EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62019CC0308

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G: Pitruzzella της 3ης Σεπτεμβρίου 2020.
Consiliul Concurenţei κατά Whiteland Import Export SRL.
Αίτηση του Înalta Curte de Casaţie şi Justiţie για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Κυρώσεις επιβαλλόμενες από την εθνική αρχή ανταγωνισμού – Προθεσμία παραγραφής – Πράξεις που διακόπτουν την παραγραφή – Εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας αποκλείεται, μετά την κίνηση έρευνας, να διακοπεί η νέα παραγραφή από μεταγενέστερη πράξη δίωξης ή έρευνας – Αρχή της σύμφωνης ερμηνείας – Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 – Άρθρο 25, παράγραφος 3 – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ – Άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Αρχή της αποτελεσματικότητας.
Υπόθεση C-308/19.

Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2020:639

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

GIOVANNI PITRUZZELLA

της 3ης Σεπτεμβρίου 2020 ( 1 )

Υπόθεση C‑308/19

Consiliul Concurenţei

κατά

Whiteland Import Export SRL

[αίτηση του Înalta Curte de Casaţie şi Justiţie
(Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ρουμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Απόφαση εθνικής αρχής ανταγωνισμού με την οποία διαπιστώνεται σύμπραξη – Προθεσμία παραγραφής για την επιβολή κυρώσεων – Είδη πράξεων διακοπής της παραγραφής – Αρχή της αποτελεσματικότητας της αγωγής λόγω συμπράξεως»

1.

Μπορεί εθνικό δικαστήριο να αφήσει ανεφάρμοστη εθνική ρύθμιση, κατά την οποία η τελευταία πράξη που διακόπτει την προθεσμία παραγραφής της αγωγής εφαρμογής της νομοθεσίας (enforcement) που άσκησε η εθνική αρχή ανταγωνισμού είναι η επίσημη πράξη κίνησης της έρευνας σχετικά με πρακτική αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, χωρίς οι μεταγενέστερες πράξεις που διενεργούνται για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας να περιλαμβάνονται στις πράξεις που διακόπτουν την παραγραφή, για τον λόγο ότι η εν λόγω εθνική ρύθμιση παραβιάζει τις αρχές της καλόπιστης συνεργασίας και της αποτελεσματικότητας της αγωγής λόγω συμπράξεως;

2.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απαιτεί ανάλυση της νομολογίας του Δικαστηρίου επί αρκετών αρχών του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες πρέπει να εξισορροπηθούν με δίκαιο τρόπο: πρόκειται για την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και της Ένωσης, την αρχή της αποτελεσματικότητας της αγωγής λόγω συμπράξεως, την αρχή της δικονομικής αυτοτέλειας των κρατών μελών, καθώς και την αρχή της μη αναδρομικής ισχύος των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθόσον πρόκειται για νομοθετική ρύθμιση με τιμωρητικό, υπό την ευρεία του όρου έννοια, χαρακτήρα.

I. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ένωσης

3.

Το άρθρο 4, παράγραφος 3, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: ΣΕΕ) προβλέπει τα εξής:

«Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης.»

4.

Το άρθρο 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) προβλέπει τα εξής:

«1.   Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:

α)

στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής,

β)

στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων,

γ)

στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού,

δ)

στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,

ε)

στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.

2.   Οι απαγορευόμενες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες.

3.   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες:

σε κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων,

σε κάθε απόφαση ή κατηγορία αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων, και

σε κάθε εναρμονισμένη πρακτική ή κατηγορία εναρμονισμένων πρακτικών,

η οποία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, και η οποία:

α)

δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών· και

β)

δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων.»

5.

Το άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003 ( 2 ), με τίτλο «Παραγραφή για την επιβολή κυρώσεων», προβλέπει τα εξής:

«1.   Οι εξουσίες που ανατίθενται στην Επιτροπή δυνάμει των άρθρων 23 και 24 υπόκεινται στις ακόλουθες προθεσμίες παραγραφής:

α)

τρία έτη για τις παραβάσεις των διατάξεων σχετικά με τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή τη διενέργεια ελέγχων·

β)

πέντε έτη για όλες τις υπόλοιπες παραβάσεις.

2.   Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα διάπραξης της παράβασης. Ωστόσο, αν μια παράβαση είναι διαρκής ή έχει διαπραχθεί κατ’ εξακολούθηση, η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα παύσης της παράβασης.

3.   Η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών διακόπτεται από κάθε πράξη της Επιτροπής ή της αρχής ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους η οποία αποβλέπει στη διερεύνηση ή σε διαδικασίες κατά της παράβασης. Η διακοπή της παραγραφής ισχύει από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σε μια τουλάχιστον επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που μετείχε στην παράβαση. Στις πράξεις που συνεπάγονται τη διακοπή της παραγραφής συγκαταλέγονται οι εξής

α)

οι γραπτές αιτήσεις της Επιτροπής ή της αρχής ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους για την παροχή πληροφοριών·

β)

οι γραπτές εντολές διεξαγωγής ελέγχου που χορηγεί στους υπαλλήλους της η Επιτροπή ή η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους·

γ)

η κίνηση διαδικασίας από την Επιτροπή ή από την αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους·

δ)

η κοινοποίηση έκθεσης αιτιάσεων από την Επιτροπή ή την αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους.

4.   Η διακοπή της παραγραφής ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση.

5.   Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά από κάθε διακοπή. Ωστόσο, η παραγραφή επέρχεται το αργότερο την ημέρα παρέλευσης προθεσμίας ίσης με το διπλάσιο της προθεσμίας παραγραφής, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεν έχει επιβάλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο αναστολής της παραγραφής κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 6.

6.   Η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών αναστέλλεται για όσο καιρό η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.»

Β.   Το εθνικό δίκαιο

6.

Το άρθρο 5, παράγραφος 1, και τα άρθρα 61 και 62 του Legea concurenței n. 21/1996 (νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού), ως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης και κατά την ημερομηνία της απόφασης αριθ. 13 της Consiliul Concurenței (Αρχής Ανταγωνισμού, Ρουμανία· στο εξής: Αρχή Ανταγωνισμού), της 14ης Απριλίου 2015, προβλέπουν τα εξής:

«Άρθρο 5 – (1)   Απαγορεύεται κάθε συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, κάθε απόφαση ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της ρουμανικής αγοράς ή σημαντικού τμήματος αυτής, η οποία συνίσταται:

a)

στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων εμπορικών όρων·

[…]

Άρθρο 61 – (1)   Το δικαίωμα της Αρχής Ανταγωνισμού να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου υπόκειται στις ακόλουθες προθεσμίες παραγραφής:

a)

τρία έτη για τις παραβάσεις των άρθρων 51 και 52·

b)

πέντε έτη για τις υπόλοιπες παραβάσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.

(2)   Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος προσφυγής στην Αρχή Ανταγωνισμού αρχίζει από την ημέρα διάπραξης της παράβασης. Σε περίπτωση διαρκούς ή επαναλαμβανόμενης παράβασης, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει από την ημέρα παύσης της τελευταίας επίμαχης πράξης ή συμπεριφοράς που είναι αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.

Άρθρο 62 – (1)   Κάθε πράξη της Αρχής Ανταγωνισμού που διενεργείται για σκοπούς προκαταρκτικής εξέτασης ή κίνησης έρευνας σχετικά με οποιαδήποτε παράβαση διάταξης του νόμου διακόπτει τις προβλεπόμενες στο άρθρο 61 προθεσμίες παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής ισχύει από την ημέρα κοινοποίησης της απόφασης της Αρχής Ανταγωνισμού σε τουλάχιστον μία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που μετείχε στην παράβαση.

(2)   Η Αρχή Ανταγωνισμού μπορεί να λάβει κυρίως τα ακόλουθα μέτρα διακοπής της παραγραφής:

a)

γραπτά αιτήματα παροχής πληροφοριών·

b)

απόφαση του προέδρου της Αρχής Ανταγωνισμού περί κίνησης έρευνας·

c)

κίνηση δικαστικής διαδικασίας.

(3)   Η διακοπή της προθεσμίας παραγραφής ισχύει για κάθε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που μετείχε στην παράβαση.

(4)   Σε περίπτωση διακοπής της προθεσμίας παραγραφής, νέα προθεσμία παραγραφής ανάλογης διάρκειας αρχίζει από την ημέρα που η Αρχή Ανταγωνισμού λαμβάνει οποιοδήποτε εκ των μέτρων που μνημονεύονται στην παράγραφο 2. Η προθεσμία παραγραφής λήγει το αργότερο την ημέρα λήξης προθεσμίας διάρκειας διπλάσιας της προθεσμίας παραγραφής που ισχύει για την επίμαχη παράβαση χωρίς η Αρχή Ανταγωνισμού να έχει επιβάλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στον παρόντα νόμο κυρώσεις.»

7.

Οι παρατεθείσες στο προηγούμενο σημείο διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού, οι οποίες τροποποιήθηκαν στις 30 Ιουνίου 2015 με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου 31/2015 περί τροποποίησης και συμπλήρωσης του νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού και συμπλήρωσης της πράξης νομοθετικού περιεχομένου 83/2014 περί αποδοχών των υπαλλήλων που αμείβονται από δημόσιους πόρους το 2015 και άλλων μέτρων σχετικών με τις δημόσιες δαπάνες, νυν άρθρα 63 και 64 κατόπιν της εκ νέου δημοσίευσης του νόμου, έχουν πλέον ως εξής:

«Άρθρο 63 [πρώην άρθρο 61] – (1)   Το δικαίωμα της Αρχής Ανταγωνισμού να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου υπόκειται στις ακόλουθες προθεσμίες παραγραφής:

a)

τρία έτη για τις παραβάσεις των άρθρων 53 και 54·

b)

πέντε έτη για τις υπόλοιπες παραβάσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.

(2)   Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος της Αρχής Ανταγωνισμού να επιβάλει κυρώσεις αρχίζει από την ημέρα διάπραξης της παράβασης. Σε περίπτωση διαρκούς ή επαναλαμβανόμενης παράβασης, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει από την ημέρα παύσης της τελευταίας επίμαχης πράξης ή συμπεριφοράς που είναι αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.

Άρθρο 64   [πρώην άρθρο 62] – (1) Κάθε πράξη της Αρχής Ανταγωνισμού που διενεργείται για σκοπούς προκαταρκτικής εξέτασης ή κίνησης διαδικασίας κατά της παράβασης διάταξης του νόμου διακόπτει τις προβλεπόμενες στο άρθρο 63 προθεσμίες παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής ισχύει από την ημέρα κοινοποίησης της απόφασης της Αρχής Ανταγωνισμού σε τουλάχιστον μία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που μετείχε στην παράβαση.

(2)   Τα μέτρα τα οποία δύναται να λάβει η Αρχή Ανταγωνισμού, και τα οποία διακόπτουν την παραγραφή, περιλαμβάνουν κυρίως τα ακόλουθα:

a)

γραπτά αιτήματα παροχής πληροφοριών·

b)

απόφαση του προέδρου της Αρχής Ανταγωνισμού περί κίνησης έρευνας·

c)

διενέργεια ελέγχων·

d)

κοινοποίηση της έκθεσης έρευνας.

(3)   Η διακοπή της προθεσμίας παραγραφής ισχύει για κάθε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που μετείχε στην παράβαση.

(4)   Σε περίπτωση διακοπής της προθεσμίας παραγραφής, νέα προθεσμία παραγραφής ανάλογης διάρκειας αρχίζει από την ημέρα που η Αρχή Ανταγωνισμού λαμβάνει οποιοδήποτε εκ των μέτρων που μνημονεύονται στην παράγραφο 2. Η προθεσμία παραγραφής λήγει το αργότερο την ημέρα λήξης προθεσμίας διάρκειας διπλάσιας της προθεσμίας παραγραφής που ισχύει για την επίμαχη παράβαση χωρίς η Αρχή Ανταγωνισμού να έχει επιβάλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στον παρόντα νόμο κυρώσεις.

(5)   Η προθεσμία παραγραφής για την επιβολή κυρώσεων αναστέλλεται για όσο διάστημα η απόφαση της Αρχής Ανταγωνισμού αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας.»

II. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

8.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2009, η Αρχή Ανταγωνισμού κίνησε αυτεπαγγέλτως σειρά ερευνών ως προς διάφορες επιχειρήσεις λιανικής πώλησης τροφίμων, περιλαμβανομένης της Metro Cash & Carry România SRL (στο εξής: Metro), και των προμηθευτών τους, περιλαμβανομένης της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης Whiteland Import Export SRL (στο εξής: Whiteland), με σκοπό τη διαπίστωση ενδεχόμενων παραβάσεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

9.

Στις 12 Αυγούστου 2014, η Αρχή Ανταγωνισμού κοινοποίησε στη Whiteland την έκθεση έρευνας και στις 23 Οκτωβρίου 2014 διεξήχθησαν ακροάσεις ενώπιον της ολομέλειας της Αρχής.

10.

Στις 9 Δεκεμβρίου 2014, η Αρχή Ανταγωνισμού συνεδρίασε και συνέταξε το πρακτικό της απόφασης με την οποία διαπιστώνεται παράβαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από τη Metro και 13 προμηθευτές της, περιλαμβανομένης της Whiteland.

11.

Με την απόφαση αριθ. 13, της 14 Απριλίου 2015, η Αρχή Ανταγωνισμού διαπίστωσε ότι η Metro και οι προμηθευτές της, περιλαμβανομένης της Whiteland, παρέβησαν το άρθρο 5, παράγραφος 1, του νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού και το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον είχαν συνάψει συμφωνίες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, με σκοπό τη νόθευση ή την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού στην αγορά, καθορίζοντας την τιμή πώλησης και μεταπώλησης των προϊόντων των προμηθευτών και, ως εκ τούτου, επέβαλε στη Whiteland πρόστιμο.

12.

Όσον αφορά, ειδικότερα, τη σχέση της Metro και της Whiteland, η Αρχή Ανταγωνισμού διαπίστωσε την ύπαρξη πλείστων όσων κάθετων συμφωνιών με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού στην αγορά λιανικής πώλησης τροφίμων. Οι συμφωνίες αυτές περιορίζουν την ελευθερία, αφενός, του αγοραστή (λιανοπωλητή) και, αφετέρου, του προμηθευτή να καθορίζουν την πολιτική τιμών τους. Ο περιορισμός των τιμών πώλησης και μεταπώλησης πραγματοποιήθηκε, από το 2006 έως το 2009, μέσω διάφορων συμβατικών εγγράφων που είχαν συνάψει η Whiteland, ως προμηθευτής, και η Metro, ως μεταπωλητής, καθώς και μέσω συμβάσεων και προσφορών προώθησης.

13.

Βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού, επιβλήθηκε στη Whiteland πρόστιμο ύψους 2324484 ρουμανικών λέι (RON), το οποίο αντιστοιχεί σε 0,55 % του κύκλου εργασιών της το 2013, λόγω παράβασης του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού και του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

14.

Με προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του Curtea de Apel București (εφετείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία· στο εξής: εφετείο), η Whiteland ζήτησε τη μερική ακύρωση της απόφασης αριθ. 13, της 14ης Απριλίου 2015, κατά το μέρος που την αφορά, και επιπλέον την απαλλαγή της από την κύρωση, επικαλούμενη την παραγραφή του δικαιώματος της Αρχής Ανταγωνισμού προς επιβολή οποιασδήποτε διοικητικής κύρωσης λόγω παράβασης των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι είχε ήδη λήξει η πενταετής προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 61, παράγραφος 1, στοιχείο b, του νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού.

15.

Με την απόφαση αριθ. 92, της 19ης Ιανουαρίου 2016, το όγδοο τμήμα διοικητικών και φορολογικών διαφορών του εφετείου έκανε δεκτή την προσφυγή της Whiteland και, ως εκ τούτου, ακύρωσε την απόφαση αριθ. 13, της 14ης Απριλίου 2015, κατά το μέρος που αφορούσε την τελευταία, λόγω παραγραφής του δικαιώματος της Αρχής Ανταγωνισμού προς επιβολή της διοικητικής κύρωσης στη Whiteland.

16.

Συγκεκριμένα, το εφετείο έκρινε ότι, βάσει του καθεστώτος παραγραφής του δικαιώματος της Αρχής Ανταγωνισμού προς επιβολή διοικητικών κυρώσεων, το οποίο διέπεται από τα άρθρα 61 και 62 του νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού, η τελευταία πράξη της Αρχής Ανταγωνισμού η οποία μπορούσε να διακόψει την προθεσμία παραγραφής ήταν η απόφαση κίνησης της έρευνας που εξέδωσε η εν λόγω Αρχή.

17.

Εν προκειμένω, το εφετείο έκρινε ότι η αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά είχε διαρκή χαρακτήρα και ότι η τελευταία αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πράξη που προσήφθη στη Whiteland τελέστηκε στις 15 Ιουλίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η πενταετής προβλεπόμενη στο άρθρο 61, παράγραφος 1, στοιχείο b, του νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού προθεσμία παραγραφής. Εν συνεχεία, στις 7 Σεπτεμβρίου 2009, η Αρχή Ανταγωνισμού εξέδωσε την απόφαση κίνησης της έρευνας, η οποία διέκοψε την προθεσμία παραγραφής και, επομένως, από την ημερομηνία αυτή άρχισε νέα πενταετής προθεσμία παραγραφής.

18.

Δεδομένου ότι το εφετείο, ερμηνεύοντας συσταλτικώς τον νόμο 21/1996 περί ανταγωνισμού, έκρινε ότι η απόφαση κίνησης της έρευνας ήταν η τελευταία πράξη της Αρχής Ανταγωνισμού η οποία μπορούσε να διακόψει την προθεσμία παραγραφής, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω προθεσμία έληξε στις 7 Σεπτεμβρίου 2014, ήτοι σε ημερομηνία προγενέστερη τόσο της μεταγενέστερης συνεδρίασης της Αρχής Ανταγωνισμού (η οποία διεξήχθη στις 9 Δεκεμβρίου 2014) όσο και της έκδοσης της απόφασης αριθ. 13, της 14ης Απριλίου 2015.

19.

Η Αρχή Ανταγωνισμού άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης αριθ. 92, της 19ης Ιανουαρίου 2016, του εφετείου, η οποία αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του Înalta Curte di Casație Justiție – Secția de contencios administrativ și fiscal (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, τμήμα διοικητικών και φορολογικών διαφορών, Ρουμανία· στο εξής: Ανώτατο Δικαστήριο).

20.

Η Αρχή Ανταγωνισμού υποστηρίζει, πρώτον, ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία της κείμενης νομοθεσίας, η προθεσμία παραγραφής μπορεί να διακοπεί από οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη η οποία αποβλέπει στη διερεύνηση της παράβασης, είναι δε εσφαλμένη η συσταλτική ερμηνεία που προέκρινε το εφετείο, κατά την οποία η απόφαση κίνησης έρευνας συνιστά την τελευταία πράξη που μπορεί να διακόψει την προθεσμία παραγραφής.

21.

Δεύτερον, η Αρχή Ανταγωνισμού υποστήριξε ότι ερμηνεία κατά την οποία η απόφαση κίνησης της έρευνας είναι η τελευταία πράξη που διακόπτει την προθεσμία παραγραφής καταλήγει σε μη ομοιόμορφη εφαρμογή της σχετικής στον τομέα αυτόν εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας.

22.

Συγκεκριμένα, εάν η Αρχή Ανταγωνισμού δεν είχε επίσης κινήσει, εν προκειμένω, έρευνα σε σχέση με ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και εάν, αντιθέτως, η Επιτροπή είχε διεξαγάγει έρευνα επί του ζητήματος αυτού, οι πράξεις διακοπής της παραγραφής θα προσδιορίζονταν βάσει του άρθρου 25 του κανονισμού 1/2003, κατά το οποίο την παραγραφή διακόπτει κάθε πράξη η οποία αποβλέπει στη διερεύνηση της παράβασης.

23.

Στο πλαίσιο της εκκρεμούς ενώπιον του Înalta Curte di Casație Justiție (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) διαδικασίας, η Αρχή Ανταγωνισμού ζήτησε να υποβληθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να διευκρινιστεί αν αντιβαίνει στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης (ήτοι, στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 25, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003) ερμηνεία των κανόνων του εθνικού δικαίου κατά την οποία η τυπική πράξη της κίνησης της διαδικασίας έρευνας σχετικά με αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική είναι η τελευταία πράξη η οποία μπορεί να διακόψει την παραγραφή και, επομένως, οι μεταγενέστερες αποφάσεις της Αρχής Ανταγωνισμού για τους σκοπούς έρευνας δεν καταλέγονται στις πράξεις που διακόπτουν την προθεσμία παραγραφής, ακόμη και αν οι εν λόγω κανόνες καθιστούν αδύνατη για την Αρχή Ανταγωνισμού την αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

24.

Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η συσταλτική ερμηνεία του εθνικού νόμου 21/1996 περί ανταγωνισμού, την οποία υιοθέτησε στην υπό κρίση υπόθεση το εφετείο, καταλήγει σε μη ομοιόμορφη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

25.

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την κρίση ορισμένων εθνικών δικαστηρίων, το άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003 αφορά αποκλειστικά και μόνο την εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει κυρώσεις για προβαλλόμενες παραβάσεις των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης και ότι, αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην Αρχή Ανταγωνισμού. Παρ’ όλα αυτά, το Înalta Curte di Casație Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) επισημαίνει την ύπαρξη και ενός άλλου νομολογιακού ρεύματος, κατά το οποίο πρέπει να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ του άρθρου 25 του κανονισμού 1/2003 και των κανόνων περί παραγραφής του εθνικού δικαίου, δεδομένου ότι είναι αναγκαία η διασφάλιση συνοχής μεταξύ των κανόνων του δικαίου της Ένωσης και των κανόνων του εθνικού δικαίου, ιδίως όταν σκοπός των εθνικών κανόνων είναι η μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη του περιεχομένου του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης.

26.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Înalta Curte di Casație Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ την έννοια ότι επιβάλλουν στα δικαστήρια των κρατών μελών την υποχρέωση να ερμηνεύουν τους εθνικούς κανόνες που διέπουν την παραγραφή του δικαιώματος της Αρχής Ανταγωνισμού να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και ότι αντιτίθενται στην ερμηνεία κανόνα εσωτερικού δικαίου βάσει του οποίου ως πράξη που διακόπτει την παραγραφή νοείται μόνο η επίσημη πράξη κίνησης της έρευνας σχετικά με πρακτική που είναι αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, χωρίς να εμπίπτουν στο ίδιο πλαίσιο των πράξεων που διακόπτουν την παραγραφή οι μεταγενέστερες πράξεις που διενεργούνται για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας;»

III. Νομική ανάλυση

Α.   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1. Η προδικαστική παραπομπή και τα νομικά ζητήματα που εγείρει

27.

Για λόγους σαφήνειας, και στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, είναι σκόπιμο να υπομνησθούν ορισμένα πραγματικά στοιχεία για την καλύτερη κατανόηση των νομικών ζητημάτων στα οποία ερείδεται η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου.

28.

Στην ισχύουσα κατά τον χρόνο της κύριας δίκης εθνική διάταξη (άρθρο 62 του ρουμανικού νόμου περί ανταγωνισμού), κατά την οποία «[κ]άθε πράξη της Αρχής Ανταγωνισμού που διενεργείται για σκοπούς προκαταρκτικής εξέτασης ή κίνησης έρευνας ( 3 ) σχετικά με οποιαδήποτε παράβαση διάταξης του νόμου διακόπτει τις προβλεπόμενες στο άρθρο 61 προθεσμίες παραγραφής», διευκρινίζεται ότι οι πράξεις που μπορούν να διακόψουν την προθεσμία παραγραφής περιλαμβάνουν «κυρίως»: a) γραπτά αιτήματα παροχής πληροφοριών· b) απόφαση του προέδρου της Αρχής Ανταγωνισμού περί κίνησης έρευνας· c) κίνηση δικαστικής διαδικασίας ( 4 ).

29.

Κατά την ερμηνεία της διάταξης αυτής από το εφετείο (την οποία προσέβαλε, εν συνεχεία, η Αρχή Ανταγωνισμού ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου), εν προκειμένω, η τελευταία πράξη η οποία μπορούσε να διακόψει την προθεσμία παραγραφής ήταν η απόφαση του προέδρου της Αρχής Ανταγωνισμού περί κίνησης της έρευνας και, ως εκ τούτου, κατά την ημερομηνία της τελικής απόφασης, η προθεσμία παραγραφής είχε λήξει και, επομένως, η κύρωση που επέβαλε η Αρχή Ανταγωνισμού είναι άκυρη.

30.

Το αιτούν δικαστήριο, ενώπιον του οποίου άσκησε αναίρεση η Αρχή Ανταγωνισμού, τρέφει αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία της εθνικής διάταξης που υιοθέτησε το εφετείο και ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει: 1) αν το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ υποχρεώνουν τα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν την εθνική νομοθεσία που θεσπίζει τους κανόνες περί παραγραφής του δικαιώματος επιβολής διοικητικών κυρώσεων κατά τρόπο που να συνάδει με το άρθρο 25, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003· 2) αν η συσταλτική ερμηνεία διάταξης όπως αυτή του προμνησθέντος άρθρου 62, κατά την οποία η τελευταία πράξη που μπορεί να διακόψει την παραγραφή είναι η επίσημη κίνηση της διαδικασίας έρευνας εκ μέρους του προέδρου της Αρχής Ανταγωνισμού, ενδέχεται να θίγει την αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, παραβιάζοντας την αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία συνιστά το όριο της δικονομικής αυτοτέλειας των κρατών μελών, και την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.

31.

Συνεπώς, το νομικό ζήτημα το οποίο πρέπει να επιλυθεί συνίσταται στον προσδιορισμό των ορίων που ισχύουν για τα κράτη μέλη κατά τη ρύθμιση της παραγραφής των πράξεων των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, ειδικότερα όσον αφορά τα είδη των πράξεων διακοπής της παραγραφής αυτής.

32.

Η παραπομπή, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, στο άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003, εφόσον έχει την έννοια ότι αυτό εφαρμόζεται άμεσα στην υπό κρίση υπόθεση (όπως υποστήριξαν ορισμένοι μετέχοντες στη διαδικασία), είναι παραπλανητική για την επίλυση του νομικού ζητήματος.

33.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003 προβλέπει ότι η εξουσία που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή, κατά την έννοια των άρθρων 23 και 24 του κανονισμού αυτού, υπόκειται σε συγκεκριμένες προθεσμίες παραγραφής και συγκεκριμένους κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν τη λήξη της, όπως ο προβλεπόμενος στο άρθρο 25, παράγραφος 3, κατά τον οποίο η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών διακόπτεται «από κάθε πράξη της Επιτροπής ή της αρχής ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους η οποία αποβλέπει στη διερεύνηση ή σε διαδικασίες κατά της παράβασης».

34.

Από το γράμμα του άρθρου 25 προκύπτει σαφώς ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στην άσκηση των εξουσιών που αναγνωρίζει στην Επιτροπή ο κανονισμός 1/2003 και όχι στην άσκηση των εξουσιών που αναγνωρίζονται στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού.

35.

Συνεπώς, εκτιμώ ότι δεν ασκεί καμία επιρροή το στοιχείο το οποίο επικαλέστηκαν ορισμένοι μετέχοντες στη διαδικασία ότι, κατά τη θέσπιση του νόμου περί ανταγωνισμού, ο Ρουμάνος νομοθέτης εμπνεύστηκε από το γράμμα της διάταξης του προμνησθέντος άρθρου 25 του κανονισμού 1/2003.

36.

Όπως επισήμανε και η Επιτροπή ( 5 ), το γράμμα του άρθρου 62 του νόμου περί ανταγωνισμού διαφέρει από εκείνο του άρθρου 25 του κανονισμού 1/2003. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι ο Ρουμάνος νομοθέτης επανέλαβε κατά γράμμα το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου 25, ούτε ότι η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα στις πράξεις της Αρχής Ανταγωνισμού.

37.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η απάντηση στο ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο δεν εξαρτάται από την εφαρμογή του ως άνω άρθρου 25, αλλά από την εφαρμογή του προμνησθέντος άρθρου 62 του νόμου περί ανταγωνισμού, στο πλαίσιο της εξισορρόπησης διάφορων αρχών του δικαίου της Ένωσης ( 6 ): της αρχής της δικονομικής αυτοτέλειας των κρατών μελών ελλείψει εναρμονισμένης ρύθμισης, της αρχής της αποτελεσματικότητας της αγωγής εφαρμογής της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας (enforcement), της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και της Ένωσης και της αρχής της μη αναδρομικής ισχύος των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που έχουν τιμωρητικό χαρακτήρα.

2. Το εφαρμοστέο δίκαιο και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις

38.

Προτού αναλύσω τις προμνησθείσες αρχές, πρέπει να υπενθυμίσω ότι το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν έχει πλέον, στο εθνικό δίκαιο, καμία πρακτική χρησιμότητα για το μέλλον.

39.

Συγκεκριμένα, ο εθνικός νομοθέτης τροποποίησε το προμνησθέν άρθρο 62 ώστε να συνάδει προς τις διατάξεις του άρθρου 25 του κανονισμού 1/2003 ( 7 ), προβλέποντας περαιτέρω λόγους διακοπής της παραγραφής μεταγενέστερους της κίνησης της έρευνας ( 8 ).

40.

Εντούτοις, η προϊσχύσασα διάταξη παραμένει εφαρμοστέα, ratione temporis, στην προσφυγή που άσκησε η Whiteland ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και, επομένως, το Δικαστήριο καλείται να προτείνει στο αιτούν δικαστήριο κριτήρια για την επίλυση της διαφοράς υπό το πρίσμα της ορθής ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης.

41.

Κατά την άποψή μου, οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις ουδεμία επιρροή ασκούν στην επίλυση της υπό κρίση διαφοράς: συγκεκριμένα, η εκτίμηση του Δικαστηρίου πρέπει να περιοριστεί στο κατά πόσον ερμηνεία (όπως αυτή που εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο και υιοθέτησε το εφετείο) της εθνικής ρύθμισης που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης.

42.

Τέλος, επισημαίνεται ότι η οδηγία 2019/1 ( 9 ) περιέχει, στο άρθρο 29, ορισμένους κανόνες για τις προθεσμίες παραγραφής επιβολής προστίμων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού οι οποίοι δεν αφορούν, ωστόσο, τις επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση περιπτώσεις ( 10 ).

43.

Επομένως, επιβεβαιώνεται η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να μη ρυθμίσει άμεσα τη διάρκεια των προθεσμιών παραγραφής και τα είδη των πράξεων διακοπής της παραγραφής αυτής σε σχέση με τις αποφάσεις των εθνικών αρχών ανταγωνισμού.

Β.   Αρχή της δικονομικής αυτοτέλειας των κρατών μελών και αρχή της αποτελεσματικότητας της αγωγής λόγω συμπράξεως

44.

Εν προκειμένω, αποκλειομένης της άμεσης εφαρμογής του άρθρου 25 του κανονισμού 1/2003, πρέπει να εξισορροπηθούν ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, επί των οποίων το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένως.

45.

Η εκτίμηση σχετικά με το κατά πόσο νομοθετική διάταξη, όπως η ρουμανική διάταξη η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών (συσταλτικώς ερμηνευόμενη, όπως έπραξε το εφετείο), συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να εκκινεί από την παραδοχή ότι η αγωγή λόγω συμπράξεως πρέπει να είναι αποτελεσματική τόσο όταν ασκείται από την Επιτροπή όσο και όταν ασκείται από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού.

46.

Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη «ορίζουν την αρχή ή τις αρχές ανταγωνισμού που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ κατά τέτοιον τρόπο ώστε να τηρούνται αποτελεσματικά οι διατάξεις του κανονισμού αυτού. Οι πιο πάνω αρχές οφείλουν, σύμφωνα με τον κανονισμό αυτόν, να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω άρθρων προς το γενικό συμφέρον (βλ. πέμπτη, έκτη, όγδοη, τριακοστή τέταρτη και τριακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού)» ( 11 ).

47.

Είναι αληθές ότι, «σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, ελλείψει σχετικής νομοθεσίας της Ενώσεως, στην εσωτερική έννομη τάξη εκάστου κράτους μέλους εναπόκειται ο καθορισμός των αρμοδίων δικαστηρίων και η ρύθμιση των δικονομικών λεπτομερειών των ενδίκων βοηθημάτων που σκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία παρέχονται στους πολίτες βάσει του δικαίου της Ενώσεως» ( 12 ) και ότι, «[ε]φόσον το κοινοτικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων και των γενικών του αρχών, δεν περιέχει κοινούς κανόνες σχετικά με το θέμα αυτό, οι εθνικές αρχές ενεργούν κατά την εκτέλεση των κοινοτικών ρυθμίσεων βάσει των τυπικών και ουσιαστικών κανόνων του εθνικού τους δικαίου» ( 13 ).

48.

Εντούτοις, όπως αποφάνθηκε από μακρού το Δικαστήριο, ο κανόνας αυτός «πρέπει να συμβιβάζεται με την απαίτηση της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, που είναι αναγκαία για να αποφευχθεί η άνιση μεταχείριση των επιχειρηματιών» ( 14 ).

49.

Τούτο σημαίνει, όπως αποσαφηνίστηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου, ότι η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών πρέπει να ασκείται με σεβασμό των αρχών της Ένωσης ( 15 ) και ειδικότερα της αρχής της αποτελεσματικότητας. Οι εθνικές διατάξεις δεν πρέπει να «καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης» ( 16 ).

50.

Τα προεκτεθέντα ισχύουν ιδίως στον τομέα του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, ο εκσυγχρονισμός των κανόνων και των διαδικασιών εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, τον οποίο επέφερε ο κανονισμός 1/2003, στηρίζεται στον σχεδιασμό αποκεντρωμένου συστήματος εφαρμογής των ευρωπαϊκών κανόνων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, στο πλαίσιο των οποίων ενεργούν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών, σε στενή συνεργασία μεταξύ τους. Τα όργανα αυτά διαθέτουν νέες εξουσίες σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς, με σκοπό την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής της νομοθεσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη συνεκτικότητα και την ομοιομορφία της.

51.

Ένα αποκεντρωμένο σύστημα δομημένο κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο πλαίσιο του οποίου οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού εφαρμόζουν άμεσα το δίκαιο της Ένωσης, απαιτεί, λαμβανομένου υπόψη του σεβασμού της δικονομικής αυτοτέλειας των κρατών μελών, να μην εμποδίζουν οι κανόνες εφαρμογής της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας την ομοιόμορφη, αποτελεσματική εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας.

52.

Συνεπώς, τα κράτη μέλη «οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι κανόνες που θεσπίζουν ή εφαρμόζουν να μη θίγουν την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ» ( 17 ) και ώστε οι ρυθμίσεις σχετικά με «τα δικονομικά ζητήματα των ενδίκων βοηθημάτων κατά των αποφάσεων των πιο πάνω αρχών ανταγωνισμού» να μη θίγουν τον σκοπό του κανονισμού 1/2003, «ο οποίος είναι να διασφαλιστεί από τις εν λόγω αρχές η αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ» ( 18 ).

53.

Ειδικότερα όσον αφορά την παραγραφή, το Δικαστήριο επιλήφθηκε πρόσφατα υπόθεσης που αφορούσε το δικαίωμα άσκησης αγωγής αποζημιώσεως λόγω παράβασης των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού.

54.

Η νομοθεσία του κράτους μέλους περιόριζε σε τρία έτη την προθεσμία παραγραφής, η οποία άρχιζε ανεξάρτητα από το αν ο ζημιωθείς είχε ενημερωθεί για την ταυτότητα του υπαίτιου και την ακριβή έκταση της ζημίας, και δεν προέβλεπε καμία δυνατότητα αναστολής ή διακοπής της παραγραφής ενόσω εκκρεμούσε διαδικασία ενώπιον της εθνικής αρχής ανταγωνισμού.

55.

Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, καθώς και η αρχή της αποτελεσματικότητας έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, αφενός, προβλέπει ότι η προθεσμία παραγραφής για τις αγωγές αποζημιώσεως είναι τριετής και αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία ο ζημιωθείς λαμβάνει γνώση του δικαιώματος αποζημιώσεως, ακόμη και αν δεν είναι γνωστός ο υπαίτιος της παράβασης, και, αφετέρου, δεν προβλέπει καμία δυνατότητα αναστολής ή διακοπής της παραγραφής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον της εθνικής αρχής ανταγωνισμού» ( 19 ).

56.

Το Δικαστήριο επανέλαβε, επίσης, την αρχή ότι «εθνική ρύθμιση που ορίζει την ημερομηνία από την οποία αρχίζει η παραγραφή, τη διάρκεια της παραγραφής και τις περιπτώσεις αναστολής ή διακοπής της πρέπει να προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες του δικαίου του ανταγωνισμού» ( 20 ), οι οποίες καθιστούν απαραίτητη τη «διενέργεια πολύπλοκης ανάλυσης πραγματικών περιστατικών και οικονομικών στοιχείων» ( 21 ).

57.

Οι αρχές αυτές, τις οποίες το Δικαστήριο διατύπωσε σε υπόθεση που αφορούσε αγωγή ιδιωτών για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω συμπεριφοράς αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού (private enforcement), εφαρμόζονται, κατά την άποψή μου, και στην υπό κρίση υπόθεση, στην οποία η υποκείμενη σε παραγραφή αγωγή ασκήθηκε από την εθνική αρχή ανταγωνισμού (public enforcement).

58.

Τούτο δε διότι η εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού που περιλαμβάνονται στις ευρωπαϊκές Συνθήκες κατόπιν της άσκησης αγωγής ιδιώτη (private enforcement), πραγματικός «δεύτερος πυλώνας» ( 22 ) μετά την εφαρμογή των κανόνων αυτών από δημόσιους φορείς (public enforcement), «διαδραματίζ[ει] σήμερα καίριο ρόλο στο αποκεντρωμένο σύστημα εφαρμογής του δικαίου των συμπράξεων, όπως αυτό τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό (ΕΚ) 1/2003» ( 23 ). Συγκεκριμένα, οι αγωγές αποζημιώσεως για παράβαση των κανόνων της Ένωσης περί ανταγωνισμού αποτελούν «αναπόσπαστο μέρος του συστήματος εφαρμογής των κανόνων αυτών, που επιδιώκει την πάταξη των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών των επιχειρήσεων και την αποτροπή τους από την επίδειξη τέτοιων συμπεριφορών» ( 24 ).

59.

Ο κανονισμός 1/2003 ανέδειξε ήδη τη συμπληρωματική σχέση μεταξύ public enforcement και private enforcement η οποία χαρακτηρίζει το ευρωπαϊκό μοντέλο ( 25 ): στην πρώτη, χάρη στις αποτελεσματικές εξουσίες έρευνας και επιβολής κυρώσεων που αναγνωρίζονται στις αρμόδιες αρχές, έχει ανατεθεί κατά κύριο λόγο η λειτουργία της τιμωρίας και της αποτροπής των πράξεων που συνιστούν παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού· στη δεύτερη, έχει ανατεθεί το καθήκον διασφάλισης της προστασίας των δικαιωμάτων και της αποκατάστασης της ζημίας που υφίστανται οι ζημιωθέντες από την παράβαση. Οι πιο πρόσφατες σχετικές οδηγίες ( 26 ) επαναβεβαιώνουν την προσέγγιση αυτή, προσθέτοντας εντούτοις στοιχεία τα οποία υποδεικνύουν ολοένα και μεγαλύτερη συμπληρωματικότητα.

60.

Αντί να θεωρήσει κανείς ότι υπάρχουν δύο ανταγωνιστικά συστήματα enforcement, είναι σκόπιμο να σκέπτεται με όρους ενός ενιαίου συστήματος, δεδομένου ότι πρόκειται για δύο τρόπους επίτευξης του ίδιου αποτελέσματος ( 27 ). Ο συντονισμός αυτών των τρόπων enforcement αποσκοπεί στην ενίσχυση θετικής αλληλεπίδρασης, προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινός σκοπός της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού ( 28 ).

61.

Εξάλλου, από την καθημερινή νομική πράξη προκύπτει ότι όχι μόνον οι αγωγές αποζημιώσεως των ιδιωτών μπορούν να αποτελέσουν συγκεκριμένη ευκαιρία υποβολής στην κρίση των δικαστηρίων ενδεχόμενων περιπτώσεων παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας οι οποίες άλλως δεν θα ετύγχαναν προστασίας ( 29 ), αλλά επίσης ότι το δικαίωμα κάθε προσώπου να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από συμπεριφορά αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού «ενισχύει […] την αποτελεσματική λειτουργία των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης […], συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ( 30 ).

62.

Λόγω αυτής της στενής συμπληρωματικής σχέσης μεταξύ private enforcement και public enforcement ( 31 ), οι οποίες διαδραματίζουν αμφότερες λειτουργικό ρόλο για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος να υφίσταται πραγματικός και ελεύθερος ανταγωνισμός στην ενιαία αγορά, εκτιμώ ότι οι προμνησθείσες αρχές τις οποίες διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Cogeco μπορούν να τύχουν εφαρμογής και στην υπό κρίση υπόθεση.

63.

Ως εκ τούτου, η αρχή της αποτελεσματικότητας ορίζει ότι «οι εθνικές διατάξεις δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από την έννομη τάξη της Ένωσης» ( 32 ).

64.

Τούτο ισχύει ιδίως στον τομέα του ανταγωνισμού ( 33 ), λόγω του προεκτεθέντος αποκεντρωμένου συστήματος enforcement, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι «η ορθή νομική αξιολόγηση των παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού απαιτεί, σε πολλές περιπτώσεις, την εκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών σχέσεων και εσωτερικών επιχειρηματικών εγγράφων, τα οποία συχνά αποκαλύπτονται μόνο χάρη στο έργο των αρχών ανταγωνισμού» ( 34 ).

65.

Ως εκ τούτου, όσον αφορά την παραγραφή, οι κανόνες των κρατών μελών πρέπει να καθιστούν δυνατή την αποτελεσματική άσκηση αγωγής λόγω συμπράξεως ακόμη και σε ιδιαίτερα πολύπλοκες περιπτώσεις.

66.

Από την ανάλυση της υπό κρίση υπόθεσης, προκύπτουν ορισμένα στοιχεία τα οποία μπορούν να οδηγήσουν στην εκτίμηση ότι η ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας από το εφετείο δεν συνάδει προς την αρχή της αποτελεσματικότητας: ο απόλυτος αποκλεισμός πράξεων διακοπής της παραγραφής μεταγενέστερων της κίνησης της έρευνας, ο οποίος εμποδίζει να ληφθούν υπόψη διαδικαστικά συμβάντα μεταγενέστερα της κίνησης της έρευνας, καθώς και η επακόλουθη υπέρμετρη μείωση της λειτουργικότητας της απόλυτης δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής, η οποία προβλέπεται επίσης από την ίδια νομοθεσία.

67.

Στην προκειμένη περίπτωση, παραβίαση του δικαίου της Ένωσης δεν συνιστούν ούτε η παράταση της προθεσμίας παραγραφής αυτή καθεαυτήν ούτε τα συγκεκριμένα είδη των πράξεων διακοπής της παραγραφής, αλλά η αδικαιολόγητη αυστηρότητα της υιοθετηθείσας συσταλτικής ερμηνείας, η οποία δεν καθιστά δυνατή τη διακοπή της παραγραφής ακόμη και σε ιδιαίτερα πολύπλοκες περιπτώσεις.

68.

Συνεπώς, η ερμηνεία αυτή σχεδόν αναιρεί το νόημα της απόλυτης δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής, η οποία προβλέπεται επίσης από την ίδια νομοθεσία επιπλέον της «συνήθους» πενταετούς προθεσμίας παραγραφής: εάν καμία πράξη η οποία έπεται της επίσημης κίνησης της διαδικασίας δεν είναι ικανή να διακόψει την παραγραφή, σπανίως θα είναι δυνατή η υπέρβαση των πέντε ετών της σχετικής προθεσμίας παραγραφής και, εν πάση περιπτώσει, θα είναι δυνατή, το πολύ, η υπέρβαση μόνο του σύντομου χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από τη λήψη γνώσης της ενδεχόμενης παράβασης των κανόνων του ανταγωνισμού έως την κίνηση της διαδικασίας.

69.

Είναι αληθές ότι, της κίνησης της διαδικασίας από την Αρχή Ανταγωνισμού, προηγείται προκαταρκτική διερεύνηση από την αρμόδια Διεύθυνση, πλην όμως στο διάστημα αυτό δεν είναι δυνατόν να διενεργηθούν πολλές πράξεις σχετικές με τη διαδικασία, όπως, για παράδειγμα, οι έλεγχοι και, εν πάση περιπτώσει, δεν πραγματοποιούνται, κατά κανόνα, όλες οι διαδικαστικές πράξεις που χαρακτηρίζουν μια πλήρη διαδικασία κατ’ αντιπαράθεση εξέτασης.

70.

Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν προθεσμίες και όρους παραγραφής διαφορετικούς από τους προβλεπόμενους για την Επιτροπή βάσει του άρθρου 25 του κανονισμού 1/2003, υπό την προϋπόθεση όμως ότι καθιστούν δυνατή την άσκηση της δραστηριότητας enforcement κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη την πολυπλοκότητα της νομικής και οικονομικής ανάλυσης των υποθέσεων οι οποίες υποβάλλονται στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού. Κατά την άποψή μου, έτσι πρέπει να γίνεται αντιληπτή, στον τομέα του ανταγωνισμού, η έννοια της φράσης «δεν καθιστούν εξαιρετικώς δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης», την οποία έχει επανειλημμένως χρησιμοποιήσει το Δικαστήριο.

71.

Προς την επίτευξη του σκοπού αυτού, μεγαλύτερη σημασία από την απόλυτη διάρκεια της προθεσμίας παραγραφής, η οποία δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα μεγάλη, ώστε να αποφευχθεί το αντίθετο αποτέλεσμα, της καθυστέρησης άσκησης της αγωγής λόγω συμπράξεως, έχουν οι πράξεις διακοπής της παραγραφής, δεδομένου ότι καθιστούν δυνατή την προσαρμογή της διάρκειας των διαδικασιών στην πραγματική πολυπλοκότητα της υπόθεσης.

72.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σεβασμού της δικονομικής αυτοτέλειας των κρατών μελών, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να ερμηνεύουν διάταξη όπως η επίμαχη διάταξη της ρουμανικής νομοθεσίας λαμβάνοντας υπόψη: α) το σύνολο των ισχυόντων κανόνων περί παραγραφής και όχι μεμονωμένες διατάξεις ( 35 )· β) τη μέση πολυπλοκότητα των υποθέσεων που εξετάζει η εθνική αρχή ανταγωνισμού και τον χρόνο που απαιτείται για τη δέουσα νομική και οικονομική ανάλυση. Προς τούτο, όπως πρότεινε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της ( 36 ), μπορεί να χρησιμοποιηθεί το κριτήριο που πρότεινε το Δικαστήριο στην υπόθεση «Taricco 1» ( 37 ).

73.

Εφαρμόζοντας το κριτήριο αυτό στην υπό κρίση υπόθεση, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να διερευνήσει αν, από την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί διακοπής της παραγραφής όπως τις ερμήνευσε το εφετείο προκύπτει, σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, ατιμωρησία επιχειρήσεων που διέπραξαν σοβαρές παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, για τον λόγο ότι οι πράξεις αυτές παραγράφονται γενικώς προτού επιβληθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο κύρωση για τη συμπεριφορά που συνιστά παράβαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Εφόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει ότι τα προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο μέτρα για την καταπολέμηση των πράξεων που συνιστούν παράβαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας δεν μπορούν να θεωρηθούν αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, κάτι που θα αντέβαινε στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.

74.

Θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη όχι μόνο ο πραγματικός αριθμός περιπτώσεων ατιμωρησίας λόγω παρέλευσης της προθεσμίας παραγραφής όσον αφορά τον συνολικό αριθμό υποθέσεων που εξετάζει η οικεία εθνική αρχή ανταγωνισμού, αλλά επίσης, για παράδειγμα, το γεγονός ότι μερικά είδη παραβίασης του δικαίου του ανταγωνισμού παραμένουν συστηματικά ατιμώρητα ( 38 ) συνεπεία της εφαρμογής των εθνικών διατάξεων περί διακοπής της προθεσμίας παραγραφής.

75.

Τέλος, θέλω να επισημάνω ότι, προκειμένου να αξιολογήσει τα αποτελέσματα ενδεχόμενης παραγραφής της αγωγής περί enforcement της εθνικής αρχής ανταγωνισμού, το εθνικό δικαστήριο θα μπορούσε επίσης να αναλύσει τα συμφέροντα τρίτων τα οποία θα θίγονταν από την ακύρωση, λόγω παραγραφής, της απόφασης της εθνικής αρχής ανταγωνισμού, ζημία η οποία, καίτοι δεν έχει επέλθει ακόμη, δύναται να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο.

76.

Πρόκειται, ειδικότερα, για τους καταναλωτές οι οποίοι, δεδομένου ότι υπέστησαν ζημία από την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά των επιχειρήσεων στις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις, αναμένουν τη δικαστική επικύρωση της απόφασης της Αρχής Ανταγωνισμού για να μπορέσουν να ασκήσουν τις επακόλουθες αγωγές αποζημιώσεως (follow‑on actions).

77.

Κατά την άποψή μου, τούτο συνιστά περαιτέρω επιβεβαίωση των παρατηρήσεων που ανέπτυξα ανωτέρω ( 39 ) σχετικά με τον συμπληρωματικό χαρακτήρα της public enforcement και της private enforcement, οι οποίες διαδραματίζουν αμφότερες λειτουργικό ρόλο για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος να υπάρχει πραγματικός και ελεύθερος ανταγωνισμός στην ενιαία αγορά.

78.

Αυτή η περαιτέρω εκτίμηση προϋποθέτει ότι πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες παρέχουν στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να λάβει επίσης υπόψη τα συμφέροντα των καταναλωτών στη συνολική εκτίμησή του: α) η απόφαση της Αρχής Ανταγωνισμού δεν πρέπει να είναι, εκ πρώτης όψεως, παράνομη για λόγους που δεν σχετίζονται με την παραγραφή· β) η προσβαλλόμενη απόφαση της Αρχής Ανταγωνισμού πρέπει να έχει περιεχόμενο κατάλληλο in abstracto για τη θεμελίωση επακόλουθων αγωγών (follow‑on actions) από σημαντικό αριθμό καταναλωτών οι οποίοι υπέστησαν ζημία από την παράνομη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις.

79.

Εκτιμώ ότι, κατόπιν των ως άνω διαπιστώσεων, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να προβεί σε μια τελευταία εκτίμηση ως προς το εάν η εθνική διάταξη συνάδει όχι προς το γράμμα, αλλά προς το πνεύμα του συνόλου των κανόνων του δικαίου της Ένωσης περί παραγραφής της αγωγής περί enforcement που δύναται να ασκήσει η Επιτροπή.

80.

Καίτοι δεν είναι δεσμευτικοί για τα κράτη μέλη, οι εν λόγω κανόνες συνιστούν, εν πάση περιπτώσει, ένα «μέτρο αποτελεσματικότητας» της αγωγής λόγω συμπράξεως, η οποία πρέπει να χαρακτηρίζεται από όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ομοιομορφία σε ένα αποκεντρωμένο νομικό σύστημα enforcement, στο οποίο οι επιμέρους εθνικές αρχές ανταγωνισμού ενεργούν συνεργαζόμενες ολοένα και περισσότερο με την Επιτροπή.

81.

Από τα προεκτεθέντα και από το σύνολο των στοιχείων που συνάγονται από τη δικογραφία προκύπτει ότι συσταλτική ερμηνεία των πράξεων διακοπής της παραγραφής, όπως η υιοθετηθείσα από το εφετείο, δύναται να συνιστά εμπόδιο στην άσκηση αγωγής περί enforcement από την εθνική αρχή ανταγωνισμού, ιδίως όταν οι ιδιαιτερότητες της υπόθεσης απαιτούν πολύπλοκη νομική και οικονομική εμβριθή εξέταση (μεταξύ άλλων λόγω του όγκου του υλικού που πρέπει να εξεταστεί) και μεταγενέστερες διαπιστώσεις, μεταξύ άλλων μέσω ελέγχων και άλλων τρόπων διεξαγωγής αποδείξεων.

82.

Όπως προεκτέθηκε, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εφαρμόσει τα ως άνω κριτήρια για να εκτιμήσει αν, εν προκειμένω, η εθνική διάταξη, όπως ερμηνεύθηκε από το εφετείο, καθιστά εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση αγωγών περί εφαρμογής της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας και, επομένως, αντιβαίνει στην αρχή της αποτελεσματικότητας.

83.

Κατόπιν της διαπίστωσης αυτής, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει την αρχή της σύμφωνης ερμηνείας, η οποία, ως γνωστόν, «επιβάλλει επίσης στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οικείας οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή» ( 40 ).

84.

Εάν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι είναι αδύνατη η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία και αποφασίσει να αφήσει ανεφάρμοστη τη διάταξη του εθνικού δικαίου, είναι αναγκαίο να εξεταστούν με σαφήνεια, όπως πρότεινε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της ( 41 ), οι νομικές συνέπειες στο πλαίσιο της κύριας δίκης.

85.

Συγκεκριμένα, εάν το εθνικό δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι δεν συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης η συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 62 του ρουμανικού νόμου περί ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα να αφήσει ανεφάρμοστη την εθνική διάταξη, θεωρώντας ότι η παραγραφή διακόπηκε εγκύρως από άλλη πράξη μεταγενέστερη της κίνησης της διαδικασίας έρευνας, η νομική κατάσταση θα πρέπει να εκτιμηθεί διά παραπομπής στην αρχή της νομιμότητας και της μη αναδρομικής ισχύος των κανόνων που επιβάλλουν κυρώσεις ( 42 ).

86.

Τούτο, δεδομένου ότι από τη δικογραφία και, ειδικότερα, από τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής ( 43 ), προκύπτει ότι στη ρουμανική έννομη τάξη, όπως και στην ιταλική, η οποία εξετάστηκε στις αποφάσεις «Taricco 1» ( 44 ) και «Taricco 2» ( 45 ), οι κανόνες περί παραγραφής των παραβάσεων, όπως και οι κανόνες περί καθορισμού των αξιόποινων πράξεων και περί καθορισμού των ποινών, βασίζονται στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο και, επομένως, υπόκεινται, όπως και αυτοί, στην αρχή της νομιμότητας των αξιόποινων πράξεων και ποινών ( 46 ), η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως, το καθεστώς παραγραφής στον τομέα του ποινικού δικαίου υπόκειται στις απαιτήσεις της προβλεψιμότητας, της σαφήνειας και της μη αναδρομικής ισχύος, οι οποίες είναι εγγενείς στην αρχή της νομιμότητας των αξιόποινων πράξεων και των ποινών.

87.

Συγκεκριμένα, στην απόφαση «Taricco 2» ( 47 ), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, εάν το εθνικό δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι η υποχρέωση να αφήσει ανεφάρμοστες τις επίμαχες εθνικές διατάξεις αντιβαίνει στην αρχή της νομιμότητας των αξιόποινων πράξεων και των ποινών, η οποία επιτάσσει να καθορίζει ο νόμος κατά τρόπο προβλέψιμο και σαφή και χωρίς αναδρομική ισχύ τις αξιόποινες πράξεις και τις προβλεπόμενες ποινές, το εν λόγω δικαστήριο δεν θα υποχρεούται να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση αυτή, ακόμη και αν η τήρησή της θα επέτρεπε να αποφευχθεί κατάσταση εσωτερικού δικαίου μη συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης.

88.

Το κριτήριο αυτό δύναται να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται επίσης στις περιπτώσεις επιβολής κυρώσεων στον τομέα του ανταγωνισμού βάσει πάγιας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ( 48 ).

89.

Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του δικαίου του ανταγωνισμού, της φύσης των κυρώσεων (προληπτικό, αποτρεπτικό και κατασταλτικό αποτέλεσμα) και της βαρύτητας αυτών (χρηματικές ποινές σημαντικού ύψους), οι διαδικασίες αυτές πρέπει, κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να υπόκεινται στις εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ( 49 ).

90.

Το Δικαστήριο ακολούθησε επανειλημμένως τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές: στην απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, το Δικαστήριο αναγνώρισε τη δυνατότητα εφαρμογής της αρχής του προσωποπαγούς χαρακτήρα της ευθύνης στους κανόνες ανταγωνισμού ( 50 )· στην απόφαση Hüls κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο παρέπεμψε στην αρχή του τεκμηρίου αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ( 51 ).

91.

Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot, «τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 ( 52 ) προσομοιάζουν, βάσει της φύσεως και της σημασίας τους, με ποινικές κυρώσεις» και η σχετική διαδικασία «διαθέτει επομένως “ποινική φύση” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών» ( 53 ).

92.

Ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται, εφόσον πληρούνται οι προμνησθείσες προϋποθέσεις, νομοθετική διάταξη η οποία κρίθηκε μεταγενέστερα ασύμβατη προς τις αρχές του δικαίου της Ένωσης, να μπορεί να εξακολουθεί να δεσμεύει τα μέρη στο πλαίσιο της τήρησης της αρχής της νομιμότητας και της μη αναδρομικής ισχύος των ποινικών διατάξεων ή των διατάξεων με τιμωρητικό, υπό την ευρεία του όρου έννοια, χαρακτήρα.

93.

Ανάλογη δύναται να είναι η συλλογιστική στην περίπτωση πάγιας ερμηνείας ισχύοντος κανόνα. Απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να ισχύσει κάτι τέτοιο είναι να πρόκειται για ομοιόμορφες και πάγιες δικονομικές ερμηνείες, οι οποίες μπορούν, επομένως, να θεωρηθούν στη συγκεκριμένη εθνική έννομη τάξη «ζωντανό δίκαιο».

94.

Μόνο σε αυτή την περίπτωση μπορεί η ερμηνεία διάταξης νόμου η οποία έχει τιμωρητικό χαρακτήρα να εξακολουθήσει, ως «ζωντανό δίκαιο», να δεσμεύει τα μέρη, ακόμη και αν μεταγενέστερα κριθεί ασύμβατη προς το δίκαιο της Ένωσης.

95.

Εν προκειμένω, εκτιμώ ότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι υφίσταται τέτοια κατάσταση, δεδομένου ότι οι νομολογιακές ερμηνείες στο κράτος μέλος διίστανται.

96.

Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατόπιν της απόφασης αριθ. 13, της 14ης Απριλίου 2015, το εφετείο Βουκουρεστίου επιλήφθηκε δέκα υποθέσεων, σε πέντε εκ των οποίων διαπίστωσε παραγραφή του δικαιώματος επιβολής της κύρωσης, ενώ στις υπόλοιπες πέντε επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ( 54 ): αυτό επιβεβαιώνει την ύπαρξη «μη ομοιόμορφης πρακτικής των δικαστηρίων της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό» ( 55 ).

97.

Η Αρχή Ανταγωνισμού υπενθυμίζει ότι «τα δικαστήρια της ουσίας που εξέτασαν τη νομιμότητα της απόφασης αριθ. 13/2015 ερμήνευσαν και εφάρμοσαν με διαφορετικό τρόπο τους εφαρμοστέους κανόνες περί παραγραφής για την επιβολή κυρώσεων στον τομέα του ανταγωνισμού όσον αφορά τις πράξεις που διακόπτουν την παραγραφή» ( 56 ).

98.

Εντούτοις, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην απόφαση «Taricco 2» και αποσαφηνίζονται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου, εφαρμόζοντας τα προεκτεθέντα κριτήρια.

IV. Πρόταση

99.

Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ως εξής:

«1)

Το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και το άρθρο 101 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι υποχρεώνουν τα δικαστήρια των κρατών μελών να ερμηνεύουν τους εθνικούς κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν την παραγραφή της εξουσίας της εθνικής αρχής ανταγωνισμού προς επιβολή διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με τις αρχές της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης και της αποτελεσματικότητας της αγωγής λόγω συμπράξεως.

2)

Στο πλαίσιο της δικονομικής αυτοτέλειάς τους, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κανόνες για την παραγραφή του δικαιώματος των εθνικών αρχών ανταγωνισμού προς επιβολή κυρώσεων διαφορετικούς από εκείνους που προβλέπει για την Επιτροπή το άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί καθιστούν δυνατή, στο πλαίσιο του σεβασμού της αρχής της αποτελεσματικότητας, την άσκηση της δραστηριότητας enforcement κατά τρόπο που προσήκει στην πολυπλοκότητα της νομικής και οικονομικής ανάλυσης των υποθέσεων που εξετάζουν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού.

3)

Ερμηνεία διάταξης του εθνικού δικαίου υπό την έννοια ότι η τελευταία πράξη διακοπής της παραγραφής είναι η πράξη κίνησης της έρευνας σχετικά με αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική, χωρίς οι μεταγενέστερες πράξεις που εκτελούνται για τους σκοπούς της έρευνας αυτής να περιλαμβάνονται σε αυτές που διακόπτουν την παραγραφή, ενδέχεται να μη συνάδει προς τις προμνησθείσες αρχές της καλόπιστης συνεργασίας και της αποτελεσματικότητας της αγωγής λόγω συμπράξεως εάν ο εθνικός δικαστής διαπιστώσει ότι συντρέχουν συγκεκριμένες περιστάσεις οι οποίες καθιστούν εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση αγωγής από την εθνική αρχή ανταγωνισμού. Ο εθνικός δικαστής οφείλει να λάβει υπόψη στο πλαίσιο της εκτίμησής του: α) τις ιδιαιτερότητες του δικαίου του ανταγωνισμού, οι οποίες απαιτούν κατά κανόνα τη διενέργεια πολύπλοκης πραγματικής και οικονομικής ανάλυσης· β) το σύνολο των ισχυόντων κανόνων περί παραγραφής· γ) τη λειτουργία των πράξεων που διακόπτουν την παραγραφή, οι οποίες καθιστούν δυνατή την προσαρμογή της διάρκειας των διαδικασιών στην πραγματική πολυπλοκότητα κάθε υπόθεσης· δ) τη μέση πολυπλοκότητα των υποθέσεων που εξετάζει η εθνική αρχή ανταγωνισμού, κάνοντας επίσης χρήση του κριτηρίου που πρότεινε το Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε επί της υπόθεσης C‑105/14.

4)

Εφόσον πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει την αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας και, μόνον εάν η εφαρμογή της αρχής αυτής δεν είναι δυνατή, να αφήσει ανεφάρμοστη την εθνική διάταξη, διαπιστώνοντας ότι η εν λόγω μη εφαρμογή συνάδει προς την αρχή της νομιμότητας των αξιόποινων πράξεων και των ποινών, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε επί της υπόθεσης C‑42/17.»


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.

( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).

( 3 ) H υπογράμμιση δική μου. Αντιθέτως, η νυν ισχύουσα, τροποποιηθείσα, διάταξη κάνει λόγο για «σκοπούς προκαταρκτικής εξέτασης ή κίνησης διαδικασίας κατά της παράβασης διάταξης του νόμου».

( 4 ) Η τροποποιηθείσα, νυν ισχύουσα, διάταξη μνημονεύει, αντιθέτως: «a) γραπτά αιτήματα παροχής πληροφοριών· b) απόφαση του προέδρου της Αρχής Ανταγωνισμού περί κίνησης έρευνας· c) διενέργεια ελέγχων· d) κοινοποίηση της έκθεσης έρευνας».

( 5 ) Βλ. γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημείο 19.

( 6 ) Βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (205/82 έως 215/82, EU:C:1983:233, σκέψη 17).

( 7 ) Πράξη νομοθετικού περιεχομένου 31/2015. Κατά την αιτιολογική έκθεση της πράξης νομοθετικού περιεχομένου, οι τροποποιήσεις των άρθρων 61 και 62 του νόμου «σκοπούν στην εξάλειψη της σύγχυσης όσον αφορά την παραγραφή του δικαιώματος προσφυγής και το δικαίωμα της Αρχής Ανταγωνισμού προς επιβολή κυρώσεων» (βλ. υποσημείωση 7, σ. 23, της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως).

( 8 ) Περιλαμβανομένων της διενέργειας ελέγχων και της κοινοποίησης της έκθεσης έρευνας (πρβλ. νέο άρθρο 64 του ρουμανικού νόμου περί ανταγωνισμού).

( 9 ) Οδηγία 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς («οδηγία ECN+»), της οποίας η προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο λήγει στις 4 Φεβρουαρίου 2021.

( 10 ) Οι νέες διατάξεις αφορούν μόνο την υποχρέωση αναστολής ή διακοπής των προθεσμιών παραγραφής κατά τη διάρκεια διαδικασιών ενώπιον των εθνικών αρχών ανταγωνισμού άλλων κρατών μελών ή της Επιτροπής και την υποχρέωση αναστολής ή διακοπής των εν λόγω προθεσμιών για όσο διάστημα η απόφαση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού εκκρεμεί ενώπιον αναθεωρητικού δικαστηρίου.

( 11 ) Βλ. απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2010, VEBIC (C‑439/08, EU:C:2010:739, σκέψη 56).

( 12 ) Βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2010, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής (C‑550/07 P, EU:C:2010:512, σκέψη 113 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 13 ) Βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (205/82‑215/82, EU:C:1983:233, σκέψη 17).

( 14 ) Βλ. υποσημείωση 13 των παρουσών προτάσεων.

( 15 ) Βλ. απόφαση της 14ης Ιουνίου 2011, Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2011:389), κατά τη σκέψη 24 της οποίας, «καίτοι η θέσπιση και η εφαρμογή των κανόνων αυτών εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα κράτη μέλη πρέπει να ασκούν την εν λόγω αρμοδιότητα σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης»· πρβλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑154/08, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:695, σκέψη 121 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 16 ) Βλ. απόφαση της 14ης Ιουνίου 2011, Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2011:389, σκέψη 24)· απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, Oelmühle και Schmidt Söhne (C‑298/96, EU:C:1998:372, σκέψεις 23 και 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στο ίδιο πνεύμα, βλ., επίσης, αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 95), και της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, Pflücke (C‑125/01, EU:C:2003:477, σκέψεις 33 και 34).

( 17 ) Βλ. απόφαση της 14ης Ιουνίου 2011, Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2011:389, σκέψη 24).

( 18 ) Βλ. απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2010, VEBIC (C‑439/08, EU:C:2010:739, σκέψη 57).

( 19 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Cogeco Communications (C‑637/17, EU:C:2019:263, σκέψη 55).

( 20 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Cogeco Communications (C‑637/17, EU:C:2019:263, σκέψη 47).

( 21 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Cogeco Communications (C‑637/17, EU:C:2019:263, σκέψη 46).

( 22 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Otis Gesellschaft κ.λπ. (C‑435/18, EU:C:2019:651, σημείο 40).

( 23 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Cogeco Communications (C‑637/17, EU:C:2019:32, σημείο 1). Βλ. επίσης, επ’ αυτού, αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Courage και Crehan (C‑453/99, EU:C:2001:465), της 13ης Ιουλίου 2006, Manfredi κ.λπ. (C‑295/04 έως C‑298/04, EU:C:2006:461), της 5ης Ιουνίου 2014, KONE κ.λπ. (C‑557/12, EU:C:2014:1317, σκέψη 25), και, προσφάτως, της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Otis κ.λπ. (C‑435/18, EU:C:2019:1069, ιδίως σκέψη 24).

( 24 ) Βλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ. (C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 45).

( 25 ) Κατά την αιτιολογική σκέψη 7, «[τ]α εθνικά δικαστήρια επιτελούν καίρια λειτουργία στο πλαίσιο της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Προασπίζουν τα δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, εκδικάζοντας τις νομικές διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ ιδιωτών, π.χ. επιδικάζοντας αποζημίωση υπέρ εκείνων που έχουν θιγεί από παραβάσεις. Υπό την έννοια αυτή, ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων συμπληρώνει το ρόλο των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Επομένως, θα πρέπει να τους παρασχεθεί η εξουσία να εφαρμόζουν πλήρως τα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης».

( 26 ) Οδηγία 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2014, L 349, σ. 1), και προμνησθείσα στην υποσημείωση 9 οδηγία «ECN +».

( 27 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Skanska Industrial Solutions κ.λπ. (C‑724/17, EU:C:2019:100, σημείο 76), κατά τις οποίες «η εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού από δημόσιες αρχές και από ιδιωτικούς φορείς αποτελεί συνολικά ένα ολοκληρωμένο σύστημα εφαρμογής, μολονότι με δύο σκέλη, το οποίο πρέπει να θεωρείται ως ένα όλον».

( 28 ) R. Chieppa, «Coordination between Private and Public Antitrust Enforcement in Italy and in the EU. Due modalità di un sistema bilanciato di enforcement», σε Gian Antonio Benacchio και Michele Carpagnano (επιμ.), Il private antitrust enforcement in Italia e nell’Unione europea: scenari applicativi e le prospettive del mercato. Atti del VII Convegno Antitrust di Trento, 11‑13 Απριλίου 2019, Università degli Studi di Trento, Τρέντο, 2019.

( 29 ) Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Skanska Industrial Solutions κ.λπ. (C‑724/17, EU:C:2019:100, σημείο 47), κατά τις οποίες «η από ιδιωτικούς φορείς εφαρμογή της νομοθεσίας μέσω αγωγών αποζημιώσεως συνιστά ένα συμπληρωματικό μέσο αποτροπής των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών, την οποία δεν είναι ικανή να επιτύχει από μόνη της η εφαρμογή από δημόσιες αρχές».

( 30 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Cogeco Communications (C‑637/17, EU:C:2019:263, σκέψη 41). Με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια και παραπέμποντας ειδικώς στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο διευκρίνισε στην απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ. (C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 43), ότι «το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από σύμπραξη ή πρακτική απαγορευόμενη από το άρθρο 101 ΣΛΕΕ διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου αυτού, ειδικότερα, την πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως που προβλέπει η παράγραφός του 1» (η υπογράμμιση δική μου).

( 31 ) «[Η] εφαρμογή από δημόσιες αρχές και η εφαρμογή από ιδιωτικούς φορείς συμπληρώνουν η μία την άλλη και αποτελούν τα συστατικά στοιχεία ενός όλου», βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Skanska Industrial Solutions κ.λπ. (C‑724/17, EU:C:2019:100, σημείο 80).

( 32 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Cogeco Communications (C‑637/17, EU:C:2019:32, σημείο 77), και ήδη, στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2006, Manfredi κ.λπ. (C‑295/04 έως C‑298/04, EU:C:2006:461, σκέψη 62), της 6ης Ιουνίου 2013, Donau Chemie κ.λπ. (C‑536/11, EU:C:2013:366, σκέψη 27), και της 5ης Ιουνίου 2014, KONE κ.λπ. (C‑557/12, EU:C:2014:1317, σκέψη 25).

( 33 ) Βλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Cogeco Communications (C‑637/17, EU:C:2019:263, σκέψη 44).

( 34 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Cogeco Communications (C‑637/17, EU:C:2019:32, σημείο 85).

( 35 ) Πρβλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Cogeco Communications (C‑637/17, EU:C:2019:263, σκέψη 45).

( 36 ) Βλ. γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημείο 34.

( 37 ) Βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Taricco κ.λπ. (C‑105/14, EU:C:2015:555, σκέψη 47), στην οποία το Δικαστήριο πρότεινε στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει αν «η εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων στον τομέα της διακοπής της προθεσμίας παραγραφής έχει ως αποτέλεσμα πράξεις που συνιστούν βαρεία απάτη να μην τιμωρούνται ποινικώς σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων, επειδή τα εγκλήματα αυτά παραγράφονται κατά κανόνα πριν επιβληθεί η νομοθετικώς προβλεπόμενη ποινή με δικαστική απόφαση μη δυνάμενη πλέον να προσβληθεί». Στην περίπτωση αυτή, «επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα μέτρα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για την καταπολέμηση της απάτης και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας θίγουσας τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, δεν μπορούν να θεωρούνται ως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, αντιθέτως προς τα οριζόμενα στο άρθρο 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της συμβάσεως PIF, καθώς και την οδηγία 2006/112, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ».

( 38 ) Βλ. αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2018, Kolev κ.λπ. (C‑612/15, EU:C:2018:392, σκέψη 65), και της 17ης Ιανουαρίου 2019, Dzivev (C‑310/16, EU:C:2019:30, σκέψη 31).

( 39 ) Βλ. σημεία 62 επ. των παρουσών προτάσεων.

( 40 ) Βλ., αντί άλλων, απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Max‑Planck‑Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften (C‑684/16, EU:C:2018:874, σκέψη 59). Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στη σκέψη 60, «η ως άνω απαίτηση περί σύμφωνης ερμηνείας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς της εκάστοτε οδηγίας. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν ορθή η κρίση εθνικού δικαστηρίου ότι αδυνατεί να ερμηνεύσει εθνική διάταξη σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για τον λόγο και μόνον ότι η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί παγίως κατά τρόπο μη συνάδοντα προς το δίκαιο αυτό».

( 41 ) Βλ. γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημείο 39.

( 42 ) Βλ. απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B. (C‑42/17, EU:C:2017:936, σκέψεις 61 και 62).

( 43 ) Βλ. γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημείο 41.

( 44 ) Βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Taricco κ.λπ. (C‑105/14, EU:C:2015:555).

( 45 ) Βλ. πόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B. (C‑42/17, EU:C:2017:936).

( 46 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (C‑352/09 P, EU:C:2010:635, σημεία 88 και 89), κατά τις οποίες, «[οι] διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή εφ’ όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος των κανόνων αυτών. […] Αντιθέτως, τούτο δεν ισχύει για τους ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι, εκτός αντίθετης ρητής βουλήσεως του νομοθέτη της Ένωσης, δεν έχουν αναδρομική ισχύ». Πρβλ., όπως μνημονεύεται στην υποσημείωση 19 των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής, απόφαση αριθ. 297/2018 του Curtea Constituțională a României (Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρουμανίας), η οποία έκανε δεκτή την ένσταση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 155, παράγραφος 1, του ρουμανικού ποινικού κώδικα, δημοσιευθείσα στις 25 Ιουνίου 2018.

( 47 ) Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B. (C‑42/17, EU:C:2017:936).

( 48 ) Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εφαρμόζει τρία κριτήρια προκειμένου να κρίνει εάν μια κατηγορία εντάσσεται στη σφαίρα του ποινικού δικαίου, ήτοι τον χαρακτηρισμό που δίδεται από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους, τον κατασταλτικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα της κυρώσεως, καθώς και τη βαρύτητα της προβλεπομένης κυρώσεως (απόφαση του ΕΔΔΑ της 8ης Ιουνίου 1976, Engel κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, σειρά A αριθ. 22, § 82. Για παράθεση της νομολογίας του ΕΔΔΑ όσον αφορά την εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων, βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Νοεμβρίου 2006, Jussila κατά Φινλανδίας, § 29‑39). Το ΕΔΔΑ έχει εφαρμόσει τη συλλογιστική αυτή σε πολυάριθμες περιπτώσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων, περιλαμβανομένης της επιβολής κυρώσεων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού (βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 9ης Φεβρουαρίου 1990, Melchers and Co. κατά Γερμανίας, της 30ής Μαΐου 1991, Société Stenuit κατά Γαλλίας, και της 3ης Δεκεμβρίου 2002, Lilly κατά Γαλλίας. Βλ., επίσης, προμνησθείσες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, Jussila κατά Φινλανδίας, § 43, και Dubus S.A. κατά Γαλλίας, § 35, καθώς και, για μεμονωμένη ερμηνεία, απόφαση του ΕΔΔΑ της 3ης Ιουνίου 2004, OOO Neste κ.λπ. κατά Ρωσίας). Για όλες αυτές τις παραπομπές, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (C‑352/09 P, EU:C:2010:635, σημεία 48 έως 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 49 ) Βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 3ης Δεκεμβρίου 2002, Lilly κατά Γαλλίας (προσφυγή αριθ. 53892/00), της 11ης Ιουνίου 2009, Dubus S.A. κατά Γαλλίας (προσφυγή αριθ. 5242/04), § 37‑38, της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, Menarini Diagnostics S.r.l. κατά Ιταλίας (προσφυγή αριθ. 43509/08), § 38‑44, και της 23ης Οκτωβρίου 2018, Produkcija Plus Storitveno podjetje d.o.o. κατά Σλοβενίας (προσφυγή αριθ. 47072/15), § 45‑46.

( 50 ) Βλ. απόφαση 8ης Ιουλίου 1999, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 78). Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε στην απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑97/08 P, EU:C:2009:536, σκέψη 77).

( 51 ) Βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Hüls κατά Επιτροπής (C‑199/92 P, EU:C:1999:358), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσης των επιδίκων παραβάσεων, καθώς και της φύσης και του βαθμού αυστηρότητας των κυρώσεων τις οποίες επισύρουν, η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας εφαρμόζεται επί των διαδικασιών των σχετικών με παραβάσεις των ισχυόντων επί επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού που μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών.

( 52 ) Επομένως, θεωρητικά, και αυτά που επιβάλλουν οι επιμέρους αρχές ανταγωνισμού βάσει των αποκεντρωμένων εξουσιών που τους αναθέτει ο εν λόγω κανονισμός 1/2003.

( 53 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (C‑352/09 P, EU:C:2010:635, σημείο 49).

( 54 ) Βλ. σημείο 36 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

( 55 ) Βλ. σημείο 70 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

( 56 ) Βλ. γραπτές παρατηρήσεις της Αρχής Ανταγωνισμού, υποσημείωση 37, στην οποία διευκρινίζονται τα εξής: α) ορισμένα δικαστήρια έκριναν ότι η απόφαση κίνησης της έρευνας είναι η τελευταία πράξη της Αρχής Ανταγωνισμού η οποία μπορεί να διακόψει την προθεσμία παραγραφής· οι μεταγενέστερες αποφάσεις της Αρχής Ανταγωνισμού για τους σκοπούς της έρευνας σχετικά με την παράβαση δεν παράγουν αποτέλεσμα διακοπής· η έρευνα της Αρχής Ανταγωνισμού πρέπει να ολοκληρωθεί εντός πέντε ετών από την κίνησή της· ο νόμος περί ανταγωνισμού εναρμονίστηκε προς τις διατάξεις του κανονισμού 1/2003, στο μέτρο που η προθεσμία παραγραφής μπορεί να διακοπεί από κάθε πράξη της Αρχής Ανταγωνισμού που σκοπεί στη διαπίστωση της παράβασης, μόνο κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε η πράξη νομοθετικού περιεχομένου 31/2015· ενώ β) άλλα δικαστήρια προσέγγισαν το ζήτημα ως εξής: η απόφαση κίνησης της έρευνας δεν είναι η τελευταία πράξη της Αρχής Ανταγωνισμού η οποία διακόπτει την προθεσμία παραγραφής· κάθε πράξη της Αρχής Ανταγωνισμού η οποία σκοπεί στη διερεύνηση της παράβασης έχει αποτέλεσμα διακοπής της παραγραφής· η επιβολή της κύρωσης υπόκειται σε δεκαετή προθεσμία από την ημερομηνία παύσης των πράξεων της εικαζόμενης παράβασης (ειδική προθεσμία παραγραφής), η οποία είναι, επομένως, η μέγιστη επιτρεπόμενη διάρκεια της έρευνας· οι τροποποιήσεις που επέφερε η πράξη νομοθετικού περιεχομένου 31/2015 έχουν αποκλειστικά και μόνο τυπικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι ο νόμος περί ανταγωνισμού εναρμονίστηκε προς τις διατάξεις του κανονισμού 1/2003 με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου 121/2003, κατά την οποία οι πράξεις που διακόπτουν την προθεσμία παραγραφής είναι εκείνες που εκτελούνται για τη διερεύνηση της παράβασης, περιλαμβανομένων των αιτημάτων παροχής πληροφοριών και της κοινοποίησης έκθεσης αιτιάσεων, ως διαδικαστικών πράξεων επακόλουθων της έκδοσης της απόφασης περί κινήσεως της έρευνας.

Top