Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62025CC0176

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Αιμιλίου της 23ης Απριλίου 2026.


ECLI identifier: ECLI:EU:C:2026:349

Προσωρινό κείμενο

ELΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ΝΙΚΟΛΑ ΑΙΜΙΛΙΟΥ

της 23ης Απριλίου 2026 (1)

Υπόθεση C176/25 [Steizer] (i)

IU

κατά

BT

[αίτηση του Oberlandesgericht Düsseldorf
(ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Ντίσελντορφ, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Εφαρμοστέο δίκαιο σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμοί (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη I) και 864/2007 (Ρώμη II) – Αποκλειστική άδεια χρήσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας χορηγηθείσα από τον Α στη Β με προφορική συμφωνία – Αγωγή λόγω προσβολής των οικείων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που άσκησε η Β κατά της Γ – Αμυντικός ισχυρισμός που προέβαλε η Γ για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της B, καθόσον η σύμβαση άδειας χρήσης που συνήφθη με τη B είναι άκυρη λόγω μη τήρησης ορισμένων τυπικών προϋποθέσεων – Δίκαιο που διέπει το ζήτημα του τυπικού κύρους της εν λόγω σύμβασης άδειας χρήσης»






I.      Εισαγωγή

1.        Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ντίσελντορφ, Γερμανία). Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί ποιο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο όσον αφορά το τυπικό κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (2) οσάκις το εν λόγω κύρος αμφισβητείται από τρίτο στο πλαίσιο δίκης λόγω προσβολής δικαιώματος.

2.        Ειδικότερα, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει αν οι σχετικοί κανόνες σύγκρουσης νόμων στο εν λόγω πλαίσιο είναι οι προβλεπόμενοι α) στον κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (3) (στο εξής: κανονισμός Ρώμη Ι), β) στον κανονισμό (ΕΚ) 864/2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (4) (στο εξής: κανονισμός Ρώμη II) ή γ) στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών στον τομέα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Για τους κατωτέρω λόγους, φρονώ ότι πρέπει να προτιμηθεί η πρώτη από τις ανωτέρω επιλογές.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Η Σύμβαση της Βέρνης

3.        Το άρθρο 5 της Συμβάσεως της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων (Πράξη των Παρισίων της 24ης Ιουλίου 1971), ως έχει κατόπιν της τροποποιήσεως της 28ης Σεπτεμβρίου 1979 (στο εξής: Σύμβαση της Βέρνης), το οποίο φέρει τον τίτλο: «Εγγυημένα δικαιώματα: 1. και 2. Εκτός της χώρας προέλευσης· 3. Στη χώρα προέλευσης· 4. «Χώρα προέλευσης», ορίζει στα οικεία χωρία τα εξής:

«1)      Οι δημιουργοί απολαμβάνουν, όσον αφορά τα έργα διά τα οποία προστατεύονται δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως εις τας χώρας της [Ενώσεως που συστάθηκε με τη Σύμβαση αυτή] άλλας από την χώραν προελεύσεως του έργου, των δικαιωμάτων, τα οποία οι αντίστοιχοι νόμοι αναγνωρίζουν ή μέλλουν να αναγνωρίσουν εις τους υπηκόους των, ως και των δικαιωμάτων, άτινα ειδικώς παρέχονται διά της παρούσης Συμβάσεως.

2) Η απόλαυσις και η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν υπόκεινται εις οιανδήποτε διατύπωσιν. Η απόλαυσις και η άσκησις αύτη είναι ανεξάρτητοι από την ύπαρξιν της προστασίας εις την χώραν προελεύσεως του έργου. Κατά συνέπειαν πέραν των ορισμών της παρούσης Συμβάσεως, η έκτασις της προστασίας ως και τα ένδικα μέσα τα παρεχόμενα εις τον δημιουργόν προς εξασφάλισιν των δικαιωμάτων του ρυθμίζονται αποκλειστικώς συμφώνως προς την νομοθεσίαν της χώρας, εις την οποίαν ζητείται η προστασία.»

Β.      Ο κανονισμός Ρώμη I

4.        Το άρθρο 1 του κανονισμού Ρώμη Ι, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι «[ο] παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων».

5.        Το άρθρο 3 του ως άνω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ελευθερία επιλογής», προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι «[η] σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη».

6.        Το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής» ορίζει ότι:

«1.      Ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 3 [...], το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση καθορίζεται ως εξής:

[…]

β)      η σύμβαση παροχής υπηρεσιών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πάροχος υπηρεσίας έχει τη συνήθη διαμονή του·

[…]».

7.        Το άρθρο 11 του κανονισμού Ρώμη Ι, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τυπικό κύρος» ορίζει ότι:

«1.      Η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ προσώπων τα οποία, ή οι αντιπρόσωποι των οποίων, ευρίσκονται στην ίδια χώρα κατά τη χρονική στιγμή της σύναψής της είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις, είτε του δικαίου που σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό διέπει την ουσία της, είτε του δικαίου της χώρας στην οποία συνάπτεται.

2.      Η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ προσώπων τα οποία, ή οι αντιπρόσωποι των οποίων, ευρίσκονται σε διαφορετικές χώρες κατά τη χρονική στιγμή της σύναψής της είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις, είτε του δικαίου που σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό διέπει την ουσία της, είτε του δικαίου μιας από τις χώρες στις οποίες ευρίσκεται ένα εκ των συμβαλλομένων μερών ή ο αντιπρόσωπός του κατά τη χρονική στιγμή της σύναψής της, είτε του δικαίου της χώρας όπου είχε κατά τη συγκεκριμένη στιγμή τη συνήθη διαμονή του ένα εκ των συμβαλλομένων μερών.

[…]»

8.        Το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έκταση του εφαρμοστέου δικαίου», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Το σύμφωνο με τον παρόντα κανονισμό, εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο, διέπει ειδικότερα:

α)      την ερμηνεία της·

β)      την εκπλήρωσή της·

γ)      μέσα στα όρια των εξουσιών που παρέχει στο επιληφθέν δικαστήριο το δικονομικό δίκαιό του, τις συνέπειες της μη εκπλήρωσης, ολικής ή μερικής, των ενοχών αυτών […]·

[…]

ε)      τις συνέπειες της ακυρότητας της σύμβασης.»

Γ.      Ο κανονισμός Ρώμη II

9.        Το άρθρο 1 του κανονισμού Ρώμη II, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου, σε περίπτωση που περιλαμβάνουν σύγκρουση δικαίων. [...]»

10.      Το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Το εφαρμοστέο δίκαιο στην εξωσυμβατική ενοχή που απορρέει από προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας είναι το δίκαιο της χώρας για την οποία ζητείται η προστασία.»

11.      Το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Περιεχόμενο του εφαρμοστέου δικαίου», ορίζει:

«Το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές δυνάμει του παρόντος κανονισμού διέπει ιδίως:

α)      τη βάση και την έκταση της ευθύνης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των προσώπων που δύνανται να φέρουν ευθύνη για τις πράξεις τους·

β)      τους λόγους αποκλεισμού της ευθύνης/απαλλαγής από την ευθύνη, καθώς και κάθε περιορισμό και καταμερισμό της ευθύνης·

[…]

στ)      τα πρόσωπα που δικαιούνται αποκατάστασης της προσωπικής ζημίας που υπέστησαν·

[…]».

Δ.      Ο γερμανικός νόμος περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας

12.      Το άρθρο 29 του Urheberrechtsgesetz (νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, στο εξής: γερμανικός νόμος περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας), το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταβίβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας», ορίζει τα εξής:

«1)      Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι αμεταβίβαστα, εκτός εάν μεταβιβάζονται στο πλαίσιο εκτέλεσης διάταξης διαθήκης ή σε συγκληρονόμους στο πλαίσιο διανομής της κληρονομίας.

2)      Επιτρέπεται η παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης (άρθρο 31), η σύναψη συμβάσεων αδειών και συμφωνιών που βασίζονται σε δικαιώματα εκμετάλλευσης, καθώς και συμβάσεων που αφορούν ηθικά δικαιώματα δημιουργών, όπως ρυθμίζονται στο άρθρο 39.»

13.      Το άρθρο 34 του γερμανικού νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης», προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι «[δ]ικαίωμα χρήσης μεταβιβάζεται μόνο με τη συγκατάθεση του δημιουργού [...]».

Ε.      Ο πολωνικός νόμος περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας

14.      Το άρθρο 53 του Ustawa z dnia 4 lutego 1994 r. o prawie autorskim i prawach pokrewnych (νόμου της 4ης Φεβρουαρίου 1994 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων, στο εξής: πολωνικός νόμος περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας) προβλέπει ότι «[η] σύμβαση για τη μεταβίβαση των περιουσιακών δικαιωμάτων των δημιουργών πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως επί ποινή ακυρότητας».

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η εθνική διαδικασία, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

15.      Η BT εμπορεύεται, από τη Γερμανία, αξεσουάρ αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένων ταπήτων αυτοκινήτου, μέσω διαδικτυακών πλατφορμών όπως η eBay. Προς τούτο, ανέθεσε επανειλημμένως, μεταξύ Απριλίου 2014 και Απριλίου 2018, σε Πολωνό φωτογράφο (στο εξής: φωτογράφος) τη φωτογράφιση των εν λόγω ταπήτων. Κάθε φορά, ο σύζυγος της BT μετέφερε τους τάπητες στο στούντιο του φωτογράφου στην Πολωνία. Μετά από κάθε ημέρα λήψης, ο φωτογράφος παρέδιδε στον σύζυγο της BT τις φωτογραφίες σε συσκευή αποθήκευσης USB. Προκύπτει ότι τα μέρη συμφώνησαν προφορικώς ότι η BT μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω φωτογραφίες για τις διαδικτυακές της προσφορές πώλησης. Ωστόσο, δεν καταρτίστηκε σχετική έγγραφη συμφωνία μεταξύ τους (5).

16.      Μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2018 έτερος έμπορος αξεσουάρ αυτοκινήτων, η IU, αναδημοσίευσε τις εν λόγω φωτογραφίες προκειμένου να διακοσμήσει τις δικές της προσφορές ταπήτων στην eBay, χωρίς να ζητήσει την προηγούμενη συγκατάθεση της BT.

17.      Εν συνεχεία, η BT ενήγαγε την IU ενώπιον του αρμόδιου Landgericht (πρωτοδικείου, Γερμανία), προβάλλοντας προσβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί των φωτογραφιών δυνάμει του γερμανικού νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και ζητώντας, μεταξύ άλλων, την έκδοση διαταγής που θα απαγόρευε τη συνέχιση της φερόμενης προσβολής.

18.      Το Landgericht (πρωτοδικείο) έκανε δεκτή την αγωγή. Έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι οι επίμαχες φωτογραφίες προστατεύονταν βάσει του γερμανικού νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι ο φωτογράφος είχε μεταβιβάσει στην BT αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης. Η IU προσέβαλε τα εν λόγω δικαιώματα αναδημοσιεύοντας τις φωτογραφίες στις δικές της προσφορές χωρίς τη συγκατάθεση της BT.

19.      Η IU άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Ντίσελντορφ). Με την έφεσή της, η IU υποστήριξε ότι η BT δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικώς προς άσκηση αγωγής, δεδομένου ότι η μεταβίβαση από τον φωτογράφο των αποκλειστικών δικαιωμάτων χρήσης των φωτογραφιών δεν ήταν έγκυρη. Κατά την άποψή της, η προφορική συμφωνία μεταξύ της BT και του φωτογράφου ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το πολωνικό δίκαιο απαιτήσεως περί έγγραφου τύπου (που, κατά την άποψή της, διέπει το τυπικό κύρος της εν λόγω συμφωνίας δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού Ρώμη Ι).

20.      Η BT υποστήριξε ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς, δεδομένου ότι η μεταβίβαση των αποκλειστικών δικαιωμάτων χρήσης των φωτογραφιών, όπως προστατεύονται από τον γερμανικό νόμο περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ήταν έγκυρη. Κατ’ αυτήν, το ζήτημα του τυπικού κύρους της σχετικής προφορικής συμφωνίας πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του τυπικού κύρους της «παραχώρησης» του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας αυτού καθεαυτό. Υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, το δεύτερο ζήτημα διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ζητείται η προστασία (lex loci protectionis), ήτοι από το γερμανικό δίκαιο, το δε γερμανικό δίκαιο δεν επιβάλλει την τήρηση έγγραφου τύπου για μια τέτοια μεταβίβαση.

21.      Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ντίσελντορφ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ την έννοια ότι το δίκαιο του κράτους για το οποίο ζητείται προστασία εφαρμόζεται και όσον αφορά το [τυπικό] κύρος δικαιοπραξίας που έχει ως αντικείμενο τη μεταβίβαση αποκλειστικών δικαιωμάτων χρήσης φωτογραφιών από τον δημιουργό στον δικαιούχο των εν λόγω δικαιωμάτων;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: Έχει εφαρμογή, επί του [τυπικού] κύρους δικαιοπραξίας με αντικείμενο τη μεταβίβαση αποκλειστικών δικαιωμάτων χρήσης φωτογραφιών από τον δημιουργό στον δικαιούχο των εν λόγω δικαιωμάτων, το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, και επομένως το άρθρο 4 και το άρθρο 11 του κανονισμού [Ρώμη Ι];»

22.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η BT και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η IU και η Επιτροπή εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Ιανουαρίου 2026.

IV.    Ανάλυση

23.      Όπως προκύπτει από την εισαγωγή, με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία είναι σκόπιμο να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να προσδιορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο επί του ζητήματος του τυπικού κύρους σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας οσάκις το εν λόγω κύρος αμφισβητείται από τρίτο στο πλαίσιο δίκης λόγω προσβολής δικαιώματος.

24.      Χάριν της μεγαλύτερης δυνατής σαφήνειας, θα εξετάσω κατ’ αρχάς το ουσιαστικό ζήτημα και την επίμαχη σύγκρουση νόμων (Α), προτού εξετάσω τους σχετικούς κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (Β).

Α.      Το ουσιαστικό ζήτημα και η επίμαχη σύγκρουση νόμων

25.      Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελεί μορφή «διανοητικής ιδιοκτησίας» την οποία παραχωρούν τα κράτη δυνάμει των αντίστοιχων εθνικών δικαίων τους (δίκαια τα οποία, ωστόσο, έχουν αποτελέσει αντικείμενο σημαντικής εναρμόνισης με διάφορες διεθνείς πράξεις, ιδίως με τη Σύμβαση της Βέρνης και, εντός της Ένωσης, με διάφορες οδηγίες) (6).

26.      Κατ’ ουσίαν, το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας παρέχει στον δημιουργό πνευματικής εργασίας (ή «έργου»), υπό ορισμένες προϋποθέσεις (7), ένα σύνολο αποκλειστικών περιουσιακών και ηθικών δικαιωμάτων (8) επί της χρήσης της, τα οποία μπορούν να αντιταχθούν erga omnes. Ωστόσο, το εν λόγω νόμιμο μονοπώλιο είναι εδαφικά περιορισμένο: υφίσταται μόνο στην περιφέρεια του κράτους που το παρέχει (η αποκαλούμενη εν γένει «αρχή της εδαφικότητας» του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας) (9).

27.      Στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι ο φωτογράφος, ως «δημιουργός» των επίμαχων φωτογραφιών, απολαύει προστασίας βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί των «έργων» αυτών, μεταξύ άλλων, δυνάμει του γερμανικού δικαίου (10).

28.      Οι δημιουργοί μπορούν να εκμεταλλεύονται τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας με διάφορους τρόπους. Ειδικότερα, μπορούν να χορηγούν άδειες σε τρίτους, επιτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο πράξεις οι οποίες ειδάλλως θα προσέβαλλαν τα αποκλειστικά τους δικαιώματα. Εναλλακτικά, οι δημιουργοί μπορούν να μεταβιβάζουν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας τους σε τρίτους, καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο έτερα πρόσωπα δικαιούχους των δικαιωμάτων per se, κατά κανόνα έναντι αμοιβής. Τέτοιες οικειοθελείς άδειες χρήσης ή μεταβιβάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μπορούν να περιλαμβάνονται είτε σε αυτοτελείς συμβάσεις είτε σε ρήτρες που αποτελούν τμήμα ευρύτερων συμβατικών συμφωνιών, όπως συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, δημοσίευσης ή διανομής (11).

29.      Στην υπό κρίση υπόθεσηδεν αμφισβητείται επίσης ότι ο φωτογράφος είχε την πρόθεση να μεταβιβάσει στην BT τα υφιστάμενα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί των φωτογραφιών δυνάμει του γερμανικού δικαίου. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει πολλές λεπτομέρειες, προκύπτει ότι η εν λόγω μεταβίβαση αποτελούσε μέρος μιας σειράς προφορικών συμβάσεων για ανάθεση υπηρεσιών φωτογράφισης οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ των δύο αυτών μερών. Βάσει των εν λόγω συμβάσεων, ο φωτογράφος ανέλαβε όχι μόνο να δημιουργήσει τις εν λόγω φωτογραφίες, αλλά και να τις παραδώσει στην BT. Η μεταβίβαση των επίμαχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελούσε παρεπόμενο στοιχείο της τελευταίας αυτής υποχρέωσης. Συγκεκριμένα, ελλείψει οποιασδήποτε μορφής άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης των εν λόγω δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, η BT δεν θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί νομίμως τις φωτογραφίες (δημοσιεύοντάς τις σε προσφορές πώλησης στην eBay) στη Γερμανία.

30.      Ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός της ως άνω συμφωνίας περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας παραμένει αβέβαιος. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο φωτογράφος μεταβίβασε τα επίμαχα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στην BT, η BT υποστηρίζει ότι, στην πραγματικότητα, της χορήγησε αποκλειστική άδεια χρήσης των εν λόγω δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο δεύτερος χαρακτηρισμός φαίνεται να συνάδει περισσότερο με τον γερμανικό νόμο περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ο οποίος απαγορεύει στους δημιουργούς να μεταβιβάζουν αυτό καθεαυτό το (γερμανικό) δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας τους, ωστόσο τους επιτρέπει να μεταβιβάζουν «δικαιώματα χρήσης» επί του οικείου «έργου» μέσω αντίστοιχης αποκλειστικής άδειας. Εντούτοις, μια τέτοια άδεια παρέχει στον κάτοχο άδειας τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το «έργο» αποκλείοντας όλα τα λοιπά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου του δημιουργού, και, ως εκ τούτου, παράγει αποτελέσματα λειτουργικώς ισοδύναμα με εκείνα μιας μεταβίβασης (12). Ως εκ τούτου, δεν θα υπεισέλθω στην ως άνω διάκριση (η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι καθοριστική για την παρούσα ανάλυση).

31.      Τούτου λεχθέντος, είναι σύνηθες τα εθνικά νομικά συστήματα να επιβάλλουν ορισμένους περιορισμούς στις συμβατικές άδειες χρήσης και/ή στη μεταβίβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, συχνά ορίζουν ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, όπως η απαίτηση η άδεια να χορηγείται ή η μεταβίβαση να πραγματοποιείται με έγγραφο (13).

32.      Ωστόσο, ανακύπτουν δυσκολίες όταν οι εν λόγω δικαιοπραξίες καταρτίζονται σε διασυνοριακό πλαίσιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα δίκαια των διαφόρων κρατών που συνδέονται με τη δικαιοπραξία ενδέχεται να επιβάλλουν αποκλίνουσες ή ακόμη και αντικρουόμενες προϋποθέσεις. Ακριβώς τούτο συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Η επίμαχη δικαιοπραξία συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την Πολωνία (λόγω της συνήθους διαμονής του φωτογράφου και του τόπου προέλευσης των οικείων «έργων») και με τη Γερμανία (λόγω της συνήθους διαμονής της BT και του τόπου εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας). Κατά το αιτούν δικαστήριο, σε αντίθεση με το πολωνικό δίκαιο, το γερμανικό δίκαιο δεν απαιτεί τον έγγραφο τύπο.

33.      Η ως άνω σύγκρουση νόμων βρίσκεται στο επίκεντρο της ένδικης διαφοράς λόγω προσβολής δικαιώματος την οποία κίνησε η BT και την οποία εκδικάζει το αιτούν δικαστήριο. Στο πλαίσιο της ως άνω δίκης η IU υποστηρίζει ότι η σύμβαση άδειας αποκλειστικής χρήσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στην οποία στηρίζεται η αγωγή της BT είναι άκυρη βάσει του πολωνικού δικαίου (ελλείψει έγγραφης συμφωνίας μεταξύ της BT και του φωτογράφου επ’ αυτού). Κατά την άποψη της IU, ελλείψει έγκυρης άδειας χρήσης ή μεταβίβασης των εν λόγω δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, η BT ευθύς εξαρχής δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικώς προς άσκηση της εν λόγω αγωγής. Αντιθέτως, η BT παραπέμπει στο γερμανικό δίκαιο για να υποστηρίξει το κύρος της εν λόγω άδειας χρήσης και, ως εκ τούτου, την ενεργητική της νομιμοποίηση προκειμένου να ζητήσει προστασία βάσει των επίμαχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

34.      Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το κρίσιμο ζήτημα έγκειται στο ποιο εκ των ανταγωνιστικών εθνικών δικαίων θα πρέπει να εφαρμόσει το αιτούν δικαστήριο προκειμένου να κρίνει αν η επίμαχη αποκλειστική σύμβαση άδειας χρήσης είναι έγκυρη ως προς τον τύπο και, κατ’ επέκταση, αν η BT νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση αγωγής λόγω προσβολής δικαιώματος κατά τρίτου όπως η IU. Το ως άνω ζήτημα πρέπει να επιλυθεί με παραπομπή στους σχετικούς κανόνες σύγκρουσης νόμων, τους οποίους θα εξετάσω εν συνεχεία.

Β.      Το εφαρμοστέο δίκαιο επί του τυπικού κύρους σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας δυνάμει των σχετικών κανόνων σύγκρουσης νόμων

35.      Οσάκις ασκείται αγωγή λόγω προσβολής δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους από φερόμενο δικαιούχο άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (όπως η BT) κατά τρίτου προσώπου (όπως η IU), δεν υπάρχει ένας και μοναδικός κανόνας σύγκρουσης νόμων για τον προσδιορισμό συγκεκριμένου ουσιαστικού δικαίου, το οποίο πρέπει να εφαρμόζεται για όλα τα ζητήματα που ενδέχεται να ανακύψουν στο πλαίσιο μιας τέτοιας δίκης. Αντιθέτως, διάφοροι κανόνες σύγκρουσης νόμων, οι οποίοι συνδέονται με διάφορες κατηγορίες που προβλέπονται στο ιδιωτικό δίκαιο και προσδιορίζουν (δυνητικά) διαφορετικά ουσιαστικά δίκαια, ενδέχεται να είναι κρίσιμοι ανάλογα με τη φύση του οικείου ζητήματος ή των οικείων ζητημάτων (1) (14). Ως εκ τούτου, προκειμένου να προσδιοριστούν οι κρίσιμοι κανόνες όσον αφορά το τυπικό κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και, εν τέλει, το εφαρμοστέο δίκαιο, είναι καίριας σημασίας να χαρακτηριστεί ορθώς το εν λόγω ζήτημα, ήτοι να καθοριστεί σε ποια κατηγορία υπάγεται προσηκόντως (2).

1.      Οι «ανταγωνιστικοί» κανόνες σύγκρουσης νόμων

36.      Όπως επισημάνθηκε στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, στο πλαίσιο δίκης λόγω προσβολής δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, διάφοροι κανόνες σύγκρουσης νόμων είναι κρίσιμοι όσον αφορά ζητήματα που σχετίζονται με την εξωσυμβατική ευθύνη (α), τις συμβάσεις αδειών χρήσης ή μεταβίβασης (β) και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αυτά καθεαυτά (γ).

α)      Εξωσυμβατική ευθύνη

37.      Πρώτον, κρίσιμοι είναι οι κανόνες σύγκρουσης νόμων που προβλέπονται στον κανονισμό Ρώμη ΙΙ (15) όσον αφορά ζητήματα (που θεωρούνται) συνδεόμενα με την ενδεχόμενη εξωσυμβατική ευθύνη (ή, για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του εν λόγω κανονισμού, την «εξωσυμβατική ενοχή») του προσώπου που φέρεται να διέπραξε την παράβαση έναντι του ενάγοντος (16). Δυνάμει του άρθρου 15 του εν λόγω κανονισμού, το εφαρμοστέο δίκαιο στην οικεία «εξωσυμβατική ενοχή» διέπει τα ζητήματα της «εξωσυμβατικής ευθύνης».

38.      Κατά το άρθρο 8 του κανονισμού Ρώμη II, το εφαρμοστέο δίκαιο στην «εξωσυμβατική ενοχή» που απορρέει από προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (17), είναι το «δίκαιο της χώρας για την οποία ζητείται προστασία» (ή lex loci protectionis) (18).

39.      Ως εκ τούτου, αν το τυπικό κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας θεωρηθεί ότι συνδέεται με την «εξωσυμβατική ευθύνη», το γερμανικό δίκαιο θα ρύθμιζε το εν λόγω ζήτημα στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού Ρώμη II, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του κανονισμού αυτού, καθόσον η BT διεκδικεί προστασία βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας στη Γερμανία.

β)      Σύμβαση

40.      Δεύτερον, οι κανόνες σύγκρουσης νόμων που προβλέπονται στον κανονισμό Ρώμη Ι είναι κρίσιμοι (19) όσον αφορά ζητήματα (που θεωρούνται) συνδεόμενα με τις «συμβατικές ενοχές» που απορρέουν από σύμβαση άδειας χρήσης ή μεταβίβασης (ή από ρήτρα) η οποία δεσμεύει τα μέρη (20). Κατά το άρθρο 12 του κανονισμού Ρώμη Ι, τέτοια «συμβατικά» ζητήματα διέπονται από το εφαρμοστέο στην οικεία σύμβαση δίκαιο (στο εξής: lex contractus).

41.      Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη Ι, το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση (συμπεριλαμβανομένης της άδειας χρήσης ή της μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας) είναι το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη (21).

42.      Ελλείψει τέτοιας επιλογής (όπως φαίνεται να συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση (22)), το άρθρο 4 του κανονισμού Ρώμη Ι προβλέπει αντικειμενικούς κανόνες για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στην οικεία σύμβαση. Οι εν λόγω κανόνες είναι αρκετά περίπλοκοι. Για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως αρκεί να διευκρινιστεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, περιέχει εξαντλητικό κατάλογο συνδετικών στοιχείων τα οποία χαρακτηρίζουν ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων. Καίτοι οι συμβάσεις που αφορούν τη διανοητική ιδιοκτησία δεν διαλαμβάνονται στον ανωτέρω κατάλογο (23), το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, προβλέπει ένα τέτοιο συνδετικό στοιχείο όσον αφορά «συμβάσεις παροχής υπηρεσιών», κατηγορία η οποία προφανώς περιλαμβάνει συμφωνίες όπως αυτές που καταρτίστηκαν μεταξύ του φωτογράφου και της BT (24).

43.      Κατά τη διάταξη αυτή, εφαρμοστέο δίκαιο σε μια τέτοια σύμβαση είναι «το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πάροχος υπηρεσίας έχει τη συνήθη διαμονή του». Στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι ο «πάροχος υπηρεσίας», ήτοι ο φωτογράφος, έχει τη «συνήθη διαμονή» του στην Πολωνία (25). Κατά συνέπεια, το πολωνικό δίκαιο είναι η σχετική lex contractus (26).

44.      Ωστόσο, πρέπει να προστεθεί ότι για ορισμένα «συμβατικά ζητήματα», ο κανονισμός Ρώμη Ι δεν περιορίζεται στον προσδιορισμό της lex contractus, «εναποθέτοντας» την απάντηση σε αυτό το δίκαιο, αλλά προβλέπει οιονεί ουσιαστικούς κανόνες (ή «προσανατολισμένους στα αποτελέσματα»). Το άρθρο 11 της εν λόγω πράξης περιέχει τέτοιους κανόνες όσον αφορά το «τυπικό κύρος» συμβάσεως. Οι ως άνω κανόνες διαφέρουν ανάλογα με το αν τα μέρη (ή οι αντιπρόσωποί τους) βρίσκονταν στην ίδια χώρα κατά τη χρονική στιγμή σύναψης της οικείας σύμβασης. Στην υπό κρίση υπόθεση το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να υποθέτει ότι η BT (ή μάλλον ο «αντιπρόσωπός» της, δηλαδή ο σύζυγός της) και ο φωτογράφος βρίσκονταν στην ίδια χώρα, ήτοι στην Πολωνία, κατά τη χρονική στιγμή κατάρτισης των συμφωνιών τους (και, ως εκ τούτου, ότι οι συμβάσεις συνήφθησαν στην Πολωνία). Δεδομένου ότι πρόκειται για πραγματικό ζήτημα, θα εκκινήσω από αυτή την παραδοχή (27). Εν τοιαύτη περιπτώσει, το άρθρο 11, παράγραφος 1, προβλέπει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη ως προς τον τύπο (εξ ου και ο «προσανατολισμένος στα αποτελέσματα» χαρακτήρας του κανόνα) αν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις είτε (i) της lex contractus είτε (ii) του δικαίου της χώρας στην οποία συνήφθη η σύμβαση (ή lex loci contractus). Στην υπό κρίση υπόθεση, για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, πρόκειται για το πολωνικό δίκαιο και στις δύο περιπτώσεις.

45.      Κατά συνέπεια, αν το τυπικό κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας θεωρηθεί ως «συμβατικό» ζήτημα, το πολωνικό δίκαιο θα διέπει το ζήτημα της κύριας δίκης, δυνάμει των άρθρων 4 και 11 του κανονισμού Ρώμη Ι.

γ)      Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αυτά καθεαυτά

46.      Τρίτον, ελλείψει σχετικών κανόνων σύγκρουσης νόμων σε επίπεδο Ένωσης (28) ή στη Σύμβαση της Βέρνης (29), οι εθνικοί κανόνες σύγκρουσης νόμων των κρατών μελών είναι κρίσιμοι όσον αφορά ζητήματα (που θεωρούνται) συνδεόμενα με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αυτά καθεαυτά, ήτοι τα εγγενή χαρακτηριστικά των εν λόγω δικαιωμάτων «διανοητικής ιδιοκτησίας» (30).

47.      Υπάρχουν ορισμένες αποκλίσεις μεταξύ των εν λόγω εθνικών κανόνων σύγκρουσης νόμων. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της φύσης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (μονοπωλιακή προστασία που παρέχεται από κράτος, δυνάμει της δικής του νομοθεσίας, μόνο για το έδαφός του), οι εν λόγω κανόνες προβλέπουν συνήθως, όπως στην υπό κρίση υπόθεση οι γερμανικοί κανόνες σύγκρουσης νόμων, ότι τέτοια ζητήματα «ιδιοκτησιακής» (31) φύσης διέπονται (και) από τη lex loci protectionis (32).

48.      Ως εκ τούτου, αν το ζήτημα του τυπικού κύρους σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας θεωρηθεί ότι συνδέεται με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αυτά καθεαυτά, το γερμανικό δίκαιο θα ρύθμιζε το εν λόγω ζήτημα στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατ’ εφαρμογήν των γερμανικών κανόνων σύγκρουσης νόμων, δεδομένου ότι η BT ζητεί προστασία βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας στη Γερμανία.

2.      Επί του ορθού χαρακτηρισμού του τυπικού κύρους σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας

49.      Δεδομένης της ποικιλομορφίας των κανόνων σύγκρουσης νόμων, ο προσδιορισμός των κρίσιμων κανόνων όσον αφορά το τυπικό κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (και, εν τέλει, το ζήτημα αν το γερμανικό ή το πολωνικό δίκαιο είναι εφαρμοστέο στην υπόθεση της κύριας δίκης) εξαρτάται από τον ορθό χαρακτηρισμό του εν λόγω ζητήματος, ήτοι αν πρέπει να θεωρηθεί ότι συνδέεται με την «εξωσυμβατική ευθύνη», τη «σύμβαση» ή το «δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας αυτό καθεαυτό». Εσφαλμένος χαρακτηρισμός θα συνεπαγόταν εσφαλμένη ερμηνεία των εν λόγω κανόνων και την εφαρμογή απρόσφορου ουσιαστικού δικαίου (33).

50.      Για τους σκοπούς του εν λόγω χαρακτηρισμού, το περιεχόμενο των κατηγοριών της «εξωσυμβατικής ευθύνης» και της «σύμβασης» πρέπει να καθοριστούν αυτοτελώς, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που επιδιώκουν οι κανονισμοί Ρώμη Ι και Ρώμη ΙΙ, ιδίως της ανάγκης διασφαλίσεως της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο και της «πρόβλεψης της έκβασης των διαφορών» (34). Σε αντίθετη περίπτωση, ο χαρακτηρισμός ενός συγκεκριμένου ζητήματος (και, συνεπώς, η ενδεχόμενη εφαρμογή των εν λόγω πράξεων) ενδέχεται να ποικίλλει ανάλογα με το δικάζον δικαστήριο (35). Περαιτέρω, το περιεχόμενο της εναπομένουσας κατηγορίας, ήτοι της κατηγορίας που αφορά το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας αυτό καθεαυτό, πρέπει να οριοθετηθεί καταλλήλως στο πλαίσιο των εθνικών συστημάτων σύγκρουσης νόμων. Πράγματι, οι διάφορες ως άνω κατηγορίες δεν πρέπει να αλληλεπικαλύπτονται. Εάν ένα μεμονωμένο ζήτημα ενέπιπτε ταυτόχρονα σε δύο κατηγορίες, τούτο θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τον παράλληλο προσδιορισμό διαφορετικών, ενδεχομένως αντικρουόμενων, ουσιαστικών δικαίων. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα έθιγε την ίδια τη λειτουργία των κανόνων σύγκρουσης νόμων, ενώ θα στερούσε από τους κανονισμούς Ρώμη Ι και Ρώμη ΙΙ την πρακτική τους αποτελεσματικότητα.

51.      Εν συνεχεία, θα εξηγήσω, πρώτον, γιατί το τυπικό κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υπάγεται στην «εξωσυμβατική ευθύνη» (α). Έπειτα, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους, μολονότι υφίστανται ορισμένες δυσχέρειες, το εν λόγω ζήτημα δεν πρέπει να χαρακτηριστεί ως «ιδιοκτησιακό», αλλά μάλλον ως «συμβατικό» (β).

α)      Το τυπικό κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υπάγεται στην «εξωσυμβατική ευθύνη»

52.      Ένα πράγμα είναι σαφές. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το ζήτημα του τυπικού κύρους σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας –ακόμη και όταν τίθεται στο πλαίσιο δίκης λόγω προσβολής δικαιώματος– δεν υπάγεται στην «εξωσυμβατική ευθύνη». Ως εκ τούτου, οι κανόνες σύγκρουσης νόμων που προβλέπονται στον κανονισμό Ρώμη ΙΙ δεν ασκούν επιρροή.

53.      Πράγματι, επί της ουσίας, ουδείς σύνδεσμος υφίσταται μεταξύ του εν λόγω ζητήματος και της (φερόμενης) ευθύνης του προσώπου που (φέρεται να) διέπραξε την παράβαση. Προφανώς, χωρίς έγκυρη σύμβαση άδειας χρήσης ή μεταβίβαση των σχετικών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, η BT ενδέχεται να μη νομιμοποιούνταν ενεργητικώς ευθύς εξαρχής προς άσκηση αγωγής λόγω προσβολής δικαιώματος (36). Ωστόσο, το ζήτημα του κύρους της εν λόγω σύμβασης άδειας χρήσης ή μεταβίβασης είναι προκριματικό του ζητήματος αν η εναγομένη προσέβαλε το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας (και, συνεπώς, πρέπει λογικά να επιλυθεί από το επιληφθέν δικαστήριο πριν από αυτό) (37). Η έλλειψη ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ του ως άνω ζητήματος και της ευθύνης καταδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι το κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης ενδέχεται να ανακύψει σε εντελώς διαφορετικά διαδικαστικά πλαίσια (όπως δίκες που έχουν ως αντικείμενο την αναγνώριση της κυριότητας, το κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κ.ο.κ.).

54.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, είναι εσφαλμένο το επιχείρημα της BT ότι το επίμαχο ζήτημα κύρους θα πρέπει παρά ταύτα να υπαχθεί στην κατηγορία της «εξωσυμβατικής ευθύνης» οσάκις ανακύπτει στο πλαίσιο δίκης λόγω προσβολής δικαιώματος, καθόσον θα ήταν ευκολότερο για το επιληφθέν δικαστήριο να εφαρμόσει στο σύνολο της διαδικασίας το ένα και μοναδικό ουσιαστικό δίκαιο που καθορίζει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν τον χαρακτηρισμό στις συγκρούσεις νόμων, οι οποίες συνοψίζονται στο σημείο 35 των παρουσών προτάσεων, οι κανόνες σύγκρουσης νόμων και, κατ’ επέκταση, το δίκαιο που διέπει ένα συγκεκριμένο ζήτημα εξαρτώνται από τη φύση του εν λόγω ζητήματος και όχι από το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου τίθεται. Μια τέτοια προσέγγιση θα ενείχε τον κίνδυνο, επί παραδείγματι, μια συγκεκριμένη σύμβαση άδειας χρήσης ή μεταβίβασης να θεωρείται έγκυρη, βάσει ενός συνόλου ουσιαστικών κανόνων, όταν αμφισβητείται στο πλαίσιο δίκης λόγω προσβολής δικαιώματος, αλλά να είναι άκυρη, βάσει άλλου συνόλου ουσιαστικών κανόνων, στο πλαίσιο αγωγής αναγνωριστικής της κυριότητας (ή ανταγωγής για την κήρυξη ακυρότητας της μεταβίβασης κ.ο.κ.) και αντιστρόφως. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν ασυμβίβαστο με τους σκοπούς της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας που επιδιώκουν οι κανονισμοί Ρώμη Ι και Ρώμη ΙΙ (38).

β)      Το τυπικό κύρος σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας δεν αποτελεί «ιδιοκτησιακό», αλλά «συμβατικό» ζήτημα

55.      Απομένει να εξακριβωθεί αν το ζήτημα του τυπικού κύρους σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης πρέπει να χαρακτηριστεί ως «συμβατικής» ή «ιδιοκτησιακής» φύσης. Το εν λόγω ζήτημα χρήζει ουσιαστικότερης διευκρίνισης, ιδίως καθόσον έχει οδηγήσει σε αποκλίνουσες απόψεις τόσο μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών όσο και στη θεωρία.

56.      Κατά γενικό κανόνα, όσον αφορά τέτοιου είδους συμβατικές συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, θα πρέπει πάντοτε να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των «ιδιοκτησιακών» και των «συμβατικών» ζητημάτων. Τα ζητήματα που αφορούν τα οικεία δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας «αυτά καθεαυτά» θα πρέπει πάντοτε να υπάγονται στο δίκαιο που διέπει τα εν λόγω δικαιώματα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες σύγκρουσης νόμων (συνήθως τη lex loci protectionis), ανεξάρτητα από το δίκαιο που εφαρμόζεται στην υποκείμενη σύμβαση δυνάμει του κανονισμού Ρώμη Ι. Μια τέτοια διαχωριστική ταξινόμηση δικαιολογείται, πέραν των λόγων που εκτίθενται στο σημείο 49 των παρουσών προτάσεων, από λόγους ασκούμενης πολιτικής: μολονότι τα μέρη πρέπει να είναι ελεύθερα, δυνάμει του ως άνω κανονισμού, να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο στις «συμβατικές ενοχές» τους, δεν θα πρέπει, εντούτοις, να μπορούν να το πράξουν όσον αφορά τα εγγενή χαρακτηριστικά του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας αυτού καθεαυτό (39).

57.      Η «ιδιοκτησιακή» κατηγορία περιλαμβάνει αναμφίβολα το κύριο ζήτημα της δυνατότητας μεταβίβασης του οικείου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ήτοι το ζήτημα αν το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να μεταβιβαστεί από τον αρχικό δικαιούχο (τον δημιουργό) σε άλλο πρόσωπο, ιδίως μέσω σύμβασης. Πράγματι, η δυνατότητα μεταβίβασης (και η έκτασή της) αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του οικείου δικαιώματος. Επομένως, η χορήγηση άδειας χρήσης ή η μεταβίβαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω σύμβασης μόνον αν το δίκαιο που διέπει το οικείο δικαίωμα το επιτρέπει, ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου στη σύμβαση αυτή δικαίου (40).

58.      Αντιθέτως, οσάκις (και στον βαθμό που) το δίκαιο που διέπει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επιτρέπει τη μεταβίβασή του μέσω σύμβασης (όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι, καίτοι το γερμανικό δίκαιο αποκλείει τη δυνατότητα μεταβίβασης του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, επιτρέπει εντούτοις τη χορήγηση αποκλειστικών αδειών χρήσης όπως η επίμαχη), το μεταγενέστερο ζήτημα κατά πόσον η σύμβαση άδειας χρήσης ή μεταβίβασης του εν λόγω δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας πρέπει να πληροί ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις (συμπεριλαμβανομένης, στην υπό κρίση υπόθεση, της απαίτησης περί έγγραφου τύπου) αφορά, κατ’ ουσίαν, όχι το δικαίωμα «αυτό καθεαυτό», αλλά την υποκείμενη σύμβαση (41).

59.      Πράγματι, οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν απορρέουν από τη φύση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Αντιθέτως, επιβάλλονται για την προστασία του δημιουργού, ο οποίος συχνά θεωρείται το ασθενέστερο μέρος στις συμβάσεις που αφορούν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (σε αντίθεση με τους μεσάζοντες, όπως οι εκδότες). Ειδικότερα, οι εν λόγω προϋποθέσεις αποσκοπούν στη διασφάλιση της εν επιγνώσει συγκατάθεσης του δημιουργού για κάθε ενοχή απορρέουσα από τέτοια σύμβαση για χορήγηση άδειας χρήσης ή μεταβίβασης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας του, καθώς και στη διαφάνεια ως προς το ακριβές περιεχόμενο μιας τέτοιας ενοχής (42).

60.      Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τέτοιες προϋποθέσεις επιβάλλονται συνήθως επί ποινή ακυρότητας της επίμαχης σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης (ή συμβατικής ρήτρας) (όπως, επί παραδείγματι, στην περίπτωση του άρθρου 53 του πολωνικού νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας). Σε αυτή την περίπτωση, οι επίμαχες προϋποθέσεις αφορούν προδήλως το «τυπικό κύρος» της εν λόγω σύμβασης (ή ρήτρας) κατά την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού Ρώμη Ι (43). Ακόμη και όταν οι εν λόγω προϋποθέσεις επιβάλλονται προς τον σκοπό της απόδειξης (επί παραδείγματι, όταν απαιτείται έγγραφο ως το μόνο αποδεκτό αποδεικτικό μέσο μιας τέτοιας σύμβασης άδειας χρήσης ή μεταβίβασης), το πρακτικό αποτέλεσμά τους είναι συγκρίσιμο: άδειες ή μεταβιβάσεις οι οποίες είναι ανυπόστατες δεν είναι αντιτάξιμες (44). Ως εκ τούτου, η φύση του ζητήματος δεν διαφέρει ουσιωδώς, οι δε κανόνες του κανονισμού Ρώμη Ι (ιδίως το άρθρο 18, παράγραφος 2, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 11) εξακολουθούν να εφαρμόζονται (45). Εν ολίγοις, όποια και αν είναι η ακριβής φύση των εν λόγω προϋποθέσεων (τυπικού ή αποδεικτικού χαρακτήρα) στο εθνικό δίκαιο, αυτές είναι συνυφασμένες με (το κύρος ή την απόδειξη) των «συμβατικών ενοχών» που δεσμεύουν τα μέρη.

61.      Η άποψη ότι οι τυπικές προϋποθέσεις δεν αφορούν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας «αυτό καθεαυτό», αλλά τη σύμβαση με την οποία πρόκειται να χορηγηθεί άδεια χρήσης του δικαιώματος ή να μεταβιβαστεί το δικαίωμα, ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι παρόμοιες προϋποθέσεις υφίστανται στα εθνικά νομικά συστήματα όσον αφορά συμβάσεις και ρήτρες που αφορούν διάφορα αντικείμενα (επί παραδείγματι, όσον αφορά ρήτρες μη ανταγωνισμού σε συμβάσεις εργασίας, διεθνείς συμφωνίες παρέκτασης της δικαιοδοσίας κ.ο.κ.) (46), συνήθως για παρόμοιους σκοπούς προστασίας. Το γεγονός ότι στην υπό κρίση υπόθεση οι εν λόγω προϋποθέσεις σχετίζονται με συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν μεταβάλλει τον αμιγώς «συμβατικό» χαρακτήρα του υποκείμενου ζητήματος (47).

62.      Η εν λόγω ερμηνεία δεν αναιρείται από την επιχειρηματολογία της BT και της Επιτροπής. Κατά τους εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του τυπικού κύρους της σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης και, αφετέρου, του τυπικού κύρους της «μεταβίβασης» του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (48). Πράγματι, ενώ το πρώτο αποτελεί «συμβατικό ζήτημα» (δεδομένου ότι αφορά μόνον τις «συμβατικές ενοχές» μεταξύ των μερών), το δεύτερο αποτελεί αντιθέτως «ιδιοκτησιακό ζήτημα» (καθόσον η μεταβίβαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας αυτού καθεαυτό επηρεάζει τρίτους). Επιπλέον, δεδομένου ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αντιδικούν τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση μέρη, αλλά ένα εξ αυτών των μερών στρέφεται κατά τρίτου, μόνον η τελευταία πτυχή ασκεί επιρροή. Πράγματι, το πραγματικό ζήτημα έγκειται στο αν η BT κατέστη δικαιούχος των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και, συνεπώς, αν μπορεί να αντιτάξει τα εν λόγω δικαιώματα έναντι ενός τέτοιου τρίτου. Κατά συνέπεια, δέον όπως εφαρμοστούν οι τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται, συναφώς, στη lex loci protectionis (στην υπό κρίση υπόθεση, το γερμανικό δίκαιο) (49).

63.      Η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία βασίζεται, κατά τη γνώμη μου, σε σύγχυση ως προς τη φύση του υπό εξέταση ζητήματος. Απαιτούνται ορισμένες διευκρινίσεις για την κατανόηση της εσφαλμένης παραδοχής.

64.      Η διάκριση που προτείνουν η BT και η Επιτροπή μεταξύ του «τυπικού κύρους της σύμβασης» και του «τυπικού κύρους της μεταβίβασης», η οποία επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το γερμανικό ιδιωτικό δίκαιο (50) (και η οποία, εκ πρώτης όψεως, ενδεχομένως προκαλεί σύγχυση σε νομικούς με διαφορετική παράδοση), αφορά, κατά τη γνώμη μου, αυτό που γίνεται συνήθως αντιληπτό, σε άλλα νομικά συστήματα, ως διάκριση μεταξύ, αφενός, του κύρους σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης διανοητικής ιδιοκτησίας και, αφετέρου, του αντιτάξιμου της εν λόγω άδειας χρήσης ή μεταβίβασης έναντι τρίτων.

65.      Ειδικότερα, αφ’ ης στιγμής μεταξύ δύο προσώπων έχει συναφθεί έγκυρη σύμβαση μεταβίβασης ή χορήγησης αποκλειστικής άδειας χρήσης δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, ενδέχεται να ανακύψει ξεχωριστό ζήτημα ως προς το αν ο εκδοχέας ή ο κάτοχος της άδειας δύνανται να αντιτάξουν τη μεταβίβαση του εν λόγω δικαιώματος (ή, με άλλα λόγια, τα έννομα αποτελέσματα της εν λόγω σύμβασης) έναντι τρίτων, ακόμη και στο πλαίσιο δίκης λόγω προσβολής δικαιώματος (όπως έπραξε η BT έναντι της IU). Σε ορισμένα νομικά συστήματα, τούτο είναι δυνατό μόνο μετά την εκπλήρωση ορισμένων διατυπώσεων, συνήθως την καταχώριση της σχετικής άδειας χρήσης ή μεταβίβασης σε συγκεκριμένο δημόσιο μητρώο. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να επισημάνω ότι, πέραν του γεγονότος ότι κατά κανόνα οι διατυπώσεις δεν επιβάλλονται σε σχέση με συμβατικές μεταβιβάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (51), οι επίμαχες διατυπώσεις διαφέρουν θεμελιωδώς από τις τυπικές προϋποθέσεις που εξετάζονται στην υπό κρίση υπόθεση. Οι επίμαχες διατυπώσεις είναι, κατ’ ουσίαν, διοικητικές ενέργειες άσχετες προς τη σύμβαση, στις οποίες εμπλέκονται δημόσιες αρχές, δεν επιβάλλονται δε για την προστασία (ενός) εκ των συμβαλλομένων μερών, αλλά για τη διασφάλιση της δημοσιότητας, της ενημέρωσης, της διαφάνειας και, εν τέλει, της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά το καθεστώς της διανοητικής ιδιοκτησίας, προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου. Προφανώς, η συγκεκριμένη προβληματική του αντιτάξιμου έναντι τρίτων (συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης εφαρμογής των εν λόγω διατυπώσεων) συνιστά αμιγώς «ιδιοκτησιακό» ζήτημα. Αφορά το εγγενές χαρακτηριστικό «erga omnes» του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (52).

66.      Εντούτοις, το ζήτημα που ανέκυψε στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν συνδέεται, κατ’ ουσίαν, με την ως άνω προβληματική του αντιτάξιμου έναντι τρίτων. Η IU δεν αμφισβητεί ότι σύμβαση αποκλειστικής άδειας χρήσης δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί, δυνάμει του γερμανικού δικαίου, να αντιταχθεί έναντι τρίτων, ακόμη και στο πλαίσιο δίκης λόγω προσβολής δικαιώματος, χωρίς να απαιτείται συναφώς κάποια διατύπωση. Αντιθέτως, υπενθυμίζω ότι η IU αμφισβητεί την ίδια την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης άδειας χρήσης μεταξύ του φωτογράφου και της BT (χωρίς την οποία η BT δεν θα νομιμοποιούνταν ενεργητικώς), λόγω της φερόμενης μη τήρησης των τυπικών προϋποθέσεων που αναλύθηκαν ανωτέρω. Για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, το εν λόγω ζήτημα κύρους, καθώς και οι εν λόγω προϋποθέσεις, είναι συνυφασμένες με τις συμβάσεις [που συνήφθησαν] μεταξύ της BT και του φωτογράφου (53). Προφανώς, αν δεν υφίσταται έγκυρη σύμβαση άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης (ή ρήτρα) μεταξύ των μερών, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπάρξει επακόλουθη μεταβίβαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας τα οποία να μπορούν να αντιταχθούν έναντι τρίτου. Ωστόσο, το εν λόγω ζήτημα κύρους είναι προκριματικό τυχόν συζήτησης σχετικά με το αντιτάξιμο έναντι τρίτων. Το γεγονός ότι το ζήτημα του κύρους προβάλλεται ως αμυντικός ισχυρισμός από τρίτο που επιδιώκει να μην καταδικασθεί στο πλαίσιο δίκης λόγω προσβολής δικαιώματος δεν μπορεί να μεταβάλλει τον «συμβατικό» χαρακτήρα του. Και στην περίπτωση αυτή, ο χαρακτηρισμός ενός νομικού ζητήματος εξαρτάται από την αντικειμενική του φύση και όχι από την ιδιότητα του μέρους που το προβάλλει (54).

67.      Η ερμηνεία που προτείνω, κατά την οποία το ζήτημα του τυπικού κύρους σύμβασης άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας πρέπει να χαρακτηριστεί ως «συμβατικό» και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στους κανόνες σύγκρουσης νόμων που προβλέπονται στον κανονισμό Ρώμη Ι, και ιδίως στο άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, συνάδει με τον σκοπό της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός.

68.      Πράγματι, η ως άνω ερμηνεία διευκολύνει τις διασυνοριακές δικαιοπραξίες που συνδέονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Κατά το άρθρο 11, μια σύμβαση άδειας χρήσης ή δικαιοπραξία μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας θεωρείται κατά κανόνα (55) έγκυρη και αποτελεσματική εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις είτε της lex contractus, είτε της lex loci contractus. Τούτο παρέχει στα μέρη ασφάλεια δικαίου όσον αφορά το (τυπικό) κύρος και την αποτελεσματικότητα των συμφωνιών τους, ιδίως οσάκις αυτές αφορούν διάφορα εθνικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία διέπονται από αντίστοιχο αριθμό εθνικών δικαίων: τα μέρη δεν χρειάζεται να ανησυχούν για (μερική ή ολική) μη παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας τους λόγω μη τήρησης των διαφόρων προϋποθέσεων που ενδέχεται να προβλέπουν τα εν λόγω εθνικά δίκαια.

69.      Αντιθέτως, η προσέγγιση που υιοθετούν η BT και η Επιτροπή θα σήμαινε ότι τα μέρη θα πρέπει να συμμορφώνονται τόσο με τις τυπικές προϋποθέσεις της lex contractus και/ή της lex loci contractus (όπως προβλέπονται στο άρθρο 11 του κανονισμού Ρώμη Ι) όσο και με εκείνες που προβλέπονται από το δίκαιο που διέπει το δικαίωμα αυτό καθεαυτό (ή τα δίκαια, αν η σύμβαση αφορά περισσότερα του ενός εθνικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας). Μια τέτοια προσέγγιση θα αύξανε τον κίνδυνο να μην παράγουν έννομα αποτελέσματα οι σχετικές με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας συμβάσεις λόγω τυπικής πλημμέλειας, στερώντας συνεπώς σε μεγάλο βαθμό το άρθρο 11 από την πρακτική αποτελεσματικότητά του όσον αφορά αυτή την κατηγορία συμβάσεων (56).

70.      Τέλος, αντιλαμβάνομαι ότι ο χαρακτηρισμός του εξεταζόμενου ζητήματος ως «ιδιοκτησιακού» δικαιολογείται ενίοτε, στην πραγματικότητα, όχι από τον αντικειμενικό χαρακτήρα του εν λόγω ζητήματος, αλλά από την ανησυχία ότι, διαφορετικά, τα μέρη θα μπορούσαν, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού Ρώμη Ι, να παρακάμψουν τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπει το δίκαιο που διέπει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας (και στην περίπτωση αυτή, ως επί το πλείστον, τη lex loci protectionis), επιλέγοντας, ως δίκαιο που θα διέπει τη σύμβασή τους ένα επιεικέστερο δίκαιο, καίτοι οι προϋποθέσεις αυτές αντιμετωπίζονται συχνά ως ιδιαιτέρως σπουδαίες από τα κράτη, δεδομένου του στόχου της προστασίας του δημιουργού που επιδιώκουν.  

71.      Ωστόσο, η ανωτέρω ανησυχία δεν αφορά ειδικά τις συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Προκύπτει κάθε φορά που οι εθνικές νομοθεσίες επιβάλλουν τυπικές προϋποθέσεις σε σχέση με ορισμένες συμβάσεις ή ρήτρες. Συναφώς, οφείλω να επισημάνω ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, έχοντας επίγνωση της σημασίας που ενδεχομένως αποδίδουν οι εθνικοί νομοθέτες στις επίμαχες προϋποθέσεις, επέλεξε να προκρίνει, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού Ρώμη Ι, το τυπικό κύρος των συμβάσεων έναντι της αυστηρής εφαρμογής των εν λόγω προϋποθέσεων, προκειμένου να διασφαλίσει την ασφάλεια δικαίου για τα μέρη, σύμφωνα με τους γενικούς σκοπούς του κανονισμού Ρώμη Ι (57).

72.      Ελλείψει ειδικής διατάξεως περί του αντιθέτου, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιον λόγο το άρθρο 11 του κανονισμού Ρώμη Ι και η πολιτική επιλογή που ενσωματώνει θα πρέπει να αποκλειστούν όσον αφορά τις συμβάσεις που αφορούν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, μέσω ενός τεχνητού (εκ νέου) χαρακτηρισμού των προϋποθέσεων που εξετάζονται στις παρούσες προτάσεις ως «ιδιοκτησιακού» ζητήματος. Εναπόκειται στον νομοθέτη της Ένωσης να αξιολογήσει αν θα ήταν επιθυμητό να υιοθετηθεί μια πολιτική κατά την οποία οι τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπει η lex loci protectionis να εφαρμόζονται πάντοτε, επί ποινή ακυρότητας της υποκείμενης συμβάσεως. Εάν κρίνει ότι μια τέτοια προσέγγιση είναι δικαιολογημένη, θα μπορούσε να τροποποιήσει αναλόγως το άρθρο 11, επί παραδείγματι με τη θέσπιση ειδικών κανόνων προσαρμοσμένων στις συμβάσεις που αφορούν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας (58).

73.      Εν πάση περιπτώσει, ο κανονισμός Ρώμη Ι, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, περιλαμβάνει ήδη μηχανισμούς που λαμβάνουν υπόψη τις ανωτέρω παραμέτρους. Ειδικότερα, το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού καταλείπει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στο δικάζον δικαστήριο προκειμένου να εφαρμόσει, ανεξάρτητα από το δίκαιο που κατά τα άλλα είναι εφαρμοστέο στη σύμβαση σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, τις «υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου» (ή lois de police) που προβλέπονται από το δικό του δίκαιο (άρθρο 9, παράγραφος 2) ή από το δίκαιο της «χώρας όπου πρέπει να εκπληρωθούν ή έχουν εκπληρωθεί οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση» (άρθρο 9, παράγραφος 3).

74.      Επομένως, στο μέτρο που οι τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο που διέπει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας θεωρούνται από την οικεία χώρα ως αρκούντως «κρίσιμες» ώστε να μπορούν να χαρακτηριστούν ως «υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου» (59), και εφόσον το δίκαιο αυτό συμπίπτει είτε (i) με το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή είτε (ii) με το δίκαιο της χώρας όπου πρέπει να εκπληρωθούν οι συμβατικές ενοχές (60), οι κανόνες αυτοί μπορούν να εφαρμοστούν (και μια σύμβαση να κηρυχθεί άκυρη για τυπικούς λόγους) ανεξάρτητα από τους κανόνες του άρθρου 11 του κανονισμού Ρώμη Ι (61). Ωστόσο, η ως άνω εκτίμηση πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιείται κατά περίπτωση (62).

75.      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθόσον το ζήτημα του τυπικού κύρους της αποκλειστικής σύμβασης άδειας χρήσης που επικαλείται η BT είναι «συμβατικής» φύσης, εφαρμοστέοι είναι οι κανόνες σύγκρουσης νόμων που προβλέπει ο κανονισμός Ρώμη Ι. Κατά το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, οι υποκείμενες συμβάσεις ενδέχεται να είναι άκυρες ως προς τον τύπο, καθόσον δεν πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπει το πολωνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, ελλείψει έγκυρης άδειας χρήσης ή μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας υπέρ αυτής, η BT ενδέχεται να μη νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση αγωγής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, όπως διατείνεται η IU. Εντούτοις, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει το εν λόγω ζήτημα (63).

V.      Πρόταση

76.      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Oberlandesgericht Düsseldorf (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ντίσελντορφ, Γερμανία) ως εξής:

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 10, το άρθρο 11 και το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, έχουν την έννοια ότι σε περίπτωση σύγκρουσης νόμων, το ζήτημα των ενδεχόμενων τυπικών προϋποθέσεων τις οποίες πρέπει να πληροί σύμβαση άδειας χρήσης ή δικαιοπραξία μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας προκειμένου να θεωρείται έγκυρη ή υποστατή διέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο ή τα ουσιαστικά δίκαια που προσδιορίζονται από τους κανόνες που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


i      H ονομασία της παρούσας υπόθεσης είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.


2      Βλ., για περισσότερες λεπτομέρειες, σημεία 25 έως 34 των παρουσών προτάσεων.


3      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008 (ΕΕ 2008, L 177, σ. 6).


4      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 199, σ. 40).


5      Ή, τουλάχιστον, όχι κατά εκείνο το χρονικό σημείο (βλ. υποσημείωση 63 των παρουσών προτάσεων). Επιπλέον, ουδέποτε καταρτίστηκε συμφωνία σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο επί της ανάθεσης της φωτογράφισης στον φωτογράφο ή της μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.


6      Βλ., μεταξύ άλλων, οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10).


7      Ειδικότερα, ένα «έργο» προστατεύεται μόνον αν είναι «πρωτότυπο» (πρβλ. άρθρο 2, παράγραφος 3, και άρθρο 14α, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βέρνης, καθώς και απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, Infopaq International, C‑5/08, EU:C:2009:465, σκέψη 37).


8      Βλ., αφενός, τα άρθρα 9 έως 14β της Συμβάσεως της Βέρνης και τα άρθρα 2 έως 4 της οδηγίας 2001/29 και, αφετέρου, το άρθρο 6α της Συμβάσεως της Βέρνης.


9      Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βέρνης, καθώς και απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2015, Hejduk (C‑441/13, EU:C:2015:28, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


10      Και πιθανώς σε άλλα κράτη, σύμφωνα με την αντίστοιχη νομοθεσία τους. Εντούτοις, η BT δεν επικαλείται τα εν λόγω άλλα εθνικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Επομένως, δεν ασκούν επιρροή στην υπόθεση της κύριας δίκης.


11      Βλ., περαιτέρω, Guibault, L., Hugenholtz, P.B., van Eechoud, M.M.M., van Gompel, S.J. και Helberger, N., The Recasting of Copyright & Related Rights for the Knowledge Economy, Institute for Information Law, Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες, 2006, § 3.2.1 και 3.2.2· και Fawcett, J.J., και Torremans, P., Intellectual Property and Private International Law, Oxford Private International Law Series, 3η έκδοση, 2024, § 14.01 και 14.02, 14.14, 14.107 και 14.108.


12      Πρβλ. άρθρο 29, παράγραφος 1 και 2 του γερμανικού νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Βλ., επιπλέον, Guibault, L., Hugenholtz, P. B., κ.ά., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 3.2.2.


13      Επιπλέον, τα δίκαια αυτά προβλέπουν ενίοτε την απαίτηση να υπογράφεται από τον δημιουργό κάθε συναφής ρήτρα, να διαλαμβάνονται σαφώς στο έγγραφο τα οικεία δικαιώματα, καθώς και το πεδίο εφαρμογής και η διάρκεια της άδειας χρήσης ή της μεταβίβασης κ.ο.κ. Βλ., επί παραδείγματι, στη Γαλλία, άρθρα L‑131‑2 και L‑131‑3 του code de la propriété intellectuelle (κώδικα διανοητικής ιδιοκτησίας)· στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Copyright, Designs and Patents Act 1988 (νόμο περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, σχεδίων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας του 1988), άρθρο 90, παράγραφος 3. Βλ., γενικώς, για συγκριτική ανάλυση των δικαίων των κρατών συναφώς, Guibault, L., Hugenholtz, P.B., κ.ά, όπ.π. στην υποσημείωση 11· και Kono, T. (επιμ.), Intellectual Property and Private International Law: Comparative Perspectives, Hart Publishing, Οξφόρδη, 2012.


14      Πρβλ., αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 2016, ERGO Insurance και Gjensidige Baltic (C‑359/14 και C‑475/14, EU:C:2016:40, σκέψεις 47 έως 62), και της 28ης Ιουλίου 2016, Verein für Konsumenteninformation (C‑191/15, EU:C:2016:612, σκέψεις 35 έως 60). Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα H. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση Verein für Konsumenteninformation (C‑191/15, EU:C:2016:388, σημείο 51)· Fawcett, J.J., και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 14.15 έως 14.17, και 15.09, 15.32 έως 15.35· και Plender, R., και Wilderspin, M., The European Private International Law of Obligations, Sweet & Maxwell, 4η έκδοση, Λονδίνο, 2015, § 2‑069 έως 2‑075, και 22‑041 έως 22‑047. Εξ αυτού συνάγεται ότι τα δικαστήρια πρέπει συχνά να εφαρμόζουν διαφορετικά ουσιαστικά δίκαια σε μία και μόνη διαδικασία.


15      Πράγματι, οι «εξωσυμβατικές ενοχές» (βλ., για την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, ERGO Insurance και Gjensidige Baltic, C‑359/14 και C‑475/14, EU:C:2016:40, σκέψη 46), οι οποίες απορρέουν από προσβολές δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, εμπίπτουν στις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, IRnova, C‑399/21, EU:C:2022:648, σκέψη 30). Περαιτέρω, οι εν λόγω «ενοχές» δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη II κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2.


16      Πρβλ. άρθρο 1, παράγραφος 1 και άρθρο 15 του κανονισμού Ρώμη II. Η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει ότι η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ζητήματα όπως η βάση και η έκταση της ευθύνης, οι λόγοι αποκλεισμού της ευθύνης/απαλλαγής από την ευθύνη, η ύπαρξη, ο χαρακτήρας και η αποτίμηση των ζημιών ή η επιδιωκόμενη αποκατάσταση της ζημίας (κ.ο.κ.).


17      Βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 26 του κανονισμού Ρώμη II.


18      Βλ. αιτιολογική σκέψη 26 του κανονισμού Ρώμη II. Ένας τέτοιος κανόνας σύγκρουσης νόμων συνάδει με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βέρνης, το οποίο προβλέπει, στα οικεία χωρία, ότι «[η] έκτασις της προστασίας ως και τα ένδικα μέσα τα παρεχόμενα εις τον δημιουργόν προς εξασφάλισιν των δικαιωμάτων του ρυθμίζονται αποκλειστικώς συμφώνως προς την νομοθεσίαν της χώρας, εις την οποίαν ζητείται η προστασία».


19      Πράγματι, οι «συμβατικές ενοχές» (βλ., για την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, ERGO Insurance και Gjensidige Baltic, C‑359/14 και C‑475/14, EU:C:2016:40, σκέψη 44), οι οποίες απορρέουν από σύμβαση άδειας χρήσης ή μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, εμπίπτουν στις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη Ι (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, IRnova, C‑399/21, EU:C:2022:648, σκέψη 30). Επιπλέον, οι εν λόγω «συμβατικές ενοχές» δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2.


20      Πρβλ. άρθρο 1 και άρθρα 10 έως 12 του κανονισμού Ρώμη I. Ειδικότερα, από τα άρθρα 10 έως 12 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει, ειδικότερα, ζητήματα όπως το κύρος (τόσο το ουσιαστικό όσο και το τυπικό) των εν λόγω «ενοχών», η ερμηνεία τους, η εκπλήρωσή τους, οι συνέπειες της μη εκπλήρωσής τους (κ.ο.κ.).


21      Δεδομένου ότι το Δικαστήριο έθιξε το ζήτημα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επιθυμώ να επισημάνω ότι η εν λόγω δυνατότητα επιλογής δεν αντιβαίνει, σε καμία περίπτωση, στη Σύμβαση της Βέρνης. Πέραν του ότι η Σύμβαση της Βέρνης δεν περιέχει κανόνες σχετικούς με συμβάσεις που αφορούν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, η «προστασία» των δικαιωμάτων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της εν λόγω σύμβασης, δεν θίγεται οσάκις τα δικαιώματα αυτά αποτελούν αντικείμενο συμβάσεως διεπόμενης, κατ’ επιλογήν των συμβαλλομένων, από δίκαιο διαφορετικό από τη lex loci protectionis (βλ., περαιτέρω, Fawcett, J.J. και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 14.41· και Raynard, J., Droit d’auteur et conflits de loi: essai sur la nature juridique du droit d’auteur, Litec, Παρίσι, 1990, σ. 526 και 527).


22      Βλ. υποσημείωση 5 των παρουσών προτάσεων.


23      Ένας τέτοιος ειδικός κανόνας περιλαμβανόταν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2005 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (COM/2005/0650 τελικό). Εντούτοις, ο εν λόγω κανόνας δεν διατηρήθηκε στην τελική έκδοση του κανονισμού, πιθανώς διότι οι συμβάσεις που αφορούν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας είναι στην πράξη υπερβολικά ετερογενείς (βλ. σημείο 28 των παρουσών προτάσεων) για να μπορούν ευλόγως να εξαρτώνται από ένα μόνο συνδετικό στοιχείο (πρβλ. έκθεση σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), 21.11.2007 – [COM(2005) 0650 – C6‑0441/2005 – 2005/0261(COD)], Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, τροπολογία 43).


24      Ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της «σύμβασης παροχής υπηρεσιών», κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού Ρώμη Ι, καλύπτει κάθε σύμβαση δυνάμει της οποίας ένα πρόσωπο «εκτελεί συγκεκριμένη δραστηριότητα» για λογαριασμό άλλου «έναντι αμοιβής» (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Verein für Konsumenteninformation C‑272/18, EU:C:2019:827, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η λήψη φωτογραφιών αποτελεί «συγκεκριμένη δραστηριότητα», την οποία εκτέλεσε ο φωτογράφος για λογαριασμό της BT «έναντι αμοιβής».


25      Συναφώς, το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη Ι προβλέπει, στο οικείο χωρίο, ότι «[η] συνήθης διαμονή φυσικού προσώπου που ενεργεί στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας είναι ο κύριος τόπος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του». Στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται πιθανότατα για το προαναφερθέν στούντιο στην Πολωνία.


26      Γίνεται αντιληπτό ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού Ρώμη Ι προβλέπει «ρήτρα διαφυγής», κατά την οποία «[ό]ταν από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης προκύπτει ότι η σύμβαση συνδέεται προδήλως στενότερα με χώρα άλλη από εκείνη στην οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 1 [...], εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας». Εντούτοις, φρονώ ότι δεν λυσιτελές να χρησιμοποιηθεί η ως άνω ρήτρα στην υπόθεση της κύριας δίκης. Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως, οι επίμαχες συμβάσεις δεν «συνδέονται προδήλως στενότερα», επί παραδείγματι, με τη Γερμανία απ’ ό,τι με την Πολωνία.


27      Βλ., ωστόσο, υποσημείωση 63 των παρουσών προτάσεων.


28      Ειδικότερα, ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αυτά καθεαυτά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών Ρώμη Ι και Ρώμη ΙΙ [πρβλ. έκθεση σχετικά με τη Σύμβαση για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές του Mario Giuliano, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, και του Paul Lagarde, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού I (ΕΕ 1980, C 282, σ. 1) (στο εξής: έκθεση Giuliano-Lagarde), σ. 10, και Fawcett, J.J., και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 14.10]. Περαιτέρω, οι προμνημονευθείσες στο σημείο 25 των παρουσών προτάσεων οδηγίες της Ένωσης για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν προβλέπουν κανόνες σύγκρουσης νόμων συναφώς.


29      Πρβλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2005, Tod’s και Tod’s France (C‑28/04, EU:C:2005:418, σκέψη 32).


30      Είναι γενικά αποδεκτό ότι η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει ζητήματα όπως η ύπαρξη, η δημιουργία, το κύρος, η φύση και η έκταση των προνομίων που αναγνωρίζονται, καθώς και οι εξαιρέσεις τους, η διάρκειά τους (κ.ο.κ.). Βλ., μεταξύ άλλων, Fawcett, J.J. και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 13.46 έως 13.74· Plender, R., και Wilderspin, M., όπ.π. στην υποσημείωση 14, § 22‑001 έως 22-047· Basedow, J., «Article 3.102: Lex protectionis», σε Basedow, J., κ.ά. (επιμ.), Conflict of Laws in intellectual Property – The CLIP Principles and Commentary – European Max Planck Group on Conflict of Laws in Intellectual Property, Oxford University Press, 2013, § 3:12.C07.


31      Δεδομένου ότι το Δικαστήριο έθιξε το ζήτημα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οφείλω να διευκρινίσω ότι υπάρχει διχογνωμία σχετικά με ορισμένα ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας «αυτά καθεαυτά», ιδίως για το ζήτημα του αρχικού δικαιούχου (ήτοι ποιος πρέπει να θεωρείται ως «δημιουργός» ενός έργου). Ορισμένοι εθνικοί κανόνες σύγκρουσης νόμων, αποφάσεις και/ή σχολιαστές παραπέμπουν για το συγκεκριμένο ζήτημα στη lex loci protectionis, ενώ άλλοι παραπέμπουν στο δίκαιο της χώρας προέλευσης του επίμαχου έργου (lex originis). Η χώρα προέλευσης ορίζεται, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, της Συμβάσεως της Βέρνης, κατ’ ουσίαν, ως η χώρα πρώτης δημοσιεύσεως του έργου. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η lex originis είναι το πολωνικό δίκαιο, δοθέντος ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν στην Πολωνία. Οι εν λόγω αποκλίσεις οφείλονται στην αμφισημία της Συμβάσεως της Βέρνης ως προς το ζήτημα του αρχικού δικαιούχου, υπάρχουν δε επιχειρήματα προς στήριξη αμφοτέρων των λύσεων (βλ., περαιτέρω, Fawcett, J.J., και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 13.75 έως 13.91). Ωστόσο, δεν θα υπεισέλθω σε αυτό το ζήτημα. Πράγματι, παρέλκει η εξέταση του εν λόγω ζητήματος στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον δεν έχει ανακύψει ζήτημα περί του αρχικού δικαιούχου.


32      Πράγματι, οσάκις πρόσωπο ζητεί προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας σε ένα κράτος, το δίκαιο του οικείου κράτους θα πρέπει λογικά να καθορίζει αν πράγματι υφίσταται αυτή η προστασία, τη φύση και την έκταση του εν λόγω μονοπωλίου, τη διάρκειά του κ.ο.κ. Και ένας τέτοιος κανόνας σύγκρουσης νόμων συνάδει με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βέρνης, το οποίο προβλέπει ότι «[η] έκταση της προστασίας [...] διέπεται αποκλειστικά από το δίκαιο της χώρας στην οποία ζητείται η προστασία». Η εφαρμογή της lex loci protectionis προβλέπεται ενίοτε σε νόμους που αφορούν το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Σε άλλες περιπτώσεις, τα εθνικά δικαστήρια συνάγουν απευθείας την εφαρμογή της από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βέρνης. Βλ., επιπλέον, Fawcett, J.J., και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 12.22 έως 12.28, 13.13 έως 13.45 και 14.06 έως 14.09· και Kono, T. (επιμ.), όπ.π. στην υποσημείωση 13.


33      Βεβαίως, στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι οι κανόνες σύγκρουσης νόμων που συνδέονται με τις κατηγορίες της «εξωσυμβατικής ευθύνης» και της «ιδιοκτησίας» προσδιορίζουν, αμφότεροι, τη lex loci protectionis, η διάκριση μεταξύ των δύο έχει μικρότερη σημασία στην πράξη. Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι συναφής σε επίπεδο αρχών.


34      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 του κανονισμού Ρώμη Ι και αιτιολογικές σκέψεις 6 και 14 του κανονισμού Ρώμη II.


35      Πράγματι, τα κράτη μέλη ενδέχεται να έχουν υιοθετήσει, στο ιδιωτικό τους δίκαιο, διαφορετικές επιλογές ως προς το περιεχόμενο των επίμαχων κατηγοριών.


36      Βλ., περαιτέρω, σημείο 66 των παρουσών προτάσεων.


37      Βλ., κατ’ αναλογίαν, πρώτες προτάσεις μου στην υπόθεση BSH Hausgeräte (C‑339/22, EU:C:2024:159, σημείο 44). Βλ. επίσης Fawcett, J.J., και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 13.74, 15.32 έως 15.35· Plender, R., και Wilderspin, M., όπ.π. στην υποσημείωση 14, § 22-041 έως 22-047· και Dickinson, A., The Rome II Regulation – The Law Applicable to Non-Contractual Obligations, Οξφόρδη, 2010, § 3.88 έως 3.90, 8.18.


38      Βλ. Fawcett, J.J. και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 13.74. Υπό το πρίσμα των ερωτήσεων που έθεσε το Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, θα ήθελα να επισημάνω ότι, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η παραπομπή στη «βάση [...] της ευθύνης» στο άρθρο 15, στοιχείο αʹ, του κανονισμού Ρώμη II δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει το ζήτημα του κύρους της σύμβασης άδειας χρήσης ή της δικαιοπραξίας μεταβίβασης στην οποία στηρίζεται η ενάγουσα. Η ως άνω παραπομπή αποσκοπεί στην κάλυψη των «εσωτερικών στοιχείων της ευθύνης», όπως «ο χαρακτήρας της ευθύνης (αντικειμενική ευθύνη ή ευθύνης λόγω πταίσματος)· ο καθορισμός του πταίσματος, συμπεριλαμβανομένου του αν η παράλειψη μπορεί να συνιστά πταίσμα· η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του γενεσιουργού γεγονότος και της ζημίας· ο προσδιορισμός των προσώπων που υπέχουν ευθύνη (κ.ο.κ.)» (βλ. πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές [COM(2003) 427 τελικό, σ. 13], αιτιολογική σκέψη, σ. 23). Και στην περίπτωση αυτή, το ζήτημα του κύρους ουδόλως σχετίζεται με τα εν λόγω «στοιχεία». Ομοίως, η παραπομπή, στο άρθρο 15, στοιχείο στʹ, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, στα «πρόσωπα που δικαιούνται αποκατάστασης της προσωπικής ζημίας που υπέστησαν» δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι καλύπτει το ζήτημα του κύρους. Η εν λόγω –κατά κοινή ομολογία– ασαφής παραπομπή αφορά ιδίως το ζήτημα αν «κάποιο πρόσωπο πέραν του “άμεσου ζημιωθέντος” μπορεί να επιτύχει αποκατάσταση της βλάβης την οποία υπέστη και αυτό “εξ ανακλάσεως”, ως συνέπεια της βλάβης που έπληξε το θύμα [...], όπως [...] η ζημία των τέκνων ή του συζύγου του θανόντος» (όπ.π., σ. 24· πρβλ. επίσης απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Lazar, C‑350/14, EU:C:2015:802, σκέψεις 25 έως 28). Το εν λόγω ζήτημα διαφέρει ουσιωδώς από το ζήτημα του κατά πόσον η ενάγουσα είναι δικαιούχος έγκυρης άδειας χρήσης ή μεταβίβασης.


39      Πράγματι, όπως εκτίθεται στην υποσημείωση 32 των παρουσών προτάσεων, τέτοια εγγενή χαρακτηριστικά μπορούν να διέπονται μόνον από το εθνικό δίκαιο που παρέχει την προστασία, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βέρνης (ή, όσον αφορά τον αρχικό δικαιούχο, ενδεχομένως από τη lex originis).


40      Βλ. Lucas, A., «Droit international privé et droit d’auteur», Les Cahiers de propriété intellectuelle, τόμος 22, αριθ. 3, σ. 761 έως 775, ιδίως σ. 769 και 770· Fawcett, J.J. και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, §13.41, 13.99 έως 13.104, 14.08 και 14.15 έως 14.17· Raynard, J., όπ.π. στην υποσημείωση 21, σ. 594· Plender, R. και Wilderspin, M., όπ.π. στην υποσημείωση 14, § 22-041 έως 22-047· Drexl, J., «Article 3:301: Transferability», σε Basedow, J., κ.ά. (επιμ.), όπ.π. στην υποσημείωση 30. Βλ., κατ’ αναλογίαν, άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη Ι, κατά το οποίο το εκχωρητό συμβατικής απαίτησης αποτελεί ζήτημα που καθορίζεται αποκλειστικά από το δίκαιο που διέπει την εν λόγω απαίτηση. Όσον αφορά τη δυνατότητα μεταβίβασης, υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών. Πρώτον, καίτοι τα περισσότερα κράτη ακολουθούν μια «δυαδική» προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία είναι δυνατή η μεταβίβαση περιουσιακών δικαιωμάτων, ενώ των ηθικών δικαιωμάτων όχι, ορισμένα κράτη (όπως η Γερμανία, όπως εκτέθηκε στο σημείο 30 των παρουσών προτάσεων) ακολουθούν μια «ενιαία» προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία οι δημιουργοί δεν μπορούν να μεταβιβάζουν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας τους, αλλά μόνο να χορηγούν αποκλειστικές άδειες χρήσης επί των περιουσιακών τους δικαιωμάτων (πράγμα που καταλήγει κατ’ ουσίαν στο ίδιο αποτέλεσμα). Δεύτερον, η έκταση μιας ενδεχόμενης μεταβίβασης μπορεί να ποικίλλει: ορισμένα κράτη επιτρέπουν μόνον την πλήρη μεταβίβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ενώ άλλα επιτρέπουν τη (μερική) μεταβίβαση μόνο ορισμένων αποκλειστικών δικαιωμάτων, για περιορισμένο χρονικό διάστημα (κ.ο.κ.) (βλ., για συγκριτική ανάλυση των νομοθεσιών των κρατών μελών, Guibault, L., Hugenholtz, P. B., κ.ά., όπ.π. στην υποσημείωση 11).


41      Βλ., στο ίδιο πνεύμα, Lucas, A., όπ.π. στην υποσημείωση 40, σ. 761 έως 775, ιδίως σ. 769 και 770· Fawcett, J.J. και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 13.104, 14.182 και 14.183· Plender, R. και Wilderspin, M., όπ.π. στην υποσημείωση 14, § 22-041 έως 22-047· Drexl, J., όπ.π. στην υποσημείωση 40, § 3:301.C02· Heinze, C., «Article 3:504: Formal validity», σε Basedow, J., κ.ά. (επιμ.), όπ.π. στην υποσημείωση 30, § 3:504.C02. Επιπλέον, η συντριπτική πλειονότητα των κρατών μελών φαίνεται να υιοθετεί τον «συμβατικό» χαρακτηρισμό (βλ., για συγκριτική ανάλυση, Kono, T., όπ.π. στην υποσημείωση 13).


42      Πράγματι, ένα έγγραφο, ως επί το πλείστον, διασφαλίζει ότι ο δημιουργός είναι δεόντως ενημερωμένος ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας του. Βλ. Guibault, L., Hugenholtz, P. B., κ.ά, όπ.π. στην υποσημείωση 11, σ. 31 και 67· van Eechoud, M.M.M., Choice of Law in Copyright and Related Rights: Operations to the Lex protectionis, Kluwer Law International, 2003, σ. 196, 197, 203 έως 205· και Raynard, J., όπ.π. στην υποσημείωση 21, σ. 641 έως 654.


43      Ειδικότερα, μολονότι το άρθρο 11 του κανονισμού Ρώμη Ι δεν ορίζει την έννοια του «τυπικού κύρους», η έκθεση Giuliano-Lagarde επισημαίνει ότι η έννοια του «τύπου», για τους σκοπούς της εν λόγω διάταξης, καλύπτει «κάθε εξωτερική εκδήλωση που απαιτείται από πρόσωπο το οποίο εκφράζει τη βούληση να δεσμευθεί νομικά, ελλείψει της οποίας η έκφραση αυτή θα στερείται πλήρους αποτελεσματικότητας» (σ. 29). Προφανώς, τούτο περιλαμβάνει την απαίτηση η σύμβαση άδειας χρήσης ή δικαιοπραξίας μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας να υπόκειται στον έγγραφο τύπο επί ποινή ακυρότητας.


44      Βλ., επί παραδείγματι, άρθρο L‑131‑3 του γαλλικού κώδικα διανοητικής ιδιοκτησίας.


45      Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη Ι, «[ο]ι συμβάσεις [...] μπορούν να αποδειχθούν με κάθε αποδεικτικό μέσο που είναι παραδεκτό, είτε σύμφωνα με το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή είτε σύμφωνα με ένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 δίκαια, κατά το οποίο η εν λόγω σύμβαση [...] είναι έγκυρη ως προς τον τύπο, εφόσον η απόδειξη μπορεί να διεξαχθεί με το μέσο αυτό ενώπιον του δικάζοντος δικαστή».


46      Βλ., αντιστοίχως, έκθεση Giuliano-Lagarde, σ. 31, και άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια.


47      Το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις που εξετάζονται στην υπό κρίση υπόθεση περιλαμβάνονται συχνά στους νόμους περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των κρατών (και όχι στον κώδικα συμβάσεών τους), ενίοτε δε έχουν διατυπωθεί ως εάν δεν αφορούσαν τη σύμβαση, αλλά το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας «αυτό καθεαυτό» [πρβλ., επί παραδείγματι, άρθρο 90, παράγραφος 3, του British Copyright, Designs and Patents Acts, (νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, σχεδίων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας), κατά το οποίο «μεταβίβαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας δεν είναι έγκυρη εκτός εάν γίνει εγγράφως […]» (η υπογράμμιση δική μου), και άρθρο 53 του πολωνικού νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, κατά το οποίο «σύμβαση [μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας] πρέπει να συνάπτεται εγγράφως [...]» (η υπογράμμιση δική μου)] είναι άνευ σημασίας. Ο χαρακτηρισμός, για τους σκοπούς του προσδιορισμού των σχετικών κανόνων σύγκρουσης νόμων, δεν μπορεί να εξαρτάται από την τυπική ταξινόμηση ή από την ακριβή διατύπωση ορισμένων κανόνων βάσει του (των) υποτιθέμενου(-ων) εφαρμοστέου(-ων) δικαίου(-ων). Πρέπει να πραγματοποιείται ανεξάρτητα από τις ανωτέρω εκτιμήσεις, λαμβανομένων υπόψη των αυτοτελώς καθορισμένων κατηγοριών και της φύσης του υποκείμενου ζητήματος. Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, για τους σκοπούς της σύγκρουσης νόμων, οσάκις εθνικοί νομοθέτες καθορίζουν τέτοιες προϋποθέσεις στη νομοθεσία τους περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν υπεισέρχονται στην κατηγορία «δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αυτά καθεαυτά», αλλά παρεμβαίνουν στην κατηγορία «σύμβαση».


48      Βλ. σημείο 20 των παρουσών προτάσεων.


49      Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εξέθεσε ότι, κατά την άποψή της, i) η σύμβαση αποκλειστικής άδειας χρήσης είναι έγκυρη ως προς τον τύπο, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού Ρώμη Ι, διότι οι γενικοί κανόνες περί συμβάσεων που προβλέπει το πολωνικό δίκαιο επιτρέπουν τις προφορικές συμβάσεις, ii) δεν υφίσταται μεταβίβαση του πολωνικού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, καθόσον ο πολωνικός νόμος περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας απαιτεί την τήρηση έγγραφου τύπου προκειμένου να είναι έγκυρη η μεταβίβαση, iii) ωστόσο, το γερμανικό δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας έχει εγκύρως μεταβιβαστεί δυνάμει της ως άνω σύμβασης, δοθέντος ότι δεν υφίσταται παρόμοια απαίτηση στον γερμανικό νόμο περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.


50      Ειδικότερα, η ανωτέρω προσέγγιση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την αποκαλούμενη «Trennungs- und Abstraktionsprinzip» του γερμανικού αστικού δικαίου, όσον αφορά την πώληση, βάσει της οποίας μία μεμονωμένη δικαιοπραξία πώλησης πρέπει να αναλύεται, από νομική άποψη, σε δύο βασικά στάδια, ήτοι, αφενός, την «υποσχετική δικαιοπραξία», που δεσμεύει μόνον τον πωλητή και τον αγοραστή, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα στον αγοραστή (ήτοι τη σύμβαση πώλησης), και, αφετέρου, την «εκποιητική δικαιοπραξία», η οποία συνίσταται σε πραγματική μεταβίβαση της κυριότητας, από τον πωλητή στον αγοραστή και ισχύει erga omnes. Η ως άνω αρχή οδήγησε μέρος της γερμανικής νομολογίας και θεωρίας να υιοθετήσει, στον τομέα των συγκρούσεων νόμων, μια Spaltungstheorie (θεωρία του διαχωρισμού), σύμφωνα με την οποία η πρώτη «δικαιοπραξία» πρέπει να διέπεται από τη lex contractus, ενώ η δεύτερη «δικαιοπραξία» από το δίκαιο που εφαρμόζεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας αυτό καθεαυτό (στην περίπτωση της διανοητικής ιδιοκτησίας τη lex loci protectionis). Η ως άνω θεωρία υποστηρίζεται, κατ’ ουσίαν, από την BT και την Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση.


51      Βλ., συναφώς, άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βέρνης, κατά το οποίο «η απόλαυση και η άσκηση των [δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας] δεν υπόκεινται σε καμία διατύπωση».


52      Βλ. επίσης, όσον αφορά τις εν λόγω διατυπώσεις και τον διαφορετικό χαρακτήρα τους σε σχέση με τις επίμαχες προϋποθέσεις, Fawcett, J.J., και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 14.01 και 14.02, 14.08, 14.15 έως 14.17· Raynard, J., όπ.π. στην υποσημείωση 21, σ. 591 έως 600, 635, 637, 644· έκθεση Giuliano-Lagarde, σ. 29· Plender, R. και Wilderspin, M., όπ.π. στην υποσημείωση 14, § 14-071· Drexl, J., όπ.π. στην υποσημείωση 40, § 3:301.C07· και Heinze, C., όπ.π. στην υποσημείωση 41, § 3:504.C02.


53      Ως εκ τούτου, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε περαιτέρω σύγχυση επ’ αυτού, η γερμανική Spaltungstheorie (θεωρία του διαχωρισμού) θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να μην εφαρμόζεται όσον αφορά συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Τούτο επιβεβαιώνεται από το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη Ι. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση δικαιώματος ιδιοκτησίας (in rem), αλλά στην εκούσια εκχώρηση απαιτήσεων. Εντούτοις, κατ’ αναλογίαν, προβλέπει ότι η «σχέση» μεταξύ του εκχωρητή και του εκδοχέα διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα δυνάμει του εν λόγω κανονισμού. Από την αιτιολογική σκέψη 38 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι ο όρος «σχέση» χρησιμοποιήθηκε από τον νομοθέτη για να καλύψει, στα λίγα κράτη μέλη που προβαίνουν σε αυτή τη διάκριση, τόσο τη «σύμβαση» όσο και την «παραχώρηση». Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης της Ένωσης απέρριψε, για τους σκοπούς του κανονισμού Ρώμη Ι, την ιδέα ότι μία μεμονωμένη δικαιοπραξία θα πρέπει να αναλύεται ως δύο χωριστές «δικαιοπραξίες» των οποίων το «τυπικό κύρος» θα μπορούσε να διέπεται από δύο διαφορετικά δίκαια. Αντιθέτως, ο νομοθέτης προέβη σε διάκριση μεταξύ του κύρους της εκχώρησης και του αντιτάξιμού της έναντι τρίτων (ζήτημα που εμπίπτει στους εθνικούς κανόνες σύγκρουσης νόμων).


54      Τούτο εγείρει, βεβαίως, το διακριτό ζήτημα αν τρίτος όπως η IU δικαιούται να επικαλεστεί την ακυρότητα σύμβασης άδειας χρήσης ή σύμβασης μεταβίβασης (ή ρήτρας) λόγω μη συμμόρφωσης με τις εν λόγω προϋποθέσεις. Συχνά, η ακυρότητα (ή το ανυπόστατο) που απορρέει από μια τέτοια παράλειψη είναι σχετική, ήτοι μπορεί να προβληθεί μόνον από το μέρος που απολαύει της προστασίας των εν λόγω προϋποθέσεων, δηλαδή τον δημιουργό. Το διακριτό αυτό ζήτημα συνιστά επίσης προφανώς ζήτημα «συμβατικής» φύσης, το οποίο διέπεται από τη σχετική lex contractus.


55      Βλ. Fawcett, J.J., και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, σημείο 14.183. Βλ., ωστόσο, σημεία 73 και 74 των παρουσών προτάσεων.


56      Ένα τόσο ανεπιθύμητο αποτέλεσμα δεν επιβάλλεται από τη Σύμβαση της Βέρνης. Πράγματι, το υπό εξέταση ζήτημα ουδόλως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Σύμβασης. Ουδόλως σχετίζεται με την «προστασία» της οποίας απολαύει ο δημιουργός βάσει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμβάσεως αυτής, αλλά με την ενημέρωση και τη συγκατάθεση του δημιουργού στις συμβατικές του σχέσεις με άλλα πρόσωπα.


57      Βλ. έκθεση Giuliano-Lagarde, σ. 29 και 30.


58      Τέτοιοι ειδικοί κανόνες υφίστανται ήδη, στο άρθρο 11, παράγραφος 5, του κανονισμού Ρώμη Ι όσον αφορά τις «συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ή μίσθωση ακινήτου». Βλ., για σχετικές προτάσεις, van Eechoud, M.M.M., όπ.π. στην υποσημείωση 42, σ. 196 και 205.


59      Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη Ι ορίζει ότι ως «υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου» νοούνται «κανόνες η τήρηση των οποίων κρίνεται πρωταρχικής σημασίας από μια χώρα για τη διασφάλιση των δημοσίων συμφερόντων της, όπως π.χ. της πολιτικής, κοινωνικής ή οικονομικής οργάνωσής της, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιβάλλεται η εφαρμογή τους σε κάθε περίπτωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους». Το γεγονός ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις προστατεύουν πρωτίστως ιδιώτες (ήτοι δημιουργούς) δεν αποκλείει κατ’ ανάγκην τη διαπίστωση ότι επιδιώκουν το «δημόσιο συμφέρον», κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2024, HUK-COBURG-Allgemeine Versicherung II, C‑86/23, EU:C:2024:689, σκέψεις 46 και 47).


60      Συχνά, η σύμβαση θα πρέπει να εκτελείται στη χώρα προστασίας, μπορεί δε τουλάχιστον να υποστηριχθεί ότι η μη τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων που ορίζει το δίκαιο της εν λόγω χώρας καθιστά παράνομη την εκτέλεση της σύμβασης (ιδίως την υποχρέωση χορήγησης άδειας χρήσης ή μεταβίβασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας).


61      Βλ. Fawcett, J.J., και Torremans, P., όπ.π. στην υποσημείωση 11, § 14.164 έως 14.174· § 14.156, και έκθεση Giuliano-Lagarde, σ. 31. Βεβαίως, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για υποχρέωση, αλλά για απλή διακριτική ευχέρεια, από το άρθρο 9 του κανονισμού Ρώμη Ι προκύπτει αβεβαιότητα σε έναν βαθμό ως προς το αν οι τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπει η lex protectionis θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ως «υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου». Εντούτοις, αυτός ο βαθμός αβεβαιότητας διαπνέει τον κανονισμό ως έχει σήμερα. Για να τον απαλείψει, ο νομοθέτης της Ένωσης θα πρέπει είτε να αποκλείσει πλήρως τη δυνατότητα εφαρμογής «υπερισχυουσών διατάξεων αναγκαστικού δικαίου» που αφορούν τον τύπο είτε να καταστήσει υποχρεωτική την εφαρμογή των τυπικών προϋποθέσεων που προβλέπονται από τη lex protectionis δυνάμει του άρθρου 11.


62      Βλ., επιπλέον, για τη μέθοδο προσδιορισμού μιας «υπερισχύουσας διάταξης αναγκαστικού δικαίου» και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2024, HUK-COBURG-Allgemeine Versicherung II, C‑86/23, EU:C:2024:689, σκέψεις 39 έως 46. Περαιτέρω, οσάκις ο δημιουργός τυγχάνει να είναι εργαζόμενος ή καταναλωτής, εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες προστασίας, οι οποίοι περιορίζουν τη δυνατότητα των μερών να επιλέξουν το εφαρμοστέο δίκαιο, μπορούν δε να παράσχουν στον δημιουργό τη δυνατότητα να ζητήσει προστασία βάσει του δικαίου της χώρας της συνήθους διαμονής του (το οποίο, συχνά, θα αντιστοιχεί στη lex loci protectionis) (βλ., για περισσότερες λεπτομέρειες, άρθρα 6, 8 και 11, παράγραφος 5, του κανονισμού Ρώμη Ι). Τέλος, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει επίσης δικλίδες ασφαλείας για τις λεγόμενες «ψευδείς» διεθνείς καταστάσεις, ήτοι περιπτώσεις όπου τα μέρη έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο ίδιο κράτος, ωστόσο όσον αφορά τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που παρέχονται σε αυτό το κράτος, σε ένα κατά τα λοιπά αμιγώς «εσωτερικό» πλαίσιο, επιλέγουν αλλοδαπό δίκαιο αποκλειστικά και μόνο για να παρακάμψουν τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον απαιτούμενο τύπο, οι οποίες προβλέπονται στο κοινό μεταξύ τους εφαρμοστέο δίκαιο. Μολονότι μια τέτοια επιλογή αλλοδαπού δικαίου είναι, κατ’ αρχήν, έγκυρη δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, εντούτοις το άρθρο 3, παράγραφος 3, προβλέπει ότι η επιλογή αυτή δεν θίγει την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων αναγκαστικού δικαίου.


63      Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει διάφορα στοιχεία συναφώς. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει αν οι σχετικές συμβάσεις είχαν πράγματι συναφθεί στην Πολωνία παρουσία των μερών (ή των αντιπροσώπων τους), όπως μάλλον υποθέτει (βλ. σημείο 44 των παρουσών προτάσεων). Πράγματι, από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι η BT μάλλον ανέθεσε στον φωτογράφο, εκ των προτέρων και ενδεχομένως από τη Γερμανία, τη λήψη των φωτογραφιών. Οι συμβάσεις ενδέχεται να συνήφθησαν κατά εκείνη τη χρονική στιγμή. Ωστόσο, όταν τα μέρη βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, το άρθρο 11, παράγραφος 2, προβλέπει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη ως προς τον τύπο εφόσον πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις ή της lex contractus ή του «δικαίου μιας από τις χώρες στις οποίες ευρίσκεται ένα εκ των συμβαλλομένων μερών ή ο αντιπρόσωπός του κατά τη χρονική στιγμή της σύναψής της» ή του «δικαίου της χώρας όπου είχε κατά τη συγκεκριμένη στιγμή τη συνήθη διαμονή του ένα εκ των συμβαλλομένων μερών». Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εφαρμογής του γερμανικού δικαίου με βάση τη δεύτερη ή τρίτη επιλογή. Αν τούτο συμβαίνει, τότε οι επίμαχες συμβάσεις θα είναι έγκυρες ως προς τον τύπο υπό το πρίσμα του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεδομένου ότι το γερμανικό δίκαιο εκ πρώτης όψεως δεν προβλέπει την απαίτηση έγγραφου τύπου για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης. Αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το κύρος των συμβάσεων διέπεται αποκλειστικά από το πολωνικό δίκαιο, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει αν οι συμβάσεις αποκλειστικής άδειας χρήσης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 53 του πολωνικού νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και αν τρίτος όπως η IU δικαιούται να επικαλεστεί, δυνάμει του πολωνικού δικαίου, την ακυρότητα των εν λόγω συμβάσεων λόγω μη τήρησης της απαίτησης που προβλέπεται στη διάταξη αυτή (βλ. υποσημείωση 54 των παρουσών προτάσεων). Τέλος, ενώπιον του Δικαστηρίου η BT ισχυρίστηκε ότι ο φωτογράφος επιβεβαίωσε μεταγενέστερα εγγράφως τη μεταβίβαση. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει πώς επιδρά, σύμφωνα με το πολωνικό δίκαιο, η ως άνω επιβεβαίωση επί του κύρους των συμβάσεων.

Top