Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62025CN0652

Υπόθεση C-652/25, Blueberry: Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Sąd Okręgowy w Częstochowie (Πολωνία) στις 6 Οκτωβρίου 2025 – BLUEBERRY sp. z o.o.κατά CASK Besloten Vennootschap

ΕΕ C, C/2026/1061, 2.3.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2026/1061/oj (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2026/1061/oj

European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά C


C/2026/1061

2.3.2026

Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Sąd Okręgowy w Częstochowie (Πολωνία) στις 6 Οκτωβρίου 2025 – BLUEBERRY sp. z o.o.κατά CASK Besloten Vennootschap

(Υπόθεση C-652/25, Blueberry)

(C/2026/1061)

Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική

Αιτούν δικαστήριο

Sąd Okręgowy w Częstochowie

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Ενάγουσα: BLUEBERRY sp. z o.o.

Εναγομένη: CASK Besloten Vennootschap

Προδικαστικά ερωτήματα

1)

Έχουν η διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: ΣΕΕ), ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και του άρθρου 2 ΣΕΕ, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 2 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (1) (στο εξής: οδηγία 2000/78), σε συνδυασμό με τα άρθρα 21 και 47 του Χάρτη, καθώς και η διάταξη του άρθρου 47 του Χάρτη, την έννοια ότι, όταν προβλέπεται, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, ότι οι δικαστές των τακτικών δικαστηρίων συνταξιοδοτούνται αυτοδικαίως στην ηλικία των 67 ετών και, σε περίπτωση υποβολής σχετικής δήλωσης και ιατρικού πιστοποιητικού εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, στην ηλικία των 70 ετών, οι διατάξεις αυτές αποκλείουν την εφαρμογή, στους δικαστές που ασκούν ήδη τα καθήκοντά τους κατά τη διάρκεια ισχύος του εν λόγω νομικού καθεστώτος, μεταγενέστερων εθνικών διατάξεων (με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που απορρέουν από την αρχή της ασφάλειας δικαίου, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εν λόγω δικαστής έχει ενεργήσει βασιζόμενος στις μεταγενέστερες αυτές διατάξεις) οι οποίες μειώνουν το όριο της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη, εξαρτούν δε ταυτοχρόνως την παράταση του εν λόγω ορίου στα 70 έτη από το πρόσθετο κριτήριο της χορήγησης άδειας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και, μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώθηκε ότι το ως άνω κριτήριο αντιβαίνει στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ (υπόθεση C-192/18), [από το πρόσθετο κριτήριο] της χορήγησης άδειας από όργανο όπως το πολωνικό Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο), εξυπακουομένου ότι α) κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), το εν λόγω όργανο δεν είναι ανεξάρτητο, β) ο δικαστής δεν έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου που να διασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία και γ) οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας είναι αόριστες, ασαφείς και μη επαληθεύσιμες, καθιστώντας δυνατή την αυθαίρετη δράση του οργάνου, δ) η αιτιολογία που παραθέτει το όργανο κατά την πρακτική λήψης των αποφάσεών του δεν διευκρινίζει τον τρόπο εφαρμογής των εν λόγω προϋποθέσεων, ε) η μείωση του ορίου της ηλικίας συνταξιοδότησης συνοδεύτηκε από την προαναφερθείσα τροποποίηση του μηχανισμού παράτασης παραμονής στην υπηρεσία, η οποία δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογων αμφιβολιών στους πολίτες ως προς την ανεξαρτησία του δικαστή από εξωτερικούς παράγοντες και την ουδετερότητά του έναντι των συγκρουόμενων συμφερόντων, ενώ η εν λόγω μείωση, λαμβανομένης υπόψη της ως άνω τροποποίησης, δεν τελεί σε σχέση αναλογίας προς κανέναν θεμιτό σκοπό;

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: έχουν η διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 2 ΣΕΕ, καθώς και η διάταξη του άρθρου 47 του Χάρτη, την έννοια ότι αντιτίθενται στην εφαρμογή σε δικαστή τακτικού δικαστηρίου εθνικών διατάξεων οι οποίες εξαρτούν την παράταση του ορίου της ηλικίας συνταξιοδότησής του στα 70 έτη από πρόσθετο κριτήριο, ήτοι από τη χορήγηση άδειας από όργανο όπως το πολωνικό Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο), όταν ο εν λόγω μηχανισμός παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά που διαλαμβάνονται στα στοιχεία αʹ έως δʹ του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος;

3)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: έχουν η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης την έννοια ότι, σε περίπτωση που δικαστής ο οποίος έχει υποβάλει δήλωση και πιστοποιητικό με σκοπό την παράταση του ορίου της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 70 έτη προέβη στην εν λόγω ενέργεια εντός της προβλεπόμενης στον νόμο προθεσμίας η οποία υπολογίζεται από την ημερομηνία συνταξιοδότησης που ορίζεται σε εθνικές διατάξεις αντικείμενες στο δίκαιο της Ένωσης (ήτοι: 65 έτη αντί 67 ετών), πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν λόγω προθεσμία έχει τηρηθεί;

4)

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: έχουν η διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 2 ΣΕΕ, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 2 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με τα άρθρα 21 και 47 του Χάρτη, καθώς και η διάταξη του άρθρου 47 του Χάρτη, την έννοια ότι, όταν προβλέπεται, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, ότι οι δικαστές των τακτικών δικαστηρίων συνταξιοδοτούνται αυτοδικαίως στην ηλικία των 67 ετών και, σε περίπτωση υποβολής σχετικής δήλωσης και ιατρικού πιστοποιητικού εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, στην ηλικία των 70 ετών, οι εν λόγω διατάξεις αποκλείουν την εφαρμογή μεταγενέστερων εθνικών διατάξεων οι οποίες εξαρτούν την παράταση του ορίου της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 70 έτη από ένα πρόσθετο κριτήριο, ήτοι τη χορήγηση άδειας από όργανο, όπως το πολωνικό Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο), εξυπακουομένου ότι α) κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου και του ΕΔΔΑ, το εν λόγω όργανο δεν είναι ανεξάρτητο, β) ο δικαστής δεν έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου που να διασφαλίζει αποτελεσματική δικαστική προστασία, γ) οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας είναι αόριστες, ασαφείς και μη επαληθεύσιμες, καθιστώντας δυνατή την αυθαίρετη δράση του οργάνου, δ) η αιτιολογία που παραθέτει το όργανο κατά την πρακτική λήψης των αποφάσεών του δεν διευκρινίζει τον τρόπο εφαρμογής των εν λόγω προϋποθέσεων, ε) το ως άνω πρόσθετο κριτήριο αντικατέστησε το κριτήριο της χορήγησης άδειας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, το οποίο έχει ήδη κριθεί από το Δικαστήριο ότι αντίκειται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (υπόθεση C-192/18) και του οποίου η θέσπιση συνοδεύτηκε από τη μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 67 στα 65 έτη;

5)

Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, του άρθρου 47 του Χάρτη, του άρθρου 2 και του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, καθώς και οι αρχές της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και του αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου, ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2007, Unibet (C-432/05), την έννοια ότι δικαστήριο στη σύνθεση του οποίου μετέχει δικαστής τον οποίο αφορούν το πρώτο ή το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα έχει την εξουσία να αναστείλει αυτεπαγγέλτως την εφαρμογή διατάξεως του εθνικού δικαίου η οποία προβλέπει τη συνταξιοδότησή του και να συνεχίσει την εκδίκαση της οικείας υποθέσεως, καθώς και άλλων υποθέσεων, έως ότου λάβει απάντηση από το Δικαστήριο, εφόσον το κρίνει αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης;

6)

Έχουν οι διαλαμβανόμενες στο πρώτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα διατάξεις και αρχές την έννοια ότι, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως του Δικαστηρίου σε κάποιο από τα ως άνω προδικαστικά ερωτήματα, οι μνημονευόμενες σε αυτά εθνικές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν τη συνταξιοδότηση δικαστή, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής και ότι ο δικαστής δεν συνταξιοδοτείται, εφόσον τούτο δεν μπορεί να στηριχθεί σε άλλη νομική βάση;


(1)   ΕΕ 2000, L 303, σ. 16.


ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2026/1061/oj

ISSN 1977-0901 (electronic edition)


Top