Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62024CC0621

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Richard de la Tour της 23ης Οκτωβρίου 2025.


Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2025:821

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JEAN RICHARD DE LA TOUR

της 23ης Οκτωβρίου 2025 ( 1 )

Υπόθεση C‑621/24

Landkreis Schweinfurt

κατά

FB

[αίτηση του Bundessozialgericht (ομοσπονδιακού δικαστηρίου διαφορών κοινωνικής ασφάλισης, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Πολιτική ασύλου – Οδηγία 2013/33/ΕΕ – Υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία – Άρθρο 17 – Γενικοί κανόνες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής – Περιεχόμενο της απαίτησης για την εξασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου – Ίση μεταχείριση – Άρθρο 20, παράγραφος 1 – Περιορισμός των υλικών συνθηκών υποδοχής – Έννοια της μεταγενέστερης αίτησης – Εθνικός κανόνας που αποκλείει από το δικαίωμα σε παροχές για την κάλυψη των αναγκών σε ρουχισμό και καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης τους αιτούντες εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013, εκτός αν συντρέχουν ως προς αυτούς ιδιαίτερες περιστάσεις – Επιτρεπτό»

I. Εισαγωγή

1.

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, το περιεχόμενο του δικαιώματος που αναγνωρίζεται στους αιτούντες διεθνή προστασία ( 2 ) από το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ ( 3 ) σε παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής οι οποίες να τους εξασφαλίζουν ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο για την προστασία της σωματικής και της ψυχικής τους υγείας και για τη διασφάλιση της συντήρησής τους στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο αναζητούν άσυλο ( 4 ).

2.

Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του FB, ενός νεαρού Αφγανού υπηκόου, αιτούντος διεθνή προστασία, και της Landkreis Schweinfurt (Περιφέρειας Schweinfurt, Γερμανία), σχετικά με τη νομιμότητα αποφάσεως με την οποία αφαιρέθηκε από το εν λόγω πρόσωπο η πρόσβαση σε παροχές που προορίζονταν για την κάλυψη των αναγκών του σε ρουχισμό και καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης, με την αιτιολογία ότι επέκειτο απομάκρυνσή του από την επικράτεια ως αποτέλεσμα της εκτελέσεως αποφάσεως μεταφοράς εκδοθείσας κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 ( 5 ).

3.

Το Bundessozialgericht (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο διαφορών κοινωνικής ασφάλισης, Γερμανία) ζητεί, κατ’ αρχάς, να διευκρινιστεί από το Δικαστήριο αν το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να επιφυλάσσει στους αιτούντες εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς κατ’ εφαρμογήν του ως άνω κανονισμού λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση απ’ ό,τι στους αιτούντες οι οποίοι, αντιθέτως, πρόκειται να παραμείνουν στο έδαφος του εν λόγω κράτους.

4.

Εν συνεχεία, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το εν λόγω κράτος μέλος εξασφαλίζει στους αιτούντες επαρκές βιοτικό επίπεδο, το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και ψυχική τους υγεία, όταν τους χορηγεί παροχές σε είδος οι οποίες καλύπτουν τη στέγη, την τροφή, την προσωπική φροντίδα και την υγειονομική περίθαλψη, αλλά τους αποκλείει, κατ’ αρχήν, από την παροχή του βοηθήματος για ρουχισμό και του οικονομικού βοηθήματος που προορίζεται για την κάλυψη των αναγκών τους σε καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης.

5.

Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί από το Δικαστήριο αν ένας τέτοιος περιορισμός των υλικών συνθηκών υποδοχής μπορεί να επιβληθεί βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/33 για τον λόγο ότι η αίτηση που υπέβαλε ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά, εν προκειμένω, μεταγενέστερη αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ ( 6 ).

6.

Κατ’ αρχάς, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/33 αντιτίθεται σε εθνικό κανόνα ο οποίος αποκλείει κατ’ αρχήν από τις παροχές που προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών σε ρουχισμό και καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης τους αιτούντες εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί, αλλά δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, απόφαση μεταφοράς. Θα στηριχθώ, συναφώς, στις αρχές που το Δικαστήριο διατύπωσε διαδοχικώς με τις αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Cimade και GISTI ( 7 ), της 12ης Νοεμβρίου 2019, Haqbin ( 8 ), της 14ης Ιανουαρίου 2021, The International Protection Appeals Tribunal κ.λπ. ( 9 ), και, τέλος, της 1ης Αυγούστου 2022, Ministero dell’Interno (Ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής) ( 10 ). Ειδικότερα, θα υπενθυμίσω ότι η υποχρέωση του κράτους μέλους υποδοχής να μεριμνά για την παροχή στους αιτούντες επαρκούς βιοτικού επιπέδου το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και ψυχική τους υγεία επιβάλλει την παροχή σε εκείνους οι οποίοι στερούνται οικονομικής ανεξαρτησίας ενός βοηθήματος για την ένδυση και ενός οικονομικού βοηθήματος για τα καθημερινά έξοδα, τούτο δε μέχρι την πραγματική μεταφορά τους στο κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς τους διεθνούς προστασίας.

7.

Εν συνεχεία, θα εξηγήσω ότι ένας τέτοιος αποκλεισμός δεν ήταν, εν προκειμένω, δυνατό να στηριχθεί στις διατάξεις του άρθρου 20, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/33, στο μέτρο που μια αίτηση όπως αυτή που υπέβαλε ο FB δεν συνιστούσε «μεταγενέστερη αίτηση» για τους λόγους τους οποίους το Δικαστήριο εξέθεσε στην απόφαση Khan Yunis και Baabda ( 11 ), η οποία εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2024, ήτοι μερικούς μήνες μετά την υποβολή της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

II. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ένωσης

1. Η οδηγία 2013/32

8.

Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας 2013/32, ως «μεταγενέστερη αίτηση» νοείται «η περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά τη λήψη [απρόσβλητης] απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο αιτών ρητά ανακάλεσε την αίτησή του και περιπτώσεων όπου η αποφαινόμενη αρχή απέρριψε αίτηση μετά από τη σιωπηρή της ανάκληση σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1».

2. Η οδηγία 2013/33

9.

Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 35 της οδηγίας 2013/33 έχουν ως εξής:

«(8)

Για να εξασφαλισθεί η ίση μεταχείριση των αιτούντων στο σύνολο της Ένωσης, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια και τους τύπους διαδικασιών που αφορούν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας, σε όλους τους χώρους και τις εγκαταστάσεις που φιλοξενούν αιτούντες και για όσο διάστημα έχουν τη δυνατότητα παραμονής στο έδαφος των κρατών μελών ως αιτούντες.

[…]

(11)

Είναι σκόπιμο να θεσπισθούν πρότυπα για την υποδοχή των αιτούντων, τα οποία, θα επαρκούν για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου και συγκρίσιμων συνθηκών διαβίωσης σε όλα τα κράτη μέλη.

[…]

(35)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και συνάδει με τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [ ( 12 )]. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία αποβλέπει στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στην προώθηση της εφαρμογής των άρθρων 1, 4, 6, 7, 18, 21, 24 και 47 του Χάρτη και πρέπει να εφαρμοσθεί αναλόγως.»

10.

Κατά το άρθρο 1 της ως άνω οδηγίας, σκοπός της είναι η θέσπιση προτύπων για την υποδοχή των αιτούντων στα κράτη μέλη.

11.

Το άρθρο 2, στοιχείο ζʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τις «υλικές συνθήκες υποδοχής» ως «[τις] συνθήκες υποδοχής που περιλαμβάνουν την παροχή στέγης, τροφής και ρουχισμού, σε είδος ή υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων, ή συνδυασμό των τριών, καθώς και ένα βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα».

12.

Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, η οδηγία αυτή «εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους ανιθαγενείς που ασκούν αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στο έδαφος […] κράτους μέλους, εφόσον τους επιτρέπεται να παραμείνουν στο έδαφος ως αιτούντες […]».

13.

Το άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικοί κανόνες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη», ορίζει στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, και στις παραγράφους 3 και 5 τα εξής:

«2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι υλικές συνθήκες υποδοχής να εξασφαλίζουν στους αιτούντες επαρκές βιοτικό επίπεδο, το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και την ψυχική τους υγεία.

[…]

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαρτούν την παροχή του συνόλου ή μέρους των υλικών συνθηκών υποδοχής και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από την προϋπόθεση ότι οι αιτούντες δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους που να τους εξασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο από απόψεως υγείας και να καθιστούν δυνατή τη συντήρησή τους.

[…]

5.   Όταν τα κράτη μέλη παρέχουν υλικές συνθήκες υποδοχής υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων, το ποσό τους καθορίζεται σύμφωνα με το επίπεδο ή τα επίπεδα που έχει καθορίσει το οικείο κράτος μέλος είτε νομοθετικά είτε στην πράξη για να εξασφαλίζει επαρκές βιοτικό επίπεδο στους υπηκόους του. Τα κράτη μέλη δύνανται να παρέχουν στους αιτούντες λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από ό,τι στους υπηκόους τους στις περιπτώσεις αυτές, ειδικότερα όταν υλικές συνθήκες υποδοχής παρέχονται εν μέρει σε είδος ή στην περίπτωση που τα εν λόγω επίπεδα, που παρέχονται στους υπηκόους τους, αποσκοπούν στο να τους εξασφαλίσουν βιοτικό επίπεδο υψηλότερο από αυτό που περιγράφεται για τους αιτούντες στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.»

14.

Το άρθρο 20 της ως άνω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Περιορισμός ή ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής», προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν ή, σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να ανακαλούν τις υλικές συνθήκες υποδοχής όταν ο αιτών:

[…]

γ)

έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση όπως καθορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ιζʹ της οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

[…]

5.   Οι αποφάσεις για τον περιορισμό ή την αφαίρεση πρόσβασης στις υλικές συνθήκες υποδοχής […] λαμβάνονται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη βάση και πρέπει να αιτιολογούνται. Οι αποφάσεις βασίζονται στην ειδική κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου […], λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σύμφωνα με το άρθρο 19 και εξασφαλίζουν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όλους τους αιτούντες.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δεν ανακαλούνται ούτε περιορίζονται οι υλικές συνθήκες υποδοχής πριν ληφθεί απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 5.»

3. Ο κανονισμός Δουβλίνο III

15.

Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 του κανονισμού Δουβλίνο III έχουν ως εξής:

«(11)

Η οδηγία [2013/33] θα πρέπει να εφαρμόζεται στη διαδικασία για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους, όπως ρυθμίζεται στον παρόντα κανονισμό, με τους περιορισμούς της εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

(12)

Η οδηγία [2013/32/ΕΕ] θα πρέπει να εφαρμόζεται επιπλέον και με την επιφύλαξη των διατάξεων σχετικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις που διέπονται βάσει του παρόντος κανονισμού, με τους περιορισμούς της εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.»

16.

Το άρθρο 18 του ως άνω κανονισμού απαριθμεί τις «[υ]ποχρεώσεις του υπεύθυνου κράτους μέλους» ως εξής:

«1.   Το υπεύθυνο κράτος μέλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού υποχρεούται:

[…]

γ)

να αναλαμβάνει εκ νέου, υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 23, 24, 25 και 29, υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα ο οποίος ανακάλεσε την υπό εξέταση αίτησή του και έκανε αίτηση σε άλλο κράτος μέλος ή ο οποίος ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους χωρίς τίτλο διαμονής,

[…]

Στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχείο γ), όταν το υπεύθυνο κράτος μέλος είχε διακόψει την εξέταση αίτησης μετά από ανάκλησή της από τον αιτούντα πριν από τη λήψη απόφασης επί της ουσίας πρωτοδίκως, το εν λόγω κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι ο αιτών έχει δικαίωμα να ζητήσει να ολοκληρωθεί η εξέταση της αίτησής του ή να υποβάλει νέα αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία δεν θα αντιμετωπισθεί ως μεταγενέστερη αίτηση, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/32/ΕΕ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ολοκληρώνεται η εξέταση της αίτησης.

[…]»

Β.   Το γερμανικό δίκαιο

1. Ο νόμος περί των υλικών συνθηκών υποδοχής

17.

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 5, του Asylbewerberleistungsgesetz (νόμου περί παροχών προς τους αιτούντες άσυλο), όπως δημοσιεύθηκε στις 5 Αυγούστου 1997 ( 13 ), και όπως τροποποιήθηκε τελευταία με το άρθρο 18 του Gesetz zur Stärkung der Impfprävention gegen COVID‑19 und zur Änderung weiterer Vorschriften im Zusammenhang mit der COVID‑19-Pandemie (νόμου για την ενίσχυση του προληπτικού εμβολιασμού κατά της νόσου COVID‑19 και για την τροποποίηση άλλων διατάξεων σχετικά με την πανδημία COVID‑19) ( 14 ), της 10ης Δεκεμβρίου 2021 (στο εξής: νόμος περί των υλικών συνθηκών υποδοχής), προβλέπει τα εξής:

«(1)   Δικαίωμα σε παροχές βάσει του παρόντος νόμου έχουν οι αλλοδαποί που διαμένουν πράγματι στο ομοσπονδιακό έδαφος και οι οποίοι

[…]

5.

υπόκεινται σε εκτελεστή υποχρέωση εγκατάλειψης του εδάφους της χώρας, ακόμη και αν η απειλή απομάκρυνσης δεν είναι ακόμη ή δεν είναι πλέον εκτελεστή.»

18.

Το άρθρο 1a του ως άνω νόμου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Περιορισμός δικαιωμάτων», προβλέπει τα εξής:

«(1)   Τα πρόσωπα που δικαιούνται παροχές σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 5, για τα οποία έχει καθορισθεί ημερομηνία και δυνατότητα αναχώρησης, δεν δικαιούνται τις παροχές των άρθρων 2, 3 και 6 από την επομένη της ημερομηνίας αναχώρησης, εκτός εάν η αναχώρηση δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητά τους. Μέχρι την αναχώρησή τους ή την πραγματοποίηση της απομάκρυνσής τους, χορηγούνται σε αυτούς μόνον παροχές για την κάλυψη των αναγκών τους σε τροφή και στέγη, συμπεριλαμβανομένης της θέρμανσης, καθώς και της προσωπικής φροντίδας και της υγειονομικής περίθαλψης. Μόνον εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις σε συγκεκριμένη περίπτωση μπορούν να τους χορηγηθούν και άλλες παροχές κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος. Οι παροχές θα πρέπει, κατά κανόνα, να χορηγούνται σε είδος.

[…]

(7)   Τα πρόσωπα που δικαιούνται παροχές σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, σημεία 1 ή 5, των οποίων η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με απόφαση της Bundesamt für Migration und Flüchtlinge [Ομοσπονδιακής υπηρεσίας μετανάστευσης και προσφύγων, Γερμανία] σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, σημείο 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 31, παράγραφος 6, του Asylgesetz (AsylG) [(γερμανικού νόμου περί ασύλου) ( 15 ), της 26ης Ιουνίου 1992] και για τα οποία έχει διαταχθεί η απομάκρυνση σύμφωνα με το άρθρο 34a, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, δεύτερη περίπτωση, του εν λόγω νόμου, λαμβάνουν μόνον παροχές σύμφωνα με την παράγραφο 1, ακόμη και αν η απόφαση δύναται να προσβληθεί. Η πρώτη περίοδος δεν εφαρμόζεται εάν δικαστήριο έχει διατάξει η προσφυγή κατά της απόφασης απομάκρυνσης να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.»

19.

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου περί των υλικών συνθηκών υποδοχής ορίζει τα εξής:

«Τα πρόσωπα που δικαιούνται παροχές σύμφωνα με το άρθρο 1 λαμβάνουν παροχές για την κάλυψη των αναγκών τροφής, στέγης, θέρμανσης, ρουχισμού, υγειονομικής περίθαλψης και καταναλωτικών αγαθών οικιακής χρήσης (βασικές ανάγκες). Επιπλέον, χορηγούνται σε αυτούς παροχές για την κάλυψη προσωπικών αναγκών της καθημερινής ζωής (βασικές προσωπικές ανάγκες).»

20.

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου προβλέπει τα εξής:

«Άλλες παροχές μπορούν να χορηγούνται ιδίως όταν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση του βιοτικού επιπέδου ή της υγείας, επιβεβλημένες για την κάλυψη ειδικών αναγκών τέκνων ή αναγκαίες για την εκπλήρωση υποχρέωσης διοικητικής φύσεως. […]»

2. Ο νόμος περί ασύλου

21.

Το άρθρο 29 του νόμου περί ασύλου, όπως δημοσιεύθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 2008 ( 16 ), και όπως τροποποιήθηκε τελευταία με το άρθρο 9 του Gesetz zur Weiterentwicklung des Ausländerzentralregisters (νόμου για την ανάπτυξη του κεντρικού μητρώου αλλοδαπών) ( 17 ), της 9ης Ιουλίου 2021, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απαράδεκτες αιτήσεις», προβλέπει στην παράγραφο 1, σημείο 1, τα εξής:

«Η αίτηση ασύλου είναι απαράδεκτη όταν

1. άλλο κράτος μέλος είναι

a)

βάσει του κανονισμού [Δουβλίνο ΙΙΙ] […]

[…]

υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου.»

22.

Το άρθρο 34a, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου προβλέπει τα εξής:

«Εάν ο αλλοδαπός πρέπει να απομακρυνθεί […] σε κράτος υπεύθυνο για την εφαρμογή της διαδικασίας ασύλου […], η ομοσπονδιακή υπηρεσία μετανάστευσης και προσφύγων διατάσσει την απομάκρυνση προς το κράτος αυτό, μόλις διαπιστωθεί ότι αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί. Το ίδιο ισχύει και όταν ο αλλοδαπός έχει υποβάλει την αίτηση ασύλου σε άλλο κράτος, το οποίο είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή της διαδικασίας ασύλου βάσει διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνούς σύμβασης, ή όταν έχει ανακαλέσει την αίτησή του πριν εκδοθεί σχετική απόφαση της Ομοσπονδιακής υπηρεσίας μετανάστευσης και προσφύγων. […]»

III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

23.

Ο FB είναι Αφγανός υπήκοος ο οποίος εισήλθε στη Γερμανία στις 25 Αυγούστου 2021 σε ηλικία 19 ετών και καταχωρίστηκε ως αιτών διεθνή προστασία στις 6 Σεπτεμβρίου 2021. Η ομοσπονδιακή υπηρεσία μετανάστευσης και προσφύγων ζήτησε από τη Ρουμανία να τον αναλάβει εκ νέου για τον λόγο ότι ο FB είχε προηγουμένως υποβάλει εκεί αίτηση διεθνούς προστασίας στις 6 Αυγούστου 2021, την οποία στη συνέχεια ανακάλεσε σιωπηρώς ( 18 ).

24.

Όσον αφορά τις υλικές συνθήκες υποδοχής που του παρασχέθηκαν από τον Σεπτέμβριο του 2021, ο FB φιλοξενήθηκε σε κέντρο πρώτης υποδοχής στην Περιφέρεια Schweinfurt. Έλαβε τις παροχές σε είδος που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 3a του νόμου περί των υλικών συνθηκών υποδοχής, ήτοι θερμαινόμενο και συντηρούμενο κατάλυμα, τροφή, ρουχισμό, οικιακή ηλεκτρική ενέργεια, προϊόντα προσωπικής φροντίδας και υγιεινής, καθώς και πρόσβαση στο ασύρματο τοπικό δίκτυο. Επιπλέον, ως οικονομικό βοήθημα για την κάλυψη «βασικών προσωπικών αναγκών», έλαβε ποσό 101,25 ευρώ για την περίοδο από τις 6 Σεπτεμβρίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2021 και 121,50 ευρώ μηνιαίως από τον Οκτώβριο 2021 ( 19 ).

25.

Κατόπιν αποδοχής από τη Ρουμανία της εκ νέου ανάληψης του FB, η ομοσπονδιακή υπηρεσία μετανάστευσης και προσφύγων εξέδωσε στις 25 Οκτωβρίου 2021 απόφαση με την οποία έκρινε απαράδεκτη την αίτησή του διεθνούς προστασίας και διέταξε τη μεταφορά του στο εν λόγω κράτος μέλος ( 20 ). Ως καταληκτική ημερομηνία για τη μεταφορά αυτή ορίστηκε η 22α Απριλίου 2021. Κατά της αποφάσεως μεταφοράς, ο FB άσκησε προσφυγή η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Verwaltungsgericht Würzburg (διοικητικού πρωτοδικείου Würzburg, Γερμανία) της 21ης Δεκεμβρίου 2021.

26.

Μετά από ακρόαση του FB, η Περιφέρεια Schweinfurt, με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2021, περιόρισε τις υλικές συνθήκες υποδοχής που του είχαν παρασχεθεί, στηριζόμενη στο άρθρο 1a, παράγραφος 7, του νόμου περί των υλικών συνθηκών υποδοχής ( 21 ). Η εν λόγω απόφαση ίσχυε για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου έως τις 30 Ιουνίου 2022. Ως εκ τούτου, από την 1η Ιανουαρίου 2022 ο FB έλαβε παροχές σε είδος που κάλυπταν τις ανάγκες του σε στέγη, τροφή, θέρμανση, προσωπική φροντίδα και υγειονομική περίθαλψη, καθώς και θεραπεία σε περίπτωση ασθενείας. Αντιθέτως, απώλεσε τις παροχές που προβλέπονται για την κάλυψη, αφενός, των «βασικών αναγκών» του στον τομέα της ένδυσης και των καταναλωτικών αγαθών οικιακής χρήσης και, αφετέρου, των «βασικών προσωπικών αναγκών» του που μνημονεύονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του εν λόγω νόμου, ήτοι τις δαπάνες μεταφοράς, επικοινωνιών, αναψυχής, ψυχαγωγίας, πολιτισμού, καταλύματος και εστίασης, καθώς και άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Από την επίμαχη απόφαση, η οποία επισυνάπτεται στην εθνική δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, προκύπτει ότι ο FB δεν επικαλέστηκε ιδιαίτερες περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν τη χορήγηση των λοιπών αυτών παροχών. Η μεταφορά που είχε αρχικώς προγραμματισθεί για τις 19 Ιανουαρίου 2022 και στη συνέχεια για τις 2 Μαρτίου 2022 δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί για λόγους για τους οποίους ανεξάρτητους της ευθύνης του FB, διότι η Ρουμανία δεν δέχεται πλέον εισερχόμενες μεταφορές λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Στις 23 Φεβρουαρίου 2022 ο FB μεταφέρθηκε σε άλλη περιφέρεια στην οποία του παρασχέθηκαν συνθήκες οι οποίες δεν αμφισβητούνται εν προκειμένω. Επομένως, δεν αμφισβητείται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η επίμαχη περίοδος εκτείνεται από την 1η Ιανουαρίου 2022 έως τις 22 Φεβρουαρίου 2022.

27.

Ο FB άσκησε προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht Würzburg (δικαστηρίου υποθέσεων κοινωνικής ασφάλισης Würzburg, Γερμανία) με αίτημα την παροχή ευνοϊκότερων υλικών συνθηκών υποδοχής και, ειδικότερα, τη χορήγηση οικονομικού βοηθήματος για την κάλυψη των βασικών προσωπικών αναγκών του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα.

28.

Μολονότι η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε από το ως άνω δικαστήριο με απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2023, αντιθέτως, έγινε δεκτή από το Bayerisches Landessozialgericht (ανώτερο δικαστήριο διαφορών κοινωνικής ασφάλισης Βαυαρίας, Γερμανία), με απόφαση της 31ης Μαΐου 2023, με την αιτιολογία ότι ο περιορισμός που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 7, του νόμου περί των υλικών συνθηκών υποδοχής απαιτούσε να αποδειχθεί η ύπαρξη συμπεριφοράς η οποία να αντιβαίνει προς υποχρέωση, όπερ δεν αποδείχθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Κατόπιν τούτου, η Περιφέρεια Schweinfurt άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της ως άνω αποφάσεως.

29.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundessozialgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο διαφορών κοινωνικής ασφάλισης, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Ανταποκρίνεται στο ελάχιστο επίπεδο που περιγράφεται στο άρθρο 17, παράγραφοι 2 και 5, της οδηγίας 2013/33 κανόνας κράτους μέλους ο οποίος παρέχει στους αιτούντες […], ανάλογα με το καθεστώς τους ως προσώπων που υπόκεινται σε εκτελεστή υποχρέωση εγκατάλειψης του εδάφους της χώρας, εντός της προθεσμίας για τη μεταφορά βάσει του κανονισμού [Δουβλίνο III], μόνο δικαίωμα σε στέγη, τροφή, προσωπική φροντίδα, υγειονομική περίθαλψη και θεραπεία σε περίπτωση ασθενείας, καθώς και, σε ειδικές περιπτώσεις, ανάλογα με τις περιστάσεις, δικαίωμα σε ρουχισμό και σε καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης;

2)

Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα:

α)

Έχει το άρθρο 20, παράγραφος 1, πρώτη εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας [2013/32] την έννοια ότι η μεταγενέστερη αίτηση περιλαμβάνει επίσης περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αιτών έχει ήδη υποβάλει προηγουμένως αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος και η ομοσπονδιακή υπηρεσία μετανάστευσης και προσφύγων, στηριζόμενη στο γεγονός αυτό, απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη βάσει του κανονισμού [Δουβλίνο III] και διέταξε την απομάκρυνση;

β)

Εξαρτάται το ζήτημα αν υφίσταται, στην περίπτωση αυτή, μεταγενέστερη αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας 2013/32 από το χρονικό σημείο της ανάκλησης ή από το χρονικό σημείο έκδοσης απόφασης από το άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 27 ή το άρθρο 28 της εν λόγω οδηγίας;

γ)

Έχει το άρθρο 20, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/33 σε συνδυασμό με το άρθρο 20, παράγραφοι 5 και 6, της οδηγίας καθώς και με τον [Χάρτη] την έννοια ότι είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των υλικών συνθηκών υποδοχής σε συνθήκες που παρέχονται για την κάλυψη αναγκών τροφής και στέγης, συμπεριλαμβανομένης της θέρμανσης, ως και της προσωπικής φροντίδας, της υγειονομικής περίθαλψης και της θεραπείας σε περίπτωση ασθενείας, καθώς και, σε ειδικές περιπτώσεις, των αναγκών σε ρουχισμό και σε καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης;»

30.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο FB, η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία (πλην της Βελγικής Κυβερνήσεως) παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, κατά την οποία απάντησαν επίσης στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο για προφορική απάντηση.

IV. Ανάλυση

Α.   Προκαταρκτική παρατήρηση

31.

Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της ανταλλαγής απόψεων που έλαβε χώρα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ χρήσιμο να διατυπώσω μια προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με το εύρος των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.

32.

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, καθόσον παρέχει στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να παραμείνει στο οικείο κράτος μέλος εν αναμονή της εκβάσεως της προσφυγής ή της αιτήσεως επανεξέτασης που υπέβαλε κατά της αποφάσεως μεταφοράς, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή της οδηγίας 2013/33. Συγκεκριμένα, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, αφ’ ης στιγμής η απόφαση μεταφοράς του FB κατέστη απρόσβλητη, ο τελευταίος δεν είχε πλέον δικαίωμα διαμονής στο γερμανικό έδαφος και, κατά συνέπεια, δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω οδηγίας, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής, έστω και αν η μεταφορά δεν είχε πράγματι πραγματοποιηθεί.

33.

Επισημαίνω ότι το ως άνω επιχείρημα δεν προβλήθηκε από τη Γερμανική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της και η εξέτασή του υπερβαίνει, κατά τη γνώμη μου, το πλαίσιο της διαφοράς όπως αυτό καθορίστηκε από το αιτούν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την παραδοχή ότι ο FB εμπίπτει, όσον αφορά την επίμαχη περίοδο, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2013/33, παρά την απόρριψη της προσφυγής που άσκησε κατά της αποφάσεως μεταφοράς στη Ρουμανία και τον χαρακτήρα της ως μη δυνάμενης πλέον να προσβληθεί. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει απλώς το άρθρο 17, παράγραφοι 2 και 5, και το άρθρο 20 της ως άνω οδηγίας, όσον αφορά το περιεχόμενο του δικαιώματος που αναγνωρίζεται στον εν λόγω αιτούντα σε παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής που να του εξασφαλίζουν επαρκές βιοτικό επίπεδο. Υπενθυμίζω ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να υποβάλει στο Δικαστήριο ( 22 ).

34.

Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να διευρύνει το αντικείμενο των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο εξετάζοντας τα ερωτήματα αυτά υπό το πρίσμα του άρθρου 27, παράγραφος 3, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ και επιχειρώντας να εξακριβώσει αν, λόγω της εξαντλήσεως των μέσων παροχής έννομης προστασίας που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη, ο FB δεν είχε πλέον δικαίωμα διαμονής στο γερμανικό έδαφος, έστω και αν η απόφαση μεταφοράς δεν είχε εκτελεστεί, και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπτε πλέον στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2013/33. Δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια που καθόρισε το αιτούν δικαστήριο, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να περιοριστεί στην ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας στις οποίες ρητώς αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο.

Β.   Οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προβλεπόμενων στο άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33 γενικών κανόνων για τις υλικές συνθήκες υποδοχής (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)

35.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/33 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η αρμόδια αρχή ανακαλεί τις παροχές που προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών σε ρουχισμό και καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης, οι οποίες καταβάλλονται σε είδος ή υπό τη μορφή οικονομικού βοηθήματος, από τους αιτούντες εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, εκτός αν αυτοί αποδεικνύουν τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων.

36.

Το ζήτημα αυτό απαιτεί να αναλυθεί η μεταχείριση την οποία το κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να επιφυλάσσει σε αιτούντα ο οποίος πρόκειται να μεταφερθεί στο κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας, προτού εξεταστεί το περιεχόμενο της απαιτήσεως περί διασφαλίσεως επαρκούς βιοτικού επιπέδου η οποία προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33. Θα προβώ στην εξέταση αυτή υπό το πρίσμα της κατάστασης ενός αιτούντος ο οποίος, όπως και ο FB, δεν διέθετε ίδιους πόρους, όπως διευκρινίστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

1. Επί της μεταχειρίσεως της οποίας πρέπει να τυγχάνουν οι αιτούντες εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς

37.

Το άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33, σύμφωνα με τον τίτλο του, θεσπίζει τους γενικούς κανόνες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής.

38.

Η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό των μέτρων σχετικά με τις υλικές συνθήκες υποδοχής, απαιτώντας από τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν στους «αιτούντες» επαρκές βιοτικό επίπεδο το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και την ψυχική τους υγεία.

39.

Η παράγραφος 5 του εν λόγω άρθρου θεσπίζει τους κανόνες που εφαρμόζονται για τον καθορισμό του ποσού των οικονομικών βοηθημάτων ή δελτίων που καταβάλλονται για τον σκοπό αυτό, διευκρινίζοντας ότι τα κράτη μέλη δύνανται να παρέχουν στους αιτούντες λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από ό,τι στους υπηκόους τους, ειδικότερα όταν οι υλικές συνθήκες υποδοχής παρέχονται εν μέρει σε είδος ή στην περίπτωση που τα επίπεδα τα οποία εφαρμόζονται στους υπηκόους τους αποσκοπούν στο να τους εξασφαλίσουν βιοτικό επίπεδο υψηλότερο από αυτό που περιγράφεται για τους αιτούντες στο πλαίσιο της οδηγίας 2013/33.

40.

Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινιστεί αν, πέραν της διαφορετικής μεταχείρισης αιτούντος και ημεδαπού η οποία επιτρέπεται, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί, επιπλέον, να επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση στους αιτούντες εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς προς το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς τους, παρέχοντας στους τελευταίους λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση σε σχέση με τους λοιπούς αιτούντες.

41.

Υπό το πρίσμα του σκοπού της οδηγίας 2013/33 και του τρόπου διατύπωσής του, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση να θεσπίσει ένα σύστημα μεταβλητής γεωμετρίας όσον αφορά την αναδοχή, στο πλαίσιο του οποίου ο τρόπος υποδοχής του αιτούντος θα εξαρτάται, στην πραγματικότητα, από το αν το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο αιτών είναι το κράτος μέλος το οποίο θα αποφανθεί οριστικώς επί της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας. Με εξαίρεση τις ειδικές διατάξεις που ο νομοθέτης της Ένωσης ρητώς προβλέπει όσον αφορά τα ευάλωτα πρόσωπα (άρθρα 21 έως 25 της εν λόγω οδηγίας), τα πρόσωπα που τελούν υπό κράτηση (άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας), ή ακόμη τα πρόσωπα στα οποία επιβάλλονται κυρώσεις λόγω της συμπεριφοράς τους (άρθρο 20 της ίδιας οδηγίας), από κανένα στοιχείο, είτε γραμματικής, είτε συστηματικής, είτε τελολογικής φύσεως, δεν προκύπτει μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση.

42.

Πρώτον, στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, καμία από τις πράξεις που απαρτίζουν το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου δεν θεσπίζει συγκεκριμένο νομικό καθεστώς για τον αιτούντα εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς ούτε προβλέπει ειδικό νομικό καθεστώς γι’ αυτόν ( 23 ).

43.

Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο, με την απόφαση IPAT, έκρινε, όσον αφορά την οδηγία 2013/33, ότι «οι αιτούντες που υπόκεινται στις “διαδικασίες σχετικά με τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας” τις οποίες θεσπίζει ο κανονισμός Δουβλίνο III εμπίπτουν προδήλως στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας [αυτής]» ( 24 ) και ότι η οδηγία δεν διακρίνει αναλόγως του αν ο αιτών, περί του οποίου πρόκειται, υπόκειται ή μη σε διαδικασία μεταφοράς ( 25 ). Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο νομοθέτης της Ένωσης χρησιμοποιεί κατά τρόπο ομοιόμορφο και οριζόντιο την κατά το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας έννοια του «αιτούντος», η οποία αναφέρεται σε «μία μόνον κατηγορία αιτούντων διεθνή προστασία» περιλαμβάνουσα όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους ανιθαγενείς που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση ( 26 ). Στο μέτρο που μια απόφαση μεταφοράς δεν αποτελεί οριστική απόφαση επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έκδοση μιας τέτοιας αποφάσεως δεν μπορεί, επομένως, να έχει ως συνέπεια να στερηθεί ο ενδιαφερόμενος την ιδιότητα του «αιτούντος», κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως καθώς και τα δικαιώματα που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή ( 27 ). Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας αναφέρεται στους «αιτούντες» χωρίς καμία διάκριση.

44.

Δεύτερον, σκοπός της οδηγίας 2013/33 είναι όχι η ένταξη των αιτούντων στο κράτος μέλος υποδοχής, αλλά η διασφάλιση της αποτελεσματικής κάλυψης των βασικών και άμεσων αναγκών τους προκειμένου να διασφαλιστεί, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 35 της εν λόγω οδηγίας, ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.

45.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του δικαιώματος ασύλου, που αναγνωρίζονται αντιστοίχως στα άρθρα 1 και 18 του Χάρτη, επιβάλλονται όχι μόνον έναντι των αιτούντων οι οποίοι βρίσκονται στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς τους, αλλά επίσης και έναντι των αιτούντων οι οποίοι βρίσκονται εν αναμονή του προσδιορισμού του κράτους αυτού ( 28 ).

46.

Η εν λόγω συλλογιστική πρέπει να επεκταθεί στους αιτούντες οι οποίοι αναμένουν την πραγματική μεταφορά τους στο κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς τους. Πράγματι, η ίδια η έννοια της «υποδοχής» απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη ένα αντικειμενικό κριτήριο, ήτοι ο τόπος στον οποίο βρίσκεται ο αιτών, και όχι το πλαίσιο που διαμορφώνουν οι κανόνες που θεσπίζει ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ και η σχετική πρακτική, από το οποίο προκύπτει ότι η ημερομηνία της μεταφοράς και η πραγματοποίησή της παραμένουν εν τέλει αβέβαιες. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει ορθώς τονίσει τούτο, υπενθυμίζοντας ότι ο αποκλεισμός των αιτούντων από ορισμένες υλικές συνθήκες υποδοχής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη σύντομη διάρκεια της διαδικασίας προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο, λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιών όσον αφορά τη διαδικασία εκ νέου ανάληψης και μεταφοράς που προβλέπονται στα άρθρα 21 έως 25 και στο άρθρο 29 του κανονισμού Δουβλίνο III καθώς και της περίπτωσης στην οποία η μεταφορά δεν πραγματοποιείται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ( 29 ). Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί παράδειγμα αυτού, δεδομένου ότι όχι μόνον η μέγιστη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να εκτελεσθεί η απόφαση μεταφοράς ήταν έξι μήνες –όπερ συνιστά εξαιρετικά μακρά περίοδο σε περίπτωση που ο αιτών, ο οποίος στερείται οικονομικής ανεξαρτησίας, δεν λαμβάνει βοήθημα για την προμήθεια ρουχισμού ούτε βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα–, αλλά επιπλέον η εν λόγω απόφαση ουδέποτε εκτελέσθηκε.

47.

Ο αποκλεισμός των αιτούντων από τις υλικές συνθήκες υποδοχής για τον λόγο ότι δεν βρίσκονται «στον σωστό τόπο» κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων ευθύνης που προβλέπονται στον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Αντικειμενικώς, οι εν λόγω αιτούντες βρίσκονται σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη των αιτούντων οι οποίοι διαμένουν στο κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την αίτησή τους ή οι οποίοι αναμένουν τον προσδιορισμό του εν λόγω κράτους. Οι ανάγκες τους είναι ίδιες: αν και δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις συνεργασίας που επιβάλλει η εξέταση της αιτήσεώς τους, εντούτοις, πρέπει να έχουν στέγη, τροφή, ρουχισμό καθώς επίσης να έχουν στη διάθεσή τους ένα χρηματικό ποσό το οποίο να τους επιτρέπει να διατηρούν ένα ελάχιστο επίπεδο αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας προκειμένου να μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει η οδηγία 2013/33.

48.

Η ως άνω προσέγγιση αντιβαίνει προς τον σκοπό της οδηγίας 2013/33, όπως αυτός διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη της 8, «να εξασφαλ[ίσει] [την] ίση μεταχείριση των αιτούντων στο σύνολο της Ένωσης […] εφαρμοζόμενη σε όλα τα στάδια και [όλους] τους τύπους διαδικασιών που αφορούν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας, σε όλους τους χώρους και τις εγκαταστάσεις που φιλοξενούν αιτούντες και για όσο διάστημα έχουν τη δυνατότητα παραμονής στο έδαφος των κρατών μελών ως αιτούντες» ( 30 ). Η διαδικασία μεταφοράς και εκ νέου ανάληψης του αιτούντος από το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του, η οποία πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού Δουβλίνο III, είναι εξ ορισμού «διαδικασία που αφορά τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας» ( 31 ). Εξάλλου, από τον συνδυασμό της αιτιολογικής σκέψης 11 με το άρθρο 20, παράγραφος 5, του ως άνω κανονισμού προκύπτει ότι οι κανόνες υποδοχής που προβλέπει η οδηγία 2013/33 εφαρμόζονται στη διαδικασία για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους, η διαδικασία δε αυτή ολοκληρώνεται μόνο μετά την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος από το εν λόγω κράτος. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τούτο με την απόφαση IPAT, κρίνοντας ότι η υποχρέωση που υπέχει το οικείο κράτος μέλος να παράσχει τις συνθήκες υποδοχής στον αιτούντα «λήγει μόνον κατά το χρονικό σημείο της οριστικής μεταφοράς του στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα» ( 32 ).

49.

Τέλος, τρίτον, αν γινόταν δεκτό ότι το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να διακόψει τη φροντίδα των αιτούντων για τον λόγο ότι δεν είναι το υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς τους κράτος μέλος, τούτο θα αντέβαινε στον σκοπό του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, στο μέτρο που θα υπέβαλε ένα σημαντικό ποσοστό αιτούντων σε εθνικούς κανόνες πολύ λιγότερο ευνοϊκούς από τους εναρμονισμένους κανόνες που θεσπίζει το εν λόγω σύστημα. Προφανώς, ένα τέτοιο μέτρο δεν θα «εξασφ[άλιζε] τη συνέχεια της προστασίας και των δικαιωμάτων που χορηγούνται από τον [κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ] και από [τα] άλλα σχετικά νομικά εργαλεία που αφορούν το άσυλο», όπως επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης στο άρθρο 31 του εν λόγω κανονισμού.

50.

Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα των ανωτέρω στοιχείων, εκτιμώ ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/33 αντιτίθεται σε εθνικό κανόνα βάσει του οποίου οι αιτούντες εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς προς το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς τους διεθνούς προστασίας τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης σε σχέση με τους λοιπούς αιτούντες.

51.

Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί η δεύτερη πτυχή του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου: εξασφαλίζει ένα κράτος μέλος στους αιτούντες επαρκές βιοτικό επίπεδο, το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και την ψυχική υγεία τους σε περίπτωση που αποκλείει τους αιτούντες από το βοήθημα για την προμήθεια ρουχισμού και από το βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα που προορίζεται για την αγορά καταναλωτικών αγαθών οικιακής χρήσης;

2. Επί του περιεχομένου της απαιτήσεως σχετικά με τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου

52.

Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 καθιερώνει την αρχή κατά την οποία τα εθνικά μέτρα σχετικά με τις υλικές συνθήκες υποδοχής πρέπει να εξασφαλίζουν στους αιτούντες επαρκές βιοτικό επίπεδο, το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και την ψυχική υγεία τους.

53.

Προκειμένου να προσδιοριστούν η έκταση και ο τρόπος εφαρμογής της υποδοχής που απαιτεί η εν λόγω διάταξη, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έκταση της απαιτήσεως σχετικά με τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου και το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν για τα κράτη μέλη.

54.

Στο οικονομικό δίκαιο, η έκφραση «βιοτικό επίπεδο» αναφέρεται στην οικονομική και κοινωνική ευημερία ενός προσώπου ή μιας ομάδας προσώπων, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητάς του να καλύπτει τις βασικές και μη βασικές ανάγκες του. Στο πλαίσιο της οδηγίας 2013/33, ο νομοθέτης της Ένωσης αναφέρεται τόσο στην απαίτηση διασφάλισης «επαρκούς» βιοτικού επιπέδου όσο και στην απαίτηση διατήρησης ενός «αξιοπρεπούς» επιπέδου διαβίωσης, χωρίς να προσδιορίζει το περιεχόμενο των εν λόγω απαιτήσεων. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν είναι δυνατή η σύγκριση αυτών των απαιτήσεων.

55.

Κατά πρώτον, το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό του περιεχομένου και της έκτασης της έννοιας «επαρκές βιοτικό επίπεδο». Επομένως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα, λαμβανομένων υπόψη όχι μόνον του γράμματος της ως άνω διάταξης, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται και των σκοπών που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία ( 33 ).

56.

Βάσει ακριβώς της ως άνω μεθόδου προσδιόρισε το Δικαστήριο το περιεχόμενο της απαιτήσεως, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 20, παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/33, σχετικά με την εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης ως απαγορεύουσας στα κράτη μέλη να θέτουν τον αιτούντα σε κατάσταση ακραίας υλικής ένδειας η οποία θα του στερούσε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες του, όπως είναι η στέγη, η τροφή, η ένδυση και η προσωπική καθαριότητα, και η οποία θα έβλαπτε τη σωματική ή ψυχική υγεία του ή θα τον περιήγε σε κατάσταση εξευτελισμού ασυμβίβαστη με την εν λόγω αξιοπρέπεια ( 34 ). Με την απόφαση Cimade και GISTI, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αιτών δεν μπορούσε να στερηθεί την προστασία που του παρέχουν οι κατ’ ελάχιστο όριο συνθήκες υποδοχής που προβλέπει η οδηγία 2003/9, έστω και κατά το προσωρινό διάστημα από την υποβολή της αιτήσεώς του και μέχρι την πραγματική μεταφορά του, με κίνδυνο άλλως να θιγεί ο σκοπός της εν λόγω οδηγίας και οι επιταγές του άρθρου 1 του Χάρτη περί σεβασμού και προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ( 35 ).

57.

Στο άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33, ο νομοθέτης της Ένωσης απαιτεί τα μέτρα σχετικά με τις υλικές συνθήκες υποδοχής να διασφαλίζουν όχι «αξιοπρεπές» βιοτικό επίπεδο, αλλά «επαρκές» βιοτικό επίπεδο.

58.

Επισημαίνω ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν αυτό το βιοτικό επίπεδο μέσω των μέτρων σχετικά με τις «υλικές συνθήκες υποδοχής», οι οποίες, επομένως, αποτελούν τις συνιστώσες του. Οι συνθήκες αυτές ορίζονται στο άρθρο 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2013/33 ως περιλαμβάνουσες «την παροχή στέγης, τροφής και ρουχισμού, σε είδος ή υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων, ή συνδυασμό των τριών, καθώς και ένα βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα». Μολονότι ο νομοθέτης της Ένωσης παρέχει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη μορφή υπό την οποία παρέχονται οι εν λόγω συνθήκες υποδοχής, αντιθέτως, καθορίζει επακριβώς το περιεχόμενό τους προσδιορίζοντας τις ανάγκες που πρέπει να ικανοποιούνται. Όπως μαρτυρεί η χρήση του «και» και του «καθώς και», οι υλικές συνθήκες υποδοχής είναι σωρευτικές και πρέπει να θεωρούνται άρρηκτα συνδεδεμένες, καθόσον αποτελούν το μέσο για τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου για τον αιτούντα ο οποίος στερείται οικονομικής ανεξαρτησίας. Επομένως, στο πλαίσιο του άρθρου 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της ως άνω οδηγίας, το δικαίωμα σε επαρκές βιοτικό επίπεδο νοείται ως σύνθετο δικαίωμα του οποίου η απόλαυση εξαρτάται από την ταυτόχρονη παροχή όλων των ανωτέρω συνθηκών ( 36 ).

59.

Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να προβλέπουν ένα σύστημα «à la carte» ανακαλώντας ή παραλείποντας μία από τις εν λόγω συνιστώσες. Συναφώς, επισημαίνω ότι το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 διαφέρει από εκείνο του άρθρου 17, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να χορηγούν «το σύνολο ή μέρος» των εν λόγω συνθηκών, όταν ο αιτών διαθέτει ίδιους πόρους. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη δεν δύναται να απαλλαγούν από την υποχρέωση που υπέχουν να καλύπτουν τόσο τις ανάγκες του αιτούντος για στέγη και τροφή όσο και την ανάγκη για ρουχισμό και να του καταβάλουν ένα βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα.

60.

Κατά δεύτερον, ο όρος «επαρκές» απαιτεί τη χορήγηση παροχών οι οποίες να είναι κατάλληλες ώστε να διασφαλίζουν όχι την πρόσβαση σε ένα σύνολο οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων, αλλά τη διαβίωση του αιτούντος και την προστασία της σωματικής και της ψυχικής υγείας του. Εξάλλου, στο άρθρο 17, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33, ο νομοθέτης της Ένωσης αναφέρεται ρητώς στα μέσα που επαρκούν για την επίτευξη «κατάλληλο[υ] βιοτικ[ού] επ[ιπέδου] από απόψεως υγείας και […] καθιστούν δυνατή τη συντήρησ[η]» ( 37 ) του αιτούντος. Τούτο απαιτεί τη χορήγηση παροχών των οποίων το περιεχόμενο θα είναι προσαρμοσμένο στην ατομική κατάσταση του αιτούντος σε μια συγκεκριμένη κοινωνία και σε μια δεδομένη χρονική περίοδο ( 38 ). Το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστικό ως προς το ζήτημα αυτό, απαιτώντας, προς τούτο, το ποσό του οικονομικού βοηθήματος ή των δελτίων που παρέχονται ως υλικές συνθήκες υποδοχής να καθορίζεται «σύμφωνα με το επίπεδο ή τα επίπεδα που έχει καθορίσει το οικείο κράτος μέλος». Αντιθέτως, εάν το βοήθημα για ρουχισμό παρέχεται σε είδος, φρονώ ότι πρέπει να παρέχει στον αιτούντα πρόσβαση σε ευλόγως αξιοπρεπή ενδύματα και υποδήματα, κατάλληλα για το φύλο, την ηλικία και την εποχή και σε επαρκή ποσότητα.

61.

Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω γραμματικών στοιχείων, η κατά το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 απαίτηση σχετικά με τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου, αν και καλύπτει τις στοιχειώδεις ανάγκες του αιτούντος, βαίνει, επομένως, πέραν του δικαιώματος της απλής επιβίωσης. Ο αιτών πρέπει να είναι σε θέση να διάγει μια αξιοπρεπή ζωή, έχοντας πρόσβαση σε πόρους επαρκείς και κατάλληλους για την κάλυψη των αναγκών του σε στέγη, τροφή, ρουχισμό και περίθαλψη, καθώς επίσης να απολαμβάνει μια ελάχιστη ανεξαρτησία σε μια συγκεκριμένη κοινωνία και μια δεδομένη χρονική περίοδο ( 39 ).

62.

Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ως άνω διάταξη ενισχύει την ερμηνεία κατά την οποία η εν λόγω απαίτηση έχει πολύ ευρύτερο περιεχόμενο από την απαίτηση σχετικά με τη διατήρηση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης.

63.

Συγκεκριμένα, η απαίτηση σχετικά με τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου εντάσσεται στο πλαίσιο της παροχής των υλικών συνθηκών υποδοχής των οποίων οι λεπτομέρειες καθορίζονται στο άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33, ενώ η απαίτηση σχετικά με το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης εντάσσεται στο πλαίσιο του περιορισμού ή και της ανακλήσεως των εν λόγω συνθηκών κατά το άρθρο 20 της οδηγίας ( 40 ). Η τελευταία αυτή απαίτηση συνιστά εξαίρεση η οποία τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε περιπτώσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από κατάχρηση δικαιώματος ή συμπεριφορά του αιτούντος που αντιβαίνει προς τους κανόνες δικαίου. Απαιτώντας να διασφαλίζονται η ακεραιότητα και η αξιοπρέπεια του αιτούντος, ακόμη και σε περίπτωση ανάκλησης του συνόλου ή μέρους των υλικών συνθηκών υποδοχής, ο νομοθέτης της Ένωσης θεσπίζει ένα ελάχιστο όριο κάτω από το οποίο τα κράτη μέλη δεν δύνανται να υποχωρήσουν.

64.

Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 απαίτηση σχετικά με τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου αποτελεί τον κανόνα και έχει κατ’ ανάγκην ευρύτερο ουσιαστικό περιεχόμενο. Τούτο καταδεικνύεται από την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Saciri κ.λπ. ( 41 ), στην οποία το Δικαστήριο απαιτεί το επίπεδο των υλικών συνθηκών υποδοχής, ιδίως δε το χορηγούμενο προς τούτο οικονομικό βοήθημα, να είναι επαρκές για να εγγυηθεί επίπεδο διαβιώσεως «αξιοπρεπές και κατάλληλο» από απόψεως υγείας καθώς και για να διασφαλίσει τη συντήρηση των αιτούντων.

65.

Τέλος, η ανάκληση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 17, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/33 υλικές συνθήκες υποδοχής των παροχών που προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών σε ρουχισμό και καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης θα αντέβαινε προδήλως στον σκοπό που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης.

66.

Όσον αφορά το βοήθημα για την ένδυση, γίνεται δεκτό ότι η ένδυση αποτελεί προϋπόθεση για την απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εν γένει ( 42 ). Υπενθυμίζω ότι, κατά το Δικαστήριο, η ανάγκη για ένδυση αποτελεί «στοιχειώδη» ανάγκη, όπως και η ανάγκη για στέγη και τροφή, καθόσον συμβάλλει στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Εξάλλου, το να φορά κανείς σκισμένα και βρώμικα ρούχα είναι η πιο ορατή και αποκαλυπτική πτυχή της στέρησης. Η ένδυση συμβάλλει όχι μόνο στην προστασία της ψυχικής υγείας, αλλά επίσης και κατά τρόπο προφανή στη διατήρηση της σωματικής υγείας του ενδιαφερομένου, δεδομένου ότι ένα κατάλληλο ένδυμα προστατεύει το σώμα από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, το ψύχος, τη βροχή κ.λπ. Η ένδυση αποτελεί επίσης το μέσο διασφάλισης της πρακτικής αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στον αιτούντα, όπως είναι το δικαίωμα κυκλοφορίας, παρακολούθησης επαγγελματικής κατάρτισης ή και προσβάσεως στην αγορά εργασίας.

67.

Όσον αφορά το βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα, αυτό συνιστά ομοίως ουσιώδες στοιχείο των υλικών συνθηκών υποδοχής, στο μέτρο που, όπως επανειλημμένως υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παρέχει στον αιτούντα τη δυνατότητα να απολαμβάνει έναν ελάχιστο βαθμό ανεξαρτησίας. Το βοήθημα αυτό, το οποίο ο αιτών μπορεί να διαθέσει ελεύθερα και το οποίο προβλέφθηκε ως «χαρτζιλίκι», το δε ύψος του εξαρτάται από κάθε κράτος μέλος, πρέπει να παρέχει στον αιτούντα τη δυνατότητα να αγοράζει βασικά αγαθά τρέχουσας κατανάλωσης, όπως τα προϊόντα σωματικής υγιεινής ή ακόμη εισιτήρια μεταφοράς. Κατά τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) ( 43 ), το εν λόγω βοήθημα επιδιώκει διάφορους σκοπούς: πρώτον, να παράσχει στους αιτούντες τη δυνατότητα να ζουν έχοντας ένα ελάχιστο επίπεδο φυσικής διαβίωσης, το οποίο υπερβαίνει την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών όπως η στέγη, η τροφή και η ένδυση· δεύτερον, να διασφαλίσει στους αιτούντες ένα ελάχιστο επίπεδο συμμετοχής στην κοινωνικοπολιτιστική ζωή του κράτους μέλους στο οποίο διαμένουν και, τρίτον, να επιτρέψει στους αιτούντες να απολαμβάνουν μια ορισμένη οικονομική ανεξαρτησία ( 44 ). Θα πρόσθετα ότι το εν λόγω βοήθημα παρέχει επίσης στους αιτούντες τη δυνατότητα να συμμορφωθούν προς την υποχρέωση συνεργασίας που υπέχουν στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης της αιτήσεώς τους διεθνούς προστασίας ανταποκρινόμενοι σε διάφορες προσκλήσεις και μεταβαίνοντας στις συνεντεύξεις, καθώς επίσης καθιστά δυνατό σε αυτούς να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζονται όπως, για παράδειγμα, το δικαίωμα να παρακολουθήσουν επαγγελματική κατάρτιση ή να έχουν πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.

68.

Συναφώς, επισημαίνω ότι, στο διεθνές δίκαιο, γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα σε επαρκές βιοτικό επίπεδο –το οποίο απαντά επίσης ως δικαίωμα σε «ικανοποιητικό» ή «προσήκον» βιοτικό επίπεδο– απαιτεί να μπορεί ο καθένας να έχει πρόσβαση όχι μόνο σε επαρκή τροφή, κατάλληλη στέγη, επαρκή ενδύματα, καθώς και στην αναγκαία υγειονομική περίθαλψη και τις αναγκαίες κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά και σε άλλα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα που είναι αναγκαία σε μια συγκεκριμένη κοινωνία σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, όπως το δικαίωμα στην εκπαίδευση ή ακόμη το δικαίωμα στην εργασία ( 45 ). Τα αγαθά και οι υπηρεσίες πρέπει να είναι διαθέσιμα σε επαρκή ποσότητα και ποιότητα, να είναι προσαρμοσμένα στο φύλο ή την ηλικία και να είναι κατάλληλα από πολιτισμική άποψη. Αν και υπάρχουν διαφορές ως προς το ακριβές περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος, γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα αυτό συνδέεται με την άσκηση άλλων δικαιωμάτων, ορισμένα από τα οποία είναι λιγότερο δεσμευτικά από άλλα, και ότι έχει ως βάση το δικαίωμα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια ( 46 ). Επομένως, με καθαρά οικονομικούς όρους, η Παγκόσμια Τράπεζα θεωρεί ότι ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο συνεπάγεται διαβίωση πάνω από το όριο φτώχειας της οικείας κοινωνίας. Κατά την άποψή της, η διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου απαιτεί την κάλυψη δύο ειδών δαπανών: των αναγκαίων δαπανών για τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης και των πρόσθετων δαπανών που αντικατοπτρίζουν το κόστος συμμετοχής στην καθημερινή κοινωνική ζωή και οι οποίες διαφέρουν από χώρα σε χώρα ( 47 ).

69.

Από το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι η απαίτηση σχετικά με τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33, απαγορεύει σε κράτος μέλος να στερήσει από τον αιτούντα παροχές που προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών του σε ρουχισμό και καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης.

70.

Ένας εθνικός κανόνας όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη φαίνεται, κατά τη γνώμη μου, ακόμη πιο προβληματικός καθόσον στηρίζεται στον αυτόματο αποκλεισμό από την πρόσβαση στις εν λόγω παροχές.

71.

Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 στηρίζεται στην κατ’ αρχήν χορήγηση του βοηθήματος για τα καθημερινά έξοδα και των παροχών που προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών του αιτούντος σε στέγη, τροφή και ένδυση. Αυτή η κατ’ αρχήν χορήγηση επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο όταν ο αιτών στερείται οικονομικής ανεξαρτησίας και δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και να διασφαλίσει, με τον τρόπο αυτό, για τον εαυτό του ένα ορισμένο βιοτικό επίπεδο. Το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει τις υλικές αυτές συνθήκες υποδοχής μόνο στην περίπτωση που ο αιτών διαθέτει ίδιους πόρους κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 3, της οδηγίας, ή στην περίπτωση που ο αιτών έχει καταχραστεί το σύστημα υποδοχής, ή του επιβλήθηκαν κυρώσεις για σοβαρή παράβαση των κανόνων του κέντρου φιλοξενίας ή για την επίδειξη ιδιαίτερα βίαιης συμπεριφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 20, παράγραφοι 1 έως 4, της οδηγίας.

72.

Ένα νομικό καθεστώς, όπως το επίμαχο εν προκειμένω, στηρίζεται στην αντίστροφη αρχή από εκείνη στην οποία στηρίζεται το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33, δεδομένου ότι θεσπίζει έναν κατ’ αρχήν αποκλεισμό από τις παροχές που προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών του αιτούντος σε ρουχισμό και καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης. Από την ανταλλαγή απόψεων που πραγματοποιήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι η διοικητική απόφαση περί αποκλεισμού από την πρόσβαση στις εν λόγω παροχές είναι αυτόματη όταν έχει ληφθεί απόφαση μεταφοράς και ότι εκδίδεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ατομική κατάσταση του αιτούντος. Ο τελευταίος υποχρεούται τότε να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια εθνική αρχή, με την οποία μπορεί να ζητήσει την επαναφορά μόνον του βοηθήματος για ρουχισμό εφόσον αποδείξει ότι συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις ( 48 ). Εν προκειμένω, φρονώ ότι η επίμαχη απόφαση εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί εξατομικευμένη εξέταση η οποία να καθιστά δυνατή την αξιολόγηση των αναγκών του FB και των συνεπειών που είχε για τη συνέχιση της διαμονής του στο εθνικό έδαφος ο αποκλεισμός του από το βοήθημα ένδυσης και από το χρηματικό βοήθημα.

73.

Υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/33 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνικό κανόνα ο οποίος αποκλείει αυτομάτως τον αιτούντα από τις παροχές που προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών του σε ρουχισμό και καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης για τον λόγο και μόνον ότι εις βάρος του εκδόθηκε απόφαση μεταφοράς, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.

Γ.   Επί του περιορισμού ή της ανακλήσεως των υλικών συνθηκών υποδοχής λόγω της υποβολής μεταγενέστερης αίτησης (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)

74.

Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα για την περίπτωση στην οποία το επίμαχο στην κύρια δίκη νομικό σύστημα δεν πληροί την απαίτηση σχετικά με τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου κατά το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/33.

75.

Με τα τρία υποερωτήματα που περιλαμβάνει το ως άνω ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ένα σύστημα όπως το επίμαχο μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/33, δυνάμει του οποίου το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να περιορίσει τις υλικές συνθήκες υποδοχής όταν ο αιτών έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας 2013/32. Συγκεκριμένα, κατά το αιτούν δικαστήριο, η υποβληθείσα στη Γερμανία αίτηση διεθνούς προστασίας θα μπορούσε να συνιστά «μεταγενέστερη αίτηση» κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως. Ωστόσο, καμία από τις ανωτέρω διατάξεις δεν ορίζει αν υφίσταται μεταγενέστερη αίτηση σε περίπτωση στην οποία εμπλέκονται περισσότερα κράτη μέλη. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ένα τέτοιο σύστημα ανταποκρίνεται στις εγγυήσεις που ρητώς προβλέπονται στο άρθρο 20, παράγραφοι 5 και 6, της εν λόγω οδηγίας, ιδίως εκείνη που αφορά τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

76.

Επισημαίνεται εξαρχής ότι τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προτού αυτό παράσχει ουσιώδεις διευκρινίσεις όσον αφορά την έννοια της «μεταγενέστερης αίτησης» με την απόφαση Khan Yunis και Baabda, στην οποία παραπέμπω.

77.

Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, κατ’ ουσίαν, ότι η έννοια της «μεταγενέστερης αίτησης», όπως ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας 2013/32, καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία ο αιτών υποβάλλει νέα αίτηση μετά την έκδοση αποφάσεως από άλλο κράτος μέλος επί προηγούμενης αιτήσεώς του ( 49 ). Εντούτοις, το Δικαστήριο φρόντισε να διευκρινίσει ότι το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο ο αιτών υπέβαλε την αίτησή του πρέπει να έχει εκδώσει «απρόσβλητη απόφαση» επί της εν λόγω αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, της ως άνω οδηγίας ( 50 ).

78.

Από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η νέα αίτηση που ο FB υπέβαλε στις 6 Σεπτεμβρίου 2021 στη Γερμανία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «μεταγενέστερη αίτηση» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας 2013/32, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανεφάρμοστο το άρθρο 20, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/33. Όλοι οι μετέχοντες στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση συμφωνούν ότι η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε πριν από την έκδοση απρόσβλητης αποφάσεως επί της αιτήσεως την οποία ο FB είχε προηγουμένως υποβάλει, στις 6 Αυγούστου 2021, στη Ρουμανία και, εν συνεχεία, ανακάλεσε σιωπηρώς.

79.

Η προθεσμία των τεσσάρων εβδομάδων ήταν προδήλως υπερβολικά σύντομη για να επιτρέψει στις ρουμανικές αρχές να προβούν σε πλήρη εξέταση της πρώτης αυτής αιτήσεως, προκειμένου να μπορέσουν να διαπιστώσουν αν ο FB πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας.

80.

Επιπλέον, η απόφαση περί απαραδέκτου της αιτήσεως την οποία ο FB είχε υποβάλει στη Γερμανία εκδόθηκε πριν από τη λήξη της προθεσμίας των εννέα μηνών την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρήσουν σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32, πριν θεωρήσουν μια νέα αίτηση ως μεταγενέστερη αίτηση, σε περίπτωση σιωπηρής ανακλήσεως της πρώτης.

81.

Τέλος, αντιλαμβάνομαι ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 20, παράγραφος 5, και του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, η Γερμανία ενεργοποίησε την ευθύνη της Ρουμανίας και ζήτησε την εκ νέου ανάληψη του FB βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού για τον λόγο ότι ο FB είχε υποβάλει νέα αίτηση στις γερμανικές αρχές αφού ανακάλεσε σιωπηρώς την αίτηση την οποία είχε προηγουμένως υποβάλει στις ρουμανικές αρχές. Η Ρουμανία δέχθηκε πράγματι να αναλάβει εκ νέου τον ενδιαφερόμενο βάσει του ως άνω άρθρου. Ωστόσο, η βάση αυτή προϋποθέτει, κατά τη γνώμη μου, ότι η πρώτη αίτηση δεν έχει απορριφθεί και, κατά συνέπεια, ότι δεν έχει εκδοθεί απρόσβλητη απόφαση ( 51 ).

82.

Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας 2013/32, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 20, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/33, έχει την έννοια ότι ο όρος «μεταγενέστερη αίτηση» δεν καλύπτει την περίπτωση στην οποία ο αιτών υποβάλλει σε κράτος μέλος νέα αίτηση πριν από την έκδοση από άλλο κράτος μέλος απρόσβλητης αποφάσεως επί προηγούμενης αιτήσεώς του.

V. Πρόταση

83.

Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundessozialgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο διαφορών κοινωνικής ασφάλισης, Γερμανία) ως εξής:

1)

Το άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία,

έχει την έννοια ότι:

αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία αποκλείει αυτομάτως τον αιτούντα διεθνή προστασία από τις παροχές που προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών του σε ρουχισμό και καταναλωτικά αγαθά οικιακής χρήσης για τον λόγο και μόνον ότι εις βάρος του εκδόθηκε απόφαση μεταφοράς, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα.

2)

Το άρθρο 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 20, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2013/33,

έχει την έννοια ότι:

ο όρος «μεταγενέστερη αίτηση» δεν καλύπτει την περίπτωση στην οποία ο αιτών διεθνή προστασία υποβάλλει σε κράτος μέλος νέα αίτηση πριν από την έκδοση από άλλο κράτος μέλος απρόσβλητης αποφάσεως επί προηγούμενης αιτήσεώς του.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Στο εξής: αιτούντες.

( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ 2013, L 180, σ. 96).

( 4 ) Στο εξής: κράτος μέλος υποδοχής.

( 5 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ 2013, L 180, σ. 31) (στο εξής: κανονισμός Δουβλίνο III).

( 6 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60).

( 7 ) C‑179/11, στο εξής: απόφαση Cimade και GISTI, EU:C:2012:594.

( 8 ) C‑233/18, EU:C:2019:956.

( 9 ) C‑322/19 και C‑385/19, στο εξής: απόφαση IPAT, EU:C:2021:11.

( 10 ) C‑422/21, EU:C:2022:616. Βλ., επίσης, υπόθεση Sidi Bouzid (C‑184/24), η οποία εκκρεμεί επί του παρόντος.

( 11 ) C‑123/23 και C‑202/23, στο εξής: απόφαση Khan Yunis και Baabda, EU:C:2024:1042.

( 12 ) Στο εξής: Χάρτης.

( 13 ) BGBl. 1997 I, σ. 2022.

( 14 ) BGBl. 2021 I, σ. 5162.

( 15 ) BGBl. 1992 I, σ. 1126.

( 16 ) BGBl. 2008 I, σ. 1798.

( 17 ) BGBl. 2021 I, σ. 2467.

( 18 ) Η περίπτωση αυτή αντιστοιχεί σε εκείνη του άρθρου 28, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/32.

( 19 ) Από το εθνικό δίκαιο προκύπτει ότι οι «βασικές προσωπικές ανάγκες» των αιτούντων διεθνή προστασία περιλαμβάνουν τις δαπάνες μεταφοράς, επικοινωνιών, αναψυχής, ψυχαγωγίας, πολιτισμού, υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης, καθώς και άλλων αγαθών και υπηρεσιών.

( 20 ) Στο εξής: απόφαση μεταφοράς.

( 21 ) Στο εξής: επίμαχη απόφαση.

( 22 ) Βλ. αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 1997, Franzén (C‑189/95, EU:C:1997:504, σκέψη 79), και της 17ης Οκτωβρίου 2024, Sony Computer Entertainment Europe (C‑159/23, EU:C:2024:887, σκέψη 28).

( 23 ) Βλ., συναφώς, τις προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις The International Protection Appeals Tribunal κ.λπ. (C‑322/19 και C‑385/19, EU:C:2020:642, σκέψη 53).

( 24 ) Απόφαση IPAT (σκέψη 65), η υπογράμμιση δική μου. Βλ., επίσης, σκέψεις 61 έως 73, ιδίως σκέψη 67, της εν λόγω αποφάσεως. Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 2013/33 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία αποκλείει τον αιτούντα από την παροχή μιας συνθήκης υποδοχής, ήτοι από την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, για τον λόγο και μόνον ότι εις βάρος του έχει εκδοθεί απόφαση μεταφοράς κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ. Η απόφαση IPAT στηρίζεται στις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 36 έως 50 της αποφάσεως Cimade και GISTI. Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι το κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση διεθνούς προστασίας υποχρεούται να παράσχει τις κατ’ ελάχιστο όριο συνθήκες υποδοχής που προβλέπει η οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (ΕΕ 2003, L 31, σ. 18), η οποία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2013/33, ακόμη και σε αιτούντα για τον οποίο αποφασίζει, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (ΕΕ 2003, L 50, σ. 1), ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ, να ζητήσει από άλλο κράτος μέλος την (εκ νέου) αναδοχή του.

( 25 ) Βλ. απόφαση IPAT (σκέψη 64).

( 26 ) Βλ. αποφάσεις IPAT (σκέψη 67) καθώς και Cimade και GISTI (σκέψη 40).

( 27 ) Πρβλ. απόφαση IPAT (σκέψεις 64 και 68).

( 28 ) Βλ. απόφαση Cimade και GISTI (σκέψεις 42 και 43).

( 29 ) Βλ. απόφαση Cimade και GISTI (σκέψεις 44 και 45).

( 30 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 31 ) Πρβλ. τις προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις The International Protection Appeals Tribunal κ.λπ. (C‑322/19 και C‑385/19, EU:C:2020:642, σκέψη 67).

( 32 ) Βλ. απόφαση IPAT (σκέψη 68).

( 33 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck (292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12)· της 29ης Φεβρουαρίου 2024, Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl (Μεταγενέστερη μεταβολή θρησκεύματος) (C‑222/22, EU:C:2024:192, σκέψη 25), και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Casa Judeţeană de Asigurări de Sănătate Mureș κ.λπ. (C‑489/23, EU:C:2025:651, σκέψη 31).

( 34 ) Βλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Ministero dell’Interno (Ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής) (C‑422/21, EU:C:2022:616, σκέψεις 39 και 40), η οποία παραπέμπει στην απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2019, Haqbin (C‑233/18, EU:C:2019:956, σκέψεις 46 έως 48).

( 35 ) Βλ. απόφαση Cimade και GISTI (σκέψη 56).

( 36 ) Βλ., συναφώς, στο διεθνές δίκαιο, Eide, A., και Eide, W. B., «Adequate Standard of Living», σε Moeckli, D. et al., International Human Rights Law, 4η έκδοση, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2022, σ. 187 έως 208.

( 37 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 38 ) Βλ., συναφώς, Smith, R. K. M., International Human Rights Law, 10η έκδοση, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2022, ιδίως κεφάλαιο 16, με τον τίτλο «The right to an adequate standard of living», σ. 307 έως 321, σημείο 16.1.2, καθώς και Eide, A. και Eide, W. B., «Article 25», σε Alfredsson, G., et Eide, A., The Universal Declaration of Human Rights: a Common Standard of Achievement, Kluwer Law International, Χάγη, 2023, σ. 523 έως 550.

( 39 ) Βλ. Eide, A., και Eide, W. B., «Adequate Standard of Living», όπ.π., ιδίως σημείο 2. Βλ., επίσης, Trebilcock, A., «La notion de droit à un niveau de vie suffisant», σε Thouvenin, J.-M., και Trebilcock, A., Le droit international social: Droits Économiques, Sociaux et Culessions, σ. 1664 έως 1680, ιδίως σημείο 19.

( 40 ) Βλ. επίσης, αιτιολογικές σκέψεις 11 και 35 της οδηγίας 2013/33.

( 41 ) C‑79/13, EU:C:2014:103, σκέψη 40.

( 42 ) Ως προς το ζήτημα της ύπαρξης δικαιώματος σε επαρκή ένδυση, βλ. Graham, L., G., «Reasserting the Right to Adequate Clothing in International Human Rights Law», Human Rights Law Review, τόμος 24, αριθ. 1, 2024.

( 43 ) Ο EUAA αντικατέστησε την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO).

( 44 ) EASO, Guide sur les conditions d’accueil: normes opérationnelles et indicateurs, Σεπτέμβριος 2016, σ. 33.

( 45 ) Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται, ειδικότερα, στο άρθρο 25, παράγραφος 1, της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948, το οποίο ορίζει ότι «[κ]αθένας έχει δικαίωμα σε ένα βιοτικό επίπεδο ικανό να εξασφαλίσει στον ίδιο και στην οικογένεια του υγεία και ευημερία, και ειδικότερα τροφή, ρουχισμό, κατοικία, ιατρική περίθαλψη όπως και τις απαραίτητες κοινωνικές υπηρεσίες. Έχει ακόμα δικαίωμα σε ασφάλιση για την ανεργία, την αρρώστια, την αναπηρία, τη χηρεία, τη γεροντική ηλικία, όπως και για όλες τις άλλες περιπτώσεις που στερείται τα μέσα της συντήρησής του, εξαιτίας περιστάσεων ανεξαρτήτων της θέλησης του» (βλ. Eide, A. και Eide, W. B., «Article 25», όπ.π., ιδίως σ. 531 και 532). Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1966 και τέθηκε σε ισχύ στις 3 Ιανουαρίου 1976, το οποίο προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι «[τ]α συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα κάθε προσώπου για ένα επίπεδο διαβιώσεως ανεκτό για το ίδιο και την οικογένειά του, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης διατροφής, ενδυμασίας και κατοικίας, συγχρόνως δε και το δικαίωμα της συνεχούς βελτιώσεως των συνθηκών διαβιώσεώς του».

( 46 ) Βλ. Trebilcock, A., όπ.π., ιδίως σημεία 14, 20 και 21, καθώς και Smith, R. K. M., όπ.π., ιδίως σημείο 16.1.

( 47 ) Βλ. Eide, A., και Eide, W. B., «Adequate Standard of Living», όπ.π., ιδίως σημείο 2.

( 48 ) Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι ο αιτών άσκησε το δικαίωμά του «ακροάσεως» πριν από την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως.

( 49 ) Βλ. απόφαση Khan Yunis και Baabda (σκέψη 53).

( 50 ) Βλ. απόφαση Khan Yunis και Baabda (σκέψη 74). Κατά το άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32, ως «[απρόσβλητη] απόφαση» νοείται «η απόφαση που ορίζει κατά πόσον χορηγείται στον υπήκοο τρίτης χώρας ή στον ανιθαγενή καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95/ΕΕ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9)] και η οποία δεν υπόκειται πλέον σε [μέσο παροχής έννομης προστασίας] στο πλαίσιο του κεφαλαίου V της […] οδηγίας [2013/32]».

( 51 ) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο III, στην περίπτωση αυτή απόκειται στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα να εξασφαλίσει ότι «ο αιτών έχει δικαίωμα να ζητήσει να ολοκληρωθεί η εξέταση της αίτησής του ή να υποβάλει νέα αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία δεν θα αντιμετωπισθεί ως μεταγενέστερη αίτηση» (η υπογράμμιση δική μου).

Top