.   Ο οικονομικός φορέας που ασκεί τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στην παράγραφο 3 ενημερώνει σχετικά τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του, ανεξάρτητα από το αν είναι ιδιοκτήτης των προϊόντων ή αν παρέχει υπηρεσίες. Προβαίνει στην ανασυσκευασία με τρόπο ώστε η αρχική κατάσταση του προϊόντος ή η συμμόρφωσή του με αυτόν τον κανονισμό να μην επηρεάζεται από την ανασυσκευασία, και οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό να εξακολουθήσουν να παρέχονται ορθά. Ο οικονομικός φορέας ενεργεί με τη δέουσα προσοχή όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 27

Υποχρεώσεις των παρόχων υπηρεσιών διεκπεραίωσης

1.   Όταν ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών συμβάλλει στη διαθεσιμότητα στην αγορά προϊόντος, ενεργεί με τη δέουσα προσοχή σε σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

2.   Ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών διασφαλίζει ότι η επισήμανση και τα έγγραφα που παρέχονται από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα είναι διαθέσιμα ή συνοδεύουν το προϊόν, και ιδίως:

α)

η σήμανση CE και η επισήμανση που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 9·

β)

η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης·

γ)

οι γενικές πληροφορίες προϊόντος και οι οδηγίες χρήσης και οι πληροφορίες ασφάλειας που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 6.

3.   Ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών διασφαλίζει ότι οι συνθήκες αποθήκευσης, συσκευασίας, διευθυνσιοδότησης ή αποστολής δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωση ενός προϊόντος με τις δηλωθείσες επιδόσεις του ή τη συμμόρφωσή του με άλλες εφαρμοστέες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας δομικών προϊόντων παρέχει στους παρόχους υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών τις λεπτομερείς πληροφορίες που απαιτούνται για τη διασφάλιση της ασφαλούς αποθήκευσης, συσκευασίας, διευθυνσιοδότησης ή αποστολής και περαιτέρω λειτουργίας του προϊόντος.

4.   Οι πάροχοι υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών υποστηρίζουν αποσύρσεις ή ανακλήσεις προϊόντων, ανεξάρτητα από το αν έχουν προέλθει από αρχές εποπτείας της αγοράς, κατασκευαστές, εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους ή εισαγωγείς.

5.   Όταν ένας πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών θεωρεί ή έχει λόγους να πιστεύει ότι ένα προϊόν δεν συμμορφώνεται με τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης ή δεν συμμορφώνεται με άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, δεν υποστηρίζει τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά έως ότου το προϊόν συμμορφωθεί με τη σχετική δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης και με τις άλλες ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή μέχρι να διορθωθεί η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης. Επιπλέον, όταν το προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο, ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών ενημερώνει σχετικά τον κατασκευαστή και τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Άρθρο 28

Υποχρεώσεις των επιγραμμικών αγορών

1.   Η επιγραμμική αγορά:

α)

για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με το άρθρο 31 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28), σχεδιάζει και οργανώνει την επιγραμμική διεπαφή της κατά τρόπο που επιτρέπει στους οικονομικούς φορείς να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του άρθρου 29 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού·

β)

θεσπίζει ενιαίο σημείο επαφής για την άμεση επικοινωνία με τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό, το οποίο μπορεί να είναι το ίδιο με το σημείο επαφής που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/988 ή στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065·

γ)

παρέχει δέουσα απάντηση στις ειδοποιήσεις που σχετίζονται με την κοινοποίηση ατυχημάτων και άλλων συμβάντων σε σχέση με προϊόντα και οι οποίες λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065·

δ)

συνεργάζεται για τη διασφάλιση αποτελεσματικών μέτρων εποπτείας της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της αποφυγής δημιουργίας εμποδίων στα εν λόγω μέτρα·

ε)

ενημερώνει τις αρμόδιες εθνικές αρχές για κάθε μέτρο που λαμβάνεται όσον αφορά τη μη συμμόρφωση ή την εικαζόμενη μη συμμόρφωση προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό·

στ)

καθιερώνει τακτική και διαρθρωμένη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με περιεχόμενο που έχει αφαιρεθεί από τις επιγραμμικές αγορές κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων εθνικών αρχών·

2.   Όσον αφορά τις εξουσίες που ανατίθενται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, τα κράτη μέλη εκχωρούν στις οικείες αρχές εποπτείας της αγοράς την εξουσία, για όλα τα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, να διατάσσουν μια επιγραμμική αγορά να αφαιρεί από την επιγραμμική διεπαφή της συγκεκριμένο παράνομο περιεχόμενο που αναφέρεται σε μη συμμορφούμενο προϊόν, να απενεργοποιεί την πρόσβαση σ’ αυτό ή να αναρτά ρητή προειδοποίηση προς τους τελικούς χρήστες κατά την πρόσβασή τους σ’ αυτό. Οι εντολές αυτές συνάδουν με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065.

3.   Η επιγραμμική αγορά λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη λήψη και την επεξεργασία των εντολών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065.

4.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης σε κατασκευαστές, εισαγωγείς ή διανομείς που προσφέρουν προϊόντα επιγραμμικά χωρίς τη συμμετοχή διαδικτυακής αγοράς.

Άρθρο 29

Επιγραμμικές και άλλες εξ αποστάσεως πωλήσεις

1.   Τα προϊόντα που διατίθενται προς πώληση επιγραμμικά ή με άλλες μεθόδους εξ αποστάσεως πώλησης θεωρούνται ότι καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά εάν η προσφορά στοχεύει πελάτες εντός της Ένωσης. Μια προσφορά προς πώληση θεωρείται ότι στοχεύει πελάτες εντός της Ένωσης εάν ο σχετικός οικονομικός φορέας κατευθύνει με οποιονδήποτε τρόπο τις δραστηριότητές του προς κράτος μέλος. Μεταξύ άλλων, μια προσφορά θεωρείται ότι στοχεύει πελάτες στην Ένωση όταν:

α)

ο οικονομικός φορέας χρησιμοποιεί το νόμισμα κράτους μέλους·

β)

ο οικονομικός φορέας έχει καταχωρίσει το όνομα τομέα διαδικτύου που χρησιμοποιεί σε ένα από τα κράτη μέλη ή χρησιμοποιεί διαδικτυακό τομέα που παραπέμπει στην Ένωση ή σε ένα από τα κράτη μέλη· ή

γ)

οι γεωγραφικές περιοχές στις οποίες είναι διαθέσιμη η αποστολή περιλαμβάνουν ένα κράτος μέλος.

Οι όροι που απαριθμούνται στο πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζονται εάν ο οικονομικός φορέας αποκλείει ρητά και ουσιαστικά την αγορά της Ένωσης.

2.   Όταν ένας οικονομικός φορέας διαθέτει ένα προϊόν στην αγορά διαδικτυακά ή με άλλα μέσα εξ αποστάσεως πώλησης, η προσφορά του εν λόγω προϊόντος παρέχει, όπου απαιτείται, σαφώς και ευδιάκριτα τη σήμανση CE, τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 18 παράγραφος 2, την ετικέτα σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 9 και τον φορέα δεδομένων που συνδέεται με ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 7.

3.   Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει ενδιάμεση υπηρεσία για τη διάθεση προϊόντων στην αγορά εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του οικονομικού φορέα σύμφωνα με την παράγραφο 2 σε σχέση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Άρθρο 30

Εκτελεστικές πράξεις που αφορούν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των οικονομικών φορέων·

Όταν απαιτείται για τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίο για να αποφευχθούν αποκλίνουσες πρακτικές που κατακερματίζουν την εσωτερική αγορά για τους οικονομικούς φορείς, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που παρέχουν λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των υποχρεώσεων και άσκησης των δικαιωμάτων των οικονομικών φορέων που περιλαμβάνονται στο παρόν κεφάλαιο.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΓΓΡΑΦΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Άρθρο 31

Έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης

1.   Οι μέθοδοι και τα κριτήρια για την αξιολόγηση των επιδόσεων των προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των μεταχειρισμένων προϊόντων, σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους μπορούν να καθορίζονται σε έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα δεν καλύπτονται από:

α)

εναρμονισμένο πρότυπο που καθίσταται υποχρεωτικό με εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 8·

β)

εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1· ή

γ)

εναρμονισμένο πρότυπο που πρέπει να παραδοθεί σε περίοδο μικρότερη του ενός έτους, σύμφωνα με αίτημα τυποποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2.

2.   Ένα προϊόν δεν θεωρείται ότι καλύπτεται από τα εναρμονισμένα πρότυπα ή τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 όταν:

α)

η δηλωμένη χρήση του προϊόντος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προοριζόμενης χρήσης που ορίζεται στο εναρμονισμένο πρότυπο ή στην εκτελεστική πράξη·

β)

τα υλικά που χρησιμοποιούνται δεν είναι πανομοιότυπα με τα υλικά που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο ή την εκτελεστική πράξη· ή

γ)

η μέθοδος αξιολόγησης που προβλέπει το εναρμονισμένο πρότυπο ή η εκτελεστική πράξη δεν είναι κατάλληλη για το εν λόγω προϊόν.

3.   Κατόπιν αιτήματος για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση από κατασκευαστή, ομάδα κατασκευαστών ή ένωση κατασκευαστών, ή με πρωτοβουλία της Επιτροπής, ο οργανισμός των ΟΤΑ μπορεί, σε συμφωνία με την Επιτροπή, να καταρτίσει και να εγκρίνει έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

Οι βασικές απαιτήσεις δομικών έργων που ορίζονται στο παράρτημα I και ο κατάλογος προκαθορισμένων ουσιωδών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών που παρατίθεται στο παράρτημα II αποτελούν τη βάση για την κατάρτιση των εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης. Η εκπόνηση και η έκδοση εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης ακολουθούν τις αρχές και τη διαδικασία που ορίζονται στο άρθρο 32.

4.   Τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης δεν συντάσσονται σε σχέση με ουσιώδες χαρακτηριστικό ή μέθοδο αξιολόγησης ενός προϊόντος όταν υπάρχει άλλο έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης που καλύπτει το ίδιο ουσιώδες χαρακτηριστικό ή μέθοδο αξιολόγησης σε σχέση με το συγκεκριμένο προϊόν, τα στοιχεία αναφοράς του οποίου είτε έχουν ήδη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή για αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1.

5.   Ο οργανισμός των ΟΤΑ και η Επιτροπή μπορούν να συγχωνεύουν ή να απορρίπτουν αιτήματα για την εκπόνηση εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης σύμφωνα με το σημείο 5 του παραρτήματος VI.

6.   Από την ημερομηνία υποχρεωτικής εφαρμογής εναρμονισμένης τεχνικής προδιαγραφής που εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 8 ή το άρθρο 6 παράγραφος 1, η οποία καλύπτει το ίδιο προϊόν και την ίδια προοριζόμενη χρήση με το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης, το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης δεν χρησιμοποιείται πλέον για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή αποσύρει τα στοιχεία αναφοράς του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης από την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

7.   Τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης αποτελούν τη βάση για τις ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις που ορίζονται στο άρθρο 37.

Άρθρο 32

Αρχές και διαδικασία για την εκπόνηση και την έκδοση εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης

1.   Κατά την εκπόνηση και την έκδοση εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης, οι επιμέρους ΟΤΑ και ο οργανισμός των ΟΤΑ ακολουθούν τη διαδικασία που ορίζεται στο παράρτημα VI.

2.   Κατά την εκπόνηση και την έκδοση εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης, οι επιμέρους ΟΤΑ και ο οργανισμός των ΟΤΑ:

α)

είναι διαφανείς προς τα κράτη μέλη, τον οικείο κατασκευαστή και άλλους κατασκευαστές ή ενδιαφερόμενα μέρη που ζητούν να ενημερωθούν·

β)

αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες στην Επιτροπή μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ενός εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης με τις κανονιστικές διατάξεις και για την προστασία του εμπορικού απορρήτου και της εμπιστευτικότητας·

γ)

καθορίζουν υποχρεωτικές προθεσμίες, ώστε να αποφεύγονται οι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις·

δ)

παρέχουν δυνατότητα για επαρκή συμμετοχή των κρατών μελών και της Επιτροπής·

ε)

είναι αποδοτικοί ως προς το κόστος για τον κατασκευαστή· και

στ)

διασφαλίζουν ικανοποιητική συλλογικότητα και συντονισμό μεταξύ των ΟΤΑ που έχουν οριστεί για το εν λόγω προϊόν.

Η στάθμιση των απαιτήσεων που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου επιτρέπει τουλάχιστον τη γνωστοποίηση της ονομασίας του προϊόντος στο στάδιο της έγκρισης και της κοινοποίησης του προγράμματος εργασιών, όπως ορίζεται στο σημείο 3 του παραρτήματος VI, καθώς και τη γνωστοποίηση του λεπτομερούς περιεχομένου του σχεδίου εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης που παρατίθεται στο παράρτημα VI σημείο 8.

3.   Οι ΟΤΑ, μαζί με τον οργανισμό των ΟΤΑ, βαρύνονται με το σύνολο των δαπανών της εκπόνησης και της έκδοσης εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης, εκτός εάν η εκπόνηση αυτή ξεκίνησε από τη Επιτροπή.

4.   Οι ΟΤΑ και ο οργανισμός των ΟΤΑ αποφεύγουν την ύπαρξη πολλαπλών εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης όταν δεν υπάρχει τεχνική αιτιολόγηση για τη διαφοροποίηση μεταξύ προϊόντων. Ειδικότερα, δίνουν προτεραιότητα στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής των υφιστάμενων εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης έναντι της δημιουργίας νέων εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

5.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει, κατόπιν διαβουλεύσεων με τον οργανισμό των ΟΤΑ, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για την τροποποίηση του παραρτήματος VI, προκειμένου να προστεθούν πρόσθετοι διαδικαστικοί κανόνες για την ανάπτυξη και την έγκριση εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

Άρθρο 33

Υποχρεώσεις του ΟΤΑ που λαμβάνει αίτημα για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση

1.   Όταν λαμβάνει αίτημα για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση από κατασκευαστή, ομάδα κατασκευαστών ή ένωση κατασκευαστών, ο ΟΤΑ συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

όταν το προϊόν καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή όταν έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης δεν μπορεί να καταρτιστεί σύμφωνα με το άρθρο 31, ο ΟΤΑ ενημερώνει τον αιτούντα ότι δεν μπορεί να εκδοθεί ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση·

β)

όταν το προϊόν καλύπτεται πλήρως από έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης του οποίου τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ΟΤΑ ενημερώνει τον αιτούντα ότι το αναφερόμενο έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης θα χρησιμοποιηθεί ως βάση για την έκδοση της ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης·

γ)

όταν το προϊόν είναι επιλέξιμο για έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 31 και δεν βρίσκεται στο στάδιο της εκπόνησης τέτοιου εγγράφου, ο ΟΤΑ ενημερώνει τον αιτούντα ότι θα κινηθούν οι διαδικασίες που ορίζονται στο παράρτημα VI.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου του παρόντος άρθρου, αλλά όταν ένα εναρμονισμένο πρότυπο που καλύπτει το ίδιο προϊόν αναμένεται να παραδοθεί σε περίοδο μεγαλύτερη του ενός έτους, όπως ορίζεται σε αίτημα τυποποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, ο ΟΤΑ ενημερώνει τον αιτούντα σχετικά με το ενδεχόμενο να μην χρησιμοποιείται πλέον έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 6.

2.   Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ) του παρόντος άρθρου, ο ΟΤΑ ενημερώνει τον οργανισμό των ΟΤΑ και την Επιτροπή σχετικά με το περιεχόμενο του αιτήματος και την παραπομπή σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που καθορίζει το σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2, το οποίο προτίθεται να εφαρμόσει ο ΟΤΑ για το συγκεκριμένο προϊόν, ή την απουσία τέτοιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης.

3.   Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι δεν υπάρχει κατάλληλη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που να καθορίζει το σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης για το προϊόν, μπορεί να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2.

Άρθρο 34

Δημοσίευση των στοιχείων αναφοράς

1.   Η Επιτροπή, σύμφωνα με το σημείο 9 του παραρτήματος VI, αξιολογεί τη συμμόρφωση των εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης με τις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, με τον παρόντα κανονισμό και άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης. Όταν ένα έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης συμμορφώνεται με τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις, η Επιτροπή δημοσιεύει αμελλητί τα στοιχεία αναφοράς του εν λόγω εγγράφου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν τα στοιχεία αναφοράς εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης δεν μπορούν να δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή μπορεί να δημοσιεύσει την αναφορά αυτή με περιορισμούς.

2.   Μετά τη δημοσίευση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ένα έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 37, να χρησιμοποιηθεί ως βάση για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση για περίοδο 10 ετών, εκτός εάν η αναφορά του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης έχει αποσυρθεί από την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εάν το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης δεν χρησιμοποιείται πλέον σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 6. Ο οργανισμός των ΟΤΑ μπορεί κατά το τελευταίο έτος της εν λόγω περιόδου να αποφασίσει να υποβάλει το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης προς ανανέωση. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή επαναξιολογεί το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 35

Περιεχόμενο του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης

1.   Το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

περιγραφή του καλυπτόμενου προϊόντος ή κατηγορίας προϊόντων και της προοριζόμενης χρήσης του· και

β)

τον κατάλογο των ουσιωδών χαρακτηριστικών που είναι σημαντικά για την προοριζόμενη χρήση του προϊόντος ή της κατηγορίας προϊόντος, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ του κατασκευαστή και του οργανισμού των ΟΤΑ, καθώς και των προκαθορισμένων ουσιωδών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών, όπως ορίζονται στο παράρτημα II, και τις μεθόδους και τα κριτήρια για την αξιολόγηση των επιδόσεων του προϊόντος ή της κατηγορίας προϊόντων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που απαριθμούνται.

2.   Το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης περιλαμβάνει:

α)

τις τεχνικές λεπτομέρειες που απαιτούνται για την εφαρμογή των συστημάτων αξιολόγησης και επαλήθευσης που πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 2·

β)

τις κατευθυντήριες γραμμές, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών λεπτομερειών που απαιτούνται για την κατάρτιση των γενικών πληροφοριών προϊόντος, των οδηγιών χρήσης και των πληροφοριών ασφαλείας που αναφέρονται στο παράρτημα IV·

γ)

τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των μορφοτύπων που είναι αναγνώσιμοι από άνθρωπο και μηχάνημα για τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης σύμφωνα με την παράγραφο 16 σημείο 2 στοιχείο β).

3.   Όταν οι επιδόσεις του προϊόντος μπορούν να αξιολογηθούν καταλλήλως σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων και των κριτηρίων αξιολόγησης, που έχουν ήδη καθοριστεί για αυτά σε εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή άλλα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης, τα εν λόγω υφιστάμενα ουσιώδη χαρακτηριστικά, καθώς και οι μέθοδοι και τα κριτήριά τους ενσωματώνονται ως μέρη του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης, εκτός εάν είναι τεχνικά αναγκαίο να υπάρξει παρέκκλιση από τον εν λόγω κανόνα.

Κατά περίπτωση, οι αρχές αυτές εφαρμόζονται επίσης για τα οριακά επίπεδα και τις κατηγορίες επιδόσεων που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5.

Άρθρο 36

Επίσημες αντιρρήσεις κατά εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης

1.   Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σε όλες τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν θεωρεί ότι ένα έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης δεν συμμορφώνεται πλήρως με τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις ή δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει να καλύπτονται, λαμβανομένων υπόψη των βασικών απαιτήσεων δομικών έργων που ορίζονται στο παράρτημα I και των προκαθορισμένων ουσιωδών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών που ορίζονται στο παράρτημα II·

β)

όταν κρίνει ότι ένα έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος ή την προστασία των καταναλωτών·

γ)

όταν θεωρεί ότι ένα έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 31 παράγραφος 1.

Το οικείο κράτος μέλος τεκμηριώνει τις απόψεις του. Η Επιτροπή διαβουλεύεται με τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με τα ζητήματα που θέτει το οικείο κράτος μέλος.

2.   Με βάση τις απόψεις όλων των κρατών μελών, η Επιτροπή αποφασίζει να δημοσιεύσει, να μη δημοσιεύσει, να δημοσιεύσει υπό περιορισμούς, να διατηρήσει, να διατηρήσει υπό περιορισμούς τα στοιχεία αναφοράς των σχετικών εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να τα αποσύρει από αυτήν.

3.   Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη και τον οργανισμό των ΟΤΑ για την απόφασή της που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, ζητεί την αναθεώρηση του σχετικού εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

Άρθρο 37

Ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση

1.   Ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση εκδίδεται από ΟΤΑ, κατόπιν αιτήματος κατασκευαστή βάσει εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης τα στοιχεία αναφοράς του οποίου έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 34.

Εφόσον υπάρχει έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης τα στοιχεία αναφοράς του οποίου έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 34, μπορεί να εκδοθεί ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση ακόμα και στην περίπτωση που έχει εκδοθεί αίτημα τυποποίησης. Η έκδοση αυτή είναι δυνατή έως ότου το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης να μην χρησιμοποιείται πλέον σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 6.

2.   Όταν υποβάλλεται αίτημα για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο παράρτημα VI.

3.   Η ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση περιλαμβάνει τις δηλωθείσες επιδόσεις, κατά επίπεδα ή κατηγορίες ή περιγραφικά, των ουσιωδών εκείνων χαρακτηριστικών που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του κατασκευαστή και του ΟΤΑ που λαμβάνει το αίτημα για την ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση για τη δηλωθείσα χρήση, καθώς και τεχνικές λεπτομέρειες απαραίτητες για την εφαρμογή του συστήματος αξιολόγησης και επαλήθευσης.

Η ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση περιλαμβάνει επίσης την αξιολόγηση των επιδόσεων για τα προκαθορισμένα ουσιώδη περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στο άρθρο 15 παράγραφος 3.

4.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό του μορφότυπου της ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 3.

5.   Οι ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις που εκδίδονται βάσει εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης εξακολουθούν να ισχύουν είτε για πέντε έτη μετά τη λήξη της περιόδου που ορίζεται στο άρθρο 34 παράγραφος 2 είτε για πέντε έτη μετά την απόσυρση της αναφοράς του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης από την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όταν το σχετικό έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης για ένα προϊόν δεν χρησιμοποιείται πλέον σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 6, το εν λόγω προϊόν δεν μπορεί πλέον να διατίθεται στην αγορά βάσει ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης.

6.   Τα προϊόντα που καλύπτονται από έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης για τα οποία έχει εκδοθεί ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση μπορούν να φέρουν σήμανση CE και, ως εκ τούτου, αποκτούν το ίδιο καθεστώς με τα προϊόντα που φέρουν σήμανση CE βάσει εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών, εφόσον ο κατασκευαστής εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Όταν οι υποχρεώσεις αυτές αναφέρονται σε εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, ο κατασκευαστής παραπέμπει αντ’ αυτών στο έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης ή, όταν οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές είναι επίσης συναφείς, παραπέμπει και σε αυτές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Άρθρο 38

Ορίζουσες αρχές

1.   Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να ορίσουν ΟΤΑ ορίζουν ενιαία ορίζουσα αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τον καθορισμό και τη διεξαγωγή των αναγκαίων διαδικασιών για την αξιολόγηση και τον ορισμό των ΟΤΑ. Οι ορίζουσες αρχές πληρούν τις απαιτήσεις για τις κοινοποιούσες αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 και στο άρθρο 44. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν την κοινοποιούσα αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 43, ως ορίζουσα αρχή. Η ορίζουσα αρχή δεν είναι επιλέξιμη για ορισμό σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 1.

2.   Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν κεφάλαιο, οι διατάξεις που εφαρμόζονται στις κοινοποιούσες αρχές και στις διαδικασίες κοινοποίησης εφαρμόζονται επίσης στις ορίζουσες αρχές και στις διαδικασίες ορισμού.

Άρθρο 39

Ορισμός, παρακολούθηση και αξιολόγηση των ΟΤΑ

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν, μέσω των οικείων οριζουσών αρχών, να ορίζουν ΟΤΑ στο έδαφός τους για μία ή περισσότερες οικογένειες προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα VII. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να ορίζουν ΟΤΑ εντός της επικράτειάς τους ως αρμόδιους για αναδυόμενα ή καινοτόμα προϊόντα που δεν εμπίπτουν σε ήδη υφιστάμενες οικογένειες προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα VII.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το όνομα του ΟΤΑ, τη διεύθυνσή του και την οικογένεια ή τις οικογένειες προϊόντων για τις οποίες είναι αρμόδιος.

2.   Η Επιτροπή χορηγεί αριθμό μητρώου σε κάθε ΟΤΑ.

Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τον κατάλογο των ΟΤΑ που ορίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού με ηλεκτρονικά μέσα και αναφέρει τους αριθμούς μητρώων τους, τις οικογένειες προϊόντων για τις οποίες έχουν οριστεί και τυχόν περιορισμούς με τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο.

Η Επιτροπή μεριμνά για την ενημέρωση αυτού του καταλόγου.

3.   Η ορίζουσα αρχή παρακολουθεί τις δραστηριότητες και την επάρκεια των ΟΤΑ που έχουν οριστεί στο αντίστοιχο κράτος μέλος και, όταν απαιτείται, τις θυγατρικές και τους υπεργολάβους τους, και τους αξιολογεί σε σχέση με τις αντίστοιχες απαιτήσεις που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο. Η ορίζουσα αρχή επιβάλλει διορθωτικά μέτρα στους ΟΤΑ σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις εθνικές διαδικασίες τους για τον ορισμό των ΟΤΑ, την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων και της επάρκειάς τους και τυχόν αλλαγές σχετικά με αυτές τις πληροφορίες.

4.   Οι ΟΤΑ ενημερώνουν, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 15 ημερών, την ορίζουσα αρχή για τυχόν αλλαγές που ενδέχεται να επηρεάσουν τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου ή την ικανότητά τους να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους βάσει του παρόντος κανονισμού.

5.   Οι ΟΤΑ, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας ορίζουσας αρχής, παρέχουν κάθε σχετική πληροφορία και έγγραφο, ώστε η εν λόγω αρχή, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μπορούν να ελέγχουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

6.   Όταν ένας ΟΤΑ δεν συμμορφώνεται πλέον με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, η ορίζουσα αρχή περιορίζει, αναστέλλει ή αποσύρει τον ορισμό του εν λόγω ΟΤΑ για τη σχετική οικογένεια προϊόντων, ανάλογα με τη σοβαρότητα της μη τήρησης αυτών των απαιτήσεων. Όταν ένας ΟΤΑ δεν συμμορφώνεται επανειλημμένα με τα διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, η ορίζουσα αρχή μπορεί να περιορίσει, να αναστείλει ή να ανακαλέσει τον ορισμό του εν λόγω ΟΤΑ. Η ορίζουσα αρχή ενημερώνει την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για κάθε περιορισμό, αναστολή ή ανάκληση ορισμού. Εφαρμόζονται το άρθρο 53 παράγραφος 2 και το άρθρο 54.

Άρθρο 40

Απαιτήσεις για τους ΟΤΑ

1.   Κάθε ΟΤΑ διαθέτει την επάρκεια και τα εφόδια που απαιτούνται για τη διενέργεια της αξιολόγησης σχετικά με οικογένεια προϊόντος για την οποία έχει οριστεί. Το προσωπικό που είναι αρμόδιο για τη λήψη αποφάσεων και τουλάχιστον το ήμισυ του τεχνικού ειδικευμένου προσωπικού απασχολείται από τον ΟΤΑ σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του ορίζοντος κράτους μέλους.

2.   Ο ΟΤΑ συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα VIII, στον τομέα για τον οποίο έχει οριστεί. Εφαρμόζονται το άρθρο 46 παράγραφοι 2 έως 5, το άρθρο 46 παράγραφος 6 στοιχεία α) και β), το άρθρο 46 παράγραφοι 7, 8, 9 και 11 και το άρθρο 47.

3.   Ο ΟΤΑ δημοσιοποιεί το οργανόγραμμά του και τα ονόματα των μελών των εσωτερικών του οργάνων λήψης αποφάσεων.

4.   Ο ΟΤΑ συμμετέχει στις δραστηριότητες του οργανισμού των ΟΤΑ ή διασφαλίζει ότι το προσωπικό αξιολόγησης ενημερώνεται σχετικά με τις εν λόγω δραστηριότητες.

Άρθρο 41

Συντονισμός των ΟΤΑ

1.   Οι ΟΤΑ δημιουργούν οργανισμό για τεχνική αξιολόγηση (στο εξής: οργανισμός των ΟΤΑ) δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.   Ο οργανισμός των ΟΤΑ αναλαμβάνει την εκτέλεση τουλάχιστον των ακόλουθων καθηκόντων:

α)

παροχή στην Επιτροπή του σχετικού τεχνικού περιεχομένου που αφορά τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης όταν πρόκειται να πραγματοποιηθεί η ανάπτυξη εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών με βάση τις ίδιες οικογένειες προϊόντων σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2. Οι πληροφορίες αυτές βασίζονται σε στενή συνεργασία με τους σχετικούς ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης·

β)

οργάνωση του συντονισμού των ΟΤΑ και, εάν απαιτείται, εξασφάλιση συνεργασίας και διαβούλευσης με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη·

γ)

εξασφάλιση της ανταλλαγής παραδειγμάτων βέλτιστης πρακτικής μεταξύ των ΟΤΑ με στόχο την προώθηση μεγαλύτερης αποδοτικότητας και την παροχή καλύτερης υπηρεσίας στη βιομηχανία·

δ)

εκπόνηση και έκδοση των εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης·

ε)

συντονισμός της εφαρμογής των διαδικασιών που καθορίζονται στο άρθρο 59 παράγραφος 2, στο άρθρο 60 παράγραφος 2 και στο άρθρο 61 παράγραφος 2, καθώς και παροχή της στήριξης που απαιτείται γι’ αυτόν το σκοπό·

στ)

ενημέρωση της Επιτροπής για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την κατάρτιση των εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης και για οποιεσδήποτε πτυχές σχετίζονται με την ερμηνεία των διαδικασιών που καθορίζονται στο άρθρο 60 παράγραφος 2 και στο άρθρο 61 παράγραφος 2 και υποβολή προτάσεων για βελτιώσεις στην Επιτροπή βάσει της πείρας που έχει αποκτηθεί·

ζ)

διαβίβαση τυχόν παρατηρήσεων σχετικά με ΟΤΑ που δεν εκπληρώνει τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στο άρθρο 60 παράγραφος 2 και στο άρθρο 61 παράγραφος 2 στην Επιτροπή και στο κράτος μέλος που όρισε τον ΟΤΑ·

η)

υποβολή ετήσιας έκθεσης στην Επιτροπή σχετικά με:

i)

την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται ανωτέρω·

ii)

την ανάθεση καθηκόντων ανάπτυξης εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης στους ΟΤΑ·

iii)

την ομοιόμορφη γεωγραφική κατανομή των καθηκόντων μεταξύ των ΟΤΑ·

iv)

τις ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις που εκδίδονται για κάθε έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένης της γεωγραφικής κατανομής των εμπλεκόμενων ΟΤΑ και των κατασκευαστών που λαμβάνουν τα έγγραφα· και

v)

την επίδοση και την ανεξαρτησία των ΟΤΑ· και

θ)

διασφάλιση ότι τα εκδοθέντα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης και οι παραπομπές σε ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις παραμένουν στη διάθεση του κοινού.

Ο οργανισμός των ΟΤΑ συγκροτεί γραμματεία για την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ΟΤΑ συμβάλλουν επαρκώς με οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους στον οργανισμό των ΟΤΑ. Ο οργανισμός των ΟΤΑ καθορίζει τη συνεισφορά κάθε ΟΤΑ, η οποία είναι αναλογική, λαμβάνοντας υπόψη τον ετήσιο προϋπολογισμό ή τον κύκλο εργασιών κάθε ΟΤΑ που σχετίζεται με τις δραστηριότητές του ως ΟΤΑ.

4.   Η βαρύτητα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του οργανισμού των ΟΤΑ δεν εξαρτάται από την οικονομική συνεισφορά των ΟΤΑ, τον αριθμό των εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης που έχουν εκπονήσει ή τον αριθμό των ευρωπαϊκών τεχνικών αξιολογήσεων που έχουν εκδώσει.

5.   Η Επιτροπή καλείται να συμμετέχει σε όλες τις συνεδριάσεις του οργανισμού των ΟΤΑ.

6.   Ενωσιακή χρηματοδότηση μπορεί να χορηγηθεί στον οργανισμό των ΟΤΑ για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Η Επιτροπή μπορεί να εξαρτά τη χρηματοδότηση του οργανισμού των ΟΤΑ, είτε μέσω επιχορηγήσεων ή μέσω δημόσιων διαγωνισμών, από την εκπλήρωση ορισμένων οργανωτικών απαιτήσεων και απαιτήσεων επιδόσεων, όπως ορίζεται σε αυτά τα καθήκοντα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΣΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ

Άρθρο 42

Κοινοποίηση

1.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τους οργανισμούς που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκτελούν καθήκοντα τρίτων μερών στην αξιολόγηση και επαλήθευση των επιδόσεων, στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης και στην επαλήθευση των υπολογισμών περιβαλλοντικής βιωσιμότητας για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις διαδικασίες για την αξιολόγηση και την κοινοποίηση των οργανισμών που εξουσιοδοτούνται για την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων και για την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών, καθώς και για τυχόν αλλαγές των διαδικασιών αυτών. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τις πληροφορίες αυτές.

Άρθρο 43

Κοινοποιούσες αρχές

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν την κοινοποιούσα αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τον καθορισμό και τη διεξαγωγή των διαδικασιών που είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση και την κοινοποίηση των οργανισμών που εξουσιοδοτούνται να εκτελούν καθήκοντα τρίτων μερών στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, καθώς και για την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσής τους με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 46 και 48.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι η αξιολόγηση και η παρακολούθηση στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 πρέπει να διεξάγονται από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και σύμφωνα με αυτόν.

3.   Σε περίπτωση που η κοινοποιούσα αρχή εκχωρήσει ή αναθέσει με άλλον τρόπο την αξιολόγηση, κοινοποίηση ή παρακολούθηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σε οργανισμό που δεν είναι κρατική οντότητα, ο οργανισμός αυτός οφείλει να είναι νομικό πρόσωπο και να συμμορφώνεται, κατ’ αναλογία, προς τις απαιτήσεις του άρθρου 44. Επιπλέον, προβαίνει σε διευθετήσεις ώστε να καλύπτει τις ευθύνες που προκύπτουν από τις δραστηριότητές του.

4.   Η κοινοποιούσα αρχή αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τα καθήκοντα που εκτελεί ο οργανισμός ο οποίος αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3.

Άρθρο 44

Απαιτήσεις σχετικά με τις κοινοποιούσες αρχές

1.   Η κοινοποιούσα αρχή συγκροτείται με τρόπο που δεν συνεπάγεται σύγκρουση συμφερόντων με τους κοινοποιημένους οργανισμούς.

2.   Η κοινοποιούσα αρχή οργανώνεται και λειτουργεί με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία των δραστηριοτήτων της.

3.   Η κοινοποιούσα αρχή οργανώνεται με τρόπο ώστε κάθε απόφαση που αφορά την κοινοποίηση οργανισμού που εξουσιοδοτείται να εκτελεί καθήκοντα τρίτων μερών στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης να λαμβάνεται από αρμόδια πρόσωπα που είναι διαφορετικά από τα πρόσωπα που διενήργησαν την αξιολόγηση.

4.   Η κοινοποιούσα αρχή δεν προσφέρει ούτε παρέχει τυχόν δραστηριότητες τις οποίες εκτελούν οι κοινοποιημένοι οργανισμοί, ούτε υπηρεσίες παροχής συμβουλών σε εμπορική ή ανταγωνιστική βάση.

5.   Η κοινοποιούσα αρχή διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνει. Ωστόσο, κατόπιν αιτήματος, ανταλλάσσει πληροφορίες για τους κοινοποιημένους οργανισμούς με την Επιτροπή, με τις κοινοποιούσες αρχές άλλων κρατών μελών και άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές, που διαφυλάσσουν την εμπιστευτικότητα των λαμβανομένων πληροφοριών.

6.   Η κοινοποιούσα αρχή, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες η κοινοποιούσα αρχή είναι ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης, αξιολογεί μόνο τον συγκεκριμένο οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης που υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης και δεν λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες ή το προσωπικό των μητρικών ή αδελφών εταιρειών. Η κοινοποιούσα αρχή αξιολογεί τον εν λόγω οργανισμό σε σχέση με όλες τις σχετικές απαιτήσεις και τα καθήκοντα αξιολόγησης και επαλήθευσης τρίτων μερών.

7.   Η κοινοποιούσα αρχή διαθέτει επαρκές προσωπικό που διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα, καθώς και επαρκή χρηματοδότηση για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων της.

Άρθρο 45

Συντονισμός των αρχών κοινοποίησης και των οριζουσών αρχών

1.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει τη δημιουργία και λειτουργία του κατάλληλου συντονισμού και συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την πολιτική κοινοποίησης και των αρχών κοινοποίησης και των οριζουσών αρχών με τη μορφή ομάδας συντονισμού των κοινοποιουσών και οριζουσών αρχών στον τομέα των δομικών προϊόντων. Η ομάδα αυτή συνεδριάζει σε τακτική βάση και τουλάχιστον μία φορά ετησίως.

Οι εθνικές αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την πολιτική κοινοποίησης και οι αρχές κοινοποίησης και οι ορίζουσες αρχές δυνάμει του παρόντος κανονισμού συμμετέχουν στις δραστηριότητες της εν λόγω ομάδας.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει τις ειδικές ρυθμίσεις για τη λειτουργία της ομάδας συντονισμού των αρχών κοινοποίησης και των οριζουσών αρχών.

3.   Η Επιτροπή μεριμνά για την οργάνωση τακτικών ανταλλαγών εμπειριών μεταξύ των εθνικών αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την πολιτική κοινοποίησης και των αρχών κοινοποίησης και των οριζουσών αρχών.

Άρθρο 46

Απαιτήσεις σχετικά με τους κοινοποιημένους οργανισμούς

1.   Για τους σκοπούς της κοινοποίησης, ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 2 έως 12.

2.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης συγκροτείται βάσει της εθνικής νομοθεσίας κράτους μέλους και διαθέτει νομική προσωπικότητα.

3.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι ανεξάρτητος από τον οργανισμό ή το προϊόν που αξιολογεί.

Δεν έχει επιχειρηματικούς δεσμούς με οργανισμούς που έχουν συμφέρον από τα προϊόντα τα οποία αξιολογεί, ιδίως με τους κατασκευαστές, τους εμπορικούς εταίρους τους και τους επενδυτές μετόχους τους.

Ωστόσο, ένας οργανισμός που ανήκει σε επιχειρηματική ένωση ή επαγγελματική ομοσπονδία που εκπροσωπεί επιχειρήσεις οι οποίες συμμετέχουν στον σχεδιασμό, την κατασκευή, την παροχή, τη συναρμολόγηση, τη χρήση ή τη συντήρηση προϊόντων τα οποία αξιολογεί, μπορεί να θεωρείται οργανισμός αξιολόγησης, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η ανεξαρτησία του και η απουσία τυχόν σύγκρουσης συμφερόντων. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα του οργανισμού να διεξάγει δραστηριότητες αξιολόγησης και επαλήθευσης οι οποίες αφορούν ανταγωνιζόμενους κατασκευαστές.

4.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη του και το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση καθηκόντων τρίτων μερών στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης δεν μπορούν να είναι ο σχεδιαστής, ο κατασκευαστής, ο προμηθευτής, ο εισαγωγέας, ο διανομέας, ο εγκαταστάτης, ο αγοραστής, ο ιδιοκτήτης, ο χρήστης ή ο συντηρητής των προϊόντων τα οποία αξιολογούν, ούτε ο αντιπρόσωπος οποιουδήποτε από τα μέρη αυτά. Αυτό δεν αποκλείει τη χρήση αξιολογημένων προϊόντων που είναι απαραίτητα για τις λειτουργίες του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή τη χρήση των προϊόντων για προσωπικούς σκοπούς.

Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη του και το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση καθηκόντων τρίτων μερών στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης δεν εμπλέκονται άμεσα στο σχεδιασμό, την παραγωγή ή την κατασκευή, την εμπορία, την εγκατάσταση, τη χρήση ή τη συντήρηση των εν λόγω προϊόντων, ούτε εκπροσωπούν τα μέρη που εμπλέκονται στις δραστηριότητες αυτές. Δεν αναλαμβάνουν καμία δραστηριότητα η οποία μπορεί να θίξει την ανεξαρτησία της κρίσης και την ακεραιότητά τους σε σχέση με τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν κοινοποιηθεί. Αυτό ισχύει ιδίως για τις συμβουλευτικές υπηρεσίες σε σχέση με οικογένειες προϊόντων για τις οποίες έχουν κοινοποιηθεί.

Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης εξασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες της μητρικής εταιρείας ή των αδελφών εταιρειών του, των θυγατρικών ή των υπεργολάβων του δεν επηρεάζουν την εμπιστευτικότητα, την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία των δραστηριοτήτων του αξιολόγησης ή επαλήθευσης.

Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν αναθέτουν σε υπεργολάβο ή σε θυγατρική τη θέσπιση και την εποπτεία εσωτερικών διαδικασιών, γενικών πολιτικών, κωδίκων δεοντολογίας ή άλλων εσωτερικών κανόνων, τον ορισμό μελών του προσωπικού τους για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων και τις αποφάσεις αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

5.   Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης και το προσωπικό τους εκτελούν τα καθήκοντα τρίτων μερών στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης με τον υψηλότερο βαθμό επαγγελματικής ακεραιότητας και την απαιτούμενη τεχνική επάρκεια στον συγκεκριμένο τομέα. Είναι απαλλαγμένοι από κάθε πίεση και προτροπή, ιδίως οικονομική, που θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την κρίση τους ή τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων αξιολόγησης ή επαλήθευσης που διεξάγουν, ιδιαίτερα από πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που έχουν συμφέρον από τα αποτελέσματα των εν λόγω δραστηριοτήτων.

6.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πρέπει να μπορεί να εκτελεί όλα τα καθήκοντα τρίτων μερών στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης τα οποία του ανατίθενται σύμφωνα με το παράρτημα IX και για τα οποία έχει κοινοποιηθεί, ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω καθήκοντα εκτελούνται από τον ίδιο τον οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή εξ ονόματός του και υπό την ευθύνη του.

Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, ανά πάσα στιγμή και για κάθε σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης και για κάθε είδος ή κατηγορία προϊόντων, ουσιωδών χαρακτηριστικών και καθηκόντων για τα οποία έχει κοινοποιηθεί, έχει στη διάθεσή του τα ακόλουθα:

α)

το απαιτούμενο αρμόδιο προσωπικό με τεχνικές γνώσεις και επαρκή και κατάλληλη πείρα για να εκτελεί τα καθήκοντα τρίτων μερών στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης·

β)

τις αναγκαίες περιγραφές των διαδικασιών σύμφωνα με τις οποίες διενεργείται η αξιολόγηση, με διασφάλιση της διαφάνειας και της δυνατότητας αναπαραγωγής των εν λόγω διαδικασιών, και με περιγραφή της επάρκειας στην οποία καταδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο τα σχετικά μέλη του προσωπικού, η θέση και τα καθήκοντά τους αντιστοιχούν στα καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης για τα οποία ο οργανισμός προτίθεται να κοινοποιηθεί·

γ)

τις αναγκαίες κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για τη διάκριση μεταξύ των καθηκόντων τα οποία εκτελεί ως οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης και άλλων δραστηριοτήτων του·

δ)

τις διαδικασίες προκειμένου να ασκεί τις δραστηριότητές του λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος μιας επιχείρησης, τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται, τη δομή της, τον βαθμό πολυπλοκότητας της τεχνολογίας του προϊόντος και τον μαζικό ή εν σειρά χαρακτήρα της παραγωγικής διαδικασίας.

Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης διαθέτει τα αναγκαία μέσα για την εκτέλεση των τεχνικών και διοικητικών καθηκόντων που συνδέονται με τις δραστηριότητες για τις οποίες προτίθεται να κοινοποιηθεί με κατάλληλο τρόπο και έχει πρόσβαση σε όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό ή εγκαταστάσεις.

7.   Το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων για τις οποίες προτίθεται να κοινοποιηθεί ο οργανισμός διαθέτει τα ακόλουθα:

α)

επαρκή τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση, που καλύπτει όλα τα καθήκοντα τρίτων μερών στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης στο σχετικό πεδίο για το οποίο έχει κοινοποιηθεί ο οργανισμός·

β)

επαρκή γνώση των απαιτήσεων των αξιολογήσεων και επαληθεύσεων που διενεργεί και επαρκές κύρος για την εκτέλεση των λειτουργιών αυτών, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων γνώσεων και κατανόησης των εφαρμοστέων εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών, των εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης και των σχετικών διατάξεων του κανονισμού·

γ)

την απαιτούμενη ικανότητα να καταρτίζει τα πιστοποιητικά, τα πρακτικά και τις εκθέσεις που αποδεικνύουν τη διεξαγωγή των αξιολογήσεων και των επαληθεύσεων.

8.   Το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων αξιολόγησης:

α)

απασχολείται από τον οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κοινοποιούντος κράτους μέλους·

β)

δεν έχει άλλη δυνητική σύγκρουση συμφερόντων·

γ)

διαθέτει την επάρκεια για την επαλήθευση των αξιολογήσεων που πραγματοποιούνται από άλλα μέλη του προσωπικού, εξωτερικούς εμπειρογνώμονες ή υπεργολάβους·

δ)

είναι επαρκές σε αριθμό για τη διασφάλιση της συνέχειας των δραστηριοτήτων και της συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά τις αξιολογήσεις συμμόρφωσης·

9.   Εξασφαλίζεται η αμεροληψία του οργανισμού και της ανώτατης διοίκησής του, καθώς και του προσωπικού αξιολόγησης.

Οι αμοιβές των διευθυντικών στελεχών και του προσωπικού αξιολόγησης ενός οργανισμού δεν εξαρτώνται από τον αριθμό των αξιολογήσεων που πραγματοποιούνται ή από τα αποτελέσματά τους.

10.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης συνάπτει ασφάλεια αστικής ευθύνης, εκτός εάν η ευθύνη αυτή καλύπτεται από το κράτος μέλος βάσει του εθνικού δικαίου ή εάν η διενεργούμενη αξιολόγηση ή επαλήθευση πραγματοποιείται υπό την άμεση ευθύνη του κράτους μέλους.

11.   Το προσωπικό του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεσμεύεται να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο για κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με το παράρτημα IX, εξαιρουμένης της σχέσης με τις κοινοποιούσες αρχές και άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγονται οι δραστηριότητες του οργανισμού. Προστατεύονται τα δικαιώματα ιδιοκτησίας.

12.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης συμμετέχει στις σχετικές δραστηριότητες τυποποίησης και στις δραστηριότητες της ομάδας συντονισμού των κοινοποιημένων οργανισμών, η οποία έχει συσταθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ή εξασφαλίζει ότι το προσωπικό αξιολόγησης ενημερώνεται για τις δραστηριότητες αυτές και εφαρμόζει ως γενικές οδηγίες τις διοικητικές αποφάσεις και τα έγγραφα που είναι το αποτέλεσμα των εργασιών της εν λόγω ομάδας.

Άρθρο 47

Τεκμήριο συμμόρφωσης των κοινοποιημένων οργανισμών

Όταν ένας οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης που πρόκειται να εξουσιοδοτηθεί να εκτελεί καθήκοντα τρίτων μερών κατά τη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης αποδεικνύει τη συμμόρφωσή του με τα κριτήρια που καθορίζονται στα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα, των οποίων οι αναφορές έχουν δημοσιευτεί στη Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 5, στα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης, στα προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα για απαιτήσεις προϊόντων, των οποίων οι αναφορές έχουν δημοσιευτεί στη Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 5 ή 6, ή στις κοινές προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 ή μέρη αυτών, τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 46, εφόσον τα εφαρμοστέα έγγραφα καλύπτουν τις εν λόγω απαιτήσεις.

Άρθρο 48

Θυγατρικές και υπεργολάβοι των κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Όταν ένας κοινοποιημένος οργανισμός αναθέτει σε υπεργολάβους συγκεκριμένα καθήκοντα που συνδέονται με τα καθήκοντα τρίτων μερών στη διαδικασία αξιολόγησης και επαλήθευσης ή προσφεύγει σε θυγατρική, διασφαλίζει ότι ο υπεργολάβος ή η θυγατρική πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 46 και ενημερώνει αναλόγως την κοινοποιούσα αρχή.

2.   Ο κοινοποιημένος οργανισμός αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τα καθήκοντα που εκτελούν οι υπεργολάβοι ή οι θυγατρικές, οπουδήποτε και αν είναι εγκατεστημένοι, και παρακολουθεί την επάρκειά τους σε σχέση με τις δικές του δραστηριότητες, όπως περιγράφεται στο άρθρο 46 παράγραφος 6 στοιχείο β).

3.   Οι δραστηριότητες μπορούν να ανατίθενται σε υπεργολάβο ή να διεξάγονται από θυγατρική μόνον εφόσον συμφωνήσει ο πελάτης.

4.   Ο κοινοποιημένος οργανισμός τηρεί στη διάθεση της κοινοποιούσας αρχής τα έγγραφα σχετικά με την αξιολόγηση και παρακολούθηση των προσόντων του υπεργολάβου ή της θυγατρικής και σχετικά με τις εργασίες που διεξήγαγε ο υπεργολάβος ή η θυγατρική βάσει του παραρτήματος IX.

Άρθρο 49

Χρήση εγκαταστάσεων που βρίσκονται εκτός εργαστηρίου δοκιμών του κοινοποιημένου οργανισμού

1.   Κατόπιν αιτήματος του κατασκευαστή και όταν δικαιολογείται από τεχνικούς, οικονομικούς ή οργανωτικούς λόγους που σχετίζονται με τη φύση του προϊόντος ή του εξοπλισμού δοκιμών, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί μπορούν να αποφασίσουν να διενεργήσουν τις δοκιμές που αναφέρονται στο παράρτημα IX, για τα συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης 1+, 1 και 3, ή να μεριμνήσουν ώστε οι εν λόγω δοκιμές να διενεργηθούν υπό την εποπτεία τους, είτε στις μονάδες παραγωγής με χρήση του εξοπλισμού δοκιμών του εσωτερικού εργαστηρίου του κατασκευαστή είτε, αφού προηγουμένως συναινέσει ο κατασκευαστής, σε εξωτερικό εργαστήριο, με χρήση του εξοπλισμού δοκιμών του εν λόγω εργαστηρίου.

Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί που διενεργούν τις δοκιμές αυτές ορίζονται ειδικά ως αρμόδιοι να εργάζονται εκτός των δικών τους εγκαταστάσεων και, στο πλαίσιο αυτό, συμμορφώνονται επίσης με τις απαιτήσεις του άρθρου 46.

2.   Πριν από τη διενέργεια των δοκιμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί επαληθεύουν αν πληρούνται οι απαιτήσεις της μεθόδου δοκιμής και αξιολογούν αν:

α)

ο εξοπλισμός δοκιμών διαθέτει κατάλληλο σύστημα βαθμονόμησης και διασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα των μετρήσεων· και

β)

διασφαλίζεται η ποιότητα των αποτελεσμάτων των δοκιμών.

Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί αναλαμβάνουν πλήρως την ευθύνη για τις δοκιμές στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένης της ακρίβειας και της ιχνηλασιμότητας της βαθμονόμησης και των μετρήσεων, καθώς και για την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων των δοκιμών.

Άρθρο 50

Αίτηση κοινοποίησης

1.   Για να εξουσιοδοτηθεί να εκτελεί καθήκοντα τρίτων μερών στα συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης, ο οργανισμός υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης στην κοινοποιούσα αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος.

2.   Η αίτηση συνοδεύεται από περιγραφή των δραστηριοτήτων που πρέπει να εκτελεστούν, των διαδικασιών αξιολόγησης και επαλήθευσης για τις οποίες ο οργανισμός ισχυρίζεται ότι διαθέτει την επάρκεια, την περιγραφή της επάρκειας που αναφέρεται στο άρθρο 46 παράγραφος 6 στοιχείο β), καθώς και από πιστοποιητικό διαπίστευσης, όταν υπάρχει, το οποίο εκδίδεται από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, και με το οποίο πιστοποιείται ότι ο οργανισμός πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 46. Το πιστοποιητικό διαπίστευσης αφορά μόνο το ακριβές νομικό πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης και βασίζεται, επιπλέον των σχετικών εναρμονισμένων προτύπων, στις ειδικές απαιτήσεις και καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

3.   Αν ο συγκεκριμένος οργανισμός δεν μπορεί να προσκομίσει πιστοποιητικό διαπίστευσης, προσκομίζει στην κοινοποιούσα αρχή όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που είναι αναγκαία για την επαλήθευση, την αναγνώριση και την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσής του με τις απαιτήσεις του άρθρου 46.

Άρθρο 51

Διαδικασία κοινοποίησης

1.   Οι κοινοποιούσες αρχές μπορούν να κοινοποιούν μόνο τους οργανισμούς που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 46.

2.   Οι κοινοποιούσες αρχές πραγματοποιούν την κοινοποίηση στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη μέσω του ηλεκτρονικού μέσου κοινοποίησης που έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται η Επιτροπή.

Κατ’ εξαίρεση, για περιπτώσεις που αφορούν ομαδοποιήσεις ουσιωδών χαρακτηριστικών που ορίζονται στο παράρτημα X, για τις οποίες δεν είναι διαθέσιμο το κατάλληλο ηλεκτρονικό εργαλείο, γίνεται δεκτή κοινοποίηση σε άλλη ηλεκτρονική μορφή.

3.   Η κοινοποίηση περιλαμβάνει πλήρεις λεπτομέρειες των λειτουργιών που πρέπει να εκτελεστούν, παραπομπή στη σχετική εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή στο σχετικό έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης και, για τους σκοπούς του συστήματος που καθορίζεται στο παράρτημα IX, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά για τα οποία είναι αρμόδιος ο οργανισμός, καθώς και τη σχετική πιστοποίηση της αρμοδιότητας.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις του παραρτήματος X δεν απαιτείται παραπομπή στη σχετική εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή στο σχετικό έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης όσο αφορά την ομαδοποίηση των ουσιωδών χαρακτηριστικών.

4.   Όταν η κοινοποίηση δεν βασίζεται στο πιστοποιητικό διαπίστευσης που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 2, η κοινοποιούσα αρχή παρέχει στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που πιστοποιούν την επάρκεια του οργανισμού και τις υφιστάμενες ρυθμίσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αυτός ο οργανισμός θα παρακολουθείται τακτικά και θα συνεχίσει να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 46.

5.   Ο εν λόγω οργανισμός μπορεί να εκτελεί τις δραστηριότητες κοινοποιημένου οργανισμού εάν δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από την Επιτροπή ή τα άλλα κράτη μέλη εντός 2 εβδομάδων από την κοινοποίηση όταν χρησιμοποιείται πιστοποιητικό διαπίστευσης, ή εντός 2 μηνών από την κοινοποίηση όταν δεν χρησιμοποιείται πιστοποιητικό διαπίστευσης.

Μόνο ένας τέτοιος οργανισμός θεωρείται κοινοποιημένος οργανισμός για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

6.   Οι έγκυρες κοινοποιήσεις περιλαμβάνονται από την Επιτροπή στον κατάλογο των κοινοποιημένων οργανισμών που αναφέρεται στο άρθρο 52 παράγραφος 2.

7.   Τυχόν επακόλουθες σχετικές αλλαγές στην κοινοποίηση κοινοποιούνται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη.

Άρθρο 52

Αριθμοί μητρώου και κατάλογοι κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Η Επιτροπή χορηγεί αριθμό μητρώου σε κάθε κοινοποιημένο οργανισμό.

Χορηγεί έναν και μόνο αριθμό, ακόμη και αν ο οργανισμός είναι κοινοποιημένος βάσει διαφόρων πράξεων της Ένωσης.

2.   Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τον κατάλογο των οργανισμών που κοινοποιούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των αριθμών μητρώου που τους έχουν χορηγηθεί και των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχουν κοινοποιηθεί.

Η Επιτροπή μεριμνά για την ενημέρωση αυτού του καταλόγου.

Άρθρο 53

Αλλαγές στην κοινοποίηση

1.   Όταν η κοινοποιούσα αρχή διαπιστώνει ή πληροφορείται ότι ένας κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 46 ή ότι δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, η κοινοποιούσα αρχή περιορίζει, αναστέλλει ή ανακαλεί την κοινοποίηση, κατά περίπτωση, ανάλογα με τη σοβαρότητα της μη τήρησης των εν λόγω απαιτήσεων ή της μη εκπλήρωσης των εν λόγω υποχρεώσεων. Ενημερώνει αμέσως σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.

2.   Στην περίπτωση περιορισμού, αναστολής ή ανάκλησης της κοινοποίησης ή όταν ο κοινοποιημένος οργανισμός παύσει τη δραστηριότητά του, το κοινοποιούν κράτος μέλος προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για να εξασφαλίσει ότι τα αρχεία του εν λόγω οργανισμού είτε τα χειρίζεται άλλος κοινοποιημένος οργανισμός είτε παραμένουν διαθέσιμα στις αρμόδιες εθνικές αρχές κοινοποίησης, κατόπιν αιτήματός τους.

Άρθρο 54

Αμφισβήτηση της επάρκειας των κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Η Επιτροπή ερευνά όλες τις περιπτώσεις για τις οποίες έχει αμφιβολίες ή έχουν περιέλθει σε γνώση της αμφιβολίες όσον αφορά την επάρκεια κοινοποιημένου οργανισμού ή την ικανότητα συνεχούς εκπλήρωσης από κοινοποιημένο οργανισμό των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων που υπέχει.

2.   Το κοινοποιούν κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος, όλες τις πληροφορίες σχετικά με την αιτιολόγηση της κοινοποίησης ή τη διατήρηση της επάρκειας του εν λόγω οργανισμού.

3.   Η Επιτροπή διασφαλίζει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα όλων των ευαίσθητων πληροφοριών που λαμβάνει στο πλαίσιο των ερευνών της.

4.   Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί ή παύει να πληροί τις απαιτήσεις κοινοποίησής του, ενημερώνει το κοινοποιούν κράτος μέλος σχετικά και ζητεί από το τελευταίο να λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της απόσυρσης της κοινοποίησης, εφόσον είναι αναγκαίο.

Άρθρο 55

Λειτουργικές υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί διενεργούν, σύμφωνα με το παράρτημα IX, τις ακόλουθες αξιολογήσεις και επαληθεύσεις:

α)

αξιολογούν τις επιδόσεις και τη συμμόρφωση των προϊόντων·

β)

επαληθεύουν τη συμμόρφωση των προϊόντων·

γ)

επαληθεύουν τη σταθερότητα των επιδόσεων των προϊόντων·

δ)

επικυρώνουν τους υπολογισμούς περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που πραγματοποιεί ο κατασκευαστής·

ε)

επαληθεύουν τη συμμόρφωση του κατασκευαστή με τις υποχρεώσεις του παρόντος κανονισμού.

Τα καθήκοντα αυτά αναφέρονται στο εξής ως «αξιολογήσεις και επαληθεύσεις».

2.   Οι αξιολογήσεις και οι επαληθεύσεις διενεργούνται με διαφάνεια όσον αφορά τον κατασκευαστή και με αναλογικό τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η περιττή επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί ασκούν τις δραστηριότητές τους λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το μέγεθος της επιχείρησης, τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η επιχείρηση, τη δομή της, τον βαθμό πολυπλοκότητας της τεχνολογίας του προϊόντος και τον μαζικό ή εν σειρά χαρακτήρα της διαδικασίας παραγωγής.

Κατά την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί τηρούν, σε κάθε περίπτωση, τον βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται για το προϊόν βάσει του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν υπόψη τον ρόλο που διαδραματίζει το προϊόν στην εκπλήρωση όλων των βασικών απαιτήσεων για τα δομικά έργα.

3.   Όταν, κατά τη διάρκεια της αρχικής επιθεώρησης της μονάδας παραγωγής και του ελέγχου παραγωγής στο εργοστάσιο, ο κοινοποιημένος οργανισμός διαπιστώνει ότι ο κατασκευαστής δεν έχει εξασφαλίσει τη σταθερότητα των επιδόσεων και τη συμμόρφωση του κατασκευαζόμενου προϊόντος, απαιτεί από τον κατασκευαστή να λάβει κατάλληλα διορθωτικά μέτρα και δεν εκδίδει πιστοποιητικό ή έκθεση επικύρωσης.

4.   Όταν, κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης που έχει ως στόχο την επαλήθευση της συμμόρφωσης και της σταθερότητας των επιδόσεων του κατασκευαζόμενου προϊόντος, ο κοινοποιημένος οργανισμός διαπιστώνει ότι ένα προϊόν δεν έχει πλέον τις ίδιες επιδόσεις με τις επιδόσεις του τύπου του προϊόντος, απαιτεί από τον κατασκευαστή να λάβει κατάλληλα διορθωτικά μέτρα και αναστέλλει ή ανακαλεί το πιστοποιητικό του ή την έκθεση επικύρωσης, εφόσον απαιτείται.

5.   Εάν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα ή εάν αυτά δεν έχουν το απαιτούμενο αποτέλεσμα, ο κοινοποιημένος οργανισμός περιορίζει, αναστέλλει ή ανακαλεί τυχόν πιστοποιητικά ή εκθέσεις επικύρωσης, κατά περίπτωση.

6.   Όταν λαμβάνουν αποφάσεις αξιολόγησης, μεταξύ άλλων σχετικά με την ανάγκη αναστολής ή ανάκλησης πιστοποιητικού ή έκθεσης επικύρωσης λόγω πιθανών περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί εφαρμόζουν σαφή και προκαθορισμένα κριτήρια.

7.   Κατόπιν σχετικού αιτήματος κατασκευαστή ή παρόχου, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί συνεργάζονται και ανταλλάσσουν όλες τις σχετικές πληροφορίες με κοινοποιημένους οργανισμούς που έχουν αναγνωρίσει τις αξιολογήσεις και τις επαληθεύσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 62. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί συνάπτουν συμφωνία για τον σκοπό αυτό.

Άρθρο 56

Υποχρεώσεις ενημέρωσης των κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί ενημερώνουν την κοινοποιούσα αρχή για τα ακόλουθα:

α)

τυχόν άρνηση, περιορισμό, αναστολή ή ανάκληση πιστοποιητικών, εκθέσεων επικύρωσης ή εκθέσεων δοκιμών·

β)

καταστάσεις που επηρεάζουν το πεδίο εφαρμογής και τους όρους της κοινοποίησης·

γ)

τυχόν αίτημα παροχής πληροφοριών σχετικά με εκτελούμενες δραστηριότητες αξιολόγησης ή επαλήθευσης το οποίο έχουν λάβει από τις αρμόδιες εθνικές αρχές· και

δ)

εφόσον τους ζητηθεί, τα καθήκοντα τρίτων μερών, σύμφωνα με τα συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης, τα οποία εκτελούν εντός του πεδίου της κοινοποίησής τους, και τυχόν άλλες εκτελούμενες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών δραστηριοτήτων και των υπεργολαβικών αναθέσεων.

2.   Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί παρέχουν στους άλλους οργανισμούς που κοινοποιούνται βάσει του παρόντος κανονισμού και οι οποίοι εκτελούν παρόμοια καθήκοντα τρίτων μερών σύμφωνα με τα συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης και για προϊόντα που καλύπτονται από την ίδια εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή το ίδιο έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης με τις σχετικές πληροφορίες για θέματα που αφορούν τα αρνητικά αποτελέσματα των εν λόγω αξιολογήσεων και επαληθεύσεων, ιδίως σχετικά με τυχόν άρνηση, περιορισμό, αναστολή ή ανάκληση πιστοποιητικών, εκθέσεων επικύρωσης ή εκθέσεων δοκιμών και, κατόπιν αιτήματος, θετικών αποτελεσμάτων των εν λόγω αξιολογήσεων.

Ο κοινοποιημένος οργανισμός, κατόπιν αιτήματος άλλου κοινοποιημένου οργανισμού, αρμόδιας εθνικής αρχής ή της Επιτροπής ενημερώνει το αιτούν μέρος αν τα πιστοποιητικά, οι εκθέσεις επικύρωσης ή οι εκθέσεις δοκιμών που έχει εκδώσει είναι έγκυρα, υπόκεινται σε περιορισμούς, έχουν ανασταλεί ή ανακληθεί.

3.   Όταν η Επιτροπή ή η αρμόδια εθνική αρχή κράτους μέλους υποβάλλει αίτημα σε κοινοποιημένο οργανισμό εγκατεστημένο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους σχετικά με αξιολόγηση που πραγματοποίησε ο εν λόγω κοινοποιημένος οργανισμός, διαβιβάζει αντίγραφο του αιτήματος στην κοινοποιούσα αρχή του εν λόγω κράτους μέλους. Ο οικείος κοινοποιημένος οργανισμός απαντά στο αίτημα αυτό χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 15 ημερών. Η κοινοποιούσα αρχή μεριμνά ώστε ο κοινοποιημένος οργανισμός να διεκπεραιώνει τα αιτήματα αυτά, εκτός εάν υπάρχει θεμιτός λόγος να μην το πράξει.

4.   Όταν οι κοινοποιημένοι οργανισμοί διαθέτουν ή λαμβάνουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι:

α)

άλλος κοινοποιημένος οργανισμός δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 46 ή με τις υποχρεώσεις του·

β)

προϊόν που έχει διατεθεί στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό·

γ)

προϊόν που έχει διατεθεί στην αγορά είναι πιθανό, λόγω της φυσικής του κατάστασης, να προκαλέσει σοβαρό κίνδυνο,

προειδοποιούν και κοινοποιούν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία στη σχετική αρχή εποπτείας της αγοράς ή στην κοινοποιούσα αρχή, κατά περίπτωση.

Άρθρο 57

Εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τις υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών

Όταν απαιτείται για τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και όταν η ομάδα συντονισμού των αρχών κοινοποίησης και των οριζουσών αρχών δεν μπόρεσε να επιλύσει διαφορά σχετικά με τις αποκλίνουσες πρακτικές τους, σύμφωνα με το άρθρο 45, και μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την πρόληψη του κατακερματισμού της εσωτερικής αγοράς για τους οικονομικούς φορείς, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που παρέχουν λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των υποχρεώσεων των κοινοποιημένων οργανισμών που περιλαμβάνονται στα άρθρα 55 και 56.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 3.

Άρθρο 58

Συντονισμός των κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι μεταξύ των οργανισμών που κοινοποιούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού θεσμοθετείται κατάλληλος συντονισμός και συνεργασία και ότι αυτά λειτουργούν σωστά με τη μορφή ομάδας κοινοποιημένων οργανισμών.

Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί συμμετέχουν στις εργασίες της εν λόγω ομάδας, άμεσα ή μέσω διορισμένων εκπροσώπων. Οι κοινοποιούσες αρχές διασφαλίζουν ότι οι κοινοποιημένοι φορείς συμμετέχουν στις εργασίες αυτής της ομάδας.

2.   Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί εφαρμόζουν ως γενικές οδηγίες κάθε σχετικό έγγραφο που καταρτίζεται ως αποτέλεσμα των εργασιών των ομάδων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Ο συντονισμός και η συνεργασία στο πλαίσιο των ομάδων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αποσκοπούν στη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Άρθρο 59

Αντικατάσταση της δοκιμής τύπου και του υπολογισμού τύπου

1.   Ο κατασκευαστής μπορεί να αντικαταστήσει τη δοκιμή τύπου ή τον υπολογισμό τύπου με συγκεκριμένο τμήμα της τεχνικής τεκμηρίωσης που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3, που αποδεικνύει ότι:

α)

για ένα ή περισσότερα ουσιώδη χαρακτηριστικά του προϊόντος, που διαθέτει στην αγορά ο κατασκευαστής, το εν λόγω προϊόν έχει επιτύχει ορισμένο επίπεδο ή κατηγορία επιδόσεων χωρίς δοκιμή ή υπολογισμό, ή χωρίς περαιτέρω δοκιμή ή υπολογισμό, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις του άρθρου 5 παράγραφος 6· ή

β)

το προϊόν που καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή από έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης και το οποίο ο κατασκευαστής διαθέτει στην αγορά αποτελεί σύστημα που αποτελείται από συστατικά μέρη τα οποία συναρμολογεί ο κατασκευαστής ακολουθώντας ακριβείς οδηγίες, συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων συμβατότητας στην περίπτωση μεμονωμένων συστατικών μερών, που παρέχει ο πάροχος του εν λόγω συστήματος ή συστατικού μέρους αυτού, ο οποίος έχει ήδη ελέγξει το εν λόγω σύστημα ή συστατικό μέρος ως προς ένα ή περισσότερα από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, σύμφωνα με τη σχετική εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης. Όταν πληρούνται οι όροι αυτοί και όταν ο κατασκευαστής έχει επαληθεύσει ιδίως ότι πληρούνται τα ακριβή κριτήρια συμβατότητας του παρόχου, ο κατασκευαστής δικαιούται να δηλώσει τις επιδόσεις που αντιστοιχούν στο σύνολο ή σε μέρος των αποτελεσμάτων των δοκιμών για το σύστημα ή το συστατικό μέρος που του παρασχέθηκε·

γ)

το προϊόν, το οποίο καλύπτεται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή από ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση και το οποίο διαθέτει ο κατασκευαστής στην αγορά, αντιστοιχεί σε τύπο προϊόντος που κατασκευάζεται από άλλον κατασκευαστή και υπόκειται ήδη σε δοκιμή τύπου ή σε υπολογισμό τύπου.

Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του στοιχείου γ), ο κατασκευαστής μπορεί να δηλώσει τις επιδόσεις που αντιστοιχούν στο σύνολο ή σε μέρος των αποτελεσμάτων αυτού του άλλου προϊόντος. Ο κατασκευαστής εφαρμόζει την απλούστευση αυτή μόνον αφού λάβει έγκριση από τον άλλο κατασκευαστή, ο οποίος παραμένει υπεύθυνος για την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τη σταθερότητα των εν λόγω αποτελεσμάτων δοκιμών.

2.   Εάν το εφαρμοστέο σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης περιλαμβάνει αξιολόγηση των επιδόσεων από κοινοποιημένο οργανισμό όπως ορίζεται στο παράρτημα IX, ο κοινοποιημένος οργανισμός ή ο ΟΤΑ, αντί της αξιολόγησης των επιδόσεων του προϊόντος που ορίζεται στο παράρτημα IX, αξιολογεί και πιστοποιεί την ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 60

Χρήση απλουστευμένων διαδικασιών από πολύ μικρές επιχειρήσεις

1.   Μια πολύ μικρή επιχείρηση μπορεί να αντικαταστήσει τη δοκιμή τύπου ή τον υπολογισμό τύπου για ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό στο πλαίσιο του συστήματος αξιολόγησης και επαλήθευσης 3 που ορίζεται στο σημείο 5 του παραρτήματος IX με ειδικό τμήμα της τεχνικής τεκμηρίωσης που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3, παρέχοντας δεδομένα ισοδύναμα με την αξιολόγηση που απαιτείται για αυτό το ουσιώδες χαρακτηριστικό σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

2.   Ο κοινοποιημένος οργανισμός ή ο ΟΤΑ, αντί της αξιολόγησης των επιδόσεων του προϊόντος που ορίζεται στο παράρτημα IX, αξιολογεί και πιστοποιεί την ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 61

Προϊόντα που κατασκευάζονται επί παραγγελία σε εκτός σειράς διαδικασία

1.   Ως εναλλακτική λύση στην εξαίρεση του άρθρου 14 στοιχείο α), ο κατασκευαστής προϊόντος που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 14 στοιχείο α) μπορεί να αντικαταστήσει την αξιολόγηση των επιδόσεων του προϊόντος με ειδικό τμήμα της τεχνικής τεκμηρίωσης που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3, το οποίο αποδεικνύει τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις και παρέχει δεδομένα ισοδύναμα με τα δεδομένα που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό και τις εφαρμοστέες εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

2.   Εάν το εφαρμοστέο σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης περιλαμβάνει αξιολόγηση των επιδόσεων από κοινοποιημένο οργανισμό όπως ορίζεται στο παράρτημα IX, ο κοινοποιημένος οργανισμός ή ο ΟΤΑ, αντί της αξιολόγησης των επιδόσεων του προϊόντος που ορίζεται στο παράρτημα IX, αξιολογεί και πιστοποιεί την ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 62

Αναγνώριση της αξιολόγησης και της επαλήθευσης από άλλον κοινοποιημένο οργανισμό

1.   Όταν κοινοποιημένος οργανισμός πρόκειται να αξιολογήσει και να επαληθεύσει ένα συγκεκριμένο προϊόν σύμφωνα με το παράρτημα IX, μπορεί να απέχει από την αξιολόγηση και την επαλήθευση και να αναγνωρίσει την αξιολόγηση και επαλήθευση που έχει πραγματοποιήσει άλλος κοινοποιημένος οργανισμός για τον ίδιο οικονομικό φορέα, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το προϊόν έχει αξιολογηθεί ορθά και επαληθευτεί από τον άλλο κοινοποιημένο οργανισμό·

β)

ο οικονομικός φορέας που υποβλήθηκε στην αξιολόγηση ή την επαλήθευση συμφωνεί να κοινοποιήσει όλα τα σχετικά δεδομένα και έγγραφα στον κοινοποιημένο οργανισμό αναγνώρισης· και

γ)

η ισχύς του πιστοποιητικού περιορίζεται στην ισχύ του πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί από τον άλλο κοινοποιημένο οργανισμό.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται επίσης στις εκθέσεις επικύρωσης και στις αξιολογήσεις του υπολογισμού της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που πραγματοποιούνται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781.

2.   Όταν κοινοποιημένος οργανισμός πρόκειται να αξιολογήσει και να επαληθεύσει ένα συγκεκριμένο προϊόν σύμφωνα με το παράρτημα IX, μπορεί να απέχει από την αξιολόγηση και την επαλήθευση των μερών ή των υλικών του και να αναγνωρίσει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και της επαλήθευσης από άλλον κοινοποιημένο οργανισμό, εάν ο πάροχος των εν λόγω μερών ή υλικών εφάρμοσε σε αυτά το απαιτούμενο σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης και υπάρχει συμφωνία μεταξύ του κατασκευαστή του προϊόντος και του παρόχου η οποία εξασφαλίζει την ελεύθερη ροή όλων των πληροφοριών μεταξύ αυτών και των κοινοποιημένων οργανισμών με σκοπό τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται επίσης στις αξιολογήσεις του υπολογισμού της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που πραγματοποιούνται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 63

Πύλη καταγγελιών

1.   Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των οικονομικών φορέων δυνάμει του παρόντος κανονισμού και των δραστηριοτήτων των αρχών εποπτείας της αγοράς δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, η Επιτροπή θεσπίζει σύστημα που επιτρέπει σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να κοινοποιεί καταγγελίες ή εκθέσεις σχετικά με πιθανές περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Όταν η Επιτροπή θεωρεί μια καταγγελία ή έκθεση σχετική και τεκμηριωμένη βάσει σαφώς καθορισμένων κριτηρίων, διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την εν λόγω καταγγελία ή έκθεση στο ενιαίο σημείο επαφής του οικείου κράτους μέλους ώστε το εν λόγω ενιαίο σημείο επαφής να παρακολουθήσει την εξέλιξη με το σχετικό φυσικό ή νομικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 7 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.

Άρθρο 64

Αρχές εποπτείας της αγοράς και ενιαία σημεία επαφής

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν, μεταξύ των οικείων αρχών εποπτείας της αγοράς, μία ή περισσότερες αρχές οι οποίες διαθέτουν τις ιδιαίτερες γνώσεις που απαιτούνται για την αξιολόγηση των προϊόντων τόσο από τεχνική όσο και από νομική άποψη.

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν ενιαίο σημείο επαφής που λειτουργεί ως σημείο επαφής για τις επαφές με την Επιτροπή και τα ενιαία σημεία επαφής άλλων κρατών μελών που είναι αρμόδια δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων σύμφωνα με τα άρθρα 22, 23 και 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.

3.   Οι αρχές εποπτείας της αγοράς που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαθέτουν όλες τις εξουσίες που απαριθμούνται στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι εξουσίες αυτές εφαρμόζονται και σε όλους τους οικονομικούς φορείς που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

4.   Για τους σκοπούς της εποπτείας της αγοράς, της έρευνας και της επιβολής της νομοθεσίας, οι αρχές εποπτείας της αγοράς έχουν την εξουσία να ζητούν από άλλες αρχές ή φορείς σχετικές πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους.

Άρθρο 65

Διαδικασία για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης

1.   Όταν μια αρχή εποπτείας της αγοράς ενός κράτους μέλους έχει επαρκείς λόγους να πιστεύει ότι ορισμένα προϊόντα που καλύπτονται από εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή για δομικά προϊόντα ή για τα οποία έχει εκδοθεί ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση είναι μη συμμορφούμενα, ή ότι ο κατασκευαστής τους είναι μη συμμορφούμενος, διενεργεί αξιολόγηση για τα εν λόγω προϊόντα και τον οικείο κατασκευαστή η οποία καλύπτει τις αντίστοιχες απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Οι σχετικοί οικονομικοί φορείς συνεργάζονται, όπως απαιτείται, με τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

Εάν, κατά την εν λόγω αξιολόγηση, η αρχή εποπτείας της αγοράς διαπιστώσει ότι τα προϊόντα ή ο κατασκευαστής τους δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ζητεί αμελλητί από τους σχετικούς οικονομικούς φορείς να λάβουν τα αναγκαία και αναλογικά διορθωτικά μέτρα όπως προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, να δώσουν τέλος στη μη συμμόρφωση ή, εάν αυτό είναι δυνατόν, να αποσύρουν τα προϊόντα από την αγορά ή να τα ανακαλέσουν, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ανάλογου προς τη φύση της μη συμμόρφωσης.

Η αρχή εποπτείας της αγοράς ενημερώνει σχετικά τους κοινοποιημένους οργανισμούς, εφόσον εμπλέκονται κοινοποιημένοι οργανισμοί.

2.   Όταν η αρχή εποπτείας της αγοράς θεωρεί ότι η μη συμμόρφωση δεν περιορίζεται στην εθνική της επικράτεια, ενημερώνει, μέσω του ενιαίου σημείου επαφής, την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και τα μέτρα που ζήτησε να λάβει ο οικονομικός φορέας.

3.   Ο οικονομικός φορέας εξασφαλίζει ότι λαμβάνονται όλα τα ενδεικνυόμενα διορθωτικά μέτρα για όλα τα σχετικά προϊόντα που έχει καταστήσει διαθέσιμα στην αγορά σε ολόκληρη την Ένωση.

4.   Εάν ο σχετικός οικονομικός φορέας, εντός του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, δεν λάβει τα διορθωτικά μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο ή εάν η μη συμμόρφωση εξακολουθεί να υφίσταται, η αρχή εποπτείας της αγοράς διασφαλίζει ότι το σχετικό προϊόν αποσύρεται ή ανακαλείται ή ότι απαγορεύεται ή περιορίζεται η διαθεσιμότητά του στην αγορά.

Η αρχή εποπτείας της αγοράς ενημερώνει αμελλητί το κοινό και, μέσω του ενιαίου σημείου επαφής, την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τα μέτρα αυτά.

5.   Στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 δεύτερο εδάφιο περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, ιδίως τα στοιχεία που απαιτούνται για την ταυτοποίηση των μη συμμορφούμενων προϊόντων, η προέλευση τους, η φύση της εικαζόμενης μη συμμόρφωσης και του σχετικού κινδύνου, η φύση και η διάρκεια των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν, καθώς και τα επιχειρήματα που προέβαλε ο σχετικός οικονομικός φορέας. Ειδικότερα, οι αρχές εποπτείας της αγοράς προσδιορίζουν αν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε οποιονδήποτε από τους παρακάτω λόγους:

α)

τα προϊόντα δεν ανταποκρίνονται στις δηλωθείσες επιδόσεις·

β)

τα προϊόντα δεν πληρούν τις απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1·

γ)

ο κατασκευαστής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του·

δ)

ελλείψεις στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, σε έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης, στα προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα για τις απαιτήσεις για τα προϊόντα, των οποίων οι αναφορές έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 5 ή 6, ή στις κοινές προδιαγραφές που θεσπίζονται με εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1.

6.   Τα κράτη μέλη, πλην του κράτους μέλους που κίνησε τη διαδικασία, ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τα μέτρα που έλαβαν και παρέχουν τυχόν άλλες πρόσθετες πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους όσον αφορά τη μη συμμόρφωση των εν λόγω προϊόντων, και, σε περίπτωση διαφωνίας με κοινοποιηθέν εθνικό μέτρο, για τις τυχόν αντιρρήσεις τους.

7.   Εάν, εντός δύο μηνών από τη λήψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από κράτος μέλος ή από την Επιτροπή σε σχέση με προσωρινό μέτρο που έχει λάβει ένα κράτος μέλος για το συγκεκριμένο προϊόν, το μέτρο αυτό θεωρείται δικαιολογημένο.

8.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται αμελλητί τα κατάλληλα περιοριστικά μέτρα για το οικείο προϊόν ή τον οικείο κατασκευαστή, όπως απόσυρση του προϊόντος από την αγορά.

Άρθρο 66

Ενωσιακή διαδικασία διασφάλισης

1.   Όταν, κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας του άρθρου 65 παράγραφοι 4, 6 και 7 διατυπώνονται αντιρρήσεις κατά μέτρου που έχει λάβει κράτος μέλος ή όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα εθνικό μέτρο είναι αντίθετο προς την ενωσιακή νομοθεσία, η Επιτροπή διαβουλεύεται αμελλητί με τα κράτη μέλη και τον σχετικό οικονομικό φορέα και διενεργεί αξιολόγηση του εθνικού μέτρου. Οι διαβουλεύσεις δεν υπερβαίνουν τους δύο μήνες. Με βάση τα αποτελέσματα της εν λόγω αξιολόγησης, η Επιτροπή επιδιώκει να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις, εντός δύο επιπλέον μηνών από τη λήξη της περιόδου διαβούλευσης, καθορίζοντας την απόφασή της σχετικά με το κατά πόσον το μέτρο είναι δικαιολογημένο ή όχι.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 90 παράγραφος 2.

Η Επιτροπή απευθύνει την απόφασή της σε όλα τα κράτη μέλη και την ανακοινώνει αμέσως σε αυτά και στον σχετικό οικονομικό φορέα.

2.   Εάν το εθνικό μέτρο θεωρηθεί δικαιολογημένο, όλα τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, χωρίς καθυστέρηση, ότι λαμβάνονται κατάλληλα περιοριστικά μέτρα, όπως η απόσυρση, για το μη συμμορφούμενο προϊόν και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή. Εάν το εθνικό μέτρο δεν θεωρηθεί δικαιολογημένο, τότε το κράτος μέλος ανακαλεί το μέτρο.

3.   Όταν το εθνικό μέτρο θεωρείται δικαιολογημένο και η μη συμμόρφωση του προϊόντος ή του κατασκευαστή του αποδοθεί σε ελλείψεις των εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών, των εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης, των προαιρετικών εναρμονισμένων προτύπων ή των κοινών προδιαγραφών που θεσπίζονται με εκτελεστικές πράξεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 5 στοιχείο δ), η Επιτροπή εφαρμόζει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 9, στο άρθρο 6 παράγραφος 5, στο άρθρο 7 παράγραφος 6 ή στο άρθρο 36 του παρόντος κανονισμού ή στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012, κατά περίπτωση.

Άρθρο 67

Συμμορφούμενα προϊόντα τα οποία, παρά τη συμμόρφωση, παρουσιάζουν κίνδυνο

1.   Όταν μια αρχή εποπτείας της αγοράς διαπιστώνει, αφού έχει διενεργήσει αξιολόγηση βάσει του άρθρου 65 παράγραφος 1, ότι ένα προϊόν, μολονότι συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, παρουσιάζει κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή ασφάλεια ή, κατά περίπτωση, για το περιβάλλον ή για άλλες πτυχές προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, απαιτεί από τους σχετικούς οικονομικούς φορείς να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα, κατά τη διάθεσή τους στην αγορά, δεν παρουσιάζουν πλέον τον εν λόγω κίνδυνο, για να αποσύρουν το προϊόντα από την αγορά ή να τα ανακαλέσουν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που αυτή ορίζει, ανάλογα με τη φύση του κινδύνου.

2.   Ο οικονομικός φορέας διασφαλίζει ότι λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα για όλα τα οικεία προϊόντα που ο εν λόγω οικονομικός φορέας έχει καταστήσει διαθέσιμα στην αγορά σε ολόκληρη την Ένωση.

3.   Η αρχή εποπτείας της αγοράς ενημερώνει αμέσως, μέσω του ενιαίου σημείου επαφής, την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, ιδίως τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ταυτοποίηση του προϊόντος, την προέλευση του και την αλυσίδα εφοδιασμού του προϊόντος, τη φύση του σχετικού κινδύνου, καθώς και τη φύση και τη διάρκεια των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν.

4.   Η Επιτροπή διαβουλεύεται αμελλητί με τα κράτη μέλη και τους σχετικούς οικονομικούς φορείς και διενεργεί αξιολόγηση των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν. Βάσει των αποτελεσμάτων αυτής της αξιολόγησης η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη στην οποία καθορίζει την απόφασή της αν το μέτρο είναι δικαιολογημένο ή όχι και, εάν χρειάζεται, διατάσσει τη λήψη κατάλληλων μέτρων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 90 παράγραφος 2.

5.   Η Επιτροπή απευθύνει την απόφασή της σε όλα τα κράτη μέλη και την ανακοινώνει αμέσως σε αυτά και στον σχετικό οικονομικό φορέα.

Άρθρο 68

Συντονισμός και υποστήριξη της εποπτείας της αγοράς

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η ομάδα διοικητικής συνεργασίας (στο εξής: ομάδα ADCO) που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 συνέρχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και, όταν απαιτείται, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της Επιτροπής ή δύο ή περισσότερων συμμετεχουσών αρχών εποπτείας της αγοράς.

Στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων της που ορίζονται στο άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, η ομάδα ADCO υποστηρίζει την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, συγκεκριμένα με τον προσδιορισμό κοινών προτεραιοτήτων για την εποπτεία της αγοράς.

2.   Με βάση τις προτεραιότητες που προσδιορίζονται σε συνεννόηση με την ομάδα ADCO, η Επιτροπή:

α)

οργανώνει κοινά έργα εποπτείας της αγοράς και δοκιμών σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος·

β)

οργανώνει κοινές επενδύσεις σε ικανότητες εποπτείας της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων του εξοπλισμού και των εργαλείων ΤΠ·

γ)

οργανώνει κοινά προγράμματα κατάρτισης για το προσωπικό των αρχών εποπτείας της αγοράς, τις κοινοποιούσες αρχές και τους κοινοποιημένους οργανισμούς, μεταξύ άλλων σχετικά με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και σχετικά με τις μεθόδους και τις τεχνικές που είναι κρίσιμες για την εφαρμογή ή την επαλήθευση της συμμόρφωσης με αυτόν·

δ)

καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή και την επιβολή του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων που καθορίζονται στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, καθώς και των κοινών πρακτικών και μεθοδολογιών για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς·

Η Ένωση χρηματοδοτεί, κατά περίπτωση, τις δράσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ).

3.   Η Επιτροπή παρέχει τεχνική και υλικοτεχνική υποστήριξη για να διασφαλίσει ότι η ομάδα ADCO εκπληρώνει τα καθήκοντά της που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.

Άρθρο 69

Επιστροφή των δαπανών

Όταν διαπιστώνεται ότι ένα προϊόν δεν συμμορφώνεται, οι αρχές εποπτείας της αγοράς έχουν το δικαίωμα να ανακτήσουν από τους οικονομικούς φορείς που διέθεσαν ή κατέστησαν διαθέσιμο το προϊόν στην αγορά το κόστος της επιθεώρησης εγγράφων και της φυσικής δοκιμής του προϊόντος, υπό την προϋπόθεση ότι το κόστος αυτό συνοδεύεται από αιτιολόγηση.

Άρθρο 70

Υποβολή εκθέσεων και συγκριτική αξιολόγηση

1.   Οι αρχές εποπτείας της αγοράς εισάγουν στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τη σοβαρότητα τυχόν κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Η Επιτροπή συντάσσει, ανά τετραετία και έως τις 30 Ιουνίου, έκθεση με βάση τις πληροφορίες που εισάγονται από τις αρχές εποπτείας της αγοράς στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020. Η πρώτη έκθεση δημοσιεύεται στις 9 Ιανουαρίου 2030.

Η έκθεση περιλαμβάνει:

α)

πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τον αριθμό των ελέγχων που διενεργήθηκαν από τις αρχές εποπτείας της αγοράς κατά τα τέσσερα προηγούμενα ημερολογιακά έτη σύμφωνα το άρθρο 34 παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

β)

πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα μη συμμόρφωσης που εντοπίστηκαν και σχετικά με τη φύση και τη σοβαρότητα των κυρώσεων που επιβλήθηκαν κατά τα τέσσερα προηγούμενα ημερολογιακά έτη σε σχέση με προϊόντα που καλύπτονται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή με σήμανση CE βάσει ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης·

γ)

ενδεικτικά κριτήρια συγκριτικής αξιολόγησης για τις αρχές εποπτείας της αγοράς σε σχέση με τη συχνότητα των ελέγχων και τη φύση και τη σοβαρότητα των κυρώσεων που επιβλήθηκαν.

3.   Η Επιτροπή δημοσιεύει την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και δημοσιοποιεί περίληψη της έκθεσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 71

Συστήματα πληροφοριών για εναρμονισμένη λήψη αποφάσεων

1.   Η Επιτροπή θεσπίζει και διατηρεί σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας για τη συλλογή, την επεξεργασία και την αποθήκευση πληροφοριών, σε δομημένη μορφή, σχετικά με ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού, με σκοπό τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής των εν λόγω κανόνων.

Εκτός από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, πρόσβαση στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας έχουν οι αρχές εποπτείας της αγοράς, τα ενιαία γραφεία σύνδεσης που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, οι κοινοποιούσες αρχές, οι εκπρόσωποι της ομάδας κοινοποιημένων οργανισμών και ο οργανισμός των ΟΤΑ, και τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα.

2.   Οι φορείς που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 μπορούν να χρησιμοποιούν το σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας για να θέσουν οποιοδήποτε ερώτημα ή ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης τους με άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, οι φορείς που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 μπορούν να εγείρουν ερωτήματα ή ζητήματα που σχετίζονται με τα ακόλουθα θέματα:

α)

την εφαρμογή ή την ερμηνεία από οποιοδήποτε άλλο φορέα των κανόνων που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού με τρόπο που αποκλίνει από τη δική τους πρακτική·

β)

ερωτήματα ή ζητήματα που τίθενται μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας σχετικά με την κατάσταση που αντιμετωπίζουν ή με τη δική τους πρακτική·

γ)

καταστάσεις που δεν προβλέπονται από τους κανόνες που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού κατά την πρώτη δημοσίευση ή την αναφορά του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε, αλλά όχι αποκλειστικά, καταστάσεις που προκύπτουν από την εμφάνιση νέων προϊόντων ή επιχειρηματικών μοντέλων·

δ)

αν οι κανόνες που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού σε μια κατάσταση στην οποία εφαρμόζονται και άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και όσον αφορά το ζήτημα που προκύπτει για τους κανόνες που υπερισχύουν.

4.   Όταν θέτει ερώτημα ή ζήτημα, ο σχετικός φορέας εισάγει στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας πληροφορίες σχετικά με:

α)

κάθε απόφαση που λαμβάνεται σε σχέση με το ερώτημα ή το ζήτημα που τέθηκε·

β)

το σκεπτικό πίσω από την προσέγγιση που υιοθετήθηκε·

γ)

κάθε εναλλακτική προσέγγιση που έχει προσδιορίσει και το σκεπτικό της.

5.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν εθνικό σύστημα πληροφοριών ή υπηρεσία διανομής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για να ενημερώνουν τις οικείες αρμόδιες εθνικές αρχές, τους οικονομικούς φορείς που δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους, τους ΟΤΑ και τους κοινοποιημένους οργανισμούς που έχουν την έδρα τους στο έδαφός τους και, κατόπιν αιτήματος, και άλλους ΟΤΑ και κοινοποιημένους οργανισμούς, σχετικά με όλα τα θέματα που αφορούν την ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

6.   Οι αρμόδιες εθνικές αρχές, οι ΟΤΑ και οι κοινοποιημένοι οργανισμοί που έχουν την έδρα τους στο αντίστοιχο κράτος μέλος καταχωρίζονται στο σύστημα ή στην υπηρεσία διανομής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και λαμβάνουν υπόψη όλες τις πληροφορίες που διαβιβάζονται μέσω αυτών. Οι οικονομικοί φορείς μπορούν να εγγραφούν στο σύστημα ή στην υπηρεσία διανομής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να επιστήσουν την προσοχή των οικονομικών φορέων στο σύστημα ή στην υπηρεσία διανομής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

7.   Το εθνικό σύστημα πληροφοριών ή η υπηρεσία διανομής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι σε θέση να λαμβάνει καταγγελίες από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των ΟΤΑ και των κοινοποιημένων οργανισμών, σχετικά με την άνιση εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού. Εάν κριθεί σκόπιμο, το ενιαίο σημείο επαφής διαβιβάζει τις καταγγελίες αυτές στις ομότιμες αρχές σε άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή.

Άρθρο 72

Σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα

1.   Τα κράτη μέλη υποστηρίζουν τους οικονομικούς φορείς με σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα. Τα κράτη μέλη ορίζουν και διατηρούν τουλάχιστον ένα σημείο επαφής για τα δομικά προϊόντα στο έδαφός τους και διασφαλίζουν ότι τα οικεία σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα διαθέτουν επαρκείς εξουσίες και επαρκείς πόρους για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Διασφαλίζουν ότι τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα παρέχουν τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 και ότι συντονίζονται με τα σημεία επαφής για τα προϊόντα για την αμοιβαία αναγνώριση που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/515 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29).

2.   Τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα παρέχουν, κατόπιν αιτήματος οικονομικού φορέα ή αρμόδιας εθνικής αρχής άλλου κράτους μέλους, κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με το προϊόν, όπως:

α)

ηλεκτρονικά αντίγραφα ή ηλεκτρονική πρόσβαση στους εθνικούς τεχνικούς κανόνες και τις εθνικές διοικητικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στα προϊόντα στο έδαφος όπου είναι εγκατεστημένα τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα·

β)

πληροφορίες σχετικά με το αν τα εν λόγω προϊόντα υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

γ)

κανόνες που ισχύουν για την ενσωμάτωση, τη συναρμολόγηση ή την εγκατάσταση προϊόντων.

Τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα παρέχουν επίσης πληροφορίες σχετικά με τις σχετικές με τα προϊόντα διατάξεις του παρόντος κανονισμού και των πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτόν.

3.   Τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα παρέχουν πληροφορίες δωρεάν εντός 15 εργάσιμων ημερών από τη λήψη αιτήματος σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4.   Τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα είναι σε θέση να επιτελούν το έργο τους με τρόπο ώστε να αποφεύγεται η σύγκρουση συμφερόντων, ιδίως όσον αφορά τις διαδικασίες για την απόκτηση της σήμανσης CE.

5.   Οι παράγραφοι 1 έως 4 εφαρμόζονται επίσης στα προϊόντα που δεν καλύπτονται ακόμη από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές.

6.   Η Επιτροπή δημοσιεύει και επικαιροποιεί κατάλογο των εθνικών σημείων επαφής για τα δομικά προϊόντα.

Άρθρο 73

Κατάρτιση και ανταλλαγή προσωπικού

1.   Οι αρχές εποπτείας της αγοράς, τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα, οι ορίζουσες αρχές, οι ΟΤΑ, οι κοινοποιούσες αρχές και οι κοινοποιημένοι οργανισμοί διασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους:

α)

τηρείται ενήμερο όσον αφορά τον τομέα της αρμοδιότητάς του και λαμβάνει περιοδική πρόσθετη κατάρτιση προς τον σκοπό αυτόν· και

β)

λαμβάνει περιοδική κατάρτιση σχετικά με την εναρμονισμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό ή δυνάμει αυτού.

2.   Η Επιτροπή διοργανώνει, περιοδικά και τουλάχιστον μία φορά ετησίως, εκδηλώσεις κατάρτισης οι οποίες είναι κοινές για το προσωπικό των αρχών εποπτείας της αγοράς, των σημείων επαφής για τα δομικά προϊόντα, των οριζουσών αρχών, των κοινοποιουσών αρχών και των κοινοποιημένων οργανισμών. Η Επιτροπή διοργανώνει αυτές τις εκδηλώσεις κατάρτισης σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.

Οι εκδηλώσεις κατάρτισης είναι ανοικτές στη συμμετοχή του προσωπικού των αρχών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, των ενιαίων γραφείων σύνδεσης που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και, κατά περίπτωση, των άλλων αρχών των κρατών μελών που συμμετέχουν στην εφαρμογή ή την επιβολή του παρόντος κανονισμού.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να οργανώνει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, προγράμματα ανταλλαγής προσωπικού μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς, των κοινοποιουσών αρχών και των κοινοποιημένων οργανισμών δύο ή περισσότερων κρατών μελών.

Άρθρο 74

Κοινοί ρόλοι και κοινή λήψη αποφάσεων

1.   Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την εποπτεία της αγοράς, τον ορισμό και την εποπτεία των ΟΤΑ, των κοινοποιημένων οργανισμών και των σημείων επαφής για τα δομικά προϊόντα, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν:

α)

οργανισμό ή αρχή που συστήνεται σε συνεργασία με άλλο κράτος μέλος ή με άλλα κράτη μέλη στο πλαίσιο κοινού ορισμού·

β)

οργανισμό ή αρχή που έχει ήδη οριστεί από άλλο κράτος μέλος για τον ίδιο σκοπό, σε συνεργασία με το εν λόγω κράτος μέλος.

Τα οικεία κράτη μέλη διασφαλίζουν από κοινού ότι οι κοινοί οργανισμοί ή οι κοινές αρχές πληρούν όλες τις σχετικές απαιτήσεις. Είναι από κοινού υπεύθυνα γι’ αυτά, ενώ οι αποφάσεις που λαμβάνονται έναντι φυσικών ή νομικών προσώπων σε συγκεκριμένο κράτος μέλος μπορούν να καταλογιστούν, από νομική άποψη, μόνο στο εν λόγω κράτος μέλος.

2.   Οι αρχές των διαφόρων κρατών μελών μπορούν, με την επιφύλαξη των επιμέρους υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή άλλων νομοθετικών πράξεων, να μοιράζονται πόρους και αρμοδιότητες προκειμένου να διασφαλίζεται η εναρμονισμένη εφαρμογή ή η αποτελεσματική επιβολή του παρόντος κανονισμού.

Προς τον σκοπό αυτό, μπορούν επίσης:

α)

να λαμβάνουν κοινές αποφάσεις, ιδίως σε σχέση με κοινές διασυνοριακές δραστηριότητες ή σε σχέση με οικονομικούς φορείς που δραστηριοποιούνται στο έδαφος των οικείων κρατών μελών·

β)

να καταρτίζουν κοινά έργα, όπως κοινά έργα εποπτείας της αγοράς ή δοκιμών·

γ)

να συγκεντρώνουν πόρους για συγκεκριμένους σκοπούς, όπως η ενίσχυση ικανότητας διενέργειας δοκιμών ή η επιτήρηση του διαδικτύου·

δ)

να αναθέτουν την εκτέλεση καθηκόντων σε ομότιμη αρχή άλλου κράτους μέλους, παραμένοντας παράλληλα επισήμως υπεύθυνες για τις αποφάσεις που λαμβάνει η εν λόγω αρχή·

ε)

να μεταβιβάζουν ένα καθήκον από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, υπό την προϋπόθεση ότι η μεταβίβαση αυτή κοινοποιείται σαφώς σε όλους τους ενδιαφερόμενους.

Τα οικεία κράτη μέλη είναι από κοινού υπεύθυνα για τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

ΨΗΦΙΑΚΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Άρθρο 75

Σύστημα ψηφιακών διαβατηρίων δομικών προϊόντων

1.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση ψηφιακού διαβατηρίου δομικών προϊόντων σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο.

2.   Το ψηφιακό διαβατήριο δομικού προϊόντος:

α)

είναι συμβατό και διαλειτουργικό με το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος που θεσπίζεται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781, και βασίζεται σε αυτό, χωρίς να διακυβεύεται η διαλειτουργικότητα με τη μοντελοποίηση κτιριακών πληροφοριών (BIM), λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις που σχετίζονται με τα δομικά προϊόντα·

β)

διαθέτει τις λειτουργίες που απαιτούνται για την εφαρμογή και τη διαχείριση των ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 76·

γ)

προσδιορίζει τους συσχετιζόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών φορέων, των πελατών, των υπεύθυνων απεγκατάστασης, των χρηστών και των αρμόδιων εθνικών αρχών, οι οποίοι πρέπει να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος και σε πληροφορίες στις οποίες πρέπει να έχουν πρόσβαση, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών, καθώς και την ανάγκη διασφάλισης της ασφάλειας των δομικών έργων·

δ)

προσδιορίζει τους συσχετιζόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των κατασκευαστών, των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων, των εισαγωγέων, των διανομέων και των παρόχων υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος, οι οποίοι επιτρέπεται να εισάγουν ή να επικαιροποιούν τις πληροφορίες στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της δημιουργίας νέου ψηφιακό διαβατηρίου προϊόντος, καθώς και τις πληροφορίες που μπορούν να εισάγουν ή να επικαιροποιούν·

ε)

καθορίζει λεπτομερείς ρυθμίσεις για την επικαιροποίηση των πληροφοριών που περιέχονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος ενός υφιστάμενου προϊόντος·

στ)

θεσπίζει διαδικασίες για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντων μετά από αφερεγγυότητα, εκκαθάριση ή παύση της δραστηριότητας στην Ένωση του οικονομικού φορέα που δημιούργησε το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος ή, εάν είναι αναγκαίο, μετά τη λήξη των υποχρεώσεων των κατασκευαστών να διασφαλίζουν τη διαθεσιμότητά του, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας εφεδρικού συστήματος από τους παρόχους υπηρεσιών ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντων·

ζ)

θεσπίζει απαιτήσεις για τους παρόχους υπηρεσιών διαβατηρίων ψηφιακών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου, εάν απαιτείται, ενός συστήματος πιστοποίησης για την επαλήθευση τέτοιων απαιτήσεων, το οποίο θα βασίζεται στις εξελίξεις βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781 για τον ίδιο σκοπό, στο μέτρο του δυνατού·

η)

όταν απαιτείται, θεσπίζει λεπτομερέστερους ή εναλλακτικούς κανόνες και διαδικασίες που σχετίζονται με τον κύκλο ζωής των αναγνωριστικών, των φορέων δεδομένων, των ψηφιακών διαπιστευτηρίων και του μητρώου ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντων σε σχέση με εκείνα που καθορίζονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781 [κανονισμός σχετικά με τον οικολογικό σχεδιασμό για βιώσιμα προϊόντα] για τον ίδιο σκοπό·

θ)

διασφαλίζει ότι το σύστημα είναι προσβάσιμο για περίοδο 25 ετών από τη διάθεση στην αγορά του τελευταίου προϊόντος που αντιστοιχεί στον τύπο προϊόντος του και ότι ο οικονομικός φορέας καθιστά διαθέσιμο το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος για τουλάχιστον 10 έτη, χωρίς, σε περίπτωση μεγαλύτερης περιόδου, να δημιουργεί δυσανάλογο κόστος και επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς·

ι)

λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να διασφαλιστεί η διαθεσιμότητα πληροφοριών για την επαναχρησιμοποίηση και την ανακατασκευή των προϊόντων.

Άρθρο 76

Ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος

1.   Οι πληροφορίες στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος είναι ακριβείς, πλήρεις και επικαιροποιημένες.

2.   Το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος για προϊόν δυνάμει του παρόντος κανονισμού:

α)

περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

i)

τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 15, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 6, οι οποίες μπορούν να συμπεριληφθούν μέσω σύνδεσης με άλλες βάσεις δεδομένων της Ένωσης, εφόσον είναι διαθέσιμες, και της τεκμηρίωσης που παρέχεται σύμφωνα με το παράρτημα V·

ii)

τις γενικές πληροφορίες προϊόντος, τις οδηγίες χρήσης και τις πληροφορίες ασφάλειας που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 6·

iii)

την τεχνική τεκμηρίωση που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών τμημάτων που απαιτούνται σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 61·

iv)

την επισήμανση σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 9·

v)

μοναδικούς αναγνωριστικούς κωδικούς που εκδόθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1·

vi)

τεκμηρίωση που απαιτείται βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στο προϊόν·

vii)

φορείς δεδομένων βασικών μερών για τα οποία υπάρχει ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος·

β)

συνδέεται με έναν ή περισσότερους φορείς δεδομένων·

γ)

είναι προσβάσιμο με ηλεκτρονικά μέσα μέσω του εμφανιζόμενου φορέα δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο ζ)·

δ)

αντιστοιχεί στον τύπο του προϊόντος και στον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό του που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 5·

ε)

είναι προσβάσιμο δωρεάν σε όλους τους οικονομικούς φορείς, τους πελάτες, τους χρήστες και τις αρχές μέσω του φορέα δεδομένων·

στ)

παρέχει διαφορετικά επίπεδα πρόσβασης στο σύστημα ψηφιακού διαβατηρίου δομικών προϊόντων·

ζ)

επιτρέπει στους φορείς που προσδιορίζονται στο σύστημα ψηφιακού διαβατηρίου δομικού προϊόντος να εισάγουν ή να επικαιροποιούν τις πληροφορίες στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος·

η)

είναι προσβάσιμο για καθορισμένο χρονικό διάστημα μετά τη διάθεση στην αγορά του τελευταίου προϊόντος που αντιστοιχεί στον τύπο προϊόντος του.

3.   Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2:

α)

διασφαλίζουν ότι οι συσχετιζόμενοι φορείς κατά μήκος της αξιακής αλυσίδας μπορούν να έχουν εύκολα πρόσβαση σε πληροφορίες για τα προϊόντα που τους αφορούν και να τις κατανοούν·

β)

διευκολύνουν την επαλήθευση της συμμόρφωσης του προϊόντος από τις αρμόδιες εθνικές αρχές· και

γ)

βελτιώνουν την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων κατά μήκος της αξιακής αλυσίδας.

4.   Τα προϊόντα για τα οποία εφαρμόζεται η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 14 απαλλάσσονται επίσης από την υποχρέωση παροχής ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος.

Άρθρο 77

Γενικές απαιτήσεις για το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος

1.   Το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

συνδέεται μέσω ενός ή περισσότερων φορέων δεδομένων με τον σταθερό μοναδικό κωδικό αναγνώρισης του τύπου προϊόντος·

β)

ο φορέας δεδομένων τοποθετείται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο ζ)·

γ)

ο φορέας δεδομένων συμμορφώνεται με το άρθρο 79 παράγραφος 1·

δ)

όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος βασίζονται σε ανοικτά πρότυπα, αναπτύσσονται σε διαλειτουργικό μορφότυπο και, κατά περίπτωση, είναι μηχαναγνώσιμες, δομημένες, με δυνατότητα αναζήτησης, και είναι διαβιβάσιμες μέσω ανοικτού διαλειτουργικού δικτύου ανταλλαγής δεδομένων χωρίς εγκλωβισμό σε συγκεκριμένο πάροχο, σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 78· τα έγγραφα που παρέχονται μαζί με τη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 76 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) και την τεχνική τεκμηρίωση που αναφέρεται στο άρθρο 76 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο iii) εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή όταν αυτό δικαιολογείται για τεχνικούς λόγους·

ε)

τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με τον τελικό χρήστη του προϊόντος δεν αποθηκεύονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του τελικού χρήστη σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30)·

στ)

οι πληροφορίες στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος περιλαμβάνουν αναφορά στον τύπο προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 76 παράγραφος 2 στοιχείο δ)·

ζ)

η πρόσβαση στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος ρυθμίζεται σύμφωνα με τις ουσιώδεις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 78 και τα ειδικά δικαιώματα πρόσβασης προσδιορίζονται σύμφωνα με τα επίπεδα πρόσβασης του συστήματος ψηφιακών διαβατηρίων δομικών προϊόντων·

η)

η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 76 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) ακολουθεί τις κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3.

2.   Όταν άλλη ενωσιακή νομοθεσία απαιτεί ή επιτρέπει τη συμπερίληψη συγκεκριμένων πληροφοριών στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, οι πληροφορίες αυτές μπορούν να περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 75 παράγραφος 1.

3.   Ο κατασκευαστής που διαθέτει το προϊόν στην αγορά παρέχει στους φορείς που διαθέτουν, διαδικτυακά ή με άλλα μέσα εξ αποστάσεως πωλήσεων, τα προϊόντα στην αγορά ψηφιακό αντίγραφο του φορέα δεδομένων και του αναγνωριστικού κωδικού προϊόντος, ώστε να μπορούν να το καταστήσουν προσβάσιμο στους πελάτες όταν δεν μπορούν να έχουν φυσική πρόσβαση στο προϊόν. Ο οικονομικός φορέας παρέχει το εν λόγω ψηφιακό αντίγραφο ή σύνδεσμο προς ιστότοπο δωρεάν και εντός 5 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του αιτήματος.

Άρθρο 78

Τεχνικός σχεδιασμός και λειτουργία του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος

Ο τεχνικός σχεδιασμός και η λειτουργία του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος συμμορφώνονται με τις ακόλουθες βασικές απαιτήσεις:

α)

τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων είναι πλήρως διαλειτουργικά με άλλα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων σε σχέση με τις τεχνικές, σημασιολογικές και οργανωτικές πτυχές της διατερματικής επικοινωνίας και μεταφοράς δεδομένων·

β)

ο αποδέκτης του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος έχει εύκολη και δωρεάν πρόσβαση σε αυτό με βάση τα αντίστοιχα δικαιώματα πρόσβασης του αποδέκτη στο σύστημα ψηφιακού διαβατηρίου δομικού προϊόντος·

γ)

τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος αποθηκεύονται όπως ορίζεται στο σύστημα ψηφιακού διαβατηρίου δομικού προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 75·

δ)

εάν τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος αποθηκεύονται ή υποβάλλονται με άλλο τρόπο σε επεξεργασία από εξουσιοδοτημένους φορείς ή παρόχους υπηρεσιών ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντος, δεν επιτρέπεται να πωλούν, να επαναχρησιμοποιούν ή να επεξεργάζονται τα εν λόγω δεδομένα, εν όλω ή εν μέρει, πέραν του αναγκαίου για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών αποθήκευσης ή επεξεργασίας, εκτός εάν αυτό έχει συμφωνηθεί ειδικά με τον οικονομικό φορέα που διαθέτει το προϊόν στην αγορά·

ε)

το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος παραμένει διαθέσιμο για την περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 76 παράγραφος 2 στοιχείο η), μεταξύ άλλων μετά από αφερεγγυότητα, εκκαθάριση ή παύση της δραστηριότητας του οικονομικού φορέα που δημιούργησε το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος στην Ένωση, και πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 75 παράγραφος 2 στοιχείο στ) όσον αφορά την υποχρέωση καθιέρωσης εφεδρικού συστήματος·

στ)

το δικαίωμα πρόσβασης και εισαγωγής, τροποποίησης ή επικαιροποίησης πληροφοριών στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος περιορίζεται στα δικαιώματα πρόσβασης που καθορίζονται στο σύστημα ψηφιακού διαβατηρίου δομικού προϊόντος·

ζ)

διασφαλίζεται η προστασία των πληροφοριών που συνιστούν εμπορικό απόρρητο κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31) ή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας·

η)

διασφαλίζεται η γνησιότητα, η αξιοπιστία και η ακεραιότητα των δεδομένων·

θ)

τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων σχεδιάζονται και λειτουργούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο ασφάλειας και ιδιωτικότητας και να αποφεύγεται η απάτη.

Άρθρο 79

Μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί και μητρώο ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντων

1.   Το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781 εφαρμόζεται για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσον αφορά μοναδικούς αναγνωριστικούς κωδικούς και φορείς δεδομένων, εκτός εάν η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 75 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού θεσπίζει λεπτομερέστερους ή εναλλακτικούς κανόνες σχετικά με τους μοναδικούς αναγνωριστικούς κωδικούς και τους φορείς δεδομένων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 75 παράγραφος 2 στοιχείο η) του παρόντος κανονισμού.

2.   Το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781 εφαρμόζεται για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσον αφορά το μητρώο ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντος, εκτός εάν η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 75 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού θεσπίζει λεπτομερέστερους ή εναλλακτικούς κανόνες σχετικά με το εν λόγω μητρώο, όπως αναφέρονται στο άρθρο 75 παράγραφος 2 στοιχείο η) του παρόντος κανονισμού.

3.   Το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1781 ισχύει για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σχετικά με τη διαδικτυακή πύλη πληροφοριών στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος.

Άρθρο 80

Υποχρεωτική χρήση και τεχνική προσαρμογή

1.   Έξι μήνες μετά την έναρξη ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 75 παράγραφος 1, το σύστημα είναι πλήρως λειτουργικό και εκπληρώνει τους επιδιωκόμενους στόχους του, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργιών που προβλέπονται στο άρθρο 76. 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 75 παράγραφος 1 εφαρμόζονται οι υποχρεώσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 7. Το σύστημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους κατασκευαστές οικειοθελώς κατά τη μεταβατική περίοδο.

2.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού προκειμένου:

α)

να προσδιορίσει περαιτέρω, να προσθέσει και να αφαιρέσει τις λειτουργίες που αναφέρονται στο άρθρο 75 παράγραφος 2 με σκοπό την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο ή την προσαρμογή στην αρχή «μόνον άπαξ» σε σχέση με τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σε άλλο ενωσιακό δίκαιο·

β)

να αναθεωρήσει τα άρθρα 77 παράγραφος 1 και 78 του παρόντος κανονισμού για τη διασφάλιση της συμβατότητας και της διαλειτουργικότητας με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 81

Διεθνής συνεργασία

1.   Για τους σκοπούς της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας ή του περιβάλλοντος, η Επιτροπή μπορεί να συνεργάζεται με αρχές τρίτων χωρών ή διεθνείς οργανισμούς στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω συνεργασία μπορεί να περιλαμβάνει:

α)

την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με δραστηριότητες επιβολής και μέτρα που σχετίζονται με την ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας της αγοράς·

β)

την ανταλλαγή δεδομένων των οικονομικών φορέων·

γ)

την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις μεθόδους αξιολόγησης και τις δοκιμές προϊόντων·

δ)

την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με ανακλήσεις προϊόντων, αιτήματα για τη λήψη διορθωτικών μέτρων και άλλες παρόμοιες ενέργειες·

ε)

τη συνεργασία σχετικά με επιστημονικά, τεχνικά και ρυθμιστικά θέματα, με στόχο τη βελτίωση της ασφάλειας των προϊόντων ή την προστασία του περιβάλλοντος και των καταναλωτών·

στ)

την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με αναδυόμενα ζητήματα ιδιαίτερης σημασίας για το περιβάλλον, την υγεία και την ασφάλεια·

ζ)

την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με δραστηριότητες που σχετίζονται με την τυποποίηση·

η)

την ανταλλαγή υπαλλήλων.

Η ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο τηρεί τους κανόνες εμπιστευτικότητας και συμμορφώνεται με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης.

2.   Η ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να λάβει τη μορφή:

α)

μη συστηματικής ανταλλαγής, σε δεόντως αιτιολογημένες και ειδικές περιπτώσεις· ή

β)

συστηματικής ανταλλαγής, βάσει διοικητικής ρύθμισης με την οποία διευκρινίζονται το είδος των πληροφοριών που θα ανταλλάσσονται και οι τρόποι ανταλλαγής.

Η Επιτροπή ενημερώνει τακτικά τα κράτη μέλη σχετικά με τις δραστηριότητες συνεργασίας με τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς που αναλαμβάνει σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις, παρέχοντας στις αρχές επιλεγμένων τρίτων χωρών που εφαρμόζουν οικειοθελώς τον παρόντα κανονισμό ή διαθέτουν ρυθμιστικά συστήματα για τα δομικά προϊόντα παρόμοια με τον παρόντα κανονισμό, πρόσβαση ή δικαίωμα πλήρους συμμετοχής σε ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

α)

το σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 1·

β)

το σύστημα ψηφιακού διαβατηρίου δομικών προϊόντων που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75·

γ)

τις εκδηλώσεις κατάρτισης που διοργανώνονται σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 2.

Η πρόσβαση στα συστήματα και στις εκδηλώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο χορηγείται υπό την προϋπόθεση ότι η οικεία τρίτη χώρα δεσμεύεται να ενεργήσει κατά των οικονομικών φορέων που παραβιάζουν τον παρόντα κανονισμό από την επικράτειά της και να διασφαλίσει την εμπιστευτικότητα.

Η πλήρης συμμετοχή στα συστήματα που αναφέρονται στα άρθρα 71 και 75 μπορεί να χορηγείται μόνον εφόσον αυτό προβλέπεται στις συμφωνίες μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών. Η συμμετοχή αυτή μπορεί να προσφέρεται σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι η νομοθεσία της τρίτης χώρας ευθυγραμμίζεται με τον παρόντα κανονισμό και οι αρμόδιες εθνικές αρχές τρίτων χωρών αναγνωρίζουν πιστοποιητικά που εκδίδονται από κοινοποιημένους οργανισμούς ή ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η συμμετοχή αυτή υπόκειται στην εκπλήρωση των ίδιων υποχρεώσεων με εκείνες που ισχύουν για τα κράτη μέλη δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων κοινοποίησης και παρακολούθησης της εξέλιξης.

Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 2.

4.   Τυχόν ανταλλαγή πληροφοριών βάσει του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, διεξάγεται σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων. Εάν δεν έχει εκδοθεί από την Επιτροπή απόφαση επάρκειας σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 όσον αφορά την οικεία τρίτη χώρα ή τον οικείο διεθνή οργανισμό, η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Εάν έχει εκδοθεί απόφαση επάρκειας για την τρίτη χώρα ή τον διεθνή οργανισμό, η ανταλλαγή πληροφοριών με την εν λόγω τρίτη χώρα ή τον εν λόγω διεθνή οργανισμό μπορεί να περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης επάρκειας αλλά μόνο στον βαθμό που η ανταλλαγή αυτή είναι αναγκαία για τον αποκλειστικό σκοπό της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας ή του περιβάλλοντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII

ΚΙΝΗΤΡΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Άρθρο 82

Κίνητρα για δομικά προϊόντα που παρέχουν τα κράτη μέλη

Όταν τα κράτη μέλη παρέχουν κίνητρα για μια κατηγορία προϊόντων για την οποία οι επιδόσεις εκφράζονται ως κατηγορία επιδόσεων που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 5 ή ως κατηγορία που περιλαμβάνεται στην επισήμανση περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 9, τα εν λόγω κίνητρα στοχεύουν στις δύο υψηλότερες κατηγορίες επιδόσεων.

Όταν κατηγορίες επιδόσεων καθορίζονται σε σχέση με περισσότερες από μία παραμέτρους βιωσιμότητας, διευκρινίζεται σε σχέση με ποια παράμετρο θα πρέπει να εφαρμοστεί το παρόν άρθρο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

τον αριθμό προϊόντων σε κάθε κατηγορία επιδόσεων· και

β)

την ανάγκη να διασφαλιστεί η οικονομική προσιτότητα των προϊόντων που πληρούν τις εν λόγω απαιτήσεις, ώστε να αποφευχθούν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στους καταναλωτές.

Άρθρο 83

Πράσινες δημόσιες συμβάσεις

1.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό υποχρεωτικών ελάχιστων απαιτήσεων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας για τα δομικά προϊόντα.

2.   Για τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2014/24/ΕΕ (32) ή 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (33), όταν οι συμβάσεις απαιτούν ελάχιστες επιδόσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας για τα δομικά προϊόντα όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους που καλύπτονται από εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς εφαρμόζουν τις υποχρεωτικές ελάχιστες απαιτήσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που ορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Αυτό δεν εμποδίζει τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς να θεσπίζουν:

α)

πιο φιλόδοξες απαιτήσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που σχετίζονται με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο· ή

β)

πρόσθετες απαιτήσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που σχετίζονται με άλλα ουσιώδη χαρακτηριστικά εκτός από εκείνα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

3.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή παρέχουν τεχνική βοήθεια και συμβουλές στις αναθέτουσες αρχές και στους αναθέτοντες φορείς που είναι αρμόδιοι για τις δημόσιες συμβάσεις σχετικά με τον τρόπο συμμόρφωσης με τις υποχρεωτικές ελάχιστες απαιτήσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που ορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.   Οι υποχρεωτικές ελάχιστες απαιτήσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για τις δημόσιες συμβάσεις που ανατίθενται από αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς μπορούν, κατά περίπτωση, για την οικεία οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων, να λάβουν τη μορφή:

α)

«τεχνικών προδιαγραφών» κατά την έννοια του άρθρου 42 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και του άρθρου 60 της οδηγίας 2014/25/ΕΕ·

β)

«κριτηρίων επιλογής» κατά την έννοια του άρθρου 58 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και του άρθρου 80 της οδηγίας 2014/25/ΕΕ·

γ)

«όρων εκτέλεσης της σύμβασης» κατά την έννοια του άρθρου 70 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και του άρθρου 87 της οδηγίας 2014/25/ΕΕ·

δ)

«κριτηρίων ανάθεσης των συμβάσεων» κατά την έννοια του άρθρου 67 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και του άρθρου 82 της οδηγίας 2014/25/ΕΕ.

5.   Κατά τον καθορισμό υποχρεωτικών ελάχιστων απαιτήσεων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας σύμφωνα με την παράγραφο 1 για τις δημόσιες συμβάσεις, η Επιτροπή, σύμφωνα με τις παραγράφους 13 και 28 της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες που ορίζονται από κάθε κράτος μέλος και τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, διενεργεί εκτίμηση επιπτώσεων και λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

την αξία και τον όγκο των δημόσιων συμβάσεων που ανατέθηκαν για την οικεία οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων·

β)

τα περιβαλλοντικά οφέλη που συνεπάγεται η χρήση προϊόντων στις δύο υψηλότερες κατηγορίες επιδόσεων·

γ)

την ανάγκη να εξασφαλιστεί επαρκής ζήτηση για προϊόντα που είναι πιο βιώσιμα από περιβαλλοντική άποψη·

δ)

την οικονομική σκοπιμότητα για τις αναθέτουσες αρχές ή τους αναθέτοντες φορείς ώστε να αγοράζουν προϊόντα που είναι πιο βιώσιμα από περιβαλλοντική άποψη, χωρίς να επιβαρύνονται με δυσανάλογο κόστος, καθώς και τη διαθεσιμότητα των εν λόγω προϊόντων στην αγορά·

ε)

την κατάσταση της αγοράς σε επίπεδο Ένωσης της σχετικής οικογένειας προϊόντων ή κατηγορίας προϊόντων·

στ)

τις επιπτώσεις των απαιτήσεων στον ανταγωνισμό·

ζ)

τον αντίκτυπο και τις ανάγκες των ΜΜΕ·

η)

τις κανονιστικές ανάγκες των κρατών μελών και τις διαφορετικές κλιματικές συνθήκες.

Η πρώτη εκτίμηση επιπτώσεων θα δρομολογηθεί από την Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.

6.   Οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς μπορούν, κατ’ εξαίρεση, να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου όταν, μετά από προκαταρκτική διαβούλευση της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 40 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και το άρθρο 58 της οδηγίας 2014/25/ΕΕ, διαπιστώθηκε ότι:

α)

το απαιτούμενο δομικό προϊόν μπορεί να παρέχεται μόνο από συγκεκριμένο οικονομικό φορέα και δεν υπάρχει εύλογη εναλλακτική λύση ή υποκατάστατο·

β)

δεν υποβλήθηκαν κατάλληλες προσφορές ή κατάλληλες αιτήσεις συμμετοχής σε προηγούμενη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης· ή

γ)

η εφαρμογή της παραγράφου 1 ή η ενσωμάτωση του απαιτούμενου δομικού προϊόντος σε δομικά έργα θα υποχρέωνε την εν λόγω αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα να επιβαρυνθεί με δυσανάλογο κόστος ή θα οδηγούσε σε ασυμβατότητα ή τεχνικές δυσκολίες.

Οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να θεωρούν ότι οι εκτιμώμενες διαφορές αξίας της σύμβασης άνω του 10 %, βάσει αντικειμενικών και διαφανών δεδομένων, είναι δυσανάλογες.

Όταν οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς κάνουν χρήση της παρέκκλισης της παρούσας παραγράφου, η διαδικασία σύναψης συμβάσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί περιβαλλοντικά βιώσιμη σε σχέση με τα δομικά προϊόντα στα οποία έχουν εφαρμοστεί οι εξαιρέσεις.

Ανά τριετία, τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη χρήση της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 83 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει τη δυνατότητα αποκλεισμού των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών σύμφωνα με το άρθρο 69 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και το άρθρο 84 της οδηγίας 2014/25/ΕΕ.

7.   Το οικολογικό σήμα της ΕΕ και άλλα εθνικά ή περιφερειακά συστήματα οικολογικής σήμανσης EN ISO 14024 τύπου I που έχουν αναγνωριστεί επίσημα σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 66/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (34) μπορούν να χρησιμοποιούνται για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις ελάχιστες απαιτήσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, εφόσον το εν λόγω σήμα συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 19 του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII

ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

Άρθρο 84

Κανονιστικό καθεστώς προϊόντων

Κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για να καθορίζει αν ένα συγκεκριμένο στοιχείο ή κατηγορία στοιχείων είναι προϊόν κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIV

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Άρθρο 85

Εφαρμογή διαδικασιών έκτακτης ανάγκης

1.   Τα άρθρα 86 έως 88 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται μόνον εάν η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη δυνάμει του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2747 σε σχέση με τα δομικά προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

2.   Τα άρθρα 86 έως 88 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται μόνο σε δομικά προϊόντα που έχουν χαρακτηριστεί συναφή με την κρίση εμπορεύματα σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2747.

3.   Το παρόν κεφάλαιο, με εξαίρεση τις εξουσίες της Επιτροπής που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 7 του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζεται μόνο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά που έχει ενεργοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2747.

4.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τα διορθωτικά ή περιοριστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν, τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται και τις ειδικές απαιτήσεις επισήμανσης και ιχνηλασιμότητας όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών που διατίθενται στην αγορά σύμφωνα με τα άρθρα 86 και 87. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 90 παράγραφος 3.

Άρθρο 86

Προτεραιοποίηση της αξιολόγησης και της επαλήθευσης των συναφών με την κρίση δομικών προϊόντων

1.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στα δομικά προϊόντα που απαριθμούνται στην εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1, τα οποία υπόκεινται σε καθήκοντα τρίτων μερών κοινοποιημένων οργανισμών που σχετίζονται με την αξιολόγηση και την επαλήθευση δομικών προϊόντων, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1.

2.   Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την κατά προτεραιότητα διεκπεραίωση αιτημάτων για καθήκοντα τρίτων μερών που σχετίζονται με την αξιολόγηση και την επαλήθευση δομικών προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω αιτήματα έχουν υποβληθεί πριν ή μετά την ενεργοποίηση των διαδικασιών έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 85.

3.   Η προτεραιοποίηση αιτημάτων για τα καθήκοντα τρίτων μερών που σχετίζονται με την αξιολόγηση και την επαλήθευση δομικών προϊόντων δυνάμει της παραγράφου 2 δεν συνεπάγεται οποιοδήποτε πρόσθετο και δυσανάλογο κόστος για τους κατασκευαστές που υπέβαλαν τα εν λόγω αιτήματα.

4.   Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί καταβάλλουν κάθε εύλογη προσπάθεια για την αύξηση των αντίστοιχων ικανοτήτων τους αξιολόγησης και επαλήθευσης για δομικά προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και όσον αφορά τα οποία έχουν κοινοποιηθεί.

Άρθρο 87

Αξιολόγηση και δήλωση επιδόσεων βάσει προτύπων και κοινών προδιαγραφών

1.   Όταν δομικά προϊόντα έχουν χαρακτηριστεί συναφή με την κρίση εμπορεύματα, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις, οι οποίες απαριθμούν κατάλληλα πρότυπα ή θεσπίζουν κοινές προδιαγραφές για την κάλυψη των μεθόδων και των κριτηρίων για την αξιολόγηση των επιδόσεων των εν λόγω προϊόντων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν δεν υπάρχουν εναρμονισμένα πρότυπα επιδόσεων και εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 και που καλύπτουν τις σχετικές μεθόδους και κριτήρια για την αξιολόγηση των επιδόσεων των εν λόγω προϊόντων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους και δεν αναμένεται η θέσπιση τέτοιων προτύπων ή πράξεων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος· ή

β)

όταν σοβαρές διαταραχές στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, οι οποίες οδήγησαν στην ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης της εσωτερικής αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2747 περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητες των κατασκευαστών να χρησιμοποιούν εναρμονισμένα πρότυπα επιδόσεων ή εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού που παρέχουν τις σχετικές μεθόδους και κριτήρια για την αξιολόγηση των επιδόσεων των εν λόγω προϊόντων σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους.

2.   Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ορίζουν την καταλληλότερη εναλλακτική τεχνική λύση για τους σκοπούς της παροχής αξιολόγησης και δήλωσης επιδόσεων σύμφωνα με την παράγραφο 5. Για τον σκοπό αυτό, τα στοιχεία αναφοράς ευρωπαϊκών προτύπων ή τα στοιχεία αναφοράς σχετικών εφαρμοστέων διεθνών ή εθνικών προτύπων μπορούν να δημοσιεύονται στις εν λόγω εκτελεστικές πράξεις ή, εάν δεν υπάρχει ευρωπαϊκό πρότυπο ή σχετικό εφαρμοστέο διεθνές ή εθνικό πρότυπο, οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις μπορούν να θεσπίζουν κοινές προδιαγραφές.

3.   Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 3 και εφαρμόζονται έως την τελευταία ημέρα της περιόδου κατά την οποία η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά ενεργοποιείται, εκτός εάν οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις τροποποιούνται ή καταργούνται σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.

4.   Πριν από την κατάρτιση σχεδίου εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή ενημερώνει την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 ότι θεωρεί ότι έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Κατά την κατάρτιση του εν λόγω σχεδίου εκτελεστικής πράξης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις απόψεις της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το κεκτημένο του ΚΔΠ και διαβουλεύεται δεόντως με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

5.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 13 και 15, οι μέθοδοι και τα κριτήρια που προβλέπονται στα πρότυπα ή τις κοινές προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ή σε μέρη αυτών, μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση και τη δήλωση των επιδόσεων των δομικών προϊόντων που καλύπτονται από τα εν λόγω πρότυπα ή κοινές προδιαγραφές σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους. Από την επομένη της λήξης ή απενεργοποίησης της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά δεν είναι πλέον δυνατό να καταρτίζονται δηλώσεις επιδόσεων και συμμόρφωσης με βάση τα πρότυπα ή τις κοινές προδιαγραφές που αναφέρονται στην εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

6.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 85 παράγραφος 3, εκτός εάν υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρείται ότι τα δομικά προϊόντα που καλύπτονται από τα πρότυπα ή τις κοινές προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ενέχουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή ασφάλεια ή δεν επιτυγχάνουν τη δηλωθείσα επίδοση, οι δηλώσεις επιδόσεων και συμμόρφωσης των δομικών προϊόντων που έχουν διατεθεί στην αγορά σύμφωνα με τα εν λόγω πρότυπα ή κοινές προδιαγραφές παραμένουν σε ισχύ μετά τη λήξη ή την κατάργηση εκτελεστικής πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και μετά τη λήξη ή την απενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

7.   Όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι ένα πρότυπο ή μια κοινή προδιαγραφή όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι εσφαλμένο όσον αφορά τις μεθόδους και τα κριτήρια για την αξιολόγηση των επιδόσεων σε σχέση με ουσιώδη χαρακτηριστικά, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή υποβάλλοντας λεπτομερή εξήγηση. Η Επιτροπή αξιολογεί την εν λόγω λεπτομερή εξήγηση και, κατά περίπτωση, μπορεί να τροποποιήσει ή να καταργήσει την εκτελεστική πράξη που απαριθμεί το εν λόγω πρότυπο ή θεσπίζει την εν λόγω κοινή προδιαγραφή.

Άρθρο 88

Προτεραιοποίηση δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς και αμοιβαία συνδρομή μεταξύ αρχών

1.   Τα κράτη μέλη προτεραιοποιούν δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς για δομικά προϊόντα που απαριθμούνται στην εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή διευκολύνει τον συντονισμό των εν λόγω προσπαθειών προτεραιοποίησης μέσω του ενωσιακού δικτύου συμμόρφωσης των προϊόντων που συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 29 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.

2.   Οι αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών διασφαλίζουν ότι καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την παροχή συνδρομής σε άλλες αρχές εποπτείας της αγοράς κατά τη διάρκεια λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, μεταξύ άλλων μέσω της κινητοποίησης και της αποστολής ομάδων εμπειρογνωμόνων για την προσωρινή ενίσχυση του προσωπικού των αρχών εποπτείας της αγοράς που ζητούν συνδρομή ή μέσω παροχής υλικοτεχνικής στήριξης, όπως η ενίσχυση των ικανοτήτων πραγματοποίησης δοκιμών για δομικά προϊόντα που απαριθμούνται στην εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 89

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 7, στο άρθρο 5 παράγραφοι 5, 6 και 10, στο άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 8, στο άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4, στο άρθρο 10 παράγραφοι 2 και 4, στο άρθρο 12, στο άρθρο 15 παράγραφος 5, στο άρθρο 22 παράγραφοι 8 και 9, στο άρθρο 32 παράγραφος 5, στο άρθρο 75 παράγραφος 1, στο άρθρο 80 παράγραφος 2 και στο άρθρο 83 παράγραφος 1 για περίοδο πέντε ετών από τις 7 Ιανουαρίου 2025. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχει ανατεθεί, το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 7, στο άρθρο 5 παράγραφοι 5, 6 και 10, στο άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 8, στο άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4, στο άρθρο 10 παράγραφοι 2 και 4, στο άρθρο 12, στο άρθρο 15 παράγραφος 5, στο άρθρο 22 παράγραφοι 8 και 9, στο άρθρο 32 παράγραφος 5, στο άρθρο 75 παράγραφος 1, στο άρθρο 80 παράγραφος 2 και στο άρθρο 83 παράγραφος 1 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευση της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4.   Πριν εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Αμέσως μετά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 7, το άρθρο 5 παράγραφος 5, 6 ή 10, το άρθρο 7 παράγραφος 1 ή 8, το άρθρο 9 παράγραφος 3 ή 4, το άρθρο 10 παράγραφος 2 ή 4, το άρθρο 12, το άρθρο 15 παράγραφος 5, το άρθρο 22 παράγραφος 8 ή 9, το άρθρο 32 παράγραφος 5, το άρθρο 75 παράγραφος 1, το άρθρο 80 παράγραφος 2 ή το άρθρο 83 παράγραφος 1 αρχίζουν να ισχύουν μόνο εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης αυτής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 90

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για τα δομικά προϊόντα. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

4.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 5.

Άρθρο 91

Ηλεκτρονικές αιτήσεις, αποφάσεις, έγγραφα τεκμηρίωσης και πληροφορίες

1.   Όλες οι αιτήσεις από ή προς κοινοποιημένους οργανισμούς ή ΟΤΑ και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τους εν λόγω οργανισμούς σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό μπορούν να υποβάλλονται σε έντυπη μορφή ή σε ευρέως χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό μορφότυπο, υπό την προϋπόθεση ότι η υπογραφή είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014 και ότι ο υπογράφων έχει εξουσιοδοτηθεί να εκπροσωπεί τον οργανισμό ή τον οικονομικό φορέα, σύμφωνα με το δίκαιο των κρατών μελών ή το δίκαιο της Ένωσης αντίστοιχα.

2.   Όλες οι υποχρεώσεις ενημέρωσης που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό μπορούν, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, να εκπληρωθούν με ηλεκτρονικά μέσα. Όταν οι πληροφορίες παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα, οι πληροφορίες εκδίδονται σε κοινώς αναγνώσιμο ηλεκτρονικό μορφότυπο που επιτρέπει στον αποδέκτη να λαμβάνει ηλεκτρονικά σε τοπικό ηλεκτρονικό μέσο και να εκτυπώνει τις εν λόγω πληροφορίες.

Όταν η υποχρέωση θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 7, οι οικονομικοί φορείς εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 76 παράγραφος 2, παρέχοντας το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος.

Η δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης, καθώς και οι γενικές πληροφορίες προϊόντος, οι οδηγίες χρήσης και οι πληροφορίες ασφάλειας παρέχονται σε έντυπη μορφή, δωρεάν, εφόσον ζητηθεί από τον τελικό χρήστη κατά τη στιγμή της αγοράς.

Άρθρο 92

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση της εφαρμογής τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, έως τις 8 Δεκεμβρίου 2026, τους εν λόγω κανόνες και τα εν λόγω μέτρα και της κοινοποιούν, χωρίς καθυστέρηση, οποιαδήποτε επακόλουθη τροποποίηση τα επηρεάζει.

Άρθρο 93

Αξιολόγηση

Το αργότερο έως τις 9 Ιανουαρίου 2033 και τουλάχιστον κάθε έξι έτη στη συνέχεια, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού και της συμβολής του στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στη βελτίωση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των προϊόντων και των δομικών έργων και του δομημένου περιβάλλοντος. Η αξιολόγηση αυτή θα αξιολογεί, μεταξύ άλλων, τη συσχέτιση του παρόντος κανονισμού με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1781 και τα πιθανά περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη και τον αντίκτυπο της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού που ενέχουν οι κατασκευαστές ορισμένων δομικών προϊόντων και της ανάκτησης της κυριότητας των πλεονασματικών και απούλητων προϊόντων σε επίπεδο Ένωσης. Η Επιτροπή αξιολογεί επίσης τις επιπτώσεις της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στην κατάσταση της αγοράς για τις διάφορες κατηγορίες μεταχειρισμένων προϊόντων. Η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον οι κυρώσεις που επιβάλλονται από τα κράτη μέλη είναι αποτελεσματικές και κατά πόσον δημιουργούν κατακερματισμό στην εσωτερική αγορά. Η Επιτροπή προτείνει, εφόσον απαιτείται, τρόπους εναρμόνισης των εν λόγω κυρώσεων.

Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα κύρια πορίσματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκπόνηση της εν λόγω έκθεσης.

Όταν κρίνεται σκόπιμο, η έκθεση συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση των σχετικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 94

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 καταργείται με ισχύ από τις 8 Ιανουαρίου 2026, με εξαίρεση το άρθρο 2, τα άρθρα 4 έως 9, τα άρθρα 11 έως 18, τα άρθρα 27 και 28, τα άρθρα 36 έως 40, τα άρθρα 47 έως 49, τα άρθρα 52 και 53, το άρθρο 55, τα άρθρα 60 έως 64 του εν λόγω κανονισμού και τα παραρτήματα III και V αυτού, τα οποία καταργούνται με ισχύ από τις 8 Ιανουαρίου 2040.

Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος XI του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 95

Παρεκκλίσεις και μεταβατικές διατάξεις

1.   Τα σημεία επαφής για τα δομικά προϊόντα που έχουν οριστεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 θεωρούνται ότι έχουν οριστεί και βάσει του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι ΟΤΑ και οι κοινοποιημένοι οργανισμοί που ορίζονται ή κοινοποιούνται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 θεωρείται επίσης ότι έχουν οριστεί ή κοινοποιηθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, αξιολογούνται και ορίζονται εκ νέου από τα κράτη μέλη που τους όρισαν, σύμφωνα με τον κύκλο περιοδικής επαναξιολόγησης και το αργότερο έως τις 8 Ιανουαρίου 2030. Εφαρμόζεται η διαδικασία διατύπωσης αντιρρήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 51 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού.

3.   Τα εναρμονισμένα πρότυπα, τα στοιχεία των οποίων περιλαμβάνονται στον κατάλογο που δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, τα οποία ισχύουν στις 8 Ιανουαρίου 2026 παραμένουν σε ισχύ δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 έως ότου αποσυρθούν από την Επιτροπή ή καταργηθούν με άλλον τρόπο.

4.   Τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης, τα στοιχεία των οποίων περιλαμβάνονται στον κατάλογο που δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 έως τις 8 Ιανουαρίου 2026, ισχύουν έως τις 9 Ιανουαρίου 2031, εκτός εάν έχουν λήξει για άλλους λόγους. Τα προϊόντα δεν διατίθενται στην αγορά βάσει ευρωπαϊκών τεχνικών αξιολογήσεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτά τα ευρωπαϊκά έγγραφα αξιολόγησης μετά από τις 9 Ιανουαρίου 2036.

5.   Όταν μια εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 8 ή το άρθρο 6 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού καλύπτει το ίδιο προϊόν και την ίδια προοριζόμενη χρήση με το ευρωπαϊκής έγγραφο αξιολόγησης, τα στοιχεία αναφοράς του οποίου περιλαμβάνονται στον κατάλογο που δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης δεν χρησιμοποιείται πλέον για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και τα προϊόντα δεν διατίθενται στην αγορά βάσει ευρωπαϊκών τεχνικών αξιολογήσεων που εκδίδονται σύμφωνα με το παρόν έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

6.   Οι ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις που εκδίδονται σύμφωνα με έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης των οποίων τα στοιχεία αναφοράς δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο που δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 έως τις 8 Ιανουαρίου 2026 αντιμετωπίζονται ως αιτήματα ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η διοικητική μεταβίβαση πραγματοποιείται χωρίς κόστος για τον κατασκευαστή.

7.   Τα πιστοποιητικά, οι εκθέσεις δοκιμών και οι ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις που εκδίδονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 μπορούν να χρησιμοποιούνται ως τεχνική βάση για την απόδειξη της συμμόρφωσης ενός προϊόντος με τον παρόντα κανονισμό σε περιπτώσεις όπου ο τύπος προϊόντος αντιστοιχεί σε τύπο προϊόντος βάσει του παρόντος κανονισμού και οι απαιτήσεις και οι μέθοδοι αξιολόγησης είναι έγκυρες υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών ή εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης. Η αναγνώριση των εγγράφων αυτών είναι δυνατή υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 62 του παρόντος κανονισμού, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

8.   Το άρθρο 2, τα άρθρα 4 έως 9, τα άρθρα 11 έως 18, τα άρθρα 27 και 28, τα άρθρα 36 έως 40, τα άρθρα 47 έως 49, τα άρθρα 52 και 53, το άρθρο 55 και τα άρθρα 60 έως 64 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 εφαρμόζονται μόνο στα προϊόντα που καλύπτονται από τα πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ή στα προϊόντα που καλύπτονται από τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

Για τους σκοπούς του άρθρου 5 παράγραφος 7, του άρθρου 6 παράγραφος 1 και του άρθρου 31 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, τα εναρμονισμένα πρότυπα των οποίων τα στοιχεία αναφοράς περιλαμβάνονται στον κατάλογο που δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 και τα οποία δεν έχουν αποσυρθεί αντιμετωπίζονται ως εναρμονισμένα πρότυπα επιδόσεων.

9.   Οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων που ορίζονται στα κεφάλαια I, II και III εφαρμόζονται μόνο σε συγκεκριμένη οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων στο πλαίσιο μιας τέτοιας οικογένειας μόνο ένα έτος μετά την ημερομηνία έκδοσης εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 8, η οποία καθιστά υποχρεωτικό ένα εναρμονισμένο πρότυπο ή εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, η οποία καλύπτει την εν λόγω οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων, εκτός εάν έχει καθοριστεί μεταγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής στην εκτελεστική πράξη. Ωστόσο, οι οικονομικοί φορείς μπορούν να επιλέξουν να εφαρμόζουν τις εν λόγω τεχνικές προδιαγραφές από την έναρξη ισχύος τους, επιλέγοντας να υποβληθούν στη διαδικασία που οδηγεί σε δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης.

10.   Εντός ενός έτους από την ημερομηνία εφαρμογής των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων σε σχέση με μια συγκεκριμένη οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή αποσύρει από την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα στοιχεία αναφοράς εναρμονισμένων προτύπων και εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης ή μερών αυτών που έχουν δημοσιευθεί εκεί σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 5 και το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, όταν καλύπτουν την ίδια αντίστοιχη οικογένεια προϊόντων ή κατηγορία προϊόντων.

Άρθρο 96

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 8 Ιανουαρίου 2026, με εξαίρεση τα άρθρα 1 έως 4, άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 7, άρθρο 7 παράγραφος 1, άρθρο 9, άρθρο 10, άρθρο 12 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, άρθρο 16 παράγραφος 3, άρθρο 37 παράγραφος 4, άρθρο 63, άρθρο 89 και άρθρο 90 και τα παραρτήματα I, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, VII, IX και X, τα οποία εφαρμόζονται από τις 7 Ιανουαρίου 2025 και το άρθρο 92, το οποίο εφαρμόζεται από τις 8 Ιανουαρίου 2027.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2024.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

BÓKA J.


(1)   ΕΕ C 75 της 28.2.2023, σ. 159.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Απριλίου 2024 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου 2024.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 5).

(4)   ΕΕ C 474 της 24.11.2021, σ. 41.

(5)  Οδηγία 2014/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά ηλεκτρολογικού υλικού που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσης (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 357).

(6)  Οδηγία 2014/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 79).

(7)  Οδηγία 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα ραδιοεξοπλισμού στην αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/5/ΕΚ (ΕΕ L 153 της 22.5.2014, σ. 62).

(8)  Οδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2001, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 11 της 15.1.2002, σ. 4).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με την ευρωπαϊκή τυποποίηση, την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 89/686/ΕΟΚ και 93/15/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/9/ΕΚ, 94/25/ΕΚ, 95/16/ΕΚ, 97/23/ΕΚ, 98/34/ΕΚ, 2004/22/ΕΚ, 2007/23/ΕΚ, 2009/23/ΕΚ και 2009/105/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης αριθ. 1673/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 12).

(10)  Απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 82).

(11)  Οδηγία 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών (ΕΕ L 40 της 11.2.1989, σ. 12).

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1781 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 και του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1542 και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/125/ΕΚ (ΕΕ L, 2024/1781, 28.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1781/oj).

(13)  Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3).

(14)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30).

(15)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 1).

(16)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/988 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 2023, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 135 της 23.5.2023, σ. 1).

(17)   ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(18)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/2748 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2024, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 305/2011, (ΕΕ) 2016/424, (ΕΕ) 2016/425, (ΕΕ) 2016/426, (ΕΕ) 2023/988 και (ΕΕ) 2023/1230 όσον αφορά διαδικασίες έκτακτης ανάγκης για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, το τεκμήριο συμμόρφωσης, την έκδοση κοινών προδιαγραφών και την εποπτεία της αγοράς λόγω έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L, 2024/2748, 8.11.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2748/oj).

(19)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(20)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 73).

(21)  Οδηγία 2014/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους ανελκυστήρες και τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφάλειας για ανελκυστήρες (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 251).

(22)  Οδηγία (ΕΕ) 2020/2184 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης (ΕΕ L 435 της 23.12.2020, σ. 1).

(23)  Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).

(24)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/2747 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου μέτρων που αφορούν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης της εσωτερικής αγοράς και την ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98 του Συμβουλίου (κανονισμός για κατάσταση έκτακτης ανάγκης της εσωτερικής αγοράς και για την ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς) (ΕΕ L, 2024/2747, 8.11.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2747/oj).

(25)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 2ας Οκτωβρίου 2018, για τη δημιουργία ενιαίας ψηφιακής θύρας με σκοπό την παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες, σε διαδικασίες και σε υπηρεσίες υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 1).

(26)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 241 της 17.9.2015, σ. 1).

(27)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).

(28)  Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 2022, σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες) (ΕΕ L 277 της 27.10.2022, σ. 1).

(29)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/515 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2019, σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των εμπορευμάτων που κυκλοφορούν νόμιμα στην αγορά άλλου κράτους μέλους και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 764/2008 (ΕΕ L 91 της 29.3.2019, σ. 1).

(30)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(31)  Οδηγία (EE) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους (ΕΕ L 157 της 15.6.2016, σ. 1).

(32)  Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65).

(33)  Οδηγία 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 243).

(34)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 66/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με το οικολογικό σήμα της ΕΕ (EU Ecolabel) (ΕΕ L 27 της 30.1.2010, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Βασικές απαιτήσεις δομικών έργων

Ο ακόλουθος κατάλογος βασικών απαιτήσεων για τα δομικά έργα λαμβάνεται ως βάση για τον προσδιορισμό των ουσιωδών χαρακτηριστικών των προϊόντων και για την εκπόνηση αιτημάτων τυποποίησης, εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών και εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

Αυτές οι βασικές απαιτήσεις δομικών έργων δεν συνιστούν υποχρεώσεις που βαρύνουν τους οικονομικούς φορείς ή τα κράτη μέλη.

Η προβλεπόμενη διάρκεια ζωής που σχετίζεται με τις βασικές απαιτήσεις δομικών έργων λαμβάνει υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος.

1.   Δομική ακεραιότητα δομικών έργων

Τα δομικά έργα και τα σχετικά μέρη τους σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, χρησιμοποιούνται, συντηρούνται και αποδομούνται ή κατεδαφίζονται κατά τρόπο ώστε όλα τα σχετικά φορτία και κάθε συνδυασμός τους να αντέχουν και να μεταφέρονται στο έδαφος με ασφάλεια και χωρίς να προκαλούνται κάμψεις ή παραμορφώσεις οποιουδήποτε μέρους των δομικών έργων ή μετακινήσεις του εδάφους, ώστε να απομειώνεται η ανθεκτικότητα, η δομική αντοχή, η λειτουργικότητα και η ευρωστία των δομικών έργων.

Η δομή και τα δομικά στοιχεία των δομικών έργων σχεδιάζονται, παράγονται, κατασκευάζονται, συντηρούνται και αποδομούνται ή κατεδαφίζονται κατά τρόπο ώστε να πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

να είναι ανθεκτικά για την προβλεπόμενη διάρκεια ζωής τους (απαίτηση ανθεκτικότητας)·

β)

να είναι σε θέση να αντέχουν όλες τις δράσεις και τις επιδράσεις που ενδέχεται να προκύψουν κατά την κατασκευή, τη χρήση και την αποδόμηση ή κατεδάφιση με κατάλληλο βαθμό αξιοπιστίας και με οικονομικά αποδοτικό τρόπο (απαίτηση δομικής αντοχής) και δεν:

i)

καταρρέουν·

ii)

παραμορφώνονται σε μη αποδεκτό βαθμό·

iii)

παρουσιάζουν αστοχίες σε άλλα μέρη των δομικών έργων, σε εξαρτήματα ή εγκατεστημένο εξοπλισμό ως αποτέλεσμα σημαντικής παραμόρφωσης της φέρουσας κατασκευής·

γ)

να παραμένουν εντός των καθορισμένων απαιτήσεων χρήσης κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης διάρκειας ζωής τους με αποδεκτό βαθμό αξιοπιστίας και με οικονομικό τρόπο (απαίτηση λειτουργικότητας)·

δ)

να διατηρούν δεόντως την ακεραιότητά τους σε δυσμενή συμβάντα, στα οποία περιλαμβάνονται οι σεισμοί, οι εκρήξεις, οι πυρκαγιές, οι επιπτώσεις ή οι συνέπειες ανθρώπινων σφαλμάτων, σε βαθμό δυσανάλογο προς την αρχική αιτία (απαίτηση ευρωστίας).

2.   Πυρασφάλεια δομικών έργων

Τα δομικά έργα και τα σχετικά μέρη τους σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, χρησιμοποιούνται, συντηρούνται και αποδομούνται ή κατεδαφίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτρέπεται κατάλληλα η εκδήλωση πυρκαγιάς, μεταξύ άλλων μέσω της κατάλληλης χρήσης ανιχνευτών και συναγερμών. Η φωτιά και ο καπνός πρέπει να περιορίζονται και να ελέγχονται, ενώ οι χρήστες των δομικών έργων πρέπει να προστατεύονται από τη φωτιά και τον καπνό. Πρέπει να υπάρχει κατάλληλη διαρρύθμιση ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής διαφυγή και εκκένωση των δομικών έργων για όλους τους χρήστες αυτών.

Τα δομικά έργα και οποιοδήποτε μέρος τους σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, χρησιμοποιούνται και συντηρούνται κατά τρόπο ώστε να πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις σε περίπτωση πυρκαγιάς:

α)

να διατηρείται η φέρουσα ικανότητα των δομικών έργων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ώστε να δοθεί χρόνος στους χρήστες να εγκαταλείψουν το κτίριο·

β)

να διασφαλίζεται η πρόσβαση των υπηρεσιών διάσωσης και έκτακτης ανάγκης και να υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για τη διευκόλυνση του έργου τους·

γ)

να ελέγχεται και να περιορίζεται η εκδήλωση και η εξάπλωση φωτιάς και καπνού·

δ)

να περιορίζονται η φωτιά και ο καπνός στα όμορα δομικά έργα·

ε)

να λαμβάνεται υπόψη η ασφάλεια των υπηρεσιών διάσωσης και έκτακτης ανάγκης.

3.   Προστασία από δυσμενείς επιπτώσεις στην υγιεινή και την υγεία που σχετίζονται με τα δομικά έργα

Τα δομικά έργα και οποιοδήποτε μέρος τους σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, χρησιμοποιούνται, συντηρούνται και αποδομούνται ή κατεδαφίζονται κατά τρόπο ώστε, καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, να μη βλάπτουν την υγιεινή ή την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων στις κατασκευές, των χρηστών, των επισκεπτών ή των γειτόνων ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

εκπομπές επικίνδυνων ουσιών, πτητικών οργανικών ενώσεων ή επικίνδυνων σωματιδίων, συμπεριλαμβανομένων των μικροπλαστικών, στον αέρα εσωτερικού χώρου·

β)

εκπομπές επικίνδυνης ακτινοβολίας στο εσωτερικό περιβάλλον·

γ)

απελευθέρωση επικίνδυνων ουσιών σε πόσιμο νερό ή ουσιών που έχουν διαφορετικές αρνητικές επιπτώσεις στο πόσιμο νερό·

δ)

εισροή υγρασίας στο εσωτερικό του κτιρίου·

ε)

πλημμελής διάθεση των λυμάτων, των καυσαερίων και των στερεών ή υγρών αποβλήτων στο εσωτερικό περιβάλλον.

4.   Ασφάλεια και προσβασιμότητα των δομικών έργων

Τα δομικά έργα και όλα τα μέρη τους σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, χρησιμοποιούνται, συντηρούνται και αποδομούνται ή κατεδαφίζονται κατά τρόπο ώστε, καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, να μην παρουσιάζουν μη αποδεκτούς κινδύνους ατυχημάτων ή βλαβών κατά τη χρήση ή τη λειτουργία τους, συμπεριλαμβανομένης της ολίσθησης, της πτώσης, της σύγκρουσης, των εγκαυμάτων, της ηλεκτροπληξίας και των τραυματισμών από πτώση ή πέδηση μερών που προκαλείται από εξωτερικούς παράγοντες, όπως ακραίες καιρικές συνθήκες ή εκρήξεις.

Ειδικότερα, τα δομικά έργα σχεδιάζονται και κατασκευάζονται λαμβάνοντας υπόψη την προσβασιμότητα και τη χρήση από άτομα με αναπηρία και άτομα με περιορισμένη κινητικότητα ή προσανατολισμό.

5.   Αντοχή στη διέλευση του ήχου και ακουστικές ιδιότητες των δομικών έργων

Τα δομικά έργα και οποιοδήποτε μέρος τους σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, χρησιμοποιούνται, συντηρούνται και αποδομούνται ή κατεδαφίζονται κατά τρόπο ώστε να παρέχουν, καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, εύλογη προστασία από δυσμενές ηχητικό φορτίο μέσω του αέρα ή των υλικών από άλλα μέρη του ίδιου δομικού έργου ή από εξωγενείς πηγές. Η προστασία αυτή εξασφαλίζει ότι το ηχητικό φορτίο:

α)

δεν δημιουργεί άμεσους ή χρόνιους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία·

β)

επιτρέπει στους χρήστες και στα άτομα που βρίσκονται πλησίον να κοιμούνται, να αναπαύονται και να ασκούν τις συνήθεις δραστηριότητές τους υπό ικανοποιητικές συνθήκες.

Τα δομικά έργα και όλα τα μέρη τους σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, χρησιμοποιούνται και συντηρούνται κατά τρόπο ώστε να παρέχουν επαρκή απορρόφηση και ανάκλαση του ήχου, όταν απαιτούνται αυτές οι ακουστικές ιδιότητες.

6.   Ενεργειακή και θερμική απόδοση των δομικών έργων

Τα δομικά έργα, συμπεριλαμβανομένων των αυτοματοποιημένων διαδικασιών, και οι εγκαταστάσεις θέρμανσης, ψύξης, φωτισμού και αερισμού τους σχεδιάζονται, οικοδομούνται και συντηρούνται κατά τρόπο ώστε, η απαιτούμενη κατανάλωση ενέργειας κατά τη χρήση του έργου να είναι χαμηλή, όταν λαμβάνονται υπόψη:

α)

ο στόχος για κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας και μηδενικών εκπομπών στην Ένωση·

β)

οι εξωτερικές κλιματικές συνθήκες·

γ)

οι κλιματικές συνθήκες εσωτερικού περιβάλλοντος.

7.   Εκπομπές στο εξωτερικό περιβάλλον των δομικών έργων

Τα δομικά έργα και οποιοδήποτε μέρος τους σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, χρησιμοποιούνται, συντηρούνται και αποδομούνται ή κατεδαφίζονται κατά τρόπο ώστε, καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, να μην αποτελούν κίνδυνο για το εξωτερικό περιβάλλον ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

απελευθέρωση επικίνδυνων ουσιών, μικροπλαστικών ή ακτινοβολίας στον αέρα, στα υπόγεια ύδατα, στα θαλάσσια ύδατα, στα επιφανειακά ύδατα ή στο έδαφος·

β)

πλημμελής διάθεση των λυμάτων, εκπομπή καυσαερίων ή πλημμελής διάθεση στερεών ή υγρών αποβλήτων στο εξωτερικό περιβάλλον·

γ)

βλάβες στο κτίριο, συμπεριλαμβανομένων βλαβών από τη μεταφορά υδατογενών ρυπαντών στα θεμέλια του κτιρίου·

δ)

απελευθέρωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα.

8.   Βιώσιμη χρήση των φυσικών πόρων των δομικών έργων

Τα δομικά έργα και οποιοδήποτε μέρος τους σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, χρησιμοποιούνται, συντηρούνται και αποδομούνται ή κατεδαφίζονται κατά τρόπο ώστε, καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, η χρήση των φυσικών πόρων να είναι βιώσιμη και να διασφαλίζει τα ακόλουθα:

α)

τη μεγιστοποίηση της αποδοτικής χρήσης πόρων, πρώτων και δευτερογενών υλών, με υψηλή περιβαλλοντική βιωσιμότητα·

β)

την ελαχιστοποίηση της συνολικής ποσότητας των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται·

γ)

την ελαχιστοποίηση της συνολικής ποσότητας ενσωματωμένης ενέργειας·

δ)

την ελαχιστοποίηση των παραγόμενων αποβλήτων·

ε)

την ελαχιστοποίηση της συνολικής χρήσης πόσιμου και νερού χρήσης·

στ)

τη μεγιστοποίηση της επαναχρησιμοποίησης ή της ανακυκλωσιμότητας των δομικών έργων, εν μέρει ή εν όλω, και των υλικών τους μετά την αποδόμηση ή την κατεδάφιση·

ζ)

την ευκολία αποδόμησης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Προκαθορισμένα ουσιώδη περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά

Οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές και τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης καλύπτουν τον ακόλουθο κατάλογο προκαθορισμένων ουσιωδών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών που σχετίζονται με την αξιολόγηση του κύκλου ζωής ενός προϊόντος:

α)

επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής — συνολικές·

β)

επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής — ορυκτά καύσιμα·

γ)

επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής — βιογενείς·

δ)

επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής — χρήση γης και αλλαγή χρήσης γης·

ε)

καταστροφή του όζοντος·

στ)

δυναμικό οξίνισης·

ζ)

ευτροφισμός υδρόβιων οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων·

η)

ευτροφισμός υδρόβιων οικοσυστημάτων θαλάσσιων υδάτων·

θ)

ευτροφισμός χερσαίων οικοσυστημάτων·

ι)

φωτοχημικός σχηματισμός όζοντος·

ια)

εξάντληση αβιοτικών πόρων — ορυκτά, μέταλλα·

ιβ)

εξάντληση αβιοτικών πόρων — ορυκτά καύσιμα·

ιγ)

χρήση νερού·

ιδ)

σωματίδια·

ιε)

ιοντίζουσα ακτινοβολία, ανθρώπινη υγεία·

ιστ)

οικοτοξικότητα, γλυκά ύδατα·

ιζ)

τοξικότητα για τον άνθρωπο, καρκίνος·

ιη)

τοξικότητα για τον άνθρωπο, εκτός του καρκίνου·

ιθ)

επιπτώσεις που σχετίζονται με τη χρήση γης.

Οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές καλύπτουν επίσης, στο μέτρο του δυνατού, τα προκαθορισμένα ουσιώδη περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της δυνατότητας προσωρινής δέσμευσης άνθρακα και άλλων απορροφήσεων άνθρακα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Απαιτήσεις για τα προϊόντα

1.   Απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες διασφαλίζουν την κατάλληλη λειτουργία και τις κατάλληλες επιδόσεις

1.1.

Οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 μπορούν, κατά περίπτωση για τα προϊόντα που καλύπτουν, να προσδιορίζουν ότι τα προϊόντα σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και συσκευάζονται κατά τρόπο ώστε, καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του προϊόντος, μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες λειτουργικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιδόσεων να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την εξέλιξη της τεχνολογίας και στον βαθμό που δεν καλύπτονται από άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης:

α)

ο επιδιωκόμενος σκοπός να εκπληρώνεται αποτελεσματικά και αξιόπιστα·

β)

να μην επηρεάζεται η εκπλήρωση των επιδόσεων που δηλώνονται·

γ)

να μην θίγεται η εκπλήρωση των απαιτήσεων ασφάλειας και περιβάλλοντος που καθορίζονται σύμφωνα με τα σημεία 2.1 και 3.1·

δ)

διατηρείται η λειτουργικότητα των προϊόντων.

1.2.

Τα προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα για τις απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 και οι κοινές προδιαγραφές που παρέχουν τεκμήριο συμμόρφωσης καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να πληρούνται οποιεσδήποτε απαιτήσεις σύμφωνα με το σημείο 1.1, για παράδειγμα, μέσω των ακόλουθων:

α)

της χρήσης συγκεκριμένων υλικών, τα οποία μπορούν να προσδιοριστούν επίσης ως προς τη χημική τους σύνθεση·

β)

των ειδικών διαστάσεων και σχημάτων των προϊόντων ή των συστατικών μερών τους·

γ)

της χρήσης ορισμένων συστατικών μερών που μπορούν να προσδιοριστούν επίσης ως προς τα υλικά, τις διαστάσεις και τα σχήματα·

δ)

της χρήσης ορισμένων εξαρτημάτων και των απαιτήσεων γι’ αυτά·

ε)

της ευκολίας εγκατάστασης και απεγκατάστασης·

στ)

της ευκολίας συντήρησης ή της έλλειψης συντήρησης που απαιτείται για την αναμενόμενη διάρκεια ζωής·

ζ)

των χαρακτηριστικών του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας καθαρισμού του, της αντίστασης στη χάραξη και στη θραύση, υπό συνήθεις συνθήκες λειτουργίας.

1.3.

Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων λειτουργικότητας και επιδόσεων του προϊόντος, οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές μπορούν να διαφοροποιούν τις ανωτέρω απαιτήσεις με βάση τις κατηγορίες επιδόσεών τους.

2.   Απαιτήσεις για την ασφάλεια των προϊόντων

Η ασφάλεια αφορά τους επαγγελματίες (εργαζομένους) και τους μη επαγγελματίες (καταναλωτές, χρήστες), κατά τη μεταφορά, εγκατάσταση, συντήρηση, χρήση ή αποσυναρμολόγηση του προϊόντος, καθώς και κατά την επεξεργασία του προϊόντος στο τέλος του κύκλου ζωής του ή για την επαναχρησιμοποίηση ή ανακύκλωσή του.

2.1.

Οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που θεσπίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 μπορούν, κατά περίπτωση για τα προϊόντα που καλύπτουν, να προσδιορίζουν ότι τα προϊόντα σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και συσκευάζονται κατά τρόπο ώστε ένας ή περισσότεροι από τους ακόλουθους εγγενείς κινδύνους για την ασφάλεια των προϊόντων, καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του προϊόντος, να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την εξέλιξη της τεχνολογίας και στον βαθμό που δεν καλύπτονται από άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης:

α)

χημικοί κίνδυνοι λόγω διαρροής ή έκπλυσης·

β)

κίνδυνος μη ισορροπημένης σύνθεσης όσον αφορά τις ουσίες, με αποτέλεσμα τη μη ορθή λειτουργία των προϊόντων σε σχέση με την ασφάλεια·

γ)

μηχανικοί κίνδυνοι·

δ)

μηχανική βλάβη·

ε)

φυσική βλάβη·

στ)

κίνδυνοι ηλεκτρικής βλάβης·

ζ)

κίνδυνοι που συνδέονται με τη διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας·

η)

κίνδυνοι που συνδέονται με την ακούσια φόρτιση ή εκφόρτιση ηλεκτρικής ενέργειας·

θ)

κίνδυνοι που συνδέονται με αστοχία λογισμικού·

ι)

κίνδυνοι παραποίησης λογισμικού·

ια)

κίνδυνοι ασυμβατότητας ουσιών ή υλικών·

ιβ)

κίνδυνοι που συνδέονται με την ασυμβατότητα διαφορετικών στοιχείων, εκ των οποίων τουλάχιστον ένα είναι προϊόν·

ιγ)

κίνδυνος μη προβλεπόμενων επιδόσεων, όταν οι επιδόσεις είναι σημαντικές για την ασφάλεια·

ιδ)

κίνδυνος παρανόησης των οδηγιών χρήσης σε τομέα που επηρεάζει την υγεία και την ασφάλεια·

ιε)

κίνδυνος ακούσιας ακατάλληλης εγκατάστασης ή χρήσης·

ιστ)

κίνδυνος εκούσιας ακατάλληλης χρήσης.

2.2.

Τα προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα και οι κοινές προδιαγραφές που παρέχουν τεκμήριο συμμόρφωσης καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να πληρούνται οποιεσδήποτε απαιτήσεις σύμφωνα με το σημείο 2.1, για παράδειγμα, με τα ακόλουθα:

α)

καθορισμός της πλέον σύγχρονης μεθόδου για την πιθανή μείωση των κινδύνων όσον αφορά την αντίστοιχη κατηγορία προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ασυμβατότητας διαφορετικών στοιχείων, από τα οποία τουλάχιστον ένα απ’ αυτά είναι προϊόν·

β)

παροχή τεχνικών λύσεων για την αποφυγή κινδύνων σχετικών με την ασφάλεια· ή

γ)

όταν δεν είναι δυνατή η αποφυγή κινδύνων, μείωση και περιορισμός των κινδύνων με την τοποθέτηση προειδοποιητικών επισημάνσεων μέσω της αντιμετώπισής τους με προειδοποιήσεις στο προϊόν, στη συσκευασία του και στις οδηγίες χρήσης.

2.3.

Κατά τον προσδιορισμό των απαιτήσεων για την ασφάλεια των προϊόντων, οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές μπορούν να διαφοροποιούν τις ανωτέρω απαιτήσεις σύμφωνα με τις κατηγορίες επιδόσεων.

3.   Περιβαλλοντικές απαιτήσεις για τα προϊόντα

Το περιβάλλον σχετίζεται με την εξόρυξη και την κατασκευή των υλικών, την κατασκευή του προϊόντος, τη μεταφορά των υλικών και των προϊόντων, τη συντήρησή του, τη δυνατότητά του να παραμείνει κατά το μέγιστο δυνατό εντός του πλαισίου της κυκλικής οικονομίας και με το τέλος του κύκλου ζωής του.

3.1.

Οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές που θεσπίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 μπορούν, κατά περίπτωση για τα προϊόντα που καλύπτουν, να προσδιορίζουν ότι τα προϊόντα σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και συσκευάζονται κατά τρόπο ώστε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εγγενείς περιβαλλοντικές πτυχές του προϊόντος, καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του προϊόντος, να αντιμετωπίζονται, όπου είναι δυνατόν χωρίς απώλεια ασφάλειας ή υπερβαίνοντας τις αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, και στον βαθμό που δεν καλύπτονται από άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης:

α)

μεγιστοποίηση της ανθεκτικότητας και της αξιοπιστίας του προϊόντος ή των συστατικών μερών του, όπως εκφράζονται μέσω της τεχνικής ένδειξης πληροφορίας επί του προϊόντος για τη διάρκεια ζωής του σε συνθήκες πραγματικής χρήσης, της αντοχής σε καταπόνηση ή των μηχανισμών γήρανσης και όσον αφορά την αναμενόμενη μέση διάρκεια ζωής, την αναμενόμενη ελάχιστη διάρκεια ζωής υπό τις δυσμενέστερες πλην όμως ρεαλιστικές συνθήκες, και όσον αφορά τις ελάχιστες απαιτήσεις διάρκειας ζωής και την πρόληψη της πρόωρης απαξίωσης·

β)

ελαχιστοποίηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής·

γ)

μεγιστοποίηση του επαναχρησιμοποιούμενου, ανακυκλωμένου και του περιεχομένου υποπροϊόντων·

δ)

επιλογή ασφαλών, βιώσιμων εκ σχεδιασμού και φιλικών προς το περιβάλλον ουσιών·

ε)

χρήση ενέργειας και ενεργειακή απόδοση·

στ)

αποδοτική χρήση των πόρων·

ζ)

δομοστοιχείωση·

η)

προσδιορισμός του προϊόντος ή των μερών του και της ποσότητας που μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί μετά την απεγκατάσταση (δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης)·

θ)

δυνατότητα αναβάθμισης·

ι)

ευκολία επισκευής κατά την αναμενόμενη διάρκεια ζωής, συμπεριλαμβανομένης της συμβατότητας με κοινώς διαθέσιμα ανταλλακτικά·

ια)

ευκολία συντήρησης και ανακαίνισης κατά τη διάρκεια της αναμενόμενης διάρκειας ζωής·

ιβ)

ανακύκλωσιμότητα και ικανότητα ανακατασκευής·

ιγ)

ικανότητα διαχωρισμού και ανάκτησης διαφόρων υλικών ή ουσιών κατά τις διαδικασίες αποσυναρμολόγησης ή ανακύκλωσης·

ιδ)

βιώσιμη προμήθεια·

ιε)

ελαχιστοποίηση της αναλογίας συσκευασίας προς προϊόν·

ιστ)

ποσότητες παραγόμενων αποβλήτων, ιδίως επικίνδυνων αποβλήτων.

3.2.

Τα προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα και οι κοινές προδιαγραφές που παρέχουν τεκμήριο συμμόρφωσης καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να πληρούνται οποιεσδήποτε απαιτήσεις σύμφωνα με το σημείο 3.1, για παράδειγμα, με τα ακόλουθα:

α)

προσδιορισμός της πλέον προηγμένης τεχνολογίας για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών πτυχών όσον αφορά την αντίστοιχη κατηγορία προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου του ελάχιστου ανακυκλωμένου περιεχομένου, των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για ολόκληρο τον κύκλο ζωής, της αποδοτικής χρήσης των πόρων και της δυνατότητας επαναχρησιμοποίησης·

β)

παροχή τεχνικών λύσεων για την αποφυγή των αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων και κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής αποβλήτων υλικών, ή, όταν η αποφυγή δεν είναι δυνατή, για τη μείωση και τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων και κινδύνων τοποθετώντας προειδοποιητικές επισημάνσεις στο προϊόν, στη συσκευασία του και στις οδηγίες χρήσης.

3.3.

Κατά τον προσδιορισμό των περιβαλλοντικών απαιτήσεων των προϊόντων, οι εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές μπορούν να διαφοροποιούν τις ανωτέρω απαιτήσεις σύμφωνα με τις κατηγορίες επιδόσεων.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Γενικές πληροφορίες προϊόντος, οδηγίες χρήσης και πληροφορίες ασφάλειας

1.   Γενικές πληροφορίες προϊόντος

1.1.

Ταυτοποίηση του προϊόντος: μοναδικός κωδικός ταυτοποίησης του τύπου του προϊόντος.

1.2.

Περιγραφή προϊόντος:

α)

δηλωμένες χρήσεις·

β)

προβλεπόμενοι χρήστες·

γ)

όροι χρήσης·

δ)

εκτιμώμενη μέση και ελάχιστη λειτουργική διάρκεια ζωής για τη δηλωμένη χρήση (ανθεκτικότητα)·

ε)

κύρια χρησιμοποιούμενα υλικά.

1.3.

Στοιχεία επικοινωνίας του κατασκευαστή ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου:

α)

όνομα·

β)

ταχυδρομική διεύθυνση·

γ)

τηλέφωνο·

δ)

διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου·

ε)

ιστότοπος, εάν υπάρχει.

1.4.

Εάν διαφέρει από το σημείο 1.3, στοιχεία επικοινωνίας του κατασκευαστή ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου που ασχολείται με:

α)

πληροφορίες σχετικά με την εγκατάσταση, τη συντήρηση, τη χρήση, την αποσυναρμολόγηση και την κατεδάφιση·

β)

πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους·

γ)

πληροφορίες σε περίπτωση βλάβης του προϊόντος.

1.5.

Στοιχεία επικοινωνίας του σημείου επαφής δομικών προϊόντων του κράτους μέλους στο οποίο διατίθεται το προϊόν.

2.   Οδηγίες χρήσης και πληροφορίες ασφαλείας

2.1.

Ασφάλεια κατά τη μεταφορά, την εγκατάσταση, την απεγκατάσταση, τη συντήρηση, την αποδόμηση και την κατεδάφιση:

α)

ενδεχόμενοι κίνδυνοι του προϊόντος και κάθε ευλόγως προβλέψιμη κακή χρήση του·

β)

οδηγίες για τη συναρμολόγηση, την εγκατάσταση και τη σύνδεση, συμπεριλαμβανομένων σχεδίων, διαγραμμάτων και, κατά περίπτωση, μέσων στερέωσης σε άλλα προϊόντα και μέρη δομικών έργων·

γ)

οδηγίες για την ασφαλή λειτουργία και συντήρηση, στις οποίες περιλαμβάνονται τα μέτρα προστασίας που θα πρέπει να λαμβάνονται κατά τις εργασίες αυτές·

δ)

εάν χρειάζεται, οδηγίες για την κατάρτιση των εγκαταστατών ή των χειριστών·

ε)

πληροφορίες σχετικά με τις ενδεδειγμένες ενέργειες σε περίπτωση αστοχίας προϊόντος ή ατυχήματος.

2.2.

Συμβατότητα και ενσωμάτωση σε συστήματα ή συνδυασμούς προϊόντων:

α)

συμβατότητα με άλλα υλικά ή προϊόντα, ανεξάρτητα από το αν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό ή όχι·

β)

ηλεκτρική και ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα·

γ)

συμβατότητα λογισμικού·

δ)

ενσωμάτωση σε συστήματα ή συνδυασμούς προϊόντων.

2.3.

Ανάγκες συντήρησης με σκοπό τη διατήρηση των επιδόσεων του προϊόντος κατά τη λειτουργική διάρκεια ζωής του:

α)

περιγραφή των εργασιών ρύθμισης και συντήρησης που θα πρέπει να πραγματοποιούνται από τους χρήστες, καθώς και των προληπτικών μέτρων συντήρησης που θα πρέπει να τηρούνται·

β)

τύπος και συχνότητα των επιθεωρήσεων και της συντήρησης που απαιτούνται για λόγους ασφάλειας και ανθεκτικότητας και, κατά περίπτωση, τα μέρη που υπόκεινται σε φθορά, καθώς και τα κριτήρια αντικατάστασης·

γ)

πληροφορίες σχετικά με τις ενδεδειγμένες ενέργειες σε περίπτωση αστοχίας προϊόντος ή ατυχήματος.

2.4.

Ασφάλεια κατά τη χρήση:

α)

οδηγίες σχετικά με τα μέτρα προστασίας που πρέπει να λαμβάνει ο χρήστης, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των μέσων ατομικής προστασίας που πρέπει να του παρέχονται·

β)

οδηγίες σχεδιασμένες για την ασφαλή χρήση του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων προστασίας που πρέπει να λαμβάνονται κατά τη χρήση του·

γ)

πληροφορίες σχετικά με τις ενδεδειγμένες ενέργειες σε περίπτωση αστοχίας προϊόντος ή ατυχήματος κατά τη χρήση.

2.5.

Κατάρτιση και άλλες απαιτήσεις που πρέπει υποχρεωτικά να πληρούνται για την ασφαλή χρήση.

2.6.

Δυνατότητες περιορισμού των κινδύνων πέραν αυτών στα σημεία 2.1 έως 2.5.

2.7.

Συστάσεις για ένα προϊόν:

α)

επισκευή·

β)

απεγκατάσταση·

γ)

επαναχρησιμοποίηση·

δ)

ανακατασκευή·

ε)

ανακύκλωση·

στ)

ασφαλής εναπόθεση.

2.8.

Κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις του προϊόντος, όπως μετρώνται με βάση τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής – συνολικά, όπως αναφέρεται στο παράρτημα II στοιχείο α), και την τοξικότητα για τον άνθρωπο, (καρκίνος), όπως αναφέρεται στο παράρτημα II στοιχείο ιζ).

3.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία που απαριθμούνται στο σημείο 2 πρέπει να είναι επαρκείς, τόσο ως προς την ποσότητα όσο και ως προς την ποιότητα, ώστε οι δυνητικοί αγοραστές να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις πριν από την αγορά τους, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την αναγκαία ποσότητα, την εγκατάσταση, τη χρήση, τη συντήρηση, την αποσυναρμολόγηση, την επαναχρησιμοποίηση και την ανακύκλωση του αντίστοιχου προϊόντος. Ενδέχεται να περιλαμβάνουν όλα τα σχέδια, τα διαγράμματα, τις περιγραφές και τις επεξηγήσεις που είναι αναγκαίες για την πλήρη κατανόησή τους.

Οι πληροφορίες λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση και στο μέγεθος του δυνατού, τις ανάγκες των σχεδιαστών, των οικοδομικών αρχών, των επαγγελματιών του κατασκευαστικού τομέα, των αρχών ελέγχου κτιρίων, των καταναλωτών και άλλων χρηστών, των ενοίκων, των διαχειριστών χρήσεων και των επαγγελματιών συντήρησης.

4.

Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι τεχνικές λεπτομέρειες που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 συνιστούν επίσης τη θέση όπου πρέπει να παρέχονται οι αντίστοιχες πληροφορίες. Η θέση αυτή είναι εκείνη στην οποία είναι λιγότερο πιθανό να παραβλεφθούν οι πληροφορίες.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 15 (1)

Όνομα του κατασκευαστή

Κωδικός δήλωσης … (2)

Αριθ. έκδοσης … (3)

Ημερομηνία της εν λόγω έκδοσης …

1.   

Περιγραφή προϊόντος:

α)

μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός του τύπου του προϊόντος και, εφόσον υπάρχει, αριθμός παρτίδας ή σειράς·

β)

κατηγορία προϊόντων, όπως ορίζεται από τις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές ή τα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης·

γ)

δηλωμένες χρήσεις του προϊόντος, εντός του πεδίου εφαρμογής της εφαρμοστέας εναρμονισμένης τεχνικής προδιαγραφής ή του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης·

δ)

ονομαστικές διαστάσεις ή διαβάθμιση του προϊόντος·

ε)

βασικά μέρη του προϊόντος, κατά περίπτωση·

στ)

εκτιμώμενη μέση και ελάχιστη λειτουργική διάρκεια ζωής για τη δηλωμένη χρήση (ανθεκτικότητα)·

ζ)

τυχόν παραλλαγές και περιγραφές τους·

η)

στις περιπτώσεις που το προϊόν έχει προηγουμένως εγκατασταθεί σε δομικό έργο, την ημερομηνία και τον τόπο της τελευταίας απεγκατάστασης.

2.   

Μόνιμοι σύνδεσμοι ή φορείς δεδομένων όσον αφορά τα ακόλουθα, εκτός εάν οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με το άρθρο 76:

α)

τις τυχόν καταχωρίσεις προϊόντων του κατασκευαστή σε ενωσιακές βάσεις δεδομένων·

β)

πληροφορίες που παρέχονται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006·

γ)

τις γενικές πληροφορίες προϊόντος, τις οδηγίες χρήσης και τις πληροφορίες ασφάλειας σύμφωνα με το παράρτημα IV.

3.   

Κατασκευαστής:

α)

όνομα·

β)

καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία·

γ)

καταχωρισμένος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας·

δ)

ταχυδρομική διεύθυνση·

ε)

τηλέφωνο·

στ)

διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου·

ζ)

ιστότοπος.

4.   

Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, κατά περίπτωση:

α)

όνομα·

β)

καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία·

γ)

καταχωρισμένος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας·

δ)

ταχυδρομική διεύθυνση·

ε)

τηλέφωνο·

στ)

διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου·

ζ)

ιστότοπος.

5.   

Κοινοποιημένος οργανισμός ή κοινοποιημένοι οργανισμοί, κατά περίπτωση:

α)

όνομα·

β)

αναγνωριστικός αριθμός·

γ)

καταχωρισμένη εμπορική ονομασία, κατά περίπτωση·

δ)

καταχωρισμένος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας·

ε)

ταχυδρομική διεύθυνση·

στ)

τηλέφωνο·

ζ)

διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου·

η)

ιστότοπος.

6.   

Οργανισμός τεχνικής αξιολόγησης («ΟΤΑ»), κατά περίπτωση:

α)

όνομα·

β)

αναγνωριστικός αριθμός·

γ)

καταχωρισμένη εμπορική ονομασία, κατά περίπτωση·

δ)

τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας·

ε)

ταχυδρομική διεύθυνση·

στ)

τηλέφωνο·

ζ)

διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου·

η)

ιστότοπος.

7.   

Στοιχεία αναφοράς σε πιστοποιητικά ή εκθέσεις επικύρωσης που εκδίδονται από κοινοποιημένους οργανισμούς και ΟΤΑ.

8.   

Έγγραφα για το τεχνικό πλαίσιο αναφοράς:

α)

εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές για τον καθορισμό των εφαρμοστέων ουσιωδών χαρακτηριστικών (αριθμός αναφοράς και ημερομηνία έκδοσης)· ή

β)

Εφαρμοζόμενο έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης (αριθμός αναφοράς και ημερομηνία έκδοσης) και έκδοση ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης (ΟΤΑ, αριθμός αναφοράς και ημερομηνία έκδοσης).

9.   

Δηλωθείσες επιδόσεις και χαρακτηριστικά βιωσιμότητας:

α)

πλήρης κατάλογος των ουσιωδών χαρακτηριστικών, όπως καθορίζονται στην εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή στο έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης για την αντίστοιχη κατηγορία προϊόντων για την οποία δηλώνονται οι επιδόσεις και το εφαρμοστέο σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης που εφαρμόζεται σε αυτά·

β)

επιδόσεις του προϊόντος, βάσει υπολογιζόμενων τιμών, επιπέδων ή κατηγοριών, ή περιγραφικά. Οι αντίστοιχες τιμές, επίπεδα ή κατηγορίες επαναλαμβάνονται στη δήλωση επιδόσεων και, επομένως, δεν μπορούν να εκφραστούν αποκλειστικά με την προσθήκη παραπομπών σε άλλα έγγραφα. Για τα ουσιώδη χαρακτηριστικά για τα οποία δεν δηλώνονται επιδόσεις, ο όρος «NULL» εισάγεται στη θέση δήλωσης της επίδοσης. Η επίδοση όσον αφορά τη δομοστατική συμπεριφορά ενός προϊόντος μπορεί να εκφράζεται με παραπομπή στη συνημμένη τεκμηρίωση παραγωγής ή στους συνημμένους στατικούς υπολογισμούς·

γ)

περιβαλλοντική βιωσιμότητα που εκφράζεται, για τα εφαρμοστέα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εφαρμοστέων ενοτήτων του κύκλου ζωής, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2·

δ)

παραπομπή στην έκδοση του λογισμικού που χρησιμοποιείται όπως παρέχεται από την Επιτροπή.

10.   

Τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τα προϊόντα οι οποίες καθορίζονται από τις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, το σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης που εφαρμόζεται σε αυτά και τα στοιχεία αναφοράς για το προαιρετικό εναρμονισμένο πρότυπο ή τις κοινές προδιαγραφές ή τα μέρη αυτών που εφαρμόζονται, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας.

Κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις του προϊόντος, όπως μετρώνται με βάση τις απαιτήσεις του προϊόντος.

11.   

Δηλώσεις:

α)

η επίδοση του προϊόντος που ταυτοποιείται ανωτέρω είναι σύμφωνη με τις δηλωθείσες επιδόσεις που δηλώνονται στο σημείο 9·

β)

τα δεδομένα βιωσιμότητας του προϊόντος που προσδιορίζονται ανωτέρω έχουν υπολογιστεί ορθά με βάση τους κανόνες της κατηγορίας προϊόντων που ισχύουν γι’ αυτό·

γ)

το προϊόν που ταυτοποιείται ανωτέρω είναι σύμφωνο με τις απαιτήσεις που παρατίθενται στο σημείο 10.

Υπογραφή για λογαριασμό και εξ ονόματος του κατασκευαστή από:

[όνομα, ιδιότητα (4)]

[τόπος]

[ημερομηνία έκδοσης]

[υπογραφή]


(1)  Όταν εκδίδεται δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης για προϊόν που δεν υπόκειται σε απαιτήσεις προϊόντος οι οποίες καθορίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, παραλείπονται τα σημεία 10 και 11 στοιχείο γ).

(2)  Χρησιμοποιείται μόνο ένας μοναδικός και αδιαμφισβήτητος κωδικός δήλωσης ανά τύπο προϊόντος, ακόμη και όταν υπάρχουν παραλλαγές του τύπου του προϊόντος που δεν επηρεάζουν τις επιδόσεις ή τη συμμόρφωση του προϊόντος.

(3)  Μπορούν να εκδοθούν διάφορες εκδόσεις, π.χ. για τη διόρθωση λαθών ή την προσθήκη συμπληρωματικών πληροφοριών.

(4)  Ο υπογράφων πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένος βάσει του εθνικού δικαίου να εκπροσωπεί τον κατασκευαστή, είτε βάσει εντολής είτε λόγω του ρόλου του ως νόμιμου εκπροσώπου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

Διαδικασία αιτήματος για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση και έγκρισης εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης

1.   Αίτημα για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση

1.1.

Όταν ένας κατασκευαστής υποβάλλει αίτημα για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση σε οποιονδήποτε ΟΤΑ για προϊόν, και αφού ο κατασκευαστής και ο ΟΤΑ έχουν υπογράψει συμφωνία εμπορικού απορρήτου και εμπιστευτικότητας, εκτός εάν ο κατασκευαστής αποφασίσει διαφορετικά, ο κατασκευαστής υποβάλλει στον αρμόδιο ΟΤΑ τεχνική τεκμηρίωση που περιγράφει το προϊόν, την προβλεπόμενη από τον κατασκευαστή χρήση του και στοιχεία του ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο που προτίθεται να εφαρμόσει ο κατασκευαστής.

1.2.

Όταν μια ομάδα κατασκευαστών ή μια ένωση κατασκευαστών υποβάλλει αίτημα για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση, απευθύνει το αίτημα στον οργανισμό των ΟΤΑ ο οποίος θα προτείνει στην ομάδα έναν ΟΤΑ που θα ενεργεί ως αρμόδιος ΟΤΑ. Η ομάδα μπορεί είτε να αποδεχτεί τον προτεινόμενο ΟΤΑ είτε να ζητήσει από τον οργανισμό των ΟΤΑ να προτείνει εναλλακτικό ΟΤΑ. Μόλις η ομάδα αποδεχτεί τον αρμόδιο ΟΤΑ που προτείνει ο οργανισμός ΟΤΑ, τα μέλη της ομάδας υπογράφουν συμφωνία εμπορικού απορρήτου και εμπιστευτικότητας με τον εν λόγω ΟΤΑ, εκτός εάν η ομάδα αποφασίσει διαφορετικά, και η ομάδα υποβάλλει στον αρμόδιο ΟΤΑ τεχνική τεκμηρίωση που περιγράφει το προϊόν, τη χρήση του προβλέπεται από την ομάδα και τα στοιχεία του ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο που προτίθενται να εφαρμόσουν τα μέλη της ομάδας.

1.3.

Ελλείψει αιτήματος για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση, όταν η Επιτροπή ξεκινά την εκπόνηση ευρωπαϊκού εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης, προσκομίζει στον οργανισμό των ΟΤΑ τεχνική τεκμηρίωση που περιγράφει το προϊόν, τη χρήση του και τα στοιχεία προς εφαρμογή. Ο οργανισμός των ΟΤΑ, από κοινού με την Επιτροπή, συμφωνεί σχετικά με έναν ΟΤΑ που θα ενεργεί ως αρμόδιος ΟΤΑ.

2.   Σύμβαση

Για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1 στοιχείο γ), εντός 1 μήνα από την παραλαβή της τεχνικής τεκμηρίωσης, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα σημεία 1.1 και 1.2, συνάπτεται σύμβαση αντίστοιχα μεταξύ του κατασκευαστή ή της ομάδας και του αρμόδιου ΟΤΑ για την κατάρτιση της ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης, η οποία καθορίζει το πρόγραμμα εργασίας για την κατάρτιση του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης, το οποίο περιλαμβάνει:

α)

την οργάνωση των εργασιών στο πλαίσιο του οργανισμού των ΟΤΑ·

β)

τη σύνθεση της ομάδας εργασίας που θα συσταθεί στο πλαίσιο του οργανισμού των ΟΤΑ, ειδικά για την εν λόγω οικογένεια προϊόντων· και

γ)

τον συντονισμό των ΟΤΑ.

Στην περίπτωση που προβλέπεται στο σημείο 1.3, ο αρμόδιος ΟΤΑ υποβάλλει στην Επιτροπή το πρόγραμμα εργασίας για την κατάρτιση του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης με το ίδιο περιεχόμενο και εντός της ίδιας προθεσμίας. Στη συνέχεια, η Επιτροπή διαθέτει προθεσμία 30 εργάσιμων ημερών για να κοινοποιήσει στον αρμόδιο ΟΤΑ τις παρατηρήσεις της σχετικά με το πρόγραμμα εργασίας και ο αρμόδιος ΟΤΑ τροποποιεί αναλόγως το πρόγραμμα εργασίας.

3.   Κοινοποίηση του προγράμματος εργασίας

Στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τα σημεία 1.1 και 1.2, έπειτα από συμφωνία με τον κατασκευαστή και την ομάδα, αντίστοιχα, ο οργανισμός των ΟΤΑ ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με το πρόγραμμα εργασίας για την κατάρτιση του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης, το χρονοδιάγραμμα για την εκτέλεσή του και τον καθορισμό του προγράμματος αξιολόγησης. Η εν λόγω κοινοποίηση πραγματοποιείται εντός τριών μηνών από την παραλαβή του αιτήματος για ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση από ΟΤΑ, οπότε ο ΟΤΑ κινεί τη διαδικασία που προβλέπεται στα σημεία 1.1 και 1.2.

Στην περίπτωση που προβλέπεται στο σημείο 1.3, ο οργανισμός των ΟΤΑ υποβάλλει στην Επιτροπή το πρόγραμμα εργασίας για την κατάρτιση του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης με το ίδιο περιεχόμενο και εντός της ίδιας προθεσμίας, όπως ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο. Στη συνέχεια, η Επιτροπή κοινοποιεί στον οργανισμό των ΟΤΑ, εντός 30 εργάσιμων ημερών, τις παρατηρήσεις της σχετικά με το πρόγραμμα εργασίας. Αφού δοθεί στον αρμόδιο ΟΤΑ και στον οργανισμό των ΟΤΑ η δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις, ο αρμόδιος ΟΤΑ τροποποιεί αναλόγως το πρόγραμμα εργασίας.

4.   Το σχέδιο εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης

Ο οργανισμός των ΟΤΑ, μέσω της ομάδας εργασίας που συντονίζεται από τον αρμόδιο ΟΤΑ, οριστικοποιεί σχέδιο εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης το οποίο κοινοποιεί στα ενδιαφερόμενα μέρη εντός 6 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή ενημερώθηκε για το πρόγραμμα εργασίας στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα σημεία 1.1 και 1.2 ή από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή κοινοποίησε στον αρμόδιο ΟΤΑ τις παρατηρήσεις της σχετικά με το πρόγραμμα εργασίας στην περίπτωση που αναφέρεται στο σημείο 1.3.

5.   Συμμετοχή της Επιτροπής

Σε όλα τα στάδια της εκτέλεσης του προγράμματος εργασιών μπορεί να συμμετέχει, ως παρατηρητής, αντιπρόσωπος της Επιτροπής. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τον οργανισμό των ΟΤΑ σε οποιοδήποτε στάδιο να εγκαταλείψει ή να τροποποιήσει την εκπόνηση ενός συγκεκριμένου εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης, εάν η ανάπτυξη δεν συνάδει με τον παρόντα κανονισμό ή εάν η προσέγγιση δεν είναι αποδοτική ή αποτελεσματική όσον αφορά τους πόρους και την τελική δυνατότητα εφαρμογής. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τον οργανισμό των ΟΤΑ σε οποιοδήποτε στάδιο να συγχωνεύσει παράλληλες διαδικασίες για την κατάρτιση εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης ή να χωρίσει μια ενιαία διαδικασία σε δύο, προκειμένου να αυξηθεί η σαφήνεια ή να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας ανάπτυξης ή της μελλοντικής εφαρμογής του υπό εξέταση εγγράφου αξιολόγησης.

Εάν οι εμπλεκόμενοι ΟΤΑ δεν συμφωνήσουν σε έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, ο οργανισμός των ΟΤΑ υποβάλλει το θέμα στην Επιτροπή προς εξυγίανση, μεταξύ άλλων μέσω οδηγιών προς τον οργανισμό των ΟΤΑ σχετικά με τον τρόπο ολοκλήρωσης των εργασιών του.

6.   Διαβούλευση με τα κράτη μέλη

Στην περίπτωση που προβλέπεται στο σημείο 1.3, η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με την κατάρτιση του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης μετά την οριστικοποίηση του σχετικού προγράμματος εργασίας. Εφόσον ζητηθεί, τα κράτη μέλη μπορούν να συμμετέχουν, κατά περίπτωση, στην εκτέλεσή του. Οι παρατηρήσεις των κρατών μελών κοινοποιούνται στην Επιτροπή και εξετάζονται από αυτήν. Ο οργανισμός των ΟΤΑ ενημερώνεται από την Επιτροπή σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή του προγράμματος εργασίας η οποία απαιτείται και εγκρίνεται από την Επιτροπή, εντός του χρονικού πλαισίου που δίνεται στην Επιτροπή για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με το πρόγραμμα εργασίας πριν από την έναρξη της κατάρτισης του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης.

7.   Παράταση και καθυστέρηση

Κάθε καθυστέρηση σε σχέση με τις προθεσμίες που ορίζονται στα σημεία 1 έως 4 του παρόντος παραρτήματος αναφέρεται από την ομάδα εργασίας στον οργανισμό των ΟΤΑ και στην Επιτροπή.

Εάν δικαιολογείται παράταση των προθεσμιών για την κατάρτιση εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης, ιδίως εξαιτίας της απουσίας απόφασης της Επιτροπής σχετικά με το εφαρμοστέο σύστημα αξιολόγησης και επαλήθευσης για το προϊόν ή λόγω της ανάγκης εκπόνησης νέας μεθόδου δοκιμών, η Επιτροπή χορηγεί παράταση.

8.   Τροποποιήσεις και έγκριση σχεδίου εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης

8.1.

Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα σημεία 1.1 και 1.2, ο αρμόδιος ΟΤΑ κοινοποιεί το σχέδιο του εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης στον κατασκευαστή ή την ομάδα, αντίστοιχα, οι οποίοι διαθέτουν προθεσμία 20 εργάσιμων ημερών για να αντιδράσουν σχετικά. Εν συνεχεία, ο οργανισμός των ΟΤΑ:

α)

κατά περίπτωση, ενημερώνει τον κατασκευαστή ή την ομάδα σχετικά με το πώς ελήφθησαν υπόψη οι αντιδράσεις του/της·

β)

εγκρίνει το σχέδιο εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης·

γ)

διαβιβάζει αντίγραφό του στην Επιτροπή.

8.2.

Στην περίπτωση που προβλέπεται στο σημείο 1.3, ο αρμόδιος ΟΤΑ:

α)

εγκρίνει το σχέδιο εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης·

β)

διαβιβάζει αντίγραφό του στην Επιτροπή.

9.   Αξιολόγηση από την Επιτροπή των σχεδίων εγγράφων ευρωπαϊκής αξιολόγησης

Η Επιτροπή αξιολογεί το υποβληθέν σχέδιο εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης και, εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή, κοινοποιεί τις παρατηρήσεις της στον οργανισμό των ΟΤΑ. Ο οργανισμός των ΟΤΑ, αφού του δοθεί η ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, τροποποιεί αναλόγως το σχέδιο και επιστρέφει τα αντίγραφα του τροποποιημένου σχεδίου εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης σύμφωνα με το σημείο 8.1 στοιχείο γ) και το σημείο 8.2 στοιχείο β).

10.   Έγκριση τελικού εγγράφου ευρωπαϊκής αξιολόγησης και δημοσίευση

Ο οργανισμός των ΟΤΑ εγκρίνει το τελικό έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης και αποστέλλει αντίγραφό του στην Επιτροπή, μαζί με μετάφραση του τίτλου του σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, για τη δημοσίευση χωρίς καθυστέρηση των στοιχείων αναφοράς του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο οργανισμός των ΟΤΑ δημοσιεύει το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης εντός 90 ημερών από την ημερομηνία έγκρισης, σε μία ή περισσότερες γλώσσες της Ένωσης και διασφαλίζει, τουλάχιστον, ότι παραμένει προσβάσιμο έως ότου όλες οι ευρωπαϊκές τεχνικές αξιολογήσεις που βασίζονται σε αυτό παύσουν να ισχύουν.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

Κατάλογος οικογενειών προϊόντων

ΚΩΔΙΚΟΣ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

1

ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΠΟ ΣΥΝΗΘΕΣ/ΕΛΑΦΡΥ/ΚΥΨΕΛΩΤΟ ΑΥΤΟΚΛΕΙΣΤΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ.

2

ΠΟΡΤΕΣ, ΠΑΡΑΘΥΡΑ, ΠΑΡΑΘΥΡΟΦΥΛΛΑ, ΑΥΛΟΠΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ.

3

ΜΕΜΒΡΑΝΕΣ, ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΥΓΡΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝΔΥΑΣΜΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ/Ή ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ).

4

ΘΕΡΜΟΜΟΝΩΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ. ΣΥΝΘΕΤΟΙ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΜΟΝΩΣΗΣ/ΣΥΝΘΕΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΜΟΝΩΣΗΣ.

5

ΕΦΕΔΡΑΝΑ. ΠΕΡΟΝΕΣ ΔΟΜΙΚΩΝ ΑΡΜΩΝ.

6

ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΙ, ΚΑΠΝΑΓΩΓΟΙ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ.

7

ΓΥΨΙΝΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ.

8

ΓΕΩΥΦΑΣΜΑΤΑ, ΓΕΩΜΕΜΒΡΑΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΠΡΟΪΟΝΤΑ.

9

ΤΟΙΧΟΠΕΤΑΣΜΑΤΑ/ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΤΟΙΧΟΥ/ΥΑΛΟΠΕΤΑΣΜΑΤΑ ΟΨΕΩΝ ΜΕ ΣΦΡΑΓΙΣΤΙΚΑ.

10

ΣΤΑΘΕΡΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΠΥΡΟΣΒΕΣΗΣ (ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ/ΠΥΡΑΝΙΧΝΕΥΣΗ, ΜΟΝΙΜΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΥΡΟΣΒΕΣΗΣ, ΕΛΕΓΧΟΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΠΝΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ ΕΚΡΗΞΕΩΝ).

11

ΕΙΔΗ ΥΓΙΕΙΝΗΣ.

12

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ. ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΟΔΟΠΟΪΙΑΣ.

13

ΠΡΟΪΟΝΤΑ/ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΟΜΙΚΗΣ ΞΥΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ.

14

ΠΕΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΞΥΛΟ.

15

ΤΣΙΜΕΝΤΟ, ΔΟΜΙΚΕΣ ΑΣΒΕΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ ΣΥΝΔΕΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ.

16

ΧΑΛΥΒΑΣ ΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΕΝΤΑΣΗΣ ΓΙΑ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ (ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ). ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΕΝΤΑΣΗΣ.

17

ΤΟΙΧΟΠΟΙΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΠΡΟΪΟΝΤΑ. ΜΟΝΑΔΕΣ ΤΟΙΧΟΠΟΙΙΑΣ, ΚΟΝΙΑΜΑΤΑ, ΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ.

18

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΔΙΚΤΥΩΝ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ.

19

ΔΑΠΕΔΑ.

20

ΔΟΜΙΚΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ.

21

ΤΕΛΕΙΩΜΑΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΟΙΧΩΝ ΚΑΙ ΟΡΟΦΩΝ. ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΙΧΩΝ.

22

ΕΠΙΚΑΛΥΨΕΙΣ ΣΤΕΓΩΝ, ΦΕΓΓΙΤΕΣ, ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΣΤΕΓΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΛΚΟΜΕΝΑ. ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΓΙΑ ΣΤΕΓΕΣ.

23

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΟΔΟΠΟΙΙΑΣ.

24

ΑΔΡΑΝΗ.

25

ΔΟΜΙΚΑ ΣΥΓΚΟΛΛΗΤΙΚΑ.

26

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ, ΤΑ ΚΟΝΙΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΕΜΑΤΑ.

27

ΣΥΣΚΕΥΕΣ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ ΧΩΡΩΝ.

28

ΣΩΛΗΝΕΣ, ΔΕΞΑΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΠΡΟΟΡΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ.

29

ΔΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΠΡΟΟΡΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ.

30

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΠΟ ΕΠΙΠΕΔΗ ΥΑΛΟ, ΥΑΛΟ ΜΟΡΦΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΔΙΑΤΟΜΗΣ ΚΑΙ ΥΑΛΟΤΟΥΒΛΑ ΔΟΜΗΣΗΣ.

31

ΚΑΛΩΔΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ, ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ.

32

ΥΛΙΚΑ ΣΦΡΑΓΙΣΗΣ ΑΡΜΩΝ.

33

ΣΤΕΡΕΩΤΙΚΑ.

34

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΟΜΗΣΗΣ, ΜΟΝΑΔΕΣ, ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.

35

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΥΡΟΦΡΑΓΜΟΥ, ΠΥΡΟΣΦΡΑΓΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ. ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΙΒΡΑΔΥΝΣΗΣ ΚΑΥΣΗΣ.

36

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΕΣ ΣΚΑΛΕΣ.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

Απαιτήσεις για τους ΟΤΑ

Οι ΟΤΑ είναι σε θέση να εκπληρώνουν τα ακόλουθα καθήκοντα και απαιτήσεις:

Αρμοδιότητα

Περιγραφή των καθηκόντων

Απαίτηση

1.

Ανάλυση κινδύνων

Προσδιορισμός των πιθανών κινδύνων και οφελών για τη χρήση καινοτόμων προϊόντων, αν δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες/ενοποιημένες τεχνικές πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις τους όταν εγκαθίστανται σε δομικά έργα.

Ο ΟΤΑ ιδρύεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας και διαθέτει νομική προσωπικότητα. Είναι ανεξάρτητος από τα ενδιαφερόμενα μέρη και από τυχόν ιδιαίτερα συμφέροντα.

Ο ΟΤΑ διαθέτει προσωπικό με:

α)

αντικειμενικότητα και ορθή τεχνική κρίση·

β)

λεπτομερή γνώση των κανονιστικών διατάξεων και άλλων απαιτήσεων που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου έχει οριστεί, όσον αφορά τις οικογένειες προϊόντων για τις οποίες ορίζεται·

γ)

γενική κατανόηση της δομικής πρακτικής και λεπτομερείς τεχνικές γνώσεις σχετικά με τις οικογένειες προϊόντων για τις οποίες ορίζεται·

δ)

λεπτομερή γνώση των υφιστάμενων ειδικών κινδύνων και των τεχνικών πτυχών της διαδικασίας δόμησης·

ε)

λεπτομερή γνώση των υφιστάμενων εναρμονισμένων προτύπων και μεθόδων δοκιμής στις οικογένειες προϊόντων για τις οποίες ορίζεται·

στ)

λεπτομερή γνώση του παρόντος κανονισμού·

ζ)

κατάλληλες γλωσσικές δεξιότητες.

Οι αμοιβές του προσωπικού του ΟΤΑ δεν εξαρτώνται από τον αριθμό των αξιολογήσεων που διενεργούνται ούτε από τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων αυτών.

2.

Καθορισμός τεχνικών κριτηρίων

Μετατροπή του αποτελέσματος της ανάλυσης κινδύνου σε τεχνικά κριτήρια για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς και των επιδόσεων των προϊόντων όσον αφορά την εκπλήρωση των εφαρμοστέων εθνικών απαιτήσεων·

παροχή των τεχνικών πληροφοριών που χρειάζονται οι συμμετέχοντες στη διαδικασία δόμησης ως δυνητικοί χρήστες των προϊόντων (κατασκευαστές, σχεδιαστές, ανάδοχοι, εγκαταστάτες).

3.

Καθορισμός μεθόδων αξιολόγησης

Σχεδιασμός και επικύρωση κατάλληλων μεθόδων (δοκιμών ή υπολογισμών) για την αξιολόγηση των επιδόσεων όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των προϊόντων, λαμβανομένης υπόψη της τρέχουσας κατάστασης της τεχνολογίας.

4.

Καθορισμός του ειδικού ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο

Κατανόηση και αξιολόγηση της κατασκευαστικής διαδικασίας του συγκεκριμένου προϊόντος, προκειμένου να προσδιοριστούν κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της σταθερότητας του προϊόντος μέσω της δεδομένης κατασκευαστικής διαδικασίας.

Ο ΟΤΑ διαθέτει προσωπικό με κατάλληλες γνώσεις όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των κατασκευαστικών διαδικασιών και των χαρακτηριστικών του προϊόντος που σχετίζονται με τον έλεγχο της παραγωγής στο εργοστάσιο.

5.

Αξιολόγηση του προϊόντος

Αξιολόγηση των επιδόσεων όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των προϊόντων βάσει εναρμονισμένων μεθόδων έναντι εναρμονισμένων κριτηρίων.

Πέραν των απαιτήσεων που απαριθμούνται στα σημεία 1, 2 και 3, ο ΟΤΑ έχει πρόσβαση στα απαραίτητα μέσα και τον εξοπλισμό για την αξιολόγηση των επιδόσεων όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των προϊόντων στις οικογένειες προϊόντων για τις οποίες ορίζεται.

6.

Γενική διαχείριση

Εξασφάλιση της συνεκτικότητας, της αξιοπιστίας, της αντικειμενικότητας και της ιχνηλασιμότητας, μέσω της συνεχούς εφαρμογής κατάλληλων μεθόδων διαχείρισης.

Ο ΟΤΑ διαθέτει:

α)

αποδεδειγμένο ιστορικό ορθής διοικητικής συμπεριφοράς·

β)

πολιτική και σχετικές διαδικασίες για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας και της προστασίας των ευαίσθητων πληροφοριών στους κόλπους του ΟΤΑ και όλων των εταίρων του·

γ)

σύστημα ελέγχου των εγγράφων, για την εξασφάλιση της καταχώρισης, της ιχνηλασιμότητας, της διατήρησης, της προστασίας και της αρχειοθέτησης όλων των σχετικών εγγράφων·

δ)

μηχανισμό εσωτερικού ελέγχου και επανεξέτασης της διαχείρισης, για να διασφαλίζει την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης με κατάλληλες διαχειριστικές μεθόδους·

ε)

διαδικασία για την αντικειμενική διαχείριση προσφυγών και καταγγελιών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX

Συστήματα αξιολόγησης και επαλήθευσης (ΣΑΕ)

Ο κατασκευαστής προσδιορίζει ορθά, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1, τον τύπο του προϊόντος και εφαρμόζει την αντίστοιχη κατηγορία προϊόντων με βάση την ισχύουσα εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης. Όταν κοινοποιημένος οργανισμός εμπλέκεται σε αξιολόγηση και επαλήθευση, ο κοινοποιημένος οργανισμός επαληθεύει, σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 1, ότι ο τύπος του προϊόντος προσδιορίστηκε ορθά και ότι η αντίστοιχη κατηγορία προϊόντων εφαρμόστηκε ορθά.

1.   Σύστημα 1+

Πλήρης έλεγχος κοινοποιημένου οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της δοκιμής δείγματος ελέγχου

α)

Ο κατασκευαστής διενεργεί:

i)

έλεγχο της παραγωγής στο εργοστάσιο·

ii)

περαιτέρω δοκιμές των δειγμάτων που λαμβάνονται στη μονάδα παραγωγής σύμφωνα με το προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα δοκιμών·

iii)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της ορθής εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αξιολόγηση των επιδόσεων·

iv)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τα προϊόντα δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

β)

Ο κοινοποιημένος οργανισμός αποφασίζει σχετικά με την έκδοση, τον περιορισμό, την αναστολή ή την ανάκληση του πιστοποιητικού σταθερότητας των επιδόσεων και συμμόρφωσης του προϊόντος με βάση:

i)

επιβεβαίωση ότι ο τύπος του προϊόντος και η κατηγορία του προϊόντος προσδιορίστηκαν σωστά·

ii)

αξιολόγηση των επιδόσεων του προϊόντος με βάση τη δοκιμή τύπου (συμπεριλαμβανομένης της δειγματοληψίας του στοιχείου ή των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται ως αντιπροσωπευτικά του τύπου), τον υπολογισμό τύπου ή τις πινακοποιημένες τιμές ή τεκμηρίωση που περιγράφει το προϊόν·

iii)

την αρχική επιθεώρηση της μονάδας παραγωγής και του ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο·

iv)

συνεχής επιτήρηση, εκτίμηση και αξιολόγηση του ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο, συμπεριλαμβανομένων των περιοδικών επιθεωρήσεων της μονάδας παραγωγής·

v)

τον έλεγχο / τη δοκιμή δειγμάτων που λαμβάνονται πριν διατεθεί το προϊόν στην αγορά·

vi)

επαλήθευση των καθηκόντων που προβλέπονται στο στοιχείο α) σημεία iii) και iv).

2.   Σύστημα 1

Πλήρης έλεγχος κοινοποιημένου οργανισμού, χωρίς τη δοκιμή δείγματος ελέγχου

α)

Ο κατασκευαστής διενεργεί:

i)

έλεγχο της παραγωγής στο εργοστάσιο·

ii)

περαιτέρω δοκιμές δειγμάτων που λαμβάνονται στη μονάδα παραγωγής από τον κατασκευαστή σύμφωνα με το προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα δοκιμών·

iii)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της ορθής εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αξιολόγηση των επιδόσεων·

iv)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τα προϊόντα δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

β)

Ο κοινοποιημένος οργανισμός αποφασίζει σχετικά με την έκδοση, τον περιορισμό, την αναστολή ή την ανάκληση του πιστοποιητικού σταθερότητας των επιδόσεων και συμμόρφωσης του προϊόντος με βάση:

i)

επιβεβαίωση ότι ο τύπος του προϊόντος και η κατηγορία του προϊόντος προσδιορίστηκαν σωστά·

ii)

αξιολόγηση των επιδόσεων του προϊόντος με βάση τη δοκιμή τύπου (συμπεριλαμβανομένης της δειγματοληψίας του στοιχείου ή των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται ως αντιπροσωπευτικά του τύπου), τον υπολογισμό τύπου ή τις πινακοποιημένες τιμές ή τεκμηρίωση που περιγράφει το προϊόν·

iii)

την αρχική επιθεώρηση της μονάδας παραγωγής και του ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο·

iv)

συνεχής επιτήρηση, εκτίμηση και αξιολόγηση του ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο, συμπεριλαμβανομένων των περιοδικών επιθεωρήσεων της μονάδας παραγωγής·

v)

επαλήθευση των καθηκόντων που προβλέπονται στο στοιχείο α) σημεία iii) και iv).

3.   Σύστημα 2+

Κοινοποιημένος οργανισμός που επικεντρώνεται στον έλεγχο της παραγωγής στο εργοστάσιο

α)

Ο κατασκευαστής διενεργεί:

i)

αξιολόγηση των επιδόσεων του προϊόντος με βάση τη δοκιμή (συμπεριλαμβανομένης της δειγματοληψίας του στοιχείου ή των στοιχείων που λαμβάνονται ως αντιπροσωπευτικά του τύπου), τον υπολογισμό τύπου, τις πινακοποιημένες τιμές ή την τεκμηρίωση που περιγράφει το εν λόγω προϊόν·

ii)

έλεγχο της παραγωγής στο εργοστάσιο·

iii)

δοκιμές των δειγμάτων που λαμβάνονται στο εργοστάσιο σύμφωνα με το προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα δοκιμών·

iv)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της ορθής εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αξιολόγηση των επιδόσεων·

v)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τα προϊόντα δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

β)

Ο κοινοποιημένος οργανισμός αποφασίζει για την έκδοση, τον περιορισμό, την αναστολή ή την απόσυρση του πιστοποιητικού συμμόρφωσης του ελέγχου παραγωγής στο εργοστάσιο με βάση:

i)

επιβεβαίωση ότι ο τύπος προϊόντος και η κατηγορία προϊόντων προσδιορίστηκαν ορθά και ότι οι επιδόσεις του προϊόντος αξιολογήθηκαν ορθά με βάση την επανεξέταση της τεκμηρίωσης του προϊόντος·

ii)

την αρχική επιθεώρηση της μονάδας παραγωγής και του ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο·

iii)

συνεχής επιτήρηση, εκτίμηση και αξιολόγηση του ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο, συμπεριλαμβανομένων των περιοδικών επιθεωρήσεων της μονάδας παραγωγής·

iv)

επαλήθευση των καθηκόντων που προβλέπονται στο στοιχείο α) σημεία iv) και v).

4.   Σύστημα 3+

Έλεγχος της αξιολόγησης της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας από τον κοινοποιημένο οργανισμό

α)

Ο κατασκευαστής διενεργεί:

i)

την αξιολόγηση των επιδόσεων του προϊόντος με βάση τη συλλογή δεδομένων για τις τιμές εισόδου, τις παραδοχές και τη μοντελοποίηση·

ii)

έλεγχο της παραγωγής στο εργοστάσιο.

β)

Ο κοινοποιημένος οργανισμός αποφασίζει για την έκδοση, τον περιορισμό, την αναστολή ή την απόσυρση της έκθεσης επικύρωσης με βάση:

i)

την επικύρωση των τιμών εισόδου, των παραδοχών που διατυπώθηκαν και της συμμόρφωσης με τους εφαρμοστέους γενικούς κανόνες ή τους ειδικούς κανόνες για την κατηγορία προϊόντων·

ii)

την επικύρωση της αξιολόγησης του κατασκευαστή·

iii)

την επικύρωση της διαδικασίας που εφαρμόστηκε για τη δημιουργία της εν λόγω αξιολόγησης·

iv)

την επικύρωση της ορθής χρήσης του λογισμικού που είναι κατάλληλο για την αξιολόγηση·

v)

την αρχική επιθεώρηση της μονάδας μεταποίησης για την επικύρωση τυχόν ειδικών ανά εταιρεία στοιχείων.

5.   Σύστημα 3

Κοινοποιημένος οργανισμός που επικεντρώνεται στον προσδιορισμό του τύπου του προϊόντος

α)

Ο κατασκευαστής διενεργεί:

i)

περαιτέρω αξιολόγηση των επιδόσεων του προϊόντος με βάση τη δοκιμή (συμπεριλαμβανομένης της δειγματοληψίας των στοιχείων που λαμβάνονται ως αντιπροσωπευτικά του τύπου), τον υπολογισμό τύπου, τις πινακοποιημένες τιμές ή την τεκμηρίωση που περιγράφει το εν λόγω προϊόν·

ii)

έλεγχο της παραγωγής στο εργοστάσιο·

iii)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της ορθής εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αξιολόγηση των επιδόσεων·

iv)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τα προϊόντα δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

β)

Ο κοινοποιημένος οργανισμός αποφασίζει σχετικά με την έκδοση, τον περιορισμό, την αναστολή ή την ανάκληση του πιστοποιητικού επιδόσεων και συμμόρφωσης του προϊόντος με βάση:

i)

την αξιολόγηση των επιδόσεων με βάση τη δοκιμή που διενεργείται από κοινοποιημένο εργαστήριο δοκιμών (βάσει δειγματοληψίας που πραγματοποίησε ο κατασκευαστής), τον υπολογισμό, τις πινακοποιημένες τιμές ή την τεκμηρίωση που περιγράφει το προϊόν·

ii)

επιβεβαίωση ότι ο τύπος του προϊόντος και η κατηγορία του προϊόντος προσδιορίστηκαν σωστά.

6.   Σύστημα 4

Επαλήθευση και πιστοποίηση από τον ίδιο τον κατασκευαστή

α)

Ο κατασκευαστής διενεργεί:

i)

αξιολόγηση των επιδόσεων του προϊόντος με βάση τη δοκιμή (συμπεριλαμβανομένης της δειγματοληψίας των στοιχείων που λαμβάνονται ως αντιπροσωπευτικά του τύπου), τον υπολογισμό τύπου, τις πινακοποιημένες τιμές ή την τεκμηρίωση που περιγράφει το εν λόγω προϊόν·

ii)

προσδιορισμό του τύπου του προϊόντος και της κατηγορίας προϊόντων με βάση τη δοκιμή τύπου, τον υπολογισμό τύπου ή τις πινακοποιημένες τιμές·

iii)

έλεγχο της παραγωγής στο εργοστάσιο·

iv)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της ορθής εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αξιολόγηση των επιδόσεων·

v)

κατάρτιση της τεχνικής τεκμηρίωσης που περιέχει απόδειξη της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τα προϊόντα δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

β)

Δεν υπάρχουν καθήκοντα για τον κοινοποιημένο οργανισμό.

7.

Εφαρμόζονται οι ακόλουθοι οριζόντιοι κανόνες που αφορούν ορισμένα ή όλα τα ανωτέρω συστήματα:

α)

Όταν ένα σύστημα περιλαμβάνει επιθεώρηση της μονάδας παραγωγής από κοινοποιημένο οργανισμό, οι επιθεωρήσεις αυτές καλύπτουν όλους τους χώρους στους οποίους πραγματοποιούνται σημαντικές διαδικασίες παρασκευής και περιλαμβάνουν τουλάχιστον την επαλήθευση των ακόλουθων στοιχείων:

i)

τον έλεγχο παραγωγής στο εργοστάσιο, στον οποίο προσδιορίζονται τα μέτρα και οι συχνότητες που προβλέπονται για τη διασφάλιση της σταθερότητας της επίδοσης, συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων που είναι κρίσιμες για τις επιδόσεις·

ii)

περιγραφή του προβλεπόμενου ελέγχου της παραγωγής στο εργοστάσιο.

β)

Όταν ένα σύστημα περιλαμβάνει έλεγχο της παραγωγής στο εργοστάσιο, οι εν λόγω έλεγχοι καλύπτουν τη διαδικασία παραγωγής από την παραλαβή των πρώτων υλών και των συστατικών μερών έως την αποστολή του προϊόντος (προσέγγιση «από πύλη σε πύλη») μετά την έναρξη της εν λόγω παραγωγής, και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

i)

διασφάλιση ότι τα προϊόντα συμμορφώνονται με τον τύπο του προϊόντος και συνεπώς επιτυγχάνουν τις επιδόσεις που δηλώνονται στη δήλωση επιδόσεων και συμμόρφωσης, καθώς και ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται ή εγκρίνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

ii)

εφαρμογή των τεχνικών λεπτομερειών που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του συστήματος αξιολόγησης και επαλήθευσης, όπως ορίζονται στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, στα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης και στα προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα, συμπεριλαμβανομένων, τουλάχιστον, των παραμέτρων που είναι κρίσιμες για τις επιδόσεις.

γ)

Όταν ένα σύστημα περιλαμβάνει περαιτέρω δοκιμές δειγμάτων, ισχύουν τα ακόλουθα:

i)

οι δοκιμές περιλαμβάνουν δοκιμές επαρκούς αριθμού προϊόντων, όπως ορίζονται στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, στα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης και στα προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα, όσον αφορά τη συμμόρφωση με τον τύπο του προϊόντος·

ii)

όταν οι δοκιμές δεν είναι κατάλληλες για το προϊόν, ο τύπος προϊόντος μπορεί να οριστεί με τη χρήση των εφαρμοστέων κανόνων διευρυμένης εφαρμογής που αναφέρονται στις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές, στα έγγραφα ευρωπαϊκής αξιολόγησης και στα προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα, εφόσον υπάρχουν, και οι κοινοποιημένοι οργανισμοί που επιβεβαιώνουν ότι ο τύπος προϊόντος προσδιορίστηκε σωστά επιβεβαιώνουν επίσης ότι εφαρμόστηκαν ορθά οι σχετικοί κανόνες διευρυμένης εφαρμογής·

iii)

τα αποτελέσματα δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν από άλλον κατασκευαστή ή κοινοποιημένο οργανισμό μπορούν να χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 62.

δ)

Στην περίπτωση συστημάτων που ασχολούνται με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, η επικύρωση συνίσταται στην επαλήθευση των υπολογισμών και των δεδομένων εισόδου, στο πλαίσιο των οποίων ο κοινοποιημένος οργανισμός επικυρώνει κατά πόσον τα δεδομένα μοντελοποίησης και εισόδου που ισχύουν σύμφωνα με την εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή ή το έγγραφο ευρωπαϊκής αξιολόγησης αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις του προϊόντος, καθώς και τη χρήση του λογισμικού που παρέχει η Επιτροπή, μαζί με τυχόν δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν και, ειδικότερα, επικυρώνει την αξιοπιστία τυχόν ειδικών ανά εταιρεία δεδομένων που χρησιμοποιούνται.

ε)

Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί και οι κατασκευαστές θεωρούν την ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση που έχει εκδοθεί για το προϊόν ως αξιολόγηση των επιδόσεων του εν λόγω προϊόντος. Οι κατασκευαστές, οι οποίοι βρίσκουν αποδεικτικά στοιχεία ή ενημερώνονται από τον κοινοποιημένο οργανισμό ότι οι επιδόσεις του προϊόντος δεν συμμορφώνονται με την ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση, εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος με την εν λόγω αξιολόγηση, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 22 παράγραφος 11.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X

Ουσιώδη χαρακτηριστικά οριζόντιου χαρακτήρα

Ακολουθούν ομαδοποιήσεις ουσιωδών χαρακτηριστικών οριζόντιου χαρακτήρα, όπως αναπτύχθηκαν με βάση τα παραρτήματα I και ΙΙ, για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

1.

Αντίδραση στη φωτιά.

2.

Αντίσταση στη φωτιά.

3.

Επίδοση σε περίπτωση έκθεσης σε εξωτερική φωτιά.

4.

Απορρόφηση θορύβου.

5.

Έκλυση και περιεκτικότητα επικίνδυνων ουσιών.

6.

Περιβαλλοντική βιωσιμότητα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XI

Πίνακες αντιστοιχίας

Πίνακας 1: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 > παρών κανονισμός

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2

Άρθρο 3

Άρθρο 3

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 4

Άρθρο 13

Άρθρο 5

Άρθρο 14

Άρθρο 6

Άρθρο 15

Άρθρο 7

Άρθρο 16

Άρθρο 8

Άρθρο 17

Άρθρο 9

Άρθρο 18

Άρθρο 10

Άρθρο 72

Άρθρο 11

Άρθρα 20 και 22

Άρθρο 12

Άρθρα 20 και 23

Άρθρο 13

Άρθρα 20 και 24

Άρθρο 14

Άρθρα 20 και 25

Άρθρο 15

Άρθρα 20 και 26

Άρθρο 16

Άρθρο 20

Άρθρο 17

Άρθρο 5

Άρθρο 18

Άρθρο 5

Άρθρο 19

Άρθρο 31

Άρθρο 20

Άρθρο 32

Άρθρο 21

Άρθρο 33

Άρθρο 22

Άρθρο 34

Άρθρο 23

Άρθρο 24

Άρθρο 35

Άρθρο 25

Άρθρο 36

Άρθρο 26

Άρθρο 37

Άρθρο 27

Άρθρο 5 παράγραφοι 5 και 6

Άρθρο 28

Άρθρο 10

Άρθρο 29

Άρθρο 39

Άρθρο 30

Άρθρο 40

Άρθρο 31

Άρθρο 41

Άρθρο 32

Άρθρο 41

Άρθρο 33

Άρθρο 41

Άρθρο 34

Άρθρο 41

Άρθρο 35

Άρθρο 36

Άρθρο 59

Άρθρο 37

Άρθρο 60

Άρθρο 38

Άρθρο 61

Άρθρο 38α

Άρθρο 85

Άρθρο 38β

Άρθρο 86

Άρθρο 38γ

Άρθρο 87

Άρθρο 38δ

Άρθρο 88

Άρθρο 39

Άρθρο 42

Άρθρο 40

Άρθρο 43

Άρθρο 41

Άρθρο 44

Άρθρο 42

Άρθρο 43

Άρθρο 46

Άρθρο 44

Άρθρο 47

Άρθρο 45

Άρθρο 48

Άρθρο 46

Άρθρο 49

Άρθρο 47

Άρθρο 50

Άρθρο 48

Άρθρο 51

Άρθρο 49

Άρθρο 52

Άρθρο 50

Άρθρο 53

Άρθρο 51

Άρθρο 54

Άρθρο 52

Άρθρο 55

Άρθρο 53

Άρθρο 56

Άρθρο 54

Άρθρο 45

Άρθρο 55

Άρθρο 58

Άρθρο 56

Άρθρο 65

Άρθρο 57

Άρθρο 66

Άρθρο 58

Άρθρο 67

Άρθρο 59

Άρθρο 65

Άρθρο 60

Άρθρο 89

Άρθρο 61

Άρθρο 89

Άρθρο 62

Άρθρο 89

Άρθρο 63

Άρθρο 89

Άρθρο 64

Άρθρο 90

Άρθρο 65

Άρθρο 94

Άρθρο 66

Άρθρο 95

Άρθρο 67

Άρθρο 93

Άρθρο 68

Άρθρο 96


Πίνακας 2: Παρών κανονισμός > κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011

Παρών κανονισμός

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2

Άρθρο 3

Άρθρο 2

Άρθρο 4

Άρθρο 3

Άρθρο 5

Άρθρα 17, 18 και 27

Άρθρο 6

Άρθρο 7

Άρθρο 8

Άρθρο 9

Άρθρο 10

Άρθρο 28

Άρθρο 11

Άρθρο 12

Άρθρο 13

Άρθρο 4

Άρθρο 14

Άρθρο 5

Άρθρο 15

Άρθρο 6

Άρθρο 16

Άρθρο 7

Άρθρο 17

Άρθρο 8

Άρθρο 18

Άρθρο 9

Άρθρο 19

Άρθρο 20

Άρθρα 11, 12, 13, 14, 15 και 16

Άρθρο 21

Άρθρο 22

Άρθρο 11

Άρθρο 23

Άρθρο 12

Άρθρο 24

Άρθρο 13

Άρθρο 25

Άρθρο 14

Άρθρο 26

Άρθρο 15

Άρθρο 27

Άρθρο 28

Άρθρο 29

Άρθρο 30

Άρθρο 31

Άρθρο 19

Άρθρο 32

Άρθρο 20

Άρθρο 33

Άρθρο 21

Άρθρο 34

Άρθρο 22

Άρθρο 35

Άρθρο 24

Άρθρο 36

Άρθρο 25

Άρθρο 37

Άρθρο 26

Άρθρο 38

Άρθρο 39

Άρθρο 29

Άρθρο 40

Άρθρο 30

Άρθρο 41

Άρθρα 31 έως 34

Άρθρο 42

Άρθρο 39

Άρθρο 43

Άρθρο 40

Άρθρο 44

Άρθρο 41

Άρθρο 45

Άρθρο 54

Άρθρο 46

Άρθρο 43

Άρθρο 47

Άρθρα 44

Άρθρο 48

Άρθρα 45

Άρθρο 49

Άρθρο 46

Άρθρο 50

Άρθρο 47

Άρθρο 51

Άρθρο 48

Άρθρο 52

Άρθρο 49

Άρθρο 53

Άρθρο 50

Άρθρο 54

Άρθρο 51

Άρθρο 55

Άρθρο 52

Άρθρο 56

Άρθρο 53

Άρθρο 57

Άρθρο 58

Άρθρο 55

Άρθρο 59

Άρθρο 36

Άρθρο 60

Άρθρο 37

Άρθρο 61

Άρθρο 38

Άρθρο 62

Άρθρο 63

Άρθρο 64

Άρθρο 65

Άρθρα 56 και 59

Άρθρο 66

Άρθρο 57

Άρθρο 67

Άρθρο 58

Άρθρο 68

Άρθρο 69

Άρθρο 70

Άρθρο 71

Άρθρο 72

Άρθρο 10

Άρθρο 73

Άρθρο 74

Άρθρο 75

Άρθρο 76

Άρθρο 77

Άρθρο 78

Άρθρο 79

Άρθρο 80

Άρθρο 81

Άρθρο 82

Άρθρο 83

Άρθρο 84

Άρθρο 85

Άρθρο 38α

Άρθρο 86

Άρθρο 38β

Άρθρο 87

Άρθρο 38γ

Άρθρο 88

Άρθρο 38δ

Άρθρο 89

Άρθρα 60 έως 63

Άρθρο 90

Άρθρο 64

Άρθρο 91

Άρθρο 92

Άρθρο 93

Άρθρο 67

Άρθρο 94

Άρθρο 65

Άρθρο 95

Άρθρο 66

Άρθρο 96

Άρθρο 68


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/3110/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)


Top