EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62010CJ0163

Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 6ης Σεπτεμβρίου 2011.
Ποινική δίκη κατά Aldo Patriciello.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunale di Isernia - Ιταλία.
Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών - Άρθρο 8 - Ποινική δίωξη για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως - Δηλώσεις εκτός των χώρων του Κοινοβουλίου - Έννοια της φράσεως "γνώμη εκφρασθείσα κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων" - Ασυλία - Προϋποθέσεις.
Υπόθεση C-163/10.

European Court Reports 2011 I-07565

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2011:543

Υπόθεση C-163/10

Ποινική δίκη

κατά

Aldo Patriciello

(αίτηση του Tribunale di Isernia
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών – Άρθρο 8 – Ποινική δίωξη για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως – Δηλώσεις εκτός των χώρων του Κοινοβουλίου – Έννοια της φράσεως “γνώμη εκφρασθείσα κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων” – Ασυλία – Προϋποθέσεις»

Περίληψη της αποφάσεως

Προνόμια και ασυλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Ασυλία για γνώμη που εξέφρασαν ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους

(Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 8)

Το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι η δήλωση στην οποία προέβη ευρωβουλευτής εκτός των χώρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και λόγω της οποίας ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη στο κράτος μέλος καταγωγής του για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως δεν συνιστά γνώμη εκφρασθείσα κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων και καλυπτόμενη από την ασυλία την οποία καθιερώνει η ως άνω διάταξη παρά μόνον στην περίπτωση στην οποία η δήλωση αυτή αποτελεί έκφραση υποκειμενικής εκτιμήσεως η οποία έχει άμεσο και πρόδηλο σύνδεσμο με την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει εάν οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται σε μια συγκεκριμένη ένδικη διαφορά.

(βλ. σκέψη 41 και διατακτ.)







ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 6ης Σεπτεμβρίου 2011 (*)

«Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών – Άρθρο 8 – Ποινική δίωξη για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως – Δηλώσεις εκτός των χώρων του Κοινοβουλίου – Έννοια της φράσεως “γνώμη εκφρασθείσα κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων” – Ασυλία – Προϋποθέσεις»

Στην υπόθεση C‑163/10,

με αντικείμενο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale di Isernia (Ιταλία) με απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Απριλίου 2010, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά του

Aldo Patriciello,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, J.-C. Bonichot και J.-J. Kasel, προέδρους τμήματος, Γ. Αρέστη, A. Borg Barthet, M. Ilešič, J. Malenovský, A. Ó Caoimh (εισηγητή), C. Toader και M. Safjan, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2011,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο Α. Patriciello, εκπροσωπούμενος από τους G. Ranaldi και G. Scalese, avvocati, καθώς και από την S. Fortunato, assistente,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τη M. Russo, avvocato dello Stato,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον K. Γεωργιάδη καθώς και από τις M. Γερμάνη και Γ. Παπαγιάννη,

–        το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους H. Krück, A. Caiola και N. Lorenz,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την I. Martínez del Peral και τον C. Zadra,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουνίου 2011,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει προσαρτηθεί στις Συνθήκες ΕΕ, ΛΕΕ και ΕΚΑΕ (στο εξής: πρωτόκολλο).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά του Α. Patriciello, μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου ορίζει τα εξής:

«Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»

4         Το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου ορίζει τα εξής:

«Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα μέλη του απολαύουν:

α)      εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους,

[...]»

5        Το άρθρο 18 του πρωτοκόλλου ορίζει τα εξής:

«Για την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ενεργούν σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών.»

6        Το άρθρο 6 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ 2005, L 44, σ. 1, στο εξής: Κανονισμός του Κοινοβουλίου), που επιγράφεται «Άρση της βουλευτικής ασυλίας», έχει ως εξής:

«1.      Το Κοινοβούλιο, κατά την άσκηση των εξουσιών του σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες, επιδιώκει πρωτίστως να διατηρεί την ακεραιότητά του ως δημοκρατικής νομοθετικής συνέλευσης και να διασφαλίζει την ανεξαρτησία των βουλευτών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

[...]

3.      Κάθε αίτηση η οποία απευθύνεται στον Πρόεδρο από βουλευτή ή πρώην βουλευτή με σκοπό την υπεράσπιση της ασυλίας και των προνομίων ανακοινώνεται στην Ολομέλεια και παραπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή.

[...]»

7        Το άρθρο 7 του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνει τους κανόνες περί διαδικασιών σχετικά με την ασυλία των ευρωβουλευτών, ορίζει, στις παραγράφους 2, 6 και 7, τα εξής:

«2.      Η επιτροπή καταρτίζει πρόταση απόφασης που περιορίζεται σε σύσταση για την έγκριση ή την απόρριψη της αίτησης άρσης της ασυλίας ή υπεράσπισης της ασυλίας και των προνομίων.

[...]

6.      Σε περιπτώσεις σχετικά με την υπεράσπιση προνομίου ή ασυλίας, η επιτροπή αποφασίζει εάν οι περιστάσεις συνιστούν διοικητικό ή άλλο περιορισμό επιβαλλόμενο στην ελεύθερη διακίνηση των βουλευτών που ταξιδεύουν προς και από τον τόπο συνεδρίασης του Κοινοβουλίου ή στην έκφραση γνώμης ή ψήφου κατά την άσκηση της εντολής τους ή αν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του άρθρου [9] του πρωτοκόλλου […] που δεν αποτελούν θέμα εθνικής νομοθεσίας, και υποβάλλει πρόταση με την οποία καλεί την ενδιαφερόμενη αρχή να καταλήξει στα αναγκαία συμπεράσματα.

7.       Η επιτροπή μπορεί να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την αρμοδιότητα της εν λόγω αρχής και σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης, αλλά δεν αποφαίνεται σε καμία περίπτωση για την ενοχή ή μη του βουλευτή ούτε για το σκόπιμο ή μη της ποινικής δίωξης για την έκφραση γνώμης ή τις πράξεις που του καταλογίζονται, ακόμη και σε περίπτωση που η εξέταση της αίτησης παρέχει στην επιτροπή εμπεριστατωμένες πληροφορίες για την υπόθεση.»

 Η εθνική νομοθεσία

8        Κατά το άρθρο 68, πρώτο εδάφιο, του Ιταλικού Συντάγματος:

«Τα μέλη του εθνικού κοινοβουλίου δεν δύνανται να κληθούν σε εξέταση για γνώμη που εξέφρασαν ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»

9        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εκτελεστικού νόμου αριθ. 140, περί διατάξεων για την εφαρμογή του άρθρου 68 του Συντάγματος και για την ποινική ευθύνη των προσώπων που κατέχουν υψηλά κρατικά αξιώματα (legge n. 140 – disposizioni per l’attuazione dell’articolo 68 della Costituzione nonché in materia di processi penali nei confronti delle alte cariche dello Stato), της 21ης Ιουλίου 2003 (GURI, αριθ. 142, της 21ης Ιουνίου 2003), έχει ως εξής:

«Το άρθρο 68, πρώτο εδάφιο, του Συντάγματος ισχύει, σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά την υποβολή σχεδίων ή προτάσεων νόμου, τροπολογιών, ημερησίων διατάξεων, προτάσεων και ψηφισμάτων, την υποβολή ερωτήσεων και τις αγορεύσεις στην ολομέλεια και στα λοιπά κοινοβουλευτικά όργανα, για δοθείσα ψήφο, για οποιαδήποτε άλλη κοινοβουλευτική πράξη, για κάθε ενέργεια συνιστάμενη σε έρευνα, δημοσιοποίηση, κριτική και πολιτική καταγγελία η οποία συνδέεται με τα βουλευτικά καθήκοντα και μπορεί να λάβει χώρα και εκτός κοινοβουλίου.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

10      Ο Α. Patriciello παραπέμφθηκε, κατόπιν ποινικής διώξεως που ασκήθηκε εναντίον του, ενώπιον του Tribunale d’Isernia (Ιταλία) επειδή, κατά τη διάρκεια επεισοδίου που σημειώθηκε την 1η Αυγούστου 2007 σε δημόσιο χώρο σταθμεύσεως πλησίον ενός νευρολογικού ινστιτούτου και της κατοικίας του, απηύθυνε αβάσιμες κατηγορίες κατά υπαλλήλου της δημοτικής αστυνομίας του Pozzili (Ιταλία) για παράνομη ενέργεια.

11      Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, ο Α. Patriciello κατηγορείται, στο πλαίσιο αυτό, ότι διέπραξε το προβλεπόμενο στο άρθρο 368 του ιταλικού ποινικού κώδικα έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, με την επιβαρυντική περίσταση ότι το έγκλημα τελέστηκε σε βάρος δημόσιου λειτουργού κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπό την έννοια του άρθρου 61, παράγραφος 10, του ίδιου κώδικα. Κατηγορείται, ειδικότερα, ότι κατήγγειλε πως μια υπάλληλος της δημοτικής αστυνομίας παραποίησε τα σχετικά με τον χρόνο σταθμεύσεως στοιχεία προκειμένου να επιβάλει πρόστιμο σε πολλούς οδηγούς οχημάτων σταθμευμένων κατά παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας και ότι, ως εκ τούτου, κατηγόρησε την υπάλληλο για νόθευση δημοσίου εγγράφου η οποία τιμωρείται από το άρθρο 477 του εν λόγω κώδικα. Ο Α. Patriciello εξακολούθησε να επιδεικνύει την ίδια συμπεριφορά και παρουσία χωροφυλάκων οι οποίοι επενέβησαν για να εξακριβώσουν εάν η υπάλληλος της δημοτικής αστυνομίας διέπραξε πράγματι τις καταγγελλόμενες από τον Α. Patriciello παράνομες πράξεις.

12      Με απόφαση της 5ης Μαΐου 2009, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήσεως του Α. Patriciello σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Κοινοβουλίου, αποφάσισε, έχοντας υπόψη την έκθεση της επιτροπής νομικών θεμάτων, να μην άρει την ασυλία του (στο εξής: απόφαση για τη διατήρηση της ασυλίας). Η έκθεση αυτή περιέχει την ακόλουθη αιτιολογία:

«Στην ουσία, με τις δηλώσεις του, ο κ. Patriciello σχολίασε απλώς γεγονότα της δημόσιας ζωής, δηλαδή το δικαίωμα των πολιτών να έχουν απεριόριστη πρόσβαση σε ένα νοσοκομείο καθώς και σε ιατρικό προσωπικό, πράγμα μεγάλης σημασίας για την καθημερινή ζωή των ψηφοφόρων του.

Ο κ. […] Patriciello δεν ενήργησε από προσωπικό συμφέρον, δεν είχε πρόθεση να προσβάλει τη δημόσια λειτουργό, αλλά ενήργησε χάριν του γενικού συμφέροντος των εκλογέων του στο πλαίσιο της πολιτικής του δραστηριότητας.

Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιτελούσε τα καθήκοντά του ως βουλευτής του Κοινοβουλίου και εξέφρασε τη γνώμη του επί ενός ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος για τους ψηφοφόρους του.

[...]

Βάσει των προηγηθεισών σκέψεων, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, έχοντας εξετάσει τους λόγους υπέρ και κατά της [άρσεως] της ασυλίας, συστήνει τη [διατήρηση] της ασυλίας του κ. […] Patriciello.»

13      Εντούτοις, στην απόφαση περί παραπομπής, το Tribunale di Isernia διαπιστώνει ότι, δυνάμει του άρθρου 9, στοιχείο α΄, του πρωτοκόλλου, οι βουλευτές απολαύουν των προνομίων και των ασυλιών όσον αφορά πράξεις τελεσθείσες στην επικράτεια των κρατών τους υπό τις ίδιες ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις με αυτές που ορίζει το εθνικό δίκαιο. Πάντως, κατά το άρθρο 68 του Ιταλικού Συντάγματος, το ανεύθυνο του βουλευτή εκτείνεται σε εξωκοινοβουλευτικές δραστηριότητες μόνον εφόσον αυτές συνδέονται αναπόσπαστα με την άσκηση των καθηκόντων του και τους σκοπούς της βουλευτικής εντολής.

14      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το εν λόγω δικαστήριο, επιφυλασσόμενο ως προς το βάσιμο ή μη της κατηγορίας, εκτιμά ότι, βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, δεν μπορεί να αποδεχθεί τους λόγους για τους οποίους το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να λάβει την απόφαση για τη διατήρηση της ασυλίας. Ειδικότερα, η πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη δεν συνδέεται με την έκφραση γνώμης κατά την άσκηση των καθηκόντων του ευρωβουλευτή.

15      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι, κατά την εισαγγελική αρχή, το επιχείρημα ότι ο Α. Patriciello περιορίστηκε στον σχολιασμό γεγονότων της δημόσιας ζωής, και, ειδικότερα, όσον αφορά το δικαίωμα των πολιτών για εύκολη πρόσβαση στα νοσοκομεία και στην υγειονομική περίθαλψη, χωρίς πρόθεση προσβολής της δημόσιας λειτουργού, προφανώς δεν ευσταθεί. Ειδικότερα, ο Α. Patriciello, μολονότι τα σχετικά περιστατικά δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί, κατηγόρησε ευθέως τη δημόσια λειτουργό, παρουσία των δυνάμεων της τάξεως, για νόθευση δημοσίων εγγράφων. Επομένως, η ως άνω ενέργεια προφανώς δεν συνδέεται, εκ πρώτης όψεως, με την υπεράσπιση του γενικού συμφέροντος των εκλογέων και, ως τέτοια, δεν μπορεί, όσο ευρέως και εάν ερμηνευθεί, να θεωρηθεί ως καλυπτόμενη από το καθεστώς ασυλίας.

16      Εντούτοις, το Tribunale di Isernia παρατηρεί ότι η απόφαση για τη διατήρηση της ασυλίας ελήφθη λαμβανομένου υπόψη όχι μόνον του άρθρου 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, αλλά και του άρθρου 8 αυτού. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, δεδομένου ότι το εν λόγω άρθρο δεν παραπέμπει στα εθνικά δίκαια, η έκταση της κατοχυρούμενης με αυτό ασυλίας προσδιορίζεται αποκλειστικώς με βάση το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, μολονότι η απόφαση για τη διατήρηση της ασυλίας αποτελεί γνώμη στερούμενη δεσμευτικής ισχύος για τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα, εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται να τηρεί την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και εθνικών αρχών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και του άρθρου 18 του πρωτοκόλλου (απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2008, C‑200/07 και C‑201/07, Marra, Συλλογή 2008, σ. I‑7929, σκέψεις 26 και 39 έως 41).

17      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale di Isernia αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Συνιστά η πράξη που αποδίδεται στον ευρωβουλευτή Aldo Patriciello (πράξη περιγραφόμενη στο κατηγορητήριο και σε σχέση με την οποία [ελήφθη η] απόφαση για τη διατήρηση της ασυλίας), η οποία χαρακτηρίστηκε ως ψευδής καταμήνυση με βάση το άρθρο 368 του ιταλικού ποινικού κώδικα, γνώμη εκφρασθείσα στο πλαίσιο της ασκήσεως των βουλευτικών καθηκόντων, υπό την έννοια του άρθρου [8] του πρωτοκόλλου?»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

18      Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η βουλευτική ασυλία των ευρωβουλευτών, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 8 και 9 του πρωτοκόλλου, περιλαμβάνει τις δύο μορφές προστασίας που ισχύουν κατά κανόνα και για τα μέλη των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών, δηλαδή την ασυλία για γνώμη και ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων καθώς και το βουλευτικό ακαταδίωκτο, το οποίο περιλαμβάνει καταρχήν την προστασία από δικαστική δίωξη (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Marra, σκέψη 24).

19      Όπως προκύπτει από το γράμμα του υποβληθέντος ερωτήματος, κρίσιμη στη διαφορά της κύριας δίκης είναι αποκλειστικώς η ερμηνεία του άρθρου 8 του πρωτοκόλλου.

20      Διαπιστώνεται συναφώς, όπως ακριβώς επισημαίνει η Ιταλική Κυβέρνηση, ότι με το ερώτημά του, όπως αυτό διατυπώθηκε, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί το ίδιο σε εφαρμογή του άρθρου 8 του πρωτοκόλλου στην ενώπιον του πρώτου εκκρεμούσα δίκη και να αποφανθεί επί του ζητήματος εάν οι δηλώσεις του εμπλεκόμενου ευρωβουλευτή, λόγω των οποίων ασκήθηκε εναντίον του η ποινική δίωξη της κύριας δίκης, συνιστούν γνώμη εκφρασθείσα κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων και, επομένως, εάν καλύπτονται από την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή ασυλία.

21      Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει κινηθεί δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, δεν έχει αρμοδιότητα να εφαρμόσει τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης σε μια συγκεκριμένη υπόθεση. Μπορεί όμως να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που θα του ήσαν χρήσιμα για την έκδοση της δικής του αποφάσεως (βλ. ιδίως, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, C‑54/07, Feryn, Συλλογή 2008, σ. I‑5187, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

22      Σε διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί εάν οι επίμαχες δηλώσεις καλύπτονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 8 του πρωτοκόλλου ασυλία, αφού ελέγξει εάν πληρούνται οι οριζόμενες από την εν λόγω διάταξη ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επίκληση της ως άνω ασυλίας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Marra, σκέψη 33).

23      Αντιθέτως, στο Δικαστήριο εναπόκειται να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να το καθοδηγήσει κατά την εκτίμηση αυτή, αναδιατυπώνοντας, εν ανάγκη, το ερώτημα που του έχει υποβληθεί (βλ. ιδίως, αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2008, C‑420/06, Jager, Συλλογή 2008, σ. I‑1315, σκέψη 46, και της 14ης Οκτωβρίου 2010, C‑243/09, Fuß, που δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39).

24      Πάντως, όπως συναφώς προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, με το ερώτημά του, να προσδιοριστούν τα κριτήρια που είναι πρόσφορα προκειμένου να καθοριστεί εάν δήλωση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στην οποία προέβη ευρωβουλευτής εκτός των χώρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εξαιτίας της οποίας ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη στο κράτος μέλος καταγωγής του για την τέλεση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, συνιστά γνώμη εκφρασθείσα κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων υπό την έννοια του άρθρου 8 του πρωτοκόλλου.

25      Επ’ αυτού, υπογραμμίζεται ότι, σε αντίθεση με το προβλεπόμενο στο άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του πρωτοκόλλου ακαταδίωκτο του βουλευτή, το οποίο ρυθμίζεται κατά το εθνικό δίκαιο, η έκταση της προβλεπόμενης στο άρθρο 8 του πρωτοκόλλου ασυλίας πρέπει, ελλείψει παραπομπής στα εθνικά δίκαια, να καθορίζεται αποκλειστικώς με βάση το δίκαιο της Ένωσης (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Marra, σκέψη 26).

26      Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου, το οποίο αποτελεί ειδική διάταξη ισχύουσα για κάθε ένδικη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ο ευρωβουλευτής χαίρει ασυλίας για γνώμη εκφρασθείσα και ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων, αποσκοπεί στην προστασία της ελευθερίας της εκφράσεως και της ανεξαρτησίας των ευρωβουλευτών, επομένως, αποτελεί κώλυμα για οποιαδήποτε ένδικη διαδικασία που θα μπορούσε να κινηθεί εξαιτίας τέτοιας γνώμης ή ψήφου (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Marra, σκέψεις 27 και 45).

27      Εξ αυτού έπεται ότι, ανεξαρτήτως του καθεστώτος της ασυλίας κατά το εθνικό δίκαιο ή των επιβαλλόμενων από αυτό ορίων της ασυλίας, εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επίκληση της κατοχυρούμενης στο άρθρο 8 του πρωτοκόλλου ασυλίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να άρει την ασυλία αυτή και το αρμόδιο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο είναι υποχρεωμένο να απορρίψει το ένδικο βοήθημα που έχει ασκηθεί κατά του εμπλεκόμενου ευρωβουλευτή (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Marra, σκέψη 44).

28      Όπως υποστήριξαν όσοι μετέχοντες στη διαδικασία υπέβαλαν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, οι δηλώσεις ευρωβουλευτή δεν είναι δυνατό να μην καλύπτονται από την ως άνω ασυλία απλώς και μόνο επειδή πραγματοποιήθηκαν εκτός των χώρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

29      Ασφαλώς, το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της ελευθερίας της εκφράσεως και της ανεξαρτησίας των ευρωβουλευτών, και του γράμματός του, το οποίο, εκτός της γνώμης, αναφέρεται ρητώς σε ψήφο δοθείσα από ευρωβουλευτή, προορίζεται κατά βάση να έχει εφαρμογή σε δηλώσεις οι οποίες γίνονται εντός των χώρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

30      Εντούτοις, δεν αποκλείεται δήλωση στην οποία προέβη ευρωβουλευτής εκτός των ως άνω χώρων να μπορεί να συνιστά γνώμη εκφρασθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπό την έννοια του άρθρου 8 του πρωτοκόλλου, εφόσον η ύπαρξη τέτοιας γνώμης δεν εξαρτάται από τον τόπο στον οποίο έγινε η δήλωση άλλ’ αντιθέτως από τη φύση της και το περιεχόμενό της.

31      Το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου, κάνοντας λόγο για γνώμη εκφρασθείσα από ευρωβουλευτή, είναι στενά συνδεδεμένο με την ελευθερία της εκφράσεως. Η ελευθερία της εκφράσεως, ως βασικό θεμέλιο των δημοκρατικών και πλουραλιστικών κοινωνιών και ως έκφραση των αξιών επί των οποίων στηρίζεται, κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ, η Ένωση, αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες. Η ελευθερία αυτή κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950.

32      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια της «γνώμης» κατά το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά και να καλύπτει κάθε άποψη ή δήλωση η οποία αντιστοιχεί, με βάση το περιεχόμενό της, στην έκφραση υποκειμενικών εκτιμήσεων.

33      Όπως επίσης προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 8 του πρωτοκόλλου, για να καλύπτεται από την ασυλία, η γνώμη του ευρωβουλευτή πρέπει να έχει δοθεί «κατά την άσκηση των καθηκόντων [του]», επομένως, προϋποτίθεται η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της εκφρασθείσας γνώμης και των βουλευτικών καθηκόντων.

34      Στην περίπτωση που, όπως στη διαφορά της κύριας, πρόκειται για δηλώσεις ευρωβουλευτή λόγω των οποίων ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη στο κράτος μέλος καταγωγής του, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου ασυλία ενδέχεται να περιαγάγει τις δικαστικές αρχές και τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα σε οριστική αδυναμία να ασκήσουν τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους για την κίνηση ποινικής διώξεως και την επιβολή ποινών για τα τελεσθέντα εγκλήματα προκειμένου να διασφαλίσουν την τήρηση της δημοσίας τάξεως στην επικράτειά τους και, περαιτέρω, να αφαιρέσει εντελώς το δικαίωμα δικαστικής προστασίας από τα πρόσωπα που εθίγησαν από τις δηλώσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του δικαιώματος να ζητήσουν αποζημίωση από τα πολιτικά δικαστήρια για την προκληθείσα ζημία.

35      Λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο σύνδεσμος μεταξύ της εκφρασθείσας γνώμης και των βουλευτικών καθηκόντων πρέπει να είναι άμεσος και πρόδηλος.

36      Επίσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της περιγραφής των συνθηκών υπό τις οποίες ο εμπλεκόμενος στην κύρια δίκη ευρωβουλευτής απηύθυνε τις εν λόγω κατηγορίες και, αφετέρου, του περιεχομένου τους, οι δηλώσεις αυτές προφανώς δεν έχουν τον απαιτούμενο βαθμό εγγύτητας με τα καθήκοντα των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και, κατά συνέπεια, δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ως άμεσα συνδεόμενες με ζήτημα γενικού συμφέροντος το οποίο αφορά τους πολίτες. Επομένως, ακόμη και εάν αποδεικνυόταν η ύπαρξη άμεσου συνδέσμου, ο σύνδεσμος αυτός δεν θα ήταν πρόδηλος.

37      Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 21 και 22 της παρούσας αποφάσεως, έχει προς τούτο αποκλειστική αρμοδιότητα, να εκτιμήσει υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών εάν η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης δήλωση μπορεί να θεωρηθεί ως έκφραση γνώμης κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων με συνέπεια να πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επίκληση της προβλεπόμενης στο άρθρο 8 του πρωτοκόλλου ασυλίας.

38      Εφόσον κατόπιν της εξετάσεως αυτής το ως άνω δικαστήριο κρίνει ότι όντως συμβαίνει αυτό, είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη τις συνέπειες που απορρέουν από την ασυλία αυτή και να απορρίψει, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, το ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε κατά του εμπλεκόμενου ευρωβουλευτή (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Marra, σκέψεις 33 και 44). Στην αντίθετη περίπτωση, εφόσον δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επίκληση της ασυλίας, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να προχωρήσει στην εξέταση του ενδίκου βοηθήματος.

39      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, μολονότι, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήσεως του εμπλεκόμενου ευρωβουλευτή, έλαβε απόφαση για τη διατήρηση της ασυλίας του, η απόφαση αυτή, η οποία ελήφθη σύμφωνα με τον Κανονισμό, αποτελεί απλή γνώμη που δεν παράγει δεσμευτικά αποτελέσματα έναντι των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων, το δε πρωτόκολλο δεν ορίζει ότι τα όργανα αυτά υποχρεούνται να ζητήσουν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αποφασίσει εάν πληρούνται οι οριζόμενες στο άρθρο 8 του πρωτοκόλλου προϋποθέσεις. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, το γεγονός ότι το δίκαιο κράτους μέλους προβλέπει διαδικασία για την υπεράσπιση των μελών του εθνικού κοινοβουλίου, στο πλαίσιο της οποίας το εθνικό κοινοβούλιο μπορεί να παρεμβαίνει όταν το εθνικό δικαστήριο δεν αναγνωρίζει την ασυλία αυτή, δεν σημαίνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει τις ίδιες εξουσίες σε σχέση με τους ευρωβουλευτές που προέρχονται από το εν λόγω κράτος, εφόσον το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου δεν προβλέπει ρητά τέτοια αρμοδιότητα και δεν παραπέμπει στους κανόνες του εθνικού δικαίου (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Marra, σκέψεις 35 έως 40).

40      Κατά συνέπεια, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο εμπλεκόμενος στην κύρια δίκη ευρωβουλευτής, μολονότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα, δυνάμει της υποχρεώσεως της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των εθνικών αρχών, όπως αυτή καθιερώνεται με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και το άρθρο 18 του πρωτοκόλλου, οφείλουν να συνεργάζονται προκειμένου να αποτρέπεται το ενδεχόμενο αντικρουόμενων ερμηνειών και διαφορετικής εφαρμογής των διατάξεων του πρωτοκόλλου (προπαρατεθείσα απόφαση Marra, σκέψη 42), εντούτοις, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει στο αιτούν δικαστήριο καμία ιδιαίτερη υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφασή του στην περίπτωση στην οποία, έχοντας λάβει υπόψη την ερμηνεία που δόθηκε από το Δικαστήριο με την παρούσα απόφαση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αποφασίσει να αποκλίνει από τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της οποίας και έλαβε γνώση, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 8 του πρωτοκόλλου στην υπόθεση της κύριας δίκης.

41      Κατόπιν των ανωτέρω, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου έχει την έννοια ότι η δήλωση στην οποία προέβη ευρωβουλευτής εκτός των χώρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και λόγω της οποίας ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη στο κράτος μέλος καταγωγής του για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως δεν συνιστά γνώμη εκφρασθείσα κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων και καλυπτόμενη από την ασυλία την οποία καθιερώνει η ως άνω διάταξη παρά μόνον στην περίπτωση στην οποία η δήλωση αυτή αποτελεί έκφραση υποκειμενικής εκτιμήσεως η οποία έχει άμεσο και πρόδηλο σύνδεσμο με την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει εάν οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται στη διαφορά της κύριας δίκης.

 Επί των δικαστικών εξόδων

42      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

Το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει προσαρτηθεί στις Συνθήκες ΕΕ, ΛΕΕ και ΕΚΑΕ έχει την έννοια ότι η δήλωση στην οποία προέβη ευρωβουλευτής εκτός των χώρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και λόγω της οποίας ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη στο κράτος μέλος καταγωγής του για το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως δεν συνιστά γνώμη εκφρασθείσα κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων και καλυπτόμενη από την ασυλία την οποία καθιερώνει η ως άνω διάταξη παρά μόνον στην περίπτωση στην οποία η δήλωση αυτή αποτελεί έκφραση υποκειμενικής εκτιμήσεως η οποία έχει άμεσο και πρόδηλο σύνδεσμο με την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει εάν οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται στη διαφορά της κύριας δίκης.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.

Top