This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62024TO0392
Order of the General Court (Sixth Chamber) of 26 November 2024.#Raf Verbeke and Elias Vlerick v European Parliament and Council of the European Union.#Action for annulment – Regulation (EU) 2024/1263 – Regulation (EU) 2024/1264 – Directive (EU) 2024/1265 – Legislative act – Act entailing implementing measures – Lack of direct concern – Manifest inadmissibility – Request for ‘constitutional dialogue’ with the Cour constitutionnelle (Constitutional Court, Belgium) – Clear lack of jurisdiction.#Case T-392/24.
Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 26ης Νοεμβρίου 2024.
Raf Verbeke και Elias Vlerick κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Προσφυγή ακυρώσεως – Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1263 – Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1264 – Οδηγία (ΕΕ) 2024/1265 – Νομοθετική πράξη – Πράξη για την εφαρμογή της οποίας απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα – Πράξη που δεν αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα – Προδήλως απαράδεκτο – Αίτημα για διεξαγωγή “συνταγματικού διαλόγου” με το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου – Πρόδηλη αναρμοδιότητα.
Υπόθεση T-392/24.
Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 26ης Νοεμβρίου 2024.
Raf Verbeke και Elias Vlerick κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Προσφυγή ακυρώσεως – Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1263 – Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1264 – Οδηγία (ΕΕ) 2024/1265 – Νομοθετική πράξη – Πράξη για την εφαρμογή της οποίας απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα – Πράξη που δεν αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα – Προδήλως απαράδεκτο – Αίτημα για διεξαγωγή “συνταγματικού διαλόγου” με το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου – Πρόδηλη αναρμοδιότητα.
Υπόθεση T-392/24.
Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section
ECLI identifier: ECLI:EU:T:2024:871
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 26ης Νοεμβρίου 2024 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως – Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1263 – Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1264 – Οδηγία (ΕΕ) 2024/1265 – Νομοθετική πράξη – Πράξη για την εφαρμογή της οποίας απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα – Πράξη που δεν αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα – Προδήλως απαράδεκτο – Αίτημα για διεξαγωγή “συνταγματικού διαλόγου” με το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου – Πρόδηλη αναρμοδιότητα»
Στην υπόθεση T‑392/24,
Raf Verbeke, κάτοικος Γάνδης (Βέλγιο),
Elias Vlerick, κάτοικος Γάνδης,
εκπροσωπούμενοι από την M. Kaçar, δικηγόρο,
προσφεύγοντες,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
καθών,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. J. Costeira (εισηγήτρια), πρόεδρο, U. Öberg και P. Zilgalvis, δικαστές,
γραμματέας: V. Di Bucci
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
|
1 |
Με την προσφυγή που άσκησαν δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, οι προσφεύγοντες, Raf Verbeke και Elias Vlerick, ζητούν, πρώτον, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1263 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2024, σχετικά με τον αποτελεσματικό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και την πολυμερή δημοσιονομική εποπτεία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου (ΕΕ L, 2024/1263), του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1264 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2024, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ L, 2024/1264), και της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1265 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2024, για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/85/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (ΕΕ L, 2024/1265) (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες πράξεις), και, δεύτερον και επικουρικώς, τη διεξαγωγή από το Γενικό Δικαστήριο ενός «συνταγματικού διαλόγου» με το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου σχετικά με την εφαρμογή των προσβαλλόμενων πράξεων από τις βελγικές αρχές. |
Σκεπτικό
|
2 |
Κατά το άρθρο 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, όταν το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία. |
|
3 |
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτισθεί από τα έγγραφα της δικογραφίας και ότι είναι σε θέση να αποφανθεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου αυτού, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία. |
Επί του πρώτου αιτήματος των προσφευγόντων
|
4 |
Με το πρώτο αίτημά τους, οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει τους κανονισμούς 2024/1263 και 2024/1264, καθώς και την οδηγία 2024/1265. |
|
5 |
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[κ]άθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα [και για την εφαρμογή των οποίων δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα]». |
|
6 |
Επομένως, το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ διακρίνει τρεις περιπτώσεις στις οποίες προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα από φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να κριθεί παραδεκτή. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί αν, εν προκειμένω, συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές. |
|
7 |
Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι, δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες δεν είναι αποδέκτες των προσβαλλόμενων πράξεων, δεν έχουν δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής βάσει της πρώτης περίπτωσης του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
8 |
Εν συνεχεία, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η έκφραση «κανονιστική πράξη», κατά την έννοια της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν περιλαμβάνει τις νομοθετικές πράξεις. |
|
9 |
Η διάκριση μεταξύ νομοθετικής και κανονιστικής πράξεως στηρίζεται στο κριτήριο της, νομοθετικής ή μη, διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοσή της (διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, T‑18/10, EU:T:2011:419, σκέψη 65). |
|
10 |
Το άρθρο 289, παράγραφοι 1 έως 3, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι οι νομικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διαδικασίες οι οποίες καλούνται «συνήθης νομοθετική διαδικασία» και «ειδική νομοθετική διαδικασία» αποτελούν νομοθετικές πράξεις. |
|
11 |
Εν προκειμένω, από το προοίμιο του κανονισμού 2024/1263 προκύπτει ότι αυτός έχει ως νομική βάση το άρθρο 121, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ και ότι εκδόθηκε κατά τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Επιπλέον, από το προοίμιο του κανονισμού 2024/1264 προκύπτει ότι αυτός έχει ως νομική βάση το άρθρο 126, παράγραφος 14, ΣΛΕΕ και ότι εκδόθηκε κατά την ειδική νομοθετική διαδικασία. |
|
12 |
Επομένως, οι κανονισμοί 2024/1263 και 2024/1264, κατά το μέτρο που εκδόθηκαν κατά τη συνήθη και την ειδική, αντίστοιχα, νομοθετική διαδικασία, αποτελούν νομοθετικές και όχι κανονιστικές πράξεις κατά την έννοια της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
13 |
Περαιτέρω, όσον αφορά την οδηγία 2024/1265, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ορίζει ότι «[η] οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών». Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωσή τους προς την [εν λόγω] οδηγία έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025». |
|
14 |
Επομένως, στο μέτρο που αίτημα της προσφυγής είναι η ακύρωση μιας οδηγίας προς την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να συμμορφωθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, θέτοντας σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, για την επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων της εν λόγω οδηγίας έναντι των προσφευγόντων απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ήτοι εθνικά μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο δυνάμενα να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. |
|
15 |
Ως εκ τούτου, από τις σκέψεις 12 και 14 ανωτέρω προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά των προσβαλλομένων πράξεων δυνάμει της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
16 |
Τέλος, και κατά συνέπεια, το πρώτο αίτημα θα μπορούσε να κριθεί παραδεκτό μόνο στο μέτρο που οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αφορούν άμεσα και ατομικά τους προσφεύγοντες, δυνάμει της δεύτερης περίπτωσης του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
17 |
Όσον αφορά την έννοια του άμεσου επηρεασμού, επισημαίνεται ότι η απόφαση που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο όταν συντρέχουν σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις, ήτοι το προσβαλλόμενο μέτρο, αφενός, παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του φυσικού ή νομικού προσώπου και, αφετέρου, δεν καταλείπει εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, δεδομένου ότι έχει εντελώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από τη ρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων (πρβλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2018, Scuola Elementare Maria Montessori κατά Επιτροπής, Επιτροπή κατά Scuola Elementare Maria Montessori και Επιτροπή κατά Ferracci, C‑622/16 P έως C‑624/16 P, EU:C:2018:873, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
18 |
Όσον αφορά την πρώτη από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, κατά πάγια νομολογία, αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ μπορούν να αποτελέσουν όλες οι θεσπιζόμενες από τα θεσμικά όργανα διατάξεις, ανεξαρτήτως του είδους τους, οι οποίες αποσκοπούν στην παραγωγή δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων (βλ. απόφαση της 3ης Ιουνίου 2021, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου,C‑650/18, EU:C:2021:426, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
19 |
Προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα και είναι, ως εκ τούτου, δεκτική προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, πρέπει να εξετάζεται η ουσία της και να εκτιμώνται τα αποτελέσματά της με γνώμονα αντικειμενικά κριτήρια, όπως το περιεχόμενο της εν λόγω πράξης, λαμβανομένων ενδεχομένως υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε και των εξουσιών του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε (βλ. απόφαση της 3ης Ιουνίου 2021, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου,C‑650/18, EU:C:2021:426, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
20 |
Επομένως, η ικανότητα μιας πράξης να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως φυσικού ή νομικού προσώπου δεν μπορεί να εκτιμάται με μόνο γνώμονα το γεγονός ότι η πράξη αυτή περιβάλλεται τη μορφή οδηγίας (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 64). |
|
21 |
Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις, οι οποίες καλούνται από κοινού «μεταρρύθμιση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης» (βλ. αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2024/1265), αποσκοπούν στη μεταρρύθμιση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, υπό το πρίσμα των στόχων της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της βιωσιμότητας του χρέους των κρατών μελών. |
|
22 |
Στο πλαίσιο αυτό, πρώτον, ο κανονισμός 2024/1263 έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό κανόνων που διασφαλίζουν αποτελεσματικό συντονισμό των υγιών οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και, ιδίως, λεπτομερών κανόνων σχετικά με το περιεχόμενο εθνικών μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών‑διαρθρωτικών σχεδίων (άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού). |
|
23 |
Δεύτερον, ο κανονισμός 2024/1264 τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΕ) 1467/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ 1997, L 209, σ. 6, και διορθωτικό ΕΕ 1998, L 46, σ. 20), ο οποίος έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση διατάξεων για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος των κρατών μελών τα οποία υιοθετούν το κοινό νόμισμα (άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού). |
|
24 |
Τρίτον, η οδηγία 2024/1265 τροποποιεί την οδηγία 2011/85/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (ΕΕ 2011, L 306, σ. 41), η οποία καθορίζει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τα χαρακτηριστικά των δημοσιονομικών πλαισίων των κρατών μελών με σκοπό την αποφυγή υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων (άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας). |
|
25 |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, καθόσον προβλέπουν ένα πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης αυτών, ιδίως κανόνες σχετικούς με τα εθνικά δημοσιονομικά-διαρθρωτικά σχέδια, τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος των κρατών μελών τα οποία έχουν υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα και τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών με σκοπό την αποφυγή υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. |
|
26 |
Ως εκ τούτου, οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν δύνανται να παραγάγουν άμεσα δεσμευτικά αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως των προσφευγόντων. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται εξάλλου από τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής. |
|
27 |
Πράγματι, αφενός, οι προσφεύγοντες δεν προσδιορίζουν καμία συγκεκριμένη διάταξη των προσβαλλόμενων πράξεων η οποία να δύναται να παραγάγει αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεώς τους, αλλά ζητούν απλώς την ακύρωση των εν λόγω πράξεων στο σύνολό τους. |
|
28 |
Αφετέρου, οι προσφεύγοντες δεν επικαλούνται κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα των προσβαλλόμενων πράξεων επί της νομικής καταστάσεώς τους. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι οι εν λόγω πράξεις παράγουν αποτελέσματα στη διαχείριση και τα δικαιώματα κυριότητας επί των δημόσιων εκτάσεων του Δήμου Γάνδης (Βέλγιο), με τρόπο που δεν συνάδει με τα συμφέροντά τους σε αυτήν τη διαχείριση. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι οι πράξεις αυτές, πρώτον, εμποδίζουν την αναγνώριση «[μιας] αξίας γης [για τη μεταβίβαση ορισμένων δημόσιων εκτάσεων] ως περιουσιακού στοιχείου το οποίο παρέχει τη δυνατότητα σύναψης δανείου για την αποζημίωση του προηγούμενου αγοραστή της εκτάσεως», δεύτερον, ενδέχεται να παραβιάζουν τη «συνταγματική ταυτότητα» του Βελγίου και, τρίτον, «επιβάλλουν κανόνες για τις δαπάνες και το χρέος που εμποδίζουν τις τοπικές αρχές να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν από το Σύνταγμα». |
|
29 |
Εντούτοις, τα ενδεχόμενα αποτελέσματα των προσβαλλόμενων πράξεων στη διαχείριση και τα δικαιώματα ενός δημόσιου φορέα, όπως ο Δήμος Γάνδης, δεν συνιστούν αποτελέσματα τα οποία επηρεάζουν άμεσα τη νομική κατάσταση των προσφευγόντων, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 17 ανωτέρω. |
|
30 |
Δεδομένου ότι η μία από τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στη σκέψη 17 ανωτέρω, ήτοι η προϋπόθεση του άμεσου επηρεασμού, δεν πληρούται, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς για την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων δυνάμει της δεύτερης περίπτωσης του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
31 |
Επομένως, το πρώτο αίτημα των προσφευγόντων πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτο, δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να θεμελιώσουν την ιδιότητά τους ως ενεργητικώς νομιμοποιούμενων για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά των προσβαλλόμενων πράξεων σε καμία από τις περιπτώσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
Επί του δευτέρου αιτήματος των προσφευγόντων
|
32 |
Με το δεύτερο αίτημά τους, το οποίο προβάλλεται επικουρικώς, οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να διεξαγάγει έναν «συνταγματικό διάλογο» με το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου σχετικά με την εφαρμογή των προσβαλλόμενων πράξεων από τις βελγικές αρχές. |
|
33 |
Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, δεν είναι αρμόδιο για τη διεξαγωγή «συνταγματικού διαλόγου» με ένα εθνικό δικαστήριο. |
|
34 |
Επομένως, το δεύτερο αίτημα των προσφευγόντων πρέπει να απορριφθεί λόγω της πρόδηλης αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου να κρίνει επ’ αυτού. |
|
35 |
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει λόγω της πρόδηλης αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου να κρίνει επί αυτού του ζητήματος. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
36 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διάταξη εκδίδεται πριν από την επίδοση του δικογράφου της προσφυγής στους καθών και πριν αυτοί υποβληθούν σε έξοδα, αρκεί να αποφασιστεί ότι οι προσφεύγοντες φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους σύμφωνα με το άρθρο 133 του Κανονισμού Διαδικασίας. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα) διατάσσει: |
|
|
|
Λουξεμβούργο, 26 Νοεμβρίου 2024. Ο γραμματέας V. Di Bucci Η πρόεδρος M. J. Costeira |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.