This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62024CC0077
Opinion of Advocate General Emiliou delivered on 12 June 2025.###
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Αιμιλίου της 12ης Ιουνίου 2025.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Αιμιλίου της 12ης Ιουνίου 2025.
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2025:432
Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΝΙΚΟΛΑ ΑΙΜΙΛΙΟΥ
της 12ης Ιουνίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑77/24 [Wunner] (i)
NM,
OU
κατά
TE
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικών ενοχών – Αγωγή αποζημίωσης ασκηθείσα από καταναλωτή ο οποίος έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος κατά των διαχειριστών εταιρίας παροχής διαδικτυακών τυχερών παιγνίων η οποία εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος – Αξίωση στηριζόμενη στην προβαλλόμενη παράβαση του εθνικού νόμου περί τυχερών παιγνίων του πρώτου κράτους μέλους – Κανονισμός (ΕΚ) 864/2007 – Πεδίο εφαρμογής – Εξαιρέσεις – Άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ – Εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από το δίκαιο των εταιριών – Φύση της βάσης της αγωγής – Παράβαση υποχρέωσης ή απαγόρευσης που επιβάλλεται erga omnes – Δεν ασκεί επιρροή η εν λόγω εξαίρεση – Προσδιορισμός του εφαρμοστέου δικαίου – Άρθρο 4, παράγραφος 1 – Χώρα στην οποία επέρχεται η “ζημία” – Χώρα από την οποία ο παίκτης συμμετέχει σε διαδικτυακά τυχερά παίγνια »
I. Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία υποβλήθηκε από το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία), αφορά αγωγή αποζημίωσης που άσκησε ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων καταναλωτής ο οποίος έχει τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία κατά των πρώην διαχειριστών εταιρίας παροχής τυχερών παιγνίων με έδρα τη Μάλτα (η οποία έχει πλέον κηρυχθεί σε πτώχευση). Ο καταναλωτής προβάλλει ότι η εκ μέρους της εν λόγω εταιρίας παροχή διαδικτυακών τυχερών παιγνίων στην Αυστρία χωρίς την απαιτούμενη κατά το δίκαιο του κράτους αυτού άδεια συνιστά αδικοπραξία (η οποία του προκάλεσε απώλεια σημαντικών χρηματικών ποσών), για την οποία ευθύνονται οι εν λόγω διαχειριστές.
2. Το αιτούν δικαστήριο, το οποίο καλείται να αποφανθεί ως προς το εάν η εν λόγω αδικοπραξία διέπεται από το αυστριακό ή το μαλτέζικο δίκαιο, ζητεί διευκρινίσεις επί δύο ζητημάτων. Πρώτον, ζητεί να διευκρινιστεί εάν ο κανονισμός (ΕΚ) 864/2007 (2) (στο εξής: κανονισμός Ρώμη ΙΙ) έχει εφαρμογή σε μια τέτοια αδικοπραξία. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του εν λόγω νομοθετήματος, το οποίο εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τις εξωσυμβατικές ενοχές «που απορρέουν από το δίκαιο των εταιρειών», καλύπτει αυτό το είδος ευθύνης των διαχειριστών για τις πράξεις της εταιρίας. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι τούτο δεν ισχύει εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ερμηνεία του γενικού κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, κατά τον οποίο η εξωσυμβατική ενοχή η οποία απορρέει από αδικοπραξία διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η «ζημία». Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σε τι ακριβώς συνίσταται η «ζημία» και ποιος είναι τόπος στον οποίο αυτή επήλθε όσον αφορά την εν λόγω αγωγή.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Ο κανονισμός Ρώμη II
3. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ ορίζει ότι «οι εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από το δίκαιο των εταιρειών […] όσον αφορά θέματα όπως […] [η] προσωπική ευθύνη […] των οργάνων για τις υποχρεώσεις της εταιρείας […]» εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
4. Το άρθρο 4 του κανονισμού Ρώμη II, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικός κανόνας», προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι «[τ]ο εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό».
Β. Το αυστριακό δίκαιο
5. Το άρθρο 1301 του Allgemeines bürgerliches Gesetzbuch (Γενικού Αστικού Κώδικα, στο εξής: αυστριακός Γενικός Αστικός Κώδικας) ορίζει ότι «[γ]ια παρανόμως προκληθείσα ζημία μπορεί να ευθύνονται περισσότερα πρόσωπα, εφόσον συνετέλεσαν στην πρόκλησή της από κοινού, άμεσα ή έμμεσα, παραπλανώντας, απειλώντας, δίδοντας εντολή, συνδράμοντας, αποκρύπτοντας πληροφορίες και με άλλες παρόμοιες πράξεις ή ακόμα και μόνο λόγω παραλείψεως συμμόρφωσης με την ειδική υποχρέωση αποτροπής της ζημίας».
6. Το άρθρο 1311 του εν λόγω Gesetzbuch (Κώδικα) προβλέπει ότι «[τ]ο τυχαίο γεγονός αφορά μόνον εκείνον στην περιουσία ή στο πρόσωπο του οποίου επέρχεται. Αν, όμως, το τυχαίο γεγονός οφείλεται σε υπαιτιότητα άλλου ή αν ο υπαίτιος έχει παραβεί διάταξη νόμου η οποία αποσκοπεί στην πρόληψη της τυχαίας ζημίας […] τότε αυτός ευθύνεται για οποιαδήποτε βλάβη η οποία διαφορετικά δεν θα είχε επέλθει».
7. Το άρθρο 3 του Glücksspielgesetz (νόμου περί τυχερών παιγνίων· στο εξής: αυστριακός νόμος περί τυχερών παιγνίων) ορίζει ότι «[ε]φόσον στον παρόντα νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, το δικαίωμα διεξαγωγής τυχερών παιγνίων ανήκει αποκλειστικά στο Αυστριακό κράτος (μονοπώλιο τυχερών παιγνίων)».
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και τα προδικαστικά ερωτήματα
8. Από τη διάταξη περί παραπομπής και από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η Titanium Brace Marketing Limited (στο εξής: Titanium), η οποία επί του παρόντος τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, παρείχε διαδικτυακά τυχερά παίγνια από την έδρα της στη Μάλτα. Όλες οι εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διακομιστών, που χρησιμοποιούνταν για την εν λόγω δραστηριότητα, βρίσκονταν στη Μάλτα. Οι NM και OU ήταν διαχειριστές της εταιρίας κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Η Titanium κατηύθυνε τη δραστηριότητά της προς διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Αυστρίας, μέσω του ιστοτόπου www.drueckglueck.com. Μέσω του ιστοτόπου αυτού οι καταναλωτές μπορούσαν να συμμετάσχουν στα εν λόγω παίγνια από την Αυστρία. Η Titanium κατείχε άδεια διεξαγωγής τυχερών παιγνίων η οποία χορηγήθηκε από τις αρχές της Μάλτας, σύμφωνα με το μαλτέζικο δίκαιο. Ωστόσο, δεν κατείχε άδεια διεξαγωγής τυχερών παιγνίων στην Αυστρία, κατά τον αυστριακό νόμο περί τυχερών παιγνίων.
9. Προκειμένου να συμμετάσχουν στα διαδικτυακά τυχερά παίγνια, οι καταναλωτές έπρεπε να δημιουργήσουν λογαριασμό (στο εξής: λογαριασμός παίκτη) στον ιστότοπο της Titanium, πράγμα που προϋπέθετε την αποδοχή από τον καταναλωτή των γενικών όρων συναλλαγών της εν λόγω εταιρίας (συνάπτοντας, κατ’ ουσίαν, σύμβαση περί τυχερών παιγνίων με την τελευταία). Στη συνέχεια, έπρεπε να τροφοδοτήσουν τον εν λόγω λογαριασμό χρησιμοποιώντας μία από τις προτεινόμενες μεθόδους, όπως πληρωμή με πιστωτική κάρτα ή μέσω τραπεζικού εμβάσματος. Κατά τη συμμετοχή τους σε τυχερό παίγνιο, τα ποσά που είχαν μεταφέρει και τα οποία χρησιμοποιούσαν για τα εν λόγω παίγνια χρεώνονταν στον λογαριασμό αυτόν. Τυχόν κέρδη πιστώνονταν επίσης στον εν λόγω λογαριασμό. Οι πελάτες μπορούσαν να απαιτήσουν από την Titanium την καταβολή του υπολοίπου του λογαριασμού παίκτη που διατηρούσαν.
10. Όπως απαιτεί το μαλτέζικο δίκαιο, η Titanium τηρούσε τραπεζικό λογαριασμό (στο εξής: τραπεζικός λογαριασμός προστασίας παίκτη) σε τράπεζα εγκατεστημένη στη Μάλτα, στον οποίο η Titanium κατέθετε τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα συσσωρευμένα υπόλοιπα του συνόλου των λογαριασμών παικτών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα εν λόγω κεφάλαια διατηρούνταν χωριστά από την υπόλοιπη περιουσία της εταιρίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η πληρωμή των απαιτήσεων των παικτών σε περίπτωση πτώχευσης.
11. Κατά το χρονικό διάστημα από τις 14 Νοεμβρίου 2019 έως τις 3 Απριλίου 2020, ο TE, καταναλωτής ο οποίος είχε τη συνήθη διαμονή του στη Βιέννη (Αυστρία), συμμετείχε σε διαδικτυακά τυχερά παίγνια μέσω του ιστοτόπου της Titanium. Προκειμένου να τροφοδοτήσει τον λογαριασμό παίκτη που διατηρούσε, μετέφερε χρήματα από τον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του, ο οποίος τηρούνταν σε τράπεζα εγκατεστημένη στην Αυστρία, στον τραπεζικό λογαριασμό προστασίας παίκτη στη Μάλτα. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα η απώλεια που υπέστη από τη δραστηριότητα αυτή ανήλθε συνολικά σε 18 547,67 ευρώ.
12. Ο TE άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά των NM και OU ενώπιον του Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien (πρωτοβάθμιου περιφερειακού δικαστηρίου αστικών υποθέσεων Βιέννης, Αυστρία) ζητώντας αποζημίωση ίση με την απώλεια που υπέστη από τη συμμετοχή του στα τυχερά παίγνια, πλέον τόκων και εξόδων. Ο TE ισχυρίστηκε ότι η παροχή διαδικτυακών τυχερών παιγνίων στην Αυστρία χωρίς την απαιτούμενη κατά τον αυστριακό νόμο περί τυχερών παιγνίων άδεια συνιστά παράβαση του εν λόγω νόμου. Οι NM και OU, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστών της Titanium, ευθύνονταν για τις πράξεις της εταιρίας. Δεδομένου ότι ο αυστριακός νόμος περί τυχερών παιγνίων θεσπίστηκε (μεταξύ άλλων) με σκοπό την αποτροπή επέλευσης ζημίας στους Αυστριακούς καταναλωτές, επρόκειτο για «προστατευτικές διατάξεις» (Schutzgesetze) κατά την έννοια του άρθρου 1311 του αυστριακού Γενικού Αστικού Κώδικα. Κατά το άρθρο αυτό, η παράβαση των εν λόγω «προστατευτικών διατάξεων» συνιστούσε αδικοπραξία για την οποία οι NM και OU ευθύνονταν προσωπικώς έναντι των πελατών της Titanium. Ο TE υποστήριξε επίσης ότι το επιληφθέν δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 7, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 (3) (στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες Ια).
13. Οι NM και OU απάντησαν ότι τα αυστριακά δικαστήρια δεν είχαν διεθνή δικαιοδοσία. Κατά την άποψή τους, το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια απένειμε, στην πραγματικότητα, δικαιοδοσία στα δικαστήρια της Μάλτας. Υποστήριξαν επίσης ότι η αξίωση του TE δεν διέπεται από το αυστριακό δίκαιο, αλλά από το μαλτέζικο δίκαιο, το οποίο δεν αναγνωρίζει ευθύνη του διαχειριστή.
14. Με απόφαση της 27ης Απριλίου 2023, το Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο αστικών υποθέσεων Βιέννης) απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας.
15. Κατόπιν έφεσης που άσκησε ο TE, με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2023, το Oberlandesgericht Wien (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Βιέννης, Αυστρία) έκρινε ότι τα αυστριακά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία όσον αφορά την αγωγή του, δυνάμει του άρθρου 7, σημείο 2, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια. Κατά συνέπεια, εξαφάνισε το σχετικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης και διέταξε το Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο αστικών υποθέσεων Βιέννης) να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης.
16. Στη συνέχεια, οι NM και η OU άσκησαν αναίρεση κατά της απόφασης του Oberlandesgericht Wien (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Βιέννης) ενώπιον του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου), η οποία κρίθηκε παραδεκτή από το πρώτο δικαστήριο.
17. Λαμβανομένου υπόψη ότι, αφενός, η δικαιοδοσία των αυστριακών δικαστηρίων βάσει του κανονισμού Βρυξέλλες Ια είναι σαφής, αλλά ότι, αφετέρου, το ζήτημα του δικαίου που διέπει την αξίωση του TE δεν είναι σαφές, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«(1) Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του [κανονισμού Ρώμη ΙΙ] την έννοια ότι αναφέρεται σε αξιώσεις αποζημιώσεως κατά οργάνου εταιρίας τις οποίες πιστωτής της εταιρίας στηρίζει σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας για φερόμενη παράβαση προστατευτικών διατάξεων νόμου (όπως των διατάξεων της νομοθεσίας περί τυχερών παιγνίων) από το εν λόγω όργανο;
(2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του [κανονισμού Ρώμη II] την έννοια ότι ο τόπος όπου επήλθε η ζημία την οποία αφορά αγωγή με αντικείμενο αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας στρεφομένη κατά οργάνου εταιρίας παροχής διαδικτυακών τυχερών παιγνίων χωρίς άδεια στην Αυστρία, για απώλειες από τα τυχερά παίγνια, προσδιορίζεται με βάση
α) τον τόπο από τον οποίο ο παίκτης μεταφέρει χρήματα από τον τραπεζικό λογαριασμό του στον λογαριασμό παίκτη που τηρεί η εταιρία,
β) τον τόπο στον οποίο η εταιρία τηρεί τον λογαριασμό παίκτη και στον οποίο μεταφέρονται οι καταβολές του παίκτη, τα κέρδη, οι απώλειες και οι πριμοδοτήσεις,
γ) τον τόπο από τον οποίο ο παίκτης τοποθετεί τα στοιχήματά του, μέσω του εν λόγω λογαριασμού παίκτη, τα οποία τελικώς οδηγούν σε απώλειες,
δ) τον τόπο κατοικίας του παίκτη, ως τόπο στον οποίο υφίσταται η απαίτησή του για καταβολή του πιστωτικού υπολοίπου του στον λογαριασμό παίκτη,
ε) τον τόπο όπου βρίσκεται η κύρια περιουσία του;»
18. Οι NM και OU, ο TE, η Βελγική και η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Οι ΝΜ και OU, ο TE, η Αυστριακή, η Γερμανική, η Βελγική και η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, εκπροσωπήθηκαν κατά τη συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 2025.
IV. Ανάλυση
19. Η υπό κρίση υπόθεση έχει ως υπόβαθρο τυχερά παίγνια που παρέχονται διαδικτυακά από εταιρίες εγκατεστημένες στη Μάλτα. Κατά κανόνα, οι αντίστοιχοι ιστότοποί τους όχι μόνον είναι προσβάσιμοι από άλλα κράτη μέλη, αλλά και απευθύνονται (μέσω των χρησιμοποιούμενων γλωσσών, της διαφήμισης κ.λπ.) σε αυτά. Μολονότι οι εν λόγω εταιρίες δραστηριοποιούνται βάσει αδειών οι οποίες χορηγούνται από τις αρχές της Μάλτας κατά το μαλτέζικο δίκαιο (και οι οποίες φέρεται ότι καλύπτουν την παροχή υπηρεσιών τυχερών παιγνίων όχι μόνο στη Μάλτα, αλλά και από τη Μάλτα), εντούτοις, οι εταιρίες αυτές συχνά δεν κατέχουν τις άδειες που απαιτούνται κατά το δίκαιο των κρατών μελών - αποδεκτών για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών σε αυτά (ή, στην περίπτωση της Αυστρίας, απαγορεύεται πλήρως να το πράξουν, δεδομένου ότι τα τυχερά παίγνια υπόκεινται, κατά κανόνα, σε κρατικό μονοπώλιο).
20. Σημαντικός αριθμός καταναλωτών στα εν λόγω άλλα κράτη μέλη συμμετέχει σε αυτά τα διαδικτυακά τυχερά παίγνια. Ως εκ τούτου, πολλοί από αυτούς χάνουν σημαντικά χρηματικά ποσά. Τα τελευταία χρόνια, οι εν λόγω άτυχοι παίκτες επιδίωξαν να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστησαν ασκώντας αγωγή ενώπιον των οικείων εγχώριων δικαστηρίων κατά μαλτέζικων εταιριών παροχής τυχερών παιγνίων. Κατά κανόνα, οι παίκτες αυτοί ισχυρίζονται ότι δεδομένου ότι τα παίγνια που έπαιζαν τους είχαν προσφερθεί παράνομα (καθόσον ο εν λόγω πάροχος δεν συμμορφώθηκε με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο έπαιζε ο καταναλωτής), η υποκείμενη σύμβαση περί τυχερών παιγνίων είναι άκυρη, γεγονός που συνεπάγεται την επιστροφή των παροχών που δόθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των ποσών που κατέβαλε ο καταναλωτής για τη συμμετοχή του στα παίγνια. Στην Αυστρία και τη Γερμανία οι αγωγές αυτές έχουν λάβει μάλιστα μαζικό χαρακτήρα (4). Φαίνεται δε ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων τα αυστριακά και τα γερμανικά δικαστήρια τις έχουν αντιμετωπίσει ευνοϊκά.
21. Η αγωγή που άσκησε ο TE ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων εντάσσεται στο πλαίσιο αυτό, καθόσον ο ίδιος συμμετείχε στα διαδικτυακά τυχερά παίγνια που παρείχε μαλτέζικη εταιρία (ήτοι η Titanium), απώλεσε δε σημαντικό χρηματικό ποσό, το οποίο τώρα επιδιώκει να ανακτήσει. Εντούτοις, η αγωγή του παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα. Όπως εκτέθηκε στο σημείο 12 των παρουσών προτάσεων, πρώτον, η αγωγή δεν στρέφεται κατά της εταιρίας παροχής τυχερών παιγνίων (ήτοι της Titanium), αλλά κατά δύο πρώην διαχειριστών της τελευταίας και, δεύτερον, δεν στηρίζεται στον φερόμενο ως παράνομο χαρακτήρα της σύμβασης περί τυχερών παιγνίων και στο δίκαιο περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά στο (αυστριακό) δίκαιο περί ενοχών.
22. Φαίνεται ότι υπάρχουν δύο λόγοι για τους οποίους ο TE επέλεξε να στραφεί κατά των NM και OU αντί της Titanium. Ο πρώτος είναι μάλλον συνηθισμένος: η εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση. Αντιθέτως, ο δεύτερος είναι ασυνήθιστος: ως απάντηση στις προπεριγραφείσες διαφορές μεγάλου αριθμού παικτών και λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών συνεπειών που θα μπορούσε να έχει η εκδίκαση των διαφορών αυτών για τις μαλτέζικες εταιρίες παροχής τυχερών παιγνίων, ο Μαλτέζος νομοθέτης θέσπισε στις 12 Ιουνίου 2023 νόμο, ήτοι τον Abbozz ta’ Liġi 55 (νόμο 55), με τον οποίο προστέθηκε το άρθρο 56A στον μαλτέζικο νόμο περί τυχερών παιγνίων. Η νέα αυτή διάταξη προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι οι αγωγές αδικαιολόγητου πλουτισμού που ασκούν οι παίκτες ενώπιον των μαλτέζικων δικαστηρίων είναι απαράδεκτες, καθώς και ότι κάθε αλλοδαπή απόφαση η οποία κάνει δεκτή μια τέτοια αγωγή δεν αναγνωρίζεται ούτε εκτελείται στη Μάλτα.
23. Το ζήτημα ποιο δίκαιο διέπει την αγωγή του TE, το οποίο αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο των ερωτημάτων που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) (5), είναι κρίσιμο για την έκβαση της εν λόγω αγωγής. Όπως διευκρινίζει το αιτούν δικαστήριο, κατά το αυστριακό δίκαιο, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία του, η εν λόγω αγωγή ενδεχομένως να γίνει δεκτή: κατά τα άρθρα 1301 και 1311 του αυστριακού Γενικού Αστικού Κώδικα, οι διαχειριστές μπορούν πράγματι να θεωρηθούν υπεύθυνοι για παράβαση «προστατευτικών διατάξεων» (κατά την έννοια του άρθρου 1311) την οποία διέπραξε η εταιρία τους, τα δε σχετικά μέρη του αυστριακού νόμου περί τυχερών παιγνίων χαρακτηρίζονται ως τέτοια. Αντιθέτως, κατά τους ισχυρισμούς των NM και OU, το μαλτέζικο δίκαιο δεν αναγνωρίζει τέτοια ευθύνη.
24. Ακολουθώντας τη λογική σειρά με την οποία το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τα προδικαστικά ερωτήματα, θα εξετάσω στα επόμενα σημεία, πρώτον, το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη ΙΙ σε μια αξίωση όπως αυτή που προέβαλε ο TE (τμήμα Α, πρώτο ερώτημα). Δεύτερον, θα εξετάσω το ζήτημα του δικαίου που διέπει την εν λόγω αξίωση σύμφωνα με τον κανόνα περί σύγκρουσης δικαίων του άρθρου 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (τμήμα Β, δεύτερο ερώτημα). Τρίτον, θα προχωρήσω επίσης, εν συντομία, πέραν των ερωτημάτων αυτών και θα εξετάσω ένα ζήτημα που συνδέεται στενά με το δεύτερο ζήτημα, ήτοι τη δυνατότητα εκτοπισμού, βάσει της «ρήτρας διαφυγής», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, του δικαίου το οποίο προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II (τμήμα Γ).
Α. Επί της δυνατότητας εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη ΙΙ (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
25. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ ορίζει το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του. Κατά τη διάταξη αυτή, το εν λόγω νομοθέτημα εφαρμόζεται «στις εξωσυμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου, σε περίπτωση που περιλαμβάνουν σύγκρουση δικαίων».
26. Εν προκειμένω, πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές. Πρώτον, η κατάσταση στην οποία στηρίζεται η αξίωση του TE περιλαμβάνει «σύγκρουση δικαίων»: τα πραγματικά περιστατικά συνδέονται τόσο με την Αυστρία όσο και με τη Μάλτα, εγείροντας το ζήτημα κατά πόσον η εν λόγω αξίωση πρέπει να κριθεί βάσει του αυστριακού ή του μαλτέζικου δικαίου. Δεύτερον, η προβαλλόμενη επιβολή στους NM και OU της υποχρέωσης αποζημίωσης του TE, στην οποία στηρίζεται η αξίωση του τελευταίου, είναι προδήλως «εξωσυμβατική» κατά την έννοια του κανονισμού Ρώμη ΙΙ: απορρέει από «αδικοπραξία» (για να χρησιμοποιήσω τους όρους του κανονισμού) (6) την οποία φέρεται ότι τέλεσαν οι NM και η OU και η οποία συνίσταται στην παράβαση απαγόρευσης που επιβάλλεται εκ του νόμου σε οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως τυχόν «σύμβασης» (ήτοι της απαγόρευσης παροχής τυχερών παιγνίων στο κοινό στην Αυστρία χωρίς άδεια, η οποία προβλέπεται στον αυστριακό νόμο περί τυχερών παιγνίων). Τρίτον, η εν λόγω διαφορά αφορά υποθέσεις «αστικού και εμπορικού δικαίου», καθώς ανέκυψε μεταξύ ιδιωτών, κατά τους συνήθεις κανόνες του αστικού δικαίου.
27. Κατ’ αρχήν, οι κανόνες περί σύγκρουσης δικαίων, οι οποίοι προβλέπονται στον κανονισμό Ρώμη II, προσδιορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο επί μιας τέτοιας «εξωσυμβατικής ενοχής». Εντούτοις, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού εξαιρεί ορισμένα ζητήματα από το πεδίο εφαρμογής του. Ειδικότερα, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ προβλέπει ότι το νομοθέτημα αυτό δεν εφαρμόζεται, κατ’ εξαίρεση, στις «εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από το δίκαιο των εταιρειών». Για παράδειγμα, η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει «την προσωπική ευθύνη […] των οργάνων για τις υποχρεώσεις της εταιρείας».
28. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, εάν η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ καλύπτει αξίωση όπως αυτή που προέβαλε ο TE έναντι των NM και OU, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστών της Titanium.
29. Όπως ο TE, η Αυστριακή και η Βελγική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, φρονώ ότι τούτο δεν συμβαίνει.
30. Κατ’ αρχάς, ελλείψει παραπομπής στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη II σε (οποιοδήποτε) εθνικό δίκαιο, η κατηγορία των «εξωσυμβατικ[ών] ενοχ[ών] που απορρέουν από το δίκαιο των εταιρειών» πρέπει να οριστεί αυτοτελώς για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού. Συναφώς, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στον σκοπό που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης με την επίμαχη εξαίρεση.
31. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση BMA Nederland (7), κατ’ ουσίαν, ο εν λόγω σκοπός έγκειται στο να διασφαλιστεί ότι ορισμένα ζητήματα τα οποία συνδέονται στενά με τη «γένεση» (σύσταση), τον «βίο» (λειτουργία και δραστηριότητα) και τον «θάνατο» (λύση) των εταιριών, και τα οποία υπόκεινται, κατά κανόνα, κατά το δίκαιο των κρατών μελών, σε ειδικούς κανόνες που παρεκκλίνουν από τους συνήθεις κανόνες του αστικού και εμπορικού δικαίου, διατηρούνται υπό ενιαίο νομικό καθεστώς, το οποίο ορίζεται ως το «εφαρμοστέο στην εταιρία δίκαιο» (ή lex societatis).
32. Συγκεκριμένα, εάν είχε εφαρμογή άλλο σύνολο κανόνων (για παράδειγμα, το γενικό δίκαιο περί ενοχών) σε τέτοια ζητήματα όταν οι εταιρίες ασκούν τις δραστηριότητές τους σε διάφορα κράτη, τούτο θα δημιουργούσε σημαντικό βαθμό ανασφάλειας δικαίου γι’ αυτές (καθώς και για τους εταίρους, τα όργανα και τους πιστωτές τους). Αντιθέτως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ βεβαιότητα όσον αφορά το εφαρμοστέο σε μια εταιρία δίκαιο αποσκοπεί στο να ενισχύσει την ελευθερία εγκατάστασης των εταιριών και την εκ μέρους τους ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς, δυνάμει των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ (8).
33. Υπό το πρίσμα του σκοπού που επιδιώκεται με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη II, και όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφασή του BMA Nederland, η εν λόγω εξαίρεση καλύπτει την ευθύνη / τις «εξωσυμβατικές υποχρεώσεις» των οργάνων της εταιρίας, συμπεριλαμβανομένων των διαχειριστών, οι οποίες υφίστανται «για λόγους που άπτονται αμιγώς του εταιρικού δικαίου» (9). Τούτο συμβαίνει όταν η εν λόγω ευθύνη/«υποχρέωση» απορρέει από την παράβαση υποχρέωσης (ή απαγόρευσης) που επιβάλλεται στον εν λόγω διαχειριστή συνεπεία του διορισμού του (πράγμα το οποίο, εξ ορισμού, βαίνει πέραν των υποχρεώσεων που οι συνήθεις κανόνες του αστικού και εμπορικού δικαίου επιβάλλουν σε οποιονδήποτε), ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της υποχρέωσης αυτής στην εθνική lex fori ή lex causae. Πράγματι, εν γένει, τα δικαιώματα που απολαμβάνουν οι διαχειριστές και οι υποχρεώσεις που τους επιβάλλονται συνεπεία του διορισμού τους συνδέονται άρρηκτα με την καθημερινή διαχείριση, τη λειτουργία, τη δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, τη «ζωή» μιας εταιρίας. Επιπλέον, τα εν λόγω δικαιώματα και οι υποχρεώσεις εξαρτώνται κατά κανόνα από τη χρησιμοποιούμενη εταιρική μορφή. Επομένως, τα ζητήματα αυτά πρέπει να εμπίπτουν αποκλειστικά στην οικεία lex societatis. Κατά συνέπεια, μια τέτοια ευθύνη/«υποχρέωση» θα πρέπει να θεωρείται ότι «απορρέ[ει] από το δίκαιο των εταιρειών» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη II. Τούτο επιδίωκε ο νομοθέτης όταν μνημόνευσε στην εν λόγω διάταξη «την προσωπική ευθύνη […] των οργάνων […]» (10).
34. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζουν ο TE, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ δεν μπορεί να καλύπτει την ευθύνη/τις «εξωσυμβατικές υποχρεώσεις» διαχειριστή εταιρίας οι οποίες απορρέουν «[από] λόγους που δεν έχουν σχέση με το [εταιρικό] δίκαιο» (11). Μολονότι, όπως υποστηρίζει η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, τούτο θα παρείχε στους διαχειριστές της εταιρίας τη βεβαιότητα ότι κάθε ευθύνη η οποία ενδεχομένως ζητηθεί να τους αναγνωριστεί όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα αυτή, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους στηρίζεται, υπάγεται στο ενιαίο καθεστώς της lex societatis, εντούτοις, το να προσδοθεί τόσο ευρύ περιεχόμενο στην εξαίρεση αυτή θα έβαινε πέραν του σκοπού της, όπως διευκρινίστηκε στο σημείο 31 των παρουσών προτάσεων. Τούτο θα ήταν, κατά μείζονα λόγο, μη ενδεδειγμένο, δεδομένου ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, ως εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να ερμηνεύεται στενά (12).
35. Η αξίωση του TE (και η αντίστοιχη ευθύνη / «εξωσυμβατική υποχρέωση» των NM και OU, στην οποία στηρίζεται η αξίωση αυτή), μολονότι στρέφεται κατά των διαχειριστών της εταιρίας, οι οποίοι ενεργούν υπό την ιδιότητα αυτή, εντούτοις, αφορά τη δεύτερη περίπτωση που περιγράφηκε ανωτέρω. Συγκεκριμένα, η ευθύνη/«υποχρέωση» των NM και OU απορρέει από την παράβαση απαγόρευσης που επιβάλλεται εκ του νόμου ανεξαρτήτως του διορισμού τους (ήτοι της απαγόρευσης σε οποιονδήποτε να παρέχει τυχερά παίγνια στο κοινό στην Αυστρία χωρίς άδεια, η οποία προβλέπεται στον αυστριακό νόμο περί τυχερών παιγνίων). Μια τέτοια απαγόρευση, καθώς και οι συνέπειες της παράβασής της, δεν συνδέεται με την καθημερινή διαχείριση, τη λειτουργία, τη δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, τη «ζωή» της εν λόγω εταιρίας. Επιβάλλεται για άλλους, «άσχετους» λόγους (συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών).
36. Επομένως, ο προβαλλόμενος καταλογισμός ευθύνης / η προβαλλόμενη επιβολή «εξωσυμβατικής υποχρέωσης» στους NM και OU δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι «απορρέ[ει] από το δίκαιο των εταιρειών», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη II. Κατά συνέπεια, μια τέτοια ευθύνη/«υποχρέωση» εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού και διέπεται από το δίκαιο το οποίο προσδιορίζεται βάσει των κανόνων που προβλέπονται σε αυτόν. Ανάλογα με τους κανόνες αυτούς και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δίκαιο αυτό μπορεί κάλλιστα να διαφέρει από τη lex societatis που διέπει την εταιρία. Το ζήτημα του εφαρμοστέου στην εν λόγω «υποχρέωση» δικαίου θα εξεταστεί στο επόμενο τμήμα των παρουσών προτάσεων.
37. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα των NM και OU ή από το επιχείρημα της Μαλτέζικης Κυβέρνησης ότι εφόσον, για την ακρίβεια, το πρόσωπο που παρείχε τα επίμαχα τυχερά παίγνια στην Αυστρία ήταν η Titanium και όχι οι διαχειριστές της, μόνον η εν λόγω εταιρία θα μπορούσε να έχει παραβεί την απαγόρευση που προβλέπεται στον αυστριακό νόμο περί τυχερών παιγνίων. Η προβαλλόμενη «εξωσυμβατική ενοχή» που απορρέει από την εν λόγω αδικοπραξία συνιστά, στην πραγματικότητα, «υποχρέωση της εταιρίας». Το κατά πόσον ένας διαχειριστής εταιρίας μπορεί να θεωρηθεί ότι «ευθύνεται προσωπικώς» έναντι του ζημιωθέντος τρίτου για μια τέτοια «υποχρέωση» συνιστά, κατ’ ουσίαν, ζήτημα του «εταιρικού δικαίου». Τέτοια ευθύνη υφίσταται (μόνον) όταν ο εν λόγω διαχειριστής παρέβη την υποχρέωση επιμέλειας που του επιβλήθηκε, συνεπεία του διορισμού του, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η εταιρία συμμορφώνεται με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της (13).
38. Στην πραγματικότητα, αντιθέτως προς όσα υποστήριξαν οι εν λόγω παρεμβαίνοντες, πρώτον, όταν μια εταιρία τελεί αδικοπραξία, το ζήτημα κατά πόσον η εξ αυτής απορρέουσα «εξωσυμβατική υποχρέωση» δύναται να καταλογιστεί στα όργανα της εν λόγω εταιρίας συνιστά, κατ’ ουσίαν, ζήτημα σχετικά με το εφαρμοστέο στην εν λόγω αδικοπραξία δίκαιο, όπως ορίζεται βάσει του κανονισμού Ρώμη II.(14)Οι κανόνες των κρατών μελών περί αστικής ευθύνης (όπως και οι οικείοι κανόνες του ποινικού δικαίου) συχνά καταλογίζουν τις πράξεις ενός προσώπου σε άλλο, βάσει διαφόρων θεωριών (ηθική αυτουργία, ευθύνη για πράξεις τρίτου κ.λπ.). Ειδικότερα, οι αδικοπραξίες που τελούνται από εταιρίες δύνανται ενίοτε να καταλογιστούν στα όργανά τους (με την αιτιολογία ότι τα όργανα αυτά έδωσαν εντολή για τη διενέργεια της επίμαχης πράξης ή είχαν το δικαίωμα, την ικανότητα ή την υποχρέωση να ελέγχουν τη διενέργειά της κ.λπ.), ανεξαρτήτως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατά τα λοιπά στα εν λόγω όργανα βάσει του «εταιρικού δικαίου». Ο λόγος ύπαρξης μιας τέτοιας δυνατότητας καταλογισμού της ευθύνης είναι, ως εκ της φύσεώς του, «αδικοπρακτικός». Επικεντρώνεται στη διασφάλιση της τήρησης των κανόνων συμπεριφοράς στην κοινωνία, καθώς και της δέουσας αποζημίωσης των ζημιωθέντων από την παράβαση των εν λόγω κανόνων. Ο καταλογισμός ορισμένων πταισμάτων των εταιριών στα όργανα που ασκούν τη διαχείρισή τους ενδέχεται να συμβάλει στο να διασφαλιστεί ότι οι κανόνες αυτοί λαμβάνονται δεόντως υπόψη από τις εν λόγω νομικές οντότητες και ότι οι ζημιωθέντες δύνανται να λάβουν αποζημίωση σε περίπτωση παράβασης. Ο «αδικοπρακτικός» χαρακτήρας του εν λόγω ζητήματος επιβεβαιώνεται από το άρθρο 15, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο σε «εξωσυμβατική ενοχή» που απορρέει από αδικοπραξία διέπει «την ευθύνη για πράξεις τρίτου».
39. Δεύτερον, στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, εκτός από την «αδικοπρακτική» ευθύνη / «εξωσυμβατική υποχρέωση» που απορρέει από την παράβαση του αυστριακού νόμου περί τυχερών παιγνίων, οι NM και OU ενδέχεται επίσης να υπέχουν ευθύνη / «εξωσυμβατική υποχρέωση» απορρέουσα από το «εταιρικό δίκαιο» λόγω παράβασης υποχρέωσης επιμέλειας που τους επιβλήθηκε, συνεπεία του διορισμού τους, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η εταιρία συμμορφώνεται με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της. Πράγματι, είναι σύνηθες ένα και το αυτό γεγονός να συνεπάγεται για ένα όργανο εταιρίας τέτοια συσσώρευση ευθυνών (15). Εντούτοις, οι εν λόγω «υποχρεώσεις» είναι διακριτές και χαρακτηρίζονται αναλόγως, λαμβανομένου υπόψη του αντίστοιχου λόγου ύπαρξής τους: διέπονται από διαφορετικά δίκαια, τα οποία προσδιορίζονται υπό το πρίσμα διαφόρων κανόνων περί σύγκρουσης δικαίων (αφενός, κανονισμός Ρώμη ΙΙ και, αφετέρου, εθνικοί κανόνες). Εν προκειμένω, υπενθυμίζω ότι η αξίωση του TE στηρίζεται στην «αδικοπρακτική» ευθύνη των NM και OU και όχι σε ενδεχόμενη παράλληλη ευθύνη απορρέουσα από το «εταιρικό δίκαιο» η οποία θα μπορούσε να καταλογιστεί σε αυτούς.
40. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εξαίρεση που αφορά τις «εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από το δίκαιο των εταιρειών» η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού Ρώμη II δεν καλύπτει την εις βάρος διαχειριστή εταιρίας επιβολή «εξωσυμβατικής υποχρέωσης» απορρέουσας από την παράβαση υποχρέωσης ή απαγόρευσης που επιβάλλεται εκ του νόμου ανεξαρτήτως του διορισμού του διαχειριστή, όπως την επιβολή απαγόρευσης σε οποιονδήποτε να παρέχει τυχερά παίγνια σε ορισμένο κράτος μέλος χωρίς άδεια των αρχών του εν λόγω κράτους.
Β. Επί της χώρας στην οποία επέρχεται η «ζημία» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ (δεύτερο ερώτημα)
41. Από το προηγούμενο τμήμα προκύπτει ότι ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ έχει εφαρμογή σε «εξωσυμβατική ενοχή» όπως αυτή στην οποία στηρίζεται η αξίωση του TE. Εν συνεχεία, θα εξετάσω το ζήτημα του δικαίου που διέπει την εν λόγω «ενοχή» βάσει του κανονισμού αυτού.
42. Κανένας από τους ειδικούς κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως 9 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ δεν καλύπτει αδικοπραξία όπως η επίμαχη. Τα μέρη δεν επέλεξαν επίσης, όπως επιτρέπει το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού, το εφαρμοστέο δίκαιο επί της «εξωσυμβατικής ενοχής» που απορρέει από την εν λόγω αδικοπραξία Κατά συνέπεια, το δίκαιο αυτό έπρεπε να προσδιοριστεί βάσει του γενικού κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του εν λόγω νομοθετήματος.
43. Κατά τον εν λόγω γενικό κανόνα, το εφαρμοστέο δίκαιο επί «εξωσυμβατικής ενοχής» η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η «ζημία», ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το «ζημιογόνο γεγονός» καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει «έμμεσα αποτελέσματα».
44. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, κατ’ ουσίαν, σε τι συνίσταται η «ζημία» που προκλήθηκε από την (προβαλλόμενη) αδικοπραξία στην οποία στηρίζεται η αξίωση του TE, καθώς και ποιος είναι τόπος στον οποίο θεωρείται ότι επήλθε η εν λόγω «ζημία», για τους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II. Το αιτούν δικαστήριο προτείνει, με το ερώτημά του, διάφορα συνδετικά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να είναι κρίσιμα συναφώς. Ορισμένες προκαταρκτικές διευκρινίσεις είναι, κατά τη γνώμη μου, αναγκαίες προκειμένου να γίνει αντιληπτή η πολυπλοκότητα του εν λόγω ζητήματος.
45. Για τους σκοπούς του κανονισμού αυτού, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II ορίζει την έννοια της «ζημίας» ως «όλες τις συνέπειες των αδικοπραξιών […]» (η υπογράμμιση δική μου). Εντούτοις, από το σημείο 43 των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού στηρίζεται σε μια πιο λεπτή διάκριση μεταξύ της άμεσης «ζημίας» (16) που προκλήθηκε από το ζημιογόνο γεγονός και των έμμεσων «συνεπειών» του γεγονότος αυτού. Μόνον το πρώτο ζήτημα έχει σημασία για τον προσδιορισμό του δικαίου που διέπει ορισμένη αδικοπραξία.
46. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι σχετικά σαφής η διάκριση μεταξύ της άμεσης «ζημίας» που προκλήθηκε από ορισμένο ζημιογόνο γεγονός και οποιασδήποτε από τις «έμμεσες συνέπειές» της. Για παράδειγμα, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, η εν λόγω «ζημία» συνίσταται στη σωματική βλάβη του παθόντος και/ή στην υλική ζημία του οχήματός του η οποία προκλήθηκε από το εν λόγω ατύχημα. Η ζημία επήλθε στον τόπο όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση. Οι περαιτέρω οικονομικές συνέπειες της εν λόγω βλάβης (έξοδα ιατρικής περίθαλψης, απώλεια εσόδων λόγω της βλάβης κ.λπ.) και/ή η περιουσιακή ζημία (έξοδα επισκευής του οχήματος κ.λπ.) συνιστούν «έμμεσες συνέπειες» του ατυχήματος (17).
47. Αντιθέτως, η διάκριση μεταξύ της άμεσης «ζημίας» που προκλήθηκε από το ζημιογόνο γεγονός και των «έμμεσων συνεπειών» της μπορεί να αποδειχθεί δυσχερής σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η προβαλλόμενη από τον ενάγοντα ζημία δεν εκδηλώνεται υλικά. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω: η απώλεια που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο TE από τη συμμετοχή του στα τυχερά παίγνια συνίσταται, κατ’ ουσίαν, στη μείωση των άυλων, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων. Ανήκει στην κατηγορία της λεγόμενης «αμιγώς οικονομικής» ή «αμιγώς χρηματοοικονομικής» ζημίας. Εξ ου και το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
48. Τούτου λεχθέντος, προκειμένου να απαντήσω στο εν λόγω ερώτημα, υπενθυμίζω ότι, γενικώς, η «ζημία» που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ συνίσταται στις άμεσες συνέπειες της αδικοπραξίας στον ζημιωθέντα (ή, ακριβέστερα, σε νόμιμο συμφέρον του ζημιωθέντος το οποίο αφορά η αξίωση). Τούτο εξαρτάται από τη φύση της (προβαλλόμενης) αδικοπραξίας στην οποία στηρίζεται η αξίωση (18). Επομένως, προκειμένου να προσδιοριστεί η εν λόγω «ζημία», η ανάλυση των χαρακτηριστικών της αδικοπραξίας αυτής αποτελεί σημείο αφετηρίας. Εντούτοις, δεδομένου ότι η αναζήτηση της «ζημίας» πραγματοποιείται για τους σκοπούς του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός που επιδιώκεται με την εν λόγω διάταξη. Η επιλογή από τον νομοθέτη της Ένωσης της χώρας στην οποία επέρχεται η «ζημία» ως συνδετικού στοιχείου αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, την εφαρμογή του δικαίου το οποίο συνδέεται στενότερα με την αδικοπραξία και το οποίο δύναται να προβλεφθεί τόσο από τον ζημιωθέντα όσο και από τον δράστη της αδικοπραξίας, διαφυλάσσοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την ασφάλεια δικαίου. Το εν λόγω συνδετικό στοιχείο αποσκοπούσε επίσης στη διασφάλιση «δίκαιης ισορροπίας» μεταξύ των συμφερόντων των μερών (19). Το κριτήριο που επιλέγεται για τον προσδιορισμό της εν λόγω «ζημίας» πρέπει να είναι πειστικό υπό το πρίσμα των σκοπών αυτών, ενδέχεται δε να διαφέρει από τη λύση που μπορεί να υφίσταται συναφώς στο ουσιαστικό δίκαιο (20).
49. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού Βρυξέλλες Iα. Υπενθυμίζω ότι η εν λόγω διάταξη περιέχει κανόνα ειδικής δικαιοδοσίας για «ενοχές εξ αδικοπραξίας», βάσει του οποίου απονέμεται δικαιοδοσία στα δικαστήρια του «τόπου όπου συνέβη […] το ζημιογόνο γεγονός». Στην απόφαση Bier (21) το Δικαστήριο έκρινε ότι ο τόπος αυτός αναφέρεται ταυτόχρονα: i) στον τόπο όπου επήλθε η «ζημία» και ii) στον τόπο του ζημιογόνου γεγονότος (με αποτέλεσμα ο ενάγων να μπορεί να επιλέξει τον τόπο άσκησης της αγωγής όταν οι δύο αυτοί τόποι δεν συμπίπτουν). Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Marinari (22) ότι ο τόπος αυτός περιορίζεται στον τόπο της «αρχικώς επελθούσας ζημίας» και δεν καλύπτει κάθε τόπο στον οποίο ο ζημιωθείς ισχυρίζεται ότι υπέστη περαιτέρω «έμμεσες συνέπειες» του ζημιογόνου γεγονότος. Δεδομένου ότι το άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ στηρίζονται στις ίδιες διακρίσεις και επιδιώκουν παρόμοιους σκοπούς (τουλάχιστον όσον αφορά τον στενό σύνδεσμο με την αδικοπραξία, την προβλεψιμότητα και την ασφάλεια δικαίου) (23), θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνεπής ερμηνεία αμφότερων των άρθρων (24).
50. Υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών που συνοψίζονται στα σημεία 8 έως 11 των παρουσών προτάσεων, οι παρεμβαίνοντες διατυπώνουν ριζικά διαφορετικές απόψεις ως προς το τι πρέπει να θεωρηθεί εν προκειμένω ως άμεση «ζημία» προκληθείσα από την (προβαλλόμενη) αδικοπραξία στην οποία στηρίζεται η αξίωση του TE και ως προς τον τόπο επέλευσης της εν λόγω «ζημίας», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ.
51. Αφενός, οι NM και OU, η Μαλτέζικη Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η εν λόγω «ζημία» συνίσταται στην απώλεια που υπέστη ο TE από τη συμμετοχή του στα τυχερά παίγνια όταν μετέφερε στον ιστότοπο της Titanium τα ποσά που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτά. Άμεση συνέπεια της απώλειας αυτής ήταν η μείωση, και, εν τέλει, η πλήρης απώλεια συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου του TE, το οποίο διακρίνεται από τη λοιπή περιουσία του, ήτοι του χρηματικού ποσού που είχε μεταφέρει οικειοθελώς στον τραπεζικό λογαριασμό προστασίας παίκτη προκειμένου να τροφοδοτήσει τον (εικονικό) λογαριασμό παίκτη που διατηρούσε (25). Η «ζημία» αυτή επήλθε στον τόπο όπου τηρείται ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός, ο οποίος, με τη σειρά του, θεωρείται ότι είναι ο τόπος όπου είναι εγκατεστημένο το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο τηρούνταν ο λογαριασμός (26). Δεδομένου ότι η εν λόγω τράπεζα είναι εγκατεστημένη στη Μάλτα, η «ζημία» επήλθε στη χώρα αυτή και, ως εκ τούτου, το μαλτέζικο δίκαιο διέπει την αξίωση του TE βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Αντιθέτως, οι οικονομικές συνέπειες της εν λόγω απώλειας στο σύνολο της περιουσίας του TE συνιστούν απλώς «έμμεσες συνέπειες» της προβαλλόμενης αδικοπραξίας. Επομένως, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο TE υπέστη τις εν λόγω συνέπειες στον τόπο της συνήθους διαμονής του στην Αυστρία (βάσει του πλάσματος δικαίου κατά το οποίο το «επίκεντρο της περιουσίας του» βρισκόταν στη χώρα αυτή), τούτο δεν ασκεί επιρροή υπό το πρίσμα της εν λόγω διάταξης.
52. Αφετέρου, ο TE καθώς και η Αυστριακή, η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση θεωρούν, κατ’ ουσίαν, ότι ως «ζημία», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, νοείται η αρχική μεταφορά χρημάτων στην Titanium στην οποία προέβη ο TE προκειμένου να τροφοδοτήσει τον (εικονικό) λογαριασμό παίκτη που διατηρούσε και να μεταφέρει τα ποσά που χρησιμοποιήθηκαν στα παίγνια. Η εν λόγω «ζημία» θεωρείται ότι επήλθε στην Αυστρία, λαμβανομένου υπόψη ενός συνδυασμού παραγόντων, ήτοι του γεγονότος ότι η δραστηριότητα της Titanium κατευθυνόταν προς την Αυστρία, ότι ο TE συμμετείχε στα επίμαχα τυχερά παίγνια από την εν λόγω χώρα, ότι μετέφερε τα χρήματα αυτά από τον αυστριακό τραπεζικό λογαριασμό του, ότι ο τόπος της συνήθους διαμονής του και το «επίκεντρο της περιουσίας του» βρίσκονται στη χώρα αυτή και ότι η αξίωσή του στηρίζεται στην προβαλλόμενη παράβαση του αυστριακού νόμου περί τυχερών παιγνίων (27). Επομένως, το αυστριακό δίκαιο διέπει την εν λόγω αδικοπραξία βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II.
53. Ασφαλώς, η επιλογή μεταξύ των δύο λύσεων δεν είναι εύκολη. Εντούτοις, κατόπιν προσεκτικής εξέτασης, συμμερίζομαι, κατ’ ουσίαν, τη δεύτερη άποψη.
54. Η προτεινόμενη από τους NM και OU, τη Μαλτέζικη Κυβέρνηση και την Επιτροπή λύση τελεί, κατ’ ουσίαν, σε αναλογία με την απόφαση Kronhofer (28), η οποία αφορά τον κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας για «ενοχές εξ αδικοπραξίας» που προβλέπεται πλέον στο άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια. Στην εν λόγω υπόθεση, καταναλωτής κάτοικος Αυστρίας (R. Kronhofer) είχε συνάψει σύμβαση με επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στη Γερμανία. Ως εκ τούτου, μετέφερε κεφάλαια σε επενδυτικό λογαριασμό της εταιρίας στη Γερμανία, τα οποία στη συνέχεια επενδύθηκαν σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Τα εν λόγω μέσα απώλεσαν την αξία τους, με αποτέλεσμα την απώλεια μέρους των επενδεδυμένων κεφαλαίων.
55. Από την εν λόγω απόφαση μπορεί να συναχθεί ότι κατά το Δικαστήριο, η άμεση «ζημία» συνίστατο στην απώλεια μέρους των κεφαλαίων που είχαν κατατεθεί στον επενδυτικό λογαριασμό. Η εν λόγω «ζημία» επήλθε στη Γερμανία, στον τόπο όπου ήταν εγκατεστημένο το ίδρυμα στο οποίο τηρούνταν ο λογαριασμός (29). Αντιθέτως, οι οικονομικές συνέπειες της εν λόγω απώλειας στο σύνολο της περιουσίας του R. Kronhofer συνιστούν απλώς «έμμεσες συνέπειες» του ζημιογόνου γεγονότος. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο R. Kronhofer υπέστη τις εν λόγω συνέπειες στον τόπο κατοικίας του στην Αυστρία (βάσει του πλάσματος δικαίου κατά το οποίο το «επίκεντρο της περιουσίας» του ζημιωθέντος βρισκόταν στη χώρα αυτή) (30), τούτο δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απονομή δικαιοδοσίας στα δικαστήρια του τόπου αυτού (31).
56. Η λύση που απορρέει από την απόφαση Kronhofer είναι, κατά τη γνώμη μου, πρόσφορη στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα πρόσωπο i) αναθέτει σε άλλον (κατά κανόνα τράπεζα ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών) τη διαχείριση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του, ii) προς τον σκοπό αυτόν, διαχωρίζει οικειοθελώς το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο από τη λοιπή περιουσία του, καταθέτοντάς το σε συγκεκριμένο λογαριασμό, κατόπιν συμφωνίας με τον εντολοδόχο, και iii) στη συνέχεια, ο εντολοδόχος τελεί αδικοπραξία σχετικά με την κακή διαχείριση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου (αμελής επένδυση, υπεξαίρεση, κατάχρηση εμπιστοσύνης πελάτη κ.λπ.). Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί σαφώς να θεωρηθεί ως άμεση «ζημία», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, η μείωση ή η απώλεια του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου (δεδομένου ότι η προστασία του εν λόγω οικονομικού συμφέροντος του ενάγοντος βρίσκεται στον πυρήνα της επίμαχης αδικοπραξίας), καθώς και ότι η άμεση ζημία επήλθε στη χώρα όπου κατατέθηκε το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο. Το δίκαιο της χώρας αυτής συνδέεται στενότερα με την αδικοπραξία, δεδομένου δε ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει ως προς τον προορισμό του περιουσιακού στοιχείου, αμφότερα μπορούσαν να προβλέψουν ότι θα εφαρμοστεί το εν λόγω δίκαιο.
57. Εντούτοις, η (προβαλλόμενη) αδικοπραξία στην οποία στηρίζεται η αξίωση του TE είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με αυτές που περιγράφονται ανωτέρω. Όπως επισημαίνουν ο TE, καθώς και η Αυστριακή, η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση, η εν λόγω αδικοπραξία δεν σχετίζεται με τυχόν κακή διαχείριση, εκ μέρους της Titanium, του χρηματικού ποσού που ο TE μετέφερε στον τραπεζικό λογαριασμό προστασίας παίκτη προκειμένου να τροφοδοτήσει τον (εικονικό) λογαριασμό παίκτη που διατηρούσε. Αντιθέτως, υπενθυμίζω ότι το προβαλλόμενο πταίσμα συνίσταται στο ότι η Titanium παρείχε τα εν λόγω τυχερά παίγνια στον TE μολονότι δεν ήταν κάτοχος της άδειας που απαιτείται κατά τον αυστριακό νόμο περί τυχερών παιγνίων.
58. Λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της εν λόγω αδικοπραξίας, φρονώ ότι ο TE επιδιώκει, με την αγωγή του, να υπερασπιστεί τα προστατευόμενα από τον αυστριακό νόμο περί τυχερών παιγνίων συμφέροντα του καταναλωτή τα οποία σχετίζονται με τη μη παροχή τυχερών παιγνίων, πλην των ρυθμισμένων παιγνίων για τα οποία έχει χορηγηθεί άδεια (αποτρέποντας τον εθισμό στα τυχερά παίγνια καθώς και την επέλευση των κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών που απορρέουν από αυτόν, απάτη κ.λπ.) (32). Η προβαλλόμενη επέμβαση στα εν λόγω συμφέροντα και, ως εκ τούτου, η «ζημία» που προκλήθηκε από την αδικοπραξία δεν θα μπορούσε να είχε επέλθει παρά μόνον με τη συμμετοχή του ΤΕ σε τέτοια τυχερά παίγνια για τα οποία δεν έχει χορηγηθεί άδεια, ιδίως με τη μεταφορά των ποσών που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτά (ενώ, εάν είχε τηρηθεί ο νόμος, o ΤΕ ουδέποτε θα ήταν σε θέση να συμμετάσχει σε αυτά) (33).
59. Στο πλαίσιο αυτό, η δημιουργία από τον ΤΕ λογαριασμού παίκτη στον ιστότοπο της Titanium και η καταβολή χρημάτων στην Titanium προκειμένου να τροφοδοτήσει τον λογαριασμό παίκτη, κατά τη γνώμη μου, συνιστούν απλώς προπαρασκευαστικές πράξεις που οδηγούν στην επέλευση της εν λόγω «ζημίας». Ειδικότερα, συνάγεται ότι ο τραπεζικός λογαριασμός (ή η σχετική πιστωτική κάρτα) που χρησιμοποιεί προς τούτο ο παίκτης δεν ασκεί επιρροή για τους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Εξάλλου, το να θεωρείται συνδετικό στοιχείο ο τόπος όπου τηρείται ο λογαριασμός αυτός ουδόλως συνάδει με τους σκοπούς της στενής σύνδεσης, της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου που επιδιώκει η εν λόγω διάταξη. Ένας παίκτης θα μπορούσε να έχει τραπεζικούς λογαριασμούς σε πλείονες χώρες και να χρησιμοποιεί οποιονδήποτε από αυτούς για να τροφοδοτήσει τον λογαριασμό παίκτη που διατηρεί. Επομένως, ένα τέτοιο στοιχείο θα μπορούσε να οδηγήσει στην εφαρμογή δικαίου το οποίο δεν έχει σχέση με την αδικοπραξία και το οποίο δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί από τον δράστη της αδικοπραξίας (34).
60. Ομοίως, οι περαιτέρω δυσμενείς οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη μεταφορά των ποσών που χρησιμοποιούνται στα παίγνια (35) (όπως η αδυναμία προβολής της αξίωσης για επιστροφή τυχόν χρηματικού ποσού από την εταιρία παροχής τυχερών παιγνίων ελλείψει χρημάτων στον λογαριασμό παίκτη) συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, «έμμεσες συνέπειες» της αδικοπραξίας, οι οποίες δεν ασκούν επιρροή για τους σκοπούς του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Εξάλλου, η επιλογή του τόπου επέλευσης των εν λόγω συνεπειών ως συνδετικού στοιχείου είναι εσφαλμένη. Δεν θα ήταν σκόπιμο να θεωρηθεί ότι οι συνέπειες αυτές επέρχονται στη χώρα στην οποία η εταιρία παροχής τυχερών παιγνίων διατηρεί τα κεφάλαια των παικτών (εν προκειμένω, όπου τηρούνταν ο τραπεζικός λογαριασμός προστασίας παίκτη). Μια τέτοια χώρα δεν μπορεί, κατ’ ανάγκην, να προβλεφθεί από τον παίκτη (36). Η «εμπίστευση» (με άλλα λόγια) των εν λόγω κεφαλαίων στην Titanium συνιστά παρεπόμενη πτυχή της συμμετοχής στα τυχερά παίγνια (37), το δε εφαρμοστέο δίκαιο δεν θα πρέπει να εξαρτάται από μια τέτοια ρύθμιση. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ένας τραπεζικός λογαριασμός μπορεί να ανοιχθεί οπουδήποτε σήμερα· οι εταιρίες παροχής τυχερών παιγνίων θα μπορούσαν μάλιστα να εκμεταλλευτούν ένα τέτοιο στοιχείο για τους σκοπούς της επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου. Κατά συνέπεια, το δίκαιο της χώρας όπου τηρείται ο λογαριασμός αυτός ενδέχεται να μη συνδέεται κατά τρόπο ιδιαίτερα στενό με την αδικοπραξία. Εναλλακτικά, το να θεωρηθεί τόπος επέλευσης των εν λόγω οικονομικών συνεπειών το «επίκεντρο της περιουσίας» του παίκτη θα συνιστούσε όλως αμφίβολο πλάσμα δικαίου.
61. Δεδομένου ότι η «ζημία» υπό την έννοια των δυσμενών συνεπειών στα προβαλλόμενα προστατευόμενα συμφέροντα επήλθε όταν ο καταναλωτής συμμετείχε σε τυχερά παίγνια για τα οποία δεν είχε χορηγηθεί άδεια, η εν λόγω «ζημία» επήλθε στον τόπο όπου έλαβαν χώρα τα παίγνια αυτά. Κατά τη γνώμη μου, η επιλογή του συνδετικού αυτού στοιχείου για τον προσδιορισμό του τόπου επέλευσης της άμεσης «ζημίας» για τους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ συνάδει με την τρέχουσα τάση της νομολογίας του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, όσον αφορά τις οικονομικές ζημίες που προκλήθηκαν από συναλλαγές στις οποίες, χωρίς τις ενέργειες του δράστη της αδικοπραξίας, δεν θα είχαν προβεί οι ζημιωθέντες (ή τουλάχιστον όχι υπό τις ίδιες συνθήκες) (38).
62. Βάσει του εν λόγω συνδετικού στοιχείου, η διαπίστωση, όταν ένα πρόσωπο συμμετείχε σε παράνομα τυχερά παίγνια για τα οποία δεν είχε χορηγηθεί άδεια, ότι η άμεση «ζημία» επήλθε σε πραγματικό τόπο (για παράδειγμα, παράνομο καζίνο) είναι ευχερής. Η εν λόγω «ζημία» επήλθε στον τόπο αυτόν. Εν προκειμένω, η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι ο TE συμμετείχε σε τέτοια διαδικτυακά παίγνια στον ιστότοπο της Titanium.
63. Οι NM και OU, καθώς και η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, προτείνουν, κατ’ ουσίαν, την υιοθέτηση πλάσματος δικαίου βάσει του οποίου τα επίμαχα τυχερά παίγνια έλαβαν χώρα στη Μάλτα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι όλες οι εγκαταστάσεις και οι υποδομές, συμπεριλαμβανομένων των διακομιστών, που χρησιμοποιούσε η Titanium για την παροχή των εν λόγω παιγνίων και την επεξεργασία των χρησιμοποιούμενων για τα παίγνια ποσών βρίσκονταν στη χώρα αυτή, ότι ο ιστότοπος και οι (εικονικοί) λογαριασμοί παικτών τελούσαν υπό τη διαχείριση του προσωπικού της Titanium εκεί και ότι όλες οι αποφάσεις των διαχειριστών της Titanium σχετικά με τη δραστηριότητά της λαμβάνονταν επίσης στη χώρα αυτή.
64. Κατά τη γνώμη μου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι όλες οι αποφάσεις και οι ενέργειες της Titanium, καθώς και των NM και OU, οι οποίες οδήγησαν στην (προβαλλόμενη) προσβολή των συμφερόντων του TE έλαβαν χώρα στη Μάλτα. Εντούτοις, τούτο καθιστά τη Μάλτα, πρωτίστως, τη «χώρ[α] στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ. Όπως εκτέθηκε στο σημείο 43 των παρουσών προτάσεων, το εν λόγω συνδετικό στοιχείο απορρίφθηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης όσον αφορά το εφαρμοστέο στις αδικοπραξίες δίκαιο, μεταξύ άλλων, διότι δεν διασφάλιζε «δίκαιη ισορροπία» μεταξύ των συμφερόντων των μερών (39) (δεδομένου ότι, κατά την άποψή μου, τούτο θα οδηγούσε συχνά στον προσδιορισμό ως εφαρμοστέου του δικαίου της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή έχει τη συνήθη διαμονή του ο δράστης της αδικοπραξίας).
65. Εν προκειμένω, εάν θεωρηθεί ότι η άμεση «ζημία» επήλθε επίσης στη Μάλτα, βάσει του πλάσματος δικαίου κατά το οποίο τα επίμαχα τυχερά παίγνια έλαβαν χώρα στη χώρα αυτή, παραβλέπεται, κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω νομοθετική πρόθεση. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση είναι σκόπιμο να υιοθετηθεί μάλλον το πλάσμα δικαίου ότι τα εν λόγω παίγνια έλαβαν χώρα στην Αυστρία, όπως υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ο TE, καθώς και η Αυστριακή, η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση, πράγμα που συνεπάγεται την εφαρμογή του αυστριακού δικαίου βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ.
66. Αντιθέτως προς όσα υποστήριξαν οι NM και OU, το εν λόγω πλάσμα δικαίου δεν δικαιολογείται από το γεγονός και μόνον ότι ο ιστότοπος της Titanium ήταν προσβάσιμος στην Αυστρία. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η Titanium κατηύθυνε τη δραστηριότητά της προς (μεταξύ άλλων) τους Αυστριακούς καταναλωτές, όπως ο TE. Ο εν λόγω ιστότοπος διέθετε τίτλο στη γερμανική γλώσσα (www.drueckglueck.com) και χρησιμοποιούσε τη γλώσσα αυτή, καθώς και ουδέτερο τομέα ανωτάτου επιπέδου, ήτοι «.com» (αντί του μαλτέζικου «.mt»), διαφημιζόταν δε κατά τρόπο εμφανή στην Αυστρία. Εξ αυτού μπορεί εύλογα να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, αποφασιστικής σημασίας το γεγονός ότι ο TE μετέφερε τα ποσά που χρησιμοποιήθηκαν στα παίγνια στον ιστότοπο αυτόν από την Αυστρία (40). Το εν λόγω πλάσμα δικαίου συνάδει, εξάλλου, με τη βάση της αξίωσης του ΤΕ: δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής του αυστριακού νόμου περί τυχερών παιγνίων, ως πράξη δημοσίου δικαίου που θεσπίστηκε από το αυστριακό κράτος, περιορίζεται στο αυστριακό έδαφος, τα προστατευόμενα από τον νόμο αυτόν συμφέροντα του καταναλωτή μπορούν να θιγούν μόνον όταν ο καταναλωτής συμμετείχε σε τυχερά παίγνια στην Αυστρία για τα οποία δεν έχει χορηγηθεί άδεια.
67. Οι NM και OU αντιτείνουν όσον αφορά το εν λόγω πλάσμα δικαίου ότι, στην πραγματικότητα, ο TE θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στον ιστότοπο της Titanium από οπουδήποτε, ακόμη και εκτός Αυστρίας, για παράδειγμα, χρησιμοποιώντας smartphone. Στην πραγματικότητα δεν είναι σαφές πού ακριβώς ήταν ο ΤΕ όταν απέκτησε πρόσβαση στον ιστότοπο. Εξάλλου, η αδικοπραξία δεν αφορά αποκλειστικά ορισμένο ποσό που χρησιμοποιήθηκε στα παίγνια, αλλά πλείονα τέτοια ποσά, τα οποία μπορεί να είχαν μεταφερθεί από διάφορα μέρη, εντός και εκτός Αυστρίας.
68. Ασφαλώς, το εφαρμοστέο δίκαιο δεν θα πρέπει να διαφέρει για κάθε χρησιμοποιούμενο στα παίγνια ποσό το οποίο μεταφέρεται, αναλόγως του τόπου στον οποίο βρισκόταν ο TE κατά τον χρόνο εκείνο. Όχι μόνον θα μπορούσε να είναι δύσκολο να αποδειχθούν οι ακριβείς τόποι από τους οποίους μεταφέρθηκαν τα ποσά που χρησιμοποιήθηκαν στα παίγνια, αλλά η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε κατακερματισμό του εφαρμοστέου δικαίου και στον προσδιορισμό δικαίου (ή δικαίων) το οποίο συνδέεται ελάχιστα ή καθόλου με την αδικοπραξία και το οποίο θα μπορούσε να είναι εντελώς απρόβλεπτο για τον δράστη της αδικοπραξίας (41).
69. Εντούτοις, προκειμένου να αποφευχθούν τα εν λόγω ζητήματα, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι (όλα) τα ποσά που χρησιμοποιήθηκαν στα παίγνια μεταφέρθηκαν στον τόπο της συνήθους διαμονής του TE στην Αυστρία κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική τοποθεσία του κάθε φορά που έπαιζε τυχερό παίγνιο.
70. Κατά την άποψή μου, η εν λόγω ερμηνεία συνεπάγεται τον προσδιορισμό δικαίου (εν προκειμένω, του αυστριακού δικαίου) το οποίο συνδέεται στενά με την προβαλλόμενη αδικοπραξία (η οποία υπενθυμίζω ότι στηρίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι τα τυχερά παίγνια ήταν παράνομα βάσει του αυστριακού νόμου περί τυχερών παιγνίων). Η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται επίσης στον σκοπό της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας: είναι προφανές, όπως υπογραμμίζουν ο TE, καθώς και η Αυστριακή, η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση, ότι μαλτέζικη εταιρία παροχής τυχερών παιγνίων η οποία κατευθύνει τη δραστηριότητά της προς ορισμένο κράτος μέλος μπορεί εύλογα να αναμένει ότι το δίκαιο του κράτους αυτού θα μπορούσε να εφαρμοστεί στις αδικοπραξίες που συνδέονται με την εν λόγω δραστηριότητα (42).
71. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν ο καταναλωτής ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ζημία από τυχερά παίγνια λόγω της συμμετοχής του από το κράτος μέλος όπου έχει τη συνήθη διαμονή του στα διαδικτυακά τυχερά παίγνια τα οποία παρασχέθηκαν σε αυτόν από πάροχο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος χωρίς άδεια των αρχών του πρώτου κράτους, η «ζημία», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, επήλθε στο εν λόγω πρώτο κράτος, δεδομένου ότι πρόκειται για τη χώρα από την οποία μεταφέρθηκαν τα ποσά που χρησιμοποιήθηκαν στα παίγνια.
Γ. Θα πρέπει το δίκαιο που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ να εκτοπιστεί βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του εν λόγω νομοθετήματος;
72. Ενώπιον του Δικαστηρίου, οι NM και OU, καθώς και η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση που το αυστριακό δίκαιο, αντιθέτως προς ό,τι προτείνουν οι ίδιοι, οριστεί ως έχον εφαρμογή στην αδικοπραξία στην οποία στηρίζεται η αξίωση του TE, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη II, το εν λόγω δίκαιο θα πρέπει να εκτοπιστεί βάσει της «ρήτρας διαφυγής» που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του εν λόγω νομοθετήματος. Κατά την άποψή τους, «από το σύνολο των περιστάσεων, συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφ[άνιζε] προδήλως στενότερο δεσμό με [άλλη] χώρα», όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ήτοι τη Μάλτα. Επομένως, βάσει της εν λόγω διάταξης, θα πρέπει να εφαρμοστεί το μαλτέζικο δίκαιο. Δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό σχετίζεται με το δεύτερο ερώτημα, θα το εξετάσω εν συντομία.
73. Πρέπει να επισημάνω εξαρχής ότι μολονότι η «ρήτρα διαφυγής», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού Ρώμη II, αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του «αυστηρού» γενικού κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του εν λόγω νομοθετήματος, παρέχοντας στο επιληφθέν δικαστήριο ορισμένη ευελιξία προκειμένου να διασφαλίζεται σε όλες τις περιπτώσεις ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο που πράγματι συνδέεται στενότερα με την αδικοπραξία (43), εντούτοις, ο εκτοπισμός του δικαίου το οποίο προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1 πρέπει να λαμβάνει χώρα κατ’ εξαίρεση, προκειμένου να διασφαλίζεται η προβλεψιμότητα και η ασφάλεια δικαίου που επιδιώκει ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ. Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 3, η εν λόγω «ρήτρα διαφυγής» θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον όταν, βάσει σφαιρικής ανάλυσης των περιστάσεων της υπόθεσης, η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη στην οποία επήλθε η «ζημία». Πρόκειται για υψηλού επιπέδου απαιτούμενη προδιαγραφή.
74. Όπως υποστηρίζουν ο TE, καθώς και η Αυστριακή, η Γερμανική και η Βελγική Κυβέρνηση, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Μολονότι η αδικοπραξία συνδέεται αδιαμφισβήτητα με τη Μάλτα, εντούτοις, η εν λόγω σύνδεση δεν είναι προδήλως σημαντικότερη από τη σύνδεση με την Αυστρία για τους σκοπούς της επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου.
75. Συγκεκριμένα, καίτοι η έδρα και οι εγκαταστάσεις της Titanium βρίσκονταν στη Μάλτα, εντούτοις τα επίμαχα τυχερά παίγνια απευθύνονταν στην Αυστρία, ήτοι τη χώρα στην οποία ο TE είχε τη συνήθη διαμονή του και από την οποία συμμετείχε στα εν λόγω παίγνια. Μολονότι οι NM και OU μπορεί να ασκούσαν τα καθήκοντά τους από τη Μάλτα, βάσει του μαλτέζικου εταιρικού δικαίου, εντούτοις υπενθυμίζω ότι η αξίωση του TE στηρίζεται σε προβαλλόμενη παράβαση των αυστριακών κανόνων περί τυχερών παιγνίων. Όπως εξήγησα στο προηγούμενο τμήμα, η τήρηση του τραπεζικού λογαριασμού προστασίας παίκτη στη Μάλτα δεν είναι κρίσιμη για την επίμαχη αδικοπραξία (και, αντιστρόφως, δεν είναι κρίσιμη η τήρηση του προσωπικού τραπεζικού λογαριασμού του TE στην Αυστρία). Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλαν οι NM και OU καθώς και η Μαλτέζικη Κυβέρνηση ότι η σύμβαση περί τυχερών παιγνίων μεταξύ του TE και της Titanium διέπεται από το μαλτέζικο δίκαιο, είναι αληθές ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού Ρώμη ΙΙ ορίζει ότι ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα «μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα [σύμβαση] μεταξύ των μερών, […] η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία» (η υπογράμμιση δική μου). Εντούτοις, πρώτον, δεν είμαι πεπεισμένος ότι η επίμαχη σύμβαση είναι κρίσιμη για την προβαλλόμενη αδικοπραξία. Δεύτερον, δεν είναι καθόλου σαφές ότι το μαλτέζικο δίκαιο διέπει την εν λόγω σύμβαση. Δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή είχε συναφθεί μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία ο οποίος κατηύθυνε τη δραστηριότητά του προς τον καταναλωτή, η σύμβαση αυτή διεπόταν μάλλον από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο εν λόγω καταναλωτής είχε τη συνήθη διαμονή του (ήτοι, το αυστριακό δίκαιο), σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (44).
76. Θα ήθελα να διατυπώσω μια τελευταία παρατήρηση σχετικά με την υπό κρίση υπόθεση. Οι παρούσες προτάσεις αφορούν εξ ολοκλήρου το δίκαιο που διέπει την αδικοπραξία στην οποία στηρίζεται η αξίωση του TE. Διαφορετικό είναι το ζήτημα κατά πόσον η αξίωση αυτή είναι βάσιμη. Για παράδειγμα, το ζήτημα κατά πόσον ο TE θα πρέπει να δικαιούται αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστη ή κατά πόσον η αποζημίωση αυτή δεν θα πρέπει να επιδικαστεί για τον λόγο ότι ο TE συνέβαλε στην επέλευση των εν λόγω απωλειών ή δεν ενήργησε ορθά, καθόσον επέλεξε να συμμετάσχει στα τυχερά παίγνια που παρέχει η Titanium, συνιστά ζήτημα ουσίας, το οποίο πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα του αυστριακού δικαίου περί ενοχών. Ομοίως, σημαντικό μέρος της διαφοράς ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούσε το ζήτημα κατά πόσον η επιβολή στις εταιρίες παροχής τυχερών παιγνίων οι οποίες είναι εγκατεστημένες στη Μάλτα και οι οποίες δραστηριοποιούνται βάσει αδειών που έχουν χορηγηθεί από τη Μάλτα της υποχρέωσης συμμόρφωσης με τον αυστριακό νόμο περί τυχερών παιγνίων (καθώς και ο καταλογισμός αδικοπρακτικής ευθύνης στις εν λόγω εταιρίες και στους διαχειριστές τους σε περίπτωση μη συμμόρφωσης) συνάδει με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ. Τούτο συνιστά επίσης ζήτημα ουσίας το οποίο πρέπει να κριθεί από το επιληφθέν δικαστήριο στο πλαίσιο της επί της ουσίας εκτίμησης. Είναι προφανές ότι εάν οι σχετικές διατάξεις του αυστριακού νόμου περί τυχερών παιγνίων συνεπάγονται αδικαιολόγητο περιορισμό της εν λόγω ελευθερίας, δεν θα μπορεί να καταλογιστεί τέτοια ευθύνη στους NM και OU και, ως εκ τούτου, η αγωγή του TE θα πρέπει να απορριφθεί. Αντιστρόφως, εάν ο νόμος αυτός κριθεί συμβατός με την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, θα είναι επίσης συμβατό με την ελευθερία αυτή το να θεωρηθούν οι εν λόγω διαχειριστές υπεύθυνοι για το πταίσμα της Titanium.
V. Πρόταση
77. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) ως εξής:
(1) Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ),
έχει την έννοια ότι η εξαίρεση που αφορά τις «εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από το δίκαιο των εταιρειών» η οποία προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη δεν καλύπτει την εις βάρος διαχειριστή εταιρίας επιβολή «εξωσυμβατικής υποχρέωσης» απορρέουσας από την παράβαση υποχρέωσης ή απαγόρευσης που επιβάλλεται εκ του νόμου ανεξαρτήτως του διορισμού του διαχειριστή, όπως την επιβολή απαγόρευσης σε οποιονδήποτε να παρέχει τυχερά παίγνια σε ορισμένο κράτος μέλος χωρίς άδεια των αρχών του εν λόγω κράτους.
(2) Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 864/2007
έχει την έννοια ότι, όταν ο καταναλωτής ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ζημία από τυχερά παίγνια λόγω της συμμετοχής του από το κράτος μέλος όπου έχει τη συνήθη διαμονή του στα διαδικτυακά τυχερά παίγνια τα οποία παρασχέθηκαν σε αυτόν από πάροχο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος χωρίς άδεια των αρχών του πρώτου κράτους, η «ζημία» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού επήλθε στο εν λόγω πρώτο κράτος, δεδομένου ότι πρόκειται για τη χώρα από την οποία μεταφέρθηκαν τα ποσά που χρησιμοποιήθηκαν στα παίγνια.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
2 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II) (ΕΕ 2007, L 199, σ. 40).
3 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1).
4 Βλ. Pena, P., Schumann, H. και Peigné, M., «EU citizens lose out as Malta regulatory “sledgehammer” protects gambling giants», Investigate Europe, 6 Μαρτίου 2025.
5 Ως εκ τούτου, δεν θα εξετάσω το ζήτημα της συμβατότητας του άρθρου 56A του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων με το δίκαιο της Ένωσης.
6 Βλ., για τον ορισμό αυτόν, άρθρο 2 του κανονισμού Ρώμη II.
7 Απόφαση της 10ης Μαρτίου 2022, BMA Nederland (C‑498/20, στο εξής: απόφαση BMA Nederland, EU:C:2022:173, σκέψη 54).
8 Ως εκ τούτου, η εν λόγω εξαίρεση συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο επί «εξωσυμβατικών ενοχών», καθώς και της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, τους οποίους επιδιώκει ο κανονισμός Ρώμη II (βλ. αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού αυτού). Εντούτοις, η εν λόγω ασφάλεια επιτεύχθηκε μόνον εν μέρει. Ελλείψει κανονισμού της Ένωσης σχετικά με το δίκαιο που έχει εφαρμογή στις εταιρίες, η (ενιαία) lex societatis που διέπει μια εταιρία προσδιορίζεται, σε κάθε διαφορά, υπό το πρίσμα των (εθνικών) κανόνων περί σύγκρουσης δικαίων του επιληφθέντος δικαστηρίου. Συναφώς, υφίστανται παραδοσιακές διαφορές στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο των κρατών μελών: ορισμένα εφαρμόζουν το δίκαιο της χώρας σύστασης, ενώ άλλα εφαρμόζουν το δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκεται η «πραγματική έδρα» της εταιρίας. Επομένως, μολονότι ένα μόνο δίκαιο θα πρέπει να διέπει μια εταιρία, εντούτοις, δεν συμβαίνει κατ’ ανάγκην το ίδιο σε κάθε έννομη τάξη.
9 Απόφαση BMA Nederland (σκέψη 54).
10 Πρβλ. απόφαση BMA Nederland (σκέψη 55)· Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II»), COM(2003) 427 τελικό), Αιτιολογική έκθεση, σ. 9.
11 Απόφαση BMA Nederland (σκέψη 54).
12 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 6ης Ιουνίου 2019, Weil (C‑361/18, EU:C:2019:473, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
13 Βλ., στο μαλτέζικο εταιρικό δίκαιο, άρθρο 136A, παράγραφος 3, του μαλτέζικου νόμου περί εταιριών.
14 Βλ. Calliess, G.‑P. και Renner, M., Rome Regulations: Commentary, 3η έκδοση, Kluwer Law International, 2020, σ. 478 και 479, § 52.
15 Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Holterman Ferho Exploitatie κ.λπ. (C‑47/14, EU:C:2015:574, σκέψη 19).
16 Βλ., για τον όρο αυτόν, αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού Ρώμη II.
17 Πρβλ. αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού Ρώμη II.
18 Βλ., κατ’ αναλογίαν, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Löber (C‑304/17, EU:C:2018:310, σημεία 69 και 70 και παραπομπές).
19 Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 6, 14 και 16 του κανονισμού Ρώμη II.
20 Βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Lazar (C‑350/14, EU:C:2015:802, σκέψη 21).
21 Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976 (21/76, EU:C:1976:166, σκέψεις 24 και 25).
22 Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1995 (C‑364/93, EU:C:1995:289, σκέψη 15).
23 Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan (C‑194/16, EU:C:2017:766, σκέψεις 26 και 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Βλ. αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού Ρώμη II και απόφαση BMA Nederland (σκέψη 60).
25 Για τον λόγο ότι i) ποσά που χρησιμοποιήθηκαν στα παίγνια τοποθετήθηκαν από κοινού με τα κεφάλαια που είχαν πιστωθεί στον (εικονικό) λογαριασμό παίκτη, τυχόν δε απώλειες θα επηρέαζαν το υπόλοιπο του εν λόγω εικονικού λογαριασμού και ii) δεδομένου ότι ο τραπεζικός λογαριασμός προστασίας παίκτη περιείχε κεφάλαια που αντιστοιχούσαν στο πιστωτικό υπόλοιπο όλων των λογαριασμών παικτών, εν τέλει, οι απώλειες λόγω της συμμετοχής τους σε τυχερά παίγνια συνεπάγονται μείωση των κεφαλαίων που είχαν πιστωθεί στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό.
26 Τούτο αντιστοιχεί στο στοιχείο β) του δεύτερου ερωτήματος.
27 Η εν λόγω προσέγγιση συνδυάζει τα στοιχεία α), γ), δ) και ε) του δεύτερου ερωτήματος.
28 Απόφαση της 10ης Ιουνίου 2004 (C‑168/02, EU:C:2004:364· στο εξής: απόφαση Kronhofer).
29 Το λογιστικό χρήμα δεν συνιστά ενσώματο περιουσιακό στοιχείο. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για απαίτηση του κατόχου του λογαριασμού έναντι της τράπεζας στην οποία τηρείται ο λογαριασμός αυτός, δυνάμει της σύμβασης λογαριασμού. Επομένως, ο τόπος όπου βρίσκεται το λογιστικό χρήμα πρέπει να προσδιορίζεται μέσω πλάσματος δικαίου, ήτοι, μέσω της χρήσης του τόπου όπου είναι εγκατεστημένο το ίδρυμα στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός (ή του κωδικού χώρας του IBAN του λογαριασμού, ο οποίος είναι, κατά κανόνα, ο ίδιος) (βλ. Lehmann, M., «Where does economic loss occur?», Journal of Private International Law, τόμ. 7, 2011, σ. 527 έως 550, ιδίως σ. 532, 534 έως 535).
30 Δεν υφίσταται επ’ ουδενί «επίκεντρο της περιουσίας» ενός προσώπου. Το «επίκεντρο» αυτό, καθώς και η ενδεχόμενη τοποθεσία του στον τόπο της συνήθους διαμονής του εν λόγω προσώπου, συνιστούν πλάσμα δικαίου.
31 Πρβλ. απόφαση Kronhofer (σκέψεις 17 έως 21).
32 Όταν ένα κράτος απαγορεύει ή ρυθμίζει την παροχή τυχερών παιγνίων, τούτο πραγματοποιείται (μεταξύ άλλων) προς το συμφέρον των κατοίκων του, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που συνδέονται με τα τυχερά παίγνια από απόψεως εθισμού κ.λπ.
33 Προφανώς, ο TE συνέβαλε στην εν λόγω «ζημία», καθόσον επέλεξε να συμμετάσχει στα τυχερά παίγνια. Επίσης, ενδεχομένως η συμμετοχή του στα εν λόγω παίγνια να ήταν παράνομη στην Αυστρία. Εντούτοις, πρόκειται για ζητήματα ουσίας (βλ. σημείο 76 των παρουσών προτάσεων).
34 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, Universal Music International Holding (C‑12/15, EU:C:2016:449, σκέψη 38).
35 Προφανώς, εάν ο παίκτης δεν απώλεσε πράγματι τα χρησιμοποιηθέντα στα παίγνια ποσά που είχε μεταφέρει, τότε, παρά την ενδεχόμενη επέμβαση στα προστατευόμενα συμφέροντά του η οποία απορρέει από το γεγονός και μόνον ότι έπαιζε τυχερά παίγνια για τα οποία δεν είχε χορηγηθεί άδεια, δεν θα ήταν σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη ζημίας που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ζήτημα ουσίας.
36 Ασφαλώς, όπως επισημαίνουν οι NM και OU, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι παίκτες πλήρωσαν μέσω τραπεζικού εμβάσματος, τους δόθηκε ο IBAN του τραπεζικού λογαριασμού προστασίας παίκτη και, ως εκ τούτου, αναγκαστικά έλαβαν γνώση αυτού κατά το χρονικό αυτό σημείο. Εντούτοις, όταν οι παίκτες χρησιμοποίησαν την πιστωτική τους κάρτα για να προσθέσουν κεφάλαια στον οικείο λογαριασμό παίκτη, δεν έλαβαν κατ’ ανάγκην τις πληροφορίες αυτές. Οι NM και OU αντιτείνουν ότι ο τραπεζικός λογαριασμός προστασίας παίκτη περιγραφόταν στους γενικούς όρους συναλλαγών της Titanium. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο TE, σπανίως δίνεται μεγάλη προσοχή σε αυτούς τους γενικούς όρους συναλλαγών.
37 Ένα τέτοιο σύστημα υφίσταται, όπως υπογραμμίζει η Βελγική Κυβέρνηση, μόνον για πρακτικούς λόγους: θα ήταν κοπιαστικό να πρέπει ο παίκτης να προβεί σε πληρωμή (για παράδειγμα, με την πιστωτική του κάρτα) στην εταιρία παροχής τυχερών παιγνίων κάθε φορά που μεταφέρει ποσό το οποίο χρησιμοποιείται στα παίγνια.
38 Βλ. αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2020, Verein für Konsumenteninformation (C‑343/19, EU:C:2020:534, σκέψεις 29 έως 40), και της 15ης Ιουλίου 2021, Volvo κ.λπ. (C‑30/20, EU:C:2021:604, σκέψεις 39 και 40). Βλ. επίσης όσον αφορά μια απόφαση που μπορεί να ερμηνευθεί με τον ίδιο τρόπο, απόφαση της 12ης Μαΐου 2021, Vereniging van Effectenbezitters (C‑709/19, EU:C:2021:377, σκέψη 35).
39 Πρβλ. αιτιολογικές σκέψεις 15 και 16 του κανονισμού Ρώμη II.
40 Τούτο αντιστοιχεί στο στοιχείο γ) του δεύτερου ερωτήματος. Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2019, Verein für Konsumenteninformation (C‑272/18, EU:C:2019:827, σκέψη 53), και της 28ης Νοεμβρίου 2024, VariusSystems Digital solutions (C‑526/23, EU:C:2024:985, σκέψη 22).
41 Μια τέτοια προσέγγιση είναι ακόμη πιο προβληματική βάσει του άρθρου 7, σημείο 2, του κανονισμού Βρυξέλλες Iα. Πράγματι, η διαπίστωση πλειόνων τόπων επέλευσης της «ζημίας» θα είχε ως αποτέλεσμα τη θεμελίωση κατά τόπον αρμοδιότητας ισάριθμων δικαστηρίων τόσο εντός όσο και, ενδεχομένως, εκτός Αυστρίας.
42 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Volvo κ.λπ. (C‑30/20, EU:C:2021:604, σκέψη 42), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Campos Sánchez-Bordona στην υπόθεση Stichting Right to Consumer Justice and Stichting App Stores Claims (C‑34/24, EU:C:2025:212, σημεία 81 έως 86).
43 Βλ. αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ.
44 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008 (ΕΕ 2008, L 177, σ. 6). Ακόμα και αν η σύμβαση αυτή περιείχε όρο επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου βάσει του οποίου προσδιορίστηκε το μαλτέζικο δίκαιο, ο καταναλωτής θα μπορούσε να επικαλεστεί παράλληλα την προστασία που του παρέχουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του αυστριακού δικαίου, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη Ι.