Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62024CC0564

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Biondi της 18ης Σεπτεμβρίου 2025.


Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2025:713

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ANDREA BIONDI

της 18ης Σεπτεμβρίου 2025 (1)

Υπόθεση C‑564/24

Eisenberger Gerüstbau GmbH

κατά

JK

[αίτηση του Kammergericht (εφετείου Βερολίνου, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

« Προδικαστική παραπομπή – Σύμβαση εξ αποστάσεως συναφθείσα μεταξύ εμπόρου και καταναλωτή – Δικαίωμα υπαναχώρησης του καταναλωτή – Δικαίωμα αποζημίωσης του εμπόρου – Σύναψη της σύμβασης μεταξύ καταναλωτή και εμπόρου μέσω τρίτου προσληφθέντος από τον καταναλωτή »






I.      Εισαγωγή

1.        Τα προδικαστικά ερωτήματα για την ερμηνεία της οδηγίας 2011/83 (2) τα οποία υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο αφορούν, κυρίως, τον ορισμό της έννοιας της «σύμβασης εξ αποστάσεως» και τον τρόπο επίτευξης της σωστής ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων σκοπών που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης σε περίπτωση υπαναχώρησης εκ μέρους του καταναλωτή. Ο πρωταρχικός σκοπός της οδηγίας είναι σαφής: η προστασία των καταναλωτών. Εντούτοις, η εν λόγω προστασία πρέπει να προσαρμοστεί στην αναγκαιότητα διασφάλισης της ασφάλειας δικαίου και της καλής πίστης μεταξύ των μερών στις συμβατικές σχέσεις. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποσαφηνίσει σημαντικές πτυχές της εφαρμογής της προμνησθείσας οδηγίας.

2.        Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν στην έννοια της «σύμβασης εξ αποστάσεως» του άρθρου 2 της οδηγίας 2011/83 μπορεί να εμπίπτει και η περίπτωση στην οποία ο καταναλωτής, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, έτυχε της συνδρομής τρίτου εμπόρου, και αν επακόλουθη συμφωνία η οποία αφορά περαιτέρω υπηρεσίες μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση εξ αποστάσεως. Τέλος, κατά τη γνώμη μου, σημαντικότερο είναι το ζήτημα που αφορά την περίπτωση στην οποία ο καταναλωτής υπαναχωρεί μετά την εκτέλεση της σύμβασης, μολονότι δεν του παρασχέθηκαν οι πληροφορίες σχετικά με την υπαναχώρηση οι οποίες προβλέπονται από τη νομοθεσία: συγκεκριμένα, τίθεται το ζήτημα αν ο καταναλωτής μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει στον έμπορο την αξία της παροχής του σε εύλογο μέτρο, καθότι άλλως μπορεί να συντρέχει κατάχρηση δικαιώματος.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το δίκαιο της Ένωσης

3.        Το άρθρο 2 της οδηγίας 2011/83 προβλέπει τα ακόλουθα:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)      “καταναλωτής”: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα·

2)      “έμπορος”: κάθε φυσικό πρόσωπο ή κάθε νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το εάν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί, ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του σε σχέση με συμβάσεις καλυπτόμενες από την παρούσα οδηγία· […]

7)      “εξ αποστάσεως σύμβαση”: κάθε σύμβαση η οποία συνάπτεται μεταξύ του εμπόρου και του καταναλωτή στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος πωλήσεων εξ αποστάσεως ή παροχής υπηρεσιών χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του εμπόρου και του καταναλωτή, με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης».

4.        Το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απαιτήσεις ενημέρωσης για συμβάσεις εξ αποστάσεως και συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής με σύμβαση συναπτόμενη εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος ή με οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά, ο έμπορος παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο: […]

η)      όπου υπάρχει δικαίωμα υπαναχώρησης, τις προϋποθέσεις, την προθεσμία και τις διαδικασίες άσκησης του δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1, καθώς και το υπόδειγμα του εντύπου υπαναχώρησης που παρατίθεται στο παράρτημα I τμήμα Β·

θ)      κατά περίπτωση, ότι ο καταναλωτής θα επιβαρυνθεί με τη δαπάνη επιστροφής των αγαθών σε περίπτωση υπαναχώρησης και, για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, εάν τα αγαθά από τη φύση τους δεν μπορούν υπό κανονικές συνθήκες να επιστραφούν ταχυδρομικώς, τη δαπάνη επιστροφής τους·

ι)      σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης αφού το ζητήσει δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 3 ή του άρθρου 8 παράγραφος 8, ότι ο καταναλωτής δεσμεύεται να καταβάλει το λογικό κόστος στον έμπορο σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3·

ια)      όταν δεν παρέχεται δικαίωμα υπαναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 16, την πληροφορία ότι ο καταναλωτής δεν θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή, κατά περίπτωση, τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμά του υπαναχώρησης· […]».

5.        Το άρθρο 9 της ως άνω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα υπαναχώρησης», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«1.      Εκτός εάν ισχύουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 16, ο καταναλωτής διαθέτει προθεσμία 14 ημερών για να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση πέρα από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 13 παράγραφος 2 και στο άρθρο 14.»

6.        Το άρθρο 10, το οποίο επιγράφεται «Παράλειψη ενημέρωσης σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης», έχει ως εξής:

«1.      Εάν ο έμπορος δεν έχει παράσχει στον καταναλωτή τις πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης όπως απαιτείται από το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο η), η προθεσμία υπαναχώρησης λήγει 12 μήνες μετά το τέλος της αρχικής προθεσμίας υπαναχώρησης, όπως αυτή προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 2.

2.      Εάν ο έμπορος έχει παράσχει στον καταναλωτή τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εντός 12 μηνών από την ημέρα που ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, η περίοδος υπαναχώρησης λήγει 14 ημέρες ή, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1α, 30 ημέρες μετά την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής λαμβάνει τις εν λόγω πληροφορίες.»

7.        Το άρθρο 12, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποτελέσματα της υπαναχώρησης», προβλέπει τα ακόλουθα:

«Η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης τερματίζει τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών:

α)      να εκτελέσουν την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος ή

β)      να συνάψουν σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος σε περιπτώσεις που υποβλήθηκε προσφορά από τον καταναλωτή.»

8.        Το άρθρο 13 («Υποχρεώσεις του εμπόρου σε περίπτωση υπαναχώρησης») ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«1.      Ο έμπορος επιστρέφει κάθε πληρωμή που έλαβε από τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δαπανών παράδοσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερών από την ημέρα κατά την οποία ενημερώθηκε για την απόφαση του καταναλωτή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση δυνάμει του άρθρου 11.

[…]»

9.        Το άρθρο 14 («Υποχρεώσεις του καταναλωτή σε περίπτωση υπαναχώρησης») ορίζει στην παράγραφο 4, στοιχείο αʹ, τα εξής:

«4.      Ο καταναλωτής δεν επιβαρύνεται:

α)      για την παροχή υπηρεσιών, την παροχή νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή για παροχή τηλεθέρμανσης, εν μέρει ή εν όλω, κατά τη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης, εφόσον:

i)      ο έμπορος έχει παραλείψει να παράσχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία η) ή ι) ή

ii)      ο καταναλωτής δεν έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης στη διάρκεια της προθεσμίας υπαναχώρησης που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 και στο άρθρο 8 παράγραφος 8, ή […]».

Β.      Το γερμανικό δίκαιο

10.      Το άρθρο 242 του Bürgerliches Gesetzbuch (3) (αστικού κώδικα, στο εξής: BGB) προβλέπει τα εξής:

«Ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών.»

11.      Το άρθρο 312c του BGB, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξ αποστάσεως συμβάσεις», προβλέπει τα εξής:

«1.      Ως “συμβάσεις εξ αποστάσεως” νοούνται οι συμβάσεις στις οποίες ο έμπορος, ή πρόσωπο που ενεργεί εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, και ο καταναλωτής χρησιμοποιούν αποκλειστικά μέσα εξ αποστάσεως επικοινωνίας για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν η σύναψη της σύμβασης δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο οργανωμένου συστήματος εξ αποστάσεως πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών.

2.      “Μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως” κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι όλα τα μέσα επικοινωνίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την προετοιμασία ή τη σύναψη σύμβασης χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συμβαλλομένων, όπως επιστολές, κατάλογοι, τηλεφωνικές κλήσεις, τηλεομοιοτυπίες, μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, γραπτά μηνύματα κινητής τηλεφωνίας (SMS) καθώς και ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές.»

12.      Το άρθρο 357 του BGB, που φέρει τον τίτλο «Έννομες συνέπειες της υπαναχώρησης από εκτός εμπορικού καταστήματος και εξ αποστάσεως συναπτόμενες συμβάσεις, εξαιρουμένων των συμβάσεων με αντικείμενο την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών», ορίζει τα εξής:

«1.      Οι ληφθείσες παροχές πρέπει να επιστρέφονται το αργότερο εντός 14 ημερών.

[…]

8.      Όταν ο καταναλωτής υπαναχωρήσει από σύμβαση παροχής υπηρεσιών […], ο καταναλωτής οφείλει να καταβάλει αποζημίωση για την παροχή μέχρι την υπαναχώρηση, όταν ο καταναλωτής έχει ρητώς απαιτήσει από τον έμπορο να αρχίσει να εκπληρώνει την παροχή πριν από τη λήξη της προθεσμίας υπαναχώρησης. Το δικαίωμα που απορρέει από την πρώτη περίοδο υφίσταται μόνον αν ο έμπορος έχει δεόντως ενημερώσει τον καταναλωτή, σύμφωνα με το άρθρο 246a, πρώτο τμήμα, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, σημεία 1 και 3, του Einführungsgesetz zum Bürgerlichen Gesetzbuche (εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα). […]. Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, πρέπει να λαμβάνεται ως βάση η συμπεφωνημένη συνολική τιμή. Εάν η συμπεφωνημένη συνολική τιμή είναι υπερβολικά υψηλή, η αποζημίωση πρέπει να υπολογίζεται βάσει της αγοραίας αξίας της πραγματοποιηθείσας παροχής.»

III. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

13.      Το 2020 η JK, εφεσίβλητη της κύριας δίκης, ιδιοκτήτρια πολυόροφου κτιρίου στο Βερολίνο, αποφάσισε να ανεγείρει στο εν λόγω ακίνητο δύο επιπλέον ορόφους. Προς τούτο, η JK ανέθεσε σε αρχιτέκτονα τη μελέτη και την επίβλεψη των εργασιών, καθώς και την παροχή συνδρομής κατά την κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων.

14.      Αφού επέλεξε την Eisenberger Gerüstbau GmbH (στο εξής: Eisenberger), ως επιχείρηση που ειδικεύεται στην τοποθέτηση ικριωμάτων, ο αρχιτέκτονας απέστειλε στην Eisenberger και στην JK, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σχέδιο της σύμβασης που κατάρτισε. Το εν λόγω σχέδιο σύμβασης δεν περιείχε καμία μνεία στο δικαίωμα υπαναχώρησης της JK, πλην όμως η σύμβαση υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 2020 από αμφότερα τα μέρη χωρίς οποιαδήποτε τροποποίηση.

15.      Μετά την τοποθέτηση του ικριώματος, τον Ιανουάριο του 2021, η Eisenberger υπέβαλε στην JK, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, συμπληρωματική προσφορά για την τοποθέτηση δύο περαιτέρω ικριωμάτων. Η JK δέχθηκε την προσφορά και υπέγραψε τη σχετική σύμβαση, εκ νέου μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

16.      Εν συνεχεία, η Eisenberger παραχώρησε στην JK τη χρήση του ικριώματος για την εκτέλεση των προβλεπόμενων οικοδομικών εργασιών στο κτίριο.

17.      Τον Δεκέμβριο του 2021, μολονότι οι κατασκευαστικές εργασίες για τις οποίες απαιτούνταν τα ικριώματα είχαν αποπερατωθεί, η JK δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση προμήθειας των ικριωμάτων, περιλαμβανομένης της συμπληρωματικής σύμβασης, αρνήθηκε να πραγματοποιήσει περαιτέρω πληρωμές και ζήτησε την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού βάσει των τιμολογίων που είχαν εκδοθεί έως τον Μάιο του 2021.

18.      Μετά την αποσυναρμολόγηση του ικριώματος κατόπιν αιτήματος της JK η Eisenberger άσκησε αγωγή κατά της JK ενώπιον του Landgericht Berlin (πρωτοδικείου Βερολίνου, Γερμανία) με αίτημα την καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής. Στο πλαίσιο της ίδιας δίκης, η JK άσκησε ανταγωγή με αίτημα την επιστροφή των ποσών που είχε καταβάλει έως εκείνο το χρονικό σημείο.

19.      Το Landgericht Berlin (πρωτοδικείο Βερολίνου) έκανε δεκτή την ανταγωγή και απέρριψε την αγωγή με απόφαση της 19ης Μαΐου 2023, κατά της οποίας η Eisenberger άσκησε έφεση.

20.      Το Kammergericht (εφετείο Βερολίνου, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Υφίσταται εξ αποστάσεως σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, από την οποία μπορεί ο καταναλωτής να υπαναχωρήσει σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, ακόμη και αν αυτός, πριν ή κατά τη σύναψη της σύμβασης, επικουρείται από έμπορο τον οποίο έχει προσλάβει ανεξάρτητα από τον πάροχο υπηρεσιών;

2.      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα:

Υφίσταται εξ αποστάσεως σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, από την οποία μπορεί ο καταναλωτής να υπαναχωρήσει σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, ακόμη και αν πληρούται μία από τις ακόλουθες πρόσθετες προϋποθέσεις:

α)      Ο έμπορος που συνδράμει τον καταναλωτή είναι εκείνος που είχε την πρωτοβουλία να φέρει σε επαφή τον καταναλωτή και τον πάροχο υπηρεσιών.

β)      Ο έμπορος που συνδράμει τον καταναλωτή άσκησε επιρροή στα ουσιώδη μέρη της σύμβασης πριν από τη σύναψή της (π.χ.: κατάρτιση συγγραφής υποχρεώσεων ή διάθεση σχεδίου σύμβασης).

3.      Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι, στις περιπτώσεις του πρώτου και του δεύτερου ερωτήματος, στοιχεία αʹ ή βʹ, δεν υφίσταται εξ αποστάσεως σύμβαση από την οποία μπορεί ο καταναλωτής να υπαναχωρήσει:

Εάν, μετά τη σύναψη της σύμβασης αυτής, τα μέρη συνάπτουν, και πάλι με αποκλειστική χρήση μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως, μια πρόσθετη συμφωνία η οποία αφορά περαιτέρω υπηρεσίες του παρόχου υπηρεσιών που είναι δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με την πρώτη σύμβαση:

Συνιστά αυτή καθεαυτή η πρόσθετη συμφωνία εξ αποστάσεως σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, ως προς την οποία είναι δυνατή η υπαναχώρηση σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ή δεν χωρεί ως προς αυτή, ως εξ αποστάσεως σύμβαση, υπαναχώρηση, όπως και στην περίπτωση της κύριας σύμβασης που συμπληρώνει;

4.      Εάν ο καταναλωτής, μετά την παροχή υπηρεσιών από τον αντισυμβαλλόμενό του, άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησής του από εξ αποστάσεως σύμβαση ως προς την οποία είναι δυνατή η υπαναχώρηση:

Μπορεί ο καταναλωτής να έχει υποχρέωση, παρά το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, να επιστρέψει στον έμπορο την αξία της παροχής του σε εύλογο μέτρο, αν διαφορετικό αποτέλεσμα θα ήταν καταχρηστικό ή αντίθετο προς την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης;»

IV.    Ανάλυση

21.      Με τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποσαφηνίσει τον ορισμό των εννοιών του «καταναλωτή» και της «σύμβασης εξ αποστάσεως»: κατά τη γνώμη μου, μπορεί ευχερώς να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο βάσει της υφιστάμενης νομολογίας. Όπως προεκτέθηκε, το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι κρίσιμο στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθότι αφορά ένα λεπτό, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα: τον τρόπο συγκερασμού, αφενός, του δικαιώματος υπαναχώρησης του καταναλωτή, του οποίου η προθεσμία άσκησης μπορεί να παραταθεί για διάστημα ενός έτους από τη σύναψη της σύμβασης σε περίπτωση μη παροχής πληροφοριών εκ μέρους του εμπόρου, και, αφετέρου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του εμπόρου και της αρχής της καλής πίστης στις συμβάσεις. Συγκεκριμένα, ο επιβεβλημένος σεβασμός των δικαιωμάτων των καταναλωτών, ως ασθενέστερων συμβαλλομένων, δεν μπορεί να είναι απεριόριστος σε περιπτώσεις στις οποίες συντρέχει «κατάχρηση», την οποία το δίκαιο της Ένωσης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προστατεύει. Τούτο δε, κατά μείζονα λόγο, όταν η υποχρέωση που ανέλαβε ο έμπορος εκπληρώθηκε, κατ’ ουσίαν, πλήρως.

Α.      Επί του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

22.      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να εξακριβωθεί αν, κατά την οδηγία 2011/83, σύμβαση που συνάπτεται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω εμπόρου και καταναλωτή, ο οποίος έτυχε της συνδρομής τρίτου εμπόρου πριν από τη σύναψη της σύμβασης, μπορεί να χαρακτηριστεί σύμβαση εξ αποστάσεως για τον σκοπό της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/83 (4).

23.      Για τον χαρακτηρισμό σύμβασης ως «σύμβασης εξ αποστάσεως», πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς τέσσερις προϋποθέσεις: i) η σύμβαση πρέπει να συνάπτεται μεταξύ καταναλωτή και εμπόρου, ii) στο πλαίσιο οργανωμένου συστήματος πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως, iii) χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του εμπόρου και του καταναλωτή και iv) η συμβατική σχέση πρέπει να διαπιστώνεται με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης (5).

24.      Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση υπό i) ανωτέρω (i), πρέπει να εξεταστεί, προκαταρκτικώς, αν η JK μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταναλωτής, μολονότι έτυχε της συνδρομής αρχιτέκτονα πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

25.      Κατά την οδηγία 2011/83, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά σύμβαση που καλύπτει η εν λόγω οδηγία, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητά του (6). Ως έμπορος νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί, ακόμη και μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τη δραστηριότητά του σε σχέση με συμβάσεις καλυπτόμενες από την ίδια οδηγία (7).

26.      Η έννοια του «καταναλωτή» σε συνδυασμό με την προστασία που παρέχεται στους καταναλωτές στο πλαίσιο των συμβάσεων είναι αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης η οποία πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα (8). Συναφώς, ιδιαιτέρως χρήσιμος είναι ο ορισμός που περιέχεται στην οδηγία για τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (9), όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο: η ιδιότητα του «καταναλωτή» πρέπει να διαπιστώνεται βάσει λειτουργικού κριτηρίου, το οποίο συνίσταται στην εκτίμηση του αν η επίμαχη συμβατική σχέση εντάσσεται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν σχετίζονται με την άσκηση επαγγέλματος (10). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η έννοια του καταναλωτή έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται από τις συγκεκριμένες γνώσεις που ενδέχεται να έχει το οικείο πρόσωπο, ούτε από τις πληροφορίες που αυτό διαθέτει (11).

27.      Στην πραγματικότητα, από τη δικογραφία δεν προκύπτει αν η παροχή ζητήθηκε για προσωπικούς ή για εμπορικούς σκοπούς (για παράδειγμα, για σκοπούς μίσθωσης ή πώλησης) ή για αμφότερους τους σκοπούς. Συναφώς, όπως διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας, σε περίπτωση συμβάσεων διττού σκοπού, ήτοι όταν η σύμβαση συνάπτεται για σκοπούς ευρισκόμενους εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός των εμπορικών δραστηριοτήτων του προσώπου, πρέπει να εξακριβώνεται αν ο εμπορικός σκοπός κατέχει ή όχι εξέχουσα θέση στο γενικό πλαίσιο της σύμβασης. Όταν ο επαγγελματικός σκοπός είναι τόσο περιορισμένος ώστε δεν υπερισχύει στο συνολικό πλαίσιο της σύμβασης, το πρόσωπο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «καταναλωτής» (12).

28.      Στην υπό κρίση υπόθεση, απόκειται, κατά τη γνώμη μου, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν συντρέχει η ιδιότητα του καταναλωτή, μέσω συνολικής εκτίμησης όλων των λυσιτελών στοιχείων. Ειδικότερα, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι όροι της σύμβασης –με ιδιαίτερη έμφαση στη φύση του αγαθού ή της υπηρεσίας που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης– οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν τον σκοπό για τον οποίο αποκτάται το αγαθό ή παρέχεται η υπηρεσία (13).

29.      Όσον αφορά ειδικότερα τη συνδρομή που ο αρχιτέκτονας παρέσχε στον καταναλωτή, κατά τη γνώμη μου, η συγκεκριμένη περίσταση δεν ενισχύει αυτομάτως τη θέση του καταναλωτή, ούτε τον καθιστά πιο έμπειρο και, επομένως, δεν ασκεί άμεση επιρροή στον χαρακτηρισμό του «καταναλωτή». Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, ο καταναλωτής βρίσκεται σε πιο αδύναμη θέση σε σχέση με τον έμπορο, καθότι είναι «ασθενέστερος οικονομικά και έχει μικρότερη πείρα, από νομικής απόψεως, σε σύγκριση με τον αντισυμβαλλόμενό του» (14), ανεξαρτήτως των ειδικών γνώσεων που ενδεχομένως διαθέτει (15).

30.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι η JK έτυχε της συνδρομής τρίτου εμπόρου πριν από τη σύναψη της σύμβασης δεν εμποδίζει, αυτό καθεαυτό, τον χαρακτηρισμό της ως «καταναλωτή», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2011/83.

31.      Όσον αφορά τις λοιπές προϋποθέσεις (16) του άρθρου 2, σημείο 7, της οδηγίας 2011/83, οι οποίες είναι σκόπιμο να εξεταστούν από κοινού, οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας σκοπούν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο η χρήση μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως να οδηγήσει σε μείωση των πληροφοριών που παρέχονται στον καταναλωτή, ιδίως δε των πληροφοριών του άρθρου 6 της οδηγίας, οι οποίες είναι θεμελιώδους σημασίας για τον καταναλωτή (17).

32.      Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας 2011/83, η έννοια της «σύμβασης εξ αποστάσεως» δεν θα πρέπει να καταλαμβάνει τις περιπτώσεις στις οποίες η σύμβαση αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης στον επαγγελματικό χώρο του εμπόρου και συνήφθη τελικώς με μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως, ούτε και τις περιπτώσεις στις οποίες η σύμβαση ξεκίνησε με εξ αποστάσεως επικοινωνία, αλλά συνήφθη τελικώς στον επαγγελματικό χώρο του εμπόρου. Επιπλέον, στην ίδια αιτιολογική σκέψη διευκρινίζεται ότι η έννοια ενός οργανωμένου συστήματος εξ αποστάσεως πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών θα πρέπει να περικλείει τα συστήματα εκείνα που προσφέρονται από τρίτο, διάφορο του εμπόρου αλλά χρησιμοποιούμενο από τον έμπορο, όπως είναι μια επιγραμμική πλατφόρμα. Δεν καλύπτονται, όμως, περιπτώσεις στις οποίες ιστοσελίδες προσφέρουν απλώς και μόνον ενημέρωση για τον έμπορο, για τα αγαθά ή/και τις υπηρεσίες του και για τα στοιχεία επικοινωνίας του (18).

33.      Στην υπό κρίση υπόθεση, με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, ο αρχιτέκτονας, στον οποίο ο καταναλωτής ανέθεσε την παροχή συνδρομής κατά τη σύναψη της σύμβασης μέσω της κατάρτισης σχεδίων σύμβασης, επικοινώνησε με την Eisenberger και της ζήτησε να του αποστείλει προσφορά. Εν συνεχεία, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο αρχιτέκτονας απέστειλε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σε αμφότερα τα μέρη το σχέδιο της σύμβασης, το οποίο δεν περιείχε καμία πληροφορία σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης του καταναλωτή (19). Η Eisenberger υπέγραψε τη σύμβαση χωρίς να την τροποποιήσει και τη διαβίβασε στον καταναλωτή, ο οποίος απέστειλε εν συνεχεία στον εργολάβο την υπογεγραμμένη σύμβαση με απλό ταχυδρομείο. Από τα ανωτέρω πραγματικά στοιχεία συνάγεται ότι η σύμβαση συνήφθη αποκλειστικά και μόνον με μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του εμπόρου και του καταναλωτή. Αντιθέτως, από τη δικογραφία δεν προκύπτουν στοιχεία σχετικά με το οργανωμένο σύστημα πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως το οποίο διαθέτει ο έμπορος, όπως για παράδειγμα αν ο έμπορος παρότρυνε τη σύναψη της σύμβασης με μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως.

34.      Επομένως, μπορεί να συναχθεί ότι ο αρχιτέκτονας παρέσχε στον καταναλωτή απλώς και μόνον τη δυνατότητα να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με το αντικείμενο της σύμβασης, χωρίς εντούτοις να διαπραγματευθεί με κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη και χωρίς να παράσχει στον καταναλωτή τις πληροφορίες του άρθρου 6 της οδηγίας 2011/83. Σε παρόμοια περίπτωση το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν πληρούνται τέτοιες προϋποθέσεις, η επίμαχη σύμβαση μπορεί να θεωρηθεί ως «σύμβαση εξ αποστάσεως» (20).

35.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι, με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου της πλήρωσης των τεσσάρων προϋποθέσεων (21) του ορισμού της σύμβασης εξ αποστάσεως, σύμβαση όπως η συναφθείσα μεταξύ της Eisenberger και της εφεσίβλητης της κύριας δίκης μπορεί να χαρακτηριστεί ως «σύμβαση εξ αποστάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, της οδηγίας 2011/83, με συνακόλουθη δυνατότητα υπαναχώρησης από τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας.

Β.      Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

36.      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν, όταν οι συμβαλλόμενοι συνάπτουν, αποκλειστικά και μόνο με μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως, συμφωνία σχετικά με παροχές συμπληρωματικές προς τις παροχές που προβλέπονται σε σύμβαση η οποία δεν είναι σύμβαση εξ αποστάσεως, η εν λόγω συμφωνία συνιστά σύμβαση εξ αποστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, της οδηγίας 2011/83.

37.      Παρατηρώ κατ’ αρχάς ότι το ανωτέρω προδικαστικό ερώτημα είναι λυσιτελές στην περίπτωση μόνον που στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα θα δοθεί η απάντηση ότι η αρχική σύμβαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «σύμβαση εξ αποστάσεως». Θα διατυπώσω, εντούτοις, ορισμένες παρατηρήσεις επ’ αυτού.

38.      Με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, κατά τη γνώμη μου, οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως σύμβασης εξ αποστάσεως εφαρμόζονται επίσης σε τυχόν επακόλουθη συμπληρωματική συμφωνία (22). Συγκεκριμένα, μετά τη σύναψη της σύμβασης και την τοποθέτηση του ικριώματος, η Eisenberger απέστειλε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στην JK συμπληρωματική προσφορά για δύο περαιτέρω ικριώματα. Ο καταναλωτής αποδέχθηκε και υπέγραψε την προσφορά, την οποία απέστειλε στην Eisenberger μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

39.      Είναι αληθές ότι, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 14 (23) και στο άρθρο 3, παράγραφος 5 (24), της οδηγίας 2011/83, δεν θίγεται η εθνική νομοθεσία για ζητήματα σχετιζόμενα με το δίκαιο των συμβάσεων που δεν ρυθμίζονται από την εν λόγω οδηγία.

40.      Κατά συνέπεια, ζητήματα σχετιζόμενα με το δίκαιο των συμβάσεων, όπως η φύση συμπληρωματικής συμφωνίας –η οποία δεν ρυθμίζεται από την οδηγία 2011/83– θα πρέπει να ρυθμίζονται από την εθνική νομοθεσία.

41.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, δεδομένου ότι η κύρια σύμβαση μπορεί να χαρακτηριστεί ως «σύμβαση εξ αποστάσεως», απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει τη φύση της συμπληρωματικής συμφωνίας.

Γ.      Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

42.      Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποσαφηνίσει περαιτέρω τις διατάξεις της οδηγίας 2011/83 που εφαρμόζονται στην υπόθεση της κύριας δίκης σε σχέση με το δικαίωμα υπαναχώρησης.

43.      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, σε σχέση με περίπτωση που αφορούσε συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος οι οποίες διέπονται από την οδηγία 2011/83, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σημείο i, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση πληρωμής των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν, όταν ο οικείος έμπορος δεν διαβίβασε στον καταναλωτή τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σημείο i, και ο καταναλωτής άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης μετά την εκτέλεση της σύμβασης. Τούτο λόγω της «θεμελιώδ[ους] σημασία[ς] που προσδίδει η οδηγία 2011/83 στην προσυμβατική ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης από συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος» (25).

44.      Εντούτοις, σε σχέση με περίπτωση που αφορούσε τις διατάξεις της οδηγίας 2008/48 σχετικά με συμβάσεις καταναλωτικής πίστης (26), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «η πλήρης εκτέλεση της σύμβασης πίστωσης επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος υπαναχώρησης» (27). Ειδικότερα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, «δεδομένου ότι η εκτέλεση σύμβασης αποτελεί τον φυσικό μηχανισμό απόσβεσης των συμβατικών υποχρεώσεων, […] ο καταναλωτής δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί το δικαίωμα υπαναχώρησης […] άπαξ και η σύμβαση πίστωσης έχει εκτελεστεί πλήρως από τα μέρη και οι αμοιβαίες υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή έχουν, ως εκ τούτου, λήξει» (28).

45.      Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει μια ενδιαφέρουσα δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας 2001/83 με συγκερασμό των διαφόρων αντικρουόμενων μορφών προστασίας. Αφορά, αφενός, την αναγκαία και επιβεβλημένη προστασία των καταναλωτών κατά τον κρίσιμο χρόνο που προηγείται της σύναψης της σύμβασης και, επομένως, για την αξιοποίηση των διατάξεων με τις οποίες αναγνωρίζονται στους καταναλωτές πρόσθετα δικαιώματα σε περίπτωση μη παροχής χρήσιμων πληροφοριών εκ μέρους του εμπόρου: εν προκειμένω, παράταση της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης κατά ένα έτος (29). Αφορά, αφετέρου, την αναγκαιότητα το δίκαιο της Ένωσης να μη διευκολύνει καταχρηστικές συμπεριφορές, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, οι οποίες καταλήγουν σε υπέρμετρη προστασία του δικαιώματος του καταναλωτή και σε αδικαιολόγητη ζημία για τον έμπορο.

46.      Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το γεγονός ότι ο καταναλωτής προβάλλει τη μη επιστροφή των επίμαχων ποσών μπορεί να αντιτίθεται στην καλή πίστη όταν πληρούνται σωρευτικώς τέσσερις προϋποθέσεις: i) δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο έμπορος παρέλειψε σκοπίμως να ενημερώσει τον καταναλωτή κατά το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σημείο i, της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, ii) ο έμπορος παρέσχε στον καταναλωτή υπηρεσίες που δεν μπορούν να επιστραφούν για πραγματικούς ή οικονομικούς λόγους, iii) ο καταναλωτής χρησιμοποιεί πλέον τις υπηρεσίες αυτές κατά τρόπο διαρκή ή έχει καρπωθεί την εγγενή αξία τους και iv) η αποζημίωση δεν είναι αδικαιολόγητα υψηλή.

47.      Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, κατά την εκτίμηση όλων των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης και, επομένως, του βαθμού υπαιτιότητας της παράλειψης ενημέρωσης εκ μέρους του εμπόρου και της φύσης του έργου που εκτελέστηκε, σε συνδυασμό με το ζητούμενο ποσό, υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων της συμβατικής καλής πίστης σε σχέση με τη συμπεριφορά των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να καταλήξει σε λύση διαφορετική από τη ζητούμενη από τον καταναλωτή, ήτοι την απαλλαγή του από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης, μολονότι έλαβε πλήρως την υπηρεσία που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης.

48.      Επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι η οδηγία 2011/83 δεν περιέχει καμία διάταξη σχετικά με το ζήτημα της κατάχρησης εκ μέρους του καταναλωτή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η συγκεκριμένη οδηγία. Για τον λόγο αυτόν, εκτιμώ ότι το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2011/83 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και των σκοπών τους οποίους επιδιώκει η εν λόγω οδηγία, καθώς και των γενικών αρχών περί απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος και καλής πίστης, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τα πραγματικά στοιχεία της υπό κρίση υπόθεσης.

49.      Το δίκαιο της Ένωσης αναγνωρίζει τη γενική αρχή του δικαίου ότι οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται το δίκαιο της Ένωσης δολίως ή καταχρηστικώς (30). Η απαγόρευση της κατάχρησης δικαιώματος, ως γενική αρχή του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της καλής πίστης, η οποία, ως γνωστόν, θέτει περιορισμούς στην άσκηση των δικαιωμάτων: επομένως, νόμιμη είναι η άσκηση των δικαιωμάτων που συνάδουν με τη ratio των συγκεκριμένων δικαιωμάτων και δεν θίγουν υπέρμετρα τον αντισυμβαλλόμενο. Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η άσκηση δικαιώματος δεν μπορεί ποτέ να είναι απεριόριστη, καθόσον υπόκειται σε έναν λειτουργικό περιορισμό: την τήρηση του σκοπού για τον οποίο το συγκεκριμένο δικαίωμα θεσπίστηκε στην έννομη τάξη.

50.      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η επίμαχη οδηγία δεν θίγει «την εθνική νομοθεσία σε θέματα δικαίου των συμβάσεων για ζητήματα σχετιζόμενα με το δίκαιο των συμβάσεων που δεν ρυθμίζονται από την [εν λόγω] οδηγία» και ότι η «οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει την εθνική νομοθεσία σε σχέση με τα γενικά συμβατικά ένδικα μέσα» (31).

51.      Κατά πάγια νομολογία, η απόδειξη της καταχρηστικής πρακτικής προϋποθέτει τη συνδρομή ενός αντικειμενικού και ενός υποκειμενικού στοιχείου (32). Όσον αφορά το αντικειμενικό στοιχείο, διαπιστώνεται ότι, παρά την τυπική τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπει η νομοθεσία της Ένωσης, δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος με την οικεία νομοθεσία σκοπός. Αντιθέτως, μπορεί να γίνει δεκτό ότι συντρέχει το υποκειμενικό στοιχείο, όταν διαπιστώνεται η βούληση του ενδιαφερομένου να αποκομίσει όφελος που απορρέει από τη ρύθμιση της Ένωσης δημιουργώντας τεχνητά τις προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την αποκόμιση του συγκεκριμένου οφέλους.

52.      Η ανάλυσή μου θα επικεντρωθεί ιδίως στο αντικειμενικό στοιχείο, δεδομένου ότι, όσον αφορά το υποκειμενικό στοιχείο, μόνον το αιτούν δικαστήριο μπορεί να εξακριβώσει, δυνάμει των εθνικών κανόνων περί του βάρους απόδειξης και από το σύνολο των διαπιστώσεων που έχει στη διάθεσή του, αν σκοπός της πράξης ήταν η αποκόμιση αδικαιολόγητου οφέλους από την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης (33).

53.      Όσον αφορά το αντικειμενικό στοιχείο για την απόδειξη της καταχρηστικής πρακτικής, σκοπός της οδηγίας 2011/83 είναι η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών αναγνωρίζοντας σε αυτούς ορισμένα δικαιώματα, ειδικότερα όσον αφορά τις συμβάσεις εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος, στα οποία περιλαμβάνεται το δικαίωμα υπαναχώρησης (34).

54.      Συγκεκριμένα, η οδηγία επιβάλλει στον έμπορο ορισμένες υποχρεώσεις, ιδίως όσον αφορά την παροχή πληροφοριών στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης. Ειδικότερα, σκοπός του νομοθέτη της Ένωσης είναι η χρησιμοποίηση των μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως να μην έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των πληροφοριών που παρέχονται στον καταναλωτή (35).

55.      Λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας των πληροφοριών που παρέχονται στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης εξ αποστάσεως, σκοπός της υπαναχώρησης –η οποία ρυθμίζεται στο άρθρο 14 όσον αφορά τις υποχρεώσεις του καταναλωτή– είναι να παρέχεται στον καταναλωτή η δυνατότητα να ανακαλέσει την απόφασή του σε περίπτωση που, μετά τη σύναψη της σύμβασης, εκτιμά ότι δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες του και, ως εκ τούτου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (36).

56.      Όταν, όμως, ο έμπορος δεν παρέχει τις πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σημείο i, της οδηγίας 2011/83, ο καταναλωτής δεν πρέπει να επιβαρύνεται. Επιπλέον, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 5, «ο καταναλωτής δεν φέρει καμία ευθύνη αν ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης». Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 14, παράγραφοι 4 και 5, αποτυπώνει τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να επιβάλει κύρωση στον έμπορο που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του για παροχή πληροφοριών προκειμένου να εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών (37).

57.      Πρέπει, εντούτοις, να διατυπώσω μια περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με τους σκοπούς που επιδιώκονται από την οδηγία.

58.      Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 4, σκοπός της οδηγίας 2011/83 είναι η προώθηση σωστής ισορροπίας μεταξύ υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Προς τούτο, κατά τη γνώμη μου, τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2011/83 συνδέονται με την αιτιολογική σκέψη 50 της ίδιας οδηγίας, κατά την οποία μολονότι, αφενός, ο καταναλωτής θα πρέπει να χρησιμοποιεί το δικαίωμα υπαναχώρησης ακόμη και σε περίπτωση που έχει ζητήσει την παροχή υπηρεσιών πριν από τη λήξη της περιόδου υπαναχώρησης, αφετέρου, θα πρέπει να διασφαλίζεται η κατάλληλη πληρωμή του εμπόρου για την υπηρεσία που έχει παράσχει (38).

59.      Λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω παρατήρησης, θα αντέβαινε στον προμνησθέντα σκοπό να γίνει δεκτό ότι ο καταναλωτής μπορεί να υπαναχωρήσει από σύμβαση μετά την πλήρη εκτέλεσή της και να απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση πληρωμής. Τέτοια λύση θα ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τις οικονομικές αξιώσεις της εταιρίας και θα είχε ως αποτέλεσμα η εταιρία να επιβαρύνεται με αδικαιολόγητες δαπάνες.

60.      Η ανωτέρω παρατήρηση επιρρωννύεται (επίσης) από ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση υπόθεση: η σύμβαση δεν περιείχε οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης· το δικαίωμα υπαναχώρησης ασκήθηκε μετά την εκτέλεση του έργου· η σύμβαση καταρτίστηκε από έμπορο (αρχιτέκτονα) ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, συνέδραμε τον καταναλωτή καθ’ όλο το στάδιο της διαπραγμάτευσης.

61.      Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η συνδρομή εκ μέρους του αρχιτέκτονα, η οποία, μολονότι δεν ασκεί επιρροή στην ιδιότητα του καταναλωτή, μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να διαδραματίζει κάποιον ρόλο στη συνολική εκτίμηση. Ειδικότερα, δεν πιθανολογείται ότι ο αρχιτέκτονας δεν γνώριζε τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του καταναλωτή σε σχέση με τη σύμβαση που κατάρτισε ο ίδιος ο αρχιτέκτονας και δεν μπόρεσε να ενημερώσει σχετικά τον καταναλωτή (39). Απόκειται, εν πάση περιπτώσει, στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει την επιρροή που άσκησε ο αρχιτέκτονας κατά την εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος.

62.      Λόγω των ανωτέρω παρατηρήσεων, δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος και μόνον ότι το δικαίωμα υπαναχώρησης ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των δώδεκα μηνών, τέτοια πρακτική δεν πληροί τις προϋποθέσεις της κατάχρησης. Κατά τη γνώμη μου, η τήρηση και μόνον της προθεσμίας για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης προκειμένου να διαπιστωθεί, άνευ ετέρου, η ανυπαρξία καταχρηστικής πρακτικής θα είχε ως αποτέλεσμα να μη συνεκτιμηθούν όλα τα στοιχεία της υπόθεσης.

63.      Όπως προεκτέθηκε, κατά τη γνώμη μου, ερμηνεία κατά την οποία ο καταναλωτής μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση που καλύπτει η οδηγία 2011/83, χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση, θα βαίνει πέραν των ορίων του σκοπού της προστασίας των καταναλωτών. Αντιθέτως, κατά την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ενδεχόμενες συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης.

64.      Στο πλαίσιο αυτό, υπό το πρίσμα της σωστής ισορροπίας μεταξύ της προστασίας των καταναλωτών και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων που επιδιώκεται από την οδηγία, κλίνω υπέρ της άποψης ότι η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης πρέπει να περιοριστεί, προκειμένου να διαφυλαχθούν επίσης τα δικαιώματα του εμπόρου. Σε αντίθετη περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης χωρίς αποζημίωση του εμπόρου θα παρεκκλίνει από τον σκοπό όχι μόνον του δικαιώματος υπαναχώρησης αλλά και της οδηγίας 2011/83, όπως αποτυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 4 (40).

65.      Ειδικότερα, πρέπει να επιδιωχθεί ισορροπία μεταξύ, αφενός, της αυστηρής εφαρμογής των διατάξεων για την προστασία των καταναλωτών και, επομένως, την προστασία του δικαιώματός τους να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση λόγω μη παροχής πληροφοριών κατά το κρίσιμο προσυμβατικό στάδιο, και, αφετέρου, του δικαιώματος του εμπόρου να λάβει αμοιβή για την εργασία που εκτέλεσε, δεδομένου ότι ολοκλήρωσε το έργο για τον καταναλωτή. Μετά τις εξακριβώσεις που επαφίενται στο αιτούν δικαστήριο, η εν λόγω ισορροπία θα μπορούσε να συνίσταται στην επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης (41).

66.      Εντούτοις, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί στις αναγκαίες εξακριβώσεις και ειδικότερα: να εκτιμήσει αν η σύμβαση εκτελέστηκε πλήρως ή όχι καθώς και την αξία του έργου και των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν, την επιρροή που άσκησε στη βούληση του καταναλωτή να συνάψει τη σύμβαση η παρέμβαση του αρχιτέκτονα ως εμπόρου παρόχου συμβουλών, την ύπαρξη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του καταναλωτή, κατά τα προεκτεθέντα, και, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει την ύπαρξη καταχρηστικής συμπεριφοράς, την κατάλληλη αποζημίωση που ο καταναλωτής οφείλει στον έμπορο λόγω της ολοκλήρωσης του έργου και της πλήρους παροχής της υπηρεσίας.

V.      Πρόταση

67.      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Kammergericht (εφετείο Βερολίνου, Γερμανία) ως εξής:

Το άρθρο 2, σημείο 7, της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι:

με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης από το αιτούν δικαστήριο της πλήρωσης των προϋποθέσεων του ορισμού της σύμβασης εξ αποστάσεως και εφόσον διαπιστωθεί ότι το επίμαχο πρόσωπο μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταναλωτής, υφίσταται σύμβαση εξ αποστάσεως, με επακόλουθη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, έστω και αν ο καταναλωτής έτυχε, πριν από ή κατά τη σύναψη της σύμβασης, της συνδρομής τρίτου εμπόρου, τον οποίο προσέλαβε ως ίδιος προς τούτο.

Υφίσταται σύμβαση εξ αποστάσεως από την οποία επιτρέπεται υπαναχώρηση κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της προμνησθείσας οδηγίας, έστω και αν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ii) ο έμπορος που συνδράμει τον καταναλωτή είναι εκείνος που είχε την πρωτοβουλία να φέρει σε επαφή τον καταναλωτή και τον πάροχο υπηρεσιών· ii) ο έμπορος που συνδράμει τον καταναλωτή άσκησε επιρροή στα ουσιώδη μέρη της σύμβασης πριν από τη σύναψή της.

Εφόσον διαπιστωθεί ότι η κύρια σύμβαση είναι σύμβαση εξ αποστάσεως, η συμπληρωματική σύμβαση είναι επίσης σύμβαση εξ αποστάσεως, με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης από το αιτούν δικαστήριο της πλήρωσης των προϋποθέσεων του ορισμού της σύμβασης εξ αποστάσεως και στην περίπτωση της εν λόγω συμφωνίας και με την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων σχετικά με το κύρος και τα αποτελέσματα συμπληρωματικής συμφωνίας.

Το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 5, της οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι:

ο καταναλωτής ο οποίος άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης μετά την εκτέλεση της σύμβασης υποχρεούται να επιστρέψει στον έμπορο την αξία της παρασχεθείσας και μη δυνάμενης να επιστραφεί υπηρεσίας, σε εύλογο μέτρο το ύψος του οποίου απόκειται να καθοριστεί από το εθνικό δικαστήριο, όταν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των πραγματικών περιστάσεων, διαπιστώνεται η ύπαρξη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του καταναλωτή.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 304, σ. 64), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2015/2302 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 326, σ. 1) και την οδηγία (ΕΕ) 2019/2161 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 (ΕΕ 2019, L 328, σ. 7).


3      Αστικός κώδικας, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2002 (Bundesgesetzblatt I, σ. 42, 2909· 2003 I, σ. 738), όπως τροποποιήθηκε τελευταίως με το άρθρο 1 του νόμου της 10ης Αυγούστου 2021 (Bundesgesetzblatt I, σ. 3515).


4      Για λόγους πληρότητας, το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης να διευκρινιστεί αν η επίμαχη σύμβαση μπορεί να χαρακτηριστεί εξ αποστάσεως σύμβαση από την οποία είναι δυνατή η υπαναχώρηση υπό διάφορες προϋποθέσεις· βλ. σημείο 20 των παρουσών προτάσεων.


5      Όπως ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 7, της οδηγίας 2011/83.


i      i) η σύμβαση πρέπει να συνάπτεται μεταξύ καταναλωτή και εμπόρου.


6      Βλ. άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2011/83.


7      Βλ. άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας 2011/83.


8      Πρβλ. αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2013, Vapenik (C‑508/12, EU:C:2013:790, σκέψεις 23 και 25), και της 30ής Απριλίου 2025, St. Kliment Ohridski Primary Private School (C‑429/24, EU:C:2025:301, σκέψη 34)


9      Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).


10      Βλ. διάταξη της 19ης Νοεμβρίου 2015, Tarcău (C‑74/15, EU:C:2015:772, σκέψη 27), και απόφαση της 8ης Ιουνίου 2023, YYY. (Έννοια του καταναλωτή) (C‑570/21, EU:C:2023:456, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. επίσης, προσφάτως, απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, St. Kliment Ohridski Primary Private School (C‑429/24, EU:C:2025:301, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


11      Βλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Costea (C‑110/14, EU:C:2015:538, σκέψη 21). Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2020, Personal Exchange International (C‑774/19, EU:C:2020:1015, σκέψεις 38 έως 40). Η έννοια του «εμπόρου» πρέπει επίσης να εκτιμάται αντικειμενικά και με συνολική εφαρμογή του λειτουργικού κριτηρίου, κατά περίπτωση, αναλόγως του αν η συμβατική σχέση ανέκυψε στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του (βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Kamenova, C‑105/17, EU:C:2018:808, σκέψη 37).


12      Βλ. αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2025, Pielatak (C‑410/23, EU:C:2025:325, σκέψεις 41 και 42), και της 9ης Μαρτίου 2023, Wurth Automotive (C‑177/22, EU:C:2023:185, σκέψη 27).


13      Βλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Costea (C‑110/14, EU:C:2015:538, σκέψεις 22 και 23).


14      Βλ. αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1993, Shearson Lehman Hutton (C‑89/91, EU:C:1993:15, σκέψη 18), και της 5ης Δεκεμβρίου 2024, Guldbrev (C‑379/23, EU:C:2024:1002, σκέψη 38).


15      Με την απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Costea (C‑110/14, EU:C:2015:538), το Δικαστήριο έκρινε ότι ακόμη και ένας δικηγόρος, «καίτοι ενδεχομένως ευσταθεί ότι […] διαθέτει υψηλό επίπεδο ειδικών γνώσεων», μπορεί να θεωρηθεί καταναλωτής όταν συνάπτει σύμβαση η οποία δεν εμπίπτει στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του (βλ. σκέψεις 26 και 27).


16      Βλ., για τις λοιπές προϋποθέσεις, σημείο 23 των παρουσών προτάσεων.


17      Βλ. αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 2019, Walbusch Walter Busch (C‑430/17, EU:C:2019:47, σκέψεις 35 και 36), και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, BMW Bank κ.λπ. (C‑38/21, C‑47/21 και C‑232/21, EU:C:2023:1014, σκέψη 169 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


18      Επ’ αυτού, βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής, Κατευθυντήριες γραμμές για την ερμηνεία και την εφαρμογή της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών (ΕΕ 2021, C 525, σ. 1). Ειδικότερα, στο σημείο 4.1 της ανακοίνωσης παρατίθενται παραδείγματα τα οποία είναι χρήσιμα για την καλύτερη κατανόηση του ορισμού της σύμβασης εξ αποστάσεως και, πιο συγκεκριμένα, της έννοιας του οργανωμένου συστήματος πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως. Για παράδειγμα, όταν ο έμπορος συνάπτει κατ’ εξαίρεση σύμβαση με καταναλωτή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεφώνου, αφού επικοινωνήσει μαζί του ο καταναλωτής, η σύμβαση αυτή δεν εμπίπτει στον ορισμό της σύμβασης εξ αποστάσεως. Αντιθέτως, όταν ο έμπορος παροτρύνει τη χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεφώνου ως τρόπου σύναψης σύμβασης με καταναλωτή, θα πρόκειται περί σύμβασης που συνάπτεται εξ αποστάσεως και, επομένως, η οδηγία 2011/83 θα τυγχάνει εφαρμογής.


19      Εντούτοις, από τη δικογραφία δεν προκύπτει αν ο καταναλωτής είχε τη δυνατότητα να υποβάλει ερωτήσεις στον αρχιτέκτονα σχετικά με το περιεχόμενο της σύμβασης, προκειμένου να εξαλείψει κάθε αβεβαιότητα ως προς το εύρος της ενδεχόμενης συμβατικής δέσμευσης που ανέλαβε έναντι του εμπόρου.


20      Βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, BMW Bank κ.λπ. (C‑38/21, C‑47/21 και C‑232/21, EU:C:2023:1014, σκέψη 171). Χάριν πληρότητας, επισημαίνεται ότι η υπόθεση εκείνη αφορούσε περίπτωση στην οποία «κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της σύναψης της σύμβασης με τον έμπορο ο καταναλωτής συναντήθηκε διά ζώσης με ενδιάμεσο που ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπόρου, ο οποίος όμως περιορίστηκε να παράσχει τη δυνατότητα στον καταναλωτή να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με το αντικείμενο της σύμβασης και, ενδεχομένως, να παραλάβει και να διαβιβάσει στον έμπορο την αίτηση του καταναλωτή χωρίς να διαπραγματευθεί με αυτόν ή να του παράσχει τις πληροφορίες που προβλέπει το άρθρο 6 της [οδηγίας 2011/83]». Αντιθέτως, στη σκέψη 170, το Δικαστήριο έκρινε ότι η σύμβαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «σύμβαση εξ αποστάσεως», όταν, στο στάδιο που προηγήθηκε της σύναψης της σύμβασης, ο καταναλωτής, επικοινώνησε διά ζώσης με τον ενδιάμεσο που ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπόρου και είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στον ενδιάμεσο ερωτήσεις και έλαβε τις πληροφορίες που μνημονεύονται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2011/83.


21      Βλ. σημείο 23 των παρουσών προτάσεων σχετικά με τις τέσσερις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την ύπαρξη «σύμβασης εξ αποστάσεως».


22      Χάριν πληρότητας, επισημαίνω ότι, κατά τη γνώμη μου, η συμφωνία στην υπό κρίση υπόθεση έχει συμπληρωματικό και όχι «δευτερεύοντα» χαρακτήρα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 15, της οδηγίας 2011/83, καθόσον, κατά τα στοιχεία της δικογραφίας, κατά τη συμπλήρωση της αρχικής σύμβασης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ρύθμιση μεταξύ του αρχιτέκτονα και της Eisenberger. Συγκεκριμένα, κατά την προμνησθείσα διάταξη, ως «δευτερεύουσα σύμβαση» νοείται «σύμβαση με την οποία ο καταναλωτής αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες που συνδέονται με εξ αποστάσεως σύμβαση ή με σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος και όπου τα εν λόγω αγαθά ή οι υπηρεσίες παρέχονται από τον έμπορο ή από ένα τρίτο μέρος με βάση μια ρύθμιση μεταξύ του εν λόγω τρίτου μέρους και του εμπόρου». Παρατηρώ ότι η Eisenberger προσάρμοσε την κύρια σύμβαση στις ειδικές απαιτήσεις παροχής του αγαθού ή της υπηρεσίας που αποτελούσε αντικείμενο της σύμβασης, μέσω συμπληρωματικής σύμβασης και, επομένως, η τελευταία αυτή σύμβαση είχε συμπληρωματικό και όχι «δευτερεύοντα» χαρακτήρα.


23      Η αιτιολογική σκέψη 14 διαλαμβάνει τα εξής: «[η] παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την εθνική νομοθεσία σε θέματα δικαίου των συμβάσεων για ζητήματα σχετιζόμενα με το δίκαιο των συμβάσεων που δεν ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία. Κατά συνέπεια, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει την εθνική νομοθεσία που ρυθμίζει για παράδειγμα τη σύναψη ή την εγκυρότητα μιας σύμβασης (όπως σε περίπτωση απουσίας συγκατάθεσης). Ομοίως, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει την εθνική νομοθεσία σε σχέση με τα γενικά συμβατικά ένδικα μέσα, τους κανόνες περί δημόσιας οικονομικής τάξης, π.χ. κανόνες περί υπερβολικών ή εκβιαστικών τιμών, και τους κανόνες περί αντιδεοντολογικών νομικών συναλλαγών».


24      Το άρθρο 3, παράγραφος 5, ορίζει τα εξής: «[η] παρούσα οδηγία δεν θίγει το εθνικό γενικό δίκαιο περί συμβάσεων, όπως τους κανόνες εγκυρότητας, διαμόρφωσης ή αποτελέσματος μιας σύμβασης, στον βαθμό που στην παρούσα οδηγία δεν ρυθμίζονται γενικές έννοιες του δικαίου των συμβάσεων».


25      Απόφαση της 17ης Μαΐου 2023, DC (Υπαναχώρηση μετά την εκτέλεση της σύμβασης) (C‑97/22, EU:C:2023:413, σκέψη 32).


26      Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66).


27      Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, BMW Bank κ.λπ. (C‑38/21, C‑47/21 και C‑232/21, EU:C:2023:1014, σκέψη 292).


28      Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, BMW Bank κ.λπ. (C‑38/21, C‑47/21 και C‑232/21, EU:C:2023:1014, σκέψη 279).


29      Βλ. άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/83.


30      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Μαΐου 1998, Κεφάλας κ.λπ. (C‑367/96, EU:C:1998:222, σκέψη 20). Επιπλέον, «η εφαρμογή της [ενωσιακής] κανονιστικής ρυθμίσεως δεν μπορεί να επεκτείνεται μέχρι σημείου που να καλύπτει […] τις πράξεις που […] διενεργούνται […] με μοναδικό σκοπό την καταχρηστική εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το [δίκαιο της Ένωσης]», βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ. (C‑255/02, EU:C:2006:121, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


31      Βλ. αιτιολογική σκέψη 14 και άρθρο 3, παράγραφος 5, της οδηγίας 2011/83, καθώς και σημείο 39 των παρουσών προτάσεων.


32      Βλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Emsland-Stärke (C‑110/99, EU:C:2000:695, σκέψεις 52 και 53), και της 13ης Μαρτίου 2014, SICES κ.λπ. (C‑155/13, EU:C:2014:145, σκέψη 31).


33      Πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Emsland-Stärke (C‑110/99, EU:C:2000:695, σκέψη 58), και της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ. (C‑255/02, EU:C:2006:121, σκέψη 81).


34      Βλ. απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2019, Walbusch Walter Busch (C‑430/17, EU:C:2019:47, σκέψεις 33 και 35).


35      Όπ.π.


36      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2021, Volkswagen Bank κ.λπ. (C‑33/20, C‑155/20 και C‑187/20, EU:C:2021:736, σκέψη 123 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


37      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2021, Volkswagen Bank κ.λπ. (C‑33/20, C‑155/20 και C‑187/20, EU:C:2021:736, σκέψη 124).


38      Κατ’ αναλογίαν, στην περίπτωση σύμβασης που αφορά την παροχή αγαθών, κατά την αιτιολογική σκέψη 47 της οδηγίας 2011/83, «[ο]ρισμένοι καταναλωτές ασκούν το δικαίωμα υπαναχώρησης αφού έχουν χρησιμοποιήσει τα αγαθά σε βαθμό μεγαλύτερο από αυτόν που είναι αναγκαίος για να προσδιοριστούν η φύση, τα χαρακτηριστικά και η λειτουργία των αγαθών. Στην περίπτωση αυτή, ο καταναλωτής δεν θα πρέπει να χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης, αλλά θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για τυχόν μείωση της αξίας των αγαθών. […]».


39      Σχετικά με την ασυμμετρία στην πληροφόρηση μεταξύ αρχιτεκτόνων και καταναλωτή, βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑377/17, EU:C:2019:562, σκέψη 77).


40      Πρβλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Messner (C‑489/07, EU:C:2009:502), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 1, δεύτερη περίοδος, και 2, της οδηγίας 97/7 […] δεν αποκλείουν την επιβολή υποχρεώσεως καταβολής αποζημιώσεως εκ μέρους του καταναλωτή για τη χρήση του αγαθού, στην υποθετική περίπτωση που ο τελευταίος χρησιμοποιήσει το εν λόγω αγαθό κατά τρόπο μη συνάδοντα προς τις αρχές του αστικού δικαίου, όπως αυτές της καλής πίστεως ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται ο σκοπός της εν λόγω οδηγίας και, ιδίως, η χρησιμότητα και η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, στοιχείο που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει» (σκέψη 29).


41      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας G. Pitruzzella με τις προτάσεις του στην υπόθεση YYY. (Έννοια του καταναλωτή) (C‑570/21, EU:C:2022:1002), «η εξέλιξη των πηγών του δικαίου της Ένωσης και της νομολογίας του Δικαστηρίου κινείται προς την κατεύθυνση της αυξημένης προστασίας των καταναλωτών, αλλά πάντοτε σταθμίζεται επίσης με άλλες ελευθερίες και, εν τέλει, με την αποτελεσματική λειτουργία της ενιαίας αγοράς, αφήνοντας παράλληλα επαρκή περιθώρια ευελιξίας ώστε η έννοια να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες υποβάλλονται αντικειμενικώς αξιώσεις προστασίας» (σημείο 43).

Top