Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016L0943

Οδηγία (EE) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ L 157, 15.6.2016, p. 1–18 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2016/943/oj

15.6.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 157/1


ΟΔΗΓΊΑ (EE) 2016/943 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 8ης Ιουνίου 2016

περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι επιχειρήσεις και τα μη εμπορικά ερευνητικά ιδρύματα επενδύουν στην απόκτηση, ανάπτυξη και εφαρμογή τεχνογνωσίας και πληροφοριών, οι οποίες είναι το νόμισμα της οικονομίας της γνώσης και εξασφαλίζουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η επένδυση στη δημιουργία και αξιοποίηση πνευματικού κεφαλαίου είναι καθοριστικός παράγοντας για την ανταγωνιστικότητα και τις καινοτομικές επιδόσεις τους στην αγορά και, ως εκ τούτου, για την απόδοση των επενδύσεών τους, που αποτελεί το βασικό κίνητρο για την επιχειρηματική έρευνα και ανάπτυξη. Οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν διάφορα μέσα για να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα των καινοτόμων δραστηριοτήτων τους, όταν η ανοικτή προσέγγιση δεν επιτρέπει την πλήρη αξιοποίηση της επένδυσής τους σε έρευνα και καινοτομία. Ένας τρόπος είναι η χρήση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως είναι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα δικαιώματα επί σχεδίων ή τα πνευματικά δικαιώματα. Ένας άλλος τρόπος να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα των καινοτόμων δραστηριοτήτων τους είναι η προστασία της πρόσβασης στις γνώσεις που είναι πολύτιμες για την οικονομική οντότητα και που δεν είναι ευρέως γνωστές, και η αξιοποίηση των γνώσεων αυτών. Αυτή η πολύτιμη τεχνογνωσία και οι επιχειρηματικές πληροφορίες, που δεν αποκαλύπτονται και προορίζονται να παραμείνουν εμπιστευτικές, αναφέρονται ως εμπορικό απόρρητο.

(2)

Οι επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως μεγέθους, αποδίδουν την ίδια αξία στα εμπορικά απόρρητα όσο και στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και σε άλλες μορφές δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Κάνουν χρήση της εμπιστευτικότητας ως εργαλείου για την ανταγωνιστικότητα και τη διαχείριση της καινοτομίας στην έρευνα, το οποίο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα πληροφοριών, που εκτείνεται πέραν των τεχνολογικών γνώσεων σε εμπορικά δεδομένα, όπως πληροφορίες σχετικά με τους πελάτες και τους προμηθευτές, τα επιχειρηματικά σχέδια και την έρευνα και τις στρατηγικές αγοράς. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), ειδικότερα, εκτιμούν την αξία και βασίζονται περισσότερο στα εμπορικά απόρρητα. Προστατεύοντας ένα τέτοιο ευρύ φάσμα τεχνογνωσίας και επιχειρηματικών πληροφοριών, είτε συμπληρωματικώς είτε εναλλακτικώς προς τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, τα εμπορικά απόρρητα επιτρέπουν στον δημιουργό και στον καινοτόμο να κερδίζει από τη δημιουργία ή τις καινοτομίες του και, ως εκ τούτου, είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων καθώς και την έρευνα και την ανάπτυξη και τις καινοτομικές επιδόσεις.

(3)

Η ανοικτή καινοτομία αποτελεί καταλύτη που διοχετεύει στην αγορά νέες ιδέες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καταναλωτών και συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προκλήσεων. Η ανοικτή καινοτομία είναι σημαντική κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία νέων γνώσεων και στηρίζει την εμφάνιση νέων και καινοτόμων επιχειρηματικών μοντέλων, που βασίζονται στη χρήση συνδημιουργημένων γνώσεων. Η συνεργατική έρευνα, περιλαμβανομένης της διασυνοριακής συνεργασίας, είναι ιδιαίτερα σημαντική προκειμένου να αυξηθούν τα επίπεδα της επιχειρηματικής έρευνας και ανάπτυξης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς. Η κυκλοφορία της γνώσης και των πληροφοριών είναι θεμελιώδη στοιχεία για τη διασφάλιση της κατάλληλης δυναμικής και ίσων ευκαιριών ανάπτυξης για τις επιχειρήσεις, ιδίως τις ΜΜΕ. Σε μια εσωτερική αγορά όπου ελαχιστοποιούνται τα εμπόδια σε αυτή τη διασυνοριακή συνεργασία και όπου δεν στρεβλώνεται η συνεργασία, η πνευματική δημιουργία και η καινοτομία θα ενθαρρύνουν τις επενδύσεις σε καινοτόμες διεργασίες, υπηρεσίες και προϊόντα. Ένα τέτοιο ευνοϊκό περιβάλλον για την πνευματική δημιουργία και την καινοτομία, στο οποίο δεν παρεμποδίζεται η κινητικότητα των εργαζομένων, είναι επίσης σημαντικό για την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της Ένωσης. Τα εμπορικά απόρρητα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία της ανταλλαγής γνώσεων μεταξύ επιχειρήσεων, και ειδικότερα ΜΜΕ, και ερευνητικών ιδρυμάτων, εντός και πέραν των συνόρων της εσωτερικής αγοράς, στο πλαίσιο της έρευνας και ανάπτυξης, και της καινοτομίας. Τα εμπορικά απόρρητα είναι εκ των πλέον χρησιμοποιούμενων μορφών προστασίας της πνευματικής δημιουργίας και της καινοτόμου τεχνογνωσίας από τις επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα προστατεύονται λιγότερο από το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο της Ένωσης έναντι της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψής τους από τρίτους.

(4)

Οι καινοτόμες επιχειρήσεις εκτίθενται ολοένα και περισσότερο σε πρακτικές αντίθετες στα χρηστά ήθη που αποβλέπουν στην υπεξαίρεση εμπορικών απορρήτων, όπως κλοπή, μη επιτρεπόμενη αντιγραφή, οικονομική κατασκοπεία ή παραβίαση των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, είτε από το εσωτερικό είτε εκτός της Ένωσης. Οι πρόσφατες εξελίξεις, όπως η παγκοσμιοποίηση, η αύξηση της εξωτερικής ανάθεσης, οι μεγαλύτερες αλυσίδες εφοδιασμού και η αυξημένη χρήση της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών, συμβάλλουν στην αύξηση του κινδύνου αυτών των πρακτικών. Η παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα του νόμιμου κατόχου του εμπορικού απορρήτου να αποκομίσει τα οφέλη του πρωτοπόρου, αξιοποιώντας τα αποτελέσματα των καινοτόμων προσπαθειών του. Χωρίς αποτελεσματικά και συγκρίσιμα νομικά μέσα για την προστασία των εμπορικών απορρήτων σε ολόκληρη την Ένωση, αποθαρρύνονται οι καινοτόμες διασυνοριακές δραστηριότητες εντός της εσωτερικής αγοράς και δεν αναπτύσσεται το δυναμικό των εμπορικών απορρήτων ως κινητήριων δυνάμεων της οικονομικής ανάπτυξης και της απασχόλησης. Έτσι, η καινοτομία και η δημιουργικότητα αποθαρρύνονται και οι επενδύσεις μειώνονται, πράγμα το οποίο επηρεάζει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και υπονομεύει το αναπτυξιακό της δυναμικό.

(5)

Οι διεθνείς προσπάθειες στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για την αντιμετώπιση του προβλήματος κατέληξαν στη σύναψη της συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (συμφωνία TRIPS). Η συμφωνία TRIPS περιέχει, μεταξύ άλλων, διατάξεις για την προστασία των εμπορικών απορρήτων έναντι της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψής τους από τρίτους, οι οποίες αποτελούν κοινά διεθνή πρότυπα. Όλα τα κράτη μέλη, καθώς και η ίδια η Ένωση, δεσμεύονται από την εν λόγω συμφωνία, η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου (3).

(6)

Παρά τη συμφωνία TRIPS, υπάρχουν σημαντικές διαφορές στη νομοθεσία των κρατών μελών σε σχέση με την προστασία των εμπορικών απορρήτων κατά της παράνομης απόκτησης, χρήσης και αποκάλυψής τους από τρίτους. Για παράδειγμα, δεν έχουν εισάγει όλα τα κράτη μέλη εθνικούς ορισμούς της έννοιας του εμπορικού απορρήτου ή της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικού απορρήτου και, επομένως, δεν υπάρχει εύκολη πρόσβαση στην ενημέρωση σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της προστασίας, το οποίο και διαφέρει μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, δεν υπάρχει συνοχή ως προς τη χρήση των προβλεπόμενων στο αστικό δίκαιο μέσων ένδικης προστασίας σε περίπτωση παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικών απορρήτων, ενώ ενίοτε δεν προβλέπονται σε όλα τα κράτη μέλη διαταγές παύσης και αποχής έναντι τρίτων που δεν είναι ανταγωνιστές του νόμιμου κατόχου του εμπορικού απορρήτου. Αποκλίσεις υπάρχουν επίσης σε όλα τα κράτη μέλη σε σχέση με τη μεταχείριση των τρίτων που απέκτησαν το εμπορικό απόρρητο καλή την πίστει, αλλά στη συνέχεια έλαβαν γνώση, κατά τη στιγμή της χρήσης, ότι η απόκτηση του εμπορικού απορρήτου προήλθε από προηγούμενη παράνομη απόκτηση από άλλο μέρος.

(7)

Οι εθνικοί κανόνες διαφέρουν επίσης ως προς το αν οι νόμιμοι κάτοχοι των εμπορικών απορρήτων επιτρέπεται να ζητήσουν την καταστροφή των εμπορευμάτων που παρήχθησαν από τρίτους, οι οποίοι χρησιμοποίησαν εμπορικά απόρρητα παρανόμως, ή την επιστροφή ή την καταστροφή τυχόν εγγράφων, φακέλων ή υλικών που περιέχουν ή ενσωματώνουν το εμπορικό απόρρητο που αποκτήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε παρανόμως. Επίσης, στους ισχύοντες εθνικούς κανόνες σχετικά με τον υπολογισμό των αποζημιώσεων δεν λαμβάνεται πάντοτε υπόψη ο άυλος χαρακτήρας των εμπορικών απορρήτων, πράγμα που καθιστά δύσκολο να αποδειχθούν τα πραγματικά διαφυγόντα κέρδη ή ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του παραβάτη, εφόσον δεν μπορεί να υπολογισθεί καμία αγοραία αξία για τις επίμαχες πληροφορίες. Λίγα είναι τα κράτη μέλη που επιτρέπουν την εφαρμογή αφηρημένων κανόνων σχετικά με τον υπολογισμό των αποζημιώσεων, οι οποίοι να στηρίζονται στο εύλογο δικαίωμα εκμετάλλευσης ή άλλης αμοιβής που θα μπορούσε να οφείλεται εάν υπήρχε άδεια για τη χρήση του εμπορικού απορρήτου. Επιπλέον, πολλοί εθνικοί κανόνες δεν προβλέπουν κατάλληλη προστασία της εμπιστευτικότητας του εμπορικού απορρήτου, εάν ο κάτοχος του εμπορικού απορρήτου εγείρει αξίωση λόγω θεωρούμενης παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικού απορρήτου από τρίτο, πράγμα το οποίο μειώνει την ελκυστικότητα των υφιστάμενων μέτρων και μέσων ένδικης προστασίας και αποδυναμώνει την παρεχόμενη προστασία.

(8)

Οι διαφορές περί την έννομη προστασία των εμπορικών απορρήτων που παρέχουν τα κράτη μέλη, συνεπάγονται ότι τα εμπορικά απόρρητα δεν έχουν ισοδύναμη προστασία σε ολόκληρη την Ένωση, γεγονός που οδηγεί σε κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς στον τομέα αυτόν και αποδυνάμωση του συνολικού αποτρεπτικού αποτελέσματος των οικείων κανόνων. Η εσωτερική αγορά επηρεάζεται διότι οι εν λόγω διαφορές αποθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν καινοτόμο διασυνοριακή οικονομική δραστηριότητα, περιλαμβανομένης της συνεργασίας στην έρευνα ή στην παραγωγή με άλλους εταίρους, της εξωτερικής ανάθεσης ή των επενδύσεων σε άλλα κράτη μέλη, η οποία εξαρτάται από τη χρήση των πληροφοριών που προστατεύονται ως εμπορικά απόρρητα. Η διασυνοριακή δικτυακή έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και οι καινοτόμες δραστηριότητες, περιλαμβανομένης της παραγωγής και του επακόλουθου διασυνοριακού εμπορίου, καθίστανται λιγότερο ελκυστικές και πιο δύσκολες στο εσωτερικό της Ένωσης, και, ως εκ τούτου, καταλήγουν σε ανεπαρκή καινοτομία στην κλίμακα της Ένωσης.

(9)

Επιπλέον, υπάρχει υψηλότερος επιχειρηματικός κίνδυνος στα κράτη μέλη με συγκριτικά χαμηλότερα επίπεδα προστασίας, ως εκ του γεγονότος ότι τα εμπορικά απόρρητα μπορούν ευκολότερα να κλαπούν ή άλλως να αποκτηθούν παρανόμως. Αυτό οδηγεί σε αναποτελεσματική κατανομή των κεφαλαίων σε καινοτομίες που τονώνουν την ανάπτυξη εντός της εσωτερικής αγοράς, λόγω των υψηλότερων δαπανών για μέτρα προστασίας τα οποία θα αντισταθμίσουν την ανεπαρκή νομική προστασία σε ορισμένα κράτη μέλη. Αυτό ευνοεί επίσης τη δραστηριότητα των αθέμιτων ανταγωνιστών, οι οποίοι, μετά την παράνομη απόκτηση των εμπορικών απορρήτων, θα μπορούσαν να διοχετεύσουν τα παραγόμενα έτσι εμπορεύματα σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Οι διαφορές των νομοθετικών καθεστώτων διευκολύνουν επίσης την εισαγωγή εμπορευμάτων από τρίτες χώρες στην Ένωση, μέσω των σημείων εισόδου με ασθενέστερη προστασία, όταν ο σχεδιασμός, η παραγωγή ή η εμπορία των εν λόγω εμπορευμάτων βασίζονται σε κλαπέντα ή άλλως παρανόμως αποκτηθέντα εμπορικά απόρρητα. Συνολικά, οι διαφορές αυτές εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(10)

Χρειάζονται κανόνες σε επίπεδο Ένωσης για τη σύγκλιση των νομοθεσιών των κρατών μελών ώστε να διασφαλιστεί επαρκές και συνεκτικό επίπεδο αστικής έννομης προστασίας στην εσωτερική αγορά, σε περίπτωση παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικού απορρήτου. Αυτοί οι κανόνες δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα κράτη μέλη να παρέχουν εκτενέστερη προστασία κατά της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικών απορρήτων στο βαθμό που τηρούνται οι ρητές διασφαλίσεις της παρούσας οδηγίας για την προστασία των συμφερόντων τρίτων.

(11)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την εφαρμογή ενωσιακών ή εθνικών κανόνων που απαιτούν την αποκάλυψη πληροφοριών στο κοινό ή σε δημόσιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών απορρήτων, ούτε την εφαρμογή των κανόνων που επιτρέπουν στις δημόσιες αρχές να συλλέγουν πληροφορίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή των κανόνων που επιτρέπουν ή απαιτούν την περαιτέρω αποκάλυψη των σχετικών πληροφοριών από τις εν λόγω δημόσιες αρχές στο κοινό. Πρόκειται ειδικότερα για τους κανόνες σχετικά με την αποκάλυψη από τα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης ή τις εθνικές δημόσιες αρχές πληροφοριών τις οποίες κατέχουν σχετικά με τις επιχειρήσεις σύμφωνα με τους κανονισμούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 (4) και (ΕΚ) αριθ. 1367/2006 (5) και την οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) ή σύμφωνα με άλλους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα ή σχετικά με τις υποχρεώσεις διαφάνειας των εθνικών δημόσιων αρχών.

(12)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των κοινωνικών εταίρων να συνάπτουν συλλογικές συμφωνίες προβλεπόμενες από το εργατικό δίκαιο με αντικείμενο την υποχρέωση τήρησης του εμπορικού απορρήτου ή περιορισμού της χρήσης του και τις επιπτώσεις της παραβίασης σχετικής υποχρέωσης από το μέρος που υπόκειται σε αυτή, εφόσον η συλλογική συμφωνία δεν περιορίζει τις προβλεπόμενες υπό της παρούσας οδηγίας εξαιρέσεις σε περίπτωση που πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για τη λήψη μέτρων, διαδικασιών ή μέσων ένδικης προστασίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία για θεωρούμενη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου.

(13)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως περιορισμός της ελευθερίας εγκατάστασης, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ή της κινητικότητας των εργαζομένων όπως προβλέπεται στο δίκαιο της Ένωσης. Ούτε προορίζεται να επηρεάσει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών μη ανταγωνισμού μεταξύ των εργοδοτών και των εργαζομένων, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο.

(14)

Είναι σημαντικό να καθιερωθεί ομοιογενής ορισμός του εμπορικού απορρήτου, χωρίς να περιορίζεται το αντικείμενο που πρέπει να προστατεύεται έναντι υπεξαίρεσης. Ο ορισμός θα πρέπει, επομένως, να είναι δομημένος κατά τρόπο ώστε να καλύπτει την τεχνογνωσία, τις επιχειρηματικές πληροφορίες και τις τεχνολογικές πληροφορίες, όπου υπάρχει τόσο το έννομο συμφέρον τήρησης της εμπιστευτικότητας όσο και η θεμιτή προσδοκία ότι η εμπιστευτικότητα αυτή θα προστατευθεί. Επιπλέον, η σχετική τεχνογνωσία ή οι σχετικές πληροφορίες θα πρέπει να έχουν πραγματική ή δυνητική εμπορική αξία. Τέτοια τεχνογνωσία ή πληροφορίες πρέπει να λογίζονται ως έχουσες εμπορική αξία για παράδειγμα όταν η παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψή τους ενδέχεται να βλάψει τα συμφέροντα του προσώπου που έχει αποκτήσει νομίμως τον έλεγχό τους εφόσον υπονομεύει το επιστημονικό και τεχνολογικό δυναμικό, επιχειρηματικά ή οικονομικά συμφέροντα, στρατηγικές θέσεις ή την ανταγωνιστική ικανότητα του ανωτέρω προσώπου. Ο ορισμός του εμπορικού απορρήτου αποκλείει τις ασήμαντες πληροφορίες και την εμπειρία και τις δεξιότητες που αποκτήθηκαν από τους εργαζομένους εντός του συνήθους πλαισίου της εργασίας τους και τις πληροφορίες οι οποίες είναι εν γένει γνωστές σε πρόσωπα ανήκοντα στους κύκλους που ασχολούνται συνήθως με τέτοιες πληροφορίες ή είναι άμεσα προσβάσιμες από αυτά.

(15)

Είναι επίσης σημαντικό να προσδιορίζονται οι περιστάσεις υπό τις οποίες δικαιολογείται η νομική προστασία εμπορικού απορρήτου. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να καθοριστεί η συμπεριφορά και οι πρακτικές που πρέπει να θεωρούνται παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου.

(16)

Προς όφελος της καινοτομίας και για την ενίσχυση του ανταγωνισμού, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να δημιουργούν κανένα αποκλειστικό δικαίωμα στην τεχνογνωσία ή τις πληροφορίες που προστατεύονται ως εμπορικά απόρρητα. Ως εκ τούτου, η ανεξάρτητη ανακάλυψη της ίδιας τεχνογνωσίας ή των ίδιων πληροφοριών θα πρέπει να παραμένει δυνατή. Η αντίστροφη μηχανική ενός προϊόντος που αποκτήθηκε νόμιμα θα πρέπει να συνιστά νόμιμο τρόπο κτήσης πληροφοριών, πλην αντιθέτου συμφωνίας. Η ελευθερία σύναψης τέτοιων συμφωνιών μπορεί, ωστόσο, να περιορίζεται από το νόμο.

(17)

Σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους, στους οποίους οι δημιουργοί και οι φορείς καινοτομίας δεν μπορούν να επωφεληθούν από αποκλειστικά δικαιώματα και στους οποίους η καινοτομία βασίζεται παραδοσιακά σε εμπορικά απόρρητα, τα προϊόντα μπορούν σήμερα να αναπαραχθούν εύκολα από τη στιγμή που θα εισέλθουν στην αγορά. Στις περιπτώσεις αυτές, οι εν λόγω δημιουργοί και φορείς ενδέχεται να πέσουν θύματα πρακτικών όπως η παρασιτική αντιγραφή ή οι δουλικές απομιμήσεις που προσπορίζουν «παρασιτικά» οφέλη εκμεταλλευόμενες τη φήμη και τις καινοτομικές προσπάθειες των εν λόγω δημιουργών και φορέων καινοτομίας. Ορισμένες εθνικές νομοθεσίες περί αθέμιτου ανταγωνισμού αντιμετωπίζουν τις πρακτικές αυτές. Παρόλο που η παρούσα οδηγία δεν αποσκοπεί στη μεταρρύθμιση ή στην εναρμόνιση του δικαίου περί αθέμιτου ανταγωνισμού γενικώς, θα ήταν σκόπιμο η Επιτροπή να εξετάσει προσεκτικά την ανάγκη ανάληψης ενωσιακής δράσης στον τομέα αυτό.

(18)

Επιπλέον, η απόκτηση, η χρήση ή η αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων όταν επιβάλλεται ή επιτρέπεται από το νόμο, θα πρέπει να θεωρείται νόμιμη για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Αυτό αφορά κυρίως την απόκτηση και αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιωμάτων των εκπροσώπων των εργαζομένων στην ενημέρωση, διαβούλευση και συμμετοχή σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και την εθνική νομοθεσία και πρακτική, και τη συλλογική υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων και των εργοδοτών, καθώς και τη συνδιαχείριση, όπως επίσης και την απόκτηση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου στο πλαίσιο υποχρεωτικών ελέγχων σύμφωνα με το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, το σύννομον της απόκτησης ενός εμπορικού απορρήτου δεν θα πρέπει να θίγει οποιαδήποτε υποχρέωση εμπιστευτικότητας σε σχέση με το εμπορικό απόρρητο ή οποιοδήποτε περιορισμό ως προς τη χρήση του που μπορεί να επιβάλει το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο στον παραλήπτη ή αποδέκτη των πληροφοριών. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να απαλλάσσει τις δημόσιες αρχές από τις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας τις οποίες υπέχουν ως προς τις πληροφορίες τις οποίες διαβιβάζουν κάτοχοι εμπορικών απορρήτων, ανεξαρτήτως του εάν οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Μια τέτοια υποχρέωση εμπιστευτικότητας περιλαμβάνει και τις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που διαβιβάζονται στην αναθέτουσα αρχή στο πλαίσιο ανάθεσης συμβάσεων, όπως προβλέπονται, για παράδειγμα, στις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2014/23/ΕΕ (7), 2014/24/ΕΕ (8) και 2014/25/ΕΕ (9).

(19)

Καίτοι η παρούσα οδηγία προβλέπει μέτρα και μέσα ένδικης προστασίας που μπορεί να συνίστανται στην απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών προκειμένου να προστατευθεί η εμπιστευτικότητα των εμπορικών απορρήτων, είναι σημαντικό να μην περιορίζεται η άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και την πολυφωνία, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης»), ιδίως έναντι της ερευνητικής δημοσιογραφίας και της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών.

(20)

Τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέσα ένδικης προστασίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να περιορίζουν τις ενέργειες καταγγελίας δυσλειτουργιών. Επομένως, η προστασία των εμπορικών απορρήτων δεν θα πρέπει να εκτείνεται στις περιπτώσεις στις οποίες η αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, εφόσον αποκαλύπτεται αμέσως ένα πταίσμα, αδικοπρακτική συμπεριφορά ή παράνομη δραστηριότητα. Αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει τις αρμόδιες δικαστικές αρχές να επιτρέψουν μια εξαίρεση όσον αφορά την εφαρμογή μέτρων, διαδικασιών και μέσων ένδικης προστασίας αν ο εναγόμενος είχε κάθε λόγο να πιστεύει καλή τη πίστει ότι η συμπεριφορά του πληρούσε τα κατάλληλα κριτήρια της παρούσας οδηγίας.

(21)

Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέσα ένδικης προστασίας των εμπορικών απορρήτων θα πρέπει να είναι δεόντως προσαρμοσμένα στο στόχο, δηλαδή στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς έρευνας και καινοτομίας, αποτρέποντας την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη ενός εμπορικού απορρήτου, χωρίς όμως να διακυβεύονται ή να υπονομεύονται θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες ή το δημόσιο συμφέρον, όπως η δημόσια ασφάλεια, η προστασία των καταναλωτών, η δημόσια υγεία και η προστασία του περιβάλλοντος, και μη θιγομένης της κινητικότητας των εργαζομένων. Εν προκειμένω, τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέσα ένδικης προστασίας της παρούσας οδηγίας διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη παράγοντες όπως η αξία του εμπορικού απορρήτου, η σοβαρότητα της συμπεριφοράς που επέφερε την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου καθώς και οι επιπτώσεις της εν λόγω συμπεριφοράς. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίζεται ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές διαθέτουν τη διακριτική ευχέρεια να σταθμίζουν τα συμφέροντα των διαδίκων στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών καθώς και τα συμφέροντα τρίτων στους οποίους περιλαμβάνονται αναλόγως και οι καταναλωτές.

(22)

Η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς θα υπονομευόταν, εάν τα προβλεπόμενα μέτρα, διαδικασίες και μέσα ένδικης προστασίας χρησιμοποιούνταν για αθέμιτους σκοπούς, ασυμβίβαστους με τους στόχους της παρούσας οδηγίας. Πρέπει λοιπόν να δοθεί η εξουσία στις δικαστικές αρχές να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα έναντι της αθέμιτης συμπεριφοράς των αιτούντων που ενεργούν καταχρηστικώς ή κακοπίστως και ασκούν προδήλως αβάσιμες αγωγές με σκοπό λόγου χάριν την αθέμιτη καθυστέρηση ή τον περιορισμό της πρόσβασης του εναγομένου στην αγορά ή άλλως τον εκφοβισμό ή την παρενόχλησή του.

(23)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου και επειδή οι νόμιμοι κάτοχοι εμπορικών απορρήτων αναμένεται να ασκήσουν το καθήκον επιμέλειας ως προς τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας των πολύτιμων εμπορικών απορρήτων τους και την παρακολούθηση της χρήσης τους, κρίνεται σκόπιμο να περιοριστούν οι ουσιαστικές αξιώσεις ή η δυνατότητα άσκησης αγωγών για την προστασία των εμπορικών απορρήτων εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Το εθνικό δίκαιο θα πρέπει επίσης να ορίζει, σαφώς και επακριβώς, πότε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία και τις περιστάσεις υπό τις οποίες διακόπτεται ή αναστέλλεται.

(24)

Η προοπτική να απολεσθεί η εμπιστευτικότητα του εμπορικού απορρήτου στην πορεία μιας δικαστικής διαδικασίας συχνά αποτρέπει τους νόμιμους κατόχους εμπορικών απορρήτων να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες για να προασπίσουν τα εμπορικά τους απόρρητα, υποσκάπτοντας την αποτελεσματικότητα των προβλεπόμενων μέτρων, διαδικασιών και μέσων ένδικης προστασίας. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να καθοριστούν, υπό την προϋπόθεση κατάλληλων διασφαλίσεων του δικαιώματος αποτελεσματικής εννόμου προστασίας και αμερόληπτου δικαστηρίου, ειδικές απαιτήσεις με σκοπό την προστασία της εμπιστευτικότητας του επιδίκου εμπορικού απορρήτου κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας που κινήθηκε για την υπεράσπισή του. Η προστασία αυτή θα πρέπει να διαρκεί και μετά τη λήξη των δικαστικών διαδικασιών και για όσο χρονικό διάστημα οι πληροφορίες που συνιστούν το εμπορικό απόρρητο δεν έχουν περιέλθει σε δημόσια χρήση.

(25)

Οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, τη δυνατότητα να περιορίζεται ο κύκλος των προσώπων που έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία ή κατά την ακροαματική διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη ότι καθένα από αυτά τα πρόσωπα θα πρέπει να υπόκεινται στις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας της παρούσας οδηγίας, και να δημοσιεύονται μόνο τα μη εμπιστευτικά στοιχεία των δικαστικών αποφάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμώντας ότι η αξιολόγηση της ποιότητας των επιδίκων πληροφοριών αποτελεί έναν από τους κύριους σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διασφαλιστεί τόσο η αποτελεσματική προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εμπορικών απορρήτων όσο και η διασφάλιση του δικαιώματος αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος και δίκαιης δίκης των διαδίκων στις συγκεκριμένες διαδικασίες. Ο περιορισμένος κύκλος θα πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει ένα τουλάχιστον φυσικό πρόσωπο για κάθε διάδικο καθώς και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και, κατά περίπτωση, άλλους εκπροσώπους νομίμως προς τούτο εξουσιοδοτημένους σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο προκειμένου να υπερασπιστούν, να εκπροσωπήσουν ή να υπηρετήσουν τα συμφέροντα του διαδίκου στις δικαστικές διαδικασίες της παρούσας οδηγίας, οι οποίοι έχουν όλοι πλήρη πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία ή στην ακροαματική διαδικασία. Αν ένας από τους διαδίκους είναι νομικό πρόσωπο, ο εν λόγω διάδικος θα πρέπει να είναι σε θέση να προτείνει το ή τα φυσικά πρόσωπα που θα πρέπει να περιληφθούν στον κύκλο των προσώπων, ώστε να διασφαλιστεί η προσήκουσα εκπροσώπηση του νομικού προσώπου, με την επιφύλαξη του κατάλληλου δικαστικού ελέγχου προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν υπονόμευση του επιδιωκομένου περιορισμού της πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία ή στην ακροαματική διαδικασία. Οι εγγυήσεις αυτές δεν θα πρέπει να νοούνται υπό την έννοια ότι επιβάλλεται η εκπροσώπηση των διαδίκων από δικηγόρο ή άλλον εκπρόσωπο κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας όταν μια τέτοια εκπροσώπηση δεν απαιτείται βάσει του εθνικού δικαίου. Δεν θα πρέπει επίσης να θεωρείται ότι περιορίζεται η ικανότητα των δικαστηρίων να αποφασίζουν, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και την πρακτική του οικείου κράτους μέλους, αν και σε ποιο βαθμό οι αρμόδιοι δικαστικοί υπάλληλοι θα πρέπει επίσης να έχουν πλήρη πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία ή στην ακροαματική διαδικασία για την άσκηση των καθηκόντων τους.

(26)

Η παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου από τρίτο θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική για τον νόμιμο κάτοχο εμπορικού απορρήτου, δεδομένου ότι άπαξ και το εμπορικό απόρρητο δημοσιοποιηθεί, θα είναι αδύνατο να επανέλθει ο κάτοχος στην κατάσταση πριν την απώλεια του απορρήτου. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να προβλεφθούν αποτελεσματικά προσωρινά μέτρα ταχείας εφαρμογής και εύκολης πρόσβασης, για την άμεση λήξη της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικού απορρήτου, καθώς και στην περίπτωση που το εμπορικό απόρρητο χρησιμοποιείται για την παροχή υπηρεσιών. Είναι σημαντικό αυτά τα μέτρα να είναι διαθέσιμα ήδη πριν την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, με τον δέοντα σεβασμό των δικαιωμάτων της υπεράσπισης και της αρχής της αναλογικότητας και λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης υπόθεσης. Υπό ορισμένες περιστάσεις, θα πρέπει να μπορεί να επιτραπεί στον φερόμενο ως παραβάτη, εφόσον καταθέσει μία ή περισσότερες εγγυήσεις, να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το εμπορικό απόρρητο, ιδίως όταν ο κίνδυνος να περιέλθει σε δημόσια χρήση είναι μικρός. Θα πρέπει επίσης να μπορεί να απαιτείται καταβολή επαρκών εγγυήσεων ώστε να καλυφθεί το κόστος και η ζημία που προκλήθηκε στον εναγόμενο από αδικαιολόγητη αίτηση, ιδίως όταν τυχόν καθυστέρηση θα μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον νόμιμο κάτοχο εμπορικού απορρήτου.

(27)

Για τον ίδιο λόγο, είναι επίσης σημαντικό να προβλεφθούν οριστικά μέτρα για την αποφυγή περαιτέρω παράνομης χρήσης ή αποκάλυψης του εμπορικού απόρρητου, καθώς και στην περίπτωση που το εμπορικό απόρρητο χρησιμοποιείται για την παροχή υπηρεσιών. Για να είναι αποτελεσματικά και αναλογικά τα απαγορευτικά μέτρα, η διάρκειά τους, όταν λόγω των περιστάσεων απαιτείται χρονικός περιορισμός, θα πρέπει να είναι επαρκής ώστε να εξαλειφθεί κάθε εμπορικό πλεονέκτημα το οποίο θα μπορούσε να έχει αποκομίσει τρίτος από την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου. Εν πάση περιπτώσει, κανένα τέτοιο μέτρο δεν θα πρέπει να είναι εκτελεστό, εάν οι πληροφορίες που αρχικά καλύπτονταν από το εμπορικό απόρρητο έχουν περιέλθει σε δημόσια χρήση, για λόγους που δεν μπορούν να καταλογιστούν στον εναγόμενο.

(28)

Ένα εμπορικό απόρρητο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί παρανόμως για τον σχεδιασμό, την παραγωγή ή την εμπορία εμπορευμάτων, ή κατασκευαστικών τους στοιχείων, τα οποία θα μπορούσαν να διοχετευθούν σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, παραβλάπτοντας τα εμπορικά συμφέροντα του κατόχου του εμπορικού απορρήτου και επηρεάζοντας τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Σε αυτές τις περιπτώσεις και όταν το εν λόγω εμπορικό απόρρητο έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ποιότητα, την αξία ή την τιμή του παραγόμενου με την παράνομη χρήση εμπορεύματος ή τη μείωση του κόστους, στη διευκόλυνση ή επιτάχυνση των διεργασιών παραγωγής ή των διαδικασιών εμπορίας του, είναι σημαντικό να διαθέτουν οι δικαστικές αρχές την εξουσία να διατάσσουν αποτελεσματικά και κατάλληλα μέτρα, ώστε τα εν λόγω εμπορεύματα να μη διατίθενται στην αγορά ή να αποσύρονται από αυτήν. Λαμβανομένου υπόψη του παγκόσμιου χαρακτήρα του εμπορίου, είναι επίσης αναγκαίο να περιλαμβάνεται στα εν λόγω μέτρα η απαγόρευση της εισαγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων στην Ένωση ή η αποθήκευσή τους με σκοπό την προσφορά ή τη διάθεσή τους στην αγορά. Έχοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, τα μέτρα αποκατάστασης δεν θα πρέπει να συνεπάγονται κατ' ανάγκη την καταστροφή των εμπορευμάτων, όταν υπάρχουν άλλες εφικτές επιλογές, όπως η αφαίρεση των χαρακτηριστικών που καθιστούν τα εμπορεύματα παράνομα ή η διάθεση των εμπορευμάτων εκτός της αγοράς, παραδείγματος χάριν, μέσω δωρεών σε φιλανθρωπικές οργανώσεις.

(29)

Ένα πρόσωπο μπορεί αρχικά να απέκτησε εμπορικό απόρρητο καλή τη πίστει, αλλά μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο να έλαβε γνώση, μεταξύ άλλων αφού τον ενημέρωσε ο αρχικός κάτοχος του εμπορικού απορρήτου, ότι οι γνώσεις του για το εν λόγω εμπορικό απόρρητο προέρχονταν από πηγές που χρησιμοποιούσαν ή αποκάλυπταν το σχετικό εμπορικό απόρρητο παρανόμως. Για να αποφευχθεί η περίπτωση, υπό τις περιστάσεις αυτές, να προκαλέσουν τα προβλεπόμενα μέτρα αποκατάστασης ή δικαστικές διαταγές δυσανάλογη ζημία στο εν λόγω πρόσωπο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν τη δυνατότητα, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις, να καταβάλλεται χρηματική αποζημίωση στον ζημιωθέντα διάδικο, ως εναλλακτικό μέτρο. Η εν λόγω αποζημίωση δεν θα πρέπει, ωστόσο, να υπερβαίνει το ύψος των δικαιωμάτων ή λοιπών αμοιβών που θα οφείλονταν, εάν το εν λόγω πρόσωπο είχε λάβει την άδεια να χρησιμοποιεί το επίμαχο εμπορικό απόρρητο, για τη χρονική περίοδο κατά την οποία θα μπορούσε να έχει εμποδιστεί η χρήση του εμπορικού απορρήτου από τον αρχικό κάτοχο του εμπορικού απορρήτου. Παρά ταύτα, σε περίπτωση που η παράνομη χρήση του εμπορικού απορρήτου θα συνιστούσε παράβαση άλλης νομοθεσίας πλην των προβλεπομένων στην παρούσα οδηγία ή ενδέχεται να αποβεί εις βάρος των καταναλωτών, αυτή η παράνομη χρήση δεν θα πρέπει να επιτρέπεται.

(30)

Για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να επωφελείται από τέτοια συμπεριφορά ένα πρόσωπο που, εν γνώσει του ή έχοντας βάσιμους λόγους να γνωρίζει, παρανόμως αποκτά, χρησιμοποιεί ή αποκαλύπτει εμπορικό απόρρητο, και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο ζημιωθείς κάτοχος του εμπορικού απορρήτου, στο μέτρο του δυνατού, βρίσκεται στη θέση στην οποία θα ήταν εάν δεν είχε μεσολαβήσει αυτή η συμπεριφορά, είναι αναγκαίο να προβλέπεται επαρκής αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς. Στο ποσό της αποζημίωσης, που επιδικάζεται στον ζημιωθέντα κάτοχο του εμπορικού απορρήτου, θα πρέπει να συνυπολογίζονται όλοι οι σχετικοί παράγοντες, όπως το διαφυγόν κέρδος του ή τα αθέμιτα κέρδη που αποκόμισε ο παραβάτης και, όπου ενδείκνυται, η τυχόν ηθική βλάβη που προκλήθηκε στον κάτοχο του εμπορικού απορρήτου. Εναλλακτικά, για παράδειγμα όταν, λαμβανομένου υπόψη του άυλου χαρακτήρα των εμπορικών απορρήτων, θα ήταν δυσχερής ο υπολογισμός του ποσού της πραγματικής ζημίας που υπέστη ο κάτοχος, το ύψος της αποζημίωσης θα μπορούσε να εξαχθεί από στοιχεία όπως τα δικαιώματα ή τις αμοιβές που θα οφείλονταν, εάν ο παραβάτης είχε ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιεί το επίμαχο εμπορικό απόρρητο. Το ζητούμενο διά της εναλλακτικής αυτής μεθόδου δεν είναι να θεσπιστεί υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης με σκοπό την τιμωρία, αλλά να διασφαλιστεί η καταβολή αποζημίωσης βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, λαμβανομένων, συγχρόνως, υπόψη των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο κάτοχος του εμπορικού απορρήτου, όπως οι δαπάνες για να ανακαλυφθεί και να ερευνηθεί η παραβίαση. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να προβλέπουν στο εθνικό τους δίκαιο ότι η ευθύνη για την καταβολή αποζημίωσης εκ μέρους εργαζομένων περιορίζεται εφόσον ενεργούν χωρίς δόλο.

(31)

Ως συμπληρωματικό αποτρεπτικό μέτρο για μελλοντικούς παραβάτες και προκειμένου να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού, είναι χρήσιμο να δημοσιοποιούνται οι αποφάσεις, μεταξύ άλλων, όπου ενδείκνυται, μέσω εμφανούς διαφήμισης, σε περιπτώσεις που αφορούν την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων, εφόσον η δημοσίευση αυτή δεν έχει ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου ούτε έχει δυσανάλογες αρνητικές επιπτώσεις για την ιδιωτική ζωή και τη φήμη φυσικών προσώπων.

(32)

Η αποτελεσματικότητα των μέτρων, των διαδικασιών και των μέσων ένδικης προστασίας τα οποία παρέχονται στους κατόχους του εμπορικού απορρήτου θα μπορούσε να υπονομευθεί αν οι σχετικές αποφάσεις των αρμόδιων δικαστικών αρχών μένουν ανεκτέλεστες. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω αρχές διαθέτουν τις δέουσες εξουσίες επιβολής κυρώσεων.

(33)

Για να διευκολυνθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των μέτρων, των διαδικασιών και των μέσων ένδικης προστασίας της παρούσας οδηγίας, χρειάζονται συστήματα συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, αφενός, και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, αφετέρου, ιδίως με τη δημιουργία ενός δικτύου ανταποκριτών που ορίζονται από τα κράτη μέλη. Επιπλέον, για να κρίνει αν τα εν λόγω μέτρα επιτυγχάνουν τον στόχο τους, η Επιτροπή, επικουρούμενη, ανάλογα με την περίπτωση, από το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να εξετάζει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και την αποτελεσματικότητα των ληφθέντων εθνικών μέτρων.

(34)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη, και, ειδικότερα, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την ελευθερία του επαγγέλματος και το δικαίωμα στην εργασία, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, και ιδίως πρόσβασης σε φακέλους, τηρουμένου του επιχειρηματικού απορρήτου, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και το δικαίωμα της υπεράσπισης.

(35)

Είναι σημαντικό να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και προστασίας των προσωπικών δεδομένων κάθε προσώπου τα προσωπικά δεδομένα του οποίου μπορεί να τυγχάνουν επεξεργασίας από τον κάτοχο του εμπορικού απορρήτου όταν λαμβάνει μέτρα για την προστασία εμπορικού απορρήτου ή οποιουδήποτε προσώπου που εμπλέκεται σε δικαστική διαδικασία σχετικά με την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων δυνάμει της παρούσας οδηγίας και του οποίου τα προσωπικά δεδομένα τυγχάνουν επεξεργασίας. Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) διέπει την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνει χώρα στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, ιδίως των δημόσιων ανεξάρτητων αρχών οι οποίες έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ, και ιδίως τα δικαιώματα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα να έχει πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας και να επιτυγχάνει τη διόρθωση, τη διαγραφή ή το κλείδωμα των ανακριβών ή ελλιπών δεδομένων καθώς και, όπου ενδείκνυται, την υποχρέωση της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 5 της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

(36)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μέσω της καθιέρωσης ενός επαρκούς και συγκρίσιμου επιπέδου έννομης προστασίας σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά σε περίπτωση παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικού απορρήτου, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που περιέχεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(37)

Σκοπός της παρούσας οδηγίας δεν είναι η θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας, της δικαιοδοσίας, της αναγνώρισης και της εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Επιπλέον, οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν το εφαρμοστέο δίκαιο. Άλλες πράξεις της Ένωσης οι οποίες διέπουν τα θέματα αυτά σε γενικό επίπεδο θα πρέπει, καταρχήν, να παραμείνουν εξίσου εφαρμοστέες στο πεδίο που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

(38)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, και ιδίως των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). Τα μέτρα, διαδικασίες και μέσα ένδικης προστασίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον αδικαιολόγητο περιορισμό του ανταγωνισμού κατά τρόπο αντίθετο προς τη ΣΛΕΕ.

(39)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει την εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης σχετικής νομοθεσίας σε άλλους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και του δικαίου των συμβάσεων. Ωστόσο, όταν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) και το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας αλληλεπικαλύπτονται, υπερισχύει η παρούσα οδηγία ως lex specialis.

(40)

Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος και γνωμοδότησε στις 12 Μαρτίου 2014,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες προστασίας από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, τηρουμένης της ΣΛΕΕ, την παροχή προστασίας κατά της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης των εμπορικών απορρήτων εκτενέστερης από την απαιτουμένη δυνάμει της παρούσας οδηγίας, εφόσον εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τα άρθρα 3, 5, 6, το άρθρο 7 παράγραφος 1, το άρθρο 8, το άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4, το άρθρο 10 παράγραφος 2, τα άρθρα 11, 13 και το άρθρο 15 παράγραφος 3.

2.   Η παρούσα οδηγία δεν θίγει:

α)

την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, όπως κατοχυρώνεται στον Χάρτη, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού της ελευθερίας και της πολυφωνίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης·

β)

την εφαρμογή των ενωσιακών ή εθνικών κανόνων που επιβάλλουν στους κατόχους εμπορικού απορρήτου να αποκαλύπτουν, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων εμπορικών απορρήτων, στο κοινό ή σε διοικητικές ή δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων των αρχών αυτών·

γ)

την εφαρμογή των ενωσιακών ή εθνικών κανόνων που απαιτούν ή επιτρέπουν στα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης ή τις εθνικές δημόσιες αρχές να αποκαλύπτουν πληροφορίες που υποβάλλονται από τις επιχειρήσεις, τις οποίες τα ανωτέρω όργανα, οργανισμοί ή αρχές κατέχουν σύμφωνα με, και σε συμμόρφωση με, τις υποχρεώσεις και τα προνόμια που προβλέπονται στο ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο·

δ)

την αυτονομία των κοινωνικών εταίρων και το δικαίωμά τους να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και το εθνικό δίκαιο και πρακτική.

3.   Ουδεμία διάταξη της παρούσας οδηγίας δύναται να θεωρηθεί ότι προβλέπει λόγο περιορισμού της κινητικότητας των εργαζομένων. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την άσκηση της εν λόγω κινητικότητας, η παρούσα οδηγία ουδόλως δικαιολογεί:

α)

τον περιορισμό της εκ μέρους των εργαζομένων χρήσης των πληροφοριών που δεν συνιστούν εμπορικό απόρρητο κατά το άρθρο 2 σημείο 1)·

β)

τον περιορισμό της χρήσης εκ μέρους των εργαζομένων της εμπειρίας και των δεξιοτήτων που έχουν νομοτύπως αποκτήσει στο σύνηθες πλαίσιο της εργασίας τους·

γ)

την επιβολή στους εργαζομένους, μέσω των συμβάσεων εργασίας τους, πρόσθετων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων σύμφωνα με το εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως «εμπορικό απόρρητο» νοούνται οι πληροφορίες οι οποίες πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

είναι απόρρητες, υπό την έννοια ότι, είτε ως σύνολο είτε από την άποψη του ακριβούς περιεχομένου και της διάταξης των συνιστωσών τους, δεν είναι ευρέως γνωστές σε πρόσωπα ανήκοντα στους κύκλους που ασχολούνται συνήθως με αυτό το είδος πληροφοριών ούτε άμεσα προσβάσιμες στα πρόσωπα αυτά·

β)

έχουν εμπορική αξία απορρέουσα από τον απόρρητο χαρακτήρα τους·

γ)

το πρόσωπο που έχει αποκτήσει νομίμως τον έλεγχο επί των εν λόγω πληροφοριών έχει καταβάλει εύλογες προσπάθειες, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, για την προστασία του απόρρητου χαρακτήρα τους·

2)

ως «κάτοχος εμπορικού απορρήτου» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει νομίμως ένα εμπορικό απόρρητο·

3)

ως «παραβάτης» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρανόμως απέκτησε, χρησιμοποίησε ή αποκάλυψε εμπορικό απόρρητο·

4)

ως «παράνομα εμπορεύματα» νοούνται τα εμπορεύματα των οποίων το σχέδιο, τα χαρακτηριστικά, η λειτουργία, η διαδικασία παραγωγής ή η εμπορία αποκτά σημαντικό πλεονέκτημα από την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων

Άρθρο 3

Νόμιμη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων

1.   Η απόκτηση εμπορικού απορρήτου θεωρείται νόμιμη όταν το εμπορικό απόρρητο προέρχεται από οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:

α)

ανεξάρτητη ανακάλυψη ή δημιουργία·

β)

παρατήρηση, μελέτη, αποσυναρμολόγηση ή δοκιμή ενός προϊόντος ή αντικειμένου που έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού ή που βρίσκεται νομίμως στην κατοχή του αποδέκτη των πληροφοριών, ο οποίος δεν υπέχει νόμιμη υποχρέωση περιορισμού της απόκτησης του εμπορικού απορρήτου·

γ)

άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους στην ενημέρωση και τη διαβούλευση, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και το εθνικό δίκαιο και πρακτική·

δ)

οποιαδήποτε άλλη πρακτική η οποία, υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη.

2.   Η απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου θεωρείται νόμιμη αν επιβάλλεται ή επιτρέπεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 4

Παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι κάτοχοι εμπορικού απορρήτου δικαιούνται να ζητήσουν τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέσα ένδικης προστασίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, προκειμένου να αποτρέψουν την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη οικείου εμπορικού απορρήτου ή να εξασφαλίσουν έννομη προστασία.

2.   Η απόκτηση εμπορικού απορρήτου χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του θεωρείται παράνομη όποτε διενεργείται με:

α)

μη επιτρεπόμενη πρόσβαση, ιδιοποίηση ή αντιγραφή εγγράφων, αντικειμένων, υλικών, ουσιών ή ηλεκτρονικών αρχείων που νομίμως βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κατόχου του εμπορικού απορρήτου, τα οποία περιέχουν το εμπορικό απόρρητο ή από τα οποία μπορεί να εξαχθεί το εμπορικό απόρρητο·

β)

οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά η οποία, υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρείται αντικείμενη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη.

3.   Η χρήση ή η αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου θεωρείται παράνομη όποτε πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του εμπορικού απορρήτου από πρόσωπο που αποδεδειγμένα πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

έχει αποκτήσει το εμπορικό απόρρητο παρανόμως·

β)

έχει παραβιάσει συμφωνία εμπιστευτικότητας ή άλλη υποχρέωση μη αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου·

γ)

έχει παραβιάσει συμβατική ή άλλη υποχρέωση να περιορίζει τη χρήση του εμπορικού απορρήτου.

4.   Η απόκτηση, η χρήση ή η αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου θεωρείται επίσης παράνομη όταν ένα πρόσωπο, κατά τη στιγμή της απόκτησης, της χρήσης ή της αποκάλυψης, γνώριζε ή όφειλε, υπό τις περιστάσεις, να γνωρίζει ότι το εμπορικό απόρρητο αποκτήθηκε άμεσα ή έμμεσα από άλλο πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιούσε ή αποκάλυπτε το εμπορικό απόρρητο παρανόμως, κατά την έννοια της παραγράφου 3.

5.   Η παραγωγή, προσφορά ή διάθεση στην αγορά παράνομων εμπορευμάτων, ή η εισαγωγή, εξαγωγή ή αποθήκευση παράνομων εμπορευμάτων για τους σκοπούς αυτούς, θεωρείται επίσης παράνομη χρήση εμπορικού απορρήτου όταν το πρόσωπο που ασκεί αυτές τις δραστηριότητες γνώριζε ή όφειλε, υπό τις περιστάσεις, να γνωρίζει ότι το εμπορικό απόρρητο χρησιμοποιήθηκε παρανόμως, κατά την έννοια της παραγράφου 3.

Άρθρο 5

Εξαιρέσεις

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μια αίτηση με αντικείμενο τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέσα ένδικης προστασίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία να απορρίπτεται όταν η θεωρούμενη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου πραγματοποιήθηκε σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

για την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, όπως κατοχυρώνεται στον Χάρτη, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού της ελευθερίας και της πολυφωνίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης·

β)

για τη διαπίστωση πταίσματος, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς ή παράνομης δραστηριότητας, υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος ενήργησε προς το σκοπό της προστασίας του γενικού δημόσιου συμφέροντος·

γ)

όταν το εμπορικό απόρρητο αποκαλύφθηκε από τους εργαζομένους στους εκπροσώπους τους στο πλαίσιο της νόμιμης άσκησης εκ μέρους των αντιπροσώπων αυτών των καθηκόντων τους, σύμφωνα με το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο, εφόσον η αποκάλυψη αυτή ήταν αναγκαία για την άσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων·

δ)

χάριν προστασίας έννομου συμφέροντος αναγνωριζομένου από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Μέτρα, διαδικασίες και μέσα ένδικης προστασίας

Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 6

Γενική υποχρέωση

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα αναγκαία μέτρα, διαδικασίες και μέσα ένδικης προστασίας για τη διασφάλιση της παροχής αστικής έννομης προστασίας κατά της παράνομης απόκτησης, χρήσης και αποκάλυψης εμπορικών απορρήτων.

2.   Τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέσα ένδικης προστασίας της παραγράφου 1:

α)

είναι δίκαια και εύλογα·

β)

δεν είναι περίπλοκα και δαπανηρά άνευ λόγου και δεν προβλέπουν ανέφικτες προθεσμίες ούτε συνεπάγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις· και

γ)

είναι αποτελεσματικά και αποτρεπτικά.

Άρθρο 7

Αναλογικότητα και αποφυγή καταχρηστικής προσφυγής στη δικαιοσύνη

1.   Τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέσα ένδικης προστασίας που προβλέπει η παρούσα οδηγία εφαρμόζονται κατά τρόπο ο οποίος:

α)

είναι αναλογικός·

β)

αποτρέπει τη δημιουργία εμποδίων για το νόμιμο εμπόριο στην εσωτερική αγορά· και

γ)

παρέχει διασφαλίσεις κατά της καταχρηστικής τους χρήσης.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να μπορούν, κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, να εφαρμόσουν κατάλληλα μέτρα του εθνικού δικαίου, όταν η αίτηση που αφορά την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου είναι προδήλως αβάσιμη και διαπιστώνεται ότι ο αιτών κίνησε τη δικαστική διαδικασία καταχρηστικώς ή κακοπίστως. Μεταξύ των εν λόγω μέτρων δύνανται να περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση, η επιδίκαση αποζημίωσης στον εναγόμενο, η επιβολή κυρώσεων στον αιτούντα ή η διαταγή για διάδοση των πληροφοριών σχετικά με απόφαση αναφερομένη στο άρθρο 15.

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο θα αποτελούν αντικείμενο χωριστής δικαστικής διαδικασίας.

Άρθρο 8

Προθεσμία παραγραφής

1.   Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες παραγραφής που εφαρμόζονται στις ουσιαστικές αξιώσεις και την άσκηση αγωγών με αίτημα την εφαρμογή των μέτρων, των διαδικασιών και των μέσων ένδικης προστασίας δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Οι κανόνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καθορίζουν πότε αρχίζει η προθεσμία παραγραφής, τη διάρκειά της και τις συνθήκες υπό τις οποίες διακόπτεται ή αναστέλλεται.

2.   Η διάρκεια της προθεσμίας παραγραφής δεν υπερβαίνει τα έξι έτη.

Άρθρο 9

Προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εμπορικών απορρήτων κατά τις δικαστικές διαδικασίες

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διάδικοι, οι δικηγόροι ή άλλοι εκπρόσωποί τους, τα μέλη του δικαστηρίου, οι μάρτυρες, οι πραγματογνώμονες και κάθε άλλο πρόσωπο που συμμετέχει στη δικαστική διαδικασία που αφορά την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου, ή που έχει πρόσβαση σε έγγραφα τα οποία αποτελούν μέρος των εν λόγω δικαστικών διαδικασιών, απαγορεύεται να χρησιμοποιούν ή να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε εμπορικό απόρρητο ή θεωρούμενο εμπορικό απόρρητο, εις χείρας των αρμόδιων δικαστικών αρχών, μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση κάποιου ενδιαφερομένου, το οποίο έχει χαρακτηρισθεί εμπιστευτικό και περιήλθε σε γνώση τους λόγω αυτής της συμμετοχής ή πρόσβασης. Προς τούτο, τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να επιτρέπουν στις αρμόδιες δικαστικές αρχές να ενεργήσουν αυτοβούλως.

Η υποχρέωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο παραμένει σε ισχύ και μετά την ολοκλήρωση των δικαστικών διαδικασιών αλλά λήγει σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις:

α)

εάν κριθεί διά οριστικής αποφάσεως ότι το θεωρούμενο εμπορικό απόρρητο δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 2 σημείο 1)· ή

β)

εάν, με την πάροδο του χρόνου, οι εν λόγω πληροφορίες καθίστανται ευρέως γνωστές σε πρόσωπα ανήκοντα στους κύκλους που ασχολούνται συνήθως με αυτό το είδος πληροφοριών ή καθίστανται άμεσα προσβάσιμες από αυτά.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές δύνανται, βάσει δεόντως αιτιολογημένης αίτησης διάδικου, να λαμβάνουν ειδικά μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να προστατευθεί η εμπιστευτικότητα κάθε εμπορικού απορρήτου ή θεωρούμενου εμπορικού απορρήτου το οποίο χρησιμοποιείται ή αναφέρεται κατά την εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας που αφορά την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου. Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να επιτρέπουν στις αρμόδιες δικαστικές αρχές να λαμβάνουν τέτοια μέτρα αυτοβούλως.

Τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνουν τουλάχιστον τη δυνατότητα:

α)

να περιορίζεται εν όλω ή εν μέρει η πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο περιέχει εμπορικά απόρρητα ή θεωρούμενα εμπορικά απόρρητα, το οποίο υποβάλλεται από τους διαδίκους ή τρίτους, σε περιορισμένο αριθμό προσώπων·

β)

όταν ενδέχεται να αποκαλυφθούν εμπορικά απόρρητα ή θεωρούμενα εμπορικά απόρρητα, να επιτρέπεται πρόσβαση στην ακροαματική διαδικασία καθώς και στα αντίστοιχα πρακτικά ή καταγραφές της διαδικασίας σε περιορισμένο αριθμό προσώπων·

γ)

να διατίθεται σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται στον περιορισμένο αριθμό προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) ένα μη εμπιστευτικό κείμενο της δικαστικής απόφασης, στην οποία τα αποσπάσματα που περιέχουν εμπορικά απόρρητα έχουν αφαιρεθεί ή αναδιατυπωθεί.

Ο αριθμός των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του δευτέρου εδαφίου δεν υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το δικαίωμα των διαδίκων σε αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα και σε δίκαιη δίκη και περιλαμβάνει, τουλάχιστον, ένα φυσικό πρόσωπο για κάθε διάδικο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή άλλους εκπρόσωπους των εν λόγω διαδίκων.

3.   Όταν αποφασίζουν σχετικά με τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και αξιολογούν την αναλογικότητά τους, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να διασφαλιστεί το δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα και σε δίκαιη δίκη, τα νόμιμα συμφέροντα των διαδίκων και, κατά περίπτωση, τρίτων, και κάθε ενδεχόμενη βλάβη ενός των διαδίκων και, κατά περίπτωση, τρίτων, που απορρέει από την αποδοχή ή την απόρριψη των σχετικών μέτρων.

4.   Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 ή 3 πραγματοποιείται σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ.

Τμήμα 2

Προσωρινά και συντηρητικά μέτρα

Άρθρο 10

Προσωρινά και συντηρητικά μέτρα

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να δύνανται, κατόπιν αιτήματος του κατόχου του εμπορικού απορρήτου, να διατάξουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα προσωρινά και συντηρητικά μέτρα έναντι του φερόμενου ως παραβάτη:

α)

την παύση ή, ανάλογα με την περίπτωση, την απαγόρευση της χρήσης ή της αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου σε προσωρινή βάση·

β)

την απαγόρευση της παραγωγής, της προσφοράς, της διάθεσης στην αγορά ή της χρήσης παρανόμων εμπορευμάτων, ή της εισαγωγής, της εξαγωγής ή της αποθήκευσης παρανόμων εμπορευμάτων για τους σκοπούς αυτούς·

γ)

την κατάσχεση ή την παράδοση των εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι παράνομα, συμπεριλαμβανομένων των εισαγόμενων εμπορευμάτων, ώστε να εμποδιστεί η είσοδος, ή η κυκλοφορία τους, στην αγορά.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι δικαστικές αρχές να δύνανται, ως εναλλακτική δυνατότητα σε σχέση με τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, να εξαρτούν τη συνέχιση της θεωρούμενης παράνομης χρήσης του εμπορικού απορρήτου από την κατάθεση εγγυήσεων με σκοπό να εξασφαλιστεί η αποζημίωση του κατόχου του εμπορικού απορρήτου. Απαγορεύεται η αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου έναντι κατάθεσης εγγυήσεων.

Άρθρο 11

Προϋποθέσεις προσφυγής και εγγυήσεις

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να διαθέτουν, σε σχέση με τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 10, την εξουσία να απαιτούν από τον αιτούντα να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ευλόγως μπορούν να θεωρηθούν διαθέσιμα, προκειμένου να κρίνουν με επαρκή βαθμό βεβαιότητας ότι:

α)

υφίσταται εμπορικό απόρρητο·

β)

ο αιτών είναι ο κάτοχος του εμπορικού απορρήτου· και

γ)

το εμπορικό απόρρητο έχει αποκτηθεί παράνομα, χρησιμοποιείται ή αποκαλύπτεται παράνομα, ή ότι επίκειται παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές κατά τη λήψη της απόφασης για αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης και κατά την εκτίμηση της αναλογικότητάς της, να λαμβάνουν υποχρεωτικώς υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης που περιλαμβάνουν ανάλογα με την περίπτωση:

α)

την αξία και τα λοιπά ειδικά χαρακτηριστικά του εμπορικού απορρήτου·

β)

τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του εμπορικού απορρήτου·

γ)

τη συμπεριφορά του εναγομένου κατά την απόκτηση, τη χρήση ή την αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου·

δ)

τις επιπτώσεις της παράνομης χρήσης ή αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου·

ε)

τα νόμιμα συμφέροντα των διαδίκων, όπως και τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η αποδοχή ή η απόρριψη των μέτρων έναντι των διαδίκων·

στ)

τα νόμιμα συμφέροντα τρίτων·

ζ)

το δημόσιο συμφέρον· και

η)

την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 10 ανακαλούνται ή άλλως παύουν να παράγουν αποτελέσματα, κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, εάν:

α)

ο αιτών δεν κινήσει δικαστική διαδικασία που οδηγεί σε απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής, εντός εύλογης προθεσμίας προσδιοριζομένης από τη δικαστική αρχή η οποία διατάσσει τη λήψη των μέτρων όταν το επιτρέπει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους ή, αν δεν προσδιορισθεί τέτοια προθεσμία, εντός 20 εργάσιμων ημερών ή 31 ημερολογιακών ημερών, ανάλογα με το ποια περίοδος είναι η μεγαλύτερη· ή

β)

οι επίμαχες πληροφορίες δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 σημείο 1), για λόγους που δεν μπορούν να καταλογιστούν στον εναγόμενο.

4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να δύνανται να εξαρτούν τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 10 από την εκ μέρους του αιτούντος χορήγηση κατάλληλης εγγύησης ή την παροχή ισοδύναμης διασφάλισης, με σκοπό να εξασφαλιστεί η αποκατάσταση τυχόν ζημίας του εναγομένου και, όπου ενδείκνυται, κάθε άλλου προσώπου θιγομένου από τα μέτρα.

5.   Εάν τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 10 ανακληθούν βάσει της παραγράφου 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, εάν παύσουν να ισχύουν λόγω πράξης ή παράλειψης του αιτούντος ή εάν διαπιστωθεί εκ των υστέρων ότι δεν υπήρξε καμία παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου ή απειλή τέτοιας συμπεριφοράς, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές έχουν την εξουσία να διατάσσουν τον αιτούντα, κατόπιν αιτήματος του εναγομένου ή ζημιωθέντος τρίτου, να παράσχει στον εναγόμενο ή στον ζημιωθέντα τρίτο, εύλογη αποζημίωση για την όποια ζημία προκλήθηκε από αυτά τα μέτρα.

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η αίτηση αποζημίωσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο θα αποτελεί αντικείμενο χωριστής δικαστικής διαδικασίας.

Τμήμα 3

Μέτρα που απορρέουν από απόφαση επί της ουσίας

Άρθρο 12

Δικαστικές διαταγές και μέτρα αποκατάστασης

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση επί της ουσίας διά της οποίας διαπιστώνεται παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να δύνανται, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος, να διατάξουν κατά του παραβάτη ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

την παύση ή, ανάλογα με την περίπτωση, την απαγόρευση της χρήσης ή της αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου·

β)

την απαγόρευση της παραγωγής, της προσφοράς, της διάθεσης στην αγορά ή της χρήσης παρανόμων εμπορευμάτων, ή της εισαγωγής, της εξαγωγής ή της αποθήκευσης παρανόμων εμπορευμάτων για τους σκοπούς αυτούς·

γ)

τη λήψη των κατάλληλων μέτρων αποκατάστασης σε σχέση με τα παράνομα εμπορεύματα·

δ)

την καταστροφή του συνόλου ή μέρους τυχόν εγγράφου, αντικειμένου, υλικού, ουσίας ή ηλεκτρονικού αρχείου που περιέχει ή ενσωματώνει το εμπορικό απόρρητο ή, όπου ενδείκνυται, την παράδοση στον ενάγοντα του συνόλου ή μέρους των εν λόγω εγγράφων, αντικειμένων, υλικών, ουσιών ή ηλεκτρονικών αρχείων.

2.   Μεταξύ των μέτρων αποκατάστασης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) συγκαταλέγονται τα ακόλουθα:

α)

ανάκληση των παράνομων εμπορευμάτων από την αγορά·

β)

αφαίρεση των χαρακτηριστικών που καθιστούν τα εμπορεύματα παράνομα·

γ)

καταστροφή των παράνομων εμπορευμάτων ή, όπου ενδείκνυται, απόσυρσή τους από την αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι η απόσυρση δεν υποσκάπτει την προστασία του επίδικου εμπορικού απορρήτου.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές τους, όταν διατάσσουν την απόσυρση των παράνομων εμπορευμάτων από την αγορά, δύνανται να διατάσσουν, κατόπιν αιτήματος του κατόχου του εμπορικού απορρήτου, την παράδοση των εμπορευμάτων στον κάτοχο ή σε φιλανθρωπικές οργανώσεις.

4.   Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές διατάσσουν την εκτέλεση των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) με δαπάνη του παραβάτη, εκτός εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για το αντίθετο. Τα εν λόγω μέτρα ισχύουν υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης αποζημίωσης που μπορεί να οφείλεται στον κάτοχο του εμπορικού απορρήτου, λόγω της παράνομης απόκτησης, χρήσης και αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου.

Άρθρο 13

Προϋποθέσεις προσφυγής, εγγυήσεις και εναλλακτικά μέτρα

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση διαταγών και μέτρων αποκατάστασης που αναφέρονται στο άρθρο 12 και κατά την εκτίμηση της αναλογικότητάς τους, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης που περιλαμβάνουν, ανάλογα με την περίπτωση:

α)

την αξία ή άλλα ειδικά χαρακτηριστικά του εμπορικού απορρήτου·

β)

τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του εμπορικού απορρήτου·

γ)

τη συμπεριφορά του εναγομένου κατά την απόκτηση, τη χρήση ή την αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου·

δ)

τις επιπτώσεις της παράνομης χρήσης ή αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου·

ε)

τα νόμιμα συμφέροντα των διαδίκων, όπως και τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η αποδοχή ή η απόρριψη των μέτρων έναντι των διαδίκων·

στ)

τα νόμιμα συμφέροντα τρίτων·

ζ)

το δημόσιο συμφέρον· και

η)

την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Όταν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές περιορίζουν τη διάρκεια των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), η διάρκεια αυτή είναι επαρκής προκειμένου να εξαλειφθεί κάθε εμπορικό ή οικονομικό πλεονέκτημα που θα μπορούσε να έχει αποκομίσει ο παραβάτης από την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) ανακαλούνται ή άλλως παύουν να παράγουν αποτελέσματα, κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, εάν στο διάστημα που μεσολαβεί οι επίμαχες πληροφορίες δεν πληρούν πλέον τις απαιτήσεις του άρθρου 2 σημείο 1), για λόγους που δεν μπορούν να καταλογιστούν άμεσα ή έμμεσα στον εναγόμενο.

3.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, κατόπιν αιτήματος του προσώπου έναντι του οποίου ενδέχεται να ληφθούν τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 12, η αρμόδια δικαστική αρχή δύναται να διατάσσει την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης στον ζημιωθέντα, αντί να επιβάλει τα μέτρα αυτά, εάν πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:

α)

το ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατά τη χρήση ή την αποκάλυψη δεν γνώριζε ούτε όφειλε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να γνωρίζει ότι το εμπορικό απόρρητο αποκτήθηκε από τρίτο που χρησιμοποίησε ή αποκάλυψε το εμπορικό απόρρητο παράνομα·

β)

η εκτέλεση των εν λόγω μέτρων θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στο πρόσωπο αυτό· και

γ)

η καταβολή χρηματικής αποζημίωσης στον ζημιωθέντα διάδικο κρίνεται ευλόγως ικανοποιητική.

Όταν διατάσσεται χρηματική αποζημίωση αντί των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), αυτή δεν υπερβαίνει το ύψος των δικαιωμάτων ή λοιπών αμοιβών που θα οφείλονταν εάν το εν λόγω πρόσωπο είχε ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιεί το επίμαχο εμπορικό απόρρητο για τη χρονική περίοδο κατά την οποία θα μπορούσε να έχει απαγορευθεί η χρήση του εμπορικού απορρήτου.

Άρθρο 14

Αποζημίωση

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, αν το ζητήσει ο ζημιωθείς, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να διατάσσουν τον παραβάτη ο οποίος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι προέβαινε σε παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου να καταβάλει στον κάτοχο του εμπορικού απορρήτου αποζημίωση ανάλογη προς την πραγματική ζημία που υπέστη ως αποτέλεσμα της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης.

Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την ευθύνη για την καταβολή αποζημίωσης εκ μέρους εργαζομένων προς τους εργοδότες τους για παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου του εργοδότη, εφόσον οι εργαζόμενοι είχαν ενεργήσει χωρίς δόλο.

2.   Κατά τον καθορισμό της αποζημίωσης κατά την παράγραφο 1, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, όπως τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, περιλαμβανομένης της απώλειας κερδών, τις οποίες υπέστη ο ζημιωθείς διάδικος, τα τυχόν αθέμιτα κέρδη που αποκόμισε ο παραβάτης και, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις, άλλα στοιχεία, πέραν των οικονομικών, όπως την ηθική βλάβη που προκάλεσε στον κάτοχο του εμπορικού απορρήτου η παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου.

Εναλλακτικώς, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές δύνανται, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις, να καθορίζουν κατ' αποκοπήν αποζημίωση βάσει στοιχείων όπως τουλάχιστον το ύψος των δικαιωμάτων ή λοιπών αμοιβών που θα οφείλονταν, εάν ο παραβάτης είχε ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιεί το επίδικο εμπορικό απόρρητο.

Άρθρο 15

Δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, αν γίνει δικαστική προσφυγή κατά της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικού απορρήτου, οι δικαστικές αρχές να δύνανται να διατάσσουν, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος και με δαπάνη του παραβάτη, ενδεδειγμένα μέτρα για τη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με την απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους ή μερικής δημοσίευσής της.

2.   Σε οποιοδήποτε μέτρο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου προστατεύεται η εμπιστευτικότητα των εμπορικών απορρήτων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9.

3.   Όταν αποφασίζουν αν θα διατάξουν μέτρο της παραγράφου 1 και αξιολογούν την αναλογικότητά του, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές λαμβάνουν, όπου χρειάζεται, υπόψη την αξία του εμπορικού απορρήτου, τη συμπεριφορά του παραβάτη ως προς την απόκτηση, τη χρήση ή την αποκάλυψη του εμπορικού απορρήτου, τις επιπτώσεις της παράνομης χρήσης ή αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου, όπως και την πιθανότητα περαιτέρω παράνομης χρήσης ή αποκάλυψης του εμπορικού απορρήτου από τον παραβάτη.

Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές λαμβάνουν επίσης υπόψη κατά πόσο οι πληροφορίες σχετικά με τον παραβάτη θα επιτρέψουν να προσδιοριστεί το φυσικό πρόσωπο και, εάν ναι, κατά πόσο η δημοσίευση αυτών των πληροφοριών δικαιολογείται, ιδίως υπό το πρίσμα της ενδεχόμενης βλάβης που μπορεί να προκαλέσει το εν λόγω μέτρο στην ιδιωτική ζωή και τη φήμη του παραβάτη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Κυρώσεις, υποβολή εκθέσεων και τελικές διατάξεις

Άρθρο 16

Κυρώσεις λόγω μη τήρησης της παρούσας οδηγίας

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές να δύνανται να επιβάλλουν κυρώσεις σε κάθε πρόσωπο που δεν συμμορφώνεται ή αρνείται να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνεται σύμφωνα με τα άρθρα 9, 10 και 12.

Οι προβλεπόμενες κυρώσεις περιλαμβάνουν τη δυνατότητα να επιβληθούν περιοδικές χρηματικές ποινές, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς μέτρο που λαμβάνεται σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12.

Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Άρθρο 17

Ανταλλαγή πληροφοριών και ανταποκριτές

Για τον σκοπό της προώθησης της συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών, μεταξύ κρατών μελών, αφενός, καθώς και μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής, αφετέρου, κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν ή περισσότερους εθνικούς ανταποκριτές για κάθε ζήτημα εφαρμογής των μέτρων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Γνωστοποιεί τα στοιχεία τους στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή.

Άρθρο 18

Υποβολή εκθέσεων

1.   Έως τις 9 Ιουνίου 2021, το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για την Παραβίαση των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας, καταρτίζει μια αρχική έκθεση σχετικά με τις τάσεις των αγωγών όσον αφορά την παράνομη απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων, σύμφωνα με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

2.   Έως τις 9 Ιουνίου 2022, η Επιτροπή συντάσσει ενδιάμεση έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και την υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Η εν λόγω έκθεση λαμβάνει δεόντως υπόψη την έκθεση της παραγράφου 1.

Συγκεκριμένα, η ενδιάμεση έκθεση εξετάζει τις πιθανές επιπτώσεις από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας, την κινητικότητα των εργαζομένων και στην άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης.

3.   Έως τις 9 Ιουνίου 2026, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση του αντικτύπου της παρούσας οδηγίας και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 19

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 9 Ιουνίου 2018. Ανακοινώνουν δε αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 20

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 21

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 8 Ιουνίου 2016.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

A.G. KOENDERS


(1)  ΕΕ C 226 της 16.7.2014, σ. 48.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Απριλίου 2016 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 2016.

(3)  Απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336 της 23.12.1994, σ. 1).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ L 264 της 25.9.2006, σ. 13).

(6)  Οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 26).

(7)  Οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 1).

(8)  Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65).

(9)  Οδηγία 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις προμήθειες φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 243).

(10)  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).

(11)  Οδηγία 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (ΕΕ L 157 της 30.4.2004, σ. 45).

(12)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).


Top