This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62025CC0041
Opinion of Advocate General Norkus delivered on 4 June 2026.###
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Norkus της 4ης Ιουνίου 2026.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Norkus της 4ης Ιουνίου 2026.
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2026:456
Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
RIMVYDAS NORKUS
της 4ης Ιουνίου 2026 (1)
Υπόθεση C‑41/25
HX, υπό την ιδιότητα του συνδίκου πτωχεύσεως της Orsay GmbH
κατά
Skarb Państwa, Naczelnik II Urzędu Skarbowego Warszawa-Śródmieście
[αίτηση του Bundesgerichtshof
(Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΕ) 2015/848 – Διαδικασίες αφερεγγυότητας – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας – Αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως – Αγωγή ασκηθείσα κατά της φορολογικής αρχής άλλου κράτους μέλους – Αρχή της ετεροδικίας των κρατών »
Περιεχόμενα
I. Εισαγωγή
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το διεθνές δίκαιο
Β. Το δίκαιο της Ένωσης
Γ. Το γερμανικό δίκαιο
III. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
IV. Ανάλυση
Α. Επί του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 2015/848
1. Επί της σχέσεως μεταξύ του κανονισμού 2015/848 και του κανονισμού 1215/2012
2. Επί της εφαρμογής του κανονισμού 2015/848 σε αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως που αφορά τις καταβολές που πραγματοποιήθηκαν σε φορολογική αρχή δυνάμει φορολογικού νόμου
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
Β. Επί των συνεπειών της ενστάσεως ετεροδικίας, που προβλήθηκε κατά της αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως, επί της ασκήσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας του κράτους μέλους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
α) Επί της σχέσεως μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του διεθνούς δικαίου
β) Επί του χαρακτηρισμού, ως πράξης άσκησης δημόσιας εξουσίας, της πράξης στην οποία βασίστηκαν οι καταβολές που αποτελούν αντικείμενο της αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως
2. Επί της υπάρξεως τρόπων διευθέτησης της εφαρμογής της ετεροδικίας εντός της έννομης τάξης της Ένωσης
3. Επί της εφαρμογής των τρόπων διευθέτησης της εφαρμογής της ετεροδικίας εντός της έννομης τάξης της Ένωσης
α) Επί των λόγων που αντλούνται από τον κανονισμό 2015/848
β) Επί των λόγων που αντλούνται από το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης
4. Τελικές παρατηρήσεις
5. Προτεινόμενη απάντηση
V. Πρόταση
I. Εισαγωγή
1. Το αξίωμα «par in parem non habet imperium», ήτοι δεν υπάρχει εξουσία μεταξύ ισοτίμων, εκφράζει την αρχή του διεθνούς εθιμικού δικαίου περί ετεροδικίας. Επιτρέπεται η επίκληση της εν λόγω αρχής με σκοπό τη μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης; Ειδικότερα, μπορεί η αρχή αυτή να προβληθεί με σκοπό τη μη εφαρμογή του παράγωγου δικαίου της Ένωσης, όπως προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/848 (2) που διέπει τη διεθνή δικαιοδοσία στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τις αγωγές που ασκούνται κατά των δημόσιων αρχών κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας; Τα προεκτεθέντα συνοψίζουν την ουσία της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.
2. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να παράσχει διευκρινίσεις όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της αρχής του διεθνούς εθιμικού δικαίου περί ετεροδικίας και πράξης του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου της Ένωσης που εφαρμόζεται στις διασυνοριακές διαδικασίες αφερεγγυότητας, καθώς και να εξετάσει, γενικώς, την έκταση των αρμοδιοτήτων που τα κράτη μέλη έχουν αναθέσει στην Ένωση, μεταξύ άλλων, στον τομέα της πολιτικής για τη δημιουργία χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το διεθνές δίκαιο
3. Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως γίνεται παραπομπή στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί της ασυλίας των κρατών (3). Ορισμένοι μετέχοντες στη διαδικασία παραπέμπουν επίσης στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τη δικαστική ασυλία των κρατών και των περιουσιακών στοιχείων τους (4), από την οποία θα εξετάσω, για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης, τα άρθρα 5 έως 8 (5).
Β. Το δίκαιο της Ένωσης
4. Για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης, κρίσιμες είναι οι ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις και διατάξεις του κανονισμού 2015/848: οι αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 5, 8, 35, 63 και 66, καθώς και το άρθρο 2, σημείο 12, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 7, παράγραφος 1 και το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, το άρθρο 16, το άρθρο 53, το άρθρο 54, παράγραφος 1, και το άρθρο 55, παράγραφος 1.
Γ. Το γερμανικό δίκαιο
5. Το άρθρο 129 του Insolvenzordnung (κώδικα αφερεγγυότητας) φέρει τον τίτλο «Αρχή» και προβλέπει τα εξής:
«1) Ο “Insolvenzverwalter” [σύνδικος πτώχευσης] δύναται να προσβάλει, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 130 έως 146, τις επιβλαβείς για τα συμφέροντα των πιστωτών δικαιοπραξίες οι οποίες καταρτίσθηκαν πριν από την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
2) Οι παραλείψεις λογίζονται ως δικαιοπραξίες.»
6. Το άρθρο 130 του κώδικα αφερεγγυότητας, με τίτλο «Σύμφωνη κάλυψη», ορίζει τα εξής:
«1) Μέσο ένδικης προστασίας μπορεί να ασκηθεί κατά κάθε δικαιοπραξίας με την οποία χορηγήθηκε σε πιστωτή που μετέχει σε διαδικασία αφερεγγυότητας, ή με την οποία πιστωτής που μετέχει σε διαδικασία αφερεγγυότητας μπόρεσε να αποκτήσει, εμπράγματη ασφάλεια ή ικανοποίηση των απαιτήσεών του, εφόσον:
1. η εν λόγω δικαιοπραξία καταρτίστηκε κατά τους τρεις μήνες προ της αιτήσεως κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας και, κατά την ημερομηνία κατάρτισής της, ο οφειλέτης ήταν αφερέγγυος και ο πιστωτής είχε επίγνωση της αφερεγγυότητας· ή
2. η εν λόγω δικαιοπραξία καταρτίστηκε μετά την αίτηση κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας και, κατά την ημερομηνία κατάρτισής της, ο πιστωτής είχε επίγνωση της αφερεγγυότητας ή της αίτησης κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
[…]
2) Η γνώση της αφερεγγυότητας ή της αίτησης κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας ισοδυναμεί με γνώση περιστάσεων από τις οποίες συνάγεται κατ’ ανάγκην η αφερεγγυότητα ή η αίτηση κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
3) Πρόσωπο το οποίο διατηρούσε στενή σχέση με τον οφειλέτη κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας (άρθρο 138) τεκμαίρεται ότι έλαβε γνώση της αφερεγγυότητας ή της αιτήσεως κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
7. Στις 25 Νοεμβρίου 2021 η Orsay GmbH, εταιρία με έδρα τη Γερμανία, υπέβαλε ενώπιον του Amtsgericht Offenburg (ειρηνοδικείου Offenburg, Γερμανία) αίτηση κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας. Με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 2021, η Orsay ενημέρωσε το Δημόσιο Ταμείο της Πολωνίας για την εν λόγω αίτηση.
8. Στις 17 και 24 Δεκεμβρίου 2021 η Orsay κατέβαλε στο Δημόσιο Ταμείο της Πολωνίας ποσά ύψους 2 773 179 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 590 000 ευρώ) και 3 557 487 PLN (περίπου 768 000 ευρώ), αντιστοίχως. Τα εν λόγω ποσά οφείλονταν ως φόρος προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) για τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2021 σε σχέση με αγαθά που εισήχθησαν στην Πολωνία από τρίτες χώρες.
9. Στις 26 Ιανουαρίου 2022 το Amtsgericht Offenburg (ειρηνοδικείο Offenburg) κίνησε τη διαδικασία αφερεγγυότητας της Orsay. Την 1η Νοεμβρίου 2022 το ίδιο δικαστήριο ανέθεσε τη διοίκηση της Orsay στον HX, ως σύνδικο πτώχευσης.
10. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου γερμανικού δικαστηρίου, ο HX άσκησε προσφυγή κατά του Δημόσιου Ταμείου της Πολωνίας με αίτημα τη μερική επιστροφή των ποσών που η Orsay κατέβαλε ως ΦΠΑ μετά την υποβολή της αίτησης κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Κατά τον HX, οι ανωτέρω καταβολές μείωσαν την πτωχευτική περιουσία εις βάρος των λοιπών πιστωτών της Orsay. Επομένως, τα καταβληθέντα ποσά έπρεπε να επιστραφούν και να ενσωματωθούν εκ νέου στην πτωχευτική περιουσία.
11. Εντούτοις, υπό το πρίσμα της ένστασης ετεροδικίας που το Δημόσιο Ταμείο της Πολωνίας προέβαλε ενώπιόν τους, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εφετείο έκριναν ότι η προσφυγή ήταν απαράδεκτη διότι τα γερμανικά δικαστήρια στερούνταν διεθνούς δικαιοδοσίας για να αποφανθούν επ’ αυτής λόγω της ετεροδικίας που απολαύει το Δημόσιο Ταμείο της Πολωνίας. Ο HX άσκησε αναίρεση (Revision) ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
12. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία του να επιληφθεί αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως ασκηθείσας κατά πολωνικής φορολογικής αρχής. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει την αρχή του διεθνούς εθιμικού δικαίου κατά την οποία ένα κράτος δεν υπόκειται στη διεθνή δικαιοδοσία άλλου κράτους, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση πράξεων άσκησης δημόσιας εξουσίας (jure imperii) οι οποίες εμπίπτουν στην κυριαρχία άλλου κράτους. Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει επίσης ότι, κατά τη νομολογία του, η παραίτηση από την ετεροδικία του κράτους είναι δυνατή μέσω διεθνούς συνθήκης, σύμβασης ιδιωτικού δικαίου ή ακόμη μέσω ρητής δήλωσης στο πλαίσιο ειδικής ένδικης διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο κανονισμός 2015/848 δεν υπερισχύει, όμως, των ανωτέρω γενικών κανόνων του διεθνούς δικαίου. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848 προβλέπει σιωπηρή παραίτηση των κρατών μελών από την ετεροδικία τους στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας και των διαδικασιών που συνδέονται στενά με αυτές, όπως είναι οι αγωγές πτωχευτικής ανακλήσεως.
13. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του [κανονισμού 2015/848] την έννοια ότι, λαμβανομένης υπόψη της αναγνώρισης αλλοδαπών διαδικασιών αφερεγγυότητας, περιέχει σιωπηρή παραίτηση των κρατών μελών […] από την αρχή της ετεροδικίας των κρατών όσον αφορά αγωγές με τις οποίες ο σύνδικος πτώχευσης προβάλλει, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο αφερεγγυότητας, ότι νομικές πράξεις έναντι κράτους μέλους υπόκεινται σε ανάκληση για τον λόγο ότι βλάπτουν το σύνολο των πιστωτών;»
14. Η διάταξη περί παραπομπής περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Ιανουαρίου 2025. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Αυστριακή, η Ιταλική και η Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Φεβρουαρίου 2026, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους οι εκπρόσωποι των ανωτέρω μετεχόντων στη διαδικασία καθώς και της Ισπανικής και της Γαλλικής Κυβέρνησης.
IV. Ανάλυση
15. Με το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848 έχει την έννοια ότι περιέχει σιωπηρή παραίτηση των κρατών μελών από την αρχή της ετεροδικίας όσον αφορά αγωγές όπως είναι η αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως.
16. Με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, οι μετέχοντες στη διαδικασία διαφωνούν όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα.
17. Προτού εξετάσω το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, υπενθυμίζω ότι η ιδιαιτερότητα της υπό κρίση υπόθεσης έγκειται στις περιστάσεις της, οι οποίες σχετίζονται, αφενός, με τη βάση της απαίτησης την οποία ο οφειλέτης κατέβαλε μετά την υποβολή της αίτησης κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ήτοι απαίτησης που σχετίζεται με την καταβολή φόρων, και, αφετέρου, με την ιδιότητα του πιστωτή, μετέπειτα εναγομένου της κύριας δίκης, ήτοι φορολογικής αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (6).
18. Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, θα εξετάσω, πρώτον, όλες τις αμφιβολίες που σχετίζονται με την εφαρμογή του κανονισμού 2015/848 στην αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως που ασκείται κατά φορολογικής αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ειδικότερα, θα καταδείξω ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού έχει όντως εφαρμογή στην προμνησθείσα αγωγή. Δεύτερον, θα εξετάσω τις συνέπειες της ένστασης ετεροδικίας, που προβλήθηκε κατά της αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως, επί της ασκήσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας του κράτους μέλους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ειδικότερα, θα υπενθυμίσω τη σχέση του δικαίου της Ένωσης με το διεθνές δίκαιο για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως αφορά τις καταβολές που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει πράξης άσκησης δημόσιας εξουσίας. Στο πλαίσιο αυτό, θα εκθέσω όχι μόνον τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι η εφαρμογή της αρχής της ετεροδικίας μπορεί να διευθετηθεί εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, αλλά και τους λόγους που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τέτοια διευθέτηση προβλέπεται στο πλαίσιο του κανονισμού 2015/848.
Α. Επί του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 2015/848
19. Όπως επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2015/848, καθότι προσκρούει στα όρια που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 (7), τα οποία εφαρμόζονται, κατ’ αυτήν, και στον κανονισμό 2015/848, διότι ο κανονισμός 1215/2012 είναι γενικός κανονισμός. Επιπλέον, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας αφορούν τις φορολογικές αρχές μόνον στο μέτρο που είναι οι πιστωτές.
20. Συναφώς, θα πρέπει να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, η σχέση μεταξύ του κανονισμού 2015/848 και του κανονισμού 1215/2012 και, ειδικότερα, το ζήτημα του αν τα όρια του πεδίου εφαρμογής που προβλέπονται στον κανονισμό 1215/2012 έχουν εφαρμογή στον κανονισμό 2015/848 και, εν συνεχεία, αν η επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δεύτερου αυτού κανονισμού.
1. Επί της σχέσεως μεταξύ του κανονισμού 2015/848 και του κανονισμού 1215/2012
21. Εξυπακούεται ότι, εάν ο κανονισμός 2015/848, του οποίου την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο, δεν έχει εφαρμογή στην αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως που σύνδικος πτώχευσης ασκεί σε κράτος μέλος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά της φορολογικής αρχής άλλου κράτους μέλους, δεν θα συντρέχει λόγος να εξεταστεί αν η εν λόγω φορολογική αρχή μπορεί να αντιτάξει την ετεροδικία της στην άσκηση, από το αιτούν δικαστήριο, της διεθνούς δικαιοδοσίας του. Εντούτοις, όπως θα εκθέσω εν συνεχεία, δεν συμμερίζομαι τις επιφυλάξεις που διατύπωσε η Ιταλική Κυβέρνηση σχετικά με την αδυναμία εφαρμογής του κανονισμού 2015/848 στην επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση.
22. Φρονώ ότι το ζήτημα της σχέσης μεταξύ του κανονισμού 2015/848 και του κανονισμού 1215/2012 ρυθμίζεται ρητώς από τους εν λόγω κανονισμούς και από τη σχετική νομολογία. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο του 1, παράγραφος 1, ο κανονισμός 1215/2012 εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Από το πεδίο εφαρμογής του εξαιρούνται οι φορολογικές, τελωνειακές και διοικητικές υποθέσεις καθώς και η ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta jure imperii). Επιπλέον, κατά το άρθρο του 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, από το πεδίο εφαρμογής του εξαιρούνται ρητώς οι πτωχεύσεις, οι διαδικασίες λύσης και εκκαθάρισης αφερέγγυων επιχειρήσεων ή άλλων νομικών προσώπων, οι δικαστικοί συμβιβασμοί, οι πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες. Αντιθέτως, οι ανωτέρω διαδικασίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2015/848, όπως προβλέπεται στο άρθρο του 1, παράγραφος 1, το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής».
23. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η προμνησθείσα εξαίρεση προέκυπτε, όσον αφορά τους συγκεκριμένους τομείς, από τη Σύμβαση των Βρυξελλών (8) και τους μεταγενέστερους κανονισμούς που τη διαδέχθηκαν, ήτοι τον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 (9) και τον κανονισμό 1215/2012, ο οποίος ισχύει επί του παρόντος, και, όσον αφορά τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, από τον κανονισμό (ΕΚ) 1346/2000 (10), τον οποίο αντικατέστησε και κατάργησε ο κανονισμός 2015/848.
24. Επιπλέον, στην έκθεση Virgós/Schmit (11) υπογραμμίζεται ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας, η οποία είναι συλλογική αγωγή, απαιτεί οι νομικές καταστάσεις να καθορίζονται με σαφήνεια, όπερ μπορεί να εξακριβωθεί μόνον μέσω νομικής πράξης που καταρτίζεται μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών μελών (12). Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού και εξαιρετικού χαρακτήρα των κανόνων περί αφερεγγυότητας σε σχέση με τους κοινούς κανόνες του αστικού και του εμπορικού δικαίου, είναι απολύτως εύλογο οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σχετικά με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας και οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις να οριοθετούνται με σαφήνεια.
25. Επομένως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει κατ’ ουσίαν ότι τα νομοθετήματα σχετικά με τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας, αφενός, σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και, αφετέρου, σε διαδικασίες αφερεγγυότητας, πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε να αποτρέπεται οποιαδήποτε επικάλυψη μεταξύ των κανόνων δικαίου που αυτά προβλέπουν και οποιοδήποτε κενό δικαίου (13). Συγκεκριμένα, οι αγωγές οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί διεθνούς δικαιοδοσίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία σε διαδικασίες αφερεγγυότητας. Αντιστρόφως, οι αγωγές οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία σε διαδικασίες αφερεγγυότητας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί διεθνούς δικαιοδοσίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (14), εφόσον ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή (15).
26. Η ανωτέρω λύση κωδικοποιήθηκε με την αναδιατύπωση που πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/848, ο οποίος, πέραν της οριοθέτησης των κανονιστικών πεδίων εφαρμογής, αφενός, των διαδικασιών αφερεγγυότητας και, αφετέρου, των αστικών και εμπορικών υποθέσεων, προβλέπει πλέον ρητώς ότι, κατά την ερμηνεία του κανονισμού 2015/848, θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να αποφεύγονται τα κανονιστικά κενά μεταξύ του κανονισμού αυτού και του κανονισμού 1215/2012 (16). Επομένως, κατά λογική συνέπεια, τα όρια σχετικά με τους τομείς που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1215/2012, τα οποία υπομνήσθηκαν στο σημείο 22 των παρουσών προτάσεων, δεν θα πρέπει να εφαρμοστούν στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 2015/848.
27. Εν πάση περιπτώσει, για την εφαρμογή του ανωτέρω συμπεράσματος, πρέπει να εξακριβωθεί αν η επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση εμπίπτει όντως στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2015/848.
2. Επί της εφαρμογής του κανονισμού 2015/848 σε αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως που αφορά τις καταβολές που πραγματοποιήθηκαν σε φορολογική αρχή δυνάμει φορολογικού νόμου
28. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848, το οποίο αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας να επιληφθούν αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως, το κρίσιμο διττό κριτήριο για την υπαγωγή της αγωγής στο πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου κανονισμού είναι η νομική βάση της αγωγής αυτής και το πόσο στενή είναι η σχέση μεταξύ της αγωγής και της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ώστε τα δικαστήρια του κράτους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας να έχουν διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγής που απορρέει άμεσα από διαδικασία αφερεγγυότητας και έχει στενή σχέση με αυτήν (17).
29. Με άλλα λόγια, ουδόλως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848, ερμηνευομένου σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, ότι, για τον σκοπό του καθορισμού του πεδίου εφαρμογής του, είναι κρίσιμες οι περιστάσεις του ευρύτερου πλαισίου ως έχουν στην υπόθεση της κύριας δίκης, ήτοι οι περιστάσεις που σχετίζονται με τη βάση της εξοφληθείσας απαίτησης (απαίτηση που σχετίζεται με την καταβολή φόρων) ή ακόμη με την ιδιότητα του πιστωτή (φορολογική αρχή, εναγομένη της κύριας δίκης) (18). Δεν αμφισβητείται, όμως, ότι η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά αγωγή που απορρέει άμεσα από διαδικασία αφερεγγυότητας, η δε αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως είναι το μόνο παράδειγμα τέτοιας αγωγής που μνημονεύεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848. Επομένως, η συγκεκριμένη αγωγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2015/848.
30. Φρονώ ότι το ανωτέρω συμπέρασμα επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η επίμαχη διάταξη και από τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 2015/848.
31. Υπενθυμίζεται ότι οι αγωγές πτωχευτικής ανακλήσεως περιλαμβάνουν ευρύ φάσμα αγωγών οι οποίες, στηριζόμενες στην αφερεγγυότητα του οφειλέτη, σκοπούν τη διάρρηξη συναλλαγών και πράξεων που τελέστηκαν από τον οφειλέτη και προς όφελός του. Είναι αληθές ότι οι εν λόγω συναλλαγές και πράξεις, αστικής ή εμπορικής φύσεως, κατέχουν σημαντική θέση στη ζωή του οφειλέτη και, επομένως, επηρεάζουν τα ταμειακά διαθέσιμά του και ενδέχεται να έχουν συνέπειες όταν ο οφειλέτης καθίσταται αφερέγγυος. Εντούτοις, δεδομένου ότι ασκούν αστικές και εμπορικές δραστηριότητες, οι οφειλέτες υπέχουν επίσης διάφορες ευρύτερες υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων φορολογικής φύσεως. Επομένως, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ότι, πέραν των απαιτήσεων που συνδέονται με συναλλαγές και πράξεις αστικής και εμπορικής φύσεως, οι απαιτήσεις που απορρέουν από άλλες υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων φορολογικής φύσεως, εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2015/848 όταν αποτελούν αντικείμενο αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως.
32. Συναφώς, στο άρθρο 2, σημείο 12, του κανονισμού 2015/848, στο οποίο παρέχεται ο ορισμός του «πιστωτή», προβλέπεται ρητώς ότι η έννοια αυτή περιλαμβάνει τις φορολογικές αρχές των κρατών μελών πλην του κράτους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Είναι αληθές ότι, στον εν λόγω κανονισμό, ο ανωτέρω ορισμός χρησιμοποιείται στις διατάξεις που πραγματεύονται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα αναγγελίας των απαιτήσεων και, επομένως, αφορούν περιπτώσεις διαφορετικές από την περίπτωση της πολωνικής φορολογικής αρχής στην υπόθεση της κύριας δίκης. Φρονώ, εντούτοις, ότι η διαφοροποίηση της εφαρμογής των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας στις διαδικασίες αφερεγγυότητας αναλόγως της ιδιότητας των πιστωτών στη δίκη ενώπιον δικαστηρίου ή ακόμη αναλόγως του δικαιώματος που ασκούν οι εν λόγω πιστωτές, ήτοι του δικαιώματος αναγγελίας απαιτήσεων ή του δικαιώματος άμυνας όταν τους ζητείται να επιστρέψουν τις απαιτήσεις που κατέβαλε ο οφειλέτης χωρίς δικαίωμα διαχείρισης, δεν αποτελεί κρίσιμο κριτήριο (19).
33. Επιπλέον, φρονώ ότι οι σκοποί που επιδιώκονται από τον κανονισμό 2015/848 αντιτίθενται στον αποκλεισμό της εφαρμογής του άρθρου του 6, παράγραφος 1, σε περίπτωση αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως ασκηθείσας κατά φορολογικής αρχής με σκοπό την ανάκτηση των καταβληθέντων ποσών ΦΠΑ, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή αυτή θα εξαρτιόταν από το κριτήριο σχετικά με την ιδιότητα των πιστωτών ή από το δικαίωμα που ασκούν οι πιστωτές. Συγκεκριμένα, ο επίμαχος κανονισμός διασφαλίζει την αποτελεσματική διαχείριση των διαδικασιών αφερεγγυότητας (20), προς όφελος της ομάδας των πιστωτών (21), και προάγει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών (22). Οι ανωτέρω σκοποί δεν θα μπορούν να επιτευχθούν, όμως, εάν το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς διαφοροποιείται βάσει του προμνησθέντος κριτηρίου.
34. Τέλος, οι σκοποί της προβλεψιμότητας της διεθνούς δικαιοδοσίας στον τομέα της αφερεγγυότητας και, επομένως, της ασφάλειας δικαίου συνηγορούν υπέρ ερμηνείας κατά την οποία ο κανονισμός 2015/848 τυγχάνει εφαρμογής όταν αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως ασκείται στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας και στρέφεται κατά εναγομένου ο οποίος είναι φορολογική αρχή κράτους διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Συγκεκριμένα, η εναρμόνιση, εντός της Ένωσης, των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που εφαρμόζονται στις αγωγές πτωχευτικής ανακλήσεως που ασκούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών αυτών (23), θα μπορούσε να παρακωλυθεί σε περίπτωση διαφοροποιημένης εφαρμογής του προβλεπόμενου από τον εν λόγω κανονισμό νομικού καθεστώτος αναλόγως της φύσης της απαίτησης που σχετίζεται με την καταβολή φόρων και της ιδιότητας του πιστωτή.
35. Κατά συνέπεια, η εξαίρεση, από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2015/848, αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως που ασκείται κατά φορολογικής αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας θα ισοδυναμούσε με αδικαιολόγητο περιορισμό της εμβέλειας του εν λόγω κανονισμού και θα ήταν αντίθετη προς τους σκοπούς που επιδιώκονται με αυτόν.
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
36. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω παρατηρήσεων, εκτιμώ, αφενός, ότι τα όρια που προβλέπονται στον κανονισμό 1215/2012 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις διαδικασίες αφερεγγυότητας οι οποίες διέπονται από τους κανόνες με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις από τους κανόνες που εφαρμόζονται στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις και οι οποίες προβλέπονται στον κανονισμό 2015/848. Αφετέρου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848 εφαρμόζεται όταν η αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως αφορά καταβολή πραγματοποιηθείσα σε φορολογική αρχή κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
37. Λαμβανομένου υπόψη του ανωτέρω συμπεράσματος, θα εξετάσω, εν συνεχεία, την εμβέλεια της ετεροδικίας στην έννομη τάξη της Ένωσης και τη σχέση της με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848, προκειμένου να εξακριβωθεί αν η ετεροδικία εμποδίζει την άσκηση, από το αιτούν δικαστήριο, της διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται από τον εν λόγω κανονισμό.
Β. Επί των συνεπειών της ενστάσεως ετεροδικίας, που προβλήθηκε κατά της αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως, επί της ασκήσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας του κράτους μέλους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας
38. Προκειμένου να απαντηθεί το προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να εξετάσω την ύπαρξη τρόπων παραίτησης από την ετεροδικία εντός της έννομης τάξης της Ένωσης και τις συνέπειές τους. Προς τούτο, θα πρέπει να συνεκτιμήσω πλείονες παραμέτρους του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες ανάγονται τόσο στο πρωτογενές δίκαιο όσο στον κανονισμό 2015/848, αφού διατυπώσω ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
39. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθούν κατ’ αρχάς ο τρόπος με τον οποίο το δίκαιο της Ένωσης προσεγγίζει το γενικό διεθνές δίκαιο, υπό την εθιμική μορφή του (24), και οι ιδιαιτερότητες του δικαίου της Ένωσης. Εν συνεχεία, πρέπει να παρασχεθούν διευκρινίσεις σχετικά με τον χαρακτηρισμό της πράξης στην οποία βασίζονται οι πληρωμές που ο σύνδικος πτώχευσης επιδιώκει να ανακτήσει με την αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως.
α) Επί της σχέσεως μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του διεθνούς δικαίου
40. Υπενθυμίζεται ότι η Ένωση είναι υποκείμενο διεθνούς δικαίου και ότι, ως εκ τούτου, έχει διεθνή δικαιώματα και υπέχει διεθνείς υποχρεώσεις. Ειδικότερα, η Ένωση οφείλει να σέβεται το γενικό διεθνές δίκαιο, του οποίου αποτελεί μέρος. Επιπλέον, η Ένωση πρέπει να διασφαλίζει για τα μέλη της την τήρηση των διεθνών κανόνων ώστε να μην τα αναγκάζει να παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από πράξεις κωδικοποίησης στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη (25).
41. Συναφώς, το άρθρο 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ, το οποίο κωδικοποιεί πλέον τη νομολογία του Δικαστηρίου (26), ορίζει ότι, στις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο, η Ένωση συμβάλλει στην αυστηρή τήρηση και ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου. Κατά συνέπεια, όταν εκδίδει μια πράξη, οφείλει να τηρεί το διεθνές δίκαιο στο σύνολό του, περιλαμβανομένου του εθιμικού διεθνούς δικαίου που δεσμεύει τα θεσμικά όργανα της Ένωσης (27).
42. Τούτου λεχθέντος, η Ένωση, η οποία διαθέτει, βεβαίως, τα στοιχεία που προσδίδουν στους διεθνείς οργανισμούς την ιδιότητά τους, λόγω της συμβατικής ίδρυσης, της διεθνούς νομικής προσωπικότητας, της κρατικής σύνθεσης, του ορισμού των αρμοδιοτήτων ή ακόμη της διεθνούς δράσης της, είναι ένα μοναδικό υποκείμενο διεθνούς δικαίου, το οποίο χαρακτηρίζεται από την ιδιαιτερότητά του που το διακρίνει από έναν απλό διεθνή οργανισμό, χωρίς εντούτοις να συνιστά κράτος (28).
43. Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι οι ιδρυτικές Συνθήκες της Ένωσης (29) της προσέδωσαν μια νέα αυτόνομη έννομη τάξη, της οποίας την τήρηση οφείλει να διασφαλίζει (30). Η αυτονομία του δικαίου της Ένωσης, έναντι τόσο του δικαίου των κρατών μελών όσο και του διεθνούς δικαίου, δικαιολογείται λόγω των ουσιωδών χαρακτηριστικών της Ένωσης και του δικαίου της, που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη συνταγματική δομή της Ένωσης καθώς και αυτήν καθεαυτήν τη φύση του εν λόγω δικαίου. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικαίου της Ένωσης είναι, ειδικότερα, η προέλευσή του από αυτόνομη πηγή δικαίου την οποία αποτελούν οι Συνθήκες, η υπεροχή του έναντι του δικαίου των κρατών μελών, καθώς και το άμεσο αποτέλεσμα πλήθους διατάξεων που εφαρμόζονται στους πολίτες των κρατών μελών και στα ίδια τα κράτη μέλη. Βάσει των ανωτέρω χαρακτηριστικών έχει διαμορφωθεί ένα συγκροτημένο πλέγμα αρχών, κανόνων και εννόμων σχέσεων που τελούν σε αλληλεξάρτηση μεταξύ τους και δεσμεύουν αμοιβαία την Ένωση και τα κράτη μέλη της, καθώς και τα κράτη μέλη μεταξύ τους (31).
44. Η αυτονομία αυτή, η οποία αποτελεί πρωτίστως γνώρισμα των σχέσεων μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και του δικαίου των κρατών μελών (32), έχει επίσης σημαντικές συνέπειες επί της αντίληψης των εννόμων σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών εντός της Ένωσης και, εν τέλει, επί του συμπεράσματος που πρέπει να συναχθεί όσον αφορά τις συνέπειες της σχέσης μεταξύ του διεθνούς εθιμικού δικαίου και του δικαίου της Ένωσης επί των εν λόγω εννόμων σχέσεων. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη της Ένωσης υπέχουν υποχρεώσεις από την άποψη τόσο της έννομης τάξης της Ένωσης όσο και της έννομης τάξης του διεθνούς δικαίου.
45. Συναφώς, έχουν ήδη αναγνωριστεί η ύπαρξη ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ των υποχρεώσεων της Ένωσης, αφενός, να σέβεται το διεθνές δίκαιο και, αφετέρου, να διασφαλίζει την αυτοτέλειά της ή ακόμη η σημασία που έχει η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ της διασφάλισης της συνταγματικής ταυτότητας της Ένωσης και της εγγύησης ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν θα καταστεί εχθρικό προς τη διεθνή κοινότητα, αλλά θα αποτελεί ενεργητικό στοιχείο αυτής (33). Επομένως, προκειμένου να διασφαλίζεται η αρμονική συνύπαρξη των υποχρεώσεων και των κανόνων που απορρέουν από δύο διαφορετικές έννομες τάξεις, το δίκαιο της Ένωσης ή το διεθνές δίκαιο και, ειδικότερα, το διεθνές εθιμικό δίκαιο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς αποφυγή των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται στην έτερη έννομη τάξη.
46. Γενικώς, το διεθνές έθιμο μπορεί να οριστεί ως μια «κανονιστική διαδικασία η οποία καταλήγει στη δημιουργία κανόνα διεθνούς δικαίου, που είναι αρχικώς άγραφος. […] [Τ]ο έθιμο είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού μιας πραγματικής πρακτικής και της αποδοχής, από τα κράτη, του νομικού –και, επομένως, δεσμευτικού– χαρακτήρα των συμπεριφορών που συνιστούν τέτοια πρακτική (opinio juris sive necessitatis)» (34). Επομένως, το έθιμο είναι ένα ιδιαίτερο δημιούργημα, στο μέτρο που η ύπαρξή του δεν εξαρτάται από τη συναίνεση των αποδεκτών του (35). Παρέκκλιση από το διεθνές έθιμο νοείται μόνον στο πλαίσιο των σχέσεων inter partes, διότι, λόγω της καθολικής εφαρμογής του, το έθιμο αυτό εξακολουθεί να δεσμεύει τους τρίτους που δεν συμφώνησαν στην εφαρμογή διαφορετικού κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου (36).
47. Όσον αφορά, ειδικότερα, την ετεροδικία, υπενθυμίζεται ότι κατοχυρώνεται στο διεθνές εθιμικό δίκαιο και προστατεύει τα κράτη από την άσκηση μέσων ένδικης προστασίας εναντίον τους ενώπιον αλλοδαπών δικαστηρίων. Υπό το πρίσμα της διεθνούς πρακτικής, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ετεροδικία, η οποία βασίζεται στην αρχή «par in parem non habet imperium», κατά την οποία ένα κράτος δεν μπορεί να υπαχθεί στη δικαιοδοσία άλλου κράτους, δεν έχει απόλυτη αξία. Συγκεκριμένα, η ετεροδικία γίνεται δεκτή αναλόγως της φύσεως των τελεσθεισών πράξεων. Συγκεκριμένα, η ετεροδικία μπορεί να αποκλειστεί εάν το ένδικο βοήθημα αφορά πράξεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, ήτοι πράξεις τελούμενες jure gestionis, ενώ γίνεται κατά κανόνα δεκτή όταν η ένδικη διαφορά αφορά πράξεις εθνικής κυριαρχίας τελούμενες jure imperii. Η ανωτέρω ερμηνεία του περιεχομένου της αρχής της ετεροδικίας απορρέει από την πάγια νομολογία (37).
48. Μετά τις ανωτέρω διευκρινίσεις, πρέπει να αποσαφηνιστούν ορισμένα ζητήματα σχετικά με τον χαρακτηρισμό της πράξης στην οποία βασίστηκαν οι καταβολές που ο σύνδικος πτώχευσης επιδιώκει να ανακτήσει στην υπόθεση της κύριας δίκης και σχετικά με τις συνέπειες που προκύπτουν για τον χειρισμό του ζητήματος που ανέκυψε στην υπό κρίση υπόθεση.
β) Επί του χαρακτηρισμού, ως πράξης άσκησης δημόσιας εξουσίας, της πράξης στην οποία βασίστηκαν οι καταβολές που αποτελούν αντικείμενο της αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως
49. Όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η ετεροδικία είναι αντιτάξιμη μόνον σε περίπτωση πράξης άσκησης δημόσιας εξουσίας.
50. Συναφώς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως και το δικαίωμα επιστροφής που ασκείται στο πλαίσιό της εμπίπτουν στους κανόνες περί αφερεγγυότητας. Δεν χωρεί επίσης αμφιβολία ότι οι καταβολές ΦΠΑ στη φορολογική αρχή, των οποίων την ανάκτηση αξιώνει ο σύνδικος πτώχευσης, βασίζονταν σε φορολογική νομοθεσία κράτους μέλους της Ένωσης διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Είναι, όμως, πασίδηλο ότι η ικανότητα επιβολής και είσπραξης φόρου, ειδικότερα του ΦΠΑ, εμπίπτει κατ’ εξοχήν στις κυριαρχικές εξουσίες του κράτους. Η δημόσια αρχή ασκεί τέτοιες εξουσίες με σκοπό την οργάνωση των φορολογικών εσόδων, από τα οποία εξαρτώνται κατά κανόνα τα δημόσια οικονομικά. Τούτο είναι το σημείο σύγκλισης, στην υπό κρίση υπόθεση, των δύο εννόμων σχέσεων, υπό την έννοια ότι, με την αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως, επιδιώκεται η ανάκτηση των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει πράξης άσκησης δημόσιας εξουσίας.
51. Το αιτούν δικαστήριο εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου, στη θέση μέρους της γερμανικής θεωρίας, την οποία δεν συμμερίζεται το ίδιο, αλλά κατά την οποία, σε περίπτωση αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως που ασκείται σε σχέση με καταβολή πραγματοποιηθείσα δυνάμει του φορολογικού δικαίου, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν υφίσταται πράξη άσκησης δημόσιας εξουσίας. Κατ’ ουσίαν, η αξίωση απόδοσης της παροχής στο πλαίσιο πτωχευτικής ανακλήσεως δεν απορρέει από την προηγούμενη έννομη σχέση μεταξύ του πτωχεύσαντος οφειλέτη και του εναγομένου της σχετικής αγωγής.
52. Εκτιμώ εντούτοις ότι το ανωτέρω συμπέρασμα αναιρείται από την εφαρμογή των κριτηρίων που έχουν διαμορφωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία υπομνήσθηκε στο σημείο 47 των παρουσών προτάσεων. Συγκεκριμένα, το καθοριστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πράξης είναι η πηγή της αξίωσης του ενάγοντος. Ειδικότερα, πρέπει να εξακριβωθεί αν η εν λόγω αξίωση απορρέει από πράξη άσκησης δημόσιας εξουσίας. Αντιθέτως, η φύση της αγωγής που ασκεί ο ενάγων είναι αλυσιτελής για τους σκοπούς του εν λόγω χαρακτηρισμού. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αγωγή η οποία σκοπούσε την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω της υλικής ζημίας και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες –ήτοι μια κατ’ εξοχήν αστικής φύσεως αγωγή– δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης των Βρυξελλών, ακριβώς διότι στρεφόταν κατά πράξης άσκησης δημόσιας εξουσίας (38).
53. Φρονώ ότι η ανωτέρω νομολογία μπορεί κάλλιστα να εφαρμοστεί στην επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση. Συγκεκριμένα, για τον χαρακτηρισμό πράξης ως τελούμενης jure imperii ή jure gestionis (39) δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η φύση του δικαιώματος που ασκείται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ούτε η φύση μιας αγωγής που ασκείται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αλλά η φύση της πράξης της οποίας η ανάκληση επιδιώκεται.
54. Συναφώς, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι το υποστατό της φορολογικής οφειλής και, γενικότερα, η κρατική δικαιοδοσία καθορισμού του ύψους της εν λόγω οφειλής δεν επηρεάζονται από αγωγή όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη. Συγκεκριμένα, τα δικαστήρια του κράτους μέλους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν εξετάζουν τη νομιμότητα του φόρου, η οποία είναι αλυσιτελής στο πλαίσιο των αγωγών πτωχευτικής ανακλήσεως. Εντούτοις, η άσκηση της εν λόγω δικαιοδοσίας εξαρτάται από το δίκαιο του κράτους μέλους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας το οποίο καθορίζει, επομένως, το χρονικό σημείο κατά το οποίο η άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής μπορεί να παραγάγει τα αποτελέσματά της. Μόνον υπ’ αυτή την έννοια μπορεί η φορολογική αρχή άλλου κράτους μέλους να διαταχθεί να επιστρέψει ποσά που εισέπραξε κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας της.
55. Θα ήταν, επομένως, αν μη τι άλλο, επίπλαστη η επικέντρωση στη φύση του δικαιώματος που ασκείται στο πλαίσιο της αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως ή ακόμη στη φύση της ίδιας της αγωγής, με σκοπό να παραβλεφθεί η πραγματική φύση της πράξης της οποίας η ανάκληση επιδιώκεται, ήτοι, εν προκειμένω, της είσπραξης του ΦΠΑ. Η αποδοχή διαφορετικής θεώρησης θα είχε επίσης ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενες συνέπειες στην εμβέλεια της αρχής της ετεροδικίας εντός της έννομης τάξης της Ένωσης.
56. Αφενός, θα υπήρχε κίνδυνος η διαφοροποίηση μεταξύ πράξεων τελουμένων jure imperii ή jure gestionis να καταστεί άνευ αντικειμένου και να λαμβάνεται πλέον υπόψη η φύση του ασκούμενου δικαιώματος ή της ασκούμενης κατά τέτοιων πράξεων αγωγής. Ειδικότερα, η πρωτοφανής παρέκκλιση, στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας, από την καθιερωμένη πρακτική για τον χαρακτηρισμό των εν λόγω πράξεων, θα επισκίαζε, από νομικής απόψεως, το ίδιο το κράτος που προβάλλει την ένσταση ετεροδικίας (40). Αφετέρου, τέτοιο συμπέρασμα θα δημιουργούσε επίσης ανασφάλεια δικαίου, καθότι ο χαρακτηρισμός πράξεων ως τελουμένων jure imperii ή jure gestionis θα μπορούσε να διαφέρει αναλόγως του τομέα τον οποίο αφορούν (41).
57. Μετά την ανωτέρω διευκρίνιση, διαπιστώνεται ότι εάν, στην υπό κρίση υπόθεση, εφαρμοστεί η πρακτική που συνίσταται στη διαφοροποίηση μεταξύ πράξεων τελουμένων jure imperii και jure gestionis, η ανάλυση θα πρέπει να σταματήσει στο συμπέρασμα ότι η ετεροδικία εμποδίζει την άσκηση, από το αιτούν δικαστήριο, της διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται από τον κανονισμό 2015/848, καθότι οι καταβολές των οποίων την ανάκληση επιδιώκει ο σύνδικος πτώχευσης υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας πραγματοποιήθηκαν δυνάμει πράξης τελούμενης jure imperii και εκδοθείσας από κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Εκτιμώ, εντούτοις, ότι, για τους λόγους που θα εκθέσω εν συνεχεία, η επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση είναι σαφώς πιο περίπλοκη, με αποτέλεσμα ο χαρακτηρισμός πράξης ως τελούμενης jure imperii να μη μπορεί να οδηγήσει αυτομάτως στον αποκλεισμό της άσκησης της διεθνούς δικαιοδοσίας του αιτούντος δικαστηρίου.
58. Στην ανάλυση που ακολουθεί θα εξετάσω, κατ’ αρχάς, την ύπαρξη τρόπων διευθέτησης της εφαρμογής της ετεροδικίας εντός της έννομης τάξης της Ένωσης και, εν συνεχεία, την ενδεχόμενη εφαρμογή τους στην επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση.
2. Επί της υπάρξεως τρόπων διευθέτησης της εφαρμογής της ετεροδικίας εντός της έννομης τάξης της Ένωσης
59. Δεν αμφισβητείται ότι, στο διεθνές εθιμικό δίκαιο, υπάρχουν τρεις τρόποι ρητής παραίτησης από την ετεροδικία, οι οποίοι μπορούν να προκύπτουν από διεθνή συμφωνία, γραπτή σύμβαση ή δήλωση ενώπιον δικαστηρίου ή κοινοποίηση στο πλαίσιο καθορισμένης διαδικασίας. Δεν αμφισβητείται επίσης, στο πλαίσιο πάντοτε του διεθνούς εθιμικού δικαίου, ότι η εν λόγω παραίτηση μπορεί να είναι σιωπηρή εάν μπορεί να συναχθεί από διεθνή συμφωνία ή συνθήκη.
60. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρείχαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση οι κυβερνήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία κρατών μελών, στην έννομη τάξη της Ένωσης, μπορεί να ισχύει μόνον ρητή παραίτηση από την ετεροδικία, βάσει δήλωσης των οικείων κρατών μελών. Επομένως, τέτοια παραίτηση δεν μπορεί να περιέχεται σε πράξη παράγωγου δικαίου ούτε μπορεί να είναι σιωπηρή. Συγκεκριμένα, η Ένωση, η οποία διαθέτει νομική προσωπικότητα, δεν διαθέτει γενική αρμοδιότητα παραίτησης από την ετεροδικία αντί των κρατών μελών.
61. Συναφώς, πρώτον, υπενθυμίζεται ότι η Ένωση είναι δημιούργημα των κρατών μελών της. Απορρέει από τη βούλησή τους, η οποία δηλώθηκε με τις δεσμευτικές συμφωνίες τις οποίες συνήψαν τα κράτη μέλη, ήτοι επί του παρόντος τη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, με τις οποίες καθορίζονται οι στόχοι που επιδιώκει η Ένωση, οι κανόνες λειτουργίας των θεσμικών οργάνων της, οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων και οι σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών (42). Εξάλλου, δυνάμει της βούλησης των κρατών μελών, η Ένωση απέκτησε σταδιακά αρμοδιότητες τις οποίες τα κράτη μέλη αποφάσισαν να της αναθέσουν καθώς και νομική προσωπικότητα διακριτή από τη νομική προσωπικότητα των μελών της.
62. Δυνάμει της βούλησής τους, τα κράτη μέλη δέχθηκαν επίσης να περιορίσουν τα κυριαρχικά δικαιώματά τους υπέρ της έννομης τάξης της Ένωσης, τούτο δε σε διαρκώς διευρυνόμενους τομείς (43). Ο περιορισμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι άμεση συνέπεια της μεταβίβασης, από την εσωτερική έννομη τάξη τους στην έννομη τάξη της Ένωσης, αρμοδιοτήτων στους προβλεπόμενους από τις Συνθήκες τομείς. Μολονότι ο περιορισμός των δικαιωμάτων των κρατών μελών –έναντι του οποίου δεν μπορεί να προβληθεί μεταγενέστερη μονομερής πράξη μη συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης– είναι οριστικός, εντούτοις ρυθμίζεται από τις Συνθήκες.
63. Είναι πρόδηλο ότι ο περιορισμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών μελών υπέρ της έννομης τάξης της Ένωσης, μέσω της μεταβίβασης των αρμοδιοτήτων, δεν καθιστά την Ένωση κράτος ούτε στερεί από τα κράτη μέλη την κυριαρχία τους κατά απόλυτο τρόπο. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη ενοποιούνται, υπό την έννοια ότι ανέλαβαν να συμμετάσχουν «σε μια διαδικασία από κοινού άσκησης των κυριαρχιών, μεταξύ άλλων, στους τομείς που έχουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εν λόγω κυριαρχιών» (44).
64. Τούτου λεχθέντος, τα κράτη μέλη παραμένουν εντούτοις «κύριοι των Συνθηκών», καθότι μόνον αυτά έχουν την εξουσία να τις αναθεωρήσουν (45), και, γενικότερα, είναι κυρίαρχα υπό τη συνήθη έννοια του όρου, δεδομένου ότι έχουν την εξουσία να αποφασίζουν σχετικά με την ίδια τη συμμετοχή τους στην Ένωση (46). Ομοίως, τα κράτη μέλη διατηρούν την κυριαρχία τους, μεταξύ άλλων, όσον αφορά «την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση[,] […] [και] τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους» (47).
65. Συναφώς, μολονότι η ετεροδικία συνιστά αναμφίβολα σημαντική πτυχή της κρατικής κυριαρχίας, τόσο από εσωτερικής (48) όσο και από εξωτερικής απόψεως (49), τοποθετείται μεταξύ, αφενός, του περιορισμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων μέσω της μεταβίβασης ορισμένων αρμοδιοτήτων στην Ένωση και, αφετέρου, της κυριαρχίας που «διατηρείται και παραμένει για το κράτος μέλος της Ένωσης» (50). Λογικά, η προσχώρηση στην Ένωση μπορεί να νοείται ως η αποδοχή, από τα κράτη μέλη, του περιορισμού της εσωτερικής κυριαρχίας τους ή, με άλλα λόγια, της ελευθερίας εσωτερικής οργάνωσης του κράτους μέλους η οποία εξαρτάται πλέον από συλλογική απόφαση στους τομείς που καθορίζονται στις Συνθήκες.
66. Ειδικότερα, η άσκηση των κανονιστικών αρμοδιοτήτων από την Ένωση αντί των κρατών μελών της συνεπάγεται ότι οι διατάξεις των Συνθηκών σε διάφορους τομείς της πολιτικής της Ένωσης επιτρέπουν στην Ένωση να θεσπίζει ουσιαστικούς κανόνες βάσει των εν λόγω αρμοδιοτήτων. Με άλλα λόγια, προκειμένου οι διατάξεις περί αρμοδιότητας της Ένωσης να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους, η Ένωση εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις παράγωγου δικαίου.
67. Τούτου λεχθέντος, η έκδοση των πράξεων παράγωγου δικαίου δεν αφαιρεί από τα κράτη μέλη κάθε εξουσία λήψης αποφάσεων, ούτε εξαφανίζει τα κράτη σε σχέση με την Ένωση, δεδομένου ότι οι πράξεις δεν εκδίδονται χωρίς την κρατική συμμετοχή τους. Συγκεκριμένα, η «τριγωνική» θεσμική διάρθρωση της Ένωσης (51) και οι διαδικασίες έκδοσης των πράξεων παράγωγου δικαίου έχουν σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε η νομική έκδοση των εν λόγω πράξεων να μην είναι δυνατή χωρίς τη θεσμική συμμετοχή των κρατών μελών. Ειδικότερα, η θεσμική συμμετοχή των κρατών διασφαλίζεται εντός του Συμβουλίου.
68. Ως εκ τούτου, μολονότι είναι αληθές ότι τα κράτη μέλη έχουν μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές τους στην Ένωση προκειμένου η Ένωση να εκδίδει πράξεις παράγωγου δικαίου, δεν θα ήταν νομικώς ορθό να συναχθεί το συμπέρασμα, όπως φαίνεται να υπονοούν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών που μετέχουν στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι, κατά την έκδοση των πράξεων, η Ένωση ενεργεί με πλήρη ανεξαρτησία σε σχέση με τα κράτη μέλη της, ως διακριτή νομική οντότητα, ώστε να αποκλειστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι μόνον η ύπαρξη δυνατότητας παραίτησης από την ετεροδικία εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, αλλά και η απόρροια τέτοιας δυνατότητας από πράξη παράγωγου δικαίου. Ειδικότερα, φρονώ ότι το γεγονός ότι η παραίτηση μπορεί να προβλέπεται σε πράξη παράγωγου δικαίου δεν εμποδίζει καθεαυτήν την ύπαρξη έγκυρης κατά νόμο παραίτησης, διότι η Ένωση ενεργεί εντός των ορίων της βούλησης των κρατών μελών της και σύμφωνα με τη δομή λήψης αποφάσεων που διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, εξουσία συναπόφασης για τα εν λόγω κράτη.
69. Δεύτερον, τίθεται, επομένως, το ζήτημα της δυνατότητας σιωπηρής παραίτησης συναγόμενης από πράξη παράγωγου δικαίου. Συναφώς, η απαίτηση ρητής και μόνον παραίτησης από την ετεροδικία μπορεί να μην προσιδιάζει στο δίκαιο της Ένωσης, το οποίο απαρτίζεται από ένα πολύ ευρύ σύνολο κανόνων που δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα ειδικό καθεστώς περιορισμένης ουσιαστικής εμβέλειας και μόνον, ήτοι ορισμένες διεθνείς συνθήκες και ένα σημαντικό σύνολο κανόνων παράγωγου δικαίου. Επομένως, μπορεί να είναι απλούστατα αδύνατον να τεθεί με κατηγορηματικό τρόπο η προϋπόθεση η παρέκκλιση από διεθνές έθιμο να είναι ρητή (52). Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του σιωπηρού χαρακτήρα της, η βούληση παραίτησης δεν είναι υποχρεωτικό να αφορά άμεσα την ετεροδικία, αλλά μπορεί επίσης να συνάγεται από το κείμενο μιας πράξης ή τη λογική της. Συγκεκριμένα, τέτοια βούληση μπορεί να συνάγεται από την πράξη ή τη λογική της, εάν η εφαρμογή της δεν παράγει αποτελέσματα μόνον εφόσον υφίσταται δυνατότητα παραίτησης.
70. Εξάλλου, όπως εξέθεσαν οι κυβερνήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία κρατών μελών, παρατηρώ ότι δεν αμφισβητείται ότι η προϋπόθεση του υποχρεωτικώς ρητού χαρακτήρα της παραίτησης δεν κυριαρχεί ούτε στο διεθνές δίκαιο, καθότι η σιωπηρή παραίτηση από την ετεροδικία υφίσταται από νομικής απόψεως. Στην περίπτωση, όμως, που η δράση της Ένωσης ασκείται εντός των ορίων της αρμοδιότητας που προβλέπεται από τις Συνθήκες, δεν διακρίνω, εν αντιθέσει προς τις κυβερνήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία κρατών μελών, λόγους για τους οποίους θα μπορούσε να αποκλειστεί η ύπαρξη σιωπηρής παραίτησης στην έννομη τάξη της Ένωσης, όπως στην περίπτωση διεθνούς συμφωνίας που συνάπτεται μεταξύ δύο ή πλειόνων κρατών στο διεθνές δίκαιο.
71. Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα που αντλείται από τη νομική προσωπικότητα της Ένωσης, που είναι διακριτή από τη νομική προσωπικότητα των μελών της, το οποίο προέβαλαν οι κυβερνήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία κρατών μελών κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν μπορεί να αναιρέσει το ανωτέρω συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, η νομική προσωπικότητα της Ένωσης εκδηλώνεται μέσω της υλοποίησης των στόχων που έχουν ανατεθεί στην Ένωση, της οποίας το πεδίο αρμοδιότητας διέπεται από τις Συνθήκες. Ειδικότερα, η νομική προσωπικότητα παρέχει στην Ένωση τη δυνατότητα να ενεργεί, τόσο σε εσωτερικό επίπεδο (μέσω του δικαιώματος σύναψης συμβάσεων, του δικαιώματος απόκτησης και πώλησης αγαθών και του δικαιώματος να είναι διάδικος) όσο και σε διεθνές επίπεδο (μέσω, μεταξύ άλλων, της εξουσίας σύναψης διεθνών συμφωνιών). Συγκεκριμένα, η απόδοση της νομικής προσωπικότητας ήταν απόρροια της επιθυμίας να μπορεί η Ένωση να εκφράζεται με «ενιαία φωνή» στη διεθνή σκηνή, να αναπτύσσει συνεκτική και αποτελεσματική εξωτερική δράση (53), αλλά δεν αποκλείει την άσκηση των αρμοδιοτήτων συμφώνως προς τη βούληση των κρατών μελών και, επομένως, τα κράτη μέλη δεν επισκιάζονται πλήρως από την Ένωση, που διαθέτει νομική προσωπικότητα.
72. Τούτου λεχθέντος, στην έννομη τάξη της Ένωσης, που χαρακτηρίζεται από μια «αναδιαμορφωμένη» κυριαρχία των κρατών μελών της (54), ο περιορισμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων λόγω της προσχώρησης στην Ένωση, ο οποίος λαμβάνει τη μορφή της άσκησης των αρμοδιοτήτων της από την Ένωση, δεν συνεπάγεται αυτομάτως την παραίτηση από την ετεροδικία στο πλαίσιο του συνόλου της έννομης τάξης της. Συγκεκριμένα, τέτοιο συμπέρασμα, εφαρμοζόμενο με απόλυτο τρόπο σε όλους τους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, στερεί από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αντιταχθούν στην εκδίκαση της υπόθεσής τους από τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους, στερείται κάθε νομικού ερείσματος στις Συνθήκες και έχει, εάν μη τι άλλο, δυσανάλογο χαρακτήρα.
73. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να συναχθεί από τον περιορισμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών μελών, υπέρ της έννομης τάξης της Ένωσης, οποιαδήποτε γενική παραίτηση από την ετεροδικία τους, υπό την έννοια ότι ο εν λόγω περιορισμός μπορεί να εφαρμόζεται σε όλους τους τομείς που καθορίζονται στις Συνθήκες όσον αφορά την οργάνωση ορισμένων τομέων εσωτερικής πολιτικής των κρατών μελών.
74. Εντούτοις, προκειμένου να διασφαλίζονται οι στόχοι που επιδιώκονται από την Ένωση (55) και η αυτονομία της Ένωσης, καθώς και να τηρείται το διαρθρωμένο δίκτυο αλληλεξαρτώμενων αρχών, κανόνων και εννόμων σχέσεων της Ένωσης που δεσμεύουν αμοιβαίως την ίδια την Ένωση και τα κράτη μέλη της καθώς και τα κράτη μέλη μεταξύ τους (56), μπορεί να γίνει δεκτή η διευθέτηση της εφαρμογής του διεθνούς εθιμικού δικαίου, στο μέτρο που αφορά την αρχή της ετεροδικίας, εντός της έννομης τάξης της Ένωσης. Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, πρώτον, να προβλεφθεί στο δίκαιο της Ένωσης συγκεκριμένη παραίτηση από την ετεροδικία και, δεύτερον, η παραίτηση αυτή να είναι όχι μόνον ρητή, αλλά επίσης σιωπηρή, όπως προβλέπεται από τους τρόπους παραίτησης που εφαρμόζονται στο διεθνές δίκαιο. Το ανωτέρω συμπέρασμα καθίσταται επιβεβλημένο κατά μείζονα λόγο λαμβανομένης υπόψη της αναγκαιότητας διασφάλισης της αρμονικής συνύπαρξης των υποχρεώσεων και των κανόνων που απορρέουν από δύο διαφορετικές έννομες τάξεις όπως προεκτέθηκε στο σημείο 45 των παρουσών προτάσεων.
3. Επί της εφαρμογής των τρόπων διευθέτησης της εφαρμογής της ετεροδικίας εντός της έννομης τάξης της Ένωσης
75. Εκτιμώ ότι υπάρχουν λόγοι, αντλούμενοι τόσο από τον κανονισμό 2015/848 όσο και από το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης, οι οποίοι δικαιολογούν τη θέση ότι συγκεκριμένη και σιωπηρή παραίτηση από την ετεροδικία μπορεί να συναχθεί από τον εν λόγω κανονισμό, όπως θα αναλύσω κατωτέρω.
α) Επί των λόγων που αντλούνται από τον κανονισμό 2015/848
76. Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζω ότι ούτε το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, ούτε ο εν λόγω κανονισμός στο σύνολό του περιέχουν μνεία στη ρητή παραίτηση από την αρχή της ετεροδικίας των κρατών μελών της Ένωσης όταν αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως ασκείται κατά φορολογικής αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Τούτου λεχθέντος, εκτιμώ ότι πλείονες λόγοι οι οποίοι ανάγονται στο πλαίσιο και στους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού υποδηλώνουν ότι τέτοια παραίτηση μπορεί να συναχθεί εμμέσως.
77. Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι οι απαιτήσεις σχετικά με τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας, κατά τον κανονισμό 2015/848, είναι κατ’ ουσίαν ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας (57) και για την εκδίκαση κάθε αγωγής που απορρέει άμεσα από τη διαδικασία αφερεγγυότητας και σχετίζεται στενά με αυτήν, όπως είναι οι αγωγές πτωχευτικής ανακλήσεως (58). Εφαρμοστέο δίκαιο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (59). Το εν λόγω δίκαιο καθορίζει τους κανόνες σχετικά με τις πτωχευτικές και τις μεταπτωχευτικές απαιτήσεις (60). Επιπλέον, ο πιστωτής δικαιούται να αναγγείλει την απαίτησή του στην κύρια ή σε οιαδήποτε δευτερεύουσα διαδικασία αφερεγγυότητας (61), στους πιστωτές περιλαμβανομένων και των φορολογικών αρχών των κρατών μελών (62). Επομένως, σκοπός του κανονισμού είναι να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση όλων των πιστωτών (63).
78. Εάν, όμως, γινόταν δεκτό ότι φορολογική αρχή, η οποία περιλαμβάνεται εξάλλου ρητώς στους πιστωτές κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 12, του κανονισμού 2015/848, μπορεί να αντιτάξει την ετεροδικία της στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς να δημιουργηθεί ανισότητα μεταξύ των πιστωτών, αντίθετα προς τους σκοπούς του κανονισμού 2015/848. Συγκεκριμένα, η πολωνική φορολογική αρχή θα αποκτούσε, πριν από την ομάδα των πιστωτών, το σύνολο της απαίτησης της, ενώ όλοι οι λοιποί πιστωτές θα δικαιούνταν μόνον καταβολή ανάλογη προς την απαίτησή τους, και δη συμφώνως προς την κατάταξή τους. Επιπλέον, είναι πρόδηλο ότι οι εθνικές φορολογικές αρχές δεν θα μπορούσαν, εν αντιθέσει προς την πολωνική φορολογική αρχή, να προβάλουν την ετεροδικία τους ενώπιον των δικών τους εθνικών δικαστηρίων (64).
79. Γενικότερα, τέτοια προσέγγιση θα έθιγε την ομοιόμορφη και συνεκτική εφαρμογή των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στον κανονισμό 2015/848, διότι η άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει των εν λόγω κανόνων θα διέφερε αναλόγως της ιδιότητας του εναγομένου και του κράτους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, μολονότι καμία διάταξη στον εν λόγω κανονισμό δεν δικαιολογεί τέτοια διαφορετική μεταχείριση λόγω της ιδιότητας αυτής (65).
80. Δεύτερον, από τον κανονισμό 2015/848 προκύπτει ότι η έκδοσή του θεωρήθηκε αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού της αποτελεσματικής και αποδοτικής λειτουργίας των διαδικασιών αφερεγγυότητας (66), ακόμη και για τη βελτίωση και την επιτάχυνση των εν λόγω διαδικασιών που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις (67). Συγκεκριμένα, λαμβανομένων υπόψη των διασυνοριακών συνεπειών των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων και, επομένως, των σχετικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, ο κανονισμός υπογραμμίζει την αναγκαιότητα συντονισμού των μέτρων που λαμβάνονται σχετικά με την περιουσία αφερέγγυου οφειλέτη. Ειδικότερα, θεωρήθηκε αναγκαίο οι διατάξεις σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και το εφαρμοστέο δίκαιο στον συγκεκριμένο τομέα να περιληφθούν σε πράξη της Ένωσης δεσμευτική και άμεσα εφαρμόσιμη σε όλα τα κράτη μέλη.
81. Συναφώς, είναι πρόδηλο ότι, εάν αρχή κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας μπορούσε να προβάλει την ετεροδικία της, η ανωτέρω αποτελεσματικότητα θα εθίγετο. Συγκεκριμένα, η προβολή ένστασης κατά της άσκησης της διεθνούς δικαιοδοσίας, στο πλαίσιο του κανονισμού 2015/848, θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη επιστροφή στην πτωχευτική περιουσία των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν σε πιστωτή, εν προκειμένω τη φορολογική αρχή άλλου κράτους μέλους, και θα απέβαινε εις βάρος της πτωχευτικής περιουσίας.
82. Ο κανονισμός 2015/848 προβλέπει, εξάλλου, ορισμένες παρεκκλίσεις από τους κανόνες που θέτει. Οι παρεκκλίσεις αυτές έχουν, εντούτοις, χαρακτήρα εξαίρεσης (68). Ειδικότερα, φρονώ ότι ο συγκεκριμένος κανονισμός, στο σύνολό του, αποτυπώνει τη διαφαινόμενη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να αποφύγει κάθε εμπόδιο στη δικαστική συνεργασία των κρατών μελών στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας και υποδηλώνει την απουσία συνεπειών, των πράξεων που τελούνται jure imperii, επί της ασκήσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την έννοια του κανονισμού 2015/848.
83. Κατά τα λοιπά, φρονώ ότι το ανωτέρω συμπέρασμα σχετικά με την απουσία συνεπειών, των πράξεων που τελούνται jure imperii, επί της ασκήσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας επιρρωννύεται λαμβανομένων υπόψη των άλλων νομοθετημάτων σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με τα οποία ο νομοθέτης της Ένωσης μερίμνησε να εξαιρέσει ρητώς από το πεδίο εφαρμογής τους τις αγωγές που ασκούνται με αίτημα την αναγνώριση της ευθύνης κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (69). Εκτιμώ, επομένως, ότι η απουσία τέτοιας ρητής εξαίρεσης, στο πλαίσιο του κανονισμού 2015/848, καταδεικνύει τη βούληση αποκλεισμού οποιασδήποτε συνέπειας σχετιζόμενης με πράξεις άσκησης δημόσιας εξουσίας επί των κανόνων που καθορίζονται με τον εν λόγω κανονισμό.
84. Γενικότερα, όσον αφορά την ασφάλεια και την προβλεψιμότητα του δικαίου της Ένωσης, προβληματίζομαι σχετικά με την υποκείμενη λογική του κανονισμού 2015/848, ως πράξης παράγωγου δικαίου που αποσκοπεί στην υλοποίηση των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 81 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, τι θα απέμενε από τις αρχές που διέπουν τις συγκρούσεις διεθνούς δικαιοδοσίας στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, εάν τα κράτη μέλη μπορούσαν να παρεκκλίνουν από αυτές, μολονότι, αφενός, ο ανωτέρω κανονισμός είναι δεσμευτικός για τα κράτη μέλη ως προς όλα τα μέρη του και, αφετέρου, δεν προβλέπει οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους κανόνες του λόγω της ιδιότητας του πιστωτή ως αλλοδαπού δημόσιου φορέα ώστε να είναι δυνατή η επίκληση της αρχής της ετεροδικίας;
85. Τέλος, τρίτον, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει τον αποκλειστικό χαρακτήρα της διεθνούς δικαιοδοσίας όσον αφορά αγωγές που απορρέουν άμεσα από την διαδικασία αφερεγγυότητας και συνδέονται στενά με αυτήν, όπως είναι οι αγωγές πτωχευτικής ανακλήσεως (70).
86. Επ’ αυτού, με προβληματίζει το ζήτημα του σεβασμού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Ειδικότερα, εάν το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του σε σχέση με αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως που ασκείται κατά φορολογικής αρχής άλλου κράτους μέλους, ο σύνδικος πτώχευσης θα διατρέχει τον κίνδυνο να στερηθεί το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, το οποίο είναι ένα από τα στοιχεία του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, η άσκηση αγωγής ενώπιον των πολωνικών δικαστηρίων θα είναι απαράδεκτη λόγω της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας. Η κίνηση, πάντως, δευτερεύουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος κίνησης της κύριας διαδικασίας αφερεγγυότητας συνιστά εξαίρεση, εφόσον ο οφειλέτης διαθέτει εγκατάσταση (71) στο άλλο κράτος μέλος (72).
87. Κατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα προβολής ενστάσεως ετεροδικίας δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη της δυνατότητας κίνησης δευτερεύουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας. Επιπλέον, έστω και αν η δυνατότητα κίνησης τέτοιας διαδικασίας ήταν δεδομένη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η κίνηση της διαδικασίας με μόνο σκοπό την άσκηση αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως θα αντέβαινε στον σκοπό της, ο οποίος είναι κατ’ ουσίαν να συμβάλει στην αποτελεσματική διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη ή στην αποτελεσματική ρευστοποίηση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων (73). Επομένως, ελλείψει εγκατάστασης, ο σύνδικος πτώχευσης θα στερηθεί κάθε δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. Τέτοια συνέπεια δεν δικαιολογείται, όμως, από τη φύση της πράξης άσκησης δημόσιας εξουσίας στην οποία βασίστηκαν οι καταβολές των οποίων την ανάκληση επιδιώκει ο σύνδικος πτώχευσης.
88. Συναφώς, ενώπιον του Δικαστηρίου, ορισμένες κυβερνήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία κρατών μελών υποστήριξαν ότι η δυνατότητα επίκλησης της ετεροδικίας δεν εξαρτάται από το αν είναι δυνατή η κίνηση δευτερεύουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας ή η άσκηση άλλου μέσου ένδικης προστασίας κατά των πράξεων της φορολογικής αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Άλλες κυβερνήσεις υποστήριξαν ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υφίσταται στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, καθότι θα οριστεί μεν ένα δικαστήριο, πλην όμως αυτό θα κρίνει την αγωγή απαράδεκτη.
89. Τα ανωτέρω επιχειρήματα των κυβερνήσεων των κρατών μελών τα οποία προβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν με πείθουν.
90. Συγκεκριμένα, στις υποθέσεις στις οποίες αντιτάχθηκε η ετεροδικία, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το αιτούν δικαστήριο έπρεπε να βεβαιωθεί ότι, εάν δεχθεί την ένσταση ετεροδικίας, οι πολίτες δεν θα στερηθούν το δικαίωμά τους πρόσβασης στη δικαιοσύνη, το οποίο αποτελεί ένα από τα στοιχεία του προβλεπόμενου στο άρθρο 47 του Χάρτη δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (74). Η άποψη ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη διασφαλίζεται, μολονότι η επίκληση της ετεροδικίας θα εμποδίσει την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας, γεννά ερωτηματικά, ειδικότερα, όσον αφορά την εμβέλεια του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και, μεταξύ άλλων, το ενδεχόμενο το εν λόγω δικαίωμα να καθίσταται κενό περιεχομένου σε τέτοια περίπτωση. Κατά τη γνώμη μου, εάν γινόταν δεκτή η άποψη των κυβερνήσεων των μετεχόντων στη διαδικασία κρατών μελών, θα υπήρχε κίνδυνος δημιουργίας μιας πραγματικής κατάστασης στέρησης του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη του συνδίκου πτώχευσης, χωρίς αυτός να διαθέτει προβλέψιμη εναλλακτική δυνατότητα για την άσκηση της αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως κατά της πολωνικής φορολογικής αρχής.
91. Από το σύνολο των παρατηρήσεων που αντλούνται από τον κανονισμό 2015/848 συμπεραίνω ότι ο εν λόγω κανονισμός περιέχει, εμμέσως, παραίτηση από την ετεροδικία. Το συμπέρασμα περί σιωπηρής παραίτησης από την ετεροδικία, στο πλαίσιο του κανονισμού 2015/848, που είναι πράξη παράγωγου δικαίου, είναι επίσης σύμφωνο προς το πρωτογενές δίκαιο και, επομένως, καταδεικνύεται η σαφής και μη αμφίσημη βούληση των κρατών μελών περί υπερισχύσεως των αρχών που διέπουν τις συγκρούσεις διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίες μπορεί να ανακύψουν σε σχέση με την ετεροδικία λόγω των διαφορετικών εννόμων τάξεων και των κανόνων τους περί διεθνούς δικαιοδοσίας στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.
β) Επί των λόγων που αντλούνται από το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης
92. Κατά τη γνώμη μου, η ύπαρξη σιωπηρής παραίτησης από την ετεροδικία, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 2015/848, είναι όχι μόνον σύμφωνη προς το πρωτογενές δίκαιο, το οποίο είναι απόρροια της βούλησης των κρατών μελών της Ένωσης, αλλά επιβεβαιώνεται επίσης από τους κανόνες του πρωτογενούς δικαίου.
93. Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι προβλέπονται ήδη διευθετήσεις για την εφαρμογή της ετεροδικίας εντός της Ένωσης. Συγκεκριμένα, όλα τα κράτη μέλη έχουν δεχθεί την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στις διαφορές στις οποίες μπορεί να ασκηθεί προσφυγή εναντίον τους ενώπιόν του, σε καθορισμένους τομείς (75). Επομένως, γίνεται δεκτό ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, πραγματοποιούνται διευθετήσεις στην εφαρμογή της κρατικής ετεροδικίας, ώστε να συνάδει με τις ιδιαιτερότητες της έννομης τάξης της Ένωσης.
94. Τούτου λεχθέντος, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕΕ, σχετικά με τους στόχους της Ένωσης, προβλέπει ότι η Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Η δημιουργία του χώρου αυτού προβλέπεται στον τίτλο V της ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, που συνιστά τη νομική βάση του κανονισμού 2015/848, «[η] Ένωση αναπτύσσει δικαστική συνεργασία στις αστικές υποθέσεις που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών και εξώδικων αποφάσεων. Η συνεργασία αυτή δύναται να περιλαμβάνει τη θέσπιση μέτρων προσέγγισης των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών». Ο τομέας αυτός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων της Ένωσης και των κρατών μελών της και, επομένως, τα κράτη μέλη περιορίζουν τα κυριαρχικά δικαιώματά τους, όπως προεκτέθηκε στα σημεία 62 έως 66 των παρουσών προτάσεων, στο μέτρο που η Ένωση ασκεί την αρμοδιότητά της.
95. Συγκεκριμένα, δεχόμενα κατά την κύρωση των Συνθηκών, να μετάσχουν στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα και να αναθέσουν συντρέχουσες αρμοδιότητες στην Ένωση, τα κράτη μέλη δέχθηκαν επίσης ότι οι πράξεις του παράγωγου δικαίου που θεσπίζονται για την ανάπτυξη του χώρου αυτού, ειδικότερα συμφώνως προς το άρθρο 81, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καθορίζουν τις αρχές που διέπουν τις συγκρούσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που μπορούν να ανακύψουν λόγω των διαφορετικών εννόμων τάξεων και των κανόνων τους περί διεθνούς δικαιοδοσίας.
96. Επομένως, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η αποδοχή των κρατών μελών εκτείνεται, συμφώνως προς τις αρχές που διέπουν τις συγκρούσεις διεθνούς δικαιοδοσίας οι οποίες καθορίζονται στα σχετικά νομοθετήματα, στην αποδοχή της επίλυσης των διαφορών, που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, από τα δικαστήρια άλλων κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των διαφορών που απορρέουν άμεσα από τη διαδικασία αφερεγγυότητας και συνδέονται στενά με αυτήν.
97. Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι, κατά το πρωτόκολλο αριθ. 21 που προσαρτάται στις Συνθήκες της Ένωσης, το οποίο αφορά, μεταξύ άλλων, την Ιρλανδία (76), το συγκεκριμένο κράτος απολαύει καθεστώτος που εισάγει παρέκκλιση όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, υπό την έννοια ότι τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο του χώρου αυτού δεν το δεσμεύουν αυτομάτως και εξαρτώνται από την οικειοθελή συμμετοχή του (77). Αφετέρου, δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 22 που αφορά το Βασίλειο της Δανίας, το κράτος αυτό δεν συμμετέχει στα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (78). Επομένως, καμία υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον συγκεκριμένο τομέα στα ανωτέρω κράτη μέλη. Δεν συμβαίνει το ίδιο όσον αφορά τα κράτη μέλη που μετέχουν, χωρίς να έχουν διατυπώσει επιφυλάξεις, στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Πάντως, η αποδοχή της δυνατότητας επίκλησης, κατά την εφαρμογή του κανονισμού που διέπει τις συγκρούσεις διεθνούς δικαιοδοσίας σχετικά με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, της αρχής του διεθνούς εθιμικού δικαίου περί ετεροδικίας μπορεί να είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις που υπέχουν όλα τα κράτη που έχουν προσχωρήσει στις Συνθήκες υπό τους ίδιους όρους και χωρίς άλλη επιφύλαξη πέραν εκείνων που διατυπώνονται στα πρόσθετα πρωτόκολλα (79).
98. Δεύτερον, το ανωτέρω συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη σιωπηρής παρέκκλισης από την ετεροδικία στον τομέα των διαδικασιών αφερεγγυότητας, το οποίο επιρρωννύεται από το πρωτογενές δίκαιο, καθίσταται επιβεβλημένο κατά μείζονα λόγο λαμβανομένης υπόψη της αρχής της ισότητας των κρατών μελών της Ένωσης ενώπιον των Συνθηκών, της οποίας την τήρηση διασφαλίζει η Ένωση (80).
99. Προτού ακόμη κατοχυρωθεί στις Συνθήκες, η αρχή της ισότητας των κρατών μελών διατυπώθηκε με τη νομολογία του Δικαστηρίου (81). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η συμμετοχή στην Ένωση (προηγουμένως στις Κοινότητες) παρέχει στα μέλη της τη δυνατότητα να καρπώνονται τα πλεονεκτήματά της, αλλά τους επιβάλλει επίσης υποχρεώσεις. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι δεν μπορεί να επιτραπεί σε κράτος μέλος να εφαρμόζει τις διατάξεις κανονισμού κατά τρόπο ατελή ή κατ’ επιλογή ώστε «να αχρηστεύει ορισμένα μέρη της [ενωσιακής] νομοθεσίας […] που θεωρεί αντίθετα προς ορισμένα εθνικά συμφέροντα […], [και να] αποκτά […] αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε βάρος των εταίρων του» (82).
100. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, εάν επιτραπεί στην πολωνική φορολογική αρχή να αντιτάξει την ετεροδικία της και να εμποδίσει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του αιτούντος δικαστηρίου λόγω της βάσης στην οποία θεμελιώνονται οι καταβολές των οποίων την ανάκληση επιδιώκει ο σύνδικος πτώχευσης, ήτοι μιας πράξης άσκησης δημόσιας εξουσίας, το αποτέλεσμα θα είναι, στην πράξη, τα εθνικά συμφέροντα να υπερισχύσουν του δικαίου της Ένωσης και να διακυβευθεί η ισότητα των κρατών μελών σε σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης.
101. Συναφώς, η παρεμπόδιση της άσκησης της διεθνούς δικαιοδοσίας, κατά την έννοια του κανονισμού 2015/848, μέσω της δυνατότητας επίκλησης της ετεροδικίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως συγκαλυμμένος τρόπος επίτευξης της υπερίσχυσης του εθνικού δικαίου επί του δικαίου της Ένωσης. Τέτοια υπεροχή δεν μπορεί, όμως, να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν την έννομη τάξη της Ένωσης, όπως προεκτέθηκε στο σημείο 62 των παρουσών προτάσεων.
102. Είναι αληθές ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, η Ένωση οφείλει να σέβεται, μεταξύ άλλων, τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους. Πάντως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η επιβολή του ΦΠΑ εμπίπτει στις εν λόγω ουσιώδεις λειτουργίες, ακόμη και στα προνόμια της δημόσιας εξουσίας. Εντούτοις, μολονότι τα κράτη μέλη διατηρούν πάντοτε τις κυριαρχικές λειτουργίες τους, πρέπει να τις ασκούν τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης (83).
103. Συγκεκριμένα, δυνάμει της συμμετοχής τους στην Ένωση, τα κράτη μέλη δεσμεύονται να συνεργάζονται καλόπιστα και με αμοιβαίο σεβασμό, ακόμη και στους τομείς που εμπίπτουν στις ουσιώδεις λειτουργίες τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Η αρχή αυτή ισχύει για όλα τα εθνικά όργανα. Μολονότι, στη νομολογία, η ανωτέρω αρχή υπενθυμίζεται συχνά προς επιβεβαίωση των υποχρεώσεων των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στο πλαίσιο της συνεργασίας τους (84), η αρχή αυτή βασίζεται κατά κύριο λόγο στη βούληση διασφάλισης του περιεχομένου και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης μέσω του αμοιβαίου σεβασμού και της αμοιβαίας συνεργασίας κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που απορρέουν από τις Συνθήκες. Ευλόγως, η αρχή της συνεργασίας συνεπάγεται όχι μόνον θετικές δράσεις (λήψη μέτρων για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης), αλλά και αρνητικές δράσεις (αποχή από τη λήψη μέτρων που θα έθιγαν την εν λόγω αποτελεσματικότητα, ακόμη και τους στόχους της Ένωσης). Είναι, όμως, πρόδηλο ότι η προβολή της ένστασης ετεροδικίας συνιστά αρνητική δράση, η οποία παρεμποδίζει την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του γερμανικού δικαστηρίου δυνάμει των κανόνων της Ένωσης και, επομένως, θίγει την αποτελεσματικότητα των εν λόγω κανόνων μέσω της άσκησης των προνομίων δημόσιας εξουσίας (85).
104. Παρατηρώ, τέλος, ότι η προβολή ένστασης ετεροδικίας μπορεί να θίξει την κεφαλαιαγορά, έναν από τους βασικούς τομείς πολιτικής που η Ένωση επιδιώκει να υλοποιήσει για τη διευκόλυνση της οικονομικής ανάπτυξής της και, κατ’ επέκταση, της οικονομικής ανάπτυξης των κρατών μελών της. Συγκεκριμένα, η αβεβαιότητα σχετικά με την τύχη των απαιτήσεων σε περίπτωση διασυνοριακής αφερεγγυότητας, η οποία ανακύπτει από τη δυνατότητα επίκλησης της ετεροδικίας, ενέχει τον κίνδυνο περιορισμού των επενδύσεων και, επομένως, μείωσης επίσης της αποτελεσματικότητας της ενιαίας αγοράς στο σύνολό της. Επομένως, εάν η ετεροδικία ενός κράτους μέλους γινόταν δεκτή στην υπόθεση της κύριας δίκης, το συμφέρον ενός κράτος μέλους της Ένωσης θα ευνοούνταν εις βάρος των συλλογικών συμφερόντων του συνόλου των κρατών μελών, τα οποία είναι, κατά τα λοιπά, εγγενή στην ίδια της έννοια της Ένωσης.
105. Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, φρονώ ότι το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης, το οποίο είναι απόρροια της βούλησης των κρατών μελών της, επιτρέπει τη διευθέτηση της εφαρμογής της αρχής της ετεροδικίας του διεθνούς εθιμικού δικαίου κατά τρόπο συγκεκριμένο και έμμεσο, υπό την έννοια ότι πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη σιωπηρής παραίτησης από την ετεροδικία στο πλαίσιο του κανονισμού 2015/848 (86).
4. Τελικές παρατηρήσεις
106. Ανεξαρτήτως των προεκτεθέντων, ας υποθέσουμε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η θέση που προέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι κυβερνήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία κρατών μελών, κατά την οποία, κατ’ ουσίαν, η ετεροδικία, την οποία επικαλέστηκε η πολωνική φορολογική αρχή κατά αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως ασκηθείσας ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων με σκοπό την ανάκτηση των καταβολών ΦΠΑ που πραγματοποιήθηκαν στην εν λόγω αρχή, εμποδίζει την άσκηση, από το αιτούν δικαστήριο, της διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται από τον κανονισμό 2015/848, διότι ο εν λόγω κανονισμός δεν προβλέπει καμία δυνατότητα σιωπηρής παραίτησης από την ετεροδικία.
107. Συναφώς, πέραν του ότι αντικρούεται από τους λόγους που αντλούνται από το πρωτογενές δίκαιο και συνδέονται με τους στόχους και τους κανόνες συμπεριφοράς που τα κράτη μέλη επέβαλαν στον εαυτό τους εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, εάν γινόταν δεκτή, η ανωτέρω θέση θα κατέληγε στην πραγματικότητα σε οξύμωρο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, η κυριαρχία κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας θα προστατευόταν εις βάρος της κυριαρχίας του δεύτερου αυτού κράτους, στο μέτρο που η εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου του στον τομέα της αφερεγγυότητας, συμφώνως προς του κανόνες σύγκρουσης δικαίων που προβλέπονται για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας στον κανονισμό 2015/848, θα εμποδιζόταν λόγω της ετεροδικίας άλλου κράτους μέλους.
108. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, πέραν της οικονομικής ή λογιστικής διάστασής του, το δίκαιο της αφερεγγυότητας έχει επίσης κοινωνική διάσταση, πιο ανθρώπινη και θεμελιώδη, καθότι σκοπός του είναι όχι μόνον να συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, στην οικονομική σταθερότητα και στην εμπιστοσύνη στο πιστωτικό σύστημα, αλλά και να διασφαλίζει την προστασία των συμφερόντων τα οποία τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση της κυριαρχίας τους και μέσω της θέσπισης ουσιαστικών κανόνων περί αφερεγγυότητας, θεωρούν ουσιώδη. Επομένως, οι κανόνες αυτοί αποτελούν έκφραση κοινωνικών επιχειρημάτων, μεταξύ άλλων, των επιχειρημάτων των εργαζομένων καθώς και των επιχειρημάτων δημοσιονομικού, περιβαλλοντικού κ.λπ. χαρακτήρα. Ειδικότερα, όλες οι προμνησθείσες διαστάσεις αντικατοπτρίζονται στο σύστημα κατάταξης των πιστωτών, το οποίο προκύπτει από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περί αφερεγγυότητας των κρατών μελών της Ένωσης.
109. Είναι, όμως, αυτονόητο ότι η αποδοχή της ένστασης ετεροδικίας που προβάλλεται έναντι αγωγής πτωχευτικής ανακλήσεως θα αποτελούσε «πρόσκληση για ενέργειες» όμοιες με αυτήν της πολωνικής φορολογικής αρχής. Εάν επιτρεπόταν στην πολωνική φορολογική αρχή να ανακτήσει τη φορολογική οφειλή, χωρίς να τηρηθεί η κατάταξη των πιστωτών που προβλέπεται από το γερμανικό δίκαιο και χωρίς κανέναν κίνδυνο δικαστικού ελέγχου δυνάμει του δικαίου του κράτους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, δεν θα έπρεπε να αναμένεται ότι οι φορολογικές αρχές των άλλων κρατών μελών θα ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε όλες τις άλλες διασυνοριακές διαδικασίες αφερεγγυότητας; Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να βρεθούν απροσδόκητα αντιμέτωπα όχι μόνον με την ανατροπή του συστήματος διαχείρισης των διασυνοριακών διαδικασιών αφερεγγυότητας που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2015/848, αλλά επίσης με την υπονόμευση όλων των εκτιμήσεων σχετικά με την προτεραιότητα, που έχουν καθιερώσει στο εθνικό δίκαιό τους περί αφερεγγυότητας, καθότι η πτωχευτική περιουσία θα μπορούσε να μειωθεί μέσω της άσκησης των φορολογικών προνομίων άλλου κράτους μέλους εις βάρος των λοιπών πιστωτών, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα δικαστικού ελέγχου από τα δικαστήρια του κράτους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
110. Κατά τη γνώμη μου, η θέση που προέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι κυβερνήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία κρατών μελών καταργεί όλες τις διαστάσεις του δικαίου περί αφερεγγυότητας προς όφελος της ετεροδικίας ως στοιχείου της κυριαρχίας τους. Όσο σημαντικό και αν είναι, όμως, το στοιχείο αυτό, εγείρει ζητήματα όσον αφορά τον σεβασμό της κυριαρχίας άλλου κράτους μέλους, του οποίου το ουσιαστικό δίκαιο θα έπρεπε να εφαρμοστεί νομίμως και σε σχέση με το οποίο οι πολίτες του εν λόγω κράτους μπορεί να έχουν θεμιτές προσδοκίες.
5. Προτεινόμενη απάντηση
111. Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 12, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού έχει την έννοια ότι επιτρέπει να συναχθεί η ύπαρξη σιωπηρής παραίτησης από την ετεροδικία, όταν, συμφώνως προς τον εν λόγω κανονισμό, διαπιστώνεται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων κράτους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας να επιληφθούν των αγωγών που απορρέουν άμεσα από τη διαδικασία αφερεγγυότητας και σχετίζονται στενά με αυτήν, οι οποίες ασκούνται κατά των δημόσιων αρχών των κρατών μελών της Ένωσης.
112. Κατά τα λοιπά, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την πρότασή μου για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα, εκτιμώ ότι είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι, προκειμένου να μην παρεμποδίζεται η πρόσβαση του συνδίκου πτώχευσης στη δικαιοσύνη, θα πρέπει να επανεξεταστεί ο αποκλειστικός χαρακτήρας της διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται από τους κανόνες του κανονισμού 2015/848.
V. Πρόταση
113. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) ως εξής:
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 12, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού,
έχει την έννοια ότι:
περιέχει σιωπηρή παραίτηση από την ετεροδικία, όταν, συμφώνως προς τον εν λόγω κανονισμό, διαπιστώνεται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κινήθηκε η διαδικασία αφερεγγυότητας να επιληφθούν των αγωγών που απορρέουν άμεσα από τη διαδικασία αφερεγγυότητας και σχετίζονται στενά με αυτήν, οι οποίες ασκούνται κατά των δημόσιων αρχών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2015, L 141, σ. 19).
3 Συμβούλιο της Ευρώπης, Série des traités européens, αριθ. 74. Η Σύμβαση καταρτίστηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης και κατατέθηκε προς υπογραφή από τα κράτη μέλη στη Βασιλεία (Ελβετία) στις 16 Μαΐου 1972. Η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν έχει κυρώσει τη Σύμβαση.
4 Η Σύμβαση εγκρίθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 2004 από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και κατατέθηκε για υπογραφή από τα κράτη μέλη την 17η Ιανουαρίου 2005, αλλά δεν έχει τεθεί σε ισχύ έως σήμερα.
5 Οι διατάξεις της εν λόγω Σύμβασης θεωρούνται ενίοτε ότι αποτελούν έκφραση των αρχών του διεθνούς εθιμικού δικαίου [βλ. Crawford, J., Brownlie’s Principles of Public International Law, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2019 (9η έκδ.), σ. 473 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
6 Υπενθυμίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, στη διαδικασία αφερεγγυότητας της κύριας δίκης εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους μέλους κίνησης της διαδικασίας (άρθρο 7, παράγραφος 1, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 66, του κανονισμού 2015/848), ήτοι το γερμανικό δίκαιο. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 129, παράγραφος 1, και το άρθρο 130, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, σημείο 2, του γερμανικού κώδικα αφερεγγυότητας προβλέπουν ότι πράξη που διενεργήθηκε πριν από την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας η οποία είναι επιζήμια για τους πτωχευτικούς πιστωτές και η οποία προσπόρισε όφελος σε πτωχευτικό πιστωτή, υπόκειται σε ανάκληση εφόσον διενεργήθηκε μετά την αίτηση κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας και ο πιστωτής, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, γνώριζε την εν λόγω αίτηση. Δεν αμφισβητείται ότι η πολωνική φορολογική αρχή ενημερώθηκε για την εν λόγω αίτηση και ότι οι καταβολές πραγματοποιήθηκαν στην εν λόγω αρχή κατά το χρονικό διάστημα από την υποβολή της αίτησης κίνησης της διαδικασίας έως την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
7 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1).
8 Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη σύμβαση αυτή (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).
9 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).
10 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2000, L 160, σ. 1).
11 Επεξηγηματική έκθεση των Virgós, M., και Schmit, E., της 8ης Ιουλίου 1996, σχετικά με τη Σύμβαση περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας της 3ης Μαΐου 1996, έγγραφο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 6500/96, DRS 8 (CFC) (στο εξής: έκθεση Virgós/Schmit).
12 Ο κανονισμός 1346/2000, τον οποίο αντικατέστησε και κατάργησε ο κανονισμός 2015/848, διαδέχθηκε την ευρωπαϊκή σύμβαση περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (έγγραφο του Συμβουλίου CONV/INSOL/X1), η οποία υπήρξε το αποτέλεσμα συζητήσεων και διαπραγματεύσεων που διήρκεσαν περισσότερα από 25 έτη. Η Σύμβαση δεν τέθηκε σε ισχύ διότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας δεν την υπέγραψε μέχρι τη συμφωνηθείσα καταληκτική ημερομηνία της 23ης Μαΐου 1996. Εντούτοις, το κείμενο του πρώτου ως άνω κανονισμού, το οποίο επαναλήφθηκε κατ’ ουσίαν στον δεύτερο εκ των ως άνω κανονισμών, είναι, σε μεγάλο βαθμό, πανομοιότυπο με το κείμενο της ως άνω Σύμβασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, η έκθεση Virgós/Schmit μπορεί να παράσχει χρήσιμα στοιχεία για την ερμηνεία του κανονισμού 2015/848.
13 Συμπληρωματικώς επισημαίνεται ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι, εν αντιθέσει προς το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1215/2012, το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2015/848 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως (απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2019, NK, C535/17, EU:C:2019:96, σκέψεις 24 έως 26).
14 Αποφάσεις της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 11ης Ιουνίου 2015, Comité d’entreprise de Nortel Networks κ.λπ. (C649/13, EU:C:2015:384, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι τα διδάγματα από την ανωτέρω νομολογία πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Επομένως, ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης ύπαρξης πρακτικών δυσχερειών, οι οποίες μπορεί να ανακύψουν, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση διαδικασιών υβριδικών ή προκαταρκτικών των διαδικασιών αφερεγγυότητας (βλ. The Implementation of the New Insolvency Regulation, Recommendations and Guidelines, JUST/2013/JCIV/AG/4679, Max Planck Institute, σ. 36 έως 40 και 63 έως 65), η ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση των κανονισμών 2015/848 και 1215/2012 εφαρμόζεται μόνον σε περίπτωση η οποία εξαιρείται ρητώς από το πεδίο εφαρμογής του δεύτερου κανονισμού και εμπίπτει ρητώς στο πεδίο εφαρμογής του πρώτου κανονισμού.
15 Το άρθρο 1 του κανονισμού 1215/2012 ορίζει το πεδίο εφαρμογής του αυτοτελώς.
16 Αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 2015/848.
17 Πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Tünkers France και Tünkers Maschinenbau (C641/16, EU:C:2017:847, σκέψεις 22 και 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συγκεκριμένα, για να καθοριστεί ο τομέας στον οποίο εμπίπτει η αγωγή πρέπει να αναζητηθεί η βάση στην οποία ερείδεται η αγωγή (πρβλ. απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2014, H, C295/13, EU:C:2014:2410, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
18 Συμπληρωματικώς παρατηρώ ότι είναι αληθές ότι οι προεκτεθείσες περιστάσεις μπορεί να είναι κρίσιμες για να εξακριβωθεί αν ένας τομέας εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1215/2012, ως στοιχεία που χαρακτηρίζουν είτε το είδος της έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων είτε το αντικείμενο της συγκεκριμένης διαφοράς (πρβλ. απόφαση της 7ης Μαΐου 2020, Rina, C641/18, στο εξής: απόφαση Rina, EU:C:2020:349, σκέψη 32). Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848 και, όπως θα εκθέσω εν συνεχεία, του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και των σκοπών που επιδιώκει ο κανονισμός, τέτοια στοιχεία δεν είναι κρίσιμα προκειμένου να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2015/848.
19 Εάν μη τι άλλο, η επιβολή τέτοιου κριτηρίου θα είχε αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα να καταστήσει πιο περίπλοκη την εφαρμογή του κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848, ακόμη και να στερήσει από τον εν λόγω κανόνα την πρακτική αποτελεσματικότητά του.
20 Αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 2015/848.
21 Αιτιολογικές σκέψεις 41 και 48 του κανονισμού 2015/848.
22 Αιτιολογική σκέψη 63 του κανονισμού 2015/848.
23 Απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Schmid (C328/12, EU:C:2014:6, σκέψη 33).
24 Συναφώς, διευκρινίζω ότι τα συμπεράσματα της ανάλυσής μου αφορούν μόνον το διεθνές εθιμικό δίκαιο.
25 Delile, J.F., «Les effets de la coutume internationale dans l’ordre juridique de l’Union européenne», Cahiers de droit européen, 2017, σ. 159 έως 192.
26 Στη θεωρία υπογραμμίζεται ότι η νομολογία της Ένωσης εξελίχθηκε, όσον αφορά τη θέση της σχετικά με την ενσωμάτωση των κανόνων του διεθνούς δικαίου εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, διερχόμενη από τρεις «περιόδους». Κατά την πρώτη περίοδο, η στάση της ήταν θετική έναντι του διεθνούς δικαίου, υπό την έννοια, κατ’ ουσίαν, ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεσμευόταν από κάθε κανόνα γενικού διεθνούς δικαίου από τον οποίο τα κράτη μέλη της δεν είχαν εισαγάγει παρέκκλιση, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση κενού στο κοινοτικό δίκαιο, το Δικαστήριο να εφαρμόζει σιωπηρώς τους εθιμικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου. Η δεύτερη περίοδος διέφερε από την πρώτη λόγω της απροθυμίας εφαρμογής των κανόνων του διεθνούς δικαίου, η οποία οδήγησε στη διεκδίκηση της αυτονομίας του κοινοτικού δικαίου και στον σαφή διαχωρισμό του από το διεθνές δίκαιο, λόγω, βεβαίως, της έλλειψης ρητής διάταξης στις ιδρυτικές Συνθήκες, την εποχή εκείνη, ικανής να επιβάλει την τήρηση του διεθνούς δικαίου, αλλά επίσης προκειμένου να ενθαρρυνθούν τα εθνικά δικαστήρια να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, προκρίνοντας μια προσέγγιση βάσει της οποίας οι πηγές του κοινοτικού δικαίου αναζητούνταν περισσότερο στα εθνικά δίκαια και λιγότερο στο διεθνές δίκαιο. Τέλος, η τρίτη περίοδος, η οποία ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1990, χαρακτηρίζεται από το άνοιγμα του δικαίου της Ένωσης στο διεθνές δίκαιο, το οποίο κωδικοποιείται πλέον στο άρθρο 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ (Malenovský, J., «Le juge et la coutume internationale: perspective de l’Union européenne et de la Cour de justice», The Law and Practice of International Courts and Tribunals, τόμος 12, 2013, σ. 218).
27 Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Air Transport Association of America κ.λπ. (C366/10, EU:C:2011:864, σκέψη 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Βλ., για παράδειγμα, Dubouis, L., «La nature de l’Union européenne», Cohen-Jonathan, G., και Dutheil de la Rochère, J. (επιμ.), Constitution européenne, démocratie et droits de l’homme, Bruylant, Βρυξέλλες, 2003, σ. 84.
29 Προηγουμένως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
30 Γνωμοδότηση 1/91 (Συμφωνία ΕΟΧ – I) της 14ης Δεκεμβρίου 1991 (EU:C:1991:490, σκέψη 35).
31 Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2018, Wightman κ.λπ. (C621/18, EU:C:2018:999, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Γνώμη της γενικής εισαγγελέα J. Kokott σχετικά με τη γνωμοδότηση 2/13 [(Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ) (EU:C:2014:2475, σημείο 159)].
33 Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Rina (C641/18, EU:C:2020:3, σημείο 141).
34 Salmon, J. (επιμ.), Dictionnaire de droit international public, Bruylant, Βρυξέλλες, 2001, σ. 283 και 284.
35 Soussan, A., «Droit international non conventionnel et ordre juridique de l’Union européenne», Union européenne et droit international, en l’honneur de P. Daillier, Éditions Pedone, Παρίσι, 2012.
36 Leray, E., και Potteau, A., «L’intégration du droit international coutumier dans l’ordre juridique communautaire», La Semaine Juridique, édition générale αριθ. 5, 3 Φεβρουαρίου 1999, II 10022, σ. 5.
37 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Ιουλίου 2012, Mahamdia (C‑154/11, EU:C:2012:491, σκέψη 55)· Rina (σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2020, Supreme Site Services κ.λπ. (C‑186/19, EU:C:2020:638, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
38 Βλ. απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2007, Λεχουρίτου κ.λπ. (C292/05, EU:C:2007:102, σκέψη 41). Ομοίως, με την απόφαση Rina, το Δικαστήριο έκρινε, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες όφειλε να προβεί το αιτούν δικαστήριο, όχι βάσει της αγωγής αποζημιώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, αλλά βάσει των εργασιών κατάταξης και πιστοποίησης των εταιριών Rina, ότι οι εν λόγω εργασίες δεν πραγματοποιήθηκαν κατά την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας (σκέψη 49 της απόφασης αυτής).
39 Επ’ αυτού, επισημαίνεται ότι η φύση των πράξεων κατά των οποίων στρέφεται η αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως δεν μεταβάλλεται λόγω της ιδιότητας του φυσικού ή νομικού προσώπου που εκπληρώνει την υποχρέωσή του ή ακόμη λόγω του γεγονότος ότι οι απαιτήσεις που σχετίζονται με την καταβολή φόρων δεν εισπράττονται από την ίδια τη φορολογική αρχή. Συγκεκριμένα, η εξόφληση της φορολογικής οφειλής προϋποθέτει επίσης την αποδοχή της σχετικής καταβολής από τη φορολογική αρχή. Επιπλέον, η μη καταβολή μπορεί να έχει συνέπειες προβλεπόμενες από τη φορολογική νομοθεσία οι οποίες δεν αφορούν τις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, με αποτέλεσμα η καταβολή των φόρων να συνδέεται άρρηκτα με την άσκηση δημόσιας εξουσίας.
40 Υπενθυμίζεται ότι η διαφοροποίηση μεταξύ πράξεων τελουμένων jure gestionis ή jure imperii βασίζεται στο κριτήριο του αν το κράτος ενεργεί ως ιδιώτης –υπό την έννοια ότι η τέλεση της πράξης δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε άσκηση δημόσιας εξουσίας ή, με άλλα λόγια, ότι η πράξη είναι τέτοια ώστε κάθε ιδιώτης θα μπορούσε να την τελέσει– ή, αντιθέτως, ασκεί δημόσια εξουσία.
41 Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στο σημείο 47 των παρουσών προτάσεων, το καθοριστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της εφαρμογής της ετεροδικίας είναι η φύση της πράξης κατά της οποίας στρέφεται η αγωγή. Κατά τη γνώμη μου, κανένας αντικειμενικός λόγος δεν καθιστά δυνατή την καθιέρωση, στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας, για τον σκοπό του χαρακτηρισμού της σχετικής πράξης, ενός νέου κριτηρίου αναγόμενου στη φύση του ασκούμενου δικαιώματος ή της ασκούμενης κατά της εν λόγω πράξης αγωγής.
42 Άρθρο 1 ΣΕΕ.
43 Πρβλ. απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1963, van Gend & Loos (26/62, EU:C:1963:1) και γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014 (EU:C:2014:2454, σκέψη 157).
44 Mouton, J.-D., «Vers la reconnaissance de droits fondamentaux aux États dans le système communautaire?», Les dynamiques du droit européen en début de siècle. Mélanges en l’honneur de J.-C. Gautron, Παρίσι, Éditions Pedone, 2004, σ. 473.
45 Άρθρο 48 ΣΕΕ.
46 Άρθρο 50 ΣΕΕ.
47 Άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ. Η υπογράμμιση δική μου. Εντούτοις, ως γνωστόν, η διαφοροποίηση μεταξύ των διαφόρων τομέων πολιτικής της Ένωσης και των κρατών μελών δεν είναι πάντοτε εξίσου σαφής στην πράξη.
48 Πρόκειται περί της αποκλειστικής εξουσίας του κράτους επί της επικράτειας και του πληθυσμού του, η οποία συνίσταται στην ανεξαρτησία, στην αρχή της μη επέμβασης και στην ελευθερία εσωτερικής οργάνωσης.
49 Πρόκειται περί της έννοιας ότι τα κράτη, υποκείμενα διεθνούς δικαίου, είναι ίσα μεταξύ τους, χωρίς κανένα να υπόκειται στην εξουσία του άλλου.
50 Gaudin, H., «L’identité de l’Union européenne au prisme de la souveraineté de ses États membres», Revue générale du droit, Chronique de droit de l’Union, 2021.
51 Υπό την έννοια ότι το Συμβούλιο μεριμνά για τα συμφέροντα των κρατών μελών, η Επιτροπή για τα συμφέροντα της Ένωσης και το Κοινοβούλιο για τα συμφέροντα των πολιτών.
52 Malenovsky, J., «À la recherche d’une solution intersystémique aux rapports du droit international et du droit de l’Union européenne», Annuaire français de droit international, τόμος 65, 2019, σ. 201 έως 234.
53 Blin, O., «La personnalité juridique de l’Union européenne après Lisbonne: véritable acquisition ou simple reconnaissance?», Bioy, X. (επιμ.), La personnalité juridique. Traditions et évolutions, σειρά «Les Travaux de l’IFR Mutation des normes juridiques», αριθ. 14, Presses de l’Université Toulouse 1 Capitole, LGDJ – Lextenso Éditions, Τουλούζη, 2013, σ. 131 έως 142.
54 Gaudin, H., όπ.π.
55 Υπογραμμίζω ότι πρόκειται περί των στόχων που καθόρισαν τα ίδια τα κράτη μέλη.
56 Βλ. σημείο 43 των παρουσών προτάσεων.
57 Άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848.
58 Άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848.
59 Άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848.
60 Άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 2015/848.
61 Άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848.
62 Άρθρο 2, σημείο 12, του κανονισμού 2015/848.
63 Αιτιολογική σκέψη 63 του κανονισμού 2015/848.
64 Εξυπακούεται ότι η ετεροδικία μπορεί να προβληθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους.
65 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως συνάγεται από την αιτιολογική σκέψη του 88, το μόνο κράτος μέλος το οποίο δεν δεσμεύεται, γενικώς, από την εφαρμογή του κανονισμού 2015/848 είναι το Βασίλειο της Δανίας.
66 Αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 2015/848.
67 Αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 2015/848.
68 Επισημαίνω, μεταξύ των παρεκκλίσεων, εκείνες που προκύπτουν από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 20 και 33 του κανονισμού 2015/848 σχετικά με τα αποτελέσματα της άσκησης της διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει του εν λόγω κανονισμού. Εν προκειμένω, όμως, μολονότι η επίκληση της ετεροδικίας εμποδίζει την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας η οποία θεμελιώνεται εγκύρως στους κανόνες που προβλέπονται στον προμνησθέντα κανονισμό, δεν πρόκειται περί παρεκκλίσεως προβλεπόμενης από τον συγκεκριμένο κανονισμό.
69 Άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 και άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 655/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών, με σκοπό τη διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2014, L 189, σ. 59). Είναι πρόδηλο ότι το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής νομοθετήματος του δικαίου της Ένωσης πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα της άσκησης της διεθνούς δικαιοδοσίας που προκύπτει από τέτοιο νομοθέτημα. Επομένως, εν προκειμένω, το παράδειγμα αυτό αφορά μόνον την απουσία συνεπειών των πράξεων που τελούνται jure imperii επί της ασκήσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει του κανονισμού 2015/848.
70 Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2018, Wiemer & Trachte (C‑296/17, EU:C:2018:902, σκέψη 36). Είναι αληθές ότι, στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει την εμβέλεια της διεθνούς δικαιοδοσίας στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας, η οποία διεπόταν από τον κανονισμό 1346/2000, τον οποίο διαδέχθηκε, με σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση, ο κανονισμός 2015/848, στο άρθρο του 3, παράγραφος 1. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/848 θεσπίζει συμπληρωματικό κανόνα, εκτιμώ ότι η συγκεκριμένη νομολογία σχετικά με την εμβέλεια της διεθνούς δικαιοδοσίας στο πλαίσιο του προϊσχύσαντος κανονισμού μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, διότι οι επίμαχες αγωγές υπάγονται, κατά την έννοια του κανονισμού 2015/848, στην ίδια διεθνή δικαιοδοσία με τις καθαυτό διαδικασίες αφερεγγυότητας.
71 Άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2015/848.
72 Υπογραμμίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, ερωτηθείς συναφώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο σύνδικος πτώχευσης στην υπόθεση της κύριας δίκης διευκρίνισε ότι δεν στάθηκε δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη τέτοιας εγκατάστασης.
73 Αιτιολογική σκέψη 48 του κανονισμού 2015/848.
74 Απόφαση Rina (σκέψη 55).
Εν πάση περιπτώσει, διευκρινίζεται, ότι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της 27ης Νοεμβρίου, Renouard κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2025:1127JUD004691121, § 53 και 54), την οποία μνημόνευσε η Γαλλική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν οδηγεί επίσης σε αντίθετο συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, από την εν λόγω απόφαση προκύπτει κατ’ ουσίαν ότι η αποδοχή της ένστασης ετεροδικίας που προβλήθηκε ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων δεν θεωρήθηκε δυσανάλογος περιορισμός του δικαιώματος του προσφεύγοντος να προσφύγει στη δικαιοσύνη, καθότι ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του μέσα ένδικης προστασίας ενώπιον των δικαστηρίων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, εάν η ετεροδικία εμποδίσει την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας, δεν προβλέπεται κανένα άλλο μέσο ένδικης προστασίας. Είναι αληθές ότι, σε υπόθεση που αφορούσε την αυτονομία της επίκλησης της ετεροδικίας σε σχέση με την ύπαρξη άλλων μέσων ένδικης προστασίας που καθιστούν δυνατή την εξασφάλιση αποκατάστασης, το Διεθνές Δικαστήριο (στο εξής: ΔΔ) έκρινε ότι το ζήτημα του αν ένα κράτος μπορεί να απολαύει ετεροδικίας ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους είναι όλως διακριτό από το ζήτημα του αν στοιχειοθετείται η διεθνής ευθύνη του εν λόγω κράτους και αν το εν λόγω κράτος υπέχει υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας. Υπογραμμίζεται, εντούτοις, ότι η υπόθεση εκείνη εντασσόταν σε ένα όλως ιδιαίτερο πλαίσιο που αφορούσε τις αποζημιώσεις των θυμάτων εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, το οποίο συνδεόταν επίσης με τις ιδιαίτερες περιστάσεις των διαπραγματεύσεων που είχαν διεξαχθεί συναφώς μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών [Ετεροδικία του κράτους, Γερμανία κατά Ιταλίας· Ελλάδα (παρεμβαίνουσα), απόφαση. C.I.J. Recueil 2012, σ. 99 έως 102]}.
75 Βλ. άρθρα 258 έως 260 ΣΛΕΕ.
76 Μολονότι το εν λόγω πρωτόκολλο δέσμευε αρχικώς το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, τούτο δεν συμβαίνει πλέον μετά το Brexit. Επομένως, το πρωτόκολλο εφαρμόζεται πλέον μόνον στην Ιρλανδία.
77 Κατά την αιτιολογική σκέψη 87 του κανονισμού 2015/848, η Ιρλανδία διατύπωσε, εντούτοις, την επιθυμία να συμμετάσχει στην έκδοση και την εφαρμογή του κανονισμού αυτού.
78 Κατά την αιτιολογική σκέψη 88 του κανονισμού 2015/848, το Βασίλειο της Δανίας δεν συμμετέχει στην έκδοση του κανονισμού αυτού ούτε δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.
79 Πρβλ. διάταξη της 22ας Ιουνίου 1965, Acciaierie San Michele κατά Ανωτάτης Αρχής (9/65, EU:C:1965:63).
80 Άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ.
81 Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, Επιτροπή κατά Ιταλίας (39/72, EU:C:1973:13).
82 Βλ., μεταξύ άλλων, σκέψεις 20, 24 και 25 της απόφασης της 7ης Φεβρουαρίου 1973, Επιτροπή κατά Ιταλίας (39/72, EU:C:1973:13). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε τελικώς ότι το κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συμμετοχή του στην Ένωση.
83 Βλ., μεταξύ άλλων, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Απριλίου 2010, Bressol κ.λπ. (C73/08, EU:C:2010:181, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
84 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2000, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C404/97, EU:C:2000:345, σκέψη 40), και διάταξη της 6ης Δεκεμβρίου 1990, Zwartveld κ.λπ. (C2/88-IMM, EU:C:1990:440, σκέψεις 17 έως 21). Εξάλλου, η διάταξη παρουσιάζει ενδιαφέρον από την άποψη της κατ’ αναλογίαν ερμηνείας. Με την εν λόγω διάταξη, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί, σε καμία περίπτωση, ότι το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στα κοινοτικά όργανα τη δυνατότητα να αγνοούν την υποχρέωση συνεργασίας. Εάν τούτο ισχύει για την Ένωση, για ποιον λόγο τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να απολαύουν ετεροδικίας ώστε να αποφύγουν την εν λόγω υποχρέωση όπως, στην υπό κρίση υπόθεση, κατά την εφαρμογή των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας;
85 Βεβαίως, το συμπέρασμα αυτό καθίσταται επιβεβλημένο διότι υπάρχουν ειδικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Είναι αληθές ότι, ελλείψει διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα, θα έπρεπε να γίνει παραπομπή στο εθνικό δίκαιο και στις αρχές του διεθνούς δικαίου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia, 244/80, EU:C:1981:302, σκέψη 24).
86 Βεβαίως, το ανωτέρω συμπέρασμα ισχύει μόνον έναντι των κρατών μελών. Μολονότι τα δικαστήρια του κράτους κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας έχουν επίσης διεθνή δικαιοδοσία για να εκδικάσουν αγωγές κατά των υπηκόων τρίτων κρατών (βλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Schmid, C328/12, EU:C:2014:6, σκέψη 33 και διατακτικό), τα εν λόγω κράτη δεν συμμετέχουν στο ευρωπαϊκό εγχείρημα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν παραιτηθεί από την ετεροδικία. Είναι αληθές ότι η ανωτέρω θέση θίγει την ίση μεταχείριση μεταξύ των φορολογικών αρχών κράτους μέλους και των φορολογικών αρχών τρίτου κράτους. Πρόκειται, εντούτοις, για συνέπεια εγγενή στο σύστημα που καθιερώθηκε με τον κανονισμό. Κατά τα λοιπά, δεδομένου ότι τα τρίτα κράτη δεν δεσμεύονται από τους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στον κανονισμό 2015/848, θα μπορούσε να ασκηθεί αγωγή πτωχευτικής ανακλήσεως στα εν λόγω κράτη, ώστε να αντιμετωπιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η διαφαινόμενη άνιση μεταχείριση.