Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52004DC0238

Σύσταση της Επιτροπής για την επικαιροποίηση του 2004 των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας (περίοδος 2003-2005) (υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 99 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ)

/* COM/2004/0238 τελικό */

In force

52004DC0238

Σύσταση της Επιτροπής για την επικαιροποίηση του 2004 των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας (περίοδος 2003-2005) (υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 99 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ) /* COM/2004/0238 τελικό */


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ για την επικαιροποίηση του 2004 των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας (περίοδος 2003-2005) (υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 99 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ)

I. ΓΕΝΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ

1. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΙΣΧΥΕΙ

Στις 26 Ιουνίου 2003, το Συμβούλιο το Συμβούλιο εξέδωσε σύσταση για τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας για την περίοδο 2003-2005 [1] Αυτοί οι γενικοί προσανατολισμοί των οικονομικών πολιτικών (ΓΠΟΠ) αποτελούν τη μεσοπρόθεσμη στρατηγική οικονομικής πολιτικής της ΕΕ. Οι ΓΠΟΠ εστιάζονται στη συμβολή που μπορούν να έχουν οι οικονομικές πολιτικές για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου της Λισσαβόνας. Οι τρεις βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής είναι:

[1] Σύσταση της Επιτροπής της 26ης Ιουνίου 2003 για τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας (περίοδος 2003-2005), 2003/555/EΚ, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 195/1 της 1ης Αυγούστου 2003.

μακροοικονομικές πολιτικές προσανατολισμένες στην ανάπτυξη και τη σταθερότητα.

οικονομικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού της Ευρώπης. και

ενίσχυση του βιώσιμου χαρακτήρα της ανάπτυξης.

Με βάση τα αποτελέσματα της πρώτης αξιολόγησης της συνέχειας που δόθηκε στους ΓΠΟΠ 2003-05 όπως παρουσιάστηκαν στην έκθεση εφαρμογής [2] και τις κατευθύνσεις από το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2004, η παρούσα σύσταση επικαιροποιεί και συμπληρώνει την υφιστάμενη στρατηγική. Δεν κρίνονται απαραίτητες σημαντικές προσαρμογές των πολιτικών που θα είχαν ως αποτέλεσμα την μεταβολή των γενικών προσανατολισμών. Η παρούσα επικαιροποίηση εστιάζεται στην ενσωμάτωση των δέκα νέων κρατών μελών στο υπάρχον πλαίσιο συντονισμού των οικονομικών πολιτικών.

[2] Ανακοίνωση της Επιτροπής «Πρώτη Έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών για την περίοδο 2003-2005» COM(2004)20 τελικό, εγκρίθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2004.

Το μέρος Ι της παρούσας επικαιροποίησης επικεντρώνεται στις παρατηρήσεις για την εφαρμογή των γενικών προσανατολισμών των ΓΠΟΠ 2003-2005 στα νέα κράτη μέλη. Όλοι οι υφιστάμενοι γενικοί προσανατολισμοί εξακολουθούν να ισχύουν και παραμένουν αμετάβλητοι. Εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη και την Κοινότητα. Για να ολοκληρωθεί η υφιστάμενη στρατηγική, στο μέρος ΙΙ παρουσιάζονται συστάσεις ανά χώρα για τα δέκα νέα κράτη μέλη. Επίσης υπάρχουν επικαιροποιήσεις των ανά χώρα παρατηρήσεων για τη Γερμανία, την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η αναπροσαρμογή της πολιτικής στον τομέα των δημοσιονομικών πολιτικών.

2. ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ

Η οικονομική ανάκαμψη αρχίζει πλέον να εδραιώνεται στην ΕΕ ενισχυόμενη από τη γενική βελτίωση του διεθνούς περιβάλλοντος. Η αύξηση του ΑΕΠ ενισχύθηκε βαθμιαία από την έκδοση των ΓΠΟΠ το θέρος του 2003. οι εξαγωγές ήταν ο κυριότερος μοχλός για την εκκίνηση της ανάκαμψης, και τούτο παρά την ενίσχυση του ευρώ. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για τη βελτίωση της εγχώριας ζήτησης: η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και των καταναλωτών έχει αποκατασταθεί, τα επιτόκια βρίσκονται σε πρωτοφανώς χαμηλά επίπεδα και οι τιμές των μετοχών παρουσιάζουν βελτίωση. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις του 2004, η ανάκαμψη θα συνεχιστεί και ο αναπτυξιακός ρυθμός αναμένεται να φθάσει στο δυνητικό επίπεδό του προς τα τέλη του 2004. Είναι απαραίτητο να παγιωθούν αυτές οι πρώτες ενδείξεις ανάκαμψης της ανάπτυξης. Το Δεκέμβριο του 2003, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επικύρωσε την πρωτοβουλία ανάληψης στοχοθετημένων ενεργειών για τη διευκόλυνση της βιώσιμης ανάπτυξης.

Ο πληθωρισμός αναμένεται να μειωθεί σε ποσοστό χαμηλότερο του 2% κατά τη διάρκεια του 2004 και να σημειώσει περαιτέρω κάμψη το 2005. Ενώ οι αυξήσεις των ελεγχόμενων τιμών και των έμμεσων φόρων θα ασκήσουν αυξητική επίδραση στις τιμές το 2004, η εξουδετέρωση των προσωρινών αποτελεσμάτων που είχαν οι παρελθούσες αυξήσεις σε ορισμένες τιμές τροφίμων, θα έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Με τον ίδιο τρόπο, η ανατίμηση του ευρώ θα συγκρατήσει τις αυξήσεις των τιμών. Παραδείγματος χάρη, έτσι απορροφήθηκε σε μεγάλο βαθμό η αύξηση της τιμής του πετρελαίου σε δολάρια. Επιπλέον, η μισθολογική συγκράτηση αναμένεται να συνεχιστεί σε μεσοπρόθεσμη βάση και με την κυκλική ανάκαμψη της παραγωγικότητας της εργασίας, η αύξηση του ονομαστικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μπορεί να σημειώσει αισθητή πτώση, συμβάλλοντας έτσι στη σταθερότητα των τιμών.

Η κατάσταση στην αγορά εργασίας απηχεί συνήθως τις οικονομικές εξελίξεις με κάποια χρονική στέρηση. Μετά τη στασιμότητα του 2003, η απασχόληση αναμένεται να βελτιωθεί χάρη στην αντιστροφή των τάσεων της οικονομίας και την ανάκαμψη της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας, που παρατηρήθηκαν κατά το δεύτερο ήμισυ του προηγούμενου έτους. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το σταδιακό χαρακτήρα της ανάκαμψης, η απασχόληση αναμένεται να σημειώσει περιορισμένη μόνο αύξηση κατά το έτος αυτό και να παρουσιάσει μεγαλύτερη βελτίωση το επόμενο έτος.

Συνολικά, οι οικονομικές εξελίξεις είναι σύμφωνες με τις προσδοκίες που υπήρχαν κατά την υιοθέτηση της μεσοπρόθεσμης στρατηγικής οικονομικής πολιτικής: η οικονομία παρουσιάζει ανάκαμψη, αν και με συγκρατημένο ρυθμό, και οι προοπτικές για το 2004-05 δεν φαίνεται να υποδηλώνουν μακροοικονομικές ανισορροπίες που θα απαιτούσαν μεταβολή της πολιτικής. Συγχρόνως, οι προβλέψεις δείχνουν ότι η ικανότητα προσαρμογής της οικονομίας της ΕΕ εξακολουθεί να είναι αργή και ότι το επίπεδο της δυνητικής ανάπτυξης είναι χαμηλό. Συνεπώς, έχει καθοριστική σημασία να αξιοποιηθεί πλήρως η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών έτσι ώστε να επιτευχθεί αποφασιστική πρόοδος για την κάλυψη των «ελλειμμάτων υλοποίησης», όσον αφορά την απόκλιση μεταξύ των προβλεπόμενων μέτρων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και εκείνων που τελικά εφαρμόστηκαν. Η παρούσα ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω με υγιείς μακροοικονομικές πολιτικές και την αποφασιστική εφαρμογή όλων των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που ευνοούν την ανάπτυξη οι οποίες παρουσιάστηκαν στους ΓΠΟΠ του 2003-05.

3. ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΝΕΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΣΤΟΥΣ ΓΠΟΠ ΤΟΥ 2003-05

Η προσχώρηση της Κύπρου, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Ουγγαρίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβακίας και της Σλοβενίας την 1η Μαΐου 2004 θα αποτελέσει σταθμό στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διεύρυνση θα συμβάλει στην επίτευξη ενός νέου οικονομικού δυναμισμού με αμοιβαία ενισχυτικά αποτελέσματα. Το αναπτυξιακό δυναμικό των νέων κρατών μελών εκτιμάται σε περίπου 4% ετησίως, ποσοστό που αντανακλά μεταξύ άλλων τη σταθερή πρόοδο που σημείωσαν τα τελευταία έτη στον τομέα των διαρθρωτικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Η εσωτερική αγορά θα επεκταθεί σε 455 εκατομμύρια πολίτες. Παρά την πρόσφατη πρόοδο, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το σημείο εκκίνησης των νέων κρατών μελών είναι διαφορετικό και ότι αρχικά θα αντιπροσωπεύουν μόλις 5% του ΑΕΠ της Ένωσης. Με επίπεδα εισοδημάτων που αντιστοιχούν σε επίπεδο χαμηλότερο από το ήμισυ του μέσου επιπέδου εκείνων της ΕΕ-15 (βλ. διάγραμμα 1), οι κυριότερες προκλήσεις για τις νέες χώρες που προσχωρούν στην Ένωση είναι να εξασφαλίσουν πραγματική σύγκλιση σε μακροπρόθεσμη βάση, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα ονομαστική σύγκλιση σε βραχυπρόθεσμη έως μεσοπρόθεσμη βάση.

Διάγραμμα 1: ΑΕΠ κατά κεφαλή 2003 (EΕ-15=100)

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Πηγή: Υπηρεσίες της Επιτροπής (Eurostat, Διαρθρωτικοί δείκτες).

Οι διαρθρωτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα νέα κράτη μέλη δεν διαφέρουν ριζικά από εκείνες των σημερινών κρατών μελών, παρόλο που ορισμένες από τις προκλήσεις αυτές είναι πολύ απαιτητικότερες [3] Συνεπώς, η υφιστάμενη στρατηγική οικονομικής πολιτικής εξακολουθεί να είναι σε γενικές γραμμές κατάλληλη και για τα νέα κράτη μέλη. Η κλίμακα των προκλήσεων που αντιμετωπίζονται από τις χώρες αυτές καθιστά επιτακτική την ανάγκη εξεύρεσης μιας κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων απαιτήσεων των πολιτικών. Π.χ, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαρθρωτική μετάβαση σε μια σύγχρονη οικονομία της αγοράς προσανατολισμένη στις υπηρεσίες, οι περισσότερες υποψήφιες χώρες πρέπει να υιοθετήσουν πολιτικές που ευνοούν την πραγματική σύγκλιση. Η ΕΕ θα συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη πραγματικής σύγκλισης με τη διενέργεια επενδύσεων σε περιφέρειες που παρουσιάζουν αναπτυξιακή υστέρηση μέσω του ταμείου συνοχής και των διαρθρωτικών ταμείων καθώς και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Ωστόσο, οι εθνικοί προϋπολογισμοί πρέπει επίσης να προβλέψουν σημαντικά χρηματοδοτικά κονδύλια που συνδέονται με την ανάγκη αναβάθμισης του φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου, και οι φορολογικές αρχές πρέπει να αντεπεξέλθουν στις σημαντικές πιέσεις που θα ασκηθούν σε επίπεδο δαπανών λόγω της ολοκλήρωσης των μεταρρυθμίσεων για τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη δημοσιονομική ακεραιότητα. Συγχρόνως και ενόψει ενός αρχικού μέσου ελλείμματος του προϋπολογισμού περίπου 6% του ΑΕΠ, έχει καθοριστική σημασία να εξασφαλισθεί η απαραίτητη εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών έτσι ώστε καταστεί δυνατή η στήριξη της μακροοικονομικής σταθερότητας.

[3] Eυρωπαϊκή οικονομία, έκτακτο έγγραφο αριθ. 4 «Οι κυριότερες διαρθρωτικές προκλήσεις για τις υποψήφιες για προσχώρηση χώρες: η ενσωμάτωση των υποψηφίων χωρών στις διαδικασίες συντονισμού οικονομικής πολιτικής της Κοινότητας» από την επιτροπή οικονομικής πολιτικής, Ιούλιος 2003.

Στα τμήματα που ακολουθούν γίνεται μια επισκόπηση της υφιστάμενης στρατηγικής οικονομικής πολιτικής και υπογραμμίζονται οι γενικοί εκείνοι προσανατολισμοί ή οι τομείς της πολιτικής όταν οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν στα περισσότερα νέα κράτη μέλη είναι τέτοιες ώστε να απαιτείται μια μεγαλύτερη περίοδος προσαρμογής. Θα πρέπει να τονισθεί ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων νέων κρατών μελών. Λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις διαφορές στις οικονομικές επιδόσεις τους, στις προοπτικές, στις δομές και στους θεσμούς τους, στο τμήμα ΙΙ της παρούσας επικαιροποίησης παρουσιάζονται οι ανά χώρα συστάσεις για κάθε κράτος που προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

3.1 Μακροοικονομικές πολιτικές προσανατολισμένες στην ανάπτυξη και τη σταθερότητα

Οι υγιείς μακροοικονομικές πολιτικές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο για τη στήριξη της ανάπτυξης και της απασχόλησης και τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Τα νέα κράτη μέλη θα πρέπει, όπως και τα παλαιά, να έχουν ως στόχο την επίτευξη μιας ισόρροπης ανάπτυξης που επιτρέπει την πλήρη αξιοποίηση του αναπτυξιακού δυναμικού τους. Επιπλέον, όσον αφορά τις περισσότερες προσχωρούσες χώρες, οι μακροοικονομικές πολιτικές θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να στηρίξουν την ολοκλήρωση της διαρθρωτικής μετάβασης προς μια οικονομία περισσότερο προσανατολισμένη στις υπηρεσίες.

Tα νέα κράτη μέλη πρέπει να επιδιώξουν μια ισχυρότερη συνέργια μεταξύ των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και των μακροοικονομικών πολιτικών που στηρίζουν τη σταθερότητα. Τα συναλλαγματικά καθεστώτα συνιστούν σημαντικό τμήμα του συνολικού πλαισίου της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής και θα πρέπει να είναι προσανατολισμένα προς την επίτευξη πραγματικής και διατηρήσιμης ονομαστικής σύγκλισης. Η συμμετοχή στον ΜΣΙ-II, σε κάποιο στάδιο μετά την προσχώρηση, αναμένεται να στηρίξει τις προσπάθειες αυτές. Μια αξιόπιστη νομισματική πολιτική θα επιτρέψει την περαιτέρω μείωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων που ευνοούν τόσο το τόσο απαραίτητο υψηλό επίπεδο επενδύσεων όσο και τη δημοσιονομική εξυγίανση.

Όσον αφορά την ανάγκη «επίτευξης ή διατήρησης υγιών δημοσιονομικών θέσεων», θα πρέπει να βρεθεί ένα κατάλληλο χρονοδιάγραμμα που θα σέβεται τόσο το ρυθμό της απαραίτητης δημοσιονομικής εξυγίανσης και όσο και τις ανάγκες μιας κατάλληλης δημοσιονομικής στρατηγικής που στηρίζει τη μετάβαση. Η δημοσιονομική εποπτεία όσον αφορά τα νέα κράτη μέλη θα αρχίσει με την εξέταση των επί μέρους προγραμμάτων σύγκλισης. Ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα, και ιδίως: τις αρχικές δημοσιονομικές θέσεις, τη συνεχιζόμενη διαρθρωτική μετάβαση των οικονομιών και τους πιθανούς κινδύνους που απορρέουν από τις ανισορροπίες του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών τη μεγάλη αύξηση των πιστώσεων. Θα ήταν σκόπιμο, από οικονομική άποψη, να προβλεφθεί μια πολυετής περίοδος προσαρμογής σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν πρέπει να διορθωθεί έλλειμμα υψηλότερο του 3%. Αυτό θα επέτρεπε στα νέα κράτη μέλη να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους κατά τρόπο διατηρήσιμο, ολοκληρώνοντας συγχρόνως την αναδιάρθρωση της οικονομίας τους. Εν γένει, η αποδοτικότητα της δημόσιας δαπάνης μπορεί να βελτιωθεί αισθητά, μεταξύ άλλων με τον αναπροσανατολισμό των δημοσίων δαπανών προς αποτελεσματικές από άποψη κόστους επενδύσεις σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο που ευνοούν την ανάπτυξη καθώς και σε επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία. Επιπλέον, η διεύρυνση των φορολογικών βάσεων που προβλέπονται για την εργασία και η βελτίωση της είσπραξης φόρων έτσι ώστε να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα έσοδα, θα διευκολύνουν τη μείωση των φορολογικών αυτών συντελεστών (συμπεριλαμβανομένων των υψηλών συντελεστών της εισφορών κοινωνικής ασφάλισης).

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Tο έλλειμμα του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών έφθασε σε περίπου 3 3/4% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο το 2003 στα νέα κράτη, πράγμα που αντανακλά τόσο τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την κάλυψη της απόστασης όσο και τις σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ της εγχώριας αποταμίευσης-επένδυσης. Μια σημαντική πρόκληση μακροοικονομικής πολιτικής για ορισμένα από τα νέα κράτη μέλη είναι συνεπώς η διατήρηση των σχετικά υψηλών ελλειμμάτων στο λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών εντός των ορίων που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν υγιή εξωτερική χρηματοδότηση. Από την άποψη αυτή, η τήρηση των δημοσιονομικών περιορισμών και η ανάγκη αποφυγής προκυκλικών πολιτικών έχουν καθοριστική σημασία για τη μείωση των ελλειμμάτων των λογαριασμών τρεχουσών συναλλαγών, δεδομένου ότι η χρηματοδότησή τους θα καταστεί δυσχερέστερη όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία ιδιωτικοποίησης.

Ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον απαιτεί ονομαστικές αυξήσεις μισθών που είναι συνεπείς τόσο με την σταθερότητα των τιμών όσο και με την βελτίωση της παραγωγικότητας. Όσον αφορά τη διαμόρφωση των μισθών, είναι σημαντικό τα νέα κράτη μέλη να στηρίξουν την αναδιάρθρωση της οικονομίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι μισθοί να μπορούν να αντανακλούν καλύτερα τις διαφορές μεταξύ των συνθηκών των τοπικών αγορών εργασίας, των επιχειρήσεων, των τομέων, των περιφερειών και των διαφόρων δραστηριοτήτων. Εκτός τούτου, η εξέλιξη των πραγματικών μισθών πρέπει να ενισχύει την εξωτερική ανταγωνιστικότητα των νέων κρατών μελών λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων.

3.2 Οικονομικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού της Ευρώπης

Η κάλυψη της απόστασης όσον αφορά τα επίπεδα των εισοδημάτων είναι μια μακροχρόνια διαδικασία. Θα έχει αποφασιστική σημασία η μείωση τόσο της απόκλισης στα ποσοστά απασχόλησης όσο και στα επίπεδα παραγωγικότητας μεταξύ των νέων κρατών μελών και της ΕΕ-15. Οι σημερινοί προσανατολισμοί που αποσκοπούν σε «περισσότερες και καλύτερες θέσεις απασχόλησης» και στην «αύξηση της παραγωγικότητας και του δυναμισμού των επιχειρήσεων» εφαρμόζονται καλύτερα με συνολικό και συντονισμένο τρόπο.

Η ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν οι πολιτικές απασχόλησης διαγράφεται στους παρόντες προσανατολισμούς που επικεντρώνονται στην ανάγκη «να καταστεί η εργασία οικονομικώς συμφέρουσα» και στις προσπάθειες επανένταξης στην αγορά εργασίας, και ιδίως για τους ανειδίκευτους ή εκείνους που διαμένουν σε φτωχότερες περιφέρειες. Η κατάσταση της αγοράς εργασίας είναι αισθητά χειρότερη στα νέα κράτη μέλη: τα ποσοστά απασχόλησης είτε παραμένουν στάσιμα είτε ακολουθούν πτωτική πορεία, τα ποσοστά ανεργίας είναι υψηλά (επίσης τείνουν να έχουν μακροπρόθεσμο χαρακτήρα και επικεντρώνονται στους νέους), ενώ υπάρχει μεγάλος αριθμός ανενεργών ατόμων και πολυάριθμοι ανεπίσημοι τομείς. Συνεπώς, έχει καθοριστική σημασία οι προσπάθειες των πολιτικών να επικεντρωθούν σε ένα μικρό αριθμό τομέων προτεραιότητας που είναι πιθανό να έχουν τα σημαντικότερα αποτελέσματα στις επιδόσεις της αγοράς εργασίας: μέριμνα έτσι ώστε η εξέλιξη των πραγματικών μισθών να αντανακλά την αύξηση της παραγωγικότητας, βελτίωση των οικονομικών κινήτρων για την ανάληψη εργασίας με την μεταρρύθμιση των συστημάτων φορολογίας/παροχών, βελτίωση του σχηματισμού ανθρώπινου κεφαλαίου, μεταξύ άλλων με διατάξεις που διευκολύνουν την δια βίου μάθηση, και υιοθέτηση των κατάλληλων μεταρρυθμίσεων των κανόνων της αγοράς εργασίας. Οι πολιτικές απασχόλησης πρέπει να στηρίζουν τη διαρκή διαδικασία μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών στην τομεακή και περιφερειακή σύνθεση της απασχόλησης.

Διάγραμμα 2 : Επίπεδα απασχόλησης και παραγωγικότητας στα κράτη μέλη της ΕΕ και στα νέα κράτη μέλη (2002)

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

// Πηγή: Υπηρεσίες της Επιτροπής (Eurostat, Διαρθρωτικοί δείκτες).

Είναι απαραίτητο τα νέα κράτη μέλη να αυξήσουν τόσο τα ποσοστά απασχόλησης όσο και να βελτιώσουν ταυτόχρονα το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας (βλ. διάγραμμα 2). Η συνέχιση της αναδιάρθρωσης των οικονομιών τους έχει καθοριστική σημασία για τη βελτίωση του εν γένει χαμηλού επιπέδου της παραγωγικότητας. Η μετάβαση από δραστηριότητες που είχαν ειδικευτεί σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας ή/και χαμηλού εργασιακού κόστους προς τομείς υψηλότερης προστιθέμενης αξίας θα πρέπει να λάβει υπόψη τα υφιστάμενα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η μεγαλύτερη οικονομική ένταξη στην εσωτερική αγορά και τα συνοδευτικά μέτρα για την τόνωση του ανταγωνισμού της οικονομίας αναμένεται να επιταχύνουν τη διαδικασία αναδιάρθρωσης στα νέα κράτη μέλη. Η τόνωση του ανταγωνισμού απαιτεί την επίτευξη ταχύτερης προόδου στον τομέα της ιδιωτικοποίησης, μικρότερη χρήση ελεγχόμενων τιμών, μείωση των ρυθμιστικών επιβαρύνσεων που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις και μεγαλύτερη στήριξη της επιχειρηματικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να ενισχυθεί η ικανότητα των κεντρικών και τοπικών αρχών για την επιβολή της νομοθεσίας, και ιδίως όσον αφορά τους νομικούς κανόνες για την είσοδο και την έξοδο των εταιρειών από την αγορά.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Η αύξηση της παραγωγικότητας θα σημειώσει περαιτέρω πρόοδο με τη μετάβαση των νέων κρατών μελών στην οικονομία της γνώσης, που βρίσκεται στο επίκεντρο της στρατηγικής της Λισσαβόνας και της ΕΕ. Επίσης, η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ανάπτυξη υπογραμμίζει τη σημασία των επενδύσεων σε δίκτυα και στην καινοτομία ως μέτρων καθοριστικής σημασίας για την τόνωση της ανάπτυξης, την καλύτερη ενσωμάτωση της διευρυμένης Ευρώπης και τη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Για τα νέα κράτη μέλη η μετάδοση της Ε&Α και η μεταφορά της τεχνολογίας είναι εξίσου σημαντικές με τις επενδύσεις σε Ε &Α, δεδομένου ότι αποτελούν μέσα για την επιτάχυνση της μετάβασης προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Η διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου άμεσων ξένων επενδύσεων έχει καθοριστική σημασία στην προσπάθεια αυτή, όπως και η μεγαλύτερη ικανότητα ανταπόκρισης του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας [4]. Η μεταρρύθμιση των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης θα συμβάλει επίσης στην ενθάρρυνση της μετάβασης σε περισσότερο καινοτόμες δραστηριότητες εντάσεως γνώσης, όπως και οι επενδύσεις σε περιβαλλοντικές τεχνολογίες.

[4] Ενδιάμεση κοινή έκθεση του Συμβουλίου και της Επιτροπής «Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010», που εγκρίθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2004.

Σημαντικό ρόλο στην κατανομή και τη διοχέτευση της αποταμίευσης σε παραγωγικές επενδύσεις και στην οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του επενδυτή διαδραματίζουν οι ανεπτυγμένες κεφαλαιαγορές που χαρακτηρίζονται από εύρυθμη λειτουργία. Ενώ οι κεφαλαιαγορές αναπτύχθηκαν στα νέα κράτη μέλη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 (τόσο από άποψη μεγέθους όσο και αξίας), η ανάπτυξή τους εξακολουθεί εν γένει να παρουσιάζει υστέρηση σε σχέση με τα περισσότερα από τα σημερινά κράτη μέλη (με εξαίρεση την Κύπρο και τη Μάλτα). Η ταχεία ένταξη στην ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με την άμεση ενσωμάτωση και εφαρμογή όλου του κοινοτικού κεκτημένου στον τομέα αυτό, θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τη στήριξη της ανάπτυξης ενός υγιούς και σωστά κεφαλαιοποιημένου χρηματοπιστωτικού τομέα και για τη διατήρηση ισότιμων όρων λειτουργίας για τα πιστωτικά ιδρύματα στη διευρυμένη ΕΕ. Επιπλέον, οι κεφαλαιαγορές των περισσότερων νέων κρατών μελών χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό τραπεζικής διαμεσολάβησης (συχνά άνω του 80% του συνόλου των χρηματοπιστωτικού τομέα στην κεντρική Ευρώπη και στις χώρες της Βαλτικής) και εκτεταμένη ξένη ιδιοκτησία τραπεζών (με εξαίρεση την Κύπρο και τη Σλοβενία), ενώ σε ορισμένες άλλες παρατηρείται επίσης ταχεία ανάπτυξη άλλων χρηματοπιστωτικών ενδιάμεσων, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία (π.χ. Πολωνία). Σε αυτό το πλαίσιο, θα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα νέα κράτη μέλη να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τους κανόνες χρηματοπιστωτικής εποπτείας και να βελτιώσουν τη διασυνοριακή συνεργασία στον τομέα της χρηματοπιστωτικής εποπτείας και της διαχείρισης των οικονομικών κρίσεων.

3.3 Ενίσχυση του βιώσιμου χαρακτήρα της ανάπτυξης

Οι ΓΠΟΠ δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην εξασφάλιση του βιώσιμου χαρακτήρα της ανάπτυξης στην ΕΕ με την ενσωμάτωση της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας στη στρατηγική οικονομικής πολιτικής.

Η γήρανση του πληθυσμού θα συνεπάγεται παρόμοιες προκλήσεις για την οικονομική βιωσιμότητα στα νέα κράτη μέλη όπως και για την ΕΕ-15. Ενώ οι θέσεις εκκίνησης είναι εν γένει καλύτερες (με χαμηλότερα επίπεδα χρέους στις περισσότερες περιπτώσεις), οι δημογραφικές προοπτικές είναι πιθανόν να έχουν μεγαλύτερες οικονομικές (και κοινωνικές) συνέπειες.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Συνολικά, οι υγιείς οικονομικές πολιτικές συμβάλλουν σημαντικά στην κοινωνική βιωσιμότητα, δεδομένου ότι οι θέσεις απασχόλησης διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο για την αποφυγή της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Στα νέα κράτη μέλη, πρέπει να δοθεί ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στον εκσυγχρονισμό των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και τη βελτίωση των επαγγελματικών προσόντων του εργατικού δυναμικού έτσι ώστε να αυξηθούν τα ποσοστά συμμετοχής στην απασχόληση και να βελτιωθεί η κινητικότητα. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στα χαμηλά ποσοστά απασχόλησης τόσο για τους νέους όσο και για τους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας. Οι έντονες περιφερειακές ανισότητες πρέπει να αντιμετωπισθούν, ιδίως με την εξασφάλιση αποδοτικών επενδύσεων και την κατάλληλη διαφοροποίηση των μισθών (έτσι ώστε να αντανακλούν τις διαφορές στην παραγωγικότητα). Επίσης, πρέπει να βελτιωθεί το επιχειρηματικό περιβάλλον με μέτρα για την τόνωση του δυναμικού της δημόσιας διοίκησης. Αυτό θα συμβάλει επίσης στην αποτελεσματικότερη χρησιμοποίηση του ταμείου συνοχής και των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ.

Οι σημαντικές επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας και της υποδομής μεταφορών που είναι απαραίτητες στα περισσότερα νέα κράτη μέλη αποσκοπούν στη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της χρησιμοποίησης ενέργειας και των μεταφορικών μέσων και στη βελτίωση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας. Οι επενδύσεις αυτές θα έχουν καθοριστική σημασία δεδομένου ότι η ενεργειακή ένταση των χωρών αυτών υπερβαίνει εκείνη των σημερινών κρατών μελών κατά 4 σχεδόν φορές (βλ. πίνακα 3), παρά τις βελτιώσεις που έφθασαν μέχρι και 6% ετησίως κατά την τελευταία δεκαετία. Ειδικότερα, θα έχει ιδιαίτερη σημασία να ληφθεί πλήρως υπόψη το κόστος των περιβαλλοντικών ζημιών στις επενδυτικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων με τη μείωση των ενεργειακών επιδοτήσεων, και να θεσπιστούν κατάλληλοι φόροι και τέλη, π.χ. για την κατανάλωση ενέργειας ή/και τη χρησιμοποίηση των μεταφορικών μέσων.

II. ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΑ ΧΩΡΑ

Το μέρος ΙΙ περιλαμβάνει επικαιροποιήσεις των ανά χώρα παρατηρήσεων για τη Γερμανία, την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Επίσης παρουσιάζονται παρατηρήσεις ανά χώρα για τα δέκα νέα κράτη μέλη.

Το Συμβούλιο εξέδωσε στις 26 Ιουνίου 2003 τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών για την περίοδο 2003-05 για τα σημερινά κράτη μέλη. Οι συστάσεις για τις επιμέρους χώρες των προσανατολισμών αυτών εξακολουθούν εν γένει να ισχύουν, παρόλο που ορισμένες από αυτές πρέπει να επικαιροποιηθούν προκειμένου να καταστούν δυνατές οι αναγκαίες προσαρμογές της πολιτικής στον τομέα των δημοσιονομικών πολιτικών.

Έχει σημασία να σημειωθεί ότι, ακόμη και όταν έχουν ληφθεί μέτρα για τη μερική ή πλήρη συμμόρφωση με μια συγκεκριμένη σύσταση, η σύσταση αυτή δεν επικαιροποιείται μέχρις ότου καταστεί δυνατή η πλήρης αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των εν λόγω μέτρων. Ο ρυθμός και η φύση της προόδου στην υλοποίηση των διαφόρων προσανατολισμών εξετάζεται στις ετήσιες εκθέσεις εφαρμογής.

1. Βέλγιο

Δεν γίνεται επικαιροποίηση.

2. Δανία

Δεν γίνεται επικαιροποίηση

3. Γερμανία

Μια από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Γερμανία είναι «να μειώσει με ταχύ ρυθμό το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης σε ποσοστό χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ και να διατηρήσει τα δημόσια οικονομικά σε μια σταθερή πορεία εξυγίανσης». Για την επίτευξη των στόχων αυτών, στους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών του 2003, είχαν απευθυνθεί οι εξής συστάσεις στη Γερμανία:

(1) να εξασφαλίσει την αυστηρή εκτέλεση του προϋπολογισμού και να εφαρμόσει τα εξαγγελθέντα ή αντισταθμιστικά μέτρα για το 2003 που ισοδυναμούν με 1% του ΑΕΠ και να θέσει τέρμα στην παρούσα κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος μέχρι το 2004 το αργότερο (σύσταση 6). και

(2) να μειώσει το κυκλικά προσαρμοσμένο έλλειμμα τουλάχιστον κατά μια εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ από τα τέλη του 2003 μέχρι το 2005 (σύσταση 7).

Οι δύο αυτές συστάσεις ήταν παρόμοιες με εκείνες που απευθύνθηκαν από το Συμβούλιο στη Γερμανία στις 21 Ιανουαρίου 2003 σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 της συνθήκης. Στις 18 Νοεμβρίου 2003, η Επιτροπή εξέδωσε δύο συστάσεις με βάση το άρθρο 104 παράγραφος 8 και το άρθρο 104 παράγραφος 9 αντίστοιχα με τις οποίες καλούσε το Συμβούλιο να αποφασίσει 1)ότι τα μέτρα που είχαν ληφθεί από τη Γερμανία είχαν αποδειχθεί ανεπαρκή για τη διόρθωση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος και 2) να ζητήσει από τη Γερμανία να λάβει τα αναγκαία μέτρα έτσι ώστε το δημόσιο έλλειμμα να μειωθεί σε ποσοστό χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ έως το 2005 το αργότερο. Στις 25 Νοεμβρίου 2003, το Συμβούλιο δεν ενέκρινε τις δύο συστάσεις της Επιτροπής, αλλά διατύπωσε μια σειρά συμπερασμάτων λαμβάνοντας μεταξύ άλλων υπόψη τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν από τη Γερμανία να επιτύχει μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος κατά 0,6% του ΑΕΠ το 2004 και κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ το 2005, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί σε ποσοστό χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ το 2005. [Στη γνώμη του σχετικά με την επικαιροποίηση του 2003 του προγράμματος σταθερότητας της Γερμανίας [5], το Συμβούλιο επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα αυτά].

[5] ΕΕ C 68, 18.03.2004

Με βάση τις εξελίξεις αυτές και έχοντας υπόψη ότι ο δημοσιονομικός προγραμματισμός για τα έτη μετά το 2005 διαμορφώνεται σε σημαντικό βαθμό εντός της περιόδου που καλύπτεται από τους ΓΠΟΠ (μεταξύ άλλων στα πολυετή προγράμματα σταθερότητας), οι συστάσεις 6 και 7 αντικαθίστανται από τις εξής:

«6. να επιτύχει ετήσια μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος κατά 0,6% του ΑΕΠ το 2004 και κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ το 2005 έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί σε ποσοστό χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ το 2005 (ΓΠ 1).

7. σε περίπτωση που η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας είναι ισχυρότερη από αυτή που αναμένεται επί του παρόντος, να διατεθούν τα υψηλότερα από τα αναμενόμενα έσοδα για τη μείωση του ελλείμματος και να επιταχυνθεί η μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος.

7β. να εξασφαλίσει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση θα συνεχιστεί και τα έτη μετά το 2005, ιδίως μέσω της σταθερής μείωσης του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού ελλείμματος κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ετησίως ή και περισσότερο εφόσον είναι απαραίτητο έτσι ώστε να επιτευχθεί σχεδόν ισοσκελισμένος ή πλεονασματικός προϋπολογισμός σε μεσοπρόθεσμη βάση και να αποκατασταθεί η πτωτική πορεία του δείκτη του χρέους (ΓΠ 1).»

4. Eλλάδα

Μια από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα είναι «η διασφάλιση της μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας των δημοσίων οικονομικών για την αντιμετώπιση της γήρανσης του πληθυσμού, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του υψηλού δείκτη δημοσίου χρέους.» Για την επίτευξη των στόχων αυτών, στους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών του 2003, είχαν απευθυνθεί μεταξύ άλλων οι εξής συστάσεις στην Ελλάδα:

να διασφαλίσει την πραγματική συγκράτηση των πρωτογενών τρεχουσών δημοσίων δαπανών μέσω της αποφασιστικής επίλυσης του προβλήματος που θέτουν οι ανελαστικές δαπάνες, π.χ. οι δαπάνες για μισθούς (σύσταση 2).

Σύμφωνα με τα δημοσιονομικά στοιχεία για το 2003, όπως κοινοποιήθηκαν από τις ελληνικές αρχές χωρίς να έχουν ακόμη εγκριθεί από την Eurostat, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης διατηρήθηκε σε ποσοστό μόλις χαμηλότερο από την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ. Αυτό αντιπροσωπεύει σημαντική διεύρυνση του ελλείμματος σε σύγκριση με το 2002, παρά το θετικό κενό παραγωγής, και αντανακλά τον προκυκλικό επεκτατικό χαρακτήρα των δημοσιονομικών

πολιτικών της Ελλάδας. Για το 2004, υπάρχει ορατός κίνδυνος το έλλειμμα να υπερβεί την τιμή αναφοράς. Η Ελλάδα απομακρύνεται περισσότερο από το στόχο επίτευξης σχεδόν ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού προϋπολογισμού.

Λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις αυτές, η σύσταση 2 αντικαθίσταται από την εξής:

«2. να λάβει κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή εμφάνισης υπερβολικού ελλείμματος. να προχωρήσει προς την επίτευξη σε μεσοπρόθεσμη βάση σχεδόν ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού προϋπολογισμού, εξασφαλίζοντας βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματος κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ετησίως, ιδίως μέσω του αποτελεσματικού ελέγχου των πρωτογενών τρεχουσών δημοσίων δαπανών (ΓΠ 1).»

5. Ισπανία

Δεν γίνεται επικαιροποίηση

6. Γαλλία

Μια από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Γαλλία είναι «η ταχεία μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε επίπεδο χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ και η διατήρηση των δημοσίων οικονομικών σε μια σταθερή πορεία εξυγίανσης». Για την επίτευξη των στόχων αυτών, στους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών του 2003, είχαν απευθυνθεί οι εξής συστάσεις στη Γαλλία:

(3) να επιτύχει μια αισθητά μεγαλύτερη βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος το 2003 από εκείνη που είχε προγραμματίσει (σύσταση 1).

(4) να εφαρμόσει μέτρα για να εξασφαλισθεί ότι το κυκλικά προσαρμοσμένο έλλειμμα θα μειωθεί το 2004 κατά 0,5% του ΑΕΠ, ή και κατά μεγαλύτερο ποσοστό, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ότι η συνολική βελτίωση το 2003-2004 είναι επαρκής για τη μείωση του ονομαστικού ελλείμματος σε επίπεδο χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ το 2004 το αργότερο (σύσταση 2). και

(5) να περιορίσει την αύξηση του δείκτη του ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ το 2003 (σύσταση 3).

Οι τρεις αυτές συστάσεις ήταν παρόμοιες με εκείνες που απευθύνθηκαν από το Συμβούλιο στη Γαλλία στις 3 Ιουνίου 2003 σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 της συνθήκης. Στις 8 και 21 Οκτωβρίου 2003 αντίστοιχα, η Επιτροπή εξέδωσε δύο συστάσεις με βάση το άρθρο 104 παράγραφος 8 και το άρθρο 104 παράγραφος 9, αντίστοιχα, με τις οποίες καλούσε το Συμβούλιο να αποφασίσει 1) ότι η Γαλλία δεν είχε λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να συμμορφωθεί με τις συστάσεις της 3ης Ιουνίου και 2) να ζητήσει από τη Γαλλία να λάβει τα αναγκαία μέτρα έτσι ώστε το δημόσιο έλλειμμα να μειωθεί σε επίπεδο χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ μέχρι το 2005 το αργότερο. Στις 25 Νοεμβρίου 2003, το Συμβούλιο δεν ενέκρινε τις δύο συστάσεις της Επιτροπής, αλλά διατύπωσε μια σειρά συμπερασμάτων στα οποία λάμβανε, μεταξύ άλλων, υπόψη τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν από τη Γαλλία να μειώσει το κυκλικά προσαρμοσμένο έλλειμμα κατά 0,8% του ΑΕΠ το 2004 και κατά τουλάχιστον 0,6% του ΑΕΠ το 2005 έτσι ώστε να εξασφαλισθεί ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί σε επίπεδο χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ το 2005. Στη γνώμη που εξέδωσε σχετικά με το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας της Γαλλίας [6] του 2003, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε και διευκρίνισε περαιτέρω τα συμπεράσματα αυτά.

[6] ΕΕ C43, 19.2.2004

Με βάση αυτές τις εξελίξεις και έχοντας υπόψη ότι ο δημοσιονομικός προγραμματισμός για τα έτη μετά το 2005 διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό εντός της περιόδου που καλύπτεται από τους ΓΠΟΠ (μεταξύ άλλων στα πολυετή προγράμματα σταθερότητας), οι συστάσεις 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από τις εξής:

«1. να επιτύχει ετήσια μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος κατά 0,8% του ΑΕΠ το 2004 και κατά τουλάχιστον 0,6% του ΑΕΠ το 2005, έτσι ώστε να εξασφαλίσει ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί σε επίπεδο χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ το 2005 (ΓΠ 1).

2. εάν η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας είναι ισχυρότερη από αυτή που αναμένεται επί του παρόντος, να διαθέσει τα τυχόν υψηλότερα από τα αναμενόμενα έσοδα για τη μείωση του ελλείμματος και να επιταχύνει τη μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος με την εφαρμογή πρόσθετων μέτρων. Επιπλέον, οποιαδήποτε δημοσιονομικά περιθώρια προκύψουν από χαμηλότερη αύξηση των δαπανών σε σχέση με τις προγραμματιζόμενες πρέπει να διατεθούν για τη μείωση του ελλείμματος.

3. να διασφαλίσει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση θα συνεχιστεί και μετά το 2005, και ιδίως με τη σταθερή μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού ελλείμματος κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ετησίως ή και περισσότερο, εφόσον είναι απαραίτητο, έτσι ώστε να επιτευχθεί σχεδόν ισοσκελισμένος ή πλεονασματικός προϋπολογισμός και να αποκατασταθεί η πτωτική πορεία του δείκτη χρέους (ΓΔ 1).»

7. Ιρλανδία

Δεν γίνεται επικαιροποίηση

8. Ιταλία

Μία από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ιταλία είναι η «ταχεία εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών» της. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, στους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών του 2003, είχε γίνει η εξής σύσταση στην Ιταλία :

*Να εξασφαλίσει, μέχρις ότου επιτευχθεί σε μεσοπρόθεσμη βάση ισοσκελισμένος ή πλεονασματικός προϋπολογισμός, μια ελάχιστη μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ετησίως, αντικαθιστώντας τα έκτακτα μέτρα με μέτρα πιο μόνιμου χαρακτήρα (1η σύσταση).

Τα δημοσιονομικά στοιχεία για το 2003 δείχνουν ότι το έλλειμμα γενικής κυβέρνησης ήταν 2,4 % του ΑΕΠ, δηλαδή σχεδόν αμετάβλητο σε σχέση με το 2002 (2,3 %). Σε ένα γενικότερο πλαίσιο υποτονικής ανάπτυξης της οικονομίας, οι αρχές της χώρας συνέχισαν να στηρίζονται σε προσωρινά μέτρα για την συγκράτηση του ελλείμματος. Τα μέτρα αυτά εκτιμάται ότι βελτίωσαν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα κατά τι περισσότερο από 2 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (περίου 1,5 % το 2002). Επίσης, οι αισθητά μειωμένες δαπάνες για τόκους σε σχέση με το προηγούμενο έτος, συνέβαλαν σημαντικά στην αποφυγή μιας μεγαλύτερης αύξησης του ελλείμματος. Το 2004, λόγω του ότι θα μειωθεί κατά το ήμισυ η χρήση έκτακτων μέτρων, υπάρχει σαφής κίνδυνος υπέρβασης της τιμής αναφοράς 3 % του ΑΕΠ, όσον αφορά το έλλειμμα. Καθώς το κενό

παραγωγής θα μείνει στην ουσία αμετάβλητο, η εξέλιξη του κυκλικά προσαρμοσμένου αποτελέσματος θα είναι επίσης δυσμενής. Η επίτευξη σχεδόν ισοσκελισμένης κυκλικά προσαρμοσμένης θέσης αναβάλλεται για ακόμη μια φορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις αυτές, η σύσταση 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

"1. Να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος. να κινηθεί προς την επίτευξη ισοσκελισμένης ή πλεονασματικής δημοσιονομική θέση εξασφαλίζοντας βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου αποτελέσματος κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ετησίως, αντικαθιστώντας τα έκτακτα μέτρα με μέτρα πιο μόνιμου χαρακτήρα (ΓΠ 1)."

9. Λουξεμβούργο

Δεν γίνεται επικαιροποίηση.

10. Οι Κάτω Χώρες

Μία από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Κάτω Χώρες είναι «η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής κατά τα προσεχή έτη ενόψει της χαμηλότερης δυνητικής ανάπτυξης και του δημοσιονομικού κόστους της δημογραφικής γήρανσης». Για την αντιμετώπιση της πρόκλησης αυτής, στους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών του 2003, είχε απευθυνθεί στις Κάτω Χώρες η εξής σύσταση:

*να συνεχίσουν τη συγκράτηση των δημοσίων δαπανών εντός σαφώς καθορισμένων ανωτάτων ορίων σε πραγματικούς όρους, στο πλαίσιο του στόχου επίτευξης σχεδόν ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού υπολογισμού (σύσταση 1).

Σύμφωνα με τα δημοσιονομικά στοιχεία για το 2003, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε σε 3,2% του ΑΕΠ. Αυτή η επιδείνωση συνδέεται με την έντονη οικονομική ύφεση, η οποία οδήγησε σε μεγαλύτερη από την αναμενόμενη αύξηση του ελλείμματος, παρά τη σημαντική δέσμη δημοσιονομικών περικοπών. Για το 2004, υπάρχει κίνδυνος το έλλειμμα να υπερβεί και πάλι την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη διεύρυνση του κενού παραγωγής, η εξέλιξη του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος είναι περισσότερο ευνοϊκή. Σε κυκλικά προσαρμοσμένους όρους η δημοσιονομική προσαρμογή έχει ήδη προχωρήσει προς το στόχο επίτευξης σχεδόν ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.

Στο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων, η σύσταση 1 αντικαθίσταται από την εξής:

«1. Να είναι σε ετοιμότητα να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση μιας ενδεχόμενης εμφάνισης υπερβολικού ελλείμματος, συνεχίζοντας τις προσπάθειες συγκράτησης των δημοσίων δαπανών εντός σαφώς καθορισμένων ανωτάτων ορίων σε πραγματικούς όρους, στο

πλαίσιο του στόχου επίτευξης σχεδόν ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού προϋπολογισμού σε μεσοπρόθεσμη βάση (ΓΠ 1 και 14).»

11. Αυστρία

Δεν γίνεται επικαιροποίηση.

12. Πορτογαλία

Μια από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Πορτογαλία είναι η «η επιτάχυνση της εξυγίανσης των δημοσίων οικονομικών και περιορισμός της ταχείας αύξησης των δημοσίων δαπανών». Για την επίτευξη του στόχου αυτού, στους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών του 2003, είχε γίνει η εξής σύσταση στην Πορτογαλία:

*Να διασφαλίσει ότι το 2003 θα μειωθεί περαιτέρω, όπως έχει προγραμματιστεί, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης και ότι το κυκλικά προσαρμοσμένο έλλειμμα θα μειώνεται εν συνεχεία κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ετησίως έτσι ώστε να επιτευχθεί σχεδόν ισοσκελισμένος προϋπολογισμός (σύσταση 1).

Τα δημοσιονομικά στοιχεία για το 2003 δείχνουν έλλειμμα γενικής κυβέρνησης 2,8 % του ΑΕΠ, το οποίο συμμορφώνεται με τη σύσταση του Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου 2002 προς την Πορτογαλία, βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 7 της Συνθήκης, με την οποία η χώρα καλείται να μειώσει το κρατικό έλλειμμα κάτω από την τιμή αναφοράς 3 % του ΑΕΠ, έως το 2003 το αργότερο. Το μεγάλο αρνητικό κενό παραγωγής σε συνδυασμό με την οικονομική ύφεση που σημειώθηκε το 2003 εμπόδισαν σε σημαντικό βαθμό τη δημοσιονομική εξυγίανση, λόγω της τεράστιας μείωσης των φορολογικών εσόδων που σημειώθηκε το 2003 (χωρίς να ληφθεί υπόψη το έκτακτο μέτρο σχετικά με τα καθυστερούμενα φόρων και κοινωνικών εισφορών). Μολονότι η κυβέρνηση υπήρξε γενικά επιτυχής όσον αφορά την εξασφάλιση της προγραμματισθείσας συγκράτησης των δαπανών (δηλαδή, η αύξηση των τρεχουσών πρωτογενών δαπανών συνέχισε να επιβραδύνεται από 8,9 % το 2001, σε 7,8 % το 2002 και 4,1 % το 2003), η μείωση των φορολογικών εσόδων που προκλήθηκε από την ύφεση ανάγκασε την κυβέρνηση να κάνει χρήση, σε σημαντικό βαθμό, έκτακτων μέτρων για δεύτερο κατά σειρά έτος (1,5 και 2,1 % του ΑΕΠ το 2002 και το 2003 αντίστοιχα). Το 2004 υπάρχει και πάλι σαφής κίνδυνος υπέρβασης της τιμής αναφοράς του ελλείμματος ενόψει της υποτονικής ανάπτυξης και του γεγονότος ότι μέχρι στιγμής προβλέπεται η μερική, μόνον, αντικατάσταση των σημαντικού ύψους έκτακτων μέτρων που εγκρίθηκαν το 2003.

Λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις αυτές, η σύσταση 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ώστε το έλλειμμα να μην υπερβεί και πάλι την τιμή αναφοράς 3 % του ΑΕΠ. να κινηθεί προς την κατεύθυνση της επίτευξης, μεσοπρόθεσμα, σχεδόν ισοσκελισμένης ή πλεονασματικής θέσης εξασφαλίζοντας βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματος κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ετησίως, αντικαθιστώντας τα έκτακτα μέτρα με μέτρα πιο μόνιμου χαρακτήρα (ΓΠ 1).»

13. Φινλανδία

Δεν γίνεται επικαιροποίηση.

14. Σουηδία

Δεν γίνεται επικαιροποίηση.

15. Ηνωμένο Βασίλειο

Σύμφωνα με τα δημοσιονομικά στοιχεία του 2003, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα ανέλθει σε 3,2% του ΑΕΠ, δηλαδή θα είναι υψηλότερο από την τιμή αναφοράς κατά 3% του ΑΕΠ. Η δημοσιονομική θέση επιδεινώθηκε περισσότερο από ό,τι είχε προγραμματισθεί το 2003 κυρίως λόγω των χαμηλότερων από τα αναμενόμενα έσοδα από άμεσους φόρους. Μεσοπρόθεσμα τόσο το ονομαστικό όσο και το κυκλικά προσαρμοσμένο έλλειμμα προβλέπεται ότι θα μειωθούν σε επίπεδο μόλις χαμηλότερο του 2% του ΑΕΠ, στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων αυξήσεων των σχεδιαζόμενων δαπανών που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της ανεπάρκειας των επενδύσεων του δημοσίου τομέα και της ανεπάρκειας παροχής δημόσιων υπηρεσιών. Ωστόσο, η προβλεπόμενη πορεία του ελλείμματος δεν παρέχει επαρκή περιθώρια ασφάλειας για την αποφυγή της υπέρβασης της τιμής αναφοράς του 3% του ΑΕΠ υπό κανονικές μακροοικονομικές διακυμάνσεις. Επιπλέον, οι δημοσιονομικές προβλέψεις εμπεριέχουν κινδύνους που απορρέουν από την υποτιθέμενη αυτόνομη αύξηση του δείκτη εσόδων.

Λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις αυτές, το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει μια νέα πρόκληση σε σύγκριση με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών του 2003, η οποία συνίσταται στην:

Ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης για την αποφυγή εμφάνισης δημοσιονομικών ανισορροπιών

Για την ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης έτσι ώστε να αποφευχθεί η εμφάνιση δημοσιονομικών ανισορροπιών, συνιστάται στο Ηνωμένο Βασίλειο:

«6. Να είναι σε ετοιμότητα να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή της εμφάνισης υπερβολικού ελλείμματος. να βελτιώσει την κυκλικά προσαρμοσμένη θέση για να επιτύχει την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, στο πλαίσιο των προσπαθειών για την επίτευξη σε μεσοπρόθεσμη βάση σχεδόν ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού προϋπολογισμού (ΓΠ 1).

16. Κύπρος

Η μικρή οικονομία της Κύπρου, βασικός άξονας της οποίας είναι ο τουρισμός, έδειξε ανθεκτικότητα όσον αφορά την αντιμετώπιση του δυσχερούς διεθνούς περιβάλλοντος. Πρώτα, ο σταθερός και υψηλός πραγματικός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ, που κατά την περίοδο 1997-2001 κινήθηκε κατά μέσο όρο σε 4,2% στηρίχθηκε τόσο από την εγχώρια ζήτηση όσο και από τη συνεχιζόμενη υψηλή αύξηση του τουρισμού. Ωστόσο, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, η οικονομία δέχθηκε πλήγμα από την κατάρρευση του τουρισμού λόγω των διεθνών τρομοκρατικών απειλών, του πολέμου στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ και της επιδημίας SARS, και η πτώση συνεχίστηκε και το 2003. Αποτέλεσμα των γεγονότων αυτών ήταν ότι ο αναπτυξιακός ρυθμός μειώθηκε κατά ποσοστό μεγαλύτερο από 50%, κατόρθωσε όμως να φθάσει σε 2% το 2002 και 2003, ενισχυόμενος από την συγκρατημένη εγχώρια ζήτηση. Ωστόσο, ο ρυθμός αυτός είναι χαμηλότερος από το δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης.

Οι σχετικά καλές επιδόσεις όσον αφορά τον αναπτυξιακό ρυθμό, μπόρεσαν να επιτευχθούν χάρη στην οικονομία της αγοράς, που κυριαρχείται από τον ιδιωτικό τομέα, στην ύπαρξη ενός πολύ ανεπτυγμένου χρηματοπιστωτικού και νομικού συστήματος, στις εν γένει συνετές οικονομικές πολιτικές και στην ευέλικτη αγορά εργασίας. Η αγορά εργασίας λειτουργεί σε επίπεδο που προσεγγίζει την πλήρη απασχόληση και με υψηλά ποσοστά συμμετοχής. Με ποσοστά ανεργίας που κυμαίνονται από 3 έως 5%, η Κύπρος δεν έχει ουσιαστικά πρόβλημα ανεργίας. Συγχρόνως, η κρίση στον (μαζικό) τουρισμό στην Κύπρο υπογράμμισε την αυξανόμενη οικονομική εξάρτηση από τον τομέα αυτό, ενώ οι παραδοσιακές πηγές εσόδων από εξαγωγές, και ιδίως στον μεταποιητικό τομέα, εμφανίζουν διαρθρωτική πτώση. Συνεπώς, θα ήταν προς το συμφέρον της Κύπρου να αυξήσει την διαφοροποίησή της προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Για το σκοπό αυτό, η Κύπρος θα μπορούσε να επιταχύνει τη μετάβασή της προς την οικονομία της γνώσης και να συνεχίσει την απλοποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Το 1999 θεσπίστηκε σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης, το οποίο αναθεωρήθηκε και επεκτάθηκε κατά τα έτη που ακολούθησαν. Ωστόσο, οι δημοσιονομικές επιδόσεις το 2002 και 2003 παρουσίασαν και πάλι διολίσθηση και η εξυγίανση στην ουσία εγκαταλείφθηκε καθώς τα ελλείμματα αυξήθηκαν σε 4,6% και 6,3% του ΑΕΠ, αντίστοιχα. Ο επεκτατικός δημοσιονομικός προσανατολισμός συνέβαλε στην αύξηση της εγχώριας ζήτησης, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί σε περίπου 4,4% του ΑΕΠ για το 2003. Η κυβέρνηση σκοπεύει να λάβει εκ νέου μέτρα για την αντιμετώπιση αυτού του δημοσιονομικού ελλείμματος για το τρέχον και για τα προσεχή έτη, επιλέγοντας ένα πιο ευνοϊκό μείγμα πολιτικών και στοχεύοντας στον περιορισμό του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Οι πολιτικές στην Κύπρο θα πρέπει να αποσκοπούν στην επίτευξη ενός υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης, ιδίως όσον αφορά την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών. Τόσο η περαιτέρω εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών όσο και η διαχείριση της αυξανόμενης εξάρτησης από τον τουρισμό, πρέπει να ενισχυθούν από πολιτικές που ευνοούν την συνέχιση των υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση. Αυτό απαιτεί ιδιαίτερα την ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού και της βάσης απασχόλησης, ενώ η Κύπρος θα πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειές της για τη μετάβαση στην οικονομία της γνώσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει αυξημένος βαθμός αβεβαιότητας ως προς τις προκλήσεις που περιγράφονται κατωτέρω, δεδομένου ότι σε περίπτωση επανένωσης, η οικονομική κατάσταση της νήσου θα άλλαζε ριζικά. Στο πλαίσιο αυτό, η Κύπρος αντιμετωπίζει δύο σημαντικές προκλήσεις:

* Να εξασφαλίσει τη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε διατηρήσιμη βάση.

*Να αυξήσει τη διαφοροποίηση της οικονομίας προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Εξασφάλιση της μείωσης του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε διατηρήσιμη βάση

Η δημοσιονομική εξυγίανση παρουσίασε αυξανόμενη διολίσθηση σε σχέση με τους στόχους το 2002 και 2003. Το αρχικό σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης, που θεσπίστηκε το 1999, αναθεωρήθηκε το 2001 και το 2002. Αποσκοπούσε στη μείωση του ελλείμματος σε 2,0% του ΑΕΠ μέχρι το 2002, και στην επίτευξη ισοσκελισμένου προϋπολογισμού μέχρι το 2005. Ωστόσο, ο χαμηλότερος αναπτυξιακός ρυθμός το 2002 οδήγησε σε δημοσιονομικό έλλειμμα 4,6% του ΑΕΠ, αντί του προγραμματισθέντος 2,6%. Το 2003 παρουσιάστηκε περαιτέρω διολίσθηση, που συνδεόταν με το συνεχιζόμενο υποτονικό αναπτυξιακό ρυθμό και τη φοροαποφυγή, με σημαντικές μειώσεις των εσόδων, ενώ οι δαπάνες αυξήθηκαν λόγω των υψηλότερων κονδυλίων στον τομέα της άμυνας και των επεκτατικών μέτρων που θεσπίστηκαν για ένα αντισταθμιστεί η ανεπαρκής εξωτερική ζήτηση. Τα μέτρα αυτά οδήγησαν στην πλήρη αποδυνάμωση του προγράμματος εξυγίανσης, και το δημόσιο έλλειμμα για το 2003 έφθασε πλέον σε 6,3% του ΑΕΠ. Ο επεκτατικός δημοσιονομικός προσανατολισμός συνέβαλε στην αύξηση της εγχώριας ζήτησης και στη συνέχιση ενός σχετικά υψηλού ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που εκτιμάται σε 4,4% του ΑΕΠ για το 2003. Η κυβέρνηση σκοπεύει να λάβει εκ νέου μέτρα για την αντιμετώπιση αυτού του δημοσιονομικού ελλείμματος, επιλέγοντας ένα πιο ευνοϊκό μείγμα πολιτικών και δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στον περιορισμό του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Για να αποκατασταθεί η πορεία δημοσιονομικής εξυγίανσης απαιτείται η λήψη σημαντικών διαρθρωτικών μέτρων. Η ποιότητα των δημοσίων οικονομικών αναμένεται να βελτιωθεί χάρη σε μια φιλόδοξη δημοσιονομική μεταρρύθμιση, που θα ολοκληρωθεί μέχρι τα τέλη του 2004. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα ενισχύσουν περαιτέρω τη μείωση των ελλειμμάτων και θα συμβάλουν στη διατήρηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε μια διατηρήσιμη πορεία, εάν η καθαρή ιδιωτική αποταμίευση διαμορφωθεί και πάλι κατά λιγότερο ευνοϊκό τρόπο.

Αύξηση της διαφοροποίησης της οικονομίας προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας

Παρόλο που 15 έως 20% του ΑΕΠ και της απασχόλησης οφείλεται στον τουρισμό, η οικονομία έδειξε κάποια ανθεκτικότητα για την αντιμετώπιση του δυσχερούς διεθνούς περιβάλλοντος. Ωστόσο, σε πιο μακροχρόνια προοπτική, μπορεί να είναι προς το συμφέρον της Κύπρου να αναβαθμίσει τις τουριστικές της δραστηριότητες και να αναπτύξει άλλες δραστηριότητες προστιθέμενης αξίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυπριακή κυβέρνηση θέσπισε μια σειρά μεταρρυθμίσεων για τη διευκόλυνση της μετάβασης προς την οικονομία της γνώσης. Ωστόσο, το χαμηλό επίπεδο των δαπανών Ε&Α, ιδίως από τον επιχειρηματικό τομέα, και η έλλειψη επαγγελματικών προσόντων που συνδέονται με τις ΤΠ, εξακολουθούν να αποτελούν αδυναμίες. Τέλος, αρκετά περιορισμένος είναι ο βαθμός ανάπτυξης του ηλεκτρονικού εμπορίου καθώς και ο αριθμός των νοικοκυριών που έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο.

Ένα καλύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον αποτελεί επίσης παράγοντα πρωταρχικής σημασίας για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των αγορών εργασίας. Πρώτον, η κυπριακή οικονομία κυριαρχείται από σχετικά μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις η επέκταση των οποίων μπορεί εν μέρει να παρεμποδίζεται από την πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Δεύτερον, ο ανταγωνισμός στις βιομηχανίες δικτύου εξακολουθεί να είναι περιορισμένος. Παραδείγματος χάρη, ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων του φορέα μετάδοσης δεν έχει ακόμη διευθετηθεί στην αγορά ηλεκτρισμού. Το Νοέμβριο του 2003, ο ρυθμιστικός φορέας του τομέα

των τηλεπικοινωνιακών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών εξέδωσε δύο διατάγματα με τα οποία συντελείται πρόοδος, χωρίς όμως να ολοκληρώνεται η αποδέσμευση του τοπικού βρόχου στους τομείς αυτούς. Τέλος, εξακολουθούν να υπάρχουν φραγμοί για την πρόσβαση στην αγορά των αεροπορικών μεταφορών, ενώ θα πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως το κεκτημένο στο ναυτιλιακό τομέα.

Συστάσεις που απευθύνονται στην Κύπρο

Η αντιμετώπιση των προκλήσεων που περιγράφηκαν ανωτέρω απαιτεί εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που περιγράφονται στους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) του τμήματος Ι των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών.

Για να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε διατηρήσιμη βάση, συνιστάται στην Κύπρο:

1. Να μειώσει το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης με αξιόπιστο και διατηρήσιμο τρόπο εντός του πολυετούς πλαισίου σύμφωνα με τις αποφάσεις που θα ληφθούν από το Συμβούλιο κατά την προσεχή διαδικασία δημοσιονομικής εποπτείας (ΓΠ 1).

Για να αυξηθεί η διαφοροποίηση της οικονομίας προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, συνιστάται στην Κύπρο:

2. Να εντατικοποιήσει τις προσπάθειές της για την αύξηση της επάρκειας ειδικευμένου ανθρώπινου κεφαλαίου, να προωθήσει την Ε&Α και την καινοτομία, ιδίως στον επιχειρηματικό τομέα, και να βελτιώσει τις προϋποθέσεις για τη διευκόλυνση της μετάδοσης των ΤΠΕ (ΓΠ 9, 13).

3. Να συνεχίσει την απλοποίηση του επιχειρηματικού και φορολογικού περιβάλλοντος (ΓΠ 11).

17. Τσεχική Δημοκρατία

Μετά την οικονομική επιβράδυνση κατά τα έτη 1997-1998, ο πραγματικός ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ της Τσεχικής Δημοκρατίας ήταν της τάξεως του 3% κατά μέσο όρο, με εξαίρεση το 2002, όταν η χώρα επλήγη από καταστροφικές πλημμύρες και η αύξηση του ΑΕΠ έφθασε σε μόλις 2%. Ο πληθωρισμός, όπως μετριέται με βάση το ΕνΔΤΚ, έφθασε σε πολύ χαμηλά επίπεδα (1,4% το 2002 και -0,1% το 2003), με αποτέλεσμα να σημειωθεί απόκλιση από τον στόχο που είχαν θέσει για τον πληθωρισμό οι νομισματικές αρχές. Οι επιδόσεις σε επίπεδο ανάπτυξης στηρίχθηκαν από τις προσπάθειες αναδιάρθρωσης, αλλά η παραγωγή δεν έχει ακόμη φθάσει εντελώς στο εκτιμώμενο δυνητικό της επίπεδο. Οι σημαντικότερες προσπάθειες αναδιάρθρωσης πραγματοποιήθηκαν στον τραπεζικό τομέα. Η αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα συνοδεύτηκε από σημαντικές δημοσιονομικές δαπάνες, δεδομένου ότι το κράτος ανέλαβε τα επισφαλή στοιχεία ενεργητικού των ισολογισμών των τραπεζών. Επιπλέον, η δημοσιονομική πολιτική ήταν μέχρι πρόσφατα σχετικά χαλαρή, πράγμα που προκάλεσε τη ραγδαία αύξηση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης. Ο επεκτατικός προσανατολισμός της δημοσιονομικής πολιτικής συνέβαλε στην εκτίναξη της εγχώριας ζήτησης και σε ένα συνεχώς διευρυνόμενο έλλειμμα του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών, τροφοδοτούμενο από την κατανάλωση, που υπερέβη το 6% του ΑΕΠ.

Οι πολιτικές στην Τσεχική Δημοκρατία θα πρέπει να αποσκοπούν στην επίτευξη ενός υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης, ιδίως όσον αφορά την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών. Η οικονομία χαρακτηριζόταν έως σήμερα από σχετικά χαμηλό αναπτυξιακό ρυθμό σε σύγκριση με τα άλλα νέα κράτη μέλη. Συνεπώς, η περαιτέρω εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών θα πρέπει να υποστηριχθεί με πολιτικές που συμβάλλουν στην επιτάχυνση των αναπτυξιακών επιδόσεων σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση. Αυτό απαιτεί, ειδικότερα, προσπάθειες για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών που εξακολουθούν να υπάρχουν, ιδίως στην αγορά εργασίας και στο επιχειρηματικό περιβάλλον, καθώς και την επιτάχυνση της μετάβασης προς την οικονομία της γνώσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Τσεχική Δημοκρατία αντιμετωπίζει τέσσερις μείζονες προκλήσεις:

*Να εξασφαλίσει επειγόντως την περαιτέρω μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε διατηρήσιμη βάση, καθώς και την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών.

*Να συνεχίσει τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας.

*Να βελτιώσει τις συνθήκες για την ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας.

*Να προωθήσει την επιχειρηματικότητα και τις ΜΜΕ.

Ανάγκη να εξασφαλισθεί επειγόντως η περαιτέρω μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε διατηρήσιμη βάση και η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών

Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε από 6,4% του ΑΕΠ το 2002 σε 12,9% του ΑΕΠ το 2003 [7], γεγονός που υποδαυλίζει την περαιτέρω επιδείνωση του ελλείμματος του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών. Το 2003, η κυβέρνηση θέσπισε πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, που αποσκοπεί στη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε 4% του ΑΕΠ το 2006. Η δημοσιονομική εξυγίανση θα ενισχύσει περαιτέρω τη μείωση του ελλείμματος και θα συμβάλει

[7] Το έλλειμμα αυτό οφείλεται εν μέρει σε μία και μοναδική καταλογισθείσα κρατική εγγύηση, η οποία ισοδυναμεί με το 6,3% του ΑΕΠ περίπου.

έτσι ώστε το έλλειμμα του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών να επανέλθει σε πιο διατηρήσιμη πορεία, εάν η καθαρή ιδιωτική αποταμίευση εξελιχθεί λιγότερο ευνοϊκά.

Ωστόσο, η βελτίωση της ποιότητας των δημοσίων οικονομικών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εφαρμογή της δημοσιονομικής μεταρρύθμισης. Ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της δημοσιονομικής μεταρρύθμισης είναι η τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου, με την εισαγωγή μεσοπρόθεσμων πλαισίων δαπανών και προϋπολογισμών που είναι προσανατολισμένοι στη βελτίωση των επιδόσεων. Ειδικότερα, τα πλαίσια δαπανών αναμένεται να μειώσουν τα κίνητρα της κεντρικής κυβέρνησης να παρέχει κρατικές εγγυήσεις, που εξακολουθούν να αποτελούν πηγή σημαντικών δημοσιονομικών κινδύνων. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχιζόμενη αποκέντρωση της δημόσιας διοίκησης, η απουσία δημοσιονομικών κανόνων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο αντιπροσωπεύει κίνδυνο για την εξασφάλιση υγιούς δημοσιονομικής θέσης στο μέλλον. Ως θετική εξέλιξη, αξίζει να σημειωθεί ότι στα μεταρρυθμιστικά της σχέδια η κυβέρνηση δεν προβλέπει τη μείωση του μεριδίου των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά τα προσεχή έτη.

Όσον αφορά την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών, οι δαπάνες εκτός προϋπολογισμού και η ταχεία αύξηση των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αποτελούν σημαντική πηγή ανησυχίας. Παρόλο που το σημερινό επίπεδο του δημοσίου χρέους της χώρας δεν είναι υψηλό, οι εξελίξεις όσον αφορά τα ανωτέρω στοιχεία συνέτειναν στην ταχεία αύξηση που παρατηρήθηκε κατά τα πρόσφατα έτη (από 25,2% του ΑΕΠ το 2001 σε 37,6% του ΑΕΠ το 2003).

Συνέχιση των προσπαθειών για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας

Κατά την περίοδο από το 1990 έως το 2002, η τσεχική αγορά εργασίας εγνώρισε σημαντικές διαρθρωτικές μεταβολές. Το μερίδιο των απασχολουμένων στον πρωτογενή τομέα μειώθηκε από 12,4% σε 4,8% του εργατικού δυναμικού, στο δευτερογενή τομέα από 45,1% σε 39,6%, ενώ στον τριτογενή τομέα αυξήθηκε από 42,5% σε 55,6%. Το ποσοστό ανεργίας ήταν 7,3% κατά τα τέλη του 2002, αλλά κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2003 αυξήθηκε σε 8,1%. Εκτός από τη διαδικασία αναδιάρθρωσης, η ανεργία είναι πιθανόν να επηρεαστεί από τη μεταρρύθμιση των δημοσίων οικονομικών, στο πλαίσιο της οποίας κατά την περίοδο 2004-2006 προβλέπεται ετήσια μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων κατά 2%. Η επιρροή που ασκούν τα συνδικάτα στη διαμόρφωση των αμοιβών είναι χαμηλή. Η διαδικασία μισθολογικών διαπραγματεύσεων είναι αποκεντρωμένη, και οι μισθοί καθορίζονται ως επί το πλείστον σε επίπεδο επιχειρήσεων. Ο συντονισμός των διαπραγματεύσεων μεταξύ των επιχειρήσεων και των τομέων είναι μικρός. Παρά το γεγονός ότι το ποσοστό απασχόλησης είναι υψηλό (65,5% του 2002) και το ποσοστό ανεργίας κυμαίνεται περίπου στον μέσο όρο της ΕΕ, η τσεχική αγορά εργασίας αντιμετωπίζει αρκετές διαρθρωτικές αδυναμίες. Πρώτον, οι περιφερειακές ανισότητες όσον αφορά την ανεργία είναι πολύ μεγάλες. Το ποσοστό της ανεργίας σε περιφέρειες με διαρθρωτικές αδυναμίες είναι τουλάχιστον τέσσερις φορές υψηλότερο απ' ό,τι στην Πράγα και σε ορισμένες περιφέρειες υπερβαίνει το 25%. Δεύτερον, το μερίδιο των μακροχρόνια ανέργων (πέραν του ενός έτους) είναι πολύ υψηλό, δεδομένου ότι έφθασε σε 40,3% μέχρι τα τέλη του 2003. Επιπλέον, η μέση περίοδος εγγραφής στα γραφεία εξεύρεσης απασχόλησης καθίσταται μεγαλύτερη. Τρίτον, το ποσοστό της ανεργίας των νέων (άτομα κάτω των 25 ετών) είναι πολύ υψηλό. Το μέσο μερίδιο των νέων ανέργων ήταν σχεδόν 23%, με σημαντικές περιφερειακές διαφορές.

Από πλευράς προσφοράς εργασίας, η μακροχρόνια ανεργία και η χαμηλή ευελιξία του εργατικού δυναμικού απορρέουν από αντικίνητρα τα οποία έχουν τις ρίζες τους στο φορολογικό σύστημα και το σύστημα κοινωνικών παροχών. Επίσης απορρέουν από τον ανεπαρκή βαθμό ανάπτυξης του συστήματος προγραμμάτων διαβίου μάθησης και από αδυναμίες των συστημάτων εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης. Σε ό,τι αφορά αυτά τα τελευταία, δεν προσπορίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό δεξιότητες που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ιδιαίτερα δε στις απαιτήσεις της οικονομίας της γνώσης. Οι διαρθρωτικές αδυναμίες της τσεχικής αγοράς εργασίας αντικατοπτρίζουν επίσης τη χαμηλή γεωγραφική κινητικότητα, η οποία αποτελεί απόρροια δύο βασικών αδυναμιών. Πρώτον, οι κανόνες που ισχύουν για τις τιμές της στέγης μειώνουν τα κίνητρα για την προσφορά στέγης σε περιφέρειες όπου δημιουργούνται θέσεις απασχόλησης. Και δεύτερον, η ανεπαρκής υποδομή μεταφορών αυξάνει το κόστος της μετάβασης από και προς την εργασία και δημιουργεί εμπόδια για την πραγματοποίηση επενδύσεων και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων στις περιφέρειες που υστερούν από διαρθρωτική άποψη.

Από πλευράς ζήτησης εργασίας, το υψηλό ποσοστό των εισφορών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλισης ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις. Το συνολικό ποσοστό των εισφορών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλισης έχει φθάσει το 47,5% των ακαθάριστων μισθών. Από τις εισφορές αυτές, το ένα τέταρτο περίπου καταβάλλεται από τους εργαζομένους και τα τρία τέταρτα περίπου από τους εργοδότες.

Βελτίωση των συνθηκών για την ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας

Η αύξηση της παραγωγικότητας στην Τσεχική Δημοκρατία υπήρξε κατά το παρελθόν συγκριτικά χαμηλή. Κατά την περίοδο 1996-2002, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε κατά 2,1% ετησίως, που είναι το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των νέων κρατών μελών. Επιπλέον, το επίπεδο της παραγωγικότητας εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλό σε σύγκριση με την ΕΕ (περίπου 55% του μέσου όρου της ΕΕ των 15 το έτος 2003). Οι παράγοντες που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της κατάστασης αυτής θα μπορούσαν να είναι η περιορισμένη ευελιξία του εκπαιδευτικού συστήματος, η χαμηλή αποτελεσματικότητα της Ε&Α και της καινοτομίας και η περιορισμένη χρήση τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών. Η περιορισμένη ευελιξία του εκπαιδευτικού συστήματος και του συστήματος κατάρτισης όσον αφορά την ανταπόκρισή τους στις μεταβαλλόμενες ανάγκες επαγγελματκών προσόντων διαπιστώνεται με την αναντιστοιχία των προσόντων στην αγορά εργασίας. Το μορφωτικό επίπεδο (δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 20-24 ετών που έχει ολοκληρώσει τουλάχιστον τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) είναι πολύ υψηλό (92%) αλλά το μερίδιο των αποφοίτων πανεπιστημίων είναι ένα από τα χαμηλότερα στην ΕΕ. Παρά το σχετικά υψηλό επίπεδο των δαπανών για Ε&Α σε σύγκριση με τα νέα κράτη μέλη, η δραστηριότητα καινοτομίας που προκύπτει, όπως μετριέται με βάση τον αριθμό των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, είναι πολύ χαμηλή, πράγμα που υποδηλώνει τη χαμηλή αποτελεσματικότητα της Ε&Α. Φαίνεται να υπάρχει περιορισμένη μόνο συνεργασία μεταξύ των ερευνητικών ιδρυμάτων (π.χ. πανεπιστήμια και η Τσεχική Ακαδημία Επιστημών) και του ιδιωτικού τομέα. Η κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας τα προβλήματα αυτά, έχει θεσπίσει την «Εθνική στρατηγική για την Ε&Α» με σκοπό την προώθηση της Ε&Α κατά την περίοδο 2004-2008, αλλά τα αποτελέσματά της θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την πληρότητα της εφαρμογής της.

Προώθηση της επιχειρηματικότητας και των ΜΜΕ

Παρά την πρόοδο που έχει συντελεσθεί για τη δημιουργία ενός εύρυθμου πλαισίου ανταγωνισμού και τις συνεχείς εξελίξεις όσον αφορά το νομικό περιβάλλον, φαίνεται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί φραγμοί για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας στην Τσεχική Δημοκρατία. Αυτό αντανακλάται μεταξύ άλλων στο χαμηλό μερίδιο του ΑΕΠ που αντιστοιχεί σε ΜΜΕ (μικρότερο από 40%). Ο ακαθάριστος δείκτης δημιουργίας νέων επιχειρήσεων ως ποσοστό του συνόλου των επιχειρήσεων είναι σχετικά χαμηλός σε σύγκριση με άλλα νέα κράτη μέλη.

Εκτιμάται ότι οι παράγοντες που συντελούν στη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης είναι οι αδυναμίες του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, οι οποίες έχουν δυσανάλογα σοβαρές επιπτώσεις για τις ΜΜΕ, π.χ. όσον αφορά τις κανονιστικές ρυθμίσεις και τη διασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας, τα υπερβολικά διοικητικά βάρη που επιβάλλονται στις εταιρίες και την περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η διοικητική διαδικασία για τη σύσταση νέας εταιρίας είναι πολύ χρονοβόρα και περίπλοκη. Η μη αποτελεσματική και συχνά αδιαφανής λειτουργία του εμπορικού μητρώου αποτελεί συχνά αντικείμενο κριτικής από τους επιχειρηματίες. Επίσης, η πτωχευτική νομοθεσία δεν επιτρέπει την αποτελεσματική έξοδο από την αγορά, ούτε την αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων. Ήδη καταρτίζονται αρκετές νομοθετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση μερικών εκ των προαναφερθέντων προβλημάτων, αλλά η πρόοδος έχει εν προκειμένω αποδειχθεί βραδεία. Παρά τη βελτίωση της επαγγελματικής επάρκειας των δικαστών, εξακολουθούν να υπάρχουν ουσιώδεις αδυναμίες όσον αφορά την ποιότητα και την ταχύτητα της εφαρμογής της νομοθεσίας. Επιπλέον, η εξεύρεση εξωτερικών πηγών χρηματοδότησης είναι εξαιρετικά δυσχερής για τις νέες επιχειρήσεις.

Συστάσεις που απευθύνονται στην Τσεχική Δημοκρατία

Η αντιμετώπιση των προκλήσεων που περιγράφτηκαν ανωτέρω απαιτεί εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) του τμήματος Ι των «Γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών».

Για να εξασφαλισθεί επειγόντως η περαιτέρω μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε διατηρήσιμη βάση, καθώς και η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών, συνιστάται στην Τσεχική Δημοκρατία:

1. Να μειώσει το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης κατά αξιόπιστο και διατηρήσιμο τρόπο εντός ενός πολυετούς πλαισίου σύμφωνα με τις αποφάσεις που θα ληφθούν από το Συμβούλιο στο πλαίσιο της προσεχούς διαδικασίας δημοσιονομικής εποπτείας (ΓΠ 1).

2. Να μεταρρυθμίσει τα συστήματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και συνταξιοδότησης έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η οικονομική διατηρησιμότητά τους, ιδίως για την αντιμετώπιση της αναμενόμενης αύξησης του δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων, και να λάβει μέτρα για τη μείωση των δημοσιονομικών κινδύνων που απορρέουν από τις διογκούμενες ενδεχόμενες υποχρεώσεις. και να εξασφαλίσει την τόνωση των κινήτρων για την ανάληψη εργασίας και τη μείωση των υψηλών ποσοστών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης (ΓΠ 4, 14 και 16).

Για να συνεχισθεί η αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας, συνιστάται στην Τσεχική Δημοκρατία:

3. Να ενισχύσει την προσφορά εργασίας με τη μεταρρύθμιση των συστημάτων εισφορών και παροχών, έτσι ώστε να αρθούν τα αντικίνητρα για την ανάληψη εργασίας και να ενισχυθεί η επαγγελματική και περιφερειακή κινητικότητα με τη μείωση των αναντιστοιχιών που παρατηρούνται σε επίπεδο επαγγελματικών προσόντων, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την αποτελεσματικότητα των μέτρων επανακατάρτισης και άλλων ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας, καταργώντας τις κανονιστικές ρυθμίσεις στην αγορά στέγης, και βελτιώνοντας την υποδομή μεταφορών (ΓΠ 4, 7, 8 και 13).

Για να βελτιωθούν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν την επιτάχυνση της αύξησης παραγωγικότητας, συνιστάται στην Τσεχική Δημοκρατία:

4. Να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης και την ανταπόκρισή τους στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις επαγγελματικών προσόντων (ΓΠ 13).

5. Να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα της Ε&Α και των δραστηριοτήτων στον τομέα της καινοτομίας, να προαγάγει τη μεταφορά των γνώσεων μέσω των ξένων άμεσων επενδύσεων και να στηρίξει τη διάδοση των γνώσεων (ΓΠ 13).

Για να προωθήσει την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη των ΜΜΕ, συνιστάται στην Τσεχική Δημοκρατία:

6. Να βελτιώσει το επιχειρηματικό κλίμα, ιδίως με την άρση των διοικητικών βαρών, τη βελτίωση και επιβολή του νομικού πλαισίου και τη βελτίωση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση (ΓΠ 11 και 12).

18. Εσθονία

Παρά τη χαμηλή εξωτερική ζήτηση, η Εσθονία διατήρησε το 2003 τις καλές μακροοικονομικές επιδόσεις της, αλλά το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε στο 13,7% του ΑΕΠ. Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ανήλθε στο 4,8% χάρη στο δυναμισμό των επενδύσεων και στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης οφείλεται στη σημαντική πιστωτική επέκταση, στους υψηλότερους μισθούς και σε μια περιορισμένη αύξηση της απασχόλησης. Σε αντίθεση με το γενικό πλαίσιο παρατεταμένης υποτονικότητας των επενδύσεων στη ζώνη του ευρώ, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες στην Εσθονία αυξήθηκαν με έντονο ρυθμό που υπερέβη το 11%, χάρη στις σημαντικές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και στα χαμηλά επιτόκια. Ο πληθωρισμός, ο οποίος είχε επιταχυνθεί σε σχεδόν 7% στα μέσα του 2001, υποχώρησε στο 1,3% το 2003. Το δημοσιονομικό πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης διευρύνθηκε στο 1,8% του ΑΕΠ το 2002 και περαιτέρω στο 2,6% το 2003, παρά τις συμπληρωματικές δαπάνες που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, χάρη στην υψηλό επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας και τη βελτίωση του μηχανισμού είσπραξης φόρων. Οι δαπάνες ορισμένων τοπικών κυβερνήσεων συνέχισαν να επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά.

Οι πολιτικές στην Εσθονία πρέπει να αποσκοπούν στην επίτευξη υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης και στον περιορισμό του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η δημοσιονομική πολιτική μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ οι διαρθρωτικές πολιτικές, και ιδίως εκείνες που αποσκοπούν στη βελτίωση της παραγωγικότητας και στην τόνωση του ανταγωνισμού, μπορούν να διευρύνουν το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας και να βελτιώσουν έτσι τόσο την ισορροπία μεταξύ αποταμιεύσεων και επενδύσεων όσο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Επιπλέον, η αγορά εργασίας, και ιδίως το υψηλό ποσοστό ανεργίας, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για τις αρχές μετά την αναδιάρθρωση της οικονομίας που ακολούθησε την ανεξαρτησία της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, η Εσθονία αντιμετωπίζει τέσσερις μεγάλες προκλήσεις:

*Αντιμετώπιση του μεγάλου ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με την εφαρμογή ιδίως κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής.

*Αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας.

*Βελτίωση των συνθηκών για την αύξηση της παραγωγικότητας.

*Ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου.

Αντιμετώπιση του μεγάλου ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με την εφαρμογή ιδίως κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής

Η αναντιστοιχία μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ζήτησης αντικατοπτρίστηκε στο υψηλό επίπεδο της ζήτησης για εισαγωγές (αύξηση κατά 8,1%), και στις σχετικά υποτονικές επιδόσεις των εξαγωγών (αύξηση κατά 5,1%) και οδήγησε στην επιδείνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο 13,7% του ΑΕΠ το 2003. Πολλά σημαντικά εφάπαξ κονδύλια, τα οποία αφορούσαν κυρίως την εισαγωγή επενδυτικών αγαθών, και το αρνητικό ισοζύγιο άδηλων πόρων ευθύνονται για ένα μεγάλο μέρος του ελλείμματος, ενώ ο λογαριασμός κεφαλαίου παρέμεινε πλεονασματικός χάρη στις σημαντικές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων. Το χαμηλό επίπεδο του δημοσίου χρέους (περίπου 5% του ΑΕΠ) και η υψηλή κατάταξη της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας συμβάλλουν στο μετριασμό των άμεσων ανησυχιών όσον αφορά τη χρηματοδότηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Επιπλέον, η

κεντρική διοίκηση έχει σχηματίσει ένα «αποθεματικό σταθερότητας» που αντιπροσωπεύει 9% του ΑΕΠ και χρηματοδοτείται από το 1997 από τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού και από τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις.

Η εφαρμογή διαρθρωτικών πολιτικών για την αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των εσθονικών αγαθών και υπηρεσιών, κυρίως με την ταχεία βελτίωση των υποδομών της χώρας και με επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο, δίνοντας ιδίως βάρος στις υστερούσες περιφέρειες της χώρας, είναι απαραίτητη για να μειωθεί δραστικά η σημαντική μακροοικονομική ανισορροπία της εσθονικής οικονομίας σε μεσοπρόθεσμη βάση.

Η συνέχιση συνετών δημοσιονομικών πολιτικών έχει καθοριστική σημασία για την αντιμετώπιση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ενώ το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε από το 1,8% του ΑΕΠ το 2002 στο 2,6% του ΑΕΠ το 2003, ορισμένες τοπικές κυβερνήσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά τα δημόσια οικονομικά, εμφανίζοντας υπερβάσεις δαπανών τόσο το 2002 όσο και το 2003. Παρά τα δημοσιονομικά πλεονάσματα των τελευταίων ετών και το χαμηλό δημόσιο χρέος, οι σχεδιαζόμενες πρόσθετες δαπάνες και μειώσεις φόρων, σε συνδυασμό με τις δεσμεύσεις στο πλαίσιο της προσχώρησης στην ΕΕ, θα εντείνουν τις δημοσιονομικές πιέσεις στο άμεσο μέλλον. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση της εθνικής αποταμίευσης με αρνητικές επιπτώσεις σε όλο το μίγμα πολιτικών, με δεδομένο ιδίως το πολύ υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Συνολικά, αναμένεται ότι το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης θα παραμείνει ισοσκελισμένο ή θα είναι πλεονασματικό τα επόμενα χρόνια, ακόμη και σε περίπτωση χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής. Είναι άλλωστε πιθανό ότι η χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής τα πρώτα χρόνια μετά την προσχώρηση θα συμπέσει χρονικά με την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο προκυκλικών επιπτώσεων λόγω του προβλεπόμενου προσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής. Απαιτείται συνεπώς μια συνεπή και ευέλικτη προσέγγιση κατά την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού προγράμματος στην Εσθονία.

Αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας

Οι συνθήκες της αγοράς εργασίας στην Εσθονία επιδεινώθηκαν σταδιακά μετά την ανεξαρτησία της χώρας. Φαίνεται ότι η αναδιάρθρωση της οικονομίας και η αναντιστοιχία των επαγγελματικών προσόντων είναι οι κυριότερες αιτίες της αύξησης της ανεργίας στο 14,5% στα μέσα του 2000 (με βάση τον ορισμό του ΔΓΕ). Το ποσοστό απασχόλησης, το οποίο είχε μειωθεί από το 65% το 1997 στο 60,6% το 2000, αυξήθηκε εκ νέου στο 61,1% το 2002, για πρώτη φορά μετά την ανεξαρτησία της χώρας, συμβάλλοντας έτσι σε μια ανάκαμψη της αγοράς εργασίας που επέτρεψε τη μείωση της ανεργίας στο 10,3% το 2002. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή ήταν το αποτέλεσμα περιορισμένων αυξήσεων της απασχόλησης και μιας σημαντικής μείωσης του οικονομικά ενεργού πληθυσμού: η απασχόληση αυξήθηκε κατά περίπου 2% στην περίοδο 1997-2002, ενώ ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός μειώθηκε κατά σχεδόν 2,5%.

Η άνοδος της ανεργίας στην περίοδο 1997-2002 οφειλόταν στη σταθερή αύξηση του ποσοστού των μακροχρόνια ανέργων και των αποθαρρυμένων εργαζομένων, και συνεπώς στην αύξηση της διαρθρωτικής ανεργίας. Ωστόσο, η αναλογία των ατόμων χωρίς απασχόληση για διάστημα μεγαλύτερο του έτους μειώθηκε στο 41% των ανέργων το 2002, δηλαδή σχεδόν στο επίπεδο του 1997, μετά από μια αισθητή αύξηση στο 60% στη διάρκεια της ίδιας περιόδου. Παρόλα αυτά, ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων παραμένει ιδιαίτερα υψηλός, πράγμα που δείχνει ότι μεγάλος αριθμός ανέργων δεν διαθέτει τα προσόντα

που απαιτούνται για να επανενταχθεί με επιτυχία στην αγορά εργασίας. Οι περιφερειακές ανισότητες δεν έχουν καταπολεμηθεί και η ανεργία εξακολουθεί να είναι αισθητά υψηλότερη στο βορειοανατολικό τμήμα (περίπου 19% του εργατικού δυναμικού) σε σύγκριση με το νότιο τμήμα (8,5-9%).

Βελτίωση των συνθηκών για την αύξηση της παραγωγικότητας

Το επίπεδο της παραγωγικότητας είναι ακόμα πολύ χαμηλό στην Εσθονία σε σύγκριση με το μέσο όρο της ΕΕ (42% του επιπέδου της ΕΕ-15 το 2002). Ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας συνέχισε να αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς (7% ετησίως) στην περίοδο 1997-2000, από το 2000 άρχισε να επιβραδύνεται. Δύο κυρίως παράγοντες μπορούν να εμποδίσουν μελλοντικά την αύξηση της παραγωγικότητας: η έλλειψη κατάλληλων προσόντων του εργατικού δυναμικού και το χαμηλό επίπεδο των δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης και καινοτομίας. Οι δύο αυτοί παράγοντες εξηγούν επίσης για ποιο λόγο οι άμεσες ξένες επενδύσεις συγκεντρώνονται κυρίως σε τομείς που δεν απαιτούν σημαντικές δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης και υψηλή εξειδίκευση.

Η έλλειψη κατάλληλων επαγγελματικών προσόντων του εργατικού δυναμικού είναι απόρροια της αναποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος, δεδομένου ότι οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση είναι σχετικά υψηλές (6,7% του ΑΕΠ το 2000). Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι επαρκώς προσαρμοσμένο στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και δεν επιτρέπει την απόκτηση των επαγγελματικών προσόντων που απαιτεί η αγορά.

Μια καλά σχεδιασμένη πολιτική έρευνας και ανάπτυξης μπορεί επίσης να συμβάλει σημαντικά στην αύξηση της παραγωγικότητας. Επί του παρόντος οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης της Εσθονίας είναι σχετικά περιορισμένες και τα επίπεδά τους είναι χαμηλότερα από εκείνα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών (0,8% του ΑΕΠ το 2001), ενώ η αναλογία των δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης των επιχειρήσεων είναι η χαμηλότερη μεταξύ όλων των νέων κρατών μελών. Αυτό οφείλεται εν μέρει στους ανεπαρκείς δεσμούς μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρηματικού κόσμου. Στον τομέα αυτό εγκρίθηκε μια νέα στρατηγική που προβλέπει μια σημαντική αύξηση των συνολικών δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη στην περίοδο 2002-2006.

Ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου

Ενώ η απελευθέρωση των βιομηχανιών δικτύου έχει αρχίσει, ο ανταγωνισμός εξακολουθεί να είναι πολύ περιορισμένος στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η Εσθονία διαπραγματεύθηκε μια μακρά μεταβατική περίοδο για την απελευθέρωση του τομέα αυτού, λόγω της εξάρτησής της από τον ασφαλτούχο σχιστόλιθο για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Η αναδιάρθρωση του τομέα του ασφαλτούχου σχιστόλιθου έχει ξεκινήσει, αλλά η πρόοδος στην απελευθέρωση της αγοράς είναι περιορισμένη. Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κυριαρχείται από μια κάθετα ολοκληρωμένη κρατική εταιρεία που ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες στην προσφορά, την παραγωγή, τη μονοπωλιακή μετάδοση και τη διανομή ηλεκτρισμού. Το σημερινό άνοιγμα της αγοράς κατά 10% που ανακοίνωσαν οι αρχές είναι χαμηλότερο από το άνοιγμα της αγοράς στα περισσότερα άλλα νέα κράτη μέλη. Ένα από τα κυριότερα εμπόδια στην ελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού είναι η επιβολή αυστηρών κανόνων για τη χορήγηση από τις αρχές αδειών εισαγωγής. Η εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του ρυθμιστικού φορέα της ενέργειας είναι επίσης σημαντική, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο παραδοσιακός φορέας ηλεκτρισμού της χώρας είναι κρατικός.

Τα προβλήματα είναι λιγότερο έντονα στον τομέα του φυσικού αερίου και των τηλεπικοινωνιών. Η αγορά φυσικού αερίου έχει ιδιωτικοποιηθεί και είναι ανοικτή, με ένα μόνο προμηθευτή. Η αγορά τηλεπικοινωνιών έχει επίσης απελευθερωθεί. Ωστόσο, ενδέχεται να προκύψουν κάποια προβλήματα δεδομένου ότι ο ιδιοκτήτης του δικτύου ασκεί επίσης δραστηριότητες διανομής.

Συστάσεις που απευθύνονται στην Εσθονία

Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που περιγράφονται ανωτέρω απαιτούνται εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) που αναπτύσσονται στο μέρος Ι των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών.

Για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με την εφαρμογή ιδίως κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής, συνιστάται στην Εσθονία:

1. Να εφαρμόσει δημοσιονομική πολιτική σύμφωνη με τις αποφάσεις που θα ληφθούν από το Συμβούλιο κατά την προσεχή διαδικασία δημοσιονομικής εποπτείας (ΓΠ 1). η πολιτική αυτή πρέπει να είναι συνεπής με το στόχο της αποφυγής των προκυκλικών πολιτικών που μπορούν να εντείνουν τις εξωτερικές ανισορροπίες (ΓΠ 2).

Για να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας, συνιστάται στην Εσθονία:

2. Να θεσπίσει πολιτικές που θα δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην επανένταξη των μακροχρόνια ανέργων, ιδίως στις περιφέρειες που έχουν πληγεί περισσότερο από την αναδιάρθρωση της οικονομίας, με την προώθηση της επαγγελματικής κατάρτισης και της δια βίου μάθησης, και να δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύει τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης (ΓΠ 4, 6, 8).

3. Να ενθαρρύνει τους κοινωνικούς εταίρους να εξασφαλίσουν ότι οι μισθολογικές εξελίξεις - συμπεριλαμβανομένων των μεταβολών της νομοθεσίας για τους κατώτατους μισθούς - δεν εμποδίζουν την ανάπτυξη της απασχόλησης και δεν αναστέλλουν την ανάκαμψη της αγοράς εργασίας (ΓΠ 3, και 5).

Για να βελτιωθούν οι συνθήκες που επιτρέπουν την αύξηση της παραγωγικότητας, συνιστάται στην Εσθονία:

4. Να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και του συστήματος επαγγελματικής κατάρτισης προκειμένου να μειωθούν οι αναντιστοιχίες στην αγορά εργασίας (ΓΠ 13).

5. Να εφαρμόσει τη στρατηγική που εγκρίθηκε το 2001 για τις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης και, ιδίως, να προωθήσει τη συμμετοχή του επιχειρηματικού τομέα στις δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη (ΓΠ 13).

Για την ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου:

6. Να απελευθερώσει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, να ενισχύσει την ανεξαρτησία του ρυθμιστικού φορέα και να εξασφαλίσει αποτελεσματικό ανταγωνισμό στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (ΓΠ 9).

19. Ουγγαρία

Μετά από ένα σχετικά υψηλό ρυθμό ανόδου του πραγματικού ΑΕΠ της τάξης του 3,5% το 2002, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2003 επιβραδύνθηκε σε λιγότερο από 3%. Ενώ τη ανεργία είναι μεταξύ των χαμηλότερων στα νέα κράτη μέλη, το ποσοστό συμμετοχής είναι πολύ χαμηλό σε σύγκριση με το μέσο όρο της ΕΕ. Σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας καθιστούν δυσχερή την περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης: πρόκειται ιδίως για την έλλειψη περιφερειακής κινητικότητας, την αναντιστοιχία επαγγελματικών προσόντων και τα αντικίνητρα που δημιουργούν τα συστήματα παροχών. Η επίτευξη υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης απαιτεί την αποκατάσταση και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας σε διατηρήσιμο υψηλό επίπεδο. Συνεπώς, η αποκατάσταση συγκρατημένης εξέλιξης των πραγματικών μισθών και η δημιουργία περιβάλλοντος που να ευνοεί τις επενδύσεις έχει καθοριστική σημασία για μια ισόρροπη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη.

Μετά το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα 9,2% του ΑΕΠ το 2002, ο προσανατολισμός της δημοσιονομικής πολιτικής ήταν περιοριστικός το 2003, αλλά το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθε σε περίπου 5,9% του ΑΕΠ. Η σημαντική υπέρβαση των στόχων για το δημοσιονομικό έλλειμμα τα τελευταία δύο χρόνια συνέβαλε στη διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε περισσότερο από 5,5% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω της αύξησης της κατανάλωσης. Σε συνδυασμό με άλλα προβλήματα στο μίγμα μακροοικονομικών πολιτικών (όπως η σημαντική αύξηση των πραγματικών μισθών, η μεγάλη μεταβλητότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας και τα πολύ υψηλά πραγματικά επιτόκια), αυτό οδήγησε σε γενική απώλεια της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών αγορών και σε επιδείνωση της συνολικής ανταγωνιστικότητας.

Οι πολιτικές στην Ουγγαρία πρέπει να αποσκοπούν στην επίτευξη υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης, ιδίως όσον αφορά την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών. Η Ουγγαρία εφάρμοσε μια σειρά διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και κατόρθωσε να καλύψει σημαντικό μέρος της υστέρησης σε σχέση με την ΕΕ. Ωστόσο, υπάρχουν τομείς οι οποίοι θέτουν νέες προκλήσεις στη χώρα. Η Ουγγαρία πρέπει να θεσπίσει μέτρα για να αυξήσει την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, ενθαρρύνοντας παράλληλα την έρευνα και ανάπτυξη για να αυξήσει την παραγωγικότητα. Ο ανταγωνισμός στις βιομηχανίες δικτύου πρέπει να ενταθεί και η ανεξαρτησία των ρυθμιστικών φορέων να αυξηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η Ουγγαρία πρέπει να αντιμετωπίσει πέντε μεγάλες προκλήσεις:

*Να εξασφαλίσει μια περαιτέρω διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης.

*Να αυξήσει τα ποσοστά απασχόλησης και να αντιμετωπίσει τα διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας.

*Να προωθήσει την ανταγωνιστικότητα κόστους, εφαρμόζοντας πολιτικές που ενθαρρύνουν τη μισθολογική συγκράτηση.

*Να βελτιώσει τις συνθήκες για την αύξηση της παραγωγικότητας.

*Να αναπτύξει αποτελεσματικό ανταγωνισμό στις βιομηχανίες δικτύου.

Εξασφάλιση περαιτέρω διατηρήσιμης μείωσης του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης

Μετά από ένα υψηλό έλλειμμα 9,2% του ΑΕΠ το 2002, η δημοσιονομική πολιτική κατέστη περιοριστική το 2003. Ωστόσο, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης το 2003 ανήλθε στο 5,9% του ΑΕΠ. Ενώ για το 2004 προβλέπεται περαιτέρω μείωση του ελλείμματος, το υψηλό σημείο εκκίνησης δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τα περιθώρια επίτευξης του στόχου για το έτος αυτό. Ενώ αρχικά προβλεπόταν η πραγματοποίηση εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων στα δημόσια οικονομικά, σημαντικός αριθμός δαπανών δεν αναθεωρήθηκαν καθόλου στον προϋπολογισμό του 2004 και φαίνεται ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη στο πρόγραμμα εξυγίανσης. Εν τω μεταξύ, αναμένεται ότι οι εξοικονομήσεις πόρων θα προέλθουν κατά κύριο λόγο από περικοπές τρεχουσών και λειτουργικών δαπανών. Ο προηγούμενος επεκτατικός προσανατολισμός της δημοσιονομικής πολιτικής, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση των πραγματικών μισθών, συνέβαλε στην άνοδο της εγχώριας ζήτησης και σε μια συνεχή διεύρυνση, λόγω της αύξησης της κατανάλωσης, του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο προσεγγίζει το 5,5% του ΑΕΠ. Η μείωση του υψηλού δανεισμού του δημοσίου τομέα έχει επίσης καθοριστική σημασία για τη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η αποταμίευση των νοικοκυριών δεν θα είναι αρκετή για να χρηματοδοτήσει την αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων (περιλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την προσχώρηση στην ΕΕ). Αναμένεται ότι αυτό θα ασκήσει περαιτέρω πίεση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ακόμη και η απλή διατήρηση του σημερινού ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με την παράλληλη πραγματοποίηση επενδύσεων, θα προκαλούσε πρόσθετες πιέσεις στον προϋπολογισμό. Η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αποκατάσταση διατηρήσιμων πολιτικών στην Ουγγαρία.

Αύξηση των ποσοστών απασχόλησης και αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας

Η Ουγγαρία έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας μεταξύ των νέων κρατών μελών (5,8% το 2003). Ωστόσο, το χαμηλό αυτό ποσοστό συνοδεύεται από στασιμότητα του εργατικού δυναμικού και χαμηλό ποσοστό συμμετοχής (59,7% το 2002 στην ομάδα των ατόμων ηλικίας 15-64 ετών) σε σύγκριση με το μέσο όρο της ΕΕ. Συνεπώς, το χαμηλό ποσοστό ανεργίας δεν αντικατοπτρίζει το σημαντικό ποσοστό μη συμμετοχής στην αγορά εργασίας και το υψηλό επίπεδο αεργίας, ιδίως του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας στο τέλος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

Η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται επίσης από διαρθρωτικά προβλήματα. Οι περιφερειακές διαφορές εκδηλώνονται κυρίως με τη μορφή αυξανόμενης αστικοποίηση και διαφοροποίησης του ανατολικού και του δυτικού τμήματος της χώρας, με τη λιγότερο ανεπτυγμένη υποδομή και την υψηλότερη ανεργία στο ανατολικό τμήμα. Η εσωτερική κινητικότητα είναι χαμηλή σε σύγκριση με τα διεθνή επίπεδα, και η στέγαση και οι μεταφορές αποτελούν τα σημαντικότερα εμπόδια. Επιπλέον, σημαντικός αριθμός ανέργων είναι νέοι (το ποσοστό της ανεργίας των νέων είναι 11,4%).

Προώθηση της ανταγωνιστικότητας κόστους με την άσκηση πολιτικών που ευνοούν τη μισθολογική συγκράτηση

Παρά τη μικρή βελτίωση που παρατηρείται από τις αρχές του 2003, η ανταγωνιστικότητα κόστους της Ουγγαρίας επιδεινώθηκε αισθητά στην περίοδο 2000-2002. Η επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας κόστους οφειλόταν εν μέρει στην ταχεία αύξηση των μισθών. Η αύξηση των πραγματικών μισθών υπερέβη την αύξηση της παραγωγικότητας την τελευταία τριετία λόγω της αύξησης των κατώτατων μισθών και των μισθών του δημόσιου τομέα, αλλά και λόγω της υστέρησης της προσαρμογής των επιχειρήσεων στις νέες συνθήκες χαμηλού πληθωρισμού. Παρόλο που η αύξηση των μισθών επιβραδύνθηκε στα τέλη του έτους, οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν κατά 9,2% το 2003 (7,3% στον ιδιωτικό τομέα και 12,7% στο δημόσιο τομέα). Αυτό επηρέασε αρνητικά την ανταγωνιστικότητα κόστους και οδήγησε στη μείωση της απασχόλησης σε ορισμένα τμήματα χαμηλής ειδίκευσης της αγοράς εργασίας. Ενώ η διαδικασία αυτή

συνέβαλε στη μεταβολή της διάρθρωσης της βιομηχανικής παραγωγής προς περισσότερο ειδικευμένη εργασία, η αύξηση του κόστους ανά μονάδα προϊόντος οδήγησε σε επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσης όχι μόνο στις δραστηριότητες υψηλής εντάσεως εργασίας αλλά στο σύνολο της χώρας.

Βελτίωση των συνθηκών για την αύξηση της παραγωγικότητας

Η αύξηση της παραγωγικότητας επιβραδύνθηκε από το 2000, παρόλο που παρέμεινε σε επίπεδο ελαφρά υψηλότερο από τον μέσο όρο των νέων κρατών μελών. Η αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας ανήλθε στο 4,2% το 2000, αλλά το 2003 επιβραδύνθηκε στο 2,4%. Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας ήταν το σχετικά χαμηλά επίπεδο των δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης (0,95% του ΑΕΠ το 2001), η αναποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και η αστάθεια του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Ενώ λήφθηκαν κάποια μέτρα για την βελτίωση της ευελιξίας του εκπαιδευτικού συστήματος ώστε να προσαρμόζεται καλύτερα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη εργαζομένων μεσαίας και υψηλής εξειδίκευσης στην αγορά εργασίας. Ο αριθμός των φοιτητών στα πανεπιστήμια αυξάνεται αλλά πολλοί τερματίζουν τις σπουδές τους προτού λάβουν το πτυχίο τους. Ο αριθμός των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στους επιστημονικούς και τεχνολογικούς κλάδους ανά χιλίους κατοίκους (20-29 ετών) μειώθηκε τα τελευταία χρόνια: το 2001 ήταν 3,7, δηλαδή μια από τις χαμηλότερες αναλογίες στην ΕΕ. Στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης, η εφαρμοσμένη έρευνα παρουσιάζει υστέρηση, εν μέρει λόγω του χαμηλού επιπέδου των δαπανών των επιχειρήσεων για έρευνα και ανάπτυξη και της περιορισμένης συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων και ερευνητικών κέντρων. Οι δημόσιες δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη είναι επίσης σχετικά χαμηλές, όχι μόνο ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά και ως ποσοστό των συνολικών δημοσίων δαπανών (οι δημόσιες δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη αντιπροσώπευαν το 0,9% των συνολικών δημοσίων δαπανών το 2001). Ένας άλλος παράγοντας που ενδέχεται να επηρεάζει αρνητικά την αύξηση της παραγωγικότητας είναι το συχνά μεταβαλλόμενο πολιτικά περιβάλλον. Οι κανονισμοί και οι στρατηγικές της κυβέρνησης μεταβλήθηκαν συχνά στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, περιορίζοντας έτσι την προβλεψιμότητα των πολιτικών και την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και εμποδίζοντας το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου

Ενώ η απελευθέρωση των περισσοτέρων βιομηχανιών δικτύου έχει αρχίσει, ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός παραμένει περιορισμένος στους τομείς αυτούς. Μια από τις πλέον απελευθερωμένες αγορές είναι η αγορά τηλεπικοινωνιών. Ωστόσο, ακόμα και στην αγορά αυτή, ο ανταγωνισμός περιορίζεται από την ισχυρή δεσπόζουσα θέση της πρώην κρατικής επιχείρησης σταθερής τηλεφωνίας και από μια σχεδόν δυοπωλιακή κατάσταση στην αγορά κινητής τηλεφωνίας. Οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου έχουν ανοίξει για τους μεγάλους πελάτες. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες συμφωνίες αγοράς και η περιορισμένες δυνατότητες διασύνδεσης εξακολουθούν να εμποδίζουν τον ανταγωνισμό στην αγορά ηλεκτρισμού. Τέλος, σε ορισμένους από τους τομείς αυτούς, το κράτος έχει διατηρήσει το δικαίωμα να

παρεμβαίνει στις δραστηριότητες των φορέων ρύθμισης των δικτύων. Αυτό ισχύει στην περίπτωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στις οποίες η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις τιμές.

Συστάσεις που απευθύνονται στην Ουγγαρία

Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που περιγράφονται ανωτέρω απαιτούνται εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) που αναπτύσσονται στο μέρος Ι των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών.

Για να εξασφαλισθεί μια περαιτέρω διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης, συνιστάται στην Ουγγαρία:

1. Να μειώσει το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης με τρόπο αξιόπιστο και διατηρήσιμο σε ένα πολυετές πλαίσιο, σύμφωνα με τις αποφάσεις που θα ληφθούν από το Συμβούλιο κατά την προσεχή διαδικασία δημοσιονομικής εποπτείας (ΓΠ 1).

Για να αυξηθούν τα ποσοστά απασχόλησης και να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας, συνιστάται στην Ουγγαρία:

2. Να ενισχύσει την προσφορά εργασίας καταργώντας τα εμπόδια στην περιφερειακή κινητικότητα, με κατάλληλες πολιτικές στέγασης και μεταφορών, και ενθαρρύνοντας τις μειονεκτούσες ομάδες (εθνικές μειονότητες, άτομα με αναπηρία και άστεγοι) να εισέλθουν ή να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας (ΓΠ 7 και 8).

3. Να εξασφαλίσει ότι τα συστήματα φόρων και παροχών στηρίζουν την απασχόληση και παρέχουν κίνητρα για την είσοδο ή την παραμονή στην αγορά εργασίας (αρχή της συμφέρουσας από οικονομική άποψη εργασίας) -μειώνοντας ταυτόχρονα περαιτέρω την υψηλή φορολογική επιβάρυνσης της εργασίας (ΓΠ 4).

Για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα κόστους με πολιτικές που ευνοούν τη μισθολογική συγκράτηση, συνιστάται στην Ουγγαρία:

4. Να ενθαρρύνει τη μεταρρύθμιση της διαδικασίας καθορισμού των μισθών ώστε οι μισθοί να αντικατοπτρίζουν καλύτερα την παραγωγικότητα. Να προωθήσει πολυετείς μισθολογικές συμφωνίες με τους κοινωνικούς εταίρους ώστε η εξέλιξη των πραγματικών μισθών να συμβαδίζει με την αύξηση της παραγωγικότητας (ΓΠ 5).

Για να βελτιωθούν οι συνθήκες για την αύξηση της παραγωγικότητας, συνιστάται στην Ουγγαρία:

5. Να προωθήσει τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην έρευνα και ανάπτυξη και την καινοτομία, να ενισχύσει τους δεσμούς μεταξύ επιχειρήσεων και ερευνητικών κέντρων, να εξασφαλίσει επαρκείς πόρους για τη βελτίωση της ποιότητας της έρευνας και να στηρίξει τη μεταφορά γνώσης μέσω των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΓΠ 13).

6. Να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, να αυξήσει την ευελιξία του ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται καλύτερα στις ανάγκες της αγοράς σε επαγγελματικά προσόντα και να εξασφαλίσει επαρκείς πόρους για την επαγγελματική κατάρτιση και εκπαίδευση (ΓΠ 13).

7. Να εξασφαλίσει τη σταθερότητα της νομοθεσίας και των πολιτικών της κυβέρνησης ώστε να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον που να ευνοεί περισσότερο την επιχειρηματικότητα (ΓΠ 11).

Για την ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου, συνιστάται στην Ουγγαρία:

8. Να απελευθερώσει τις βιομηχανίες δικτύου και να αυξήσει την αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού και την ανεξαρτησία των ρυθμιστικών φορέων των δικτύων (ΓΠ 9).

20. Λετονία

Οι οικονομικές επιδόσεις της Λετονίας τα τελευταία χρόνια ήταν πολύ ικανοποιητικές, παρά την επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος. Αναμένεται ότι η ανάπτυξη του ΑΕΠ θα παραμείνει μεσοπρόθεσμα πλησίον της δυνητικής, με ετήσιους ρυθμούς της τάξης του 5-6%. Η ιδιωτική κατανάλωση και οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ήταν ιδιαίτερα δυναμικές και αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής ανάπτυξης. Παρά την ταχεία πρόοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης, ο πληθωρισμός διατηρήθηκε σε μέτρια επίπεδα τα τελευταία πέντε χρόνια. Αναμένεται ωστόσο ότι κατά το τρέχον έτος ο πληθωρισμός θα είναι σχετικά υψηλός, αλλά ενδέχεται να υποχωρήσει στο 3% το 2006-07. Το εξωτερικό εμπόριο αναπτύχθηκε γρήγορα και δεδομένου ότι οι εισαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε στο 9,1% του ΑΕΠ το 2003 και αναμένεται να παραμείνει μεσοπρόθεσμα στο υψηλό αυτό επίπεδο. Η Λετονία επέτυχε αξιόλογη πρόοδο στην υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια, αλλά αντιμετωπίζει ακόμα προβλήματα, όπως ιδίως η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, που μπορούν να επιβραδύνουν την απορρόφηση των διαρθρωτικών πόρων της ΕΕ. Τα προβλήματα αυτά, εάν δεν επιλυθούν, μπορούν να μειώσουν την ικανότητα της Λετονίας να παραμείνει σε πορεία ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης.

Η ανεργία μειώθηκε αργά και ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τις περιοχές. Η καλή λειτουργία της αγοράς εργασίας εμποδίζεται από σειρά διαρθρωτικών προβλημάτων, όπως η έλλειψη προσαρμοσμένων συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, οι αναντιστοιχίες επαγγελματικών προσόντων και η χαμηλή γεωγραφική κινητικότητα. Ο ανταγωνισμός στις αγορές προϊόντων εντάθηκε μετά την ιδιωτικοποίηση των περισσοτέρων κρατικών επιχειρήσεων, ενώ το επίπεδο των κρατικών ενισχύσεων παραμένει χαμηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ. Τα λίγα προβλήματα ανταγωνισμού που απομένουν αφορούν κυρίως τις βιομηχανίες δικτύου. Παρόλο που η Λετονία επωφελείται από χαμηλό κόστος εργασίας και χαμηλούς φόρους, το επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας εξακολουθεί να προκαλεί σοβαρές ανησυχίες.

Η πτωτική τάση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης ανακόπηκε το 2002, με την αύξηση του ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ από 1,6 % το 2001. Το 2003, τα υψηλότερα των αναμενόμενων φορολογικά έσοδα και η στενή παρακολούθηση των δαπανών από την κυβέρνηση συνέβαλαν στη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης στο 1,8% του ΑΕΠ, ενώ για το 2004 προβλέπεται ότι το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 2% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η δημοσιονομική θέση της Λετονίας εξαρτάται από την τήρηση της δέσμευσης για εξασφάλιση δημοσιονομικής πειθαρχίας. Κατά συνέπεια, η δημοσιονομική πολιτική της Λετονίας χαρακτηρίζεται από έναν προκυκλικό προσανατολισμό. Αφετέρου, το χρέος της γενικής κυβέρνησης παραμένει χαμηλό στο 15,6% του ΑΕΠ.

Οι οικονομικές πολιτικές στη Λετονία πρέπει να αποσκοπούν στην επίτευξη υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης, ιδίως όσον αφορά την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Τόσο η συνέχιση της διαδικασίας εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών όσο και η αντιμετώπιση της ανεπαρκούς χρησιμοποίησης των ανθρώπινων πόρων της χώρας πρέπει να υποστηριχθούν με πολιτικές για τη διατήρηση ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης μεσομακροπρόθεσμα. Αυτό απαιτεί ιδίως την ενίσχυση και διαφοροποίηση της βάσης της αναπτυξιακής διαδικασίας και της απασχόλησης με την προώθηση κατάλληλου επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Επιπλέον, η παραγωγικότητα πρέπει να αυξηθεί και η Λετονία πρέπει να προετοιμαστεί για τη μετάβαση στην οικονομία της γνώσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Λετονία πρέπει να αντιμετωπίσει τέσσερις μεγάλες προκλήσεις:

* Μείωση του μεγάλου ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με την εφαρμογή ιδίως κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής.

*Βελτίωση των συνθηκών για την αύξηση της παραγωγικότητας.

*Αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας.

*Ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου.

Μείωση του μεγάλου ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με την εφαρμογή ιδίως κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής

Η εγχώρια ζήτηση για εισαγόμενα παραμένει ισχυρότερη από την εξωτερική ζήτηση για λετονικά προϊόντα, με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο 9,1% του ΑΕΠ το 2003. Η πρόοδος των εξαγωγών το 2002 και 2003 ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, παρά την παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση. Ωστόσο, οι εισαγωγές αυξήθηκαν με ταχύτερους ρυθμούς από τις εξαγωγές. Αναμένεται ότι τα επόμενα χρόνια το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο, λόγω των ισχυρών και αυξανόμενων επενδυτικών αναγκών καθώς η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται και να αναδιαρθρώνεται. Αυτό θα διευρύνει ακόμα περισσότερο το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Παρόλο που το 2003 οι τιμές των εξαγωγών αυξήθηκαν ταχύτερα από τις τιμές των εισαγόμενων, οι όροι του εμπορίου δεν ακολούθησαν μια σταθερά ευνοϊκή πορεία τα τελευταία χρόνια, εντείνοντας έτσι την αβεβαιότητα για τις δυνητικές μελλοντικές πιέσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η μέτρια πρόοδος της δημοσιονομικής εξυγίανσης ανακόπηκε το 2002 λόγω της χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής, παρά την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη της λετονικής οικονομίας. Εκτιμάται ότι το 2003 το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 1,8% του ΑΕΠ. Αυτό οφείλεται κυρίως στα υψηλότερα των αναμενόμενων φορολογικά έσοδα, χάρη στη βελτίωση της φορολογικής βάσης και στους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τις προβλέψεις. Παρόλο που οι λετονικές αρχές έχουν δεσμευτεί να ισοσκελίσουν τον προϋπολογισμό μεσοπρόθεσμα, ο σημερινός προκυκλικός προσανατολισμός της δημοσιονομικής πολιτικής, σε συνδυασμό με το ταχέως μεταβαλλόμενο πολιτικό σκηνικό και την σχετικά περιορισμένη ικανότητα της κυβέρνησης να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα σε μια περίοδο ταχύρυθμης οικονομικής ανάπτυξης, θέτουν την Λετονία σε δυσχερή θέση όσον αφορά τις δυνατότητες κάλυψης των αναγκαίων μελλοντικών δαπανών. Υπό συνθήκες χαμηλής εξωτερικής ζήτησης και υψηλής εγχώριας ζήτησης, ιδιαίτερες ανησυχίες προκαλούν η απότομη αύξηση των δαπανών στα τέλη του 2002, η ισχυρή πιστωτική επέκταση, παρά την αύξηση των επιτοκίων από την Κεντρική Τράπεζα της Λετονίας το Νοέμβριο του 2003 και εκ νέου το Μάρτιο του 2004, καθώς και η νέα χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής. Η κυριότερη πρόκληση της οικονομικής πολιτικής είναι η αποφυγή μιας προκυκλικής δημοσιονομικής επέκτασης που θα μπορούσε να προκαλέσει την υπερθέρμανση της εγχώριας ζήτησης και να επιδεινώσει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Βελτίωση των συνθηκών για την αύξηση της παραγωγικότητας

Η παραγωγικότητα της εργασίας στη Λετονία είναι η πιο χαμηλή στην ΕΕ (χαμηλότερη από το 40% του μέσου όρου της ΕΕ-15). Στην περίοδο 1995-2003, η παραγωγικότητα αυξήθηκε σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ, με βραδύτερο όμως ρυθμό τα τελευταία χρόνια. Διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν αρνητικά την παραγωγικότητα της Λετονίας. Πρώτον, παρά τις μεταρρυθμίσεις το εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει ακόμα προβλήματα αποτελεσματικότητας, περιεχομένου και εξωτερικών εταιρικών σχέσεων, ενώ οι δεσμοί μεταξύ ανώτατης εκπαίδευσης και βιομηχανίας δεν είναι επαρκώς αναπτυγμένοι. Δεύτερον, παρά τα φορολογικά και τα άλλα έμμεσα μέτρα που λήφθηκαν, οι δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης - και ιδίως η συμμετοχή των επιχειρήσεων σε αυτές - και καινοτομίας φαίνονται περιορισμένες, λόγω της έλλειψης τόσο κρατικών χρηματοδοτήσεων όσο και κρίσιμης μάζας των περισσοτέρων λετονικών επιχειρήσεων για την ανάληψη ερευνητικών δραστηριοτήτων. Την αύξηση της παραγωγικότητας εμποδίζει επίσης το χαμηλό επίπεδο της επιχειρηματικής δραστηριότητας λόγω του σημαντικού διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις

σε τοπικό επίπεδο, των δυσχερειών στην πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις, καθώς και η ανεπαρκής ακόμα επιχειρηματική παράδοση. Παρά το δυναμισμό των επιχειρηματικών επενδύσεων, η αύξηση των επιπέδων παραγωγικότητας εξακολουθεί να εμποδίζεται από την ανεπαρκή κεφαλαιακή βάση και τις σχετικά περιορισμένες υλικοτεχνικές υποδομές. Όλοι αυτοί οι παράγοντες εξηγούν επίσης το γεγονός ότι η Λετονία εξακολουθεί να ειδικεύεται σε τομείς χαμηλής σχετικά τεχνολογίας και σε δραστηριότητες γενικής διαμετακόμισης χωρίς υψηλή προστιθέμενη αξία.

Αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας

Η αγορά εργασίας της Λετονίας χαρακτηρίζεται από σειρά διαρθρωτικών αδυναμιών, με σημαντικότερη τις υψηλές διαφορές στα επίπεδα ανεργίας, αλλά και από υψηλές αναλογίες μακροπρόθεσμα ανέργων και νέων ανέργων. Το 2002, το ποσοστό συμμετοχής ανήλθε στο 68,8% και το ποσοστό απασχόλησης στο 60,5%. Το ποσοστό ανεργίας ανήλθε στο 12,1% στα τέλη του 2002 και μειώθηκε το 2003.

Η καλή λειτουργία της αγοράς εργασίας εμποδίζεται από μια σειρά διαρθρωτικών προβλημάτων. Πρώτον, η ανεπαρκής χρησιμοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί άμεση συνέπεια του μη ευνοϊκού επιχειρηματικού κλίματος. Η Λετονία έχει το χαμηλότερο ποσοστό «start-ups» στην ΕΕ, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη να προωθηθεί η επιχειρηματικότητα και η ανάπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων για να διευρυνθεί η βάση της απασχόλησης. Δεύτερον, η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας είναι υψηλή στη Λετονία και δημιουργεί αντικίνητρα στην εργασία στην επίσημη οικονομία. Επιπλέον, με δεδομένο το χαμηλό επίπεδο των μισθών, ακόμα και μια σχετικά μικρή κοινωνική παροχή καθιστά επαχθή την απόφαση για εργασία ή για επιστροφή στην εργασία και συνεπώς αποθαρρύνει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Τρίτον, το υψηλό ποσοστό ανεργίας αντικατοπτρίζει σε κάποιο βαθμό τις αναντιστοιχίες μεταξύ προσφερόμενων και ζητούμενων επαγγελματικών προσόντων. Επιπλέον, το εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στη ζήτηση για πιο ευέλικτες και σύγχρονες μορφές κατάρτισης. Οι λετονικές αρχές πρότειναν πρόσφατα μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, η οποία αποσκοπεί στην καλύτερη προσαρμογή του στις απαιτήσεις της οικονομίας της αγοράς. Ωστόσο, η εφαρμογή της μεταρρύθμισης ενδέχεται να απαιτήσει σημαντικούς πόρους και χρόνο. Τέλος, οι περιφερειακές αποκλίσεις στην απασχόληση και την ανεργία απορρέουν επίσης από τη χαμηλή γεωγραφική κινητικότητα, η οποία θα μπορούσε να αυξηθεί με βελτιώσεις στις υποδομές των μεταφορών.

Ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου

Η πρόοδος στην απελευθέρωση των βιομηχανιών δικτύου είναι σχετικά πρόσφατη, χάρη στην πλήρη απελευθέρωση της φωνητικής τηλεφωνίας το 2003 και την προοδευτική απελευθέρωση άλλων βιομηχανιών δικτύου ενόψει της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της ΕΕ. Όλες οι βιομηχανίες δικτύου κυριαρχούνται ακόμα από παραδοσιακούς μονοπωλιακούς φορείς - ορισμένοι ιδιωτικοποιούνται σταδιακά - που υπόκεινται σε περιορισμένο ανταγωνισμό και επωφελούνται από την απουσία πραγματικής δυνατότητας επιλογής προμηθευτή. Η έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τεχνικά και πρακτικά εμπόδια εμποδίζουν την ανάπτυξη ανταγωνισμού, όπως στις τηλεπικοινωνίες, στις οποίες παρατηρείται υστέρηση στην αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόγχου, στη δυνατότητα επιλογής φορέα τηλεπικοινωνιών και στη φορητότητα του αριθμού. Σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, η νομική βάση για την ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού δεν υπάρχει ακόμα, όπως ιδίως στον τομέα της ενέργειας. Συμπληρωματική αιτία χαμηλού πραγματικού ανταγωνισμού είναι επίσης η έλλειψη διασύνδεσης. Η Λετονία δεν έχει επαρκώς αναπτυγμένες σιδηροδρομικές συνδέσεις με τις γειτονικές χώρες της Βαλτικής και με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στον τομέα του φυσικού αερίου, η αγορά

της Λετονίας κυριαρχείται ακόμα από πολύ λίγους εισαγωγείς και εξαρτάται εκ των πραγμάτων από την προμήθεια φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Τέλος, οι διασυνοριακές διασυνδέσεις των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας με τις χώρες της Βαλτικής και τα άλλα κράτη μέλη ενδέχεται να αποδειχθούν ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση της ζήτησης σε μακροχρόνια βάση.

Συστάσεις που απευθύνονται στη Λετονία

Για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που περιγράφονται ανωτέρω, απαιτούνται εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) που αναπτύσσονται στο Μέρος Ι των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών.

Για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με την εφαρμογή ιδίως κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής, συνιστάται στη Λετονία:

1. Να επιτύχει διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε πολυετές πλαίσιο, σύμφωνα με τις αποφάσεις που θα λάβει το Συμβούλιο κατά την προσεχή διαδικασία δημοσιονομικής εποπτείας (ΓΠ 1 και 2).

Για να βελτιωθούν οι συνθήκες για την αύξηση της παραγωγικότητας, συνιστάται στη Λετονία:

2. Να αυξήσει την αποτελεσματικότητα, την ποιότητα και τη δυνατότητα πρόσβασης στα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και την ικανότητά των συστημάτων αυτών να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας (ΓΠ 13 και 14).

3. Να ενθαρρύνει τις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης και την καινοτομία, ιδίως στον τομέα των επιχειρήσεων (ΓΠ 13 και 14).

4. Να ενθαρρύνει την ανάπτυξη επιχειρηματικής παράδοσης (ΓΠ 11).

Για να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας, συνιστάται στη Λετονία:

5. Να μεταρρυθμίσει τα συστήματα φόρων και παροχών προκειμένου να βελτιώσει την αμοιβή της εργασίας, αυξάνοντας ιδίως την αποτελεσματικότητα των κοινωνικών δαπανών (ΓΠ 4).

6. Να ενισχύσει την προσφορά εργασίας καταβάλλοντας προσπάθειες για την καλύτερη προσαρμογή των προσόντων του εργατικού δυναμικού στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και διευκολύνοντας την κινητικότητα της εργασίας, με τη βελτίωση ιδίως των υποδομών των μεταφορών (ΓΠ 7 και 13).

Για την ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου, συνιστάται στη Λετονία:

7. Να λάβει νομοθετικά μέτρα για την προώθηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου και να ενισχύσει το ρόλο των ρυθμιστικών αρχών (ΓΠ 9).

8. Να αυξήσει τις φυσικές διασυνδέσεις με άλλα ευρωπαϊκά δίκτυα (ΓΠ 9).

21. Λιθουανία

Παρά την υποτονικότητα του διεθνούς περιβάλλοντος, οι μακροοικονομικές επιδόσεις της Λιθουανίας παρέμειναν, κατά τα δύο τελευταία έτη, ιδιαίτερα ισχυρές. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ ήταν ιδιαίτερα ταχύρρυθμη σημειώνοντας ποσοστό 8,9% το 2003, υποστηριζόμενη κατά κύριο λόγο από δυναμικές επενδύσεις και από την ιδιωτική κατανάλωση, παρόλο που και η αύξηση των εξαγωγών παρέμεινε ζωηρή. Σημειώθηκε πτώση στα επίπεδα τιμών, οφειλόμενη σε μια μεγάλη ονομαστική πραγματική ανατίμηση του νομίσματος (lita), σε συνδυασμό με σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας, που μετρίασαν την επίπτωση από τις μισθολογικές αυξήσεις. Η πτώση αυτή (μετρούμενη σε ΕνΔΤΚ) ανήλθε σε 1,1% το 2003. Η ισχυρή οικονομική μεγέθυνση είχε θετικό αντίκτυπο στην αγορά εργασίας, αν και η υψηλή ανεργία παραμένει ως η κυριότερη αδυναμία της λιθουανικής οικονομίας.

Η τάση για μείωση του ελλείμματος γενικής κυβέρνησης, που ξεκίνησε το 2000, διακόπηκε το 2003, όταν το έλλειμμα εμφάνισε μικρή αύξηση στο 1,7% του ΑΕΠ, από το 1,4% του 2002. Σημαντικές αυξήσεις, τόσο στις τρέχουσες όσο και στις κεφαλαιουχικές δαπάνες, εν μέρει συνδεόμενες με τις δαπάνες τις συναφείς με την ένταξη στην ΕΕ, έχουν εγκριθεί στα πλαίσια του προϋπολογισμού 2004 και αναμένεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω αύξηση του ελλείμματος. Πάντως, το 2005 αναμένεται να σημειωθεί νέα τροπή προς τη δημοσιονομική εξυγίανση. Τα μέτρια δημοσιονομικά ελλείμματα των παρελθόντων ετών συνέβαλαν ώστε τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών πληρωμών να παραμένουν σε ανεκτά επίπεδα, ελλείμματα που σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτήθηκαν από ξένες άμεσες επενδύσεις. Το καθεστώς νομισματικού συμβουλίου απεδείχθη ότι αποτελεί επιτυχή παράγοντα ονομαστικής εξισορρόπησης της νομισματικής πολιτικής, συμβάλλοντας στη μακροοικονομική σταθερότητα και σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά πληθωρισμού. Η ενισχυμένη μακροοικονομική σταθερότητα έδωσε τα περιθώρια για μια φθίνουσα πορεία των επιτοκίων τα τελευταία δύο χρόνια, συμβάλλοντας σε υψηλή αύξηση της εγχώριας πίστης και κατά συνέπεια σε ταχύρρυθμη αύξηση των επενδύσεων και της κατανάλωσης.

Οι ασκούμενες στη Λιθουανία πολιτικές πρέπει να αποσκοπούν στην επίτευξη μιας υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης. Η αγορά εργασίας είναι πρόξενος ανησυχιών. Η μείωση των υψηλών ποσοστών ανεργίας και η περαιτέρω εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών θα αποτελέσουν κρίσιμο παράγοντα ενίσχυσης, μεσοπρόθεσμα, της μακροοικονομικής σταθερότητας. Η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της Λιθουανίας θα είναι καθοριστικής σημασίας για την ταχεία και διαρκή σύγκλιση με τις οικονομίες της ΕΕ. Περαιτέρω διαρθρωτικές αλλαγές θα είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της τρέχουσας τάσης αύξησης της παραγωγικότητας, η οποία είναι απαραίτητη για να γεφυρωθεί το μεγάλο χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ Λιθουανίας και του μέσου όρου της ΕΕ. Από την άποψη αυτή, η προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος προς τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και η ανάπτυξη Ε&Α και καινοτομιών αποτελούν αναγκαία στοιχεία για να διευκολυνθεί η απαραίτητη πρόοδος προς τη μετάβαση σε μια οικονομία βασιζόμενη στις γνώσεις. Βάσει των ανωτέρω, η Λιθουανία πρέπει να αντιμετωπίσει τέσσερις σημαντικές προκλήσεις:

*Να δοθούν λύσεις στα διαρθρωτικά προβλήματα της αγοράς εργασίας.

*Να διατηρηθούν σε χαμηλά επίπεδα τα ελλείμματα γενικής κυβέρνησης.

*Να βελτιωθούν οι συνθήκες για την αύξηση της παραγωγικότητας.

*Να αναπτυχθεί πραγματικός ανταγωνισμός στις βιομηχανίες δικτύου.

Αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας

Παρά την ορατή βελτίωση που σημειώθηκε στην αγορά εργασίας τα τελευταία δύο έτη, το ποσοστό ανεργίας παρέμεινε υψηλό, στο 12,7% το 2003, και δεν έχουν εξαλειφθεί οι κυριότερες διαρθρωτικές αδυναμίες. Οι μεγάλες περιφερειακές ανισότητες είναι οφθαλμοφανείς, ενώ αρκετές περιφέρειες σημειώνουν ποσοστά ανεργίας γύρω στο 20%. Η ανεργία των νέων παρέμεινε υψηλή σε ποσοστό 23% το 2002, ενώ το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας ανήλθε στο 7%. Ο χαμηλής παραγωγικότητας γεωργικός τομέας απασχολεί κοντά στο 17% του δυναμικού, τομέας στον οποίο αναμένεται να σημειωθούν απώλειες θέσεων απασχόλησης που θα ασκήσουν ανοδικές πιέσεις στην ανεργία κατά τα επόμενα έτη.

Οι κυριότερες διαρθρωτικές ανεπάρκειες της αγοράς εργασίας σχετίζονται με την περιορισμένη επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, τις αναντιστοιχίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης δεξιοτήτων, και τις δυσλειτουργίες του εκπαιδευτικού συστήματος. Παρά το γεγονός ότι έχει υψηλά ποσοστά ανώτερης εκπαίδευσης, τα επαγγελματικά προσόντα του εργατικού δυναμικού της Λιθουανίας είναι συχνά εξειδικευμένα σε πεδία που δεν ανταποκρίνονται σωστά στη σημερινή ζήτηση δεξιοτήτων. Εμφανίζονται ελλείψεις ανθρώπινων πόρων στα πεδία των τεχνολογιών πληροφορικής, του μάντατζμεντ και αρκετών κατηγοριών μηχανολόγων. Η σύσφιξη των δεσμών μεταξύ των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων αφενός και των επιχειρήσεων αφετέρου θα βοηθήσει για την καλύτερη προσαρμογή της επαγγελματικής κατάρτισης και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις σημερινές ανάγκες. Ταυτόχρονα, οι δραστηριότητες δια βίου μάθησης, οι οποίες είναι ουσιώδεις για την αύξηση της ικανότητας του εργατικού δυναμικού να προσαρμόζεται στις μελλοντικές απαιτήσεις, σήμερα τοποθετούνται σε ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των υπό ένταξη χωρών. Περαιτέρω προσπάθειες για τη βελτίωση της ποιότητας και την παροχή επαγγελματικής κατάρτισης θα είναι ευεργετικές, ιδιαίτερα στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες. Το υψηλό ποσοστό ανέργων με ισχνά προσόντα απαιτεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις δράσεις κατάρτισης αυτής της κατηγορίας εργαζομένων. Η βελτίωση των εκπαιδευτικών υποδομών, ειδικότερα στις φτωχότερες περιφέρειες, θα συμβάλλει στην αποκατάσταση ενός καλύτερου πλαισίου συνθηκών για την προσέλκυση επενδύσεων και στην αύξηση της ικανότητας και της διάθεσης του εργατικού δυναμικού για κινητοποίηση. Οι περαιτέρω προσπάθειες για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος θα βοηθήσει να δημιουργηθούν θέσεις απασχόλησης και να αντισταθμιστούν οι απώλειες θέσεων που θα προκύψουν από τη βιομηχανική και τη γεωργική αναδιάρθρωση. Το σύστημα επιδομάτων ανεργίας πρέπει να τεθεί σε σωστή τροχιά: τα ποσοστά των επιδομάτων ανεργίας δεν συνδέονται με τους προηγούμενους μισθούς, η ασφαλιστική κάλυψη δεν είναι σαφώς προσδιορισμένη στα πλαίσια της νομοθεσίας, και οι σχέσεις μεταξύ των εισφορών και των επιδομάτων του συστήματος ασφάλισης ανεργίας είναι ασαφείς.

Διατήρηση των ελλειμμάτων γενικής κυβέρνησης σε χαμηλά επίπεδα

Οι αρχές της χώρας έχουν τηρήσει τα σχέδιά τους για δημοσιονομική εξυγίανση, με αποτέλεσμα να μειωθεί το έλλειμμα γενικής κυβέρνησης από 5,7% του ΑΕΠ το 1999 στο 1,4% το 2002. Εντούτοις, το 2003 σημειώθηκε αναστροφή της φθίνουσας τάσης του ελλείμματος, το οποίο αυξήθηκε ελαφρά στο 1,7%. Η κυβέρνηση βασιζόμενη σε υψηλότερα από τα αναμενόμενα έσοδα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2003, αποφάσισε να κατανείμει πρόσθετες δαπάνες μέσω συμπληρωματικού προϋπολογισμού, τον Ιούλιο του 2003. Οι τροποποιήσεις αυτές οδήγησαν σε σημαντικές αυξήσεις των τρεχουσών δαπανών, οι οποίες απέτρεψαν την περαιτέρω μείωση του ελλείμματος το 2003, ιδίως υπό τη μορφή αποζημιώσεων για την

απώλεια αποταμιεύσεων σε ρούβλια [8] (περί το 0,4% του ΑΕΠ) και γεωργικών επιδοτήσεων (0,2% του ΑΕΠ). Ο προϋπολογισμός του 2004 προβλέπει περαιτέρω αύξηση του ελλείμματος, οφειλόμενη σε μεγάλο βαθμό στην απότομη αύξηση των δημοσίων επενδύσεων και σε υψηλότερες δαπάνες για την εξυπηρέτηση του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων και για μισθούς του δημοσίου τομέα, καθώς και σημαντικά μεταβατικά έξοδα από τη μεταρρύθμιση των συντάξεων. Οι πιέσεις από δαπάνες οι οποίες απορρέουν από τις υψηλές επενδυτικές ανάγκες και τις μεγάλου μεγέθους δημοσιονομικές υποχρεώσεις και απρόβλεπτα, υποδεικνύουν ορισμένο κίνδυνο για την μεσοπρόθεσμη εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.

[8] Η κυβέρνηση ανέλαβε τη δέσμευση να αποζημιώσει τους πολίτες για την απώλεια αποταμιεύσεων σε ρούβλια κατά τα πρώτα έτη της μετάβασης, όπως και να αποδώσει τα δικαιώματα κυριότητας ή να καταβάλει χρηματικές αποζημιώσεις για ακίνητη περιουσία που κατασχέθηκε τον καιρό του σοβιετικού καθεστώτος. Τα ποσά που εκκρεμούσαν προς πληρωμή ανέρχονταν, στο τέλος του 2003, στο 6,7% περίπου του ΑΕγχΠ.

Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για τη βελτίωση του φορολογικού συστήματος, υπάρχει ακόμη μεγάλο περιθώριο βελτίωσης όσον αφορά την αποδοτικότητα της είσπραξης φόρων. Τα έσοδα του δημοσίου, ως ποσοστό του ΑΕΠ, έχουν μειωθεί από το 38,1% το 1998 στο 33,8% το 2002, ενώ οι δαπάνες έχουν χονδρικά παραμείνει σταθερές. Πρόσθετες δαπάνες, μη προβλεπόμενες από το δημοσιονομικό προγραμματισμό, κατανέμονται συχνά στη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του έτους, πράγμα που εμποδίζει την ταχύτερη εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Με την τήρηση μιας προκυκλικής φορολογικής πολιτικής θα μπορούσαν να προκύψουν ορισμένοι κίνδυνοι, καθώς θα εντείνονται οι πρόσθετες πιέσεις για δημόσιες δαπάνες. Παρά το γεγονός ότι τα χαμηλά δημοσιονομικά ελλείμματα συνέβαλαν στην ελάφρυνση των πιέσεων στο λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών κατά τα τελευταία έτη, η φορολογική πολιτική ενδεχομένως θα χρειαστεί να λειτουργήσει προς την κατεύθυνση μετριασμού της πιθανής επιδείνωσης του ισοζυγίου αποταμίευσης-επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα, επιδείνωσης που μπορεί να ενισχυθεί από την τρέχουσα δυναμική ταχύρρυθμης αύξησης της πίστης.

Βελτίωση των συνθηκών για την αύξηση της παραγωγικότητας

Η Λιθουανία παρουσίασε, μετά τη ρωσική κρίση του 1999, υψηλή αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά το επίπεδο της παραγωγικότητας είναι ακόμη ιδιαίτερα χαμηλό, στο 42% του μέσου όρου της ΕΕ 15. Επίσης, η πρόσφατη υψηλή αύξηση της παραγωγικότητας φαίνεται ότι εν μέρει οφειλόταν στα άπαξ παρουσιαζόμενα αποτελέσματα από τη βελτιωμένη αξιοποίηση του δυναμικού των υπαρχόντων πόρων. Με επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο 39% του μέσου όρου της ΕΕ 15 για το 2002, και για να μειωθεί το εισοδηματικό χάσμα με την ΕΕ, είναι απαραίτητη μια υψηλή και διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας. Από την άποψη αυτή, οι ανεπάρκειες του εκπαιδευτικού συστήματος και το χαμηλό επίπεδο Ε&Α και καινοτομίας, αποτελούν μειονέκτημα.

Κατά πρώτον, παρά τις υψηλές δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση και παρά τον υψηλό αριθμό πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων που αποκτήθηκαν στα πλαίσια των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης αφενός, και των αναγκών που παρουσιάζει ο τομέας των επιχειρήσεων αφετέρου, όπως περιγράφεται ανωτέρω στην πρώτη σημαντική πρόκληση. Η κυβέρνηση επεξεργάζεται ένα πρόγραμμα για την εφαρμογή εκπαιδευτικής στρατηγικής που εκτείνεται μέχρι το 2012, αλλά περαιτέρω προσπάθειες θα καταστούν ενδεχομένως αναγκαίες για την προσαρμογή των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης στις μελλοντικές ανάγκες, καθώς θα αναπτύσσεται η οικονομική διάρθρωση της χώρας. Δεύτερον, ένα μεγάλο μέρος της σημερινής οικονομικής διάρθρωσης βασίζεται σε δραστηριότητες χαμηλής τεχνολογίας. Μια μεταβολή στη διάρθρωση θα απαιτήσει υψηλότερη Ε&Α και περισσότερη καινοτομία, που σήμερα τοποθετούνται μεταξύ των χαμηλότερων στα νέα κράτη μέλη. Η διατήρηση υψηλών επιπέδων ξένων άμεσων επενδύσεων (ΑΞΕ) θα μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης, με την μεταφορά γνώσεων, και να συμβάλει έτσι σε ταχύτερες διαρθρωτικές μεταβολές στην οικονομία,

προς τομείς υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και προς βελτιωμένη παραγωγικότητα. Η περαιτέρω ανάπτυξη των υλικών υποδομών θα μπορεί επίσης να συμβάλει στη διατήρηση της υψηλής αύξησης της παραγωγικότητας. Οι δαπάνες για τεχνολογίες πληροφορικής έχουν σημειώσει μικρή αύξηση, ξεκινώντας από ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο, και η μικρή διείσδυση των τεχνολογιών αυτών μπορεί να αποτελεί εμπόδιο για τη βελτίωση της παραγωγικότητας.

Ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου

Παρά την έλευθέρωση στις περισσότερες βιομηχανίες δικτύου, ο πραγματικός ανταγωνισμός παραμένει χαμηλός σε όλες, εκτός από την κινητή τηλεφωνία και τις οδικές μεταφορές. Η αγορά σταθερής τηλεφωνίας ελευθερώθηκε πλήρως τον Ιανουάριο του 2003, αλλά ο πρώην μονοπωλιακός φορέας παραμένει ο μόνος της αγοράς. Ο ρυθμιστικός φορέας της αγοράς τηλεφωνίας δεν φαίνεται να διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να προωθήσει αποτελεσματικά τον ανταγωνισμό. Η εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στο άνοιγμα της αγοράς σιδηροδρόμων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και η σχετική υποδομή είναι ανεπαρκώς αναπτυγμένη, και ειδικά οι διασυνδέσεις με την Πολωνία.

Το άνοιγμα των αγορών ενέργειας οδήγησε σε ορισμένα ορατά οφέλη για τους καταναλωτές, ενώ εξακολουθούν να επικρατούν υψηλά ποσοστά συγκέντρωσης, τόσο στον εφοδιασμό όσο και στη διανομή. Η αγορά ηλεκτρισμού άνοιξε για τους μεγάλους καταναλωτές (πελάτες) τον Ιανουάριο του 2002, σε ποσοστό που αντιστοιχεί προς το ένα τέταρτο της κατανάλωσης ηλεκτρισμού. Η περαιτέρω ελευθέρωση προβλέπεται σταδιακή, ενώ υλοποιείται τώρα η ιδιωτικοποίηση των διανομέων ηλεκτρισμού. Πάντως, ποσοστό περί το 80% όλης της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από ένα πυρηνικό σταθμό, η δε απουσία δυνατοτήτων διασύνδεσης με τις άλλες υπό ένταξη χώρες εμποδίζει την ενσωμάτωση στην αγορά ηλεκτρισμού της ΕΕ. Επίσης, η αγορά φυσικού αερίου έχει ελευθερωθεί για τους μεγάλους πελάτες, σε ποσοστό που αντιστοιχεί στο 80% της κατανάλωσης. Ωστόσο, υπάρχουν στην αγορά λίγοι ακόμη ανεξάρτητοι φορείς, ενώ δεν υπάρχει διασύνδεση με το δυτικοευρωπαϊκό δίκτυο φυσικού αερίου.

Συστάσεις που απευθύνονται στη Λιθουανία

Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που περιγράφονται ανωτέρω απαιτούνται εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) που περιγράφονται στο Μέρος Ι των Γενικών Προσανατολισμών των Οικονομικών Πολιτικών.

Για να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας, συνιστάται στη Λιθουανία:

1. Να ενισχύσει την περιφερειακή κινητικότητα και να μειώσει τις αναντιστοιχίες δεξιοτήτων, διασφαλίζοντας παράλληλα την αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, λαμβάνοντας μέτρα επανεκπαίδευσης και εφαρμόζοντας άλλες δραστήριες πολιτικές στην αγορά εργασίας (ΓΠ 4, 7 και 8).

2. Να βελτιώσει τα συνδυαστικά αποτελέσματα παροχής κινήτρων στους τομείς φόρων και παροχών (ΓΠ 4).

Προκειμένου να διατηρηθούν χαμηλά τα ελλείμματα του δημόσιου τομέα, συνιστάται ιδιαίτερα στη Λιθουανία:

3. Να συνεχίσει με χαμηλά δημοσιονομικά ελλείμματα κατά τρόπο πάγιο και αξιόπιστο, εντός πολυετών πλαισίων, ευθυγραμμιζόμενη με τις αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν από το Συμβούλιο στο πλαίσιο της προσεχούς δημοσιονομικής εποπτείας (ΓΠ 1).

4. Να αποφύγει τις ευνοϊκές για την κυκλικότητα φορολογικές πολιτικές, οι οποίες εμποδίζουν την περαιτέρω μείωση του ελλείμματος γενικής κυβέρνησης, και ειδικότερα αποφεύγοντας τις δημοσιονομικές τροποποιήσεις με τις οποίες, εν όψει υψηλοτέρων από τα προσδοκώμενα εισοδημάτων, προβλέπουν κατανομή πρόσθετων δαπανών (ΓΠ 2).

Για να βελτιωθούν οι συνθήκες προς μια αυξημένη παραγωγικότητα, συνιστάται στη Λιθουανία:

5. Να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, και το βαθμό ανταπόκρισής τους στις ανάγκες της αγοράς εργασίας (ΓΠ 13).

6. Να προωθήσει την Ε&Α και την καινοτομία, να ενισχύσει τους δεσμούς μεταξύ των ερευνητικών ιδρυμάτων και του τομέα των επιχειρήσεων, και να βοηθήσει την μεταφορά γνώσεων με ξένες άμεσες επενδύσεις και υψηλότερη διείσδυση της ΤΠ (ΓΠ 13).

Με στόχο να αναπτυχθεί αποτελεσματικός ανταγωνισμός στις βιομηχανίες δικτύου, συνιστάται στη Λιθουανία:

7. Να συνεχίσει τα μέτρα ελευθέρωσης και να επιβάλλει αποτελεσματικό ανταγωνισμό στις αγορές ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και σιδηροδρόμων (ΓΠ 9).

8. Να δημιουργήσει και να βελτιώσει τις ικανότητες διασύνδεσης με τα γειτονικά κράτη μέλη της ΕΕ (ΓΠ 9).

22. Μάλτα

Το συνεχιζόμενο άνοιγμα της οικονομίας της Μάλτας, η μεγάλη εξάρτησή της από τα έσοδα από τον τουρισμό και το μικρό μέγεθός της, την καθιστούν ολοένα πιο ευάλωτη στις εξωτερικές οικονομικές και γεωπολιτικές διαταραχές. Λόγω του δυσχερούς διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος των δύο τελευταίων ετών και της αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα, η οικονομική ανάπτυξη συνεχίστηκε με μέτριους ρυθμούς και τροφοδοτήθηκε κυρίως από το δυναμισμό της δημόσιας κατανάλωσης. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ παραμένει επί του παρόντος πολύ βραδύτερη από το εκτιμώμενο δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης.

Παρά τη βραδεία οικονομική ανάπτυξη, η ανεργία δεν αυξήθηκε σημαντικά στην περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου του προηγούμενου έτους (5,7% τον Οκτώβριο 2003), παρόλο που τους επόμενους μήνες αναμένεται κάποια επιδείνωση λόγω των αναδιαρθρώσεων στη ναυπηγική βιομηχανία και στους τομείς της μεταποίησης και του τουρισμού. Η γενική πρόοδος στην ενσωμάτωση του κοινοτικού κεκτημένου δεν συνοδεύτηκε από καθοριστικής σημασίας μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο της προσχώρησης στην ΕΕ το Μάιο του 2004. Η αναβολή της αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα, της μείωσης των κρατικών ενισχύσεων και των επιχορηγήσεων και της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος και του συστήματος υγείας επηρέασε αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και τα δημόσια οικονομικά. Το συγκριτικά χαμηλό ποσοστό απασχόλησης, ιδίως των γυναικών, εξακολουθεί να δημιουργεί ανησυχίες. Σε ένα πλαίσιο ανεπαρκών προσπαθειών για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, οι χαμηλότεροι των αναμενόμενων ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ το 2003 και οι αυξανόμενες δημόσιες δαπάνες επιδείνωσαν ακόμα περισσότερο το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, εντείνοντας τις πιέσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Οι πολιτικές στη Μάλτα πρέπει να επιδιώξουν την επίτευξη υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης, ιδίως όσον αφορά την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Με βάση το στόχο αυτό, πρέπει να δοθεί νέα ώθηση στη μεταρρύθμιση των συστημάτων συντάξεων και υγείας. Παρά κάποια πρόοδο, ο ανταγωνισμός σε ορισμένους τομείς παραμένει ανεπαρκής και οι προσπάθειες ιδιωτικοποίησης πρέπει να συνεχιστούν. Στο πλαίσιο αυτό, η Μάλτα αντιμετωπίζει τρεις μεγάλες προκλήσεις:

*Εξασφάλιση διατηρήσιμης μείωσης του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και μακροχρόνιας διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών.

*Αύξηση των ποσοστών απασχόλησης, ιδίως των γυναικών.

*Προώθηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της μικρής εσωτερικής οικονομίας της χώρας.

Εξασφάλιση διατηρήσιμης μείωσης του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και μακροχρόνιας διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών

Για να αντιμετωπίσει το υψηλό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, το οποίο ανήλθε στο 9,7% του ΑΕΠ το 2003, η κυβέρνηση σχεδιάζει να εφαρμόσει μια σειρά μέτρων και να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού είσπραξης των φόρων. Πρέπει ιδίως να σημειωθεί ότι τα μη φορολογικά έσοδα αναμένεται να αυξηθούν ταχύτερα από τα φορολογικά. Αυτό οφείλεται κυρίως στα έσοδα που προέρχονται από το καθεστώς διεθνούς ταξινόμησης και στις δημοσιονομικές αντισταθμίσεις της ΕΕ στο πλαίσιο του πακέτου

της Κοπεγχάγης. Όσον αφορά την άμεση φορολογία, σχεδιάζονται ορισμένες μειώσεις λόγω της μετάβασης στο σύστημα πέντε φορολογικών κλιμακίων (έναντι τριών μέχρι σήμερα) και της αύξησης του αφορολόγητου εισοδήματος.

Από την πλευρά των δαπανών, οι σημαντικές εκταμιεύσεις για τους μισθούς των απασχολούμενων στο δημόσιο τομέα, τις συντάξεις και τις δαπάνες για υγεία αποτελούν απειλή για τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Όσον αφορά τις τρέχουσες δαπάνες, είναι επιθυμητή η ενίσχυση του ελέγχου των κονδυλίων για κοινωνικές παροχές και για άλλα προγράμματα κοινωνικής προνοίας, σε συνδυασμό με τη μείωση των επιχορηγήσεων. Λαμβανομένων ωστόσο υπόψη των ακόμα σημαντικών αναγκών για τον εκσυγχρονισμό και την κατασκευή νέων υποδομών, είναι πιθανό ότι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες θα διατηρήσουν σε υψηλό επίπεδο (στο 50% περίπου του ΑΕΠ) τις συνολικές δαπάνες, οι οποίες προβλέπεται όμως ότι θα μειωθούν το 2006 (στο 46,6% του ΑΕΠ).

Η γήρανση του πληθυσμού αντιπροσωπεύει ουσιαστικό κίνδυνο για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, ιδίως λόγω του σχετικά υψηλού επιπέδου του δημόσιου χρέους. Η αναμενόμενη ταχεία αύξηση του δείκτη εξάρτησης των ηλικιωμένων από το 2000 έως το 2050 (από 18% σε 38,6%) θα ασκήσει στο μέλλον σημαντικές πιέσεις στα δημόσια οικονομικά. Η μεταρρύθμιση του πρώτου πυλώνα του συνταξιοδοτικού συστήματος έχει ήδη προγραμματιστεί, αλλά υπάρχει κάποια αβεβαιότητα ως προς το χρόνο εφαρμογής της.

Το υψηλό επίπεδο των εκκρεμών κρατικών εγγυήσεων (22% του ΑΕΠ το 2002) αποτελεί μια απειλή για τη δημοσιονομική θέση της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να περιορίσει την παροχή νέων εγγυήσεων στο μέλλον (προκειμένου να μειωθεί το υπόλοιπό τους στο 15% του ΑΕΠ το 2006), μέσω της αυστηρότερης εφαρμογής των δημοσιονομικών κανόνων έκδοσης των εγγυήσεων. Αυτό θα διευκολύνει την επίτευξη της προγραμματισθείσας μεσοπρόθεσμης μείωσης του επιπέδου των έμμεσων ενδεχόμενων υποχρεώσεων και θα περιορίσει την έκθεση σε κινδύνους από την έκδοση «letters of comfort» ή πιστωτικών διευκολύνσεων. Συνολικά, το ακαθάριστο δημόσιο χρέος ανερχόταν το 2003 στο 72% του ΑΕΠ.

Αύξηση των ποσοστών απασχόλησης, ιδίως των γυναικών

Φαίνεται ότι η αγορά εργασίας της Μάλτας διαθέτει επαρκή ευελιξία που της επιτρέπει να προσαρμόζεται στις οικονομικές διαταραχές χωρίς μακρές περιόδους υψηλής ανεργίας. Ωστόσο, το Σεπτέμβριο του 2003, το ποσοστό απασχόλησης (53,7%) ήταν χαμηλό σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ, κυρίως λόγω του πολύ χαμηλού ποσοστού απασχόλησης των γυναικών (33,1%), δεδομένου ότι το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες (74,2%) ήταν υψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ. Η αύξηση της συνολικής απασχόλησης και της απασχόλησης των γυναικών έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διεύρυνση της βάσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, λαμβανομένης υπόψη της γήρανσης του πληθυσμού. Για το σκοπό αυτό λήφθηκαν πρόσφατα μέτρα για την ενθάρρυνση της συμμετοχής των γυναικών.

Έχοντας επίγνωση της σημασίας που έχει η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών υπό συνθήκες μείωσης της γεννητικότητας και γήρανσης του πληθυσμού, η κυβέρνηση έλαβε πρωτοβουλίες για το σκοπό αυτό στο πλαίσιο του νόμου για την απασχόληση και τις εργασιακές σχέσεις, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το Δεκέμβριο του 2002 και συμπληρώθηκε με οκτώ διατάγματα (από τα οποία το ένα αφορά την εφαρμογή του κανονισμού περί γονικής άδειας). Οι άλλες πρωτοβουλίες στον τομέα αυτό αφορούν τη φύλαξη των παιδιών, την ισότητα των φύλων και την ισότητα ανδρών και γυναικών στο δημόσιο τομέα. Επιπλέον, η ολοκλήρωση της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης και η μείωση του αριθμού των απασχολούμενων στο δημόσιο τομέα

μπορούν να συμβάλουν στην πιο αποτελεσματική κατανομή των πόρων προς όφελος του ιδιωτικού τομέα και να προωθήσουν την οικονομική αποτελεσματικότητα και την απασχόληση.

Η υψηλή φορολογία των μισθών στρεβλώνει τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά εργασίας, ενώ εκτρέπει τη δραστηριότητα προς την άτυπη οικονομία. Η διαφορά μεταξύ κατώτατου μισθού και επιδόματος ανεργίας, ιδίως για τις πολυμελείς οικογένειες, παραμένει πολύ μικρή και μειώνει τα κίνητρα για εργασία. Πρέπει επίσης να περιοριστεί η χρησιμοποίηση των καθεστώτων πρόωρης συνταξιοδότησης ως μέσο για την αναδιάρθρωση οντοτήτων του δημόσιου τομέα και οι προσπάθειες πρέπει να αναπροσανατολιστούν προς τη συνεχή κατάρτιση. Ο νόμος για την απασχόληση και τις εργασιακές σχέσεις ρυθμίζει επίσης την εργασία με μερική απασχόληση και τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προκειμένου να αυξηθεί η ευελιξία στην αγορά εργασίας. Οι δραστηριότητες επαγγελματικής κατάρτισης αναπτύχθηκαν από το 2001, δηλαδή μετά τη δημιουργία του Malta College for Arts, Science and Technology, παρόλο που πρέπει να καταβληθούν νέες προσπάθειες για τη βελτίωση του ποσοστού επιτυχίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και για τη μείωση του αριθμού των πρόωρα αποχωρούντων από το σχολείο. Το 2003 δημιουργήθηκαν τρία νέα ινστιτούτα για τους μηχανολόγους και τους μηχανικούς, τις αγροτικές επιχειρήσεις και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Πρέπει να σημειωθεί επίσης το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο επιτυχίας στον πρώτο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και, αντίθετα, το πολύ χαμηλό ποσοστό επιτυχίας στο δεύτερο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Προώθηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της μικρής εσωτερικής αγοράς της χώρας

Έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πολλές μεταρρυθμίσεις για την αύξηση του ανταγωνισμού στην οικονομία της Μάλτας. Στις βιομηχανίες δικτύου, ο τομέας των τηλεπικοινωνιών έχει απελευθερωθεί και το άνοιγμα του τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών έχει αρχίσει. Στις αεροπορικές μεταφορές, το μονοπώλιο των υπηρεσιών εδάφους καταργήθηκε μετά από διεθνή διαδικασία υποβολής προσφορών. Στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών πρέπει να ολοκληρωθεί το κοινοτικό κεκτημένο. Σε ορισμένους τομείς της οικονομίας ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος, όπως ιδίως στους τομείς της επεξεργασίας του σίτου και των σιτηρών και των ναυπηγικών εργασιών, στους οποίους οι κρατικές ενισχύσεις πρέπει να μειωθούν παράλληλα με τη διαδικασία αναδιάρθρωσης.

Συστάσεις που απευθύνονται στη Μάλτα

Για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που περιγράφονται ανωτέρω απαιτούνται εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) που αναπτύσσονται στο Μέρος Ι των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών.

Για να εξασφαλιστεί μια διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και η μακροχρόνια διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών, συνιστάται στη Μάλτα:

1. Να επιτύχει αξιόπιστη και διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε ένα πολυετές πλαίσιο, σύμφωνα με τις αποφάσεις που θα λάβει το Συμβούλιο κατά τη διαδικασία δημοσιονομικής εποπτείας (ΓΠ 1).

Για να αυξηθούν τα ποσοστά απασχόλησης, ιδίως των γυναικών, συνιστάται στη Μάλτα:

2. Να εξορθολογίσει την αλληλεπίδραση των συστημάτων φόρων και κοινωνικών παροχών ώστε να ενισχύσει τα κίνητρα για εργασία και να καταστήσει πιο ελκυστική την εργασία μειώνοντας τη φορολογία της (ΓΠ 4).

3. Να βελτιώσει την ποιότητα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης (ΓΠ 8).

4. Να ενισχύσει τη συνεχή κατάρτιση του εργατικού δυναμικού προκειμένου να αυξήσει την ικανότητα προσαρμογής του σε περίπτωση απώλειας της εργασίας και να διευκολύνει την επιστροφή στην εργασία των γυναικών μέσης ηλικίας (ΓΠ 8).

Για την ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες της μικρής εσωτερικής αγοράς της χώρας, συνιστάται στη Μάλτα:

5. Να συνεχίσει τις προσπάθειες για την αύξηση του ανταγωνισμού σε ορισμένους τομείς όπως οι βιομηχανίες δικτύου, οι βιομηχανίες τροφίμων και η ναυπηγική βιομηχανία (ΓΠ 9).

23. Πολωνία

Μετά από ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 90, η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνθηκε απότομα στην Πολωνία το 2001-2002. Η ανάκαμψη που άρχισε στα τέλη του 2002 ενισχύθηκε προοδευτικά και ο ρυθμός ανόδου του πραγματικού ΑΕΠ επιταχύνθηκε στο 3,7% το 2003. Είναι πιθανό ότι το 2004 ο ρυθμός ανάπτυξης θα φθάσει στο δυνητικό του επίπεδο, το οποίο εκτιμάται σε περίπου 4,5%.

Παρά την αξιοσημείωτη πρόοδο που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, η Πολωνία αντιμετωπίζει ακόμα σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που μπορούν να περιορίσουν την ικανότητά της να παραμείνει σε πορεία ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης. Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε απότομα από το 1999 και ανέρχεται σήμερα σε περίπου 20%, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των υπό ένταξη χωρών. Παράλληλα, το ποσοστό απασχόλησης μειώθηκε αισθητά και το ήμισυ περίπου του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας δεν απασχολείται. Μια σειρά διαρθρωτικών παραγόντων εμποδίζει την ομαλή λειτουργία της αγοράς εργασίας, όπως ιδίως η περιορισμένη ικανότητα ανταπόκρισης των μισθών στις συνθήκες της αγοράς εργασίας, τα αντικίνητρα από τα συστήματα φόρων και παροχών, η αναντιστοιχία των επαγγελματικών προσόντων και η χαμηλή γεωγραφική κινητικότητα.

Η δημοσιονομική θέση της Πολωνίας επιδεινώθηκε σημαντικά από το 2000, τόσο ως αποτέλεσμα κυκλικών παραγόντων όσο και λόγω της χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε από 1,8% του ΑΕΠ το 2000 σε 3,6% το 2002. Μέχρι πρόσφατα, οι αρχές αντιμετώπιζαν με κάποια επιφυλακτικότητα τα δημοσιονομικά προβλήματα, περιλαμβανομένης της ταχείας αύξησης του δείκτη δημόσιου χρέους. Η μεταρρύθμιση των δημόσιων οικονομικών θα οδηγήσει σε σημαντικές περικοπές δαπανών, αλλά αναβάλλει έως το 2005 την αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή.

Οι πολιτικές στην Πολωνία πρέπει να αποσκοπούν στην επίτευξη υψηλού βαθμού διατηρήσιμης σύγκλισης, ιδίως όσον αφορά την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Επίσης, οι προσανατολισμένες στη σταθερότητα μακροοικονομικές πολιτικές πρέπει να συμπληρωθούν με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της Πολωνίας. Εκτός από την υποχρησιμοποίηση των ανθρώπινων πόρων, η ικανότητα της πολωνικής οικονομίας να αυξήσει τόσο τον πραγματικό όσο και το δυνητικό ρυθμό αύξησης της παραγωγής περιορίζεται επίσης από τα σχετικά χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες για τη βελτίωση του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης και για τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για τις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης και τη μεταφορά τεχνολογίας. Επιπλέον, νέες αναδιαρθρώσεις είναι αναγκαίες στο σύνολο της οικονομία, και ιδίως στον τομέα της γεωργίας, ενώ υπάρχουν ακόμα περιθώρια βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, η Πολωνία πρέπει να αντιμετωπίσει τις ακόλουθες προκλήσεις:

*Να αντιμετωπίσει επειγόντως τα εγγενή διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας.

*Να εξασφαλίσει μια διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και τη μακροχρόνια διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

*Να βελτιώσει τις συνθήκες για την αύξηση της παραγωγικότητας.

*Να επιταχύνει την αναδιάρθρωση της οικονομίας και τις ιδιωτικοποιήσεις στη βιομηχανία.

*Να βελτιώσει το επιχειρηματικό περιβάλλον.

Επείγουσα αντιμετώπιση των εγγενών διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας

Η Πολωνία έχει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (19,8% το 2002) και το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης (51,5%) μεταξύ των νέων χωρών μελών. Το ποσοστό απασχόλησης είναι εξαιρετικά χαμηλό μεταξύ των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας και των νέων. Επιπλέον, η αγορά εργασίας της Πολωνίας παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: υψηλό ποσοστό ανεργίας νέων, υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας, σημαντικές διαφορές μεταξύ περιφερειών και υψηλό ποσοστό ανεργίας σε αγροτικές περιοχές.

Η ομαλή λειτουργία της αγοράς εργασίας εμποδίζεται από μια σειρά διαρθρωτικών παραγόντων. Πρώτον, η συγκέντρωση της ανεργίας σε ορισμένες περιοχές και μεταξύ ορισμένων πληθυσμιακών ομάδων αντικατοπτρίζει εν μέρει την ατελή προσαρμογή των μισθών στις περιφερειακές διαφορές παραγωγικότητας και στις διαφοροποιήσεις επιπέδων επαγγελματικών προσόντων. Η διαδικασία καθορισμού των μισθών δεν είναι επαρκώς ευέλικτη και δεν επέτρεψε έως τώρα την επιβολή μισθολογικής πειθαρχίας στις κρατικές επιχειρήσεις και στη γενική κυβέρνηση. Επιπλέον, το επίπεδο του κατώτατου μισθού για το σύνολο της χώρας είναι υψηλό σε σχέση με τους μέσους μισθούς σε πολλές περιοχές και συμβάλλει έτσι στη διατήρηση υψηλής ανεργίας μεταξύ των νέων και των ανειδίκευτων εργαζομένων.

Δεύτερον, η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας είναι υψηλή στην Πολωνία και δημιουργεί αντικίνητρα στην εργασία στην επίσημη οικονομία. Επιπλέον, οι συνδυασμένες επιπτώσεις των συστημάτων φόρων και κοινωνικών παροχών καθιστούν μη συμφέρουσα την απόφαση για επιστροφή στην εργασία, αποθαρρύνοντας έτσι τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Η επιβολή αυστηρότερων κριτηρίων επιλεξιμότητας στα καθεστώτα συντάξεων αναπηρίας και η σταδιακή κατάργηση των πλεονεκτημάτων της πρόωρης συνταξιοδότηση θα αποτελούσε ένα πρώτο βήμα προς την αύξηση της ελκυστικότητας της εργασίας.

Τρίτον, το υψηλό ποσοστό ανεργίας αντικατοπτρίζει σε κάποιο βαθμό την αναντιστοιχία μεταξύ ζητούμενων και προσφερόμενων επαγγελματικών προσόντων. Επιπλέον, τα επίπεδα εκπαίδευσης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας είναι σχετικά χαμηλά. Οι πολωνικές αρχές άρχισαν πρόσφατα μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος προκειμένου να το προσαρμόσουν καλύτερα στις απαιτήσεις της οικονομίας της αγοράς. Τέλος, οι περιφερειακές αποκλίσεις στα ποσοστά απασχόλησης και ανεργίας οφείλονται επίσης στη χαμηλή γεωγραφική κινητικότητα, η οποία θα μπορούσε να αυξηθεί με μεταρρυθμίσεις στην αγορά κατοικιών και με βελτιώσεις στις υποδομές των μεταφορών.

Εξασφάλιση διατηρήσιμης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και μακροχρόνιας διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών

Η δημοσιονομική θέση της Πολωνίας εμφανίζει σημαντική επιδείνωση από το 2000, η οποία οφείλεται εν μέρει μόνο σε κυκλικούς παράγοντες. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 3,6% του ΑΕΠ το 2002 και εκτιμάται ότι το 2003 σημείωσε νέα αύξηση στο 4,1%. Η δημοσιονομική επέκταση των δύο τελευταίων ετών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής. Αναμένεται ότι η δημοσιονομική πολιτική θα παραμείνει προκυκλική το 2004. Η κυβέρνηση ενέκρινε πρόσφατα μια μεταρρύθμιση των δημόσιων οικονομικών που προβλέπει περικοπές στις κοινωνικές παροχές και στις δαπάνες διοικητικής λειτουργίας στην περίοδο 2004-2007. Υπάρχει ωστόσο αβεβαιότητα όσον αφορά την έγκριση από το Κοινοβούλιο του συνόλου του πακέτου δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων. Η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος έχει επίσης καθοριστική σημασία για τη συγκράτηση του ελλείμματος

τρεχουσών συναλλαγών σε διατηρήσιμα επίπεδα, ιδίως σε περίπτωση σημαντικής μείωσης τα επόμενα χρόνια του σημερινού πλεονάσματος της αποταμίευσης σε σχέση με τις επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα.

Η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών και η επιβράδυνση των ιδιωτικοποιήσεων είχαν ως αποτέλεσμα την απότομη αύξηση του δείκτη δημόσιου χρέους από το 2001. Παρόλο που παραμένει χαμηλό σε σχέση με τα διεθνή επίπεδα, το δημόσιο χρέος αυξάνεται γρήγορα και πλησιάζει τα όρια που ενεργοποιούν τους διορθωτικούς μηχανισμούς που προβλέπουν οι δημοσιονομικές ρυθμίσεις του πολωνικού συντάγματος και του νόμου περί δημόσιων οικονομικών. Λαμβανομένων υπόψη των αυξανόμενων δανειακών αναγκών του δημόσιου τομέα, της έκθεσης του προϋπολογισμού στο συναλλαγματικό κίνδυνο και των κινδύνων που συνδέονται με ενδεχόμενες υποχρεώσεις, η δυναμική του δημόσιου χρέους προκαλεί σοβαρές ανησυχίες.

Οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις αποτελούν δυνητικά ένα σοβαρό κίνδυνο για τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Οι κρατικές επιχειρήσεις σε τομείς που πρέπει να αναδιαρθρωθούν αποτελούν σημαντική πηγή τέτοιων υποχρεώσεων. Ο όγκος των εκκρεμών εγγυήσεων αυξάνεται γρήγορα και θα ασκήσει πιέσεις στα δημόσια οικονομικά τα προσεχή χρόνια.

Οι δημογραφικές τάσεις στην Πολωνία είναι ακόμα σχετικά ευνοϊκές. Πάντως, το 1999 πραγματοποιήθηκε μια σημαντική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος προκειμένου να προσαρμοστεί στις μεταβολές στα δημογραφικά μεγέθη και στη διάρθρωση του εργατικού δυναμικού και να αντισταθμιστούν οι συνέπειες της αναμενόμενης σημαντικής αύξησης του δείκτη εξάρτησης των ηλικιωμένων (από 18% το 2000 σε 50% το 2050).

Βελτίωση των συνθηκών για την αύξηση της παραγωγικότητας

Παρά μια σχετικά ικανοποιητική αύξηση της παραγωγικότητας στην περίοδο 1995-2002, το επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας ανά απασχολούμενο (σε ΜΑΔ) στην Πολωνία ήταν χαμηλότερο από το ήμισυ του αντίστοιχου επιπέδου της ΕΕ-15 το 2002 και χαμηλότερο από το μέσο επίπεδο των νέων κρατών μελών. Συνεπώς, η διαδικασία κάλυψης της υστέρησης δεν είναι ακόμα ικανοποιητική. Το σχετικά χαμηλό επίπεδο της παραγωγικότητας μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες.

Πρώτον, το μερίδιο της απασχόλησης στη γεωργία είναι υψηλό ενώ η παραγωγικότητα στην τομέα αυτό είναι ιδιαίτερα χαμηλή. Είναι πιθανό ότι οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι νέες επιχειρήσεις να αναπτυχθούν και η έλλειψη κινητικότητας επιβραδύνουν τη μετάβαση των εργαζομένων από τη γεωργία σε άλλους τομείς δραστηριότητας. Δεύτερον, οι επενδύσεις στις τεχνολογίες της πληροφορίας και σε δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης παραμένουν χαμηλότερες από το μέσο όρο της ΕΕ-15. Το χαμηλό επίπεδο των επιχειρηματικών επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό (μόνο 30% του συνόλου των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη χρηματοδοτείται από επιχειρήσεις). Αυτό οφείλεται στην ανεπαρκή συνεργασία μεταξύ ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων και στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αποδίδουν συνήθως μεγαλύτερη βαρύτητα σε βραχυπρόθεσμους χρηματοοικονομικούς παράγοντες παρά στα μακροχρόνια συμφέροντά τους. Η βελτίωση των επαγγελματικών προσόντων του εργατικού δυναμικού πρέπει επίσης να επιτευχθεί με την προώθηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της δια βίου μάθησης. Πράγματι, η χαμηλή παραγωγικότητα δεν σχετίζεται μόνο με τα διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας, και ιδίως με την αναντιστοιχία μεταξύ των επαγγελματικών προσόντων που αποκτώνται στο εκπαιδευτικό σύστημα και εκείνων που απαιτούνται στην αγορά, αλλά και με την ανάγκη επενδύσεων σε υλικοτεχνικές υποδομές.

Επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης της οικονομίας και των ιδιωτικοποιήσεων στη βιομηχανία

Μετά από μια αργή αρχή, οι ιδιωτικοποιήσεις επιταχύνθηκαν σημαντικά το 2000 (όπως καταδεικνύεται από τη κορύφωση των άμεσων ξένων επενδύσεων στο 5,7% του ΑΕΠ, χάρη σε μερικές μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις), αλλά επιβραδύνθηκαν εκ νέου τα επόμενα χρόνια, δεδομένου ότι τα πλέον ελκυστικά για τους επενδυτές περιουσιακά στοιχεία έχουν πωληθεί. Οι παραδοσιακοί τομείς παραμένουν υπό κρατική ιδιοκτησία (μεταξύ άλλων τα ορυχεία, η χημική βιομηχανία, οι τομείς που σχετίζονται με την άμυνα και οι σιδηρόδρομοι). Στους τομείς αυτούς, η κυβέρνηση ευνόησε μια πολιτική εξυγίανσης πριν την ιδιωτικοποίηση, προκειμένου να δημιουργήσει "εθνικούς πρωταθλητές" ικανούς να ανταγωνιστούν στις αγορές της ΕΕ. Οι πιέσεις για τον περιορισμό των βραχυχρόνιων κοινωνικών εντάσεων και οι αναγκαίες εκτεταμένες διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους και ορισμένα υπουργεία επιβράδυναν τη διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων. Η κατάσταση αυτή μείωσε σημαντικά την ελκυστικότητα των επιχειρήσεων που θα ιδιωτικοποιηθούν και αποθάρρυνε συχνά τους δυνητικούς επενδυτές. Υπάρχουν ωστόσο ενδείξεις ότι οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων συνέβαλαν στην αναδιάρθρωση της βιομηχανίας και βελτίωσαν την εξαγωγική ικανότητα και τα δίκτυα διανομής. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι, μετά τις ιδιωτικοποιήσεις, οι στρατηγικοί επενδυτές προέβησαν σε ουσιαστικές εισφορές ιδίων κεφαλαίων και τεχνογνωσίας στις επιχειρήσεις τους, επιτυγχάνοντας σημαντικές αυξήσεις παραγωγικότητας.

Η απελευθέρωση των τομέων της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου άρχισε. Οι τοπικές και οι υπεραστικές τηλεπικοινωνίες απελευθερώθηκαν πλήρως τον Ιανουάριο του 2002 και οι διεθνείς τον Ιανουάριο του 2003. Ωστόσο, το επίπεδο του ανταγωνισμού στις βιομηχανίες δικτύου δεν είναι ικανοποιητικό. Στον τομέα του φυσικού αερίου δεν υπάρχει επί του παρόντος διαχωρισμός της παραγωγής από τα δίκτυα μεταφοράς. Στις τηλεπικοινωνίες, ο παραδοσιακός μονοπωλιακός φορέας διατήρησε τη δεσπόζουσα θέση του στην αγορά. Οι τιμές των διεθνών κλήσεων είναι μεταξύ των υψηλότερων. Επιπλέον, η Αρχή Ανταγωνισμού καταδίκασε επανειλημμένα τον παραδοσιακό φορέα για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του σε βάρος των ανταγωνιστών.

Οι κρατικές ενισχύσεις παραμένουν σημαντικές (υπό μορφή καθυστερούμενων φορολογικών οφειλών και κοινωνικών εισφορών), ενώ οι κρατικές επιχειρήσεις έχουν υψηλά χρέη έναντι άλλων εταιρειών, των οποίων επιδεινώνουν έτσι τη χρηματοοικονομική κατάσταση. Όσον αφορά την τήρηση των κανόνων στον τομέα αυτό, διαπιστώθηκαν ελλείψεις κατά τη διαχείριση ενισχύσεων διάσωσης και αναδιάρθρωσης, καθώς και ενισχύσεων για έρευνα και ανάπτυξη.

Βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος

Η Πολωνία επέτυχε σημαντική πρόοδο στην ανάπτυξη ενός σημαντικού τομέα ΜΜΕ χάρη στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις. Δημιούργησε ιδίως ένα νέο μητρώο επιχειρήσεων, το οποίο καθιερώνει ένα μόνο σημείο επαφής για τις επιχειρήσεις από την 1η Ιανουαρίου 2004. Επίσης, από τον Ιανουάριο του 2004, εφαρμόζεται ενιαίος συντελεστής φόρου εταιρειών 19%. Τέλος, το 2003 θεσπίστηκε η νέα πτωχευτική νομοθεσία που ευθυγραμμίζει το εθνικό καθεστώς με τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης οικονομίας αγοράς. Ο τομέας των ΜΜΕ αντιπροσωπεύει τα δύο τρίτα της απασχόλησης και το ήμισυ του ΑΕΠ και των εξαγωγών. Ωστόσο, οι ΜΜΕ εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στις προσπάθειές τους να αναπτυχθούν. Παρά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, το μέγεθος των επιχειρήσεων παραμένει μικρό και υπάρχουν ακόμα περιθώρια για τη βελτίωση του περιβάλλοντός τους. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη ανθρώπινου κεφαλαίου, τη χαμηλή κινητικότητα της εργασίας, την ανεπαρκή ανάπτυξη των υποδομών (και ιδίως των οδικών και τηλεπικοινωνιακών δικτύων), τις υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις (όπως ιδίως οι κοινωνικές εισφορές) και, τέλος, σε περιορισμούς ρευστότητας. Οι παράγοντες αυτοί

εμποδίζουν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των εταιρειών. Υπάρχουν συνεπώς ανησυχίες ότι τα προβλήματα αυτά μπορούν να μειώσουν την ελκυστικότητα της Πολωνίας για τους ξένους επενδυτές (δηλαδή τις άμεσες ξένες επενδύσεις).

Συστάσεις στην Πολωνία

Για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που περιγράφονται ανωτέρω απαιτούνται εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) που αναπτύσσονται στο Μέρος Ι των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών.

Για να αντιμετωπιστούν τα εγγενή προβλήματα στην αγορά εργασίας, συνιστάται ιδίως στην Πολωνία:

1. Να αυξήσει την ευελιξία της διαδικασίας καθορισμού των μισθών ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι μισθοί αντικατοπτρίζουν καλύτερα τις διαφορές παραγωγικότητας σε συνάρτηση με τα επαγγελματικά προσόντα, τις επιχειρήσεις και τις περιοχές (ΓΠ 5).

2. Να μειώσει τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, σε συνδυασμό με προσπάθειες για διεύρυνση της βάσης των φόρων επί της εργασίας και για βελτίωση της αποτελεσματικότητας του συστήματος επιβολής και είσπραξης των φόρων, να μεταρρυθμίσει τα συστήματα φόρων και κοινωνικών παροχών προκειμένου να καταργήσει τα χρηματοοικονομικά αντικίνητρα στην εργασία, και ιδίως τις σημαντικές παγίδες αεργίας για τα έγγαμα ζευγάρια, και να αυξήσει την αποτελεσματικότητα των κοινωνικών δαπανών (ΓΠ 4).

3. Να ενισχύσει την προσφορά εργασίας με τη συνέχιση των προσπαθειών για την καλύτερη προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων του εργατικού δυναμικού στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και με την κατάργηση των εμποδίων στην περιφερειακή κινητικότητα, ιδίως με μεταρρυθμίσεις στην αγορά κατοικιών και με βελτιώσεις στις υποδομές των μεταφορών (ΓΠ 7 και 13).

Για να εξασφαλιστεί μια διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και η μακροχρόνια διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών, συνιστάται στην Πολωνία:

4. Να μειώσει το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης με αξιόπιστο και διατηρήσιμο τρόπο σε ένα πολυετές πλαίσιο, σύμφωνα με τις αποφάσεις που θα ληφθούν από το Συμβούλιο κατά την προσεχή διαδικασία δημοσιονομικής εποπτείας (ΓΠ 1 και 2).

5. Να κατευθύνει τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος κατά τρόπο ώστε να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η αναμενόμενη αύξηση του δείκτη εξάρτησης των ηλικιωμένων και να λάβει μέτρα για τη μείωση του δημοσιονομικού κινδύνου που συνδέονται με την αύξηση των ενδεχόμενων υποχρεώσεων (ΓΠ 15 και 16).

Για να βελτιωθούν οι συνθήκες για την αύξηση της παραγωγικότητας, συνιστάται στην Πολωνία:

6. Να συνεχίσει και να εντείνει τις προσπάθειες για να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης και την ικανότητά του να ανταποκρίνεται στην εξέλιξη των αναγκών σε επαγγελματικά προσόντα (ΓΠ 13).

7. Να προωθήσει την έρευνα και ανάπτυξη και την καινοτομία, ιδίως στον τομέα των επιχειρήσεων, και να στηρίξει τη μεταφορά γνώσης μέσω των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΓΠ 13).

Για να επιταχύνει την αναδιάρθρωση της οικονομίας και τις ιδιωτικοποιήσεις στη βιομηχανία, συνιστάται στην Πολωνία:

8. Να μειώσει το γενικό επίπεδο των κρατικών ενισχύσεων, αναπροσανατολίζοντας παράλληλα τις ενισχύσεις προς οριζόντιους στόχους (ΓΠ 9 και 14).

9. Να προωθήσει την είσοδο στην αγορά και τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στις βιομηχανίες δικτύου, συνεχίζοντας παράλληλα τις προσπάθειες για τη διασύνδεση των εθνικών αγορών (ΓΠ 9).

Για να βελτιώσει το επιχειρηματικό περιβάλλον, συνιστάται στην Πολωνία:

10. Να συνεχίσει να μειώνει το βάρος των διοικητικών διατυπώσεων, απλουστεύοντας τις κανονιστικές ρυθμίσεις και στηρίζοντας την ανάπτυξη των ΜΜΕ, ιδίως με τη βελτίωση τις πρόσβασής τους σε χρηματοδοτήσεις (ΓΠ 11).

24. Σλοβακία

Μετά από την επιβράδυνση που παρουσιάσθηκε το 1998 εξαιτίας μέτρων σταθεροποίησης της οικονομίας, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ της Σλοβακίας παρουσίασε σταθερή επιτάχυνση και υπερέβη το 2003 το 4 %, για δεύτερο κατά σειρά έτος. Παρά ταύτα, η παραγωγή δεν έχει ακόμη φθάσει στα επίπεδα του εκτιμώμενου δυναμικού της.

Η ανάπτυξη υποστηρίχθηκε από εντατικοποιημένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Κύρια παραδείγματα των μεταρρυθμίσεων αυτών ήταν η αναδιάρθρωση και η ιδιωτικοποίηση στον τραπεζικό και τον μη χρηματοοικονομικό τομέα. Υπήρξε, ωστόσο, κάποιο κόστος: το 2001, το ποσοστό της ανεργίας υπερέβη το 19 % και εξακολουθεί να κυμαίνεται γύρω στο 17 %. Η αγορά εργασίας παρουσιάζει ένα μεγάλο φάσμα διαρθρωτικών ελλείψεων - ιδίως έλλειψη περιφερειακής κινητικότητας, αντικίνητρα από τα συστήματα παροχών, έλλειψη μισθολογικής ευελιξίας και αναντιστοιχίες στις δεξιότητες - που εμποδίζουν την απορρόφηση των ανέργων, ενώ μόλις τώρα έχουν αρχίσει να λαμβάνονται μέτρα για την αντιμετώπισή τους.

Επίσης, οι μεταρρυθμίσεις στον τομέα των δημόσιων οικονομικών ήταν, μέχρι πρόσφατα, πολύ περιορισμένες και το 2002, έτος εκλογών, το έλλειμμα γενικής κυβέρνησης ήταν 5,7% του ΑΕΠ. Η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική συνέβαλε στην άνθηση της εγχώριας ζήτησης και σε, καταναλωτικής προέλευσης, αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών πάνω από 8% του ΑΕΠ. Η τρέχουσα κυβέρνηση της χώρας που ανέλαβε καθήκοντα το 2002, άρχισε να λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση των βασικών αιτίων του δημοσιονομικού ελλείμματος συμβάλλοντας έτσι στη σημαντική συρρίκνωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών το 2003.

Οι εφαρμοζόμενες πολιτικές στη Σλοβακία πρέπει να αποβλέπουν στην επίτευξη ενός υψηλού επιπέδου διατηρήσιμης σύγκλισης, ιδίως όσον αφορά την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Τόσο η περαιτέρω εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών όσο και λύση των προβλημάτων που σχετίζονται με την υποαξιοποίηση των ανθρώπινων πόρων της χώρας πρέπει να υποστηριχθούν με πολιτικές που θα βοηθήσουν τη διατήρηση της ανάπτυξης της οικονομίας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σε υψηλά επίπεδα. Αυτό απαιτεί, συγκεκριμένα, την ενίσχυση και τη διαφοροποίηση του υπόβαθρου ανάπτυξης και απασχόλησης καλλιεργώντας ένα κλίμα επιχειρηματικότητας μέσω της βελτίωσης του νομικού πλαισίου και τη δημιουργία του κατάλληλου δυναμικού στον τομέα της δικαιοσύνης και της διοίκησης. Επιπλέον, τα επίπεδα παραγωγικότητας πρέπει να αυξηθούν και η Σλοβακία πρέπει να προετοιμαστεί για τη μετάβασή της στην οικονομία της γνώσης. Στο πλαίσιο αυτό η Σλοβακία αντιμετωπίζει τις εξής τέσσερις μεγάλες προκλήσεις:

*Εξασφάλιση της περαιτέρω μείωσης του ελλείμματος γενικής κυβέρνησης σε διατηρήσιμη βάση.

*Συνέχιση της αντιμετώπισης των σοβαρών διαρθρωτικών προβλημάτων της αγοράς εργασίας.

*Βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και υποστήριξη της επιχειρηματικότητας.

*Βελτίωση των συνθηκών για την αύξηση της παραγωγικότητας.

Εξασφάλιση της περαιτέρω μείωσης του ελλείμματος γενικής κυβέρνησης σε διατηρήσιμη βάση

Το έλλειμμα γενικής κυβέρνησης μειώθηκε από 5,7% του ΑΕΠ το 2002 σε 3,6% του ΑΕΠ το 2003 συμβάλλοντας έτσι στη σημαντική συρρίκνωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος μεταρρυθμίσεων στον τομέα των δημόσιων οικονομικών έχει ήδη εγκριθεί. Οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις θα συμβάλουν στην περαιτέρω μείωση του ελλείμματος και θα βοηθήσουν τη διατήρηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών σε βιώσιμα επίπεδα σε περίπτωση που η καθαρή ιδιωτική αποταμίευση καταστεί και πάλι λιγότερο ευνοϊκή. Οι μεταρρυθμίσεις είναι εντυπωσιακές όσον αφορά τόσο το εύρος τους όσο και την ταχύτητα της εφαρμογής τους. Ωστόσο προκαλούν μη αμελητέες αβεβαιότητες όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού το 2004 και τα επόμενα έτη. Οι κίνδυνοι πηγάζουν, συγκεκριμένα, από τον θεμελιώδη χαρακτήρα των φορολογικών μεταρρυθμίσεων και ιδίως την εισαγωγή ενός ενιαίου συντελεστή φορολογίας εισοδήματος ύψους 19% τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους ιδιώτες. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές καθιστούν κάπως αβέβαιες τις προβλέψεις όσον αφορά τα έσοδα. Αβεβαιότητες εξακολουθούν να υπάρχουν και ως προς τις δαπάνες, περιλαμβανομένης της λήψης περαιτέρω μέτρων αναδιάρθρωσης στον τομέα της υγείας.

Συνέχιση της αντιμετώπισης των σοβαρών διαρθρωτικών προβλημάτων της αγοράς εργασίας

Η Σλοβακία έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης (περίπου 57%) και το δεύτερο, κατά σειρά, υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (περίπου 17% επί του παρόντος) μεταξύ των νέων κρατών μελών. Η απασχόληση είναι ιδιαίτερα χαμηλή στην κατηγορία ατόμων ηλικίας άνω των 55 ετών. Η ανεργία πλήττει κυρίως τους νέους (κάτω των 24 ετών) και τα ανειδίκευτα άτομα. Οι διαφορές ανά περιφέρεια είναι έντονες. Οι υποκείμενες διαρθρωτικές ελλείψεις της αγοράς εργασίας είναι πολυσύνθετες και αντιμετωπίζονται, τώρα, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.

Τα κίνητρα για απασχόληση και εγκατάλειψη της ανεπίσημης οικονομίας ενισχύονται με μεταρρυθμίσεις στον τομέα των κοινωνικών παροχών και των συντάξεων, περιλαμβανομένης και μιας αύξησης της συντάξιμης ηλικίας στο σχετικά χαμηλό όριο των 62 ετών. Η περιφερειακή κινητικότητα ενισχύεται με μέτρα οικονομικής στήριξης όσων διανύουν καθημερινά μεγάλες αποστάσεις προς και από τον τόπο εργασίας τους και στεγαστικές παροχές αλλά συνεχίζει να είναι περιορισμένη δεδομένου ότι η βελτίωση της υποδομής μεταφορών και της λειτουργίας της αγοράς κατοικιών γίνεται σταδιακά. Οι αναντιστοιχίες στις δεξιότητες εμποδίζουν την επανένταξη ιδίως όσων βρίσκονται σε μακροχρόνια ανεργία, μολονότι τα μέτρα επανεκπαίδευσης εντείνονται. Ο μικρός βαθμός ευθυγράμμισης του εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της οικονομίας της αγοράς συμβάλλει στα επίμονα επίπεδα ανεργίας των νέων.

Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του κώδικα απασχόλησης ενισχύουν τη δημιουργία απασχόλησης και παρέχουν μεγαλύτερη ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις. Ωστόσο, ο μηχανισμός καθορισμού των μισθών δεν είναι ακόμη αρκετά ευέλικτος και δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις ιδιαιτερότητες των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, η δυνατότητα διοικητικής επέκτασης συλλογικών συμβάσεων σε επιχειρήσεις που δεν συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις αντίκειται στον στόχο αυτόν. Επιπλέον, οι ελάχιστοι μισθοί μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη ζήτηση εργασίας ενώ ενδέχεται να αντικατοπτρίζουν ανεπαρκώς τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Η εκτενής φορολογική μεταρρύθμιση της Σλοβακίας που θα τεθεί σε ισχύ στις αρχές του 2004, θα ενισχύσει

τόσο τη δημιουργία απασχόλησης όσο και την προθυμία για εργασία. Σε αντιδιαστολή, οι εισφορές υγείας και κοινωνικής ασφάλισης μειώθηκαν μόλις του 48% των μεικτών αποδοχών, επίπεδο που θεωρείται εξαιρετικά υψηλό.

Βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και υποστήριξη της επιχειρηματικότητας

Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση της χώρας έθεσε σε εφαρμογή διάφορα μέτρα με σκοπό τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος. Η διαδικασία σύστασης νέων επιχειρήσεων απλουστεύθηκε και συντομεύθηκε σε μεγάλο βαθμό. Καταρτίζεται νέα πτωχευτική νομοθεσία που θα αντικαταστήσει το τρέχον σύστημα με το οποίο οι πτωχευτικές διαδικασίες διαρκούν υπερβολικά και δεν παρέχουν σχεδόν κανένα περιθώριο για την αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων. Το επιχειρηματικό κλίμα ενισχύθηκε περαιτέρω, π.χ. με την σημαντική επιτάχυνση της ελευθέρωσης των τιμών το 2003 και την εισαγωγή ενός νέου νόμου περί εγγυήσεων.

Παρά τις βελτιώσεις αυτές, φαίνεται ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικοί φραγμοί για την επιχειρηματικότητα στη Σλοβακία. Ο ακαθάριστος ρυθμός σύστασης νέων επιχειρήσεων είναι σχετικά χαμηλός. Σύμφωνα με επιχειρηματικές έρευνες, ο βαθμός νομικής ανασφάλειας εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα. Αυτό οφείλεται στο συχνά ανεπαρκές και ασταθές νομοθετικό πλαίσιο και, πιο συγκεκριμένα, στον υποτονικό τρόπο επιβολής του νόμου που συχνά πάσχει από έλλειψη ποιότητας, έγκαιρης παρέμβασης και διαφάνειας.

Βελτίωση των συνθηκών για την αύξηση της παραγωγικότητας

Μολονότι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας παραμένει υψηλή, τα επίπεδα της παραγωγικότητας συνεχίζουν να είναι χαμηλά (περίπου 58% του μέσου της ΕΕ το 2003). Στην κατάσταση αυτή συμβάλλει η έλλειψη ευελιξίας του εκπαιδευτικού συστήματος σε συνδυασμό με τις χαμηλές δαπάνες για την εκπαίδευση και την υποτονικότητα όσον αφορά την E&A και την καινοτομία.

Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται καταλλήλως στις ανάγκες της αγοράς. Αυτό ισχύει ιδίως στην περίπτωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που συχνά παράγει αποφοίτους με παρωχημένες δεξιότητες. Εκτός αυτού, το ποσοστό αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι πολύ μικρό. Το μεγάλο ποσοστό ατόμων που βρίσκονται σε μακροχρόνια ανεργία αποτελεί πρόσθετη πρόκληση για τα επαγγελματικά και εκπαιδευτικά προγράμματα. Επιπλέον, οι δαπάνες για την εκπαίδευση μειώθηκαν σε ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των νέων κρατών μελών το 2001. Ανταποκρινόμενη στα προβλήματα αυτά η κυβέρνηση της χώρας έλαβε ορισμένα πρώτα μέτρα εξορθολογισμού του συστήματος, βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς του και αύξησης των πηγών χρηματοδότησης.

Το 2002, οι δαπάνες για E&A αντιστοιχούσαν μόνον στο 0,59% του ΑΕΠ, λιγότερο από ό,τι στα περισσότερα νέα κράτη μέλη. Με βάση τον αριθμό των αιτήσεων για διπλώματα ευρεσιτεχνίας, η δραστηριότητα στον τομέα της καινοτομίας είναι πολύ χαμηλή. Η κυβέρνηση έλαβε ορισμένα μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης όσον αφορά την E&A (π.χ. βελτιώνοντας το νομοθετικό πλαίσιο για την E&A) και έχει δεσμευτεί να αυξήσει τους δημόσιους πόρους που διατίθεται για την υποστήριξη της E&A.

Συστάσεις που απευθύνονται στη Σλοβακία

Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που περιγράφηκαν ανωτέρω, απαιτούνται εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) που περιγράφονται στο μέρος Ι των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η περαιτέρω μείωση του ελλείμματος γενικής κυβέρνησης σε διατηρήσιμη βάση στη Σλοβακία συνιστάται:

1. Να μειώσει το έλλειμμα γενικής κυβέρνησης με αξιόπιστο και διατηρήσιμο τρόπο βάσει ενός πολυετούς πλαισίου σύμφωνα με τις αποφάσεις που θα ληφθούν από το Συμβούλιο στο πλαίσιο της προσεχούς διαδικασίας δημοσιονομικής εποπτείας (ΓΠ 1).

Προκειμένου να συνεχιστεί επειγόντως η αντιμετώπιση των σοβαρών διαρθρωτικών προβλημάτων της αγοράς εργασίας συνιστάται στη Σλοβακία, συγκεκριμένα:

2. Να ενισχύσει την προσφορά εργασίας εξαλείφοντας τα εμπόδια στην περιφερειακή κινητικότητα και μειώνοντας τις αναντιστοιχίες στις δεξιότητες και παράλληλα να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα των μέτρων επανεκπαίδευσης και άλλων ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας (ΓΠ 4, 7 και 8).

3. Να δημιουργήσει πρόσθετη ζήτηση εργασίας επιτρέποντας μεγαλύτερη ευελιξία στον μηχανισμό καθορισμού των μισθών (ΓΠ 5 και 18).

4. Να μειώσει τα πολύ υψηλά επίπεδα εισφορών υγείας και κοινωνικής ασφάλισης, σεβόμενη παράλληλα τους περιορισμούς που συνεπάγεται η γενικότερη δημοσιονομική εξυγίανση, ιδίως με τη λήψη πρόσθετων μέτρων μεταρρύθμισης του συστήματος υγείας και με την εξέταση πρόσθετων προσαρμογών στο διανεμητικό σκέλος του συστήματος συντάξεων και ιδίως την περαιτέρω αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης (ΓΠ 4 και 16).

Προκειμένου να βελτιωθεί το επιχειρηματικό περιβάλλον και να υποστηριχθεί η επιχειρηματικότητα, στη Σλοβακία συνιστάται:

5. Να ενισχύσει το νομοθετικό πλαίσιο που υποστηρίζει την επιχειρηματικότητα και να βελτιώσει τον τρόπο επιβολής του θεσπίζοντας, συγκεκριμένα, νέα πτωχευτική νομοθεσία και αυξάνοντας τις δυνατότητες και τη διαφάνεια του συστήματος απονομής δικαιοσύνης(ΓΠ 11 και 12).

Προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες για την αύξηση της παραγωγικότητας, συνιστάται στη Σλοβακία:

6. Να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα του συστήματος γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και τον τρόπο που αυτό ανταποκρίνεται στις μεταβολές στη ζήτηση δεξιοτήτων (ΓΠ 13).

7. Να ενθαρρύνει την E&A και την καινοτομία και να υποστηρίξει την μεταφορά γνώσεων μέσω της πραγματοποίησης άμεσων ξένων επενδύσεων (ΓΠ 13).

25. Σλοβενία

Την τελευταία δεκαετία η Σλοβενία παρουσίασε σταθερή ανάπτυξη. Το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε με σταθερό ρυθμό 3-5% από το 1993. Μετά από μια πρόσφατη επιβράδυνση, η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται ότι θα ανακάμψει και ότι προοδευτικά θα πλησιάσει τoν δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης που εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 4%.

Παρά τη γενική ευρωστία της οικονομίας και τα αξιόλογα επιτεύγματα της χώρας σε πολλούς τομείς πολιτικής, εξακολουθούν να υφίστανται ορισμένες αδυναμίες. Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν αιφνίδιες ελλείψεις που οδήγησαν επανειλημμένα σε συμπληρωματικούς προϋπολογισμούς. Ωστόσο, τα ελλείμματα γενικής κυβέρνησης είναι σχετικά μικρά και η δημοσιονομική εξυγίανση φαίνεται ότι ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη πορεία της. Μολονότι τα δύο τελευταία χρόνια ο πληθωρισμός υποχώρησε κατακόρυφα, τα σχετικά ψηλά επίπεδα στα οποία κινείται (5,7% το 2003) συνεχίζουν να προκαλούν κάποιες ανησυχίες και έχουν αναγνωρισθεί ως βασική πρόκληση πολιτικής. Η κυβέρνηση κατέστρωσε μια κατάλληλη πολιτική για τη διατηρήσιμη μείωση του πληθωρισμού, ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν στη χώρα να δρέψει πλήρως τα οφέλη της ένταξής της στην ΕΕ. Εφάρμοσε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό τη διευκόλυνση της ελευθέρωσης των τιμών. Επί του παρόντος, οι ελεγχόμενες τιμές αντιπροσωπεύουν το 16 % του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή - το χαμηλότερο ποσοστό από όλα τα νέα κράτη μέλη. Ωστόσο, λόγω της αναποτελεσματικότητας του ανταγωνισμού στον τομέα των υπηρεσιών κοινής ωφελείας και της ανεπαρκούς ευελιξίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στην αγορά εργασίας δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι ο πληθωρισμός έχει μειωθεί σε διατηρήσιμη βάση.

Η αναδιάρθρωση της οικονομίας επηρέασε αρνητικά την κατάσταση στην αγορά εργασίας. Την περίοδο 1996-2000, η απασχόληση στον μεταποιητικό κλάδο μειώθηκε αισθητά. Η μετατόπιση εργατικού δυναμικού από τον τομέα αυτόν στον τομέα παροχής υπηρεσιών άμβλυνε κάπως τις αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις ενώ ο μηχανισμός της πρόωρης συνταξιοδότησης χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να μετριάσει την αύξηση της συνολικής ανεργίας. Μολονότι η γενικότερη εικόνα της αγοράς εργασίας στη Σλοβενία είναι θετική, εξακολουθούν να υφίστανται διαρθρωτικά προβλήματα όσον αφορά την ανεργία. Το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται σε μακροχρόνια ανεργία είναι ψηλό, ιδίως μεταξύ των μεγαλύτερης ηλικίας ανειδίκευτων ατόμων. Επιπλέον, το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης ατόμων ηλικίας άνω των 55 ετών προκαλεί ανησυχίες, ιδίως σε σχέση με τις προκλήσεις που συνεπάγεται η γήρανση του πληθυσμού.

Προκειμένου να δημιουργηθούν οι απαιτούμενες ευκαιρίες απασχόλησης και να διευκολυνθεί η συμμετοχή στην αγορά εργασίας που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε ακόμη καλύτερες οικονομικές επιδόσεις στο μέλλον, απαιτούνται συνεχείς προσπάθειες για την προώθηση της επιχειρηματικότητας, την τόνωση του δυναμικού καινοτομίας του τομέα των επιχειρήσεων και την εισαγωγή αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Οι πολιτικές της Σλοβενίας πρέπει να έχουν ως στόχο την επίτευξη ενός ψηλού επιπέδου διατηρήσιμης σύγκλισης. Στο πλαίσιο αυτό, η Σλοβενία αντιμετωπίζει τέσσερις μεγάλες προκλήσεις:

* Μείωση του πληθωρισμού με διατηρήσιμο τρόπο.

*Αύξηση των ποσοστών απασχόλησης, ιδίως για τους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας.

*Βελτίωση των συνθηκών για διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας.

*Προώθηση της ανάπτυξης αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς της οικονομίας και ιδίως στις βιομηχανίες δικτύου.

Μείωση του πληθωρισμού με διατηρήσιμο τρόπο

Παρά το γεγονός ότι μειώνεται, ο πληθωρισμός παραμένει σε σχετικά ψηλά επίπεδα. Το 2003, το ποσοστό πληθωρισμού μειώθηκε σε 5,7 % από 7,5 % το προηγούμενο έτος. Η συνεχιζόμενη μείωση αποτελεί ενθαρρυντική εξέλιξη παρότι φαίνεται ότι οφείλεται εν μέρει σε έκτακτους παράγοντες - που σχετίζονται με τα ανώτατα όρια για τις αυξήσεις των ελεγχόμενων τιμών και την έμμεση φορολογία καθώς και συχνές αναπροσαρμογές των ειδικών φόρων κατανάλωσης για το πετρέλαιο. Οι πληθωριστικές πιέσεις συνεχίζουν να τροφοδοτούνται από την έλλειψη ανταγωνισμού σε διάφορους τομείς, από την ακαμψία που παρατηρείται στις αγορές εργασίας και τους μηχανισμούς τιμαριθμοποίησης που εξακολουθούν να είναι πολύ διαδεδομένοι. Επιπλέον, άλλοι σημαντικοί παράγοντες συμβάλλουν στην επιμονή του πληθωρισμού. Η ευνοϊκή για την ανάπτυξη νομισματική πολιτική και, ιδίως, η σταθερή υποτίμηση του νομίσματος που τώρα, όμως, έχει επιβραδυνθεί, συμβάλλουν στην αδράνεια του πληθωρισμού.

Ενόψει της ένταξης στην ΕΕ, η κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα στην πολιτική αντιμετώπισης του πληθωρισμού και στο πλαίσιο αυτής έλαβε συντονισμένα αντιπληθωριστικά μέτρα. Τέθηκε σε εφαρμογή ένα διεξοδικό πρόγραμμα ελέγχου των τιμών με το οποίο οι αυξήσεις των ελεγχόμενων τιμών και οι μεταβολές στη φορολογία ρυθμίζονται έτσι ώστε να μην υπάρχει υπέρβαση του συντελεστή πληθωρισμού στο τέλος του έτους. Όσον αφορά τον στόχο της μετάβασης προς τη γενίκευση της κατάργησης της τιμαριθμοποίησης σε ολόκληρη την οικονομία, το 2003 έγινε ένα βήμα με την επίσημη κατάργηση της τιμαριθμοποίησης των επιτοκίων (βασικό επιτόκιο ή ΤΟΜ) και τη συμφωνία μεταξύ κοινωνικών εταίρων για μία νέα μέθοδο αναπροσαρμογής των μισθών. Για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων υπάρχει ήδη μια μέθοδος τιμαριθμοποίησης βάσει προβλέψεων, που θα τεθεί σε ισχύ τον Ιούλιο του 2004, ενώ για τον ιδιωτικό τομέα δεν έχουν ακόμη γίνει διαπραγματεύσεις για μια ανάλογη πολιτική. Επιπλέον, η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να προσαρμοσθεί με ευελιξία. Επίσης, απαιτείται η ταχύτερη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη διατηρήσιμη μείωση του πληθωρισμού και τη βελτίωση των επιδόσεων της οικονομίας.

Αύξηση των ποσοστών απασχόλησης, ιδίως για τους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας

Το ποσοστό απασχόλησης στη Σλοβενία - 63,4 % το 2002, που πλησιάζει τον μέσο όρο της EU - είναι από τα υψηλότερα μεταξύ των νέων κρατών μελών. Επίσης, το ποσοστό ανεργίας - που μειώθηκε σταθερά από το 1998 σε 6,0 % το 2002 - συγκαταλέγεται μεταξύ των χαμηλότερων μεταξύ των χωρών αυτών. Ωστόσο, η μακροχρόνια ανεργία καταλαμβάνει μεγάλο μερίδιο, περίπου 60 %, κυρίως μεταξύ των μεγαλύτερης ηλικίας ανειδίκευτων ατόμων άνω των 55 ετών. Λαμβάνοντας υπόψη και άλλες διαρθρωτικές ανισορροπίες της αγοράς εργασίας (άνεργοι νέοι, άνεργα ανάπηρα άτομα, διαφορές στα ποσοστά απασχόλησης των δύο φύλων, χαμηλά επίπεδα παιδείας μεταξύ των ανέργων, μεγάλες περιφερειακές διαφορές) η αύξηση της απασχόλησης των ηλικιωμένων ατόμων κρίθηκε ότι αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική πρόκληση. Το 2002, το ποσοστό ανεργίας ατόμων ηλικίας 55-64 ετών ήταν 3 % ενώ το ποσοστό απασχόλησης ήταν 24,5 %, ήτοι πολύ χαμηλό σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, 40,1 %. Πρόκειται για συνέπεια της χαμηλής ηλικίας συνταξιοδότησης, που το 2001 ήταν κατά μέσο όρο μόνον 57 έτη. Η αναδιάρθρωση της οικονομίας εξώθησε

σχετικά νέα άτομα στη σύνταξη (ή στην ανεργία). Ως αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης των συντάξεων που έγινε το 2000, η ηλικία συνταξιοδότησης έχει ήδη αυξηθεί σημαντικά. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της μεταρρύθμισης θα φανεί μόνον σταδιακά με την αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας. Αναμένεται ότι θα συνεχίσει να υφίσταται μεγάλη διαφορά στα ποσοστά απασχόλησης ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας μεταξύ Σλοβενίας και ΕΕ.

Ο κυριότερος προσανατολισμός της πολιτικής για την απασχόληση είναι, συνεπώς, η αντιμετώπιση της ανεργίας των ηλικιωμένων ατόμων και η ενεργός δραστηριοποίηση για την αύξηση των δυνατοτήτων απασχόλησής τους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία λαμβάνοντας υπόψη τους αυξανόμενους κινδύνους έλλειψης οικονομικής βιωσιμότητας λόγω δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων. Ο λόγος εξάρτησης ηλικιωμένων ατόμων αναμένεται ότι θα αυξηθεί από 20 % το 2000 σε 38 % το 2025 και σε 66 % το 2050. Επιπλέον, η προώθηση της εργασίας και της ενεργούς δραστηριότητας αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Βελτίωση των συνθηκών για διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας

Το επίπεδο παραγωγικότητας, μολονότι είναι το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των νέων κρατών μελών, παραμένει σαφώς κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ-15 (69,5 % το 2003). Η παραγωγικότητα της εργασίας στη Σλοβενία παρουσίασε σχετικά ταχύρυθμη αύξηση την περίοδο 1995-1999, με ετήσιο μέσο όρο 4,8 %. Ωστόσο, μετά την περίοδο αυτή επιβραδύνθηκε (2 % κατά μέσο όσο την περίοδο 1999-2002), τοποθετώντας τη Σλοβενία μεταξύ των νέων κρατών μελών με τις χαμηλότερες επιδόσεις για το εν λόγω χρονικό διάστημα. Δύο στοιχεία ενδέχεται να εμποδίσουν την ταχύτερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας:

Πρώτον, η επιχειρηματικότητα του ενεργού πληθυσμού παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, ιδίως εξαιτίας του μεγάλου διοικητικού φόρτου που βαρύνει τόσο τη σύσταση νέων επιχειρήσεων όσο και τις υφιστάμενες επιχειρήσεις. Έχουν ήδη καταβληθεί προσπάθειες για την απλούστευση των διαδικασιών για νέες επιχειρήσεις. Ωστόσο, η νομοθεσία περί επιχειρήσεων και το διοικητικό περιβάλλον μπορούν να βελτιωθούν περαιτέρω δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν γραφειοκρατικές και χρονοβόρες διαδικασίες καθώς και προβλήματα όσον αφορά την αγορά γης για βιομηχανική χρήση.

Δεύτερον, οι δαπάνες για E&A δεν πραγματοποιούνται με αποτελεσματικό τρόπο όσον αφορά την αξιοποίηση των σχετικά καλών επιτευγμάτων στον τομέα της βασικής έρευνας από άποψη μεταφοράς της τεχνογνωσίας στον τομέα των επιχειρήσεων, κατοχύρωσης με διπλώματα ευρεσιτεχνίας και καινοτομίας σε προϊόντα ή μεθόδους. Με δαπάνες για E&A ανερχόμενες σε 1,6 % του ΑΕΠ το 2001, η Σλοβενία κατατάσσεται πρώτη μεταξύ των νέων κρατών μελών αλλά εξακολουθεί να παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, παρά τη μεγάλη αύξηση της άμεσης δημόσιας χρηματοδότησης για E&A και την εισαγωγή φορολογικών κινήτρων για τη διεξαγωγή E&A από επιχειρήσεις. Η Σλοβενία έρχεται, επίσης, πρώτη μεταξύ των νέων κρατών μελών από πλευράς αριθμού αιτήσεων για διπλώματα ευρεσιτεχνίας που κατατίθενται στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, αλλά οι επιδόσεις της στον τομέα αυτόν (41 ανά εκατομμύριο κατοίκους το 2001) είναι σαφώς κατώτερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Επιπλέον, η αναλογία

ερευνητών απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα είναι μικρή σε σχέση με τον δημόσιο τομέα (ένα τρίτο και δύο τρίτα, αντίστοιχα) ενώ η καινοτομία φαίνεται υποτονική στον τομέα της προηγμένης τεχνολογίας.

Προώθηση της ανάπτυξης αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς της οικονομίας και ιδίως στις βιομηχανίες δικτύου.

Η Σλοβενία έχει μεν λάβει μέτρα για την αύξηση της ελευθέρωσης στις αγορές προϊόντων και στις βιομηχανίες δικτύου, αλλά η άσκηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού πρέπει να ενισχυθεί. Συγκεκριμένα, μολονότι έχουν ανατεθεί κατάλληλες εξουσίες για τον έλεγχο των περιοριστικών συμφωνιών και των κάθε είδους καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης και των συγχωνεύσεων μεταξύ επιχειρήσεων στην Υπηρεσία προστασίας του ανταγωνισμού, οι διοικητικές της δυνατότητες τόσο από άποψη χρηματοδοτικών και ανθρώπινων πόρων δεν επαρκούν ώστε να εξασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της. Εκτός αυτού, η ισχύουσα νομοθεσία δεν της επιτρέπει να επιβάλλει πρόστιμα αποτρεπτικού χαρακτήρα για αντιανταγωνιστική συμπεριφορά.

Τα τελευταία χρόνια, η Σλοβενία άρχισε να ελευθερώνει τις βιομηχανίες δικτύου. Στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, η αγορά ελευθερώθηκε το 2001 ενώ το 2002 συστάθηκε ανεξάρτητος κανονιστικός φορέας. Ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη αποτελεσματικός ανταγωνισμός στον τομέα σταθερής τηλεφωνίας για κλήσεις εσωτερικού, στον οποίο ο πρώην μονοπωλιακός φορέας εξακολουθεί να κατέχει το 100 % της αγοράς. Η υψηλή τιμή των διασυνδέσεων δικτύου και τα ελεγχόμενα χαμηλά επίπεδα τιμών τόσο για τοπικές όσο και για υπεραστικές κλήσεις αποτελούν τους κυριότερους φραγμούς για την είσοδο νέων φορέων εκμετάλλευσης σταθερής τηλεφωνίας. Όσον αφορά τον τομέα της ενέργειας, οι μεγάλοι πελάτες ηλεκτρικής ενέργειας (66 % της κατανάλωσης ενέργειας στη Σλοβενία) είναι ελεύθεροι να επιλέξουν τον προμηθευτή τους ενώ από το 2002 οι μεγαλύτεροι εξ αυτών έχουν τη δυνατότητα να προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια από το εξωτερικό. Ωστόσο, τα περιθώρια για διεθνείς ανταλλαγές περιορίζονται στο ανώτατο όριο του 20 % της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Στον τομέα του φυσικού αερίου, οι μεγαλύτεροι καταναλωτές είναι, από 1ης Ιανουαρίου 2001, ελεύθεροι να επιλέξουν τον προμηθευτή τους (50 % της κατανάλωσης φυσικού αερίου στη Σλοβενία) αλλά στην πράξη δεν μπορούν να αλλάξουν προμηθευτή εξαιτίας των μακροπρόθεσμων συμβάσεων που έχουν συνάψει με τον πρώην μονοπωλιακό φορέα, οι οποίες διαρκούν μέχρι το 2007.

Συστάσεις που απευθύνονται στη Σλοβενία

Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που περιγράφηκαν ανωτέρω, απαιτούνται εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς (ΓΠ) που περιγράφονται στο μέρος Ι των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών.

Προκειμένου να μειωθεί ο πληθωρισμός με διατηρήσιμο τρόπο, στη Σλοβενία συνιστάται:

1. Να επισπεύσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην ελευθέρωση των ελεγχόμενων τιμών και να προβεί σε περαιτέρω αποτιμαριθμοποίηση, ιδίως όσον αφορά τον μηχανισμό καθορισμού των μισθών (ΓΠ 5).

Προκειμένου να αυξηθούν τα ποσοστά απασχόλησης, ιδίως των ηλικιωμένων εργαζομένων στη Σλοβενία συνιστάται:

2. Να αναθεωρήσει τα συστήματα φορολογίας και παροχών, με έμφαση στη συμμετοχή ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας στην αγορά εργασίας και να επανεξετάσει τα μέτρα προώθησης της παραμονής σε ενεργό δραστηριότητα μέσω δραστηριοτήτων δια βίου

μάθησης, καθώς και να θεραπεύσει την ανισορροπία που υφίσταται μεταξύ συνθηκών προσωρινής και μόνιμης απασχόλησης. (ΓΠ 4, 8).

Προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες για διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας στη Σλοβενία συνιστάται:

3. Να μειώσει περαιτέρω τον χρόνο και τις δαπάνες που απαιτούνται για τη σύσταση μιας νέας επιχείρησης και να απλουστεύσει τις διοικητικές διαδικασίες που βαρύνουν τις επιχειρήσεις (ΓΠ 11).

4. Να προωθήσει την E&A και την καινοτομία στον τομέα των επιχειρήσεων και να βελτιώσει την ποιότητα του συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΓΠ 13).

Όσον αφορά την προώθηση της ανάπτυξης αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς της οικονομίας και ιδίως στις βιομηχανίες δικτύου, στη Σλοβενία συνιστάται:

5. Να ενισχύσει τις διοικητικές δυνατότητες της Υπηρεσίας Προστασίας του Ανταγωνισμού, να ευκολύνει την είσοδο νέων ανταγωνιστών στις βιομηχανίες δικτύου και να διευκολύνει την αγορά γης για βιομηχανική χρήση (ΓΠ 9).

Top