This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62025CC0170
Opinion of Advocate General Spielmann delivered on 9 July 2026.###
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Spielmann της 9ης Ιουλίου 2026.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Spielmann της 9ης Ιουλίου 2026.
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2026:571
Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DEAN SPIELMANN
της 9ης Ιουλίου 2026 (1)
Υπόθεση C‑170/25 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
TP
« Αίτηση αναιρέσεως – Δημόσιες συμβάσεις – Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης – Αποκλεισμός για περίοδο δύο ετών από τη συμμετοχή σε διαδικασίες ανάθεσης διεπόμενες από τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018, από την επιλογή για σκοπούς εκτέλεσης κονδυλίων της Ένωσης και από τις διαδικασίες ανάθεσης που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του 11ου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης – Άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 – Υποχρέωση αξιολόγησης κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο της συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το οικείο μέτρο – Νομικός χαρακτηρισμός της απόφασης περί αποκλεισμού – Προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως »
Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 18ης Δεκεμβρίου 2024, TP κατά Επιτροπής (T‑776/22, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2024:908), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 2022 περί αποκλεισμού της TP από τη συμμετοχή σε διαδικασίες ανάθεσης διεπόμενες από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 (2) ή χρηματοδοτούμενες από τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1877 (3), και από την επιλογή για την εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης (στο εξής: επίδικη απόφαση).
2. Ανταποκρινόμενος στο αίτημα του Δικαστηρίου, θα περιορίσω την ανάλυσή μου στον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Θα εξετάσω, κατ’ αρχάς, αν, όταν εκδίδει τέτοια απόφαση αποκλεισμού, ο αρμόδιος διατάκτης (εν προκειμένω η Επιτροπή) δεσμεύεται αυτομάτως από τις διαπιστώσεις του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου που επιλήφθηκε προηγουμένως της υπόθεσης. Εν συνεχεία, θα εξετάσω αν, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, για τη λήψη απόφασης περί αποκλεισμού, ο αρμόδιος διατάκτης πρέπει να προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση, ακόμη και σε περίπτωση κοινοπραξίας απαρτιζόμενης από επιχειρήσεις που υπέχουν εις ολόκληρον ευθύνη, και θα αναλύσω, επί τη ευκαιρία, τη νομική φύση του μέτρου του αποκλεισμού.
Το νομικό πλαίσιο
Ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2018
3. Το άρθρο 135 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του εντοπισμού των κινδύνων, του αποκλεισμού και της επιβολής χρηματικών ποινών», προβλέπει τα εξής:
«1. Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Επιτροπή δημιουργεί και θέτει σε λειτουργία ένα σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού.
Σκοπός του συστήματος αυτού είναι να διευκολύνει:
α) τον έγκαιρο εντοπισμό προσώπων ή οντοτήτων, που αναφέρονται στην παράγραφο 2, που αποτελούν απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης·
β) τον αποκλεισμό προσώπων ή οντοτήτων, που αναφέρονται στην παράγραφο 2, που εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που απαριθμούνται στο άρθρο 136 παράγραφος 1·
γ) την επιβολή χρηματικής ποινής σε αποδέκτες σύμφωνα με το άρθρο 138.
2. Το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού εφαρμόζεται σε:
α) συμμετέχοντες και αποδέκτες·
β) οντότητες στην ικανότητα των οποίων προτίθεται να στηριχθεί ο υποψήφιος ή προσφέρων ή οι υπεργολάβοι ενός αναδόχου·
[…]
4. Η απόφαση αποκλεισμού προσώπων ή οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ή επιβολής χρηματικών ποινών σε αποδέκτη βασίζεται σε οριστική δικαστική απόφαση ή, στις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1, σε οριστική διοικητική απόφαση, ή σε προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό από την επιτροπή του άρθρου 143 στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2 προκειμένου να εξασφαλιστεί η κεντρική αξιολόγηση των καταστάσεων αυτών. […]»
4. Το άρθρο 136 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κριτήρια αποκλεισμού και αποφάσεις αποκλεισμού», προβλέπει τα εξής:
«1. Ο αρμόδιος διατάκτης αποκλείει πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 από τη συμμετοχή στις διαδικασίες χορήγησης που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό ή στις διαδικασίες επιλογής για την εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο ή οντότητα βρίσκεται σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις αποκλεισμού:
[…]
ε) έχουν σημειωθεί σοβαρές παραλείψεις του προσώπου ή της οντότητας όσον αφορά τη συμμόρφωση προς βασικές υποχρεώσεις κατά την εκτέλεση νομικών δεσμεύσεων χρηματοδοτούμενων από τον προϋπολογισμό, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα:
i) την πρόωρη καταγγελία της νομικής δέσμευσης·
ii) την εφαρμογή κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεων ή άλλων συμβατικών κυρώσεων· ή
iii) την αποκάλυψη από διατάκτη, την [Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)] ή το Ελεγκτικό Συνέδριο κατόπιν λογιστικών ή άλλων ελέγχων ή ερευνών·
[…]
2. Αν δεν υπάρχει οριστική δικαστική ή, κατά περίπτωση, διοικητική απόφαση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία γ), δ), στ), ζ) και η) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ή στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο αρμόδιος διατάκτης αποκλείει ένα πρόσωπο ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 με βάση τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς που προβλέπεται στα εν λόγω στοιχεία, έχοντας υπόψη διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά ή άλλα πορίσματα που περιλαμβάνονται στη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143.
[…]
Στα πραγματικά περιστατικά και τα πορίσματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνονται ιδίως:
α) πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνονται στο πλαίσιο λογιστικών ελέγχων ή ερευνών που διενεργούνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για εκείνα τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 [(4)], το Ελεγκτικό Συνέδριο, την OLAF ή την υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου, ή στο πλαίσιο κάθε άλλης εξέτασης, ελέγχου ή επιθεώρησης που διενεργείται με ευθύνη του διατάκτη·
β) μη οριστικές διοικητικές αποφάσεις οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν πειθαρχικά μέτρα που έλαβε η αρμόδια εποπτική αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την επαλήθευση της εφαρμογής των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας·
γ) πραγματικά περιστατικά στα οποία αναφέρονται αποφάσεις προσώπων και οντοτήτων που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·
δ) πληροφορίες που μεταδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 142 παράγραφος 2 στοιχείο δ) από φορείς που εκτελούν κονδύλια της Ένωσης σύμφωνα με το στοιχείο β) του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο·
ε) αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης ή αποφάσεις αρμόδιας εθνικής αρχής σχετικά με την παράβαση του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού.
[…]»
Η οδηγία 2014/24/ΕΕ
5. Το άρθρο 57, παράγραφος 4, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ (5) ορίζει τα εξής:
«Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αποκλείουν ή μπορούν να υποχρεώνονται από τα κράτη μέλη να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης σύμβασης οποιονδήποτε οικονομικό φορέα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις:
[…]
ζ) εάν ο οικονομικός φορέας έχει επιδείξει σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους απαίτησης στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης, προηγούμενης σύμβασης με αναθέτοντα φορέα ή προηγούμενης σύμβασης παραχώρησης που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία της προηγούμενης σύμβασης, αποζημιώσεις ή άλλες παρόμοιες κυρώσεις·».
Το ιστορικό της διαφοράς
6. Το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι συνοπτικώς το εξής.
7. Στις 26 Ιουνίου 2009 η TP, προσφεύγουσα-ενάγουσα, συνήψε συμφωνία κοινοπραξίας με άλλη εταιρία (στο εξής: έτερο μέλος της κοινοπραξίας) με σκοπό τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης σύμβασης δημοσίων έργων που είχε κινήσει η Επιτροπή σχετικά με τον εκσυγχρονισμό έργου.
8. Η Επιτροπή αποφάσισε να αναθέσει τη σύμβαση στην κοινοπραξία που απαρτιζόταν από την TP και το έτερο μέλος της κοινοπραξίας. Στις 5 Οκτωβρίου 2009 συνήφθη η σχετική σύμβαση. Οι εργασίες ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2009 και ολοκληρώθηκαν τον Νοέμβριο του 2011.
9. Τον Φεβρουάριο του 2012 διαπιστώθηκαν δυσλειτουργίες του έργου. Βάσει μελέτης την οποία εκπόνησε ο επιφορτισμένος με τις εργασίες μηχανικός, το έτερο μέλος της κοινοπραξίας προέβη σε επισκευές, εξ ονόματος της κοινοπραξίας. Στις 17 Δεκεμβρίου 2013 η Επιτροπή, η οποία δεν έμεινε ικανοποιημένη από τις πραγματοποιηθείσες επισκευές, κοινοποίησε στην κοινοπραξία πρόωρη καταγγελία της σύμβασης. Στις 14 Ιανουαρίου 2014 η κοινοπραξία κοινοποίησε με τη σειρά της καταγγελία της εν λόγω σύμβασης.
10. Η Επιτροπή και η κοινοπραξία υπέβαλαν τη διαφορά τους σε επιτροπή επίλυσης διαφορών. Στις 3 Ιουλίου 2014 η εν λόγω επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα λειτουργικά προβλήματα του έργου είχαν προκληθεί από συνδυασμό ελαττωμάτων σχεδιασμού και εκτέλεσης, για τα οποία η ευθύνη ήταν καταλογιστέα τόσο στην Επιτροπή όσο και στην κοινοπραξία. Η Επιτροπή ζήτησε την εκπόνηση νέας μελέτης του έργου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κοινοποίηση έκθεσης στις 17 Ιουλίου 2017. Βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στην έκθεση αυτή, η Επιτροπή κίνησε στις 15 Σεπτεμβρίου 2017 διαδικασία διαιτησίας δυνάμει των κανόνων διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ΔΕΕ).
11. Στις 11 Φεβρουαρίου 2020 διαιτητικό δικαστήριο συσταθέν υπό την αιγίδα του ΔΕΕ (στο εξής: διαιτητικό δικαστήριο) εξέδωσε μερική απόφαση με την οποία διαπίστωσε την ύπαρξη 6 757 ελαττωμάτων οφειλομένων στις εργασίες που εκτελέστηκαν κατ’ εφαρμογήν της επίμαχης σύμβασης, για τα οποία ευθύνονταν από κοινού η Επιτροπή, κατά ποσοστό 60 %, και η κοινοπραξία, κατά ποσοστό 40 %. Με την τελική απόφαση που εξέδωσε στις 19 Ιουλίου 2022 το διαιτητικό δικαστήριο χαρακτήρισε τη συμπεριφορά της κοινοπραξίας ως βαριά αμέλεια και έκρινε ότι η TP και το έτερο μέλος της κοινοπραξίας υποχρεούνταν, από κοινού και εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην Ένωση ποσό που αντιστοιχούσε στο αναγκαίο κόστος επισκευής του έργου. Κατά των δύο αποφάσεων του διαιτητικού δικαστηρίου ασκήθηκαν αγωγές ακύρωσης.
12. Τον Φεβρουάριο του 2021 η Επιτροπή προσέφυγε στη διοργανική επιτροπή που συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 143 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, η οποία είναι αρμόδια, μεταξύ άλλων, για την αξιολόγηση αιτημάτων και την έκδοση συστάσεων σχετικά με την ανάγκη λήψης αποφάσεων αποκλεισμού και επιβολής χρηματικών ποινών στις υποθέσεις που παραπέμπονται σε αυτήν από την Επιτροπή ή από άλλα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης.
13. Την 1η Οκτωβρίου 2022, κατόπιν της συστάσεως που εξέδωσε η διοργανική επιτροπή, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση.
Η επίδικη απόφαση
14. Με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή υπενθύμισε, κατ’ αρχάς, σε σχέση με την κοινοπραξία, το πλαίσιο και τα διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά κατά τη μερική και την τελική διαιτητική απόφαση, ήτοι ότι ο κύριος του έργου (η Επιτροπή) ευθυνόταν κατά ποσοστό 60 % και ο αντισυμβαλλόμενος (η κοινοπραξία) κατά ποσοστό 40 % και ότι, λαμβανομένης υπόψη της έκτασης των παραβάσεων της κοινοπραξίας, η συμπεριφορά της TP, ως μέλους της, συνιστούσε βαριά αμέλεια. Εν συνεχεία, με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή εξέτασε τα επιχειρήματα της TP, τα οποία απέρριψε διαδοχικώς. Τέλος, η Επιτροπή αξιολόγησε την πραγματική κατάσταση και διαπίστωσε τις παραβάσεις εκ μέρους της TP, «ως μέλους της κοινοπραξίας», των διαφόρων μνημονευόμενων συμβατικών υποχρεώσεων.
15. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών περιστάσεων που εφαρμόζονταν στην TP, η Επιτροπή, ως αρμόδιος διατάκτης, αποφάσισε να αποκλείσει την TP, για περίοδο δύο ετών, από τη συμμετοχή σε διαδικασίες σύναψης συμβάσεων που διέπονται από τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018 και από την επιλογή για την εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης, καθώς και από τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το 11ο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης βάσει του κανονισμού 2018/1877, λόγω σοβαρών παραβάσεων όσον αφορά την εκπλήρωση των βασικών υποχρεώσεων που συνδέονται με την εκτέλεση σύμβασης χρηματοδοτούμενης από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, με αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία της εν λόγω σύμβασης.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
16. Με δικόγραφο το οποίο περιήλθε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Δεκεμβρίου 2022 η TP άσκησε προσφυγή-αγωγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης απόφασης, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα. Η TP προέβαλλε τρεις λόγους προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής της. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η TP και ακύρωσε την επίδικη απόφαση εκτιμώντας ότι παρήλκε η εξέταση των δύο λοιπών λόγων ακυρώσεως.
17. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστήριξε ότι το άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 επέβαλλε στον αρμόδιο διατάκτη την υποχρέωση να προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση της συμπεριφοράς του προσώπου ή της οντότητας το οποίο ή την οποία αφορά το μέτρο, όπερ η Επιτροπή δεν έπραξε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
18. Το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε κατ’ αρχάς την προσέγγιση δύο σταδίων που επρόκειτο να εφαρμόσει για την εξέταση του ανωτέρω επιχειρήματος (6). Εν συνεχεία, κατά το πρώτο στάδιο, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε γραμματική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία της επίμαχης διάταξης και έκρινε ότι η διαπίστωση από το αρμόδιο για τη σύμβαση δικαστήριο (το διαιτητικό δικαστήριο) παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως την έκδοση απόφασης αποκλεισμού από τον αρμόδιο διατάκτη (την Επιτροπή) (7). Τέλος, κατά το δεύτερο στάδιο, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν υφίσταται υποχρέωση εξατομικευμένης εξέτασης της συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο πριν από την έκδοση απόφασης περί αποκλεισμού και έκρινε ότι τέτοια υποχρέωση υφίσταται όντως (8). Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, όπως είχε παραδεχθεί κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, βασίστηκε, με την επίδικη απόφαση, μόνον στην από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη της TP ως μέλους της κοινοπραξίας, χωρίς να λάβει υπόψη την ατομική συμπεριφορά της και χωρίς να εξετάσει την ατομική συμπεριφορά καθενός εκ των αντισυμβαλλομένων (9).
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
19. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Φεβρουαρίου 2025, η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς απορρίπτοντας την προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης απόφασης βασιζόμενο στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής. Επικουρικώς, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να εξετάσει τους λοιπούς δύο λόγους ακυρώσεως. Η Επιτροπή ζητεί να καταδικαστεί η TP στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της παρούσας διαδικασίας και της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
20. Η TP ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της παρούσας διαδικασίας.
Ανάλυση
21. Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους (10). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, τον μόνο λόγο που εξετάζεται με τις παρούσες προτάσεις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συλλογιστική δύο σταδίων του Γενικού Δικαστηρίου, όπως συνάγεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είχε ως αποτέλεσμα το Γενικό Δικαστήριο να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018. Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι το εν λόγω άρθρο δεν εμποδίζει η απόφαση περί αποκλεισμού να στηρίζεται κυρίως, ακόμη και αποκλειστικώς, στις διαπιστώσεις του διαιτητικού δικαστηρίου (πρώτο στάδιο). Δεύτερον, η Επιτροπή αμφισβητεί την υποχρέωση του αρμόδιου διατάκτη να προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση της συμπεριφοράς της οντότητας την οποία αφορά το μέτρο πριν από την έκδοση απόφασης περί αποκλεισμού όταν υφίσταται εις ολόκληρον ευθύνη εντός της αντισυμβαλλόμενης κοινοπραξίας (δεύτερο στάδιο).
22. Θα εξετάσω διαδοχικά τα δύο ανωτέρω επιχειρήματα της Επιτροπής.
Οι συνέπειες των διαπιστώσεων του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου επί της αποφάσεως περί αποκλεισμού: απουσία αυτόματου αποτελέσματος
23. Προκαταρκτικώς, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ότι οι κανόνες που εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν τα θεσμικά και άλλα όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης απορρέουν όχι μόνον από το συμβατικό πλαίσιο, το οποίο προκύπτει από τη σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και του οικονομικού φορέα, αλλά επίσης από το διοικητικό πλαίσιο, το οποίο απαρτίζεται από τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018.
24. Επομένως, παράλληλα με τη συμβατική σχέση μεταξύ του αναθέτοντος θεσμικού οργάνου (εν προκειμένω της Επιτροπής) και του αντισυμβαλλόμενου του, ο αρμόδιος διατάκτης του θεσμικού οργάνου δύναται, κατ’ εφαρμογήν του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, να εκδώσει, υπό ορισμένες συνθήκες, απόφαση για τον αποκλεισμό προσώπου ή οντότητας που αποτελεί απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Το πρόσωπο ή η οντότητα που αποκλείστηκε καταχωρίζεται εν συνεχεία στον κατάλογο των προσώπων ή οντοτήτων που αποκλείονται από τις συμβάσεις που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης (11).
25. Με την επιχειρηματολογία της η Επιτροπή εγείρει το ζήτημα της σχέσης μεταξύ, αφενός, του συμβατικού πλαισίου και, αφετέρου, του διοικητικού πλαισίου το οποίο προκύπτει από τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018 που διέπει την απόφαση περί αποκλεισμού.
26. Μολονότι δέχεται ότι ο αρμόδιος διατάκτης πρέπει να προβαίνει σε νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, η Επιτροπή υποστηρίζει κατ’ ουσίαν, αντιθέτως προς την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, ότι ο χαρακτηρισμός αυτός μπορεί να απορρέει αυτομάτως από την απόφαση του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου.
27. Κατά τη γνώμη μου, η ανωτέρω επιχειρηματολογία, στο μέτρο που θα παρείχε στον αρμόδιο διατάκτη τη δυνατότητα να μην προβαίνει σε εξατομικευμένη εξέταση των επίμαχων παραβάσεων, πρέπει να απορριφθεί.
28. Συγκεκριμένα, είναι αληθές ότι τα δύο νομικά πλαίσια (συμβατικό και διοικητικό) δεν είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, δεδομένου ότι η απόφαση περί αποκλεισμού εκδίδεται, μεταξύ άλλων, όταν το οικείο πρόσωπο ή η οικεία οντότητα βρίσκεται στην κατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, ήτοι «έχουν σημειωθεί σοβαρές παραλείψεις του προσώπου ή της οντότητας όσον αφορά τη συμμόρφωση προς βασικές υποχρεώσεις κατά την εκτέλεση νομικών δεσμεύσεων χρηματοδοτούμενων από τον προϋπολογισμό». Στο πλαίσιο αυτό, οι πραγματικές διαπιστώσεις του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου σχετικά με τις παραβάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων είναι ικανές να οδηγήσουν στην έκδοση, από τον αρμόδιο διατάκτη, απόφασης περί αποκλεισμού βασισμένης στον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018 (12). Στο μέτρο αυτό, υφίσταται στενή σχέση μεταξύ της συμβατικής παράβασης και του διοικητικού μέτρου του αποκλεισμού. Τούτο, άλλωστε, δεν αμφισβητείται.
29. Εντούτοις, η ανωτέρω σχέση δεν έχει ως συνέπεια οι διαπιστώσεις του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου να συνεπάγονται αυτομάτως την έκδοση απόφασης περί αποκλεισμού, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους.
30. Πρώτον, το γράμμα του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 κάνει λόγο για «σοβαρές» παραβάσεις «βασικών» υποχρεώσεων εκ μέρους του οικείου αντισυμβαλλομένου. Κατά συνέπεια, κάθε συμβατική παράβαση, έστω και αν είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία σύμβασης ή την επιβολή κατ’ αποκοπήν ή συμβατικής αποζημίωσης, δεν πληροί κατ’ ανάγκην τις προϋποθέσεις έκδοσης απόφασης περί αποκλεισμού. Το περιθώριο εκτίμησης του αρμόδιου για την έκδοση απόφασης περί αποκλεισμού διατάκτη δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση και καταλαμβάνει όχι μόνον τον «βασικό» χαρακτήρα της οικείας συμβατικής υποχρέωσης, αλλά και τη «σοβαρότητα» της επίμαχης συμβατικής παράβασης (13).
31. Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η ποινική ρήτρα (πρόωρη λύση της σύμβασης ή/και καταβολή αποζημίωσης) και ο διοικητικής φύσεως αποκλεισμός δεν επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, καθότι σκοπός της πρώτης είναι η επιβολή κύρωσης λόγω συμβατικής παράβασης, εκ μέρους του οικονομικού φορέα, των υποχρεώσεών του προς τον αντισυμβαλλόμενό του, ενώ σκοπός του δεύτερου είναι η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Σε περίπτωση προσβολής των μέτρων, οι βάσεις των αγωγών και οι λόγοι που μπορούν να προβληθούν, αφενός, ενώπιον του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου και, αφετέρου, ενώπιον του αρμόδιου για τον έλεγχο της νομιμότητας του αποκλεισμού δικαστηρίου είναι διαφορετικοί (14). Οι ως άνω διαφορές, οι οποίες ανάγονται στη νομική φύση και στους σκοπούς των δύο μέτρων, συνεπάγονται ότι ο αρμόδιος διατάκτης πρέπει να αφήσει κατά μέρος τη συμβατική λογική και να προβεί στην εκτίμησή του υπό το πρίσμα του σκοπού της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης.
32. Επομένως, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι ανωτέρω προϋποθέσεις, οι οποίες απορρέουν από τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018 και διαφέρουν από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στη σύμβαση, θεμελιώνουν το περιθώριο εκτίμησης του αρμόδιου διατάκτη για τον χαρακτηρισμό των επίμαχων πραγματικών περιστατικών κατά τρόπο διακριτό από τον χαρακτηρισμό του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου.
33. Δεύτερον, η απουσία αυτόματης σχέσης μεταξύ της διαπίστωσης, εκ μέρους του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστή, παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων και της έκδοσης, από τον αρμόδιο διατάκτη, της απόφασης περί αποκλεισμού είναι επίσης αποτέλεσμα του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 136, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018.
34. Συγκεκριμένα, κατά την αιτιολογική σκέψη 76 του εν λόγω κανονισμού, «[η] δυνατότητα λήψης απόφασης αποκλεισμού ή επιβολής οικονομικών κυρώσεων είναι ανεξάρτητη από τη δυνατότητα εφαρμογής συμβατικών κυρώσεων, όπως κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεων» (15).
35. Επιπλέον, κατά το άρθρο 136, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, εάν δεν υπάρχει οριστική δικαστική απόφαση, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, ο αρμόδιος διατάκτης οφείλει να εκτιμά την κατάσταση «έχοντας υπόψη» διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά ή άλλα πορίσματα που περιλαμβάνονται στη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143 του ίδιου κανονισμού.
36. Κατά τα λοιπά, όπως υπογράμμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το γράμμα του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 διαφέρει από το γράμμα της ίδιας διάταξης στα σημεία βʹ, γʹ, δʹ, στʹ, ζʹ και ηʹ, καθόσον το στοιχείο εʹ αναφέρεται ευθέως στην επίμαχη συμπεριφορά και όχι στη δικαστική ή διοικητική απόφαση με την οποία αρχή διαφορετική από τον αρμόδιο διατάκτη, για παράδειγμα το αρμόδιο για τη σύμβαση δικαστήριο, προέβη προηγουμένως σε χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς αυτής.
37. Η προεκτεθείσα διαφορετική προσέγγιση επιβεβαιώνει ότι, μολονότι περιλαμβάνεται στα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη, ο χαρακτηρισμός που πραγματοποιείται στο συμβατικό πλαίσιο δεν δεσμεύει εντούτοις αυτομάτως τον αρμόδιο διατάκτη, ο οποίος διατηρεί το περιθώριό του εκτίμησης στο πλαίσιο της έκδοσης της απόφασης περί αποκλεισμού.
38. Επισημαίνω, επιπλέον, ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 136, παράγραφος 3, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, η απόφαση του αρμόδιου διατάκτη περί αποκλεισμού λαμβάνεται κατά τρόπο ώστε να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και λαμβάνοντας ιδίως υπόψη επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις που συνδέονται, για παράδειγμα, με τη σοβαρότητα της περίπτωσης, τον χρόνο που έχει παρέλθει από την επίμαχη συμπεριφορά, τη διάρκεια και την επανάληψη της συμπεριφοράς, τον εκούσιο ή μη χαρακτήρα της συμπεριφοράς, τα επίμαχα ποσά και τη συνεργασία του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο. Επομένως, το περιθώριο εκτίμησης του αρμόδιου διατάκτη ασκείται κατ’ ανάγκην κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αναλογικότητας, αποκλειομένης της αυτόματης σχέσης που προτείνει η Επιτροπή (16).
39. Ομοίως, και άλλες παράγραφοι του άρθρου 136 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 συνεπάγονται περιθώριο εκτίμησης για τον αρμόδιο διατάκτη. Συγκεκριμένα, το άρθρο 136, παράγραφος 5, προβλέπει ότι, σε περίπτωση «σοβαρή[ς] και άμεση[ς] απειλή[ς] για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης», ο προσωρινός αποκλεισμός μπορεί να αποφασιστεί χωρίς τη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143 του εν λόγω κανονισμού, όπερ προϋποθέτει εκτίμηση της οικείας απειλής. Επίσης, το άρθρο 136, παράγραφοι 6 και 7, προβλέπει περιπτώσεις στις οποίες δεν λαμβάνεται απόφαση περί αποκλεισμού, ειδικότερα δε την περίπτωση στην οποία το πρόσωπο ή η οντότητα το οποίο ή την οποία αφορά το μέτρο έχει λάβει διορθωτικά μέτρα, όπερ προϋποθέτει την άσκηση του περιθωρίου εκτίμησης του αρμόδιου διατάκτη συναφώς.
40. Κατά συνέπεια, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 επιρρωννύει το συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη περιθωρίου εκτίμησης του αρμόδιου διατάκτη και την απουσία αυτόματης σχέσης μεταξύ των διαπιστώσεων του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου και της απόφασης περί αποκλεισμού.
41. Εκτιμώ ότι το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, κατά την οποία η εξέταση της συμβατικής συμπεριφοράς των συμβαλλομένων είναι απαραίτητη και κατά την οποία ο αρμόδιος διατάκτης οφείλει πάντοτε να αιτιολογεί την απόφαση περί αποκλεισμού, ανεξαρτήτως του αν ο εκτιθέμενος λόγος είναι παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων ή άλλος λόγος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 136, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018. Συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη μου, τα ανωτέρω στοιχεία δεν είναι μη συμβατά με το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει ο αρμόδιος διατάκτης στον συγκεκριμένο τομέα, ειδικότερα για να εξακριβώσει αν η παράβαση είναι «σοβαρή» και αν αφορά «βασικές» υποχρεώσεις. Συναφώς, η υποχρέωση αιτιολόγησης της απόφασής του νοείται ακριβώς στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτίμησης που διαθέτει, το οποίο ο αρμόδιος διατάκτης οφείλει να ασκεί κατά τρόπο αιτιολογημένο ώστε να καθίσταται, επιπλέον, δυνατή η άσκηση προσφυγής. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο αρμόδιος διατάκτης να εκτιμήσει ότι οι συμβατικές παραβάσεις τις οποίες διαπίστωσε το αρμόδιο για τη σύμβαση δικαστήριο δεν είναι τέτοιες ώστε να συνεπάγονται τον αποκλεισμό της οντότητας ή ότι έχουν παραγραφεί ή ότι οι εν λόγω παραβάσεις πρέπει να καταλογιστούν σε άλλη οντότητα ή ακόμη ότι η υπεύθυνη οντότητα έχει λάβει εν τω μεταξύ μέτρα λόγω των οποίων μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν αποτελεί ή δεν αποτελεί πλέον απειλή για τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Τέλος, τέτοια ερμηνεία συνάδει επίσης με την αρχή της χρηστής διοίκησης, που επικαλέστηκε η Επιτροπή, η οποία συνεπάγεται την υποχρέωση του αρμόδιου θεσμικού οργάνου να εξετάζει, επιμελώς και με αμεροληψία, όλα τα κρίσιμα στοιχεία της περίπτωσης.
42. Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί, ακόμη και οφείλει, να λάβει υπόψη τις πραγματικές διαπιστώσεις του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου κατά τον νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού 2018, απόκειται εντούτοις σε αυτόν να αξιολογήσει την επίμαχη συμπεριφορά, με γνώμονα το ιδιαίτερο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού και των σκοπών του. Δεν θεωρώ ότι τούτο συνεπάγεται, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, «υπέρμετρο βάρος απόδειξης» για τον αρμόδιο διατάκτη, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί βάρους αποδείξεως αλλά περί πραγματοποίησης ανεξάρτητης εκτίμησης βάσει των διαπιστώσεων ή των πραγματικών περιστατικών που εξακριβώθηκαν σε προηγούμενο στάδιο.
43. Τρίτον, όσον αφορά την τελολογική και ιστορική ερμηνεία του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, η Επιτροπή υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι η πεπλανημένη ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου, όσον αφορά την απουσία αυτόματης σχέσης μεταξύ της διαπίστωσης συμβατικής παράβασης και της έκδοσης, από τον αρμόδιο διατάκτη, απόφασης περί αποκλεισμού, είναι επίσης αποτέλεσμα της εσφαλμένης διαπίστωσης του Γενικού Δικαστηρίου ότι βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να θεσπίσει αυτοτελές σύστημα κυρώσεων και ότι θεώρησε, επομένως, ότι οι περιπτώσεις αποκλεισμού μπορούσαν να εξομοιωθούν με κυρώσεις.
44. Υπενθυμίζω ότι, στο πλαίσιο της ιστορικής και τελολογικής ερμηνείας της επίμαχης διάταξης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να θεσπίσει, εξαρχής, ένα αυτοτελές σύστημα κυρώσεων, το οποίο διατηρήθηκε και ενισχύθηκε με την πάροδο του χρόνου και, ιδίως, με την έκδοση του δημοσιονομικού κανονισμού 2018 (17). Κατά το Γενικό Δικαστήριο, όμως, «[δ]εν μπορεί δε να τεκμαίρεται η ύπαρξη σύνδεσης βάσει της οποίας η διαπίστωση από αρχή διαφορετική από τον αρμόδιο διατάκτη πταίσματος την ύπαρξη του οποίου προβλέπει εθνική νομοθεσία ή νομοθεσία της Ένωσης συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη από τον αρμόδιο διατάκτη μέτρου αποκλεισμού εμπίπτοντος σε αυτοτελές σύστημα κυρώσεων θεσπισθέν με τον δημοσιονομικό κανονισμό» του 2018 (18). Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επιπλέον ότι, το αυτοτελές σύστημα κυρώσεων που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός επιδιώκει, από της θεσπίσεώς του, ειδικούς σκοπούς γενικού συμφέροντος, οι οποίοι είναι διαφορετικοί από την καλή εκτέλεση της σύμβασης ή από την προστασία και την αποζημίωση των συμβαλλομένων μερών, στη διασφάλιση των οποίων αποσκοπεί ένα καθεστώς συμβατικής ευθύνης. Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διαφορά μεταξύ των σκοπών τους οποίους επιδιώκει το σύστημα κυρώσεων που θεσπίζει ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2018 και των σκοπών τους οποίους επιδιώκει ένα καθεστώς συμβατικής ευθύνης επιβεβαιώνει την απουσία σχέσης αυτομάτως επερχόμενης συνέπειας (19).
45. Κατά τη γνώμη μου, ακόμη και αν διατυπώνονταν επιφυλάξεις ως προς τη διατύπωση του Γενικού Δικαστηρίου, κατά της οποίας βάλλει η Επιτροπή, η συλλογιστική του πρέπει να γίνει δεκτή.
46. Συγκεκριμένα, είναι συζητήσιμο το αν βούληση του Ευρωπαίου νομοθέτη ήταν να διατηρήσει, με τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018, τον χαρακτηρισμό της «κύρωσης» που εφαρμοζόταν στις αποφάσεις περί αποκλεισμού υπό το κράτος του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 (20), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/1929 (21). Επ’ αυτού, επισημαίνω ότι, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, ο κανονισμός 966/2012, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/1929, χρησιμοποιούσε τον όρο «διοικητικές κυρώσεις» σε σχέση με τις αποφάσεις περί αποκλεισμού (22). Τούτο δεν συμβαίνει, όμως, με τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018, ο οποίος επικαιροποιεί και απλουστεύει τους κανόνες σχετικά με την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης (23).
47. Εντούτοις, με τη συλλογιστική του το Γενικό Δικαστήριο επιδιώκει να καταδείξει ότι το σύστημα αποκλεισμού που προβλέπει ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2018 επιδιώκει, από της θεσπίσεώς του, ειδικούς σκοπούς γενικού συμφέροντος, οι οποίοι είναι διαφορετικοί από την καλή εκτέλεση της σύμβασης ή από την προστασία και την αποζημίωση των συμβαλλομένων μερών, στη διασφάλιση των οποίων αποσκοπεί ένα καθεστώς συμβατικής ευθύνης, συλλογιστική η οποία πρέπει να γίνει δεκτή.
48. Φρονώ, επομένως, ότι η πλάνη την οποία προβάλλει η Επιτροπή, κατά τον χαρακτηρισμό του αυτοτελούς καθεστώτος «κυρώσεων» όσον αφορά τις αποφάσεις περί αποκλεισμού, δεν συνιστά λυσιτελές επιχείρημα ώστε να διαπιστωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι δεν υφίσταται αυτόματη σχέση μεταξύ των διαπιστώσεων του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου και της απόφασης περί αποκλεισμού.
49. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, έστω και αν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ, αφενός, του καθεστώτος αποκλεισμού που προκύπτει από τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018 και, αφετέρου, του συμβατικού πλαισίου, η σχέση αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση αυτόματης σχέσης μεταξύ των διαπιστώσεων του αρμόδιου για τη σύμβαση δικαστηρίου και της απόφασης περί αποκλεισμού.
Επί της υποχρεώσεως εξατομικευμένης εξέτασης της συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο
50. Στο πλαίσιο του δεύτερου σταδίου της συλλογιστικής του, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εξέταση που διενεργεί ο αρμόδιος διατάκτης πρέπει να είναι εξατομικευμένη και συγκεκριμένη. Το Γενικό Δικαστήριο βασίστηκε, πρώτον, σε αναλογία με την απόφαση HSC Baltic κ.λπ. (24), η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της οδηγίας 2014/24, και έκρινε ότι η υποχρέωση αξιολόγησης, κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο, της συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο στο πλαίσιο της εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης (25). Δεύτερον, στις σκέψεις 72 και 73 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω υποχρέωση επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο υπό το πρίσμα της γενικής αρχής του προσωποπαγούς χαρακτήρα των ποινών, καθόσον το Δικαστήριο έχει κρίνει, με την απόφαση Vialto Consulting κατά Επιτροπής (26), ότι η κύρωση του αποκλεισμού έχει βασικά τιμωρητικό χαρακτήρα. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το οικείο θεσμικό όργανο ή ο οικείος οργανισμός μπορεί να προσδιορίσει τις παροχές που εκτελεί έκαστος συμμετέχων προκειμένου να καθοριστεί η ατομική ευθύνη εκάστου εξ αυτών βάσει του συστήματος κυρώσεων που θεσπίζει ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2018, η οποία διακρίνεται από την ενδεχόμενη εις ολόκληρον συμβατική ευθύνη τους (27).
51. Η Επιτροπή επικρίνει το ανωτέρω δεύτερο στάδιο της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου από τρεις απόψεις. Πρώτον, η Επιτροπή επικρίνει τη λυσιτέλεια της αναλογίας με την απόφαση HSC Baltic. Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι σκοπός της εις ολόκληρον ευθύνης είναι η προστασία των συμφερόντων της αναθέτουσας αρχής, ότι η εις ολόκληρον ευθύνη δεν αποκλείει την ατομική ευθύνη της TP και ότι η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου εμποδίζει τον αρμόδιο διατάκτη να λάβει δεόντως υπόψη την ευθύνη των αντισυμβαλλομένων. Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη χαρακτηρίζοντας την απόφαση περί αποκλεισμού ως ποινική κύρωση.
Επί της λυσιτέλειας της αναλογίας με την απόφαση HSC Baltic
52. Κατά πρώτον, η Επιτροπή επικρίνει τις σκέψεις 64 έως 71 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 κατ’ αναλογίαν προς το άρθρο 57, παράγραφος 4, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2014/24. Κατά την Επιτροπή, το νομικό και το πραγματικό πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης και της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση HSC Baltic είναι διαφορετικά. Η Επιτροπή επισημαίνει τη διαφορά μεταξύ των κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο αρμόδιος διατάκτης για την εφαρμογή του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 και των κριτηρίων που εφαρμόζουν οι εθνικές αρχές, δυνάμει των κρίσιμων εθνικών κανόνων που μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 57, παράγραφος 4, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2014/24, δεδομένου ότι η εν λόγω οδηγία θεσπίζει απλώς και μόνο μια ρύθμιση-πλαίσιο η οποία πρέπει να μεταφερθεί στις εθνικές νομοθεσίες.
53. Το ανωτέρω επιχείρημα δεν με πείθει.
54. Συγκεκριμένα, είναι αληθές ότι το νομικό και το πραγματικό πλαίσιο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας διαφέρει από το νομικό και το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση HSC Baltic. Ειδικότερα, οι κανόνες που εφαρμόζουν οι αρχές των κρατών μελών για τον αποκλεισμό από τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων απορρέουν από τις οδηγίες, ειδικότερα από την επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση HSC Baltic (28) οδηγία 2014/24, οι οποίες πρέπει να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο, εν αντιθέσει προς τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018 ο οποίος διέπει τις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.
55. Τούτου λεχθέντος, πρόκειται σε αμφότερες τις περιπτώσεις περί σωμάτων δικαίου που εφαρμόζονται στους δημόσιους διαγωνισμούς και στους κανόνες περί αποκλεισμού από τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων. Επιπλέον, οι δύο επίμαχες διατάξεις είναι παρεμφερείς και παραπέμπουν στις ίδιες έννοιες (29). Κοινός σκοπός τους είναι να παρέχουν στις αναθέτουσες αρχές τη δυνατότητα να αποκλείουν κάθε οικονομικό φορέα από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης συμβάσεων όταν δεν είναι αξιόπιστος. Εξάλλου, ορισμένες αιτιολογικές σκέψεις του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 παραπέμπουν ρητώς στην οδηγία 2014/14 (30).
56. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γίνει δεκτή η αναλογία στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, κατά την ερμηνεία του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, με τη νομολογία που αφορά τις παρεμφερείς διατάξεις του άρθρου 57, παράγραφος 4, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2014/24, με σκοπό να διασφαλιστούν η συνοχή του δικαίου της Ένωσης και η συμμόρφωση προς τους σκοπούς του νομοθέτη της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα (31).
57. Με την απόφαση HSC Baltic, το Δικαστήριο έκρινε, όμως, ότι η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2014/24 πρέπει να προβλέπει ότι ένας οικονομικός φορέας, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης λόγω σοβαρών ή επαναλαμβανόμενων πλημμελειών κατά την εκτέλεσή της, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυτομάτως αναξιόπιστος και να αποκλειστεί προσωρινώς, χωρίς η συμπεριφορά του να έχει προηγουμένως αξιολογηθεί, «κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο», υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων στοιχείων, μεταξύ άλλων εκείνων που ο εν λόγω φορέας προσκομίζει για να αντικρούσει τέτοιο χαρακτηρισμό (32).
58. Εκτιμώ, επομένως, ότι δικαίως το Γενικό Δικαστήριο συμπέρανε από τα ανωτέρω ότι «η υποχρέωση αυτή αξιολογήσεως, κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο, της συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το οικείο μέτρο, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων στοιχείων, την οποία οφείλει να προβλέπει ένα κράτος μέλος στη νομοθεσία του παρά το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει για τη μεταφορά της οδηγίας 2014/24 στην εσωτερική έννομη τάξη, επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο στο πλαίσιο της εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης» (33).
59. Επισημαίνω, επιπλέον, ότι ανεξαρτήτως της αναλογίας στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται όσον αφορά τον αποκλεισμό (34) και επιβάλλει στον αρμόδιο διατάκτη την υποχρέωση, όταν λαμβάνει τέτοια απόφαση, να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εκτίμηση της στάσης του οικείου οικονομικού φορέα ή της οικείας οντότητας, βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων (35).
60. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο προβαίνοντας σε αναλογία με την απόφαση HSC Baltic και καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο αρμόδιος διατάκτης πρέπει να αξιολογεί τη συμπεριφορά του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο προτού αποφασίσει τον αποκλεισμό του δυνάμει του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, όπερ συνάγεται επίσης από την αρχή της αναλογικότητας.
Επί των συνεπειών της εις ολόκληρον νομικής ευθύνης των μελών αντισυμβαλλόμενης κοινοπραξίας
61. Κατά δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι το άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες αντισυμβαλλόμενοι ευθύνονται εις ολόκληρον για την εκτέλεση της σύμβασης, χωρίς ο αρμόδιος διατάκτης να υποχρεούται να διακρίνει μεταξύ των νομικών δεσμεύσεων καθενός εκ των μελών της κοινοπραξίας με την οποία συνάπτεται η σύμβαση (36). Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι σκοπός της εν λόγω εις ολόκληρον ευθύνης είναι η προστασία των συμφερόντων της αναθέτουσας αρχής χωρίς να αποκλείεται η ατομική ευθύνη της TP. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι ο προσδιορισμός της ατομικής ευθύνης καθενός εκ των δύο μελών της αντισυμβαλλομένης κοινοπραξίας θα απαιτούσε συγκεκριμένη διαφοροποίηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους, όπερ ανάγεται στην εσωτερική οργάνωση των μελών της κοινοπραξίας και εκφεύγει του ρόλου του αρμόδιου διατάκτη.
62. Το επιχείρημα αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί.
63. Συγκεκριμένα, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, το άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες οι αντισυμβαλλόμενοι ευθύνονται εις ολόκληρον για την εκτέλεση της σύμβασης και η εν λόγω εις ολόκληρον ευθύνη δεν αποκλείει την ατομική ευθύνη μέλους της κοινοπραξίας.
64. Εντούτοις, η εις ολόκληρον ευθύνη στο πλαίσιο της σύμβασης, η οποία μπορεί να αποσκοπεί στην προστασία των συμφερόντων της αναθέτουσας αρχής, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, στο διοικητικό πλαίσιο του αποκλεισμού που αποφασίζεται δυνάμει του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, την απαλλαγή του αρμόδιου διατάκτη από την υποχρέωση εξατομικευμένης εξέτασης της συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο αποκλεισμού.
65. Ειδικότερα, η εις ολόκληρον ευθύνη στο επίπεδο της σύμβασης είναι διακριτή από την ατομική ευθύνη καθενός εκ των οικονομικών φορέων που απαρτίζουν έναν όμιλο, εν προκειμένω μια κοινοπραξία, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης περί αποκλεισμού. Συγκεκριμένα, τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις καθενός εκ των οικονομικών φορέων που απαρτίζουν μια κοινοπραξία δεν είναι κατ’ ανάγκην πανομοιότυπα. Τούτο επιβεβαιώνεται από την επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση συμφωνία κοινοπραξίας. Ομοίως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η τέλεση σοβαρότερων παραβάσεων εκ μέρους ενός οικονομικού φορέα, οι οποίες δικαιολογούν αυξημένη ατομική ευθύνη, ή μια αλληλουχία ατομικών ευθυνών για παραβάσεις διαφορετικής σοβαρότητας. Επομένως, ο αρμόδιος διατάκτης πρέπει να εξακριβώνει ότι οι νομικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 πληρούνται ατομικά σε σχέση με καθέναν από τους οικείους οικονομικούς φορείς πριν από την έκδοση της απόφασης περί αποκλεισμού.
66. Συναφώς, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 76 και 77 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο αρμόδιος διατάκτης είναι, κατ’ αρχήν, σε θέση να ζητήσει από τις οικείες οντότητες τη διαβίβαση των αναγκαίων εγγράφων τα οποία μπορούν να του παράσχουν τη δυνατότητα να αξιολογήσει την ατομική συμπεριφορά καθενός από τα μέλη ενός ομίλου καθώς και να απαιτήσει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός των παροχών που εκτελεί έκαστος συμμετέχων προκειμένου να καθοριστεί, αν παραστεί ανάγκη, η ατομική ευθύνη εκάστου εξ αυτών. Οι ανωτέρω παρατηρήσεις επιρρωννύονται από το άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, σημείο iii, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, το οποίο προβλέπει ότι οι παραβάσεις μπορούν να έχουν αποκαλυφθεί «από διατάκτη κατόπιν ερευνών».
67. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν οι αναθέτουσες αρχές των κρατών μελών επιβεβαιώνει, τηρουμένων των αναλογιών, την ανωτέρω προσέγγιση.
68. Συγκεκριμένα, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, είναι αληθές ότι, με την απόφαση HSC Baltic, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη μπορούν, στο πλαίσιο του περιθωρίου χειρισμών που διαθέτουν για τη μεταφορά της οδηγίας 2014/24 στην εσωτερική έννομη τάξη, να προβλέπουν τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο κάθε οικονομικός φορέας που είναι νομικώς υπεύθυνος για την ορθή εκτέλεση δημόσιας σύμβασης θεωρείται ότι συνέβαλε, κατά την εκτέλεση της σύμβασης, στην πρόκληση ή στη διατήρηση σοβαρών ή επαναλαμβανόμενων πλημμελειών που οδήγησαν στην καταγγελία της σύμβασης. Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, όταν η σύμβαση έχει ανατεθεί σε κοινοπραξία οικονομικών φορέων, των οποίων η ατομική συμβολή στις πλημμέλειες και στις ενδεχόμενες προσπάθειες για την άρση τους δεν είναι κατ’ ανάγκην η ίδια, το τεκμήριο που προβλέπεται ενδεχομένως στο εθνικό δίκαιο πρέπει να είναι μαχητό, διότι άλλως θα θίγονταν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του ως άνω λόγου αποκλεισμού και η αρχή της αναλογικότητας. Κατά το Δικαστήριο, «ανεξαρτήτως της εις ολόκληρον νομικής ευθύνης των μελών μιας τέτοιας κοινοπραξίας, η εφαρμογή του προαιρετικού λόγου αποκλεισμού που προβλέπεται στο άρθρο 57, παράγραφος 4, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2014/24 πρέπει να στηρίζεται στον επιλήψιμο ή πλημμελή χαρακτήρα της ατομικής τους συμπεριφοράς» (37).
69. Ομοίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν οικονομικός φορέας, ο οποίος είναι μέλος κοινοπραξίας οικονομικών φορέων, έχει κριθεί ένοχος ψευδούς δήλωσης κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται για να εξακριβωθεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού της κοινοπραξίας ή ότι η τελευταία πληροί τα κριτήρια επιλογής, ενώ τα λοιπά μέλη της κοινοπραξίας δεν είχαν λάβει γνώση της ψευδούς δήλωσης, δεν μπορούσε να επιβληθεί σε όλα τα μέλη της κοινοπραξίας μέτρο αποκλεισμού από κάθε διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης (38). Με την απόφαση Klaipėdos, το Δικαστήριο επισήμανε επιπλέον ότι, δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, στην απόφαση περί αποκλεισμού πρέπει να δίνεται προσοχή «ακόμη μεγαλύτερη όταν ο […] αποκλεισμός δεν πλήττει τον προσφέροντα για παράβαση καταλογιστέα σε αυτόν, αλλά για παράβαση διαπραχθείσα από φορέα στου οποίου τις ικανότητες σκοπεύει να στηριχθεί και έναντι του οποίου δεν διαθέτει καμία εξουσία ελέγχου» (39).
70. Τέτοια εξατομικευμένη προσέγγιση, ακόμη και σε περίπτωση ομίλου ή εις ολόκληρον ευθύνης, επιρρωννύεται περαιτέρω από το άρθρο 136, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, το οποίο προβλέπει ότι ο αρμόδιος διατάκτης λαμβάνει υπόψη τα διορθωτικά μέτρα τα οποία έχει λάβει ένα πρόσωπο ή μια οντότητα και τα οποία είναι επαρκή για να αποδείξουν την αξιοπιστία του/της (40). Δεν αποκλείεται, όμως, στην περίπτωση ομίλου ή κοινοπραξίας, ένα μόνο πρόσωπο να λάβει διορθωτικά μέτρα και, επομένως, μόνον το πρόσωπο αυτό να μπορεί να αποδείξει την αξιοπιστία του, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο όσον αφορά τα λοιπά μέλη της κοινοπραξίας (41).
71. Κατά συνέπεια, μόνον η εξατομικευμένη εκτίμηση του μέτρου περί αποκλεισμού μπορεί να διασφαλίσει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, ανεξαρτήτως της εις ολόκληρον συμβατικής ευθύνης στο πλαίσιο κοινοπραξίας, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να επικυρωθεί επ’ αυτού.
Επί της νομικής φύσεως του αποκλεισμού
72. Κατά τρίτον, προς επίρρωση της συλλογιστικής του σχετικά με την υποχρέωση αξιολόγησης της συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο, το Γενικό Δικαστήριο μνημόνευσε τον «τιμωρητικό» χαρακτήρα της «κύρωσης του αποκλεισμού» και τη «γενική αρχή του προσωποπαγούς χαρακτήρα των ποινών» (42).
73. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το μέτρο του αποκλεισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατασταλτικό μέτρο, ούτε καν ως κύρωση.
74. Στο μέτρο που η διατύπωση του Γενικού Δικαστηρίου, στις σκέψεις 72 και 73 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παραπέμπει στην ύπαρξη κύρωσης ποινικού χαρακτήρα, πρέπει να εξεταστεί, πρώτον, αν διαπιστώνεται συναφώς πλάνη περί το δίκαιο και, δεύτερον, ποιες είναι ενδεχομένως οι συνέπειες τέτοιας διαπίστωσης.
– Νομικός χαρακτηρισμός του αποκλεισμού
75. Αφενός, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, εκτιμώ ότι το μέτρο του αποκλεισμού μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κύρωση».
76. Είναι αληθές, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό θέσπισης του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί, ότι το άρθρο 136, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προσδιορίζει τα διάφορα κριτήρια αποκλεισμού χωρίς να χαρακτηρίζει το μέτρο του αποκλεισμού ως κύρωση. Εντούτοις, στο άρθρο 138 του εν λόγω κανονισμού γίνεται μνεία στις «χρηματικές ποινές» που μπορούν να επιβληθούν ως εναλλακτική λύση στην απόφαση περί αποκλεισμού, ο οποίος θα ήταν δυσανάλογο μέτρο υπό το πρίσμα των κριτηρίων του άρθρου 136, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού. Επομένως, ένα μέτρο το οποίο χαρακτηρίζεται ρητώς ως «ποινή» μπορεί να αντικαταστήσει το μέτρο του αποκλεισμού. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το μέτρο του αποκλεισμού να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κύρωση».
77. Επιπλέον, το μέτρο του αποκλεισμού, το οποίο έχει ως σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, αφαιρεί συγχρόνως από το οικείο πρόσωπο το δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και μπορεί, υπ’ αυτή την έννοια, να χαρακτηριστεί ως κύρωση (43).
78. Επισημαίνω επιπλέον ότι η διοικητική φύση του μέτρου του αποκλεισμού (44) δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να πρόκειται περί κυρώσεως. Συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη μου, το εν λόγω μέτρο εντάσσεται στην πληθώρα των διοικητικών κυρώσεων, οι οποίες, χωρίς να καθορίζονται με σαφήνεια (45), αναπτύχθηκαν σε σημαντικό βαθμό στο δίκαιο της Ένωσης με την πάροδο του χρόνου καθώς η Ένωση διαμόρφωνε τους κανόνες της (46). Ειδικότερα, η αποτελεσματικότητα της διοικητικής δράσης απαιτεί μια φαρέτρα μέτρων (πρόστιμο, δήμευση, αποκλεισμό από καθεστώτα ενισχύσεων, απαγόρευση άσκησης δραστηριότητας, δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, ανάκληση άδειας, εγγραφή σε μαύρο κατάλογο κ.λπ.) τα οποία έχουν διαφορετικούς σκοπούς (τιμωρία, αποκατάσταση ζημιών, πρόληψη, αποτροπή, επανόρθωση κ.λπ.).
79. Αφετέρου, το ζήτημα του αν το μέτρο του αποκλεισμού, που χαρακτηρίζεται ως κύρωση, έχει ποινικό χαρακτήρα είναι προφανώς δυσεπίλυτο. Συγκεκριμένα, η ασάφεια της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ διοικητικής κύρωσης και ποινικής κύρωσης έχει επισημανθεί συχνά (47). Τούτου λεχθέντος, φρονώ ότι η ανάλυση βάσει των τριών κριτηρίων που διαμόρφωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), με την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1976, Engel και λοιποί κατά Κάτω Χωρών (48), τα οποία έχει υιοθετήσει το Δικαστήριο (49), μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση του μη ποινικού χαρακτήρα του επίμαχου στην υπό κρίση υπόθεση μέτρου.
80. Συγκεκριμένα, μολονότι ο νομικός χαρακτηρισμός του επίμαχου μέτρου δεν προκύπτει καθεαυτόν από τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018, η ανάλυση των λοιπών κριτηρίων καθιστά δυνατό τον χαρακτηρισμό ως μη ποινικής κύρωσης του επίμαχου μέτρου περί αποκλεισμού.
81. Όσον αφορά τη φύση της προσαπτόμενης παράβασης, ο παραβιασθείς κανόνας δεν είναι γενικού χαρακτήρα, αλλά αφορά μόνον τους οικονομικούς φορείς που επέλεξαν, με πλήρη ελευθερία, να μετάσχουν σε δημόσιο διαγωνισμό της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, στο οποίο η δυνατότητα συμμετοχής σε διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων της Ένωσης εξαρτάται από την προϋπόθεση το οικείο πρόσωπο να παρέχει κάθε εγγύηση αξιοπιστίας, η κύρωση που επιβάλλεται σε περίπτωση μη τήρησης τέτοιας προϋπόθεσης συνιστά ειδικό διοικητικό μέσο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εφαρμοστέου συστήματος έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού (50).
82. Επιπλέον, το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού θεσπίστηκε με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (51). Σκοπός του είναι να διευκολύνει τον έγκαιρο εντοπισμό των προσώπων ή των οντοτήτων που αποτελούν απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης καθώς και τον αποκλεισμό τους από τη συμμετοχή στις διαδικασίες που διέπονται από τον δημοσιονομικό κανονισμό του 2018. Επομένως, σκοπός της απόφασης περί αποκλεισμού είναι οι πληροφορίες που αφορούν κατάσταση η οποία ενέχει κίνδυνο για τον προϋπολογισμό της Ένωσης να καταχωρίζονται στη βάση δεδομένων που μνημονεύεται στο άρθρο 142 του ως άνω κανονισμού. Κατά συνέπεια, ο σκοπός του αποκλεισμού έχει προληπτικό, ακόμη και προφυλακτικό, και όχι κατασταλτικό χαρακτήρα.
83. Τέλος, φρονώ ότι προσωρινός αποκλεισμός, ο οποίος επιβάλλεται για ανώτατη διάρκεια τριών ετών και εμποδίζει τον οικείο οικονομικό φορέα να υποβάλλει προσφορές σε ευρωπαϊκούς δημόσιους διαγωνισμούς χωρίς να του απαγορεύει να ασκεί κατά τα λοιπά την επαγγελματική δραστηριότητά του, δεν είναι σοβαρότητας τέτοιας ώστε να θεωρηθεί ποινικού χαρακτήρα (52).
84. Εκτιμώ, επομένως, ότι η επίμαχη απόφαση περί αποκλεισμού συνιστά κύρωση διοικητικού και όχι ποινικού χαρακτήρα. Είναι αληθές, όπως υπογράμμισε το Γενικό Δικαστήριο, ότι με την απόφαση Vialto, το Δικαστήριο, συγκρίνοντας την κύρωση του αποκλεισμού με το μέτρο δημοσίευσης του εν λόγω αποκλεισμού, έκρινε ότι η πρώτη είχε «βασικά τιμωρητικό χαρακτήρα» ενώ το δεύτερο επιτελούσε κυρίως «αποτρεπτική και προληπτική λειτουργία», επισημαίνοντας ότι παρέμεναν εντούτοις συμπληρωματικά, διότι συνέτειναν στον ίδιο σκοπό, ήτοι να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα απέχουν από ενδεχόμενη παράβαση των κανόνων (53). Μολονότι η παραπομπή του Δικαστηρίου στον «τιμωρητικό» χαρακτήρα της κύρωσης του αποκλεισμού μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, εκτιμώ εντούτοις ότι, ειδικότερα στο πλαίσιο της σύγκρισης με το μέτρο της δημοσίευσης του αποκλεισμού, δεν υποδηλώνει αφ’ εαυτής ότι η εν λόγω κύρωση έχει ποινικό χαρακτήρα κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
85. Κατά συνέπεια, όπως και η Επιτροπή, εκτιμώ ότι μπορεί να διαπιστωθεί πλάνη περί το δίκαιο στο μέτρο που, παραπέμποντας στον «τιμωρητικό» χαρακτήρα του αποκλεισμού και στη γενική αρχή του προσωποπαγούς χαρακτήρα των «ποινών», το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε την απόφαση περί αποκλεισμού ποινική κύρωση.
– Συνέπειες όσον αφορά την εμβέλεια των εφαρμοστέων εγγυήσεων
86. Έστω και αν το Δικαστήριο συμφωνήσει μαζί μου και διαπιστώσει την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της κύρωσης του αποκλεισμού ως «ποινικής» κύρωσης, φρονώ εντούτοις ότι η εν λόγω διαπίστωση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
87. Συγκεκριμένα, παρατηρώ ότι, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στον ποινικό χαρακτήρα του μέτρου του αποκλεισμού χαρακτηρίζοντάς το ως «τιμωρητικό» (54), το πράττει προς επίρρωση («κατά μείζονα λόγο») του συμπεράσματος, το οποίο προκύπτει από το σύνολο των προμνησθέντων κρίσιμων στοιχείων, ότι ο αρμόδιος διατάκτης υποχρεούται να αξιολογεί τη συμπεριφορά του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων στοιχείων. Ομοίως, στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η τήρηση της γενικής αρχής του προσωποπαγούς χαρακτήρα των ποινών, που παραπέμπει στον ποινικό χαρακτήρα του μέτρου του αποκλεισμού, μνημονεύεται επίσης προς δικαιολόγηση της υποχρέωσης εξέτασης της ατομικής συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο πριν από την έκδοση τέτοιας απόφασης αποκλεισμού εις βάρος του.
88. Πάντως, έστω και αν, απουσία ποινικού χαρακτήρα της κύρωσης, οι εγγυήσεις του ποινικού δικαίου δεν έχουν εφαρμογή, εντούτοις η υποχρέωση εξέτασης της ατομικής συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο παραμένει. Συγκεκριμένα, διοικητική κύρωση, όπως ο επίμαχος στην υπό κρίση υπόθεση αποκλεισμός, μολονότι δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, περιβάλλεται εντούτοις από εγγυήσεις, μεταξύ άλλων, την εγγύηση της επιβολής της κατόπιν εξέτασης της ατομικής συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο, η οποία απορρέει ειδικότερα από την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας (55).
89. Κατά συνέπεια, η παραπομπή στον ποινικό χαρακτήρα της κύρωσης του αποκλεισμού, μολονότι εσφαλμένη από νομικής απόψεως, δεν συνιστά πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την υποχρέωση αξιολόγησης της συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο αφορά το μέτρο κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο.
90. Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Πρόταση
91. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, και χωρίς να προδικάζω την εκτίμηση του βασίμου του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός του 2018).
3 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο 11ο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/323 (ΕΕ 2018, L 307, σ. 1).
4 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ 2017, L 283, σ. 1).
5 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65, και διορθωτικό σε ΕΕ 2016, L 135, σ. 120).
6 Βλ. σκέψεις 29 έως 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
7 Βλ. σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
8 Βλ. σκέψεις 61 έως 78 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
9 Βλ. σκέψεις 80, 82 και 83 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
10 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας ότι ο αρμόδιος διατάκτης δεν είχε εξετάσει την ατομική ευθύνη της TP στις παραβάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων.
11 Το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης διαδέχθηκε την κεντρική βάση δεδομένων και, εν συνεχεία, στο πλαίσιο του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, το «σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού» (EDES), το οποίο θεσπίστηκε το 2016 (βλ. Bernard-Glanz, C., και Levi, L., «Du système d’alerte précoce au système de détection rapide et d’exclusion: les droits fondamentaux vont mieux mais...», L’Observateur de Bruxelles, τόμος 4, αριθ. 106, 2016, σ. 35 έως 41).
12 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Infraestruturas de Portugal και Futrifer Indústrias Ferroviárias (C‑66/22, EU:C:2023:1016, σκέψη 78).
13 Βλ., κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά «σοβαρό» επαγγελματικό παράπτωμα, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Forposta και ABC Direct Contact (C‑465/11, EU:C:2012:801, σκέψεις 30 και 31). Επομένως, «οποιαδήποτε εσφαλμένη, ανακριβής ή πλημμελής εκτέλεση συμβάσεως ή μέρους αυτής μπορεί ενδεχομένως να τεκμηριώσει περιορισμένη επαγγελματική επάρκεια του συγκεκριμένου οικονομικού φορέα, αλλά δεν ισοδυναμεί αυτόματα με σοβαρό παράπτωμα», το οποίο απαιτεί, κατ’ αρχήν, να πραγματοποιηθεί «συγκεκριμένη εκτίμηση και να εξατομικευθεί η στάση του οικείου οικονομικού φορέα». Βλ. επίσης όσον αφορά «σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα» κατά την έννοια του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2026, UH κατά Επιτροπής (T‑1052/23, EU:T:2026:52, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. επίσης, σχετικά με την ως άνω έννοια, Hamer, C. R., «The Possibility to Exclude an Economic Operator that Cannot Be Trusted», EPPPL, τόμος 15, αριθ. 1, 2020, σ. 42 έως 52.
14 Συγκεκριμένα, ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να είναι, αφενός, αρμόδιος για τη σύμβαση δικαστής, σε περίπτωση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ η οποία ασκείται βάσει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στη σύμβαση, και, αφετέρου, αρμόδιος για τον έλεγχο της νομιμότητας δικαστής, σε περίπτωση προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με την οποία προβάλλονται λόγοι που αφορούν τη νομιμότητα της απόφασης περί αποκλεισμού, η οποία παράγει αποτελέσματα εκτός της συμβατικής σχέσης.
15 Η υπογράμμιση δική μου.
16 Πρβλ., κατ’ αναλογίαν προς τις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν οι εθνικές αναθέτουσες αρχές, De la Rosa, S., «Chapitre 2 – La passation des marchés», σε De la Rosa, S., Droit européen de la commande publique, Bruylant, Βρυξέλλες, 2024, 3η έκδ., σ. 474 έως 568, ιδίως σ. 488, αριθ. 587.
17 Βλ. σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
18 Βλ. σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
19 Βλ. σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
20 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1).
21 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 286, σ. 1). Σχετικά με τον νομικό χαρακτηρισμό του αποκλεισμού ως κύρωσης, βλ. σημεία 75 έως 85 των παρουσών προτάσεων.
22 Βλ. άρθρα 105α και 106 του κανονισμού 966/2012, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/1929.
23 Επισημαίνω, εντούτοις, ότι το άρθρο 231, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 έχει ως εξής: «[ο] αρμόδιος διατάκτης μπορεί να επιβάλει διοικητικές και οικονομικές κυρώσεις που είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές, σύμφωνα με τα άρθρα 136 και 137 του παρόντος κανονισμού […]».
24 Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023 (C‑682/21, στο εξής: απόφαση HSC Baltic, EU:C:2023:48).
25 Βλ. σκέψεις 64 έως 71 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
26 Απόφαση της 30ής Μαΐου 2024 (C‑130/23 P, στο εξής: απόφαση Vialto, EU:C:2024:439, σκέψη 31).
27 Βλ. σκέψεις 75 έως 77 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
28 Για ανάλυση του περιθωρίου εκτίμησης των κρατών μελών σε σχέση, μεταξύ άλλων, με τους προαιρετικούς λόγους αποκλεισμού, βλ. Coutron, L., «L’étendue du pouvoir d’exclusion d’une candidature dans la jurisprudence récente de la Cour de justice de l’Union européenne», σε L’exclusion de la procédure de passation de la commande publique. L’examen des candidatures et des offres, Bouhier, V. (επιμ.), συλλογή «Colloques & Essais», Institut francophone pour la justice et la démocratie, τόμος 166, 2023, σ. 79 έως 117.
29 Συγκεκριμένα, το άρθρο 57, παράγραφος 4, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2014/24 προβλέπει τον αποκλεισμό εάν ο οικονομικός φορέας «έχει επιδείξει σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους απαίτησης στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης». Το άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 αναφέρεται σε σοβαρές παραβάσεις βασικών υποχρεώσεων κατά την εκτέλεση προηγούμενης νομικής δέσμευσης.
30 Κατά την αιτιολογική σκέψη 96 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, «[ο]ι κανόνες σχετικά με τις προμήθειες και οι αρχές που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις που ανατίθενται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για ίδιο λογαριασμό θα πρέπει να βασίζονται στους κανόνες που περιλαμβάνονται […] στην οδηγία [2014/24]». Ομοίως, όσον αφορά ειδικότερα τους αποκλεισμούς, στην αιτιολογική σκέψη 77 του εν λόγω κανονισμού επισημαίνεται ότι «[η] διάρκεια του αποκλεισμού θα πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένη, όπως στην περίπτωση της οδηγίας [2014/24], και θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας», όπερ καταδεικνύει ότι η απαίτηση συνοχής του νομοθέτη ισχύει για τα μέτρα αποκλεισμού. Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 105 του ίδιου κανονισμού, κατά την οποία, μεταξύ άλλων, «[σ]ύμφωνα με την οδηγία [2014/24], θα πρέπει να είναι δυνατή η επαλήθευση του αποκλεισμού οικονομικού φορέα, η εφαρμογή κριτηρίων επιλογής και ανάθεσης καθώς και η επαλήθευση της συμμόρφωσης με τα έγγραφα της προμήθειας, χωρίς συγκεκριμένη σειρά».
31 Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑582/08, EU:C:2010:286, σημείο 44). Βλ. επίσης, στο δίκαιο προστασίας των καταναλωτών, απόφαση της 8ης Μαΐου 2025, Pielatak (C‑410/23, EU:C:2025:325, σκέψη 38).
32 Απόφαση HSC Baltic (σκέψεις 46 και 47). Βλ. επίσης απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Forposta και ABC Direct Contact (C‑465/11, EU:C:2012:801, σκέψη 31).
33 Βλ. σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Η υπογράμμιση δική μου.
34 Το άρθρο 136, παράγραφος 3, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 προβλέπει ότι «[κ]άθε απόφαση του αρμόδιου διατάκτη […] λαμβάνεται με τρόπο ώστε να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας […]». Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 71 του εν λόγω κανονισμού κατά την οποία, «[ό]ταν ο αρμόδιος διατάκτης αποφασίζει να αποκλείσει πρόσωπο ή οντότητα, ή να επιβάλει χρηματική ποινή σε πρόσωπο ή οντότητα, και να προβεί στη δημοσίευση των σχετικών πληροφοριών, θα πρέπει να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση με την αρχή της αναλογικότητας […]».
35 Βλ., μεταξύ άλλων, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Infraestruturas de Portugal και Futrifer Indústrias Ferroviárias (C‑66/22, EU:C:2023:1016, σκέψεις 77 έως 83).
36 Στο μέτρο που η Επιτροπή υποστηρίζει, εν αντιθέσει προς την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, ότι ο αρμόδιος διατάκτης δεν εξέδωσε την απόφαση περί αποκλεισμού της TP βάσει νόμιμου τεκμηρίου περί ευθύνης, αλλά βασίστηκε σε πραγματικά συμπεράσματα τα οποία μπορούσαν να αντληθούν από τις διαιτητικές αποφάσεις, εκτιμώ ότι η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος δεν εξετάζεται στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων.
37 Απόφαση HSC Baltic (σκέψεις 48 και 49). Η υπογράμμιση δική μου.
38 Βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2021, Klaipėdos regiono atliekų tvarkymo centras (C‑927/19, στο εξής: απόφαση Klaipėdos, EU:C:2021:700, σκέψη 158).
39 Βλ. απόφαση Klaipėdos (σκέψεις 156 και 157). Βλ. επίσης απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Luxone και Sofein (C‑403/23 και C‑404/23, EU:C:2024:805, σκέψεις 65 και 66), σχετικά με τον αποκλεισμό που πλήττει «το σύνολο μιας κοινοπραξίας οικονομικών φορέων όχι για παράβαση καταλογιστέα στο σύνολο των μελών της, αλλά για παράβαση διαπραχθείσα από ένα ή περισσότερα από τα μέλη αυτά και χωρίς ο επικεφαλής της κοινοπραξίας να διαθέτει οποιαδήποτε εξουσία ελέγχου έναντι του οικονομικού φορέα ή των οικονομικών φορέων με τον οποίο ή με τους οποίους σκόπευε να συστήσει μια τέτοια κοινοπραξία».
40 Σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα (self-cleaning) στο πλαίσιο της οδηγίας 2014/24, βλ., μεταξύ άλλων, van Garsse, S., και de Mars, S., «Exclusion and Self-Cleaning in the 2014 Public Sector Directive», σε EU Directive 2014/24 on public procurement: a new turn for competition in public markets?, Marique, Y., και Wauters, K. (επιμ.), Larcier, Βρυξέλλες, 2016, σ. 121 έως 138. Βλ. επίσης Hjelmeng, E., και Søreide, T., «Debarment in public procurement: rationales and realization», σε Integrity and Efficiency in Sustainable Public Contracts, Racca, G. M., και Yukins, C. (επιμ.), Bruylant, Βρυξέλλες, 2014, σ. 215 έως 232.
41 Βλ., κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά διορθωτικά μέτρα, αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2020, Vert Marine (C‑472/19, EU:C:2020:468, σκέψεις 16 και 17), και της 14ης Ιανουαρίου 2021, RTS infra και Aannemingsbedrijf Norré-Behaegel (C‑387/19, EU:C:2021:13, σκέψεις 26 έως 28). Βλ. επίσης απόφαση Klaipėdos (σκέψη 153 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Βλ. σκέψεις 72 και 73 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
43 Πρβλ. αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1987, Maizena κ.λπ. (137/85, EU:C:1987:493, σκέψη 13), και της 27ης Οκτωβρίου 1992, Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑240/90, EU:C:1992:408, σκέψη 25), οι οποίες αφορούσαν κυρώσεις που προβλέπονταν από ρυθμίσεις κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως την κατάπτωση εγγύησης, που επιβάλλεται κατ’ αποκοπήν και ανεξαρτήτως πταίσματος που μπορεί, ενδεχομένως, να καταλογιστεί στον οικείο επιχειρηματία, και τον προσωρινό αποκλεισμό επιχειρηματία από το ευεργέτημα καθεστώτος ενισχύσεων του γεωργικού εισοδήματος, αντιστοίχως. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι ως άνω κυρώσεις δεν είχαν ποινικό χαρακτήρα.
44 Ο αποκλεισμός επιβάλλεται με απόφαση διοικητικού οργάνου (του αρμόδιου διατάκτη), κατόπιν σύστασης διοικητικής επιτροπής. Πρβλ. Potteau, A., «Chronique Finances publiques de l’UE – Les bases de négociation du cadre financier pluriannuel post-Brexit (2021-2027)», RTDEur., αριθ. 2, 2019, σ. 527 έως 536.
45 Βλ. Moderne, F., «Le pouvoir de sanction administrative au confluent du droit interne et des droits européens», RFDA, αριθ. 1, 1997, σ. 1 έως 26· Degoffe, M., «L’ambiguïté de la sanction administrative», AJDA, αριθ. HS, 2001, σ. 27 έως 33· Hardy, G., «Chapitre 2. – Sanction administrative», σε Un droit «administratif» européen, Feilhès, L. (επιμ.), 1η έκδ., Bruylant, Βρυξέλλες, 2022, σ. 51 έως 65, ιδίως σ. 53, αριθ. 97· de Moor-van Vugt, A., «Administrative Sanctions in EU Law», σε Administrative Sanctions in the European Union, Jansen, O. (επιμ.), Larcier, Βρυξέλλες, 2013, σ. 607 έως 639 (βλ., όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, Hofmann, H. C. H., «Book Review: Administrative Sanctions in the European Union», Common Market Law Review, τόμος 52, αριθ. 5, 2015, σ. 1420 και 1421)· Jansen, O., «Chapitre II. Pouvoirs de contrôle et de sanction de la mise en œuvre du droit de l’Union», σε Traité de droit administratif européen, Auby, J.-B., και Dutheil de la Rochère, J., (επιμ.), Bruylant, Βρυξέλλες, 2022, 3η έκδ., σ. 753 έως 797, ιδίως σ. 761.
46 Μεταξύ άλλων, στους τομείς του δικαίου του ανταγωνισμού, της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων, του τραπεζικού δικαίου, των μεταφορών ή της κοινής γεωργικής πολιτικής.
47 Βλ. Caeiro, P., «The influence of the EU on the “blurring” between administrative and criminal law», Do labels still matter? Blurring boundaries between administrative and criminal law. The influence of the EU, Galli, F., και Weyembergh, A. (επιμ.), Éditions de l’Université Libre de Bruxelles, Βρυξέλλες, 2014, σ. 171 έως 190· Weyembergh, A., και Joncheray, N., «Punitive Administrative Sanctions and Procedural Safeguards: A Blurred Picture That Needs to Be Addressed», New Journal of European Criminal Law, τόμος 7, αριθ. 2, 2016, σ. 190 έως 209· Hardy, G., «Chapitre 2. – Sanction administrative», όπ.π., σ. 51 έως 65· Kärner, M., «Procedural Rights in the Outskirts of Criminal Law: European Union Administrative Fines», Human Rights Law Review, αριθ. 4, 2022, σ. 1 έως 24.
48 CE:ECHR:1976:0608JUD000510071(§ 82). Ήτοι, πρώτον, ο νομικός χαρακτηρισμός της παράβασης κατά το εσωτερικό δίκαιο (εν προκειμένω το δίκαιο της Ένωσης, το οποίο πρέπει να εξομοιωθεί, στην υπό κρίση υπόθεση, με το «εσωτερικό δίκαιο», κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ), δεύτερον, η ίδια η φύση της παράβασης και, τρίτον, η σοβαρότητα της κύρωσης που ενδέχεται να επιβληθεί στον παραβάτη.
49 Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Bonda (C‑489/10, EU:C:2012:319, σκέψεις 37 επ.), με την οποία το Δικαστήριο δεν χαρακτήρισε ως ποινική κύρωση μέτρο δυνάμει του οποίου γεωργός απώλεσε το δικαίωμα λήψης ενίσχυσης για το έτος ως προς το οποίο υπέβαλε αναληθή δήλωση περί της εκτάσεως για την οποία μπορούσε να χορηγηθεί η σχετική ενίσχυση.
50 Βλ., κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά σύστημα ενισχύσεων στον τομέα της γεωργίας, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, Käserei Champignon Hofmeister (C‑210/00, EU:C:2002:440, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
51 Βλ. τίτλο του άρθρου 135 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018.
52 Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Bonda (C‑489/10, EU:C:2012:319, σκέψεις 37 επ.).
54 Βλ. σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
55 Βλ. σημεία 59 και 71 των παρουσών προτάσεων.