EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62010CJ0186

Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 21ης Ιουλίου 2011.
Tural Oguz κατά Secretary of State for the Home Department.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) - Ηνωμένο Βασίλειο.
Συμφωνία συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας - Άρθρο 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου - Ρήτρα standstill - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Απόρριψη της αιτήσεως για ανανέωση της αδείας διαμονής Τούρκου υπηκόου ο οποίος προέβη στη σύσταση επιχειρήσεως κατά παράβαση των όρων που έθετε η άδεια αυτή - Κατάχρηση δικαιώματος.
Υπόθεση C-186/10.

Συλλογή της Νομολογίας 2011 I-06957

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2011:509

Υπόθεση C-186/10

Tural Oguz

κατά

Secretary of State for the Home Department

[αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Άρθρο 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου – Ρήτρα standstill – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Απόρριψη της αιτήσεως για ανανέωση της αδείας διαμονής Τούρκου υπηκόου ο οποίος προέβη στη σύσταση επιχειρήσεως κατά παράβαση των όρων που έθετε η άδεια αυτή – Κατάχρηση δικαιώματος»

Περίληψη της αποφάσεως

Διεθνείς συμφωνίες – Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Κανόνας του άρθρου 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου περί ρήτρας standstill – Πεδίο εφαρμογής – Τούρκος υπήκοος ασκών ελεύθερο επάγγελμα κατά παράβαση των όρων που θέτει η άδεια διαμονής του εντός κράτους μέλους

(Πρόσθετο πρωτόκολλο της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, άρθρο 41 § 1)

Το άρθρο 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας έχει την έννοια ότι χωρεί επίκλησή του εκ μέρους Τούρκου υπηκόου στον οποίο χορηγήθηκε άδεια διαμονής εντός κράτους μέλους υπό τον όρο να μην ασκήσει καμία επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα και ο οποίος, όμως, αναλαμβάνει δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία κατά παράβαση του όρου αυτού και υποβάλλει ακολούθως αίτηση ενώπιον των εθνικών αρχών για παράταση της ισχύος της άδειάς του διαμονής, επικαλούμενος την επιχείρηση την οποία συνέστησε εν τω μεταξύ.

Ρήτρα standstill, όπως αυτή του άρθρου 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου, δεν λειτουργεί ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου που αποκλείει την εφαρμογή του σχετικού ουσιαστικού δικαίου το οποίο υποκαθιστά, αλλά ως οιονεί δικονομικός κανόνας ο οποίος καθορίζει, ratione temporis, τις διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους βάσει των οποίων θα εξετασθεί η περίπτωση Τούρκου υπηκόου που επιθυμεί να κάνει χρήση της ελευθερίας εγκαταστάσεως εντός κράτους μέλους.

Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρήτρα standstill παρεμβαίνει σε προγενέστερο στάδιο από αυτό της επί της ουσίας εξετάσεως της υποθέσεως, περιλαμβανομένης της εξετάσεως του ζητήματος αν υφίσταται ενδεχομένως κατάχρηση δικαιώματος καταλογιστέα στον ενδιαφερόμενο. Συνεπώς, το γεγονός ότι πρόσωπο δεν τήρησε τους όρους που του επιβλήθηκαν κατά τη χορήγηση της άδειάς του διαμονής στερείται σημασίας όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου.

(βλ. σκέψεις 28, 32, 34, 46 και διατακτ.)







ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 21ης Ιουλίου 2011 (*)

«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Άρθρο 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου – Ρήτρα standstill – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Απόρριψη της αιτήσεως για ανανέωση της αδείας διαμονής Τούρκου υπηκόου ο οποίος προέβη στη σύσταση επιχειρήσεως κατά παράβαση των όρων που έθετε η άδεια αυτή – Κατάχρηση δικαιώματος»

Στην υπόθεση C‑186/10,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (Ηνωμένο Βασίλειο) με απόφαση της 31ης Μαρτίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Απριλίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης

Tural Oguz

κατά

Secretary of State for the Home Department,

παρισταμένου του:

Centre for Advice on Individual Rights in Europe,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Arabadjiev, A. Rosas, A. Ó Caoimh και P. Lindh, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Φεβρουαρίου 2011,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο T. Oguz, εκπροσωπούμενος από τους J. Walsh και P. Haywood, barristers,

–        το Centre for Advice on Individual Rights in Europe, εκπροσωπούμενο από τους S. Cox και C. Banner, barristers, και από την L. Barratt, solicitor,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον S. Ossowski, επικουρούμενο από τον R. Palmer, barrister,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους E. Paasivirta και M. Wilderspin,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 14ης Απριλίου 2011,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου, το οποίο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149, στο εξής: πρόσθετο πρωτόκολλο).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του T. Oguz, Τούρκου υπηκόου, και του Secretary of State for the Home Department (Υπουργού Εσωτερικών, στο εξής: Secretary of State), σχετικά με την απόφαση του δευτέρου να απορρίψει την αίτηση του ενδιαφερομένου για ανανέωση της άδειας διαμονής του στο Ηνωμένο Βασίλειο ως ελεύθερου επαγγελματία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η νομοθεσία της Ενώσεως

 Η Σύνδεση ΕΟΚ-Τουρκίας

3        Σύμφωνα με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα από την Τουρκική Δημοκρατία, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, και συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας), έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, τούτο δε και όσον αφορά τους εργαζομένους, μέσω της σταδιακής υλοποιήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και με την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, με σκοπό τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του τουρκικού λαού και τη διευκόλυνση, εν συνεχεία, της εντάξεως της Τουρκικής Δημοκρατίας στην Κοινότητα.

4        Με το άρθρο 1 του προσθέτου πρωτοκόλλου, το οποίο, βάσει του άρθρου του 62, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, καθορίζονται οι προϋποθέσεις, οι όροι και το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής της μεταβατικής φάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4 της εν λόγω Συμφωνίας.

5        Το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου προβλέπει ρήτρα standstill, η οποία έχει ως εξής:

«Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιβάλλουν μεταξύ τους νέους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.»

 Η εθνική νομοθεσία

6        Ο νόμος περί μεταναστεύσεως του 1971 (Immigration Act 1971) ορίζει τα εξής:

«[...]

3.      Γενικές διατάξεις ρυθμίσεως και ελέγχου

1)      Εκτός αν οι διατάξεις του παρόντος νόμου ή οι διατάξεις που θεσπίσθηκαν δυνάμει του παρόντος νόμου προβλέπουν άλλως, άτομο που δεν έχει τη βρετανική ιθαγένεια

a)      δεν μπορεί να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτός και αν του χορηγηθεί σχετική άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή σύμφωνα με διατάξεις εκδοθείσες δυνάμει του παρόντος νόμου·

b)      είναι δυνατόν να του χορηγηθεί άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο (ή, εφόσον βρίσκεται ήδη στην επικράτεια, άδεια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο), ορισμένου ή αορίστου χρόνου·

c)      σε περίπτωση χορηγήσεως άδειας εισόδου ή διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο με ισχύ ορισμένου χρόνου, η άδεια αυτή μπορεί να χορηγηθεί υπό όλους ή υπό ορισμένους από τους κατωτέρω όρους, συγκεκριμένα δε:

(i)      υπό όρο περιοριστικό της εργασίας ή απασχολήσεως του προσώπου αυτού στο Ηνωμένο Βασίλειο·

[...]

2)      Ο Secretary of State οφείλει από καιρού εις καιρόν (και το ταχύτερο δυνατό) να υποβάλλει ενώπιον του Κοινοβουλίου το περιεχόμενο ή ενδεχόμενες τροποποιήσεις των διατάξεων, τις οποίες έχει εκπονήσει όσον αφορά την πρακτική που πρέπει να ακολουθείται κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου για τον έλεγχο της εισόδου και διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο των ατόμων για τα οποία απαιτείται βάσει του νόμου αυτού άδεια εισόδου, περιλαμβανομένων και οποιωνδήποτε διατάξεων σχετικών με τον χρόνο ισχύος της χορηγούμενης άδειας και τους όρους υπό τους οποίους χορηγείται η άδεια σε διάφορες περιπτώσεις· [...]

3)      Σε περίπτωση άδειας εισόδου ή διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο υποκείμενης σε περιορισμούς:

a)      η άδεια ατόμου μπορεί να τροποποιηθεί, είτε λόγω περιορισμού ή παρατάσεως του χρόνου ισχύος της ή λόγω της μετατροπής της σε άδεια αορίστου χρόνου, είτε λόγω της επιβολής, τροποποιήσεως ή ανακλήσεως όρων, πλην όμως σε περίπτωση μετατροπής της σε άδεια αορίστου χρόνου κάθε περιοριστικός όρος παύει να ισχύει·

[…]».

7        Οι διατάξεις περί ελέγχου της μεταναστεύσεως του 1972 (Statement of Immigration Rules for Control after Entry 1972, στο εξής: διατάξεις του 1972 περί μεταναστεύσεως) προέβλεπαν τα εξής:

«Μέρος Α. Τροποποίηση της άδειας εισόδου ή διαμονής

Τμήμα I. Γενικές Διατάξεις

[...]

Γενικές εκτιμήσεις

[...]

4.      Στις κάτωθι διατάξεις καθορίζονται οι κύριες κατηγορίες ατόμων στα οποία μπορεί να χορηγηθεί ορισμένης χρονικής ισχύος άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο και τα οποία μπορούν να ζητήσουν τροποποίηση της άδειάς τους διαμονής, καθώς και οι αρχές βάσει των οποίων πρέπει να εξετάζονται οι αιτήσεις τους ή να τροποποιείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η άδειά τους. Κατά την εξέταση των ζητημάτων αυτών προς έκδοση αποφάσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία. Το γεγονός ότι ο αιτών πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια διαμονής ή να παραταθεί η ισχύς της, όπως ζητείται και λαμβανομένης υπόψη της δραστηριότητας την οποία προτίθεται να ασκήσει, δεν συνεπάγεται ότι η αίτησή του θα γίνει δεκτή. Για παράδειγμα, θα ληφθεί υπόψη αν ο αιτών τήρησε τις προθεσμίες και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες του χορηγήθηκε άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο· το αν, λαμβανομένων υπόψη του χαρακτήρα, της συμπεριφοράς ή των συναναστροφών του, η περαιτέρω διαμονή του κρίνεται ανεπιθύμητη· το αν αποτελεί κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια, καθώς και το αν, σε περίπτωση κατά την οποία του επιτραπεί η διαμονή για το χρονικό διάστημα που επιθυμεί, δεν θα είναι πλέον δυνατή η απέλασή του προς άλλη χώρα.

[...]

Επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες

21.      Άτομα στα οποία επετράπη η είσοδος στο Ηνωμένο Βασίλειο με την ιδιότητα του επισκέπτη μπορούν να ζητήσουν την άδεια του Secretary of State προκειμένου να εγκατασταθούν στη χώρα για να αναλάβουν επιχειρηματική δραστηριότητα, είτε για λογαριασμό τους, είτε ως εταίροι νέας ή υφιστάμενης επιχειρήσεως. Οποιαδήποτε τέτοια αίτηση θα εξετάζεται αυτοτελώς επί της ουσίας. Η χορήγηση άδειας θα εξαρτάται από σειρά παραγόντων, περιλαμβανομένων των στοιχείων που θα αποδεικνύουν ότι ο αιτών θα κάνει χρήση δικών του περιουσιακών στοιχείων για τη σύσταση της επιχειρήσεως, αναλόγως των συμφερόντων του σ’ αυτήν, ότι θα μπορεί να φέρει το βάρος των ευθυνών και ζημιών που μπορεί να συνεπάγεται η επιχείρηση και ότι το μερίδιό του στα κέρδη θα είναι επαρκές για να τον συντηρεί καθώς και τα εξαρτώμενα από αυτόν άτομα. Η συμμετοχή του αιτούντος στην επιχείρηση δεν πρέπει να συγκαλύπτει μισθωτή απασχόληση, πρέπει δε να είναι σαφές ότι ο αιτών δεν θα πρέπει να υποκαταστήσει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες με απασχόληση για την οποία απαιτείται άδεια εργασίας. [...]»

8        Δεν αμφισβητείται ότι οι διατάξεις του 1972 περί μεταναστεύσεως, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του προσθέτου πρωτοκόλλου όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, δηλαδή την 1η Ιανουαρίου 1973, αποτελούν τις εφαρμοστέες διατάξεις στην περίπτωση Τούρκων υπηκόων, εφόσον αυτοί μπορούν να επικαλεσθούν το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου προκειμένου να τύχουν του ευεργετήματος της ρήτρας standstill την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Συγκεκριμένα, κατά το αιτούν δικαστήριο, οι διατάξεις αυτές είναι ευνοϊκότερες, όσον αφορά την εξέταση των αιτήσεων για τη χορήγηση άδειας διαμονής σε άτομα που προτίθενται να ασκήσουν ελεύθερο επάγγελμα στο κράτος μέλος αυτό, απ’ ό,τι οι διατάξεις περί ελέγχου της μεταναστεύσεως του 2008 (Statement of Immigration Rules 2008, στο εξής: διατάξεις του 2008 περί μεταναστεύσεως), οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

9        Στις 27 Οκτωβρίου 2000 χορηγήθηκε στον T. Oguz άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο με την ιδιότητα του φοιτητή. Η ισχύς της άδειας διαμονής λόγω σπουδών του ενδιαφερομένου ανανεώθηκε επανειλημμένα, η ισχύς δε της τελευταίας χρονικά άδειας διαμονής έληξε στις 31 Αυγούστου 2006. Οι άδειες αυτές είχαν χορηγηθεί υπό τον όρο ο T. Oguz να μην «[α]ναλάβει μισθωτή απασχόληση ή να μην ασκήσει επιχειρηματική δραστηριότητα χωρίς την έγκριση του Secretary of State for the Home Department».

10      Στις 18 Αυγούστου 2006, η υπηρεσία του υπουργείου που είναι επιφορτισμένη με την εξέταση των αιτήσεων για τη χορήγηση άδειας εργασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο [Work Permits (UK)] γνωστοποίησε στην Trade Link Company Limited (στο εξής: Trade Link) ότι ενέκρινε την αίτηση της εταιρίας αυτής για τη χορήγηση άδειας εργασίας στον T. Oguz. Εν συνεχεία, χορηγήθηκε στον T. Oguz περαιτέρω άδεια διαμονής για πέντε έτη, από 29ης Αυγούστου 2006, λόγω της ιδιότητάς του ως κατόχου άδειας εργασίας. Η νέα αυτή άδεια χορηγήθηκε υπό τους ίδιους όρους με τους αναγραφόμενους στην άδεια που του είχε χορηγηθεί κατά την είσοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο.

11      Στις 16 Νοεμβρίου 2006, η Trade Link γνωστοποίησε στον T. Oguz την άμεση απόλυσή του για οικονομικούς λόγους. Στις 14 Νοεμβρίου 2007, οι αρμόδιες αρχές απέρριψαν νέα αίτηση χορηγήσεως άδειας εργασίας, την οποία είχε υποβάλει ο ενδιαφερόμενος προκειμένου να ασκήσει καθήκοντα εμπορικού διευθυντή εφημερίδας, για τον λόγο ότι οι όροι για την κατάληψη της θέσεως ήταν υπερβολικά περιοριστικοί και μπορούσαν να αποθαρρύνουν εργαζομένους διαμένοντες στο Ηνωμένο Βασίλειο από το να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας για τη συγκεκριμένη εργασία.

12      Στις 20 Μαρτίου 2008, ο T. Oguz υπέβαλε αίτηση παρατάσεως της ισχύος της άδειας διαμονής του στο Ηνωμένο Βασίλειο με την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία, βάσει των διατάξεων του 1972 περί μεταναστεύσεως.

13      Από την αίτηση αυτή, η οποία αφορούσε την άσκηση δραστηριότητας συμβούλου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και εμπορικής προωθήσεως, προέκυπτε ότι ο T. Oguz ασκούσε ήδη ελεύθερο επάγγελμα κατά την ημερομηνία αυτή. Ο ενδιαφερόμενος επιβεβαίωσε εκ των υστέρων ότι είχε προβεί στη σύσταση της επιχειρήσεώς του τον Φεβρουάριο του 2008 και ότι η επιχείρηση αυτή είχε τεθεί σε λειτουργία από τον Μάρτιο του ιδίου έτους. Στις 2 Σεπτεμβρίου 2008, πάντως, γνωστοποίησε στις αρμόδιες αρχές ότι είχε παύσει να απασχολείται ως ελεύθερος επαγγελματίας από τις 11 Αυγούστου 2008 και ότι δεν προετίθετο να αναλάβει εκ νέου την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας αυτής πριν εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεώς του.

14      Η αίτηση του T. Oguz απορρίφθηκε με την από 21 Οκτωβρίου 2008 απόφαση του Secretary of State, η οποία εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του 2008 περί μεταναστεύσεως. Επιπλέον, ανακλήθηκε η άδεια διαμονής του ενδιαφερομένου, για τον λόγο ότι αυτός δεν πληρούσε πλέον τους όρους της άδειας αυτής.

15      Η αιτιολογία της απορριπτικής αυτής αποφάσεως έγκειται στο ότι ο εκκαλών της κύριας δίκης άρχισε να ασκεί ελεύθερο επάγγελμα κατά παράβαση των όρων της προγενέστερης άδειάς του διαμονής ως κατόχου άδειας εργασίας και στο ότι δεν ενημέρωσε τον Secretary of State για το ότι έπαυσε να εργάζεται στην Trade Link. Παραβάσεις αυτού του είδους συνιστούν δόλια ή καταχρηστική συμπεριφορά η οποία στερεί από τον εκκαλούντα της κύριας δίκης το δικαίωμα να επικαλεσθεί τη ρήτρα standstill που προβλέπει το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου.

16      Ο εκκαλών της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Asylum and Immigration Tribunal (δικαστηρίου αρμόδιου για θέματα ασύλου και μεταναστεύσεως) στις 4 Νοεμβρίου 2008. Με απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2009, ο Immigration Judge (δικαστής αρμόδιος για θέματα μεταναστεύσεως) απέρριψε την προσφυγή αυτή. Έκρινε ότι ο T. Oguz δεν είχε ενεργήσει κατά δόλιο τρόπο και ότι ο Secretary of State είχε ενημερωθεί για τη λύση της συμβάσεως εργασίας του εκκαλούντος της κύριας δίκης με την Trade Link, την 1η Ιουνίου 2007. Εντούτοις, ο T. Oguz παρέβη τους όρους της άδειας διαμονής που διέθετε ως κάτοχος άδειας εργασίας, καθόσον προέβη στη σύσταση και λειτουργία επιχειρήσεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να επικαλεσθεί τη ρήτρα standstill.

17      Ο T. Oguz υπέβαλε αίτημα να επανεξετασθεί η εν λόγω υπόθεση. Με απόφαση που εξέδωσε στις 26 Ιουνίου 2009, ο Senior Immigration Judge (ανώτερος δικαστής αρμόδιος για θέματα μεταναστεύσεως) έκρινε ότι ο Immigration Judge δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη και, ως εκ τούτου, αποφάνθηκε ότι ορθώς απορρίφθηκε η προσφυγή του T. Oguz.

18      Στις 11 Νοεμβρίου 2009, επετράπη στον T. Oguz να ασκήσει έφεση ενώπιον του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division). Στο Centre for Advice on Individual Rights in Europe, ανθρωπιστικό οργανισμό σκοπός του οποίου είναι η παροχή πληροφοριών και συμβουλών επί θεμάτων σχετικών με τα ανθρώπινα δικαιώματα, επετράπη να παρέμβει στην ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασία.

19      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το σκεπτικό που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, C‑235/99, Kondova (Συλλογή 2001, σ. I‑6427), μπορεί να τύχει εφαρμογής και στην περίπτωση πραγματικών περιστατικών όπως τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division), αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Δύναται Τούρκος υπήκοος, στον οποίο χορηγήθηκε άδεια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό τον όρο να μην ασκήσει επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα και ο οποίος αναλαμβάνει δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία κατά παράβαση του όρου αυτού και ακολούθως υποβάλλει αίτηση ενώπιον των εθνικών αρχών για παράταση της ισχύος της άδειάς του διαμονής, επικαλούμενος την επιχείρηση την οποία συνέστησε, να επικαλεσθεί το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου [...];»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

20      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου έχει την έννοια ότι χωρεί επίκλησή του εκ μέρους Τούρκου υπηκόου στον οποίο χορηγήθηκε άδεια διαμονής εντός κράτους μέλους υπό τον όρο να μην ασκήσει καμία επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα και ο οποίος, όμως, αναλαμβάνει δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία κατά παράβαση του όρου αυτού και υποβάλλει ακολούθως αίτηση ενώπιον των εθνικών αρχών για παράταση της ισχύος της άδειάς του διαμονής, επικαλούμενος την επιχείρηση την οποία συνέστησε εν τω μεταξύ.

21      Από τη διαβιβασθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία προκύπτει ότι εφόσον ο T. Oguz δεν είχε δικαίωμα να επικαλεσθεί τη ρήτρα standstill, την οποία προβλέπει το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου, η αίτησή του για παράταση της ισχύος της άδειάς του διαμονής υπό την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία θα απορριπτόταν άνευ άλλου τινός, βάσει των διατάξεων του 2008 περί μεταναστεύσεως. Αντιθέτως, ενδεχόμενη εφαρμογή της εν λόγω ρήτρας standstill θα υποχρέωνε τις αρμόδιες αρχές να εξετάσουν την αίτηση του εκκαλούντος της κύριας δίκης βάσει των διατάξεων του 1972 περί μεταναστεύσεως.

22      Το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου απαγορεύει τη θέσπιση, μετά την ημερομηνία κατά την οποία το πρωτόκολλο αυτό τέθηκε σε ισχύ εντός του κράτους μέλους υποδοχής, οποιωνδήποτε νέων περιορισμών στην άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, περιλαμβανομένων και όσων αφορούν τις ουσιαστικές και/ή τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για την αρχική είσοδο στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους Τούρκων υπηκόων που επιθυμούν να ασκήσουν στο κράτος αυτό τις εν λόγω οικονομικές ελευθερίες (βλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑16/05, Tum και Dari, Συλλογή 2007, σ. I-7415, σκέψη 69, και της 29ης Απριλίου 2010, C‑92/07, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 47).

23      Κατά πάγια νομολογία η διάταξη αυτή αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών, οπότε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων χωρεί επίκληση των δικαιωμάτων που αυτή παρέχει στους Τούρκους υπηκόους επί των οποίων έχει εφαρμογή προκειμένου να μην εφαρμοσθούν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου που αντιβαίνουν στην εν λόγω διάταξη. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή θεσπίζει, με σαφήνεια, ακρίβεια και χωρίς αιρέσεις, μη αμφίσημη ρήτρα standstill, η οποία προβλέπει υποχρέωση την οποία αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη και η οποία αναλύεται νομικώς σε απλή αποχή από ενέργεια (βλ. αποφάσεις της 11ης Μαΐου 2000, C‑37/98, Savas, Συλλογή 2000, σ. I‑2927, σκέψεις 46 έως 54, και της 19ης Φεβρουαρίου 2009, C‑228/06, Soysal και Savatli, Συλλογή 2009, σ. I‑1031, σκέψη 45).

24      Το δικαίωμα του T. Oguz να επικαλεσθεί το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να εφαρμοσθούν στην περίπτωσή του οι διατάξεις του 1972 περί μεταναστεύσεως αμφισβητείται από τον Secretary of State, με το αιτιολογικό ότι αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής, η οποία στηρίζεται στην άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, μολονότι έχει προηγηθεί παράβαση όρου της προηγούμενης άδειας διαμονής, βάσει του οποίου απαγορευόταν στον ενδιαφερόμενο η άσκηση τέτοιας ακριβώς δραστηριότητας, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Η κατάχρηση αυτή αποκλείει την εκ μέρους του ενδιαφερομένου επίκληση της ρήτρας standstill.

25      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται δολίως ή καταχρηστικώς τους κανόνες του δικαίου της Ενώσεως και ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν, κατά περίπτωση, στηριζόμενα σε αντικειμενικά στοιχεία, να λαμβάνουν υπόψη την καταχρηστική ή δόλια συμπεριφορά των ενδιαφερομένων ώστε, ενδεχομένως, να μην εφαρμόζουν υπέρ αυτών τις διατάξεις του εν λόγω δικαίου. Πάντως, τα δικαστήρια αυτά οφείλουν, κατά την εξέταση τέτοιας συμπεριφοράς, να λαμβάνουν υπόψη τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν οι οικείες διατάξεις του δικαίου της Ενώσεως (βλ., αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1999, C‑212/97, Centros, Συλλογή 1999, σ. I‑1459, σκέψη 25, και της 21ης Νοεμβρίου 2002, C‑436/00, X και Y, Συλλογή 2002, σ. I‑10829, σκέψη 42).

26      Πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου δεν παρέχει σε Τούρκο υπήκοο δικαίωμα ουσιαστικού δικαίου, εν προκειμένω το δικαίωμα εγκαταστάσεως, το οποίο εξακολουθεί να διέπεται από το εθνικό δίκαιο (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Soysal και Savatli, σκέψη 47).

27      Συγκεκριμένα, η ρήτρα standstill την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή σκοπεί στη δημιουργία ευνοϊκών προϋποθέσεων για τη σταδιακή εφαρμογή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, απαγορεύοντας κατ’ απόλυτο τρόπο στις εθνικές αρχές να θέτουν οποιοδήποτε νέο εμπόδιο στην άσκηση της ελευθερίας αυτής, επιδεινώνοντας τις υφιστάμενες σε συγκεκριμένη ημερομηνία συνθήκες, ώστε να μην καταστεί δυσχερέστερη η σταδιακή υλοποίηση της ελευθερίας αυτής μεταξύ των κρατών μελών και της Τουρκικής Δημοκρατίας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Tum και Dari, σκέψη 61, και απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2010, C‑300/09 και C‑301/09, Toprak και Oguz, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 53).

28      Ρήτρα standstill, όπως αυτή του άρθρου 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου, δεν λειτουργεί ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου που αποκλείει την εφαρμογή του σχετικού ουσιαστικού δικαίου το οποίο υποκαθιστά, αλλά ως οιονεί δικονομικός κανόνας ο οποίος καθορίζει, ratione temporis, τις διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους βάσει των οποίων θα εξετασθεί η περίπτωση Τούρκου υπηκόου που επιθυμεί να κάνει χρήση της ελευθερίας εγκαταστάσεως εντός κράτους μέλους (προπαρατεθείσα απόφαση Tum και Dari, σκέψη 55).

29      Επομένως, η λειτουργία αυτής της ρήτρας standstill περιορίζεται, στην υπόθεση της κύριας δίκης, στον καθορισμό των διατάξεων της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου περί μεταναστεύσεως, με γνώμονα τις οποίες οι εθνικές αρχές θα αποφανθούν επί της αιτήσεως του T. Oguz να παραταθεί η ισχύς της άδειάς του διαμονής ως ελεύθερου επαγγελματία, χωρίς να επηρεάζουν καθόλου της επί της ουσίας εξέταση της αιτήσεως αυτής.

30      Με τις γραπτές παρατηρήσεις του, ο εκκαλών της κύριας δίκης επισημαίνει ότι τυχόν εκ μέρους του καταχρηστική συμπεριφορά μπορεί να ληφθεί υπόψη και σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, στο πλαίσιο των εφαρμοστέων διατάξεων του εθνικού δικαίου, δηλαδή κατά την εφαρμογή των διατάξεων του 1972 περί μεταναστεύσεως. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επιβεβαίωσε ότι το άρθρο 4 των διατάξεων αυτών προβλέπει μηχανισμό ο οποίος καθιστά δυνατή την επιβολή κυρώσεων λόγω καταχρήσεως δικαιώματος.

31      Η ρήτρα standstill δεν αποκλείει επομένως τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν κυρώσεις για καταχρηστικές συμπεριφορές επί θεμάτων μεταναστεύσεως στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου.

32      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρήτρα standstill παρεμβαίνει σε προγενέστερο στάδιο από αυτό της επί της ουσίας εξετάσεως της υποθέσεως, περιλαμβανομένης της εξετάσεως του ζητήματος αν υφίσταται ενδεχομένως κατάχρηση δικαιώματος καταλογιστέα στον ενδιαφερόμενο.

33      Το Δικαστήριο έχει κρίνει συναφώς ότι το ζήτημα αν, κατά την ημερομηνία κατά την οποία Τούρκος υπήκοος υποβάλλει αίτηση εγκαταστάσεως στην επικράτεια κράτους μέλους, η διαμονή του στο κράτος αυτό είναι νόμιμη ή όχι στερείται σημασίας όσον αφορά την εφαρμογή της ρήτρας standstill (βλ., προπαρατεθείσα απόφαση Tum και Dari, σκέψη 59).

34      Συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το γεγονός ότι πρόσωπο όπως ο T. Oguz δεν τήρησε τους όρους που του επιβλήθηκαν κατά τη χορήγηση της άδειάς του διαμονής στερείται σημασίας όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου.

35      Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ένδικη διαφορά της κύριας δίκης οι διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Kondova.

36      Με την απόφαση αυτή, η οποία αφορούσε την Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί Συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, αφετέρου, συναφθείσας και εγκριθείσας εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 94/908/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 358, σ. 1, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως ΕΚ-Βουλγαρίας), το Δικαστήριο έκρινε ότι αν επιτρεπόταν στους Βουλγάρους υπηκόους να υποβάλλουν ανά πάσα στιγμή αίτηση εγκαταστάσεως στο κράτος μέλος υποδοχής, ανεξαρτήτως προηγούμενης παραβάσεως της εθνικής νομοθεσίας περί αλλοδαπών, οι εν λόγω υπήκοοι θα παρακινούνταν να παραμένουν παρανόμως στην επικράτεια του κράτους αυτού και να υποβάλλονται στο εθνικό σύστημα ελέγχου μόνον όταν πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της εν λόγω νομοθεσίας (προπαρατεθείσα απόφαση Kondova, σκέψη 77).

37      Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι αυτή η ερμηνεία ενέχει τον κίνδυνο να καταστήσει άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας το άρθρο 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΚ-Βουλγαρίας και να επιτρέψει τις καταχρήσεις, νομιμοποιώντας παραβιάσεις των εθνικών νομοθεσιών περί εισόδου και διαμονής των αλλοδαπών (προπαρατεθείσα απόφαση Kondova, σκέψη 79).

38      Βάσει του σκεπτικού αυτού, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι Βούλγαρος υπήκοος ο οποίος, ενώ προτίθεται να αναλάβει μισθωτή δραστηριότητα ή να ασκήσει ελεύθερο επάγγελμα εντός κράτους μέλους, καταστρατηγεί δολίως τους σχετικούς ελέγχους των εθνικών αρχών, δηλώνοντας ψευδώς ότι εισέρχεται σ’ αυτό το κράτος για εποχιακή εργασία, θέτει εαυτόν εκτός του πεδίου προστασίας που του αναγνωρίζεται βάσει της ως άνω Συμφωνίας Συνδέσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Kondova, σκέψη 80).

39      Στηριζόμενη στη νομολογία αυτή, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διατείνεται ότι η ρήτρα standstill, την οποία προβλέπει το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου, έχει την έννοια ότι δεν χωρεί επίκλησή της προκειμένου να καταστρατηγηθεί εθνικό σύστημα προηγούμενου ελέγχου. Όπως επισήμανε και το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Kondova, αν επιτρεπόταν στους Τούρκους υπηκόους να υποβάλλουν ανά πάσα στιγμή αίτηση εγκαταστάσεως στο κράτος μέλος υποδοχής, θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν την πελατεία που δημιούργησαν και τα στοιχεία του ενεργητικού της επιχειρήσεως που ενδεχομένως συνέστησαν κατά τη διάρκεια της παράνομης διαμονής τους στο κράτος μέλος υποδοχής ή τα χρηματοοικονομικά μέσα που απέκτησαν στο κράτος αυτό, περιλαμβανομένης και της πιθανής περιπτώσεως ασκήσεως μισθωτής δραστηριότητας, και να εμφανισθούν επομένως ενώπιον των εθνικών αρχών ως ελεύθεροι επαγγελματίες οι οποίοι ασκούν πλέον ή δύνανται να ασκήσουν βιώσιμη δραστηριότητα και των οποίων τα δικαιώματα θα έπρεπε να αναγνωρισθούν κατ’ εφαρμογήν της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας.

40      Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

41      Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Kondova διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά της υποθέσεως της κύριας δίκης.

42      Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς τον T. Oguz, στον οποίο χορηγήθηκε νομίμως άδεια εισόδου και διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο και ο οποίος παρέβη τους όρους που θέτει η εθνική νομοθεσία μόνον αφότου συνέστησε επιχείρηση, οκτώ έτη μετά την είσοδό του στο κράτος μέλος αυτό, η E. Kondova παραδέχθηκε ότι, προκειμένου να της επιτραπεί η είσοδος στο Ηνωμένο Βασίλειο, παραπλάνησε εσκεμμένα τόσο τον υπάλληλο που ήταν επιφορτισμένος με την εξέταση των αιτήσεων για τη χορήγηση άδειας εισόδου στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού και ο οποίος της χορήγησε τη θεώρηση στη Βουλγαρία, όσο και τον υπάλληλο της υπηρεσίας αλλοδαπών ο οποίος την ήλεγξε κατά την άφιξή της στο Ηνωμένο Βασίλειο.

43      Ήταν, συνεπώς, αδιαμφισβήτητο ότι, με τη συμπεριφορά αυτή, η E. Kondova παρέβη τη νομοθεσία περί αρχικής εισόδου υπηκόου τρίτου κράτους στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους, παράβαση εμπίπτουσα στη δικαιοδοσία του κράτους αυτού.

44      Επιπλέον, διέφεραν και τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση Kondova. Αντιθέτως προς το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου, το άρθρο 45, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΚ-Βουλγαρίας αποτελούσε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου βάσει του οποίου έπρεπε να εξετασθεί επί της ουσίας αίτηση εγκαταστάσεως και του οποίου παράβαση καταλογιζόταν στην E. Kondova. Βάσει της δεύτερης αυτής διατάξεως, κάθε κράτος μέλος παρέχει στους εγκατεστημένους στην επικράτειά του Βουλγάρους υπηκόους μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που επιφυλάσσει στους υπηκόους του. Λαμβανομένου υπόψη του σκεπτικού αυτού, καθώς και του γεγονότος ότι το άρθρο 45, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΚ-Βουλγαρίας δεν περιέχει καμία ρήτρα standstill, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή διαφέρει ουσιωδώς αυτής του άρθρου 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου.

45      Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 58 και 59 των προτάσεών της, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, με την προπαρατεθείσα απόφαση Kondova, ότι δεν χωρεί επίκληση αυτής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου λόγω καταχρήσεως δικαιώματος. Η κρίση που διατυπώθηκε με την απόφαση αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση ρήτρας standstill, όπως αυτής του άρθρου 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι βάσει της ρήτρας αυτής δεν παρέχεται ούτε ουσιαστικό δικαίωμα εγκαταστάσεως, ούτε δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως σε σχέση με τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους.

46      Κατόπιν των ανωτέρω, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου έχει την έννοια ότι χωρεί επίκλησή του εκ μέρους Τούρκου υπηκόου στον οποίο χορηγήθηκε άδεια διαμονής εντός κράτους μέλους υπό τον όρο να μην ασκήσει καμία επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα και ο οποίος, όμως, αναλαμβάνει δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία κατά παράβαση του όρου αυτού και υποβάλλει ακολούθως αίτηση ενώπιον των εθνικών αρχών για παράταση της ισχύος της άδειάς του διαμονής, επικαλούμενος την επιχείρηση την οποία συνέστησε εν τω μεταξύ.

 Επί των δικαστικών εξόδων

47      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου, το οποίο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, έχει την έννοια ότι χωρεί επίκλησή του εκ μέρους Τούρκου υπηκόου, στον οποίο χορηγήθηκε άδεια διαμονής εντός κράτους μέλους υπό τον όρο να μην ασκήσει καμία επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα και ο οποίος, όμως, αναλαμβάνει δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία κατά παράβαση του όρου αυτού και υποβάλλει ακολούθως αίτηση ενώπιον των εθνικών αρχών για παράταση της ισχύος της άδειάς του διαμονής, επικαλούμενος την επιχείρηση την οποία συνέστησε εν τω μεταξύ.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.

Top