Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document C2005/281/21

Υπόθεση C-344/05 P: Αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (μονομελές τμήμα), της 12ης Ιουλίου 2005, στην υπόθεση T-157/04, Joël De Bry κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υποβλήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2005

ΕΕ C 281 της 12.11.2005, pp. 11–12 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)

12.11.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 281/11


Αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (μονομελές τμήμα), της 12ης Ιουλίου 2005, στην υπόθεση T-157/04, Joël De Bry κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υποβλήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2005

(Υπόθεση C-344/05 P)

(2005/C 281/21)

Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική

Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Lidia Lozano Palacios και τον Hannes Kraemer, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 21 Σεπτεμβρίου 2005 αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (μονομελές τμήμα), της 12ης Ιουλίου 2005, στην υπόθεση T-157/04, Joël De Bry κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

αποφαινόμενο το ίδιο επί της διαφοράς, να κάνει δεκτά τα αιτήματα που υπέβαλε η καθής πρωτοδίκως και, ως εκ τούτου, να απορρίψει την προσφυγή στην υπόθεση T-157/04·

επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο·

να καταδικάσει τον προσφεύγοντα πρωτοδίκως στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα:

Η Επιτροπή προβάλλει έναν και μοναδικό λόγο αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αντλείται από παράβαση του κοινοτικού δικαίου στις σκέψεις 79 έως 91 της εν λόγω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως θεώρησε, κατ' ουσίαν, ότι η διαδικασία που καταλήγει στην κατάρτιση εκθέσεως βαθμολογίας περιέχουσας δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις έναντι του κρινόμενου υπαλλήλου πάσχει λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας του ως άνω υπαλλήλου, όταν οι βαθμολογητές έχουν παραλείψει να καταχωρίσουν, σε ένα «έγγραφο», κατά την έννοια του άρθρου 26, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), υπό τη μορφή έγγραφης προειδοποιήσεως, τα πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται οι εν λόγω αξιολογικές κρίσεις και όταν, επίσης, τα ως άνω έγγραφα δεν έχουν κατατεθεί, εντός εύλογης προθεσμίας από της επελεύσεως του προσαπτόμενου περιστατικού, στον ατομικό φάκελο του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου ή, τουλάχιστον, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του εν λόγω υπαλλήλου.


Top