This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62023TJ0553
Judgment of the General Court (Tenth Chamber, Extended Composition) of 3 September 2025.#Philippe Latombe v European Commission.#Transfer of personal data to the United States – Commission Implementing Decision on the adequate level of protection of personal data ensured by the United States – Right to an effective remedy – Right to private and family life – Decisions based solely on the automated processing of personal data – Security of the processing of personal data.#Case T-553/23.
Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δέκατο πενταμελές τμήμα) της 3ης Σεπτεμβρίου 2025.
Philippe Latombe κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες – Εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την επάρκεια του επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εξασφαλίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες – Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής – Δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή – Αποφάσεις οι οποίες βασίζονται αποκλειστικά στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Υπόθεση T-553/23.
Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δέκατο πενταμελές τμήμα) της 3ης Σεπτεμβρίου 2025.
Philippe Latombe κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες – Εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την επάρκεια του επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εξασφαλίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες – Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής – Δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή – Αποφάσεις οι οποίες βασίζονται αποκλειστικά στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Υπόθεση T-553/23.
ECLI identifier: ECLI:EU:T:2025:831
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο πενταμελές τμήμα)
της 3ης Σεπτεμβρίου 2025 ( *1 )
«Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες – Εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την επάρκεια του επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εξασφαλίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες – Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής – Δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή – Αποφάσεις οι οποίες βασίζονται αποκλειστικά στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»
Στην υπόθεση T‑553/23,
Philippe Latombe, κάτοικος Nantes (Γαλλία), εκπροσωπούμενος από την N. Coutrelis, τον J.-B. Soufron και τον T. Lamballe, avocats,
προσφεύγων,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους D. Calleja Crespo, Α. Μπουχάγιαρ, H. Kranenborg και C. Ladenburger,
καθής,
υποστηριζόμενης από την
Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από την M. Browne, την S. Finnegan και τον A. Joyce, επικουρούμενους από τον S. Brittain, barrister, και την C. Donnelly, SC,
και από τις
Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, εκπροσωπούμενες από τους B. Walsh, S. Barton και A. Finlay, solicitors, την E. Barrington, SC, και τον D. Hardiman, barrister,
παρεμβαίνουσες,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους O. Porchia, πρόεδρο, M. Jaeger (εισηγητή), L. Madise, P. Nihoul και S. Verschuur, δικαστές,
γραμματέας: I. Kurme, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη τη διάταξη της 12ης Οκτωβρίου 2023, Latombe κατά Επιτροπής (T‑553/23 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:621),
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Απριλίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ο προσφεύγων, Philippe Latombe, ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2023/1795 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2023, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την επάρκεια του επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του πλαισίου ΕΕ–ΗΠΑ για την προστασία των δεδομένων (ΕΕ 2023, L 231, σ. 118, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). |
I. Ιστορικό της διαφοράς
|
2 |
Ο προσφεύγων είναι Γάλλος πολίτης ο οποίος ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιεί διάφορες ηλεκτρονικές πλατφόρμες που συλλέγουν τα προσωπικά δεδομένα του και τα διαβιβάζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. |
|
3 |
Όσον αφορά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε πρώτο χρόνο, με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems (C‑362/14, στο εξής: απόφαση Schrems I, EU:C:2015:650), το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρη την απόφαση 2000/520/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 2000, βάσει της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την επάρκεια της προστασίας που παρέχεται από τις αρχές ασφαλούς λιμένα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις συναφείς συχνές ερωτήσεις που εκδίδονται από το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ (ΕΕ 2000, L 215, σ. 7). |
|
4 |
Σε δεύτερο χρόνο, με την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Facebook Ireland και Schrems (C‑311/18, στο εξής: απόφαση Schrems II, EU:C:2020:559), το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρη την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/1250 της Επιτροπής, της 12ης Ιουλίου 2016, βάσει της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την επάρκεια της προστασίας που παρέχεται από την ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής ΕΕ–ΗΠΑ (ΕΕ 2016, L 207, σ. 1, στο εξής: απόφαση επάρκειας όσον αφορά την ασπίδα προστασίας). |
|
5 |
Με τις αποφάσεις Schrems I και Schrems II, το Δικαστήριο, επιληφθέν προδικαστικής παραπομπής περί εκτιμήσεως του κύρους, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι, αντιθέτως προς την εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία απέρρεε από τις αποφάσεις περί επάρκειας που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 3 και 4 ανωτέρω, το σύστημα του ασφαλούς λιμένα και το σύστημα της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής (στο εξής: ασπίδα προστασίας) που διείπαν τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν εξασφάλιζαν επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο το οποίο διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης. |
|
6 |
Σε συνέχεια της αποφάσεως Schrems II, η Επιτροπή ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών με σκοπό την ενδεχόμενη έκδοση νέας απόφασης επάρκειας η οποία θα ήταν σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2018, L 127, σ. 2, στο εξής: ΓΚΠΔ), όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. |
|
7 |
Συνακόλουθα, στις 7 Οκτωβρίου 2022 οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εξέδωσαν το Executive Order 14086 (εκτελεστικό διάταγμα αριθ. 14086, στο εξής: E.O. 14086), με το οποίο ενισχύονται τα μέτρα προστασίας της ιδιωτικής ζωής που διέπουν τις δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών σημάτων τις οποίες ασκούν οι υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών. Το εν λόγω διάταγμα συμπληρώθηκε με τον Attorney General Order No 5517–2022 (κανονισμό του γενικού εισαγγελέα αριθ. 5517–2022, στο εξής: κανονισμός του γενικού εισαγγελέα), με τον οποίο προστέθηκε το μέρος 201 στον τίτλο 28 του Code of Federal Regulations (CFR, κώδικα ομοσπονδιακών κανονισμών των Ηνωμένων Πολιτειών), όσον αφορά τη σύσταση και τη λειτουργία του Data Protection Review Court (δικαστηρίου ελέγχου της προστασίας δεδομένων, στο εξής: DPRC). |
|
8 |
Στις 10 Ιουλίου 2023, κατόπιν εξέτασης των ανωτέρω κανονιστικών εξελίξεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία θέτει σε εφαρμογή το νέο διατλαντικό πλαίσιο για τη ροή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ της Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Το άρθρο 1 της εν λόγω απόφασης ορίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής διασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται από την Ένωση σε οργανισμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίοι περιλαμβάνονται στον κατάλογο του «πλαισίου ΕΕ–ΗΠΑ για την προστασία των δεδομένων» (στο εξής: ΠΠΔ), ο οποίος τηρείται και δημοσιοποιείται από το Υπουργείο Εμπορίου των Ηνωμένων Πολιτειών (στο εξής: οργανισμοί του ΠΠΔ). |
II. Αιτήματα των διαδίκων
|
9 |
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
10 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
III. Σκεπτικό
Α. Επί της ενστάσεως απαραδέκτου
|
11 |
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Δεκεμβρίου 2023, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
12 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι ο προσφεύγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς και δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της προσφυγής, το δε τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης του οποίου ζητεί την ακύρωση συνδέεται άρρηκτα με την υπόλοιπη απόφαση. |
|
13 |
Ο προσφεύγων αντικρούει τα επιχειρήματα της Επιτροπής και υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή. |
|
14 |
Υπενθυμίζεται ότι στον δικαστή της Ένωσης εναπόκειται να εκτιμήσει αν, υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως, είναι δικαιολογημένη, από απόψεως ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής χωρίς προηγούμενη απόφαση επί του παραδεκτού (πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Συμβούλιο κατά Boehringer, C‑23/00 P, EU:C:2002:118, σκέψεις 51 και 52). |
|
15 |
Ως εκ τούτου, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, δεδομένου ότι η προσφυγή είναι, εν πάση περιπτώσει και για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 16 έως 204 κατωτέρω, αβάσιμη, πρέπει, χάριν ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να εξετάσει το βάσιμό της, χωρίς να αποφανθεί προηγουμένως επί του παραδεκτού της (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Οκτωβρίου 2014, Marchiani κατά Κοινοβουλίου, T‑479/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:866, σκέψη 23, και της 20ής Δεκεμβρίου 2023, Naturstrom κατά Επιτροπής, T‑60/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:839, σκέψη 74). |
Β. Επί της ουσίας
|
16 |
Προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως και συγκεκριμένα:
|
|
17 |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων παραιτήθηκε από τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε παράβαση των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 1/1958. Επομένως, πρέπει να εξεταστούν μόνον ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως. |
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
18 |
Πρώτον, σημειώνεται ότι το άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτη χώρα μπορεί να επιτραπεί με απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνει ότι στην τρίτη αυτή χώρα, σε έδαφός της ή σε έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους τομείς στο εσωτερικό της διασφαλίζεται ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας. Η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο V του εν λόγω κανονισμού, το οποίο, όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, αποσκοπεί γενικώς στη διασφάλιση της συνέχειας του υψηλού επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης δυνάμει του κανονισμού αυτού, όταν τα δεδομένα διαβιβάζονται προς τρίτη χώρα (πρβλ. απόφαση Schrems II, σκέψη 93). |
|
19 |
Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, χωρίς να απαιτείται από την οικεία τρίτη χώρα να εγγυάται επίπεδο προστασίας ίδιο με εκείνο το οποίο διασφαλίζεται στην έννομη τάξη της Ένωσης, η έκφραση «ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας», η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, πρέπει να γίνεται αντιληπτή υπό την έννοια ότι απαιτείται από την τρίτη αυτή χώρα να εξασφαλίζει πράγματι, μέσω της εσωτερικής νομοθεσίας της ή των διεθνών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει, επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο το οποίο διασφαλίζεται εντός της Ένωσης δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, όπως ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (πρβλ. απόφαση Schrems II, σκέψεις 94 και 162). |
|
20 |
Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, ακόμη και αν τα μέσα που χρησιμοποιεί η τρίτη χώρα για να εξασφαλίσει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαφέρουν από αυτά που εφαρμόζονται εντός της Ένωσης για να διασφαλιστεί η τήρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από την οδηγία 95/46, υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, τα μέσα αυτά πρέπει, πάντως, να αποδεικνύονται στην πράξη αποτελεσματικά ώστε να εξασφαλίζουν προστασία ουσιαστικά ισοδύναμη με αυτήν που παρέχεται εντός της Ένωσης (απόφαση Schrems I, σκέψη 74). |
|
21 |
Περαιτέρω, το Δικαστήριο θεώρησε ότι, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της σημασίας που έχει η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό το πρίσμα του θεμελιώδους δικαιώματος του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και, αφετέρου, του μεγάλου αριθμού προσώπων των οποίων τα θεμελιώδη δικαιώματα ενδέχεται να προσβληθούν σε περίπτωση διαβιβάσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτη χώρα η οποία δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας, η εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής ως προς την επάρκεια του επιπέδου προστασίας που εξασφαλίζει τρίτη χώρα είναι περιορισμένη, οπότε εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να διενεργήσει αυστηρό έλεγχο της νομιμότητας απόφασης επάρκειας (απόφαση Schrems I, σκέψη 78). |
|
22 |
Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η νομιμότητα πράξεως της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται βάσει των πραγματικών και νομικών στοιχείων που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεώς της και, ως εκ τούτου, πράξεις μεταγενέστερες της εκδόσεως μιας αποφάσεως δεν μπορούν να θίξουν το κύρος της (βλ. αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 2019, Alcogroup και Alcodis κατά Επιτροπής, C‑403/18 P, EU:C:2019:870, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 28ης Ιανουαρίου 2021, Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής, C‑466/19 P, EU:C:2021:76, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, εν προκειμένω, οι εκτιμήσεις της Επιτροπής όσον αφορά τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να εξεταστούν με γνώμονα αποκλειστικά και μόνον τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της κατά τον χρόνο που προέβη στις εκτιμήσεις αυτές. |
|
23 |
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να αναλυθούν οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε ο προσφεύγων εξετάζοντας κατ’ αρχάς τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, στη συνέχεια τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ακολούθως τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως και, τέλος, τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως. |
2. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και του άρθρου 45, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ
|
24 |
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το άρθρο 45, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, καθόσον, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι το DPRC παρέχει επαρκές επίπεδο προστασίας όσον αφορά το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να έχουν πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. |
|
25 |
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το γράμμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων έχει ως ακολούθως: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του.» |
|
26 |
Σύμφωνα με τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ). Το γράμμα της τελευταίας ως άνω διάταξης έχει ως ακολούθως: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης.» |
|
27 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, αφ’ ης στιγμής η ΕΣΔΑ δεν συνιστά, ενόσω η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει σε αυτή, νομική πράξη τυπικώς ενταγμένη στην έννομη τάξη της Ένωσης, το κύρος πράξεως του παράγωγου δικαίου πρέπει να εξετάζεται μόνον υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Επιτροπής,C‑398/13 P, EU:C:2015:535, σκέψεις 45 και 46). |
|
28 |
Ωστόσο, η νομολογία αναγνωρίζει ότι, αφενός, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ αποτελούν τμήμα του δικαίου της Ένωσης ως γενικές αρχές και, αφετέρου, από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων προκύπτει ότι στα περιεχόμενα στον Χάρτη δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται από την ΕΣΔΑ πρέπει να αναγνωρίζονται η ίδια έννοια και η ίδια εμβέλεια με εκείνες που τους αποδίδει η ΕΣΔΑ (βλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Korwin-Mikke κατά Κοινοβουλίου,T‑770/16, EU:T:2018:320, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
29 |
Συνεπώς, κατά τη νομολογία, χάριν συνοχής και χωρίς αυτό να θίγει την αυτονομία του δικαίου της Ένωσης και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και αντιστοιχούν στα δικαιώματα που διασφαλίζει η ΕΣΔΑ πρέπει επίσης να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) [πρβλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2023, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Έννοια της σοβαρής βλάβης), C‑125/22, EU:C:2023:843, σκέψη 59, και της 31ης Μαΐου 2018, Korwin-Mikke κατά Κοινοβουλίου,T‑770/16, EU:T:2018:320, σκέψη 38]. |
|
30 |
Επομένως, κατά τη νομολογία, το Δικαστήριο οφείλει, βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, να ερμηνεύει το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ένα επίπεδο προστασίας σύμφωνο με εκείνο που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ [βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 123 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
31 |
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 45, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι, κατά την εκτίμηση της επάρκειας του επιπέδου προστασίας που παρέχεται από τρίτη χώρα, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη, ιδίως, τα ακόλουθα στοιχεία:
|
|
32 |
Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών πρέπει να εξεταστούν οι δύο αιτιάσεις που προέβαλε ο προσφεύγων προς στήριξη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως. |
α) Επί της πρώτης αιτιάσεως του τρίτου λόγου ακυρώσεως, κατά την οποία το DPRC δεν είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο
|
33 |
Με την πρώτη αιτίαση του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το DPRC δεν είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αλλά οιονεί δικαιοδοτικό όργανο εξαρτώμενο από την εκτελεστική εξουσία. |
|
34 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος. |
|
35 |
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία, η απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαιοδοτικών οργάνων, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποστολή του δικαστή, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το οποίο είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης και για την προάσπιση των κοινών αξιών των κρατών μελών οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδίως δε της αξίας του κράτους δικαίου [απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών), C‑791/19, EU:C:2021:596, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η οποία χαρακτηρίζει τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου, η ανεξαρτησία των δικαστηρίων πρέπει ιδίως να διασφαλίζεται έναντι της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας (βλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 2021, Asociația Forumul Judecătorilor din România κ.λπ., C‑83/19, C‑127/19, C‑195/19, C‑291/19, C‑355/19 και C‑397/19, EU:C:2021:393, σκέψη 195 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
36 |
Η νομολογία διευκρινίζει ότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαστηρίων περιλαμβάνει δύο πτυχές. Η πρώτη, εξωτερική πτυχή, προϋποθέτει ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους. Η δεύτερη πτυχή, εσωτερικής φύσεως, είναι παρεμφερής προς την έννοια της «αμεροληψίας» και συναρτάται προς την τήρηση ίσων αποστάσεων ως προς τους διαδίκους και τα αντιπαρατιθέμενα συμφέροντά τους σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς. Η τελευταία αυτή πτυχή επιτάσσει την τήρηση αντικειμενικότητας και την απουσία κάθε συμφέροντος ως προς την επίλυση της διαφοράς πέραν της αυστηρής εφαρμογής των κανόνων δικαίου (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Euro Box Promotion κ.λπ.,C‑357/19, C‑379/19, C‑547/19, C‑811/19 και C‑840/19, EU:C:2021:1034, σκέψη 224 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
37 |
Οι εγγυήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας τις οποίες επιτάσσει το δίκαιο της Ένωσης απαιτούν την ύπαρξη κανόνων, ιδίως όσον αφορά τη σύνθεση του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια της θητείας τους και τους λόγους εξαιρέσεως ή παύσεώς τους, ώστε οι πολίτες να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη στεγανότητα του εν λόγω οργάνου έναντι των εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων [βλ. απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών), C‑791/19, EU:C:2021:596, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
38 |
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν τα τρία επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων προς στήριξη της υπό κρίση αιτιάσεως. |
1) Επί του πρώτου επιχειρήματος, κατά το οποίο το DPRC δεν είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο εκ του λόγου ότι η αποστολή του συνίσταται στον έλεγχο των αποφάσεων του Civil Liberties Protection Officer of the Director of National Intelligence
|
39 |
Με το πρώτο επιχείρημά του, ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το DPRC δεν είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο εκ του λόγου ότι η αποστολή του συνίσταται στον έλεγχο των αποφάσεων του Civil Liberties Protection Officer of the Director of National Intelligence (υπεύθυνου προστασίας ατομικών ελευθεριών του γραφείου του διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, στο εξής: CLPO, Ηνωμένες Πολιτείες), ο οποίος υπάγεται στο γραφείο του διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών (στο εξής: διευθυντής των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών). |
|
40 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει το επιχείρημα του προσφεύγοντος. |
|
41 |
Χάριν σαφήνειας, διευκρινίζεται ότι το πρώτο επιχείρημα που άπτεται της πρώτης αιτίασης του τρίτου λόγου ακυρώσεως έχει την έννοια ότι, κατ’ ουσίαν, κατά τον προσφεύγοντα, αφενός, κατά την επεξεργασία καταγγελίας σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα υποβληθείσας από υποκείμενο δεδομένων της Ένωσης το οποίο επιθυμεί να προβάλει παραβίαση του δικαίου των Ηνωμένων Πολιτειών που διέπει τις δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών σημάτων θίγουσα τα συμφέροντά του στον τομέα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των ατομικών ελευθεριών (στο εξής: καταγγελία σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα), ο CLPO δεν περιβάλλεται από επαρκείς εγγυήσεις προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας του, για τον λόγο ότι υπάγεται στο γραφείο του διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, και, αφετέρου, ότι το DPRC δεν είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο λόγω ανεπαρκών εγγυήσεων εφαρμοζομένων στον CLPO. |
|
42 |
Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι η εξέταση των εγγυήσεων που άπτονται της ανεξαρτησίας του CLPO δεν ασκεί επιρροή προκειμένου να εκτιμηθεί αν το DPRC συνιστά ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Πράγματι, το DPRC συστάθηκε ως ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο του CLPO, ενώπιον του οποίου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 184 της προσβαλλόμενης απόφασης, το πρόσωπο που έχει υποβάλει την καταγγελία σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα, καθώς και κάθε μονάδα της κοινότητας των υπηρεσιών πληροφοριών, μπορεί να ζητήσει τον έλεγχο της απόφασης του CLPO, πλείονες δε εγγυήσεις προβλέφθηκαν στο E.O. 14086 ούτως ώστε το DPRC να είναι σε θέση να ελέγχει τις αποφάσεις του CLPO και, κατά περίπτωση, να τις μεταρρυθμίζει κατά τρόπον ανεξάρτητο και αμερόληπτο. |
|
43 |
Πρώτον, από τις αιτιολογικές σκέψεις 185 και 186 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, ότι το DPRC απαρτίζεται από τουλάχιστον έξι δικαστές οι οποίοι διορίζονται από τον Attorney General (γενικό εισαγγελέα, Ηνωμένες Πολιτείες, στο εξής: γενικός εισαγγελέας), κατόπιν διαβούλευσης με την Privacy and Civil Liberties Oversight Board (επιτροπή εποπτείας της ιδιωτικής ζωής και των ατομικών ελευθεριών, Ηνωμένες Πολιτείες, στο εξής: PCLOB), τον Secretary of Commerce (Υπουργό Εμπορίου, Ηνωμένες Πολιτείες) και τον διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, για ανανεώσιμη τετραετή θητεία, ενώ χρησιμοποιούνται τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τους δικαστές του ομοσπονδιακού δικαστικού σώματος και συνεκτιμάται τυχόν προηγούμενη δικαστική πείρα. Συνακόλουθα, οι δικαστές πρέπει να είναι επαγγελματίες του νομικού κλάδου, δηλαδή ενεργά μέλη του δικηγορικού συλλόγου με καλή φήμη, τα οποία κατέχουν τη δέουσα άδεια άσκησης της δικηγορίας, και να διαθέτουν κατάλληλη πείρα στο δίκαιο για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και την εθνική ασφάλεια. Επίσης, ο γενικός εισαγγελέας πρέπει να προσπαθεί να διασφαλίσει ότι τουλάχιστον οι μισοί δικαστές, ανά πάσα στιγμή, διαθέτουν δικαστική πείρα και όλοι οι δικαστές πρέπει να κατέχουν διαπιστεύσεις ασφάλειας για να έχουν πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες εθνικής ασφάλειας. Μόνον πρόσωπα που διαθέτουν τα προαναφερθέντα προσόντα και δεν είναι υπάλληλοι της εκτελεστικής εξουσίας κατά τη στιγμή του διορισμού τους ή κατά τα δύο προηγούμενα έτη μπορούν να διορίζονται στο DPRC. Ομοίως, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, οι δικαστές του DPRC δεν μπορούν να έχουν επίσημα καθήκοντα ή να απασχολούνται στην Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. |
|
44 |
Δεύτερον, από τις αιτιολογικές σκέψεις 188 και 189 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, ότι οι αποφάσεις του CLPO επανεξετάζονται, στο σύνολό τους, από τριμελή τμήματα δικαστών του DPRC τα οποία επικουρούνται από ειδικό συνήγορο. Κατά την εν λόγω επανεξέταση, το DPRC δεν βασίζεται μόνο στα πρακτικά που παρέσχε ο CLPO, αλλά και σε τυχόν πληροφορίες και παρατηρήσεις που διαβιβάσθηκαν από τον καταγγέλλοντα, τον ειδικό συνήγορο που επικουρεί τους δικαστές και τις υπηρεσίες πληροφοριών, καθώς και, κατά περίπτωση, στις πρόσθετες πληροφορίες που ενδεχομένως ζήτησε κατά τη διάρκεια της εξέτασης της καταγγελίας σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα. Επιπλέον, κατά την επανεξέταση αυτή, το DPRC πρέπει να εφαρμόζει τη σχετική νομολογία του Supreme Court of the United States (Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών). |
|
45 |
Τρίτον, από τις αιτιολογικές σκέψεις 190 και 191 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, ότι το DPRC έχει εξουσία μεταρρύθμισης, ότι δεν δεσμεύεται από την απόφαση του CLPO και ότι, σε περίπτωση διαφωνίας με τον CLPO, μπορεί να εκδώσει δική του απόφαση επί της καταγγελίας σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα. Επιπλέον, όποια και αν είναι η απόφαση του DPRC, αυτή είναι δεσμευτική και οριστική. Ως εκ τούτου, τόσο οι υπηρεσίες πληροφοριών όσο και η Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών υποχρεούνται να συμμορφώνονται με αυτήν. |
|
46 |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εγγυήσεις τις οποίες προβλέπει το E.O. 14086 όσον αφορά τη λειτουργία και τις εξουσίες του DPRC καθιστούν δυνατό τον ανεξάρτητο και αμερόληπτο έλεγχο των αποφάσεων του CLPO. Επομένως, ο προσφεύγων αβασίμως υποστηρίζει ότι τυχόν ανεπάρκεια των εγγυήσεων που ισχύουν για τον CLPO επηρεάζει την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του DPRC. |
|
47 |
Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά την προβαλλόμενη ανεπάρκεια των εγγυήσεων για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του CLPO, παρατηρούνται τα ακόλουθα. |
|
48 |
Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 176 έως 181 της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, με το E.O. 14086, το οποίο συμπληρώθηκε με τον κανονισμό του γενικού εισαγγελέα, θεσπίσθηκε συγκεκριμένος μηχανισμός προσφυγής για την εξέταση της καταγγελίας σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα. Η καταγγελία αυτή πρέπει να υποβληθεί στην εποπτική αρχή που είναι αρμόδια, στο εκάστοτε κράτος μέλος, για την εποπτεία της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία στη συνέχεια τη διαβιβάζει στον CLPO, εφόσον περιέχει τα στοιχεία που μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 178 της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι πληροφορίες όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που εικάζεται ευλόγως ότι έχουν διαβιβαστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα μέσα με τα οποία πιστεύεται ότι έχουν διαβιβαστεί, τα στοιχεία ταυτότητας, αν είναι γνωστά, των οντοτήτων της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών που θεωρείται ότι εμπλέκονται στην εικαζόμενη παραβίαση, τη βάση του ισχυρισμού ότι υπήρξε παραβίαση του δικαίου των Ηνωμένων Πολιτειών και τη φύση των μέτρων επανόρθωσης που ζητούνται. Στο πλαίσιο αυτό, ο CLPO καθορίζει αν οι υπηρεσίες πληροφοριών παραβίασαν το εφαρμοστέο δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών και, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να διατάξει την εκ μέρους τους εφαρμογή αποκαταστατικών μέτρων. Η απόφαση του CLPO σχετικά με την εν λόγω καταγγελία είναι δεσμευτική. |
|
49 |
Βεβαίως, στην αιτιολογική σκέψη 179 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο CLPO υπάγεται στο γραφείο του διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών και ότι, πέραν της ειδικής αρμοδιότητάς του για την εξέταση της καταγγελίας σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα, υποχρεούται, γενικότερα, να διασφαλίζει ότι η προστασία των ατομικών ελευθεριών και της ιδιωτικής ζωής ενσωματώνεται δεόντως στις πολιτικές και τις διαδικασίες του εν λόγω γραφείου και των υπηρεσιών πληροφοριών αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τις ισχύουσες απαιτήσεις για την προστασία των ατομικών ελευθεριών και της ιδιωτικής ζωής. Εντούτοις, αφενός, επισημαίνεται ότι, όπως αναφέρεται στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία του CLPO, το E.O. 14086 προβλέπει ότι ο CLPO μπορεί να παυθεί μόνον από τον εν λόγω διευθυντή και εάν υπάρχει λόγος, δηλαδή σε περίπτωση παραπτώματος, κακής συμπεριφοράς, παραβίασης της ασφάλειας, αμέλειας ή ανικανότητας. Αφετέρου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 180 της προσβαλλόμενης απόφασης, απαγορεύεται στις υπηρεσίες πληροφοριών και στον διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών να εμποδίζουν ή να επηρεάζουν με αθέμιτο τρόπο το έργο του CLPO, ο οποίος, κατά την εξέταση της καταγγελίας σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα, πρέπει να εφαρμόζει τη νομοθεσία αμερόληπτα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας όσο και τις ρυθμίσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής. |
|
50 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το υπό κρίση επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. |
2) Επί του δευτέρου επιχειρήματος, κατά το οποίο το DPRC δεν είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο διότι απαρτίζεται από δικαστές οι οποίοι διορίζονται από τον γενικό εισαγγελέα κατόπιν διαβούλευσης με την PCLOB
|
51 |
Με το δεύτερο επιχείρημά του, ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το DPRC δεν είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο διότι απαρτίζεται από δικαστές οι οποίοι διορίζονται από τον γενικό εισαγγελέα κατόπιν διαβούλευσης με την PCLOB, η οποία αποτελεί όργανο εξαρτώμενο από την εκτελεστική εξουσία. |
|
52 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει το επιχείρημα του προσφεύγοντος. |
|
53 |
Πρώτον, από την αιτιολογική σκέψη 110 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η PCLOB είναι μια ανεξάρτητη υπηρεσία, συσταθείσα εντός του εκτελεστικού κλάδου. Η ανεξαρτησία της εν λόγω υπηρεσίας προκύπτει ιδίως από τη σύνθεσή της. Συγκεκριμένα, αποτελείται από δικομματική πενταμελή επιτροπή που διορίζεται από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, με έγκριση της Γερουσίας, για καθορισμένη εξαετή θητεία. Τα μέλη της πρέπει να επιλέγονται με βάση τα επαγγελματικά προσόντα τους, τα επιτεύγματά τους, το δημόσιο κύρος τους, την εμπειρογνωσία τους στους τομείς των ατομικών ελευθεριών και της ιδιωτικής ζωής, καθώς και την πείρα τους, και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πολιτικές πεποιθήσεις τους. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν περισσότερα από τρία μέλη της PCLOB να ανήκουν στο ίδιο πολιτικό κόμμα. Ένα πρόσωπο που διορίζεται μέλος της PCLOB δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια της θητείας του, να είναι εκλεγμένος υπάλληλος, αξιωματούχος ή στέλεχος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, παρά μόνον υπό την ιδιότητα του μέλους της PCLOB. |
|
54 |
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, καίτοι η PCLOB συστάθηκε εντός του εκτελεστικού κλάδου, εντούτοις, σύμφωνα με το καταστατικό της, σχεδιάστηκε ως ανεξάρτητη υπηρεσία της οποίας η αποστολή συνίσταται στην εποπτεία, κατά τρόπο αμερόληπτο, του έργου της εκτελεστικής εξουσίας με σκοπό την προστασία, μεταξύ άλλων, της ιδιωτικής ζωής και των ατομικών ελευθεριών. Συνακόλουθα, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 194 της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, η PCLOB οφείλει να ελέγχει σε ετήσια βάση αν ο CLPO και το DPRC διεκπεραίωσαν εγκαίρως τις υποθέσεις των οποίων επιλήφθηκαν, αν απέκτησαν πρόσβαση σε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, αν έλαβαν όλες τις ουσιαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο E.O. 14086 και αν οι υπηρεσίες πληροφοριών συμμορφώθηκαν με τις αποφάσεις τους. Μετά την επαλήθευση αυτή, η PCLOB οφείλει να προβαίνει σε δημόσια πιστοποίηση σχετικά με το αν ο CLPO και το DPRC τήρησαν τις εν λόγω εγγυήσεις. Επιπλέον, οφείλει να συντάσσει έκθεση προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, τον γενικό εισαγγελέα, τον διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, τους επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών, τον CLPO και τις επιτροπές πληροφοριών του United States Congress (Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών). Η έκθεση αυτή δημοσιοποιείται σε μη διαβαθμισμένη έκδοση. Ο γενικός εισαγγελέας, ο διευθυντής των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, ο CLPO και οι επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών υποχρεούνται να εφαρμόζουν όλες τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στην εν λόγω έκθεση. |
|
55 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, από το γεγονός και μόνον ότι η PCLOB συστάθηκε εντός του εκτελεστικού κλάδου δεν μπορεί να συναχθεί ότι, λόγω της διαβούλευσης με αυτήν πριν από τον διορισμό των δικαστών του DPRC, το τελευταίο δεν αποτελεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. |
|
56 |
Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δικαστές του DPRC είναι ανεξάρτητοι από την εκτελεστική εξουσία, το E.O. 14086 προβλέπει ότι, κατά τον διορισμό τους, ο γενικός εισαγγελέας πρέπει να τηρεί τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στη σκέψη 43 ανωτέρω. Επίσης, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 187 της προσβαλλόμενης απόφασης, οι δικαστές του DPRC μπορούν να παυθούν μόνον από τον γενικό εισαγγελέα και μόνον αν υπάρχει λόγος, ήτοι παράπτωμα, κακόβουλη συμπεριφορά, παραβίαση της ασφάλειας, αμέλεια ή ανικανότητα, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη τα πρότυπα που ισχύουν για τους ομοσπονδιακούς δικαστές και ορίζονται στους Rules for Judicial-Conduct and Judicial-Disability Proceedings (κανόνες για τη συμπεριφορά των δικαστών και τις διαδικασίες περιορισμού της δικαστικής δραστηριότητας). |
|
57 |
Επομένως, οι κανόνες σχετικά με τον διορισμό και την παύση των δικαστών του DPRC δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του. |
|
58 |
Τρίτον, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή οφείλει να παρακολουθεί σε συνεχή βάση την εφαρμογή του νομικού πλαισίου που αποτελεί αντικείμενο της εν λόγω απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των όρων υπό τους οποίους πραγματοποιούνται οι περαιτέρω διαβιβάσεις, ασκούνται τα ατομικά δικαιώματα και αποκτούν οι δημόσιες αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών πρόσβαση στα δεδομένα που διαβιβάζονται βάσει της απόφασης αυτής, προκειμένου να αξιολογεί αν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εξακολουθούν να διασφαλίζουν επαρκές επίπεδο προστασίας. Ωσαύτως, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου, εάν η Επιτροπή έχει ενδείξεις ότι δεν διασφαλίζεται πια επαρκές επίπεδο προστασίας, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών και, αν χρειαστεί, αποφασίζει την αναστολή, την τροποποίηση ή την κατάργηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ή τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της. Επομένως, εάν τροποποιηθεί το νομικό πλαίσιο το οποίο ίσχυε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης και με βάση το οποίο η Επιτροπή έκρινε, με την απόφαση αυτήν, ότι το DPRC παρέχει νομική προστασία ουσιαστικά ισοδύναμη με εκείνη που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, η Επιτροπή αποφασίζει, αν χρειαστεί, την αναστολή, την τροποποίηση ή την κατάργηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ή τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της. |
|
59 |
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το υπό κρίση επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. |
3) Επί του τρίτου επιχειρήματος, κατά το οποίο το DPRC δεν είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο διότι ο κανονισμός του γενικού εισαγγελέα δεν αποκλείει τη δυνατότητα να υπόκεινται οι δικαστές του DPRC σε άλλες μορφές εποπτείας πλην της καθημερινής εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας
|
60 |
Με το τρίτο επιχείρημά του, ο προσφεύγων ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι το DPRC δεν είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο διότι ο κανονισμός του γενικού εισαγγελέα δεν αποκλείει τη δυνατότητα να υπόκεινται οι δικαστές του DPRC σε άλλες μορφές εποπτείας πλην της καθημερινής εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας. |
|
61 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει το επιχείρημα του προσφεύγοντος. |
|
62 |
Σημειώνεται ότι, πέραν του ότι από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά το άρθρο 201.7, στοιχείο d, του κανονισμού του γενικού εισαγγελέα, οι δικαστές του DPRC δεν απαγορεύεται να υπόκεινται στην καθημερινή εποπτεία του γενικού εισαγγελέα, η αιτιολογική σκέψη 187 της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνει επίσης ότι, βάσει του E.O. 14086, οι υπηρεσίες πληροφοριών και ο γενικός εισαγγελέας δεν πρέπει να παρεμβαίνουν ούτε να επηρεάζουν αδικαιολόγητα το έργο του DPRC. Επιπλέον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το E.O. 14086 και ο κανονισμός του γενικού εισαγγελέα περιορίζουν τη δυνατότητα της εκτελεστικής εξουσίας να επηρεάσει το έργο του DPRC ορίζοντας ότι οι δικαστές του μπορούν να παυθούν μόνον από τον γενικό εισαγγελέα και μόνο για τους λόγους που μνημονεύονται στη σκέψη 56 ανωτέρω. |
|
63 |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί το υπό κρίση επιχείρημα και, ως εκ τούτου, η πρώτη αιτίαση του τρίτου λόγου ακυρώσεως στο σύνολό της. |
β) Επί της δεύτερης αιτιάσεως του τρίτου λόγου ακυρώσεως, κατά την οποία το DPRC δεν είναι δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως
|
64 |
Με τη δεύτερη αιτίαση του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων διατείνεται ότι το DPRC δεν έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, κατά την έννοια του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αφού δεν συστάθηκε με νόμο θεσπισθέντα από το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά με πράξη της εκτελεστικής εξουσίας, ήτοι με απόφανση του γενικού εισαγγελέα. |
|
65 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος. |
|
66 |
Κατά πρώτον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία διαμορφώθηκε υπό το φως της νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (απόφαση του ΕΔΔΑ της 1ης Δεκεμβρίου 2020, Guðmundur Andri Ástráðsson κατά Ισλανδίας, CE:ECHR:2020:1201JUD002637418, § 231 και 233), προκύπτει ότι, ναι μεν το δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως συνιστά αυτοτελές δικαίωμα, πλην όμως συνδέεται στενότατα με τα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που περιέχονται στην ίδια διάταξη. Συγκεκριμένα, μολονότι καθεμία από τις απαιτήσεις των εν λόγω εννοιών επιδιώκει έναν συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος τις καθιστά ειδικές εγγυήσεις δίκαιης δίκης, όλες σκοπούν την τήρηση των ίδιων θεμελιωδών αρχών της υπεροχής του δικαίου και της διάκρισης των εξουσιών. Ωσαύτως, οι απαιτήσεις αυτές θεμελιώνονται στην ανάγκη διαφυλάξεως της εμπιστοσύνης την οποία πρέπει να εμπνέει η δικαστική εξουσία στον πολίτη και της ανεξαρτησίας της εξουσίας αυτής έναντι των άλλων εξουσιών [βλ. αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank,C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψη 117 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
67 |
Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης, απηχώντας τη νομολογία του ΕΔΔΑ (απόφαση του ΕΔΔΑ της 8ης Ιουλίου 2014, Biagioli κατά San Marino, CE:ECHR:2014:0708DEC000816213, § 72 έως 74· βλ., επίσης, απόφαση του ΕΔΔΑ της 2ας Μαΐου 2019, Pasquini κατά San Marino, CE:ECHR:2019:0502JUD005095616, § 100 και 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), ότι με τη φράση «που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως» επιδιώκεται να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αφεθεί η οργάνωση του δικαιοδοτικού συστήματος στη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας και να διασφαλισθεί ότι ο τομέας αυτός θα διέπεται από νόμο θεσπιζόμενο από τη νομοθετική εξουσία κατά τρόπο σύμφωνο προς τους κανόνες που διέπουν την άσκηση της αρμοδιότητάς της. Η φράση αυτή απηχεί, επομένως, την αρχή του κράτους δικαίου και αφορά όχι μόνον τη νομική βάση της ίδιας της υπάρξεως του δικαστηρίου, αλλά και τη σύνθεση της έδρας σε κάθε υπόθεση, καθώς και κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου της οποίας η μη τήρηση καθιστά μη νόμιμη τη συμμετοχή ενός ή περισσοτέρων δικαστών στην εξέταση της υποθέσεως, διατάξεις στις οποίες καταλέγονται, ειδικότερα, οι σχετικές με την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των μελών του οικείου δικαστηρίου (βλ. απόφαση της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank,C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψη 121 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
68 |
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια διαπίστωση η οποία αφορά την ύπαρξη παράβασης της απαιτήσεως περί δικαστηρίου το οποίο έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως και τις συνέπειες μιας τέτοιας παράβασης υπόκειται σε συνολική εκτίμηση ορισμένων στοιχείων, τα οποία, εξεταζόμενα από κοινού, συμβάλλουν στη δημιουργία εύλογων αμφιβολιών στους πολίτες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των δικαστών [βλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
69 |
Συνακόλουθα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ναι μεν το γεγονός ότι όργανο όπως ένα εθνικό δικαστικό συμβούλιο το οποίο εμπλέκεται στη διαδικασία διορισμού των δικαστών απαρτίζεται, κατά πλειονότητα, από μέλη που επιλέγονται από τη νομοθετική εξουσία δεν δύναται, αφ’ εαυτού, να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία των δικαστών που διορίζονται κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας, πλην όμως τούτο ενδέχεται να μην ισχύει σε περίπτωση κατά την οποία το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με άλλα κρίσιμα στοιχεία και τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι επιλογές αυτές, προκαλεί τέτοιες αμφιβολίες [βλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 75 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
70 |
Εξάλλου, στην απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2020, Guðmundur Andri Ástráðsson κατά Ισλανδίας (CE:ECHR:2020:1201JUD002637418, § 207 και 212), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι επιτρέπεται ο διορισμός δικαστών από την εκτελεστική ή τη νομοθετική εξουσία, υπό τον όρο να είναι οι δικαστές που διορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο ελεύθεροι από κάθε πίεση ή επιρροή κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού τους ρόλου. |
|
71 |
Από τη μνημονευθείσα νομολογία προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν πληρούνται οι απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεν πρέπει να εκτιμάται μόνον ο τύπος της νομικής πράξης με την οποία συστήνεται δικαστήριο και καθορίζονται οι κανόνες λειτουργίας του, αλλά πρέπει να ελέγχεται αν στο κείμενο της νομικής πράξης προβλέπονται επαρκείς εγγυήσεις προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του έναντι των λοιπών εξουσιών, ιδίως δε έναντι της εκτελεστικής εξουσίας. |
|
72 |
Κατά δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Schrems I και στην απόφαση Schrems II, στο πλαίσιο απόφασης επάρκειας, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διασφαλίζει ότι οι σχετικές διατάξεις της τρίτης χώρας είναι πανομοιότυπες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση, αλλά ότι είναι ουσιαστικά ισοδύναμες με εκείνες που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης δυνάμει του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (βλ. σκέψεις 19 και 20 ανωτέρω). Επομένως, εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει το βάσιμο της διαπίστωσης επάρκειας στην οποία κατέληξε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του δικαίου των Ηνωμένων Πολιτειών που αφορούν τη σύσταση και τη λειτουργία του DPRC παρέχουν εγγυήσεις ουσιαστικά ισοδύναμες με εκείνες τις οποίες προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Τέτοιες εγγυήσεις παρέχονται, ειδικότερα, όταν η νομική πράξη με την οποία συστήνεται δικαστήριο και καθορίζονται οι κανόνες λειτουργίας του σκοπεί στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του έναντι των λοιπών εξουσιών, ιδίως έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, και μάλιστα παρά το γεγονός ότι το εν λόγω νομοθέτημα δεν αποτελεί, από τυπικής απόψεως, νόμο. |
|
73 |
Στην υπό κρίση υπόθεση, από την αιτιολογική σκέψη 185 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, χωρίς να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, ότι το DPRC συστάθηκε με τον κανονισμό του γενικού εισαγγελέα. Επομένως, το DPRC δεν συστάθηκε με νόμο ψηφισθέντα από τη νομοθετική εξουσία, ήτοι από το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά με πράξη της εκτελεστικής εξουσίας. Πράγματι, ο γενικός εισαγγελέας είναι ο επικεφαλής του Υπουργείου Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών και ο κύριος υπεύθυνος για την επιβολή του νόμου εντός της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι ο βασικός σύμβουλος του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών για όλα τα νομικά ζητήματα και υπάγεται στο γραφείο του. |
|
74 |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ελεγχθεί αν το E.O. 14086 και ο κανονισμός του γενικού εισαγγελέα προβλέπουν εγγυήσεις για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του DPRC κατά τρόπο ουσιαστικά ισοδύναμο με το δίκαιο της Ένωσης. |
|
75 |
Συναφώς, πρώτον, επισημαίνεται ότι από τη δικογραφία προκύπτει, χωρίς να αμφισβητείται, ότι:
|
|
76 |
Δεύτερον, αφενός, υπενθυμίζεται ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι:
|
|
77 |
Αφετέρου, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 187 έως 189 της προσβαλλόμενης απόφασης, οι δικαστές του DPRC οφείλουν να τηρούν, κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους εντός του DPRC, τις ακόλουθες διαδικαστικές εγγυήσεις:
|
|
78 |
Τρίτον, επισημαίνεται ότι οι πλημμέλειες που εντοπίσθηκαν από το Δικαστήριο στην απόφαση Schrems II έχουν θεραπευθεί, συγκεκριμένα όσον αφορά το γεγονός ότι η ανάκληση, από την εκτελεστική εξουσία, του αποκαλούμενου Διαμεσολαβητή της ασπίδας προστασίας δεν συνοδευόταν από εγγυήσεις καθώς και το γεγονός ότι οι αποφάσεις του δεν είχαν δεσμευτικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το E.O. 14086 περιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες ο γενικός εισαγγελέας μπορεί να παύσει τους δικαστές του DPRC και προβλέπει ότι οι αποφάσεις του είναι δεσμευτικές. |
|
79 |
Στο πλαίσιο αυτό, η δεύτερη αιτίαση του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί. |
|
80 |
Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι από τη δικογραφία προκύπτει ότι, όπως και άλλα δικαστήρια του νομικού συστήματος των Ηνωμένων Πολιτειών, το DPRC, ενώ είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί νομικών ζητημάτων, δεν αποτελεί δικαστική αρχή συσταθείσα δυνάμει του άρθρου III του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών. |
|
81 |
Πράγματι, με την απόφαση Schrems II, το Δικαστήριο έκρινε ότι αποτελεσματική δικαστική προστασία μπορεί να διασφαλίζεται όχι μόνον από δικαστήριο που ανήκει στο δικαστικό σύστημα, αλλά και από οποιοδήποτε άλλο «όργανο» που να προσφέρει στα άτομα των οποίων τα δεδομένα διαβιβάζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες εγγυήσεις ουσιαστικά ισοδύναμες με εκείνες που επιβάλλει το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (απόφαση Schrems II, σκέψη 197). |
|
82 |
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. |
3. Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων
|
83 |
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στο μέτρο που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εξασφαλίζουν επαρκές επίπεδο προστασίας όσον αφορά τη μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις υπηρεσίες πληροφοριών της χώρας αυτής. |
α) Επί του αντικειμένου του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
|
84 |
Σημειώνεται ότι, στις σελίδες 2 και 23 του δικογράφου της προσφυγής καθώς και στη σελίδα 4 του υπομνήματος απαντήσεως, όταν παραθέτει την επικεφαλίδα του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων αναφέρεται στην παράβαση, εκ μέρους της Επιτροπής, των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων όχι μόνον όσον αφορά τη μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αλλά και όσον αφορά τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται σε γενικευμένη και αδιάκριτη βάση. Ωστόσο, στις αναπτύξεις που έπονται της επικεφαλίδας του εν λόγω λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων επικεντρώνει την επιχειρηματολογία του αποκλειστικά και μόνο στη μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
85 |
Από την υποσημείωση 250 στη σελίδα 46 της προσβαλλόμενης απόφασης, από την αιτιολογική σκέψη 141 της εν λόγω απόφασης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται, καθώς και από τις απαντήσεις που έδωσαν οι διάδικοι στις ερωτήσεις που τέθηκαν στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι:
|
|
86 |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, δεδομένου ότι η γενικευμένη και αδιάκριτη συλλογή δεν επιτρέπεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η μαζική συλλογή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, το αντικείμενο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως περιορίζεται, εν προκειμένω, στην εκτίμηση του αν υφίσταται παράβαση, εκ μέρους της Επιτροπής, των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων όσον αφορά τη μαζική συλλογή, από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση προς τους οργανισμούς του ΠΠΔ, αποκλειομένης οποιασδήποτε συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται, ενδεχομένως, στο έδαφος της Ένωσης από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών ή των κρατών μελών. |
β) Επί της πρώτης αιτιάσεως του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, κατά την οποία οι δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών που πραγματοποιούνται δυνάμει του άρθρου 702 του FISA δεν υπόκεινται στις εγγυήσεις που προβλέπονται στο E.O. 14086
|
87 |
Με την πρώτη αιτίαση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καθόσον έκρινε, κατ’ ουσίαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρέχουν επίπεδο προστασίας ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο που διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης δυνάμει του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 702 του FISA παρέχει στις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών τη δυνατότητα να συλλέγουν μαζικά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπηκόων άλλων χωρών. |
|
88 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος. |
|
89 |
Επισημαίνεται ότι το άρθρο 702 του νόμου FISA δεν επιτρέπει τη μαζική συλλογή, αλλά μόνον τη στοχευμένη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
90 |
Ως εκ τούτου, στο μέτρο που το άρθρο 702 του FISA δεν αφορά τη μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. |
|
91 |
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η πρώτη αιτίαση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως. |
γ) Επί της δεύτερης αιτιάσεως του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, κατά την οποία, σύμφωνα με το E.O. 14086, η μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν υπόκειται σε προηγούμενη άδεια δικαστικής ή διοικητικής αρχής
|
92 |
Με τη δεύτερη αιτίαση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καθόσον έκρινε, κατ’ ουσίαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρέχουν επίπεδο προστασίας ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο που διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης δυνάμει του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, παρά το γεγονός ότι το E.O. 14086 δεν επιβάλλει στις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών την υποχρέωση να λαμβάνουν, προ της μαζικής συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προηγούμενη άδεια από δικαστική ή διοικητική αρχή. |
|
93 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος. |
|
94 |
Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τους διαδίκους, ότι το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών δεν καθιερώνει, για τις υπηρεσίες πληροφοριών, την υποχρέωση να λαμβάνουν προηγούμενη άδεια από δικαστική ή διοικητική αρχή προτού πραγματοποιήσουν τη μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση προς τους οργανισμούς του ΠΠΔ. |
|
95 |
Πρέπει να εξακριβωθεί εάν η εν λόγω έλλειψη προηγούμενης άδειας είναι ικανή να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, στο μέτρο που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα που διατυπώνεται στο άρθρο 1 της εν λόγω απόφασης, ότι δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρέχουν ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. |
|
96 |
Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Schrems II, προκειμένου να εκτιμηθεί η νομιμότητα απόφασης επάρκειας, είναι αναγκαίο να διαπιστωθεί εάν το δίκαιο της τρίτης χώρας διασφαλίζει επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο το οποίο διασφαλίζεται εντός της Ένωσης δυνάμει του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω). |
|
97 |
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν τα τέσσερα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων προς στήριξη της υπό κρίση αιτιάσεως. |
1) Επί του πρώτου επιχειρήματος, το οποίο στηρίζεται στην απόφαση Schrems II
|
98 |
Με το πρώτο επιχείρημά του, ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, όπως συνέβαινε στην περίπτωση της απόφασης επάρκειας σχετικά με την ασπίδα προστασίας, απόφαση η οποία ακυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Schrems II λόγω, μεταξύ άλλων, της μη καθιέρωσης δικαστικού ελέγχου, η μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται, εν προκειμένω, από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο και δεν πλαισιώνεται από αρκούντως σαφείς και ακριβείς κανόνες. |
|
99 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει το επιχείρημα του προσφεύγοντος. |
|
100 |
Σημειώνεται ότι, στην απόφαση Schrems II, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, των οποίων η τήρηση πρέπει να διαπιστώνεται από την Επιτροπή πριν αυτή εκδώσει απόφαση επάρκειας δυνάμει του άρθρου 45, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, συμβάλλουν στην επίτευξη του επιπέδου προστασίας που απαιτείται εντός της Ένωσης. Συγκεκριμένα, κατά το Δικαστήριο, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της διαβίβασής τους προς τρίτη χώρα στο πλαίσιο απόφασης επάρκειας, επηρεάζει τόσο το θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου αυτού στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, όσο και το δικαίωμά του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, το οποίο αναγνωρίζεται στο άρθρο 8 του Χάρτη (απόφαση Schrems ΙΙ, σκέψεις 169 έως 171). |
|
101 |
Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία την οποία επιτελούν στο κοινωνικό σύνολο (απόφαση Schrems II, σκέψη 172). |
|
102 |
Συνακόλουθα, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που αναγνωρίζονται με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Επιπλέον, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται σε αυτά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων (απόφαση Schrems II, σκέψη 174). |
|
103 |
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα που παρεχόταν βάσει του εκτελεστικού διατάγματος αριθ. 12333, όπως τροποποιήθηκε, στις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση χωρίς να έχει ασκηθεί οποιοσδήποτε δικαστικός έλεγχος δεν καθιστούσε δυνατό να οριοθετηθεί με τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή η έκταση της μαζικής συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιούνταν από τις υπηρεσίες πληροφοριών. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι το εν λόγω εκτελεστικό διάταγμα δεν ανταποκρινόταν στις ελάχιστες απαιτήσεις που συνδέονται, κατά το δίκαιο της Ένωσης, με την αρχή της αναλογικότητας και ότι τα προγράμματα παρακολούθησης που υλοποιούνταν βάσει του διατάγματος αυτού δεν περιορίζονταν στο απολύτως αναγκαίο (απόφαση Schrems ΙΙ, σκέψεις 183 και 184). |
|
104 |
Πρέπει να διευκρινιστεί η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην έκφραση «οποιοσδήποτε δικαστικός έλεγχος» η οποία απαντά στη σκέψη 183 της αποφάσεως Schrems II. |
|
105 |
Συναφώς, επισημαίνεται ότι ουδέν στοιχείο στην απόφαση Schrems II, ιδίως δε στη σκέψη 183 της εν λόγω αποφάσεως και στην έκφραση «οποιοσδήποτε δικαστικός έλεγχος», υποδηλώνει ότι η μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει υποχρεωτικώς να υπόκειται σε προηγούμενη άδεια χορηγούμενη από ανεξάρτητη αρχή. Αντιθέτως, από τον συνδυασμό της εν λόγω έκφρασης και των σκέψεων 186 έως 197 της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι η απόφαση με την οποία επιτρέπεται μια τέτοια συλλογή πρέπει, κατ’ ελάχιστον, να υπόκειται σε εκ των υστέρων δικαστικό έλεγχο. |
|
106 |
Εν προκειμένω, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 24 έως 82 ανωτέρω, σύμφωνα με το E.O. 14086 και τον κανονισμό του γενικού εισαγγελέα, οι δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών σημάτων που διεξάγονται από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, ακόμη και όταν αυτές πραγματοποιούν μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υπόκεινται στον εκ των υστέρων δικαστικό έλεγχο του DPRC, του οποίου οι αποφάσεις είναι τελεσίδικες και δεσμευτικές και με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται τόσο η Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και οι εν λόγω υπηρεσίες. Συνεπώς, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία πραγματοποιείται από τις υπηρεσίες πληροφοριών βάσει της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν συναφώς από την απόφαση Schrems II. |
|
107 |
Επιπλέον, κατά πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 141 της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, το E.O. 14086 ορίζει ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών πρέπει να δίνουν προτεραιότητα στη στοχευμένη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συνακόλουθα, η μαζική συλλογή επιτρέπεται μόνον προκειμένου να προωθηθεί μια επικυρωμένη προτεραιότητα συλλογής πληροφοριών η οποία δεν μπορεί εύλογα να ληφθεί μέσω στοχευμένης συλλογής. Συναφώς, επισημαίνεται ότι από την αιτιολογική σκέψη 135 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι επικυρωμένες προτεραιότητες συλλογής πληροφοριών καθορίζονται μέσω ειδικής διαδικασίας που αποσκοπεί στη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις ατομικές ελευθερίες. Πιο συγκεκριμένα, οι προτεραιότητες συλλογής πληροφοριών αναπτύσσονται από τον διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών και υποβάλλονται στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών προς έγκριση. Προτού, όμως, προτείνει στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών τις προτεραιότητες συλλογής πληροφοριών, ο διευθυντής πρέπει να λάβει, για κάθε προτεραιότητα, αξιολόγηση από τον CLPO. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, ο CLPO οφείλει να αξιολογήσει αν η επίμαχη προτεραιότητα προωθεί έναν ή περισσότερους θεμιτούς στόχους που αναφέρονται στο E.O. 14086, αν δεν έχει σχεδιαστεί για συλλογή πληροφοριών σημάτων για απαγορευμένο σκοπό και αν καθορίστηκε αφού ελήφθησαν δεόντως υπόψη η προστασία της ιδιωτικής ζωής και οι ατομικές ελευθερίες όλων των θιγόμενων προσώπων, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους ή τον τόπο κατοικίας τους. |
|
108 |
Κατά δεύτερον, επισημαίνεται ότι, όπως τονίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 127 έως 131, 134 και 135 της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, το E.O. 14086 προβλέπει γενικές απαιτήσεις που ισχύουν για όλες τις δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών σημάτων, ακόμη και όταν αυτές πραγματοποιούνται μέσω μαζικής συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
109 |
Πρώτον, οι δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών σημάτων πρέπει να βασίζονται σε νόμο ή σε άδεια από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών και να πραγματοποιούνται σύμφωνα με το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών, συμπεριλαμβανομένου του Συντάγματος. |
|
110 |
Δεύτερον, οι δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών σημάτων μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνον αφότου διαπιστωθεί, βάσει εύλογης αξιολόγησης όλων των σχετικών παραγόντων, ότι είναι αναγκαίες για την προώθηση μιας επικυρωμένης προτεραιότητας συλλογής πληροφοριών. |
|
111 |
Τρίτον, οι δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών σημάτων πρέπει να διεξάγονται με τρόπο που είναι ανάλογος προς την επικυρωμένη προτεραιότητα συλλογής πληροφοριών για την οποία έχουν εγκριθεί, προκειμένου να επιτυγχάνεται κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της σημασίας της επιδιωκόμενης προτεραιότητας συλλογής πληροφοριών και των επιπτώσεων στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και στις ατομικές ελευθερίες των θιγόμενων προσώπων, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους ή τον τόπο διαμονής τους. |
|
112 |
Τέταρτον, το E.O. 14086 απαριθμεί τους γενικούς στόχους που δεν μπορούν να επιδιώκονται μέσω δραστηριοτήτων συλλογής πληροφοριών σημάτων. Πρόκειται ιδίως για στόχους που έγκεινται στο να εμποδιστούν επικριτικές ή αντίθετες απόψεις ή η ελεύθερη έκφραση ιδεών ή πολιτικών απόψεων από πρόσωπα ή τον Τύπο, στο να τεθούν σε μειονεκτική θέση πρόσωπα λόγω της εθνοτικής καταγωγής, της φυλής, του φύλου, της ταυτότητας φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της θρησκείας τους ή στην παροχή ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε εταιρίες των Ηνωμένων Πολιτειών. |
|
113 |
Κατά τρίτον, από την αιτιολογική σκέψη 141 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, ότι το E.O. 14086 θεσπίζει ειδικές εγγυήσεις που εφαρμόζονται στη μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
114 |
Κατ’ αρχάς, το E.O. 14086 προβλέπει ότι πρέπει να εφαρμόζονται μέθοδοι και τεχνικά μέτρα προκειμένου να περιορίζονται τα δεδομένα που συλλέγονται μόνο σε ό,τι είναι αναγκαίο για την προώθηση μιας επικυρωμένης προτεραιότητας συλλογής πληροφοριών, ενώ παράλληλα ελαχιστοποιείται η συλλογή μη συναφών πληροφοριών. |
|
115 |
Εν συνεχεία, το E.O. 14086 επισημαίνει ότι η μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο για την επίτευξη έξι συγκεκριμένων στόχων (στο εξής: συγκεκριμένοι στόχοι της μαζικής συλλογής), ήτοι για την προστασία από την τρομοκρατία, την κατασκοπεία, τα όπλα μαζικής καταστροφής, τις κυβερνοαπειλές, τις απειλές κατά του προσωπικού των Ηνωμένων Πολιτειών ή των συμμάχων τους και της διακρατικής εγκληματικότητας. Προβλέπει τη δυνατότητα του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών να επικαιροποιεί τους εν λόγω συγκεκριμένους στόχους σε περίπτωση που προκύψουν νέες επιταγές εθνικής ασφάλειας, όπως νέες απειλές ή αυξημένες απειλές κατά της εθνικής ασφάλειας για τις οποίες αυτός θεωρεί ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι επικαιροποιήσεις αυτές πρέπει καταρχήν να δημοσιοποιούνται με μέριμνα του διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, εκτός εάν ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών κρίνει ότι κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια της χώρας. |
|
116 |
Τέλος, το E.O. 14086 προβλέπει ότι κάθε αναζήτηση πληροφοριών σημάτων που λαμβάνονται μαζικά μπορεί να πραγματοποιείται μόνον όταν είναι αναγκαίο για την προώθηση μιας επικυρωμένης προτεραιότητας συλλογής πληροφοριών, για την επίτευξη αυτών των συγκεκριμένων στόχων της μαζικής συλλογής και σύμφωνα με πολιτικές και διαδικασίες που λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον αντίκτυπο των αναζητήσεων στην ιδιωτική ζωή και τις ατομικές ελευθερίες όλων των θιγόμενων προσώπων, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους ή τον τόπο διαμονής τους. |
|
117 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι η εφαρμογή της μαζικής συλλογής δεν οριοθετείται με τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή. |
|
118 |
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το υπό κρίση επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. |
2) Επί του δευτέρου επιχειρήματος, το οποίο στηρίζεται στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ. (C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18)
|
119 |
Με το δεύτερο επιχείρημά του, ο προσφεύγων, παραπέμποντας ρητώς στη σκέψη 189 της αποφάσεως της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ. (C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791), υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο καθιέρωσε, για τις υπηρεσίες πληροφοριών, την υποχρέωση να λαμβάνουν προηγούμενη άδεια από δικαστική ή διοικητική αρχή πριν από τη συλλογή δεδομένων σύνδεσης από τους παρόχους που τα κατείχαν. Κατά την άποψή του, η μαζική συλλογή, από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση δεν υπόκειται, εν προκειμένω, σε τέτοια προηγούμενη άδεια. |
|
120 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει το επιχείρημα του προσφεύγοντος. |
|
121 |
Επισημαίνεται ότι, με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ. (C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791), το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ 2002, L 201, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 337, σ. 11), ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να χρησιμοποιούν τη συλλογή σε πραγματικό χρόνο των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης, όταν η χρήση περιορίζεται στα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι εμπλέκονται σε τρομοκρατικές δραστηριότητες και υπόκειται σε προηγούμενο έλεγχο από δικαστήριο ή από ανεξάρτητη διοικητική αρχή (σκέψη 192 της εν λόγω αποφάσεως). |
|
122 |
Επομένως, η επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ. (C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791), περίπτωση διαφέρει από την επίμαχη εν προκειμένω. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν τίθεται ζήτημα εκτίμησης της ανάγκης να υπόκειται η συλλογή, από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης των χρηστών για τους οποίους υπάρχουν υπόνοιες ότι εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε τρομοκρατικές δραστηριότητες σε προηγούμενο έλεγχο από δικαστική ή διοικητική αρχή, αλλά εκτίμησης του αν το γεγονός ότι το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών δεν προβλέπει, για τις υπηρεσίες πληροφοριών, την υποχρέωση να λαμβάνουν, πριν από τη μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση προς τη χώρα αυτή, προηγούμενη άδεια δικαστικής ή διοικητικής αρχής θέτει εν αμφιβόλω το βάσιμο της διαπίστωσης επάρκειας στην οποία προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
123 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η παραπομπή στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ. (C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791), δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. |
|
124 |
Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από τη συνεκτίμηση της απόφασης της 30ής Απριλίου 2024, La Quadrature du Net κ.λπ. (Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και καταπολέμηση των προσβολών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας) (C‑470/21, EU:C:2024:370), επί της οποίας οι διάδικοι της υπό κρίση διαφοράς κλήθηκαν να τοποθετηθούν μέσω μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας. |
|
125 |
Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 30ής Απριλίου 2024, La Quadrature du Net κ.λπ. (Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και καταπολέμηση των προσβολών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας) (C‑470/21, EU:C:2024:370), αφορούσε τη νομιμότητα της πρόσβασης εθνικής δημόσιας αρχής επιφορτισμένης με την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων από τις προσβολές των εν λόγω δικαιωμάτων οι οποίες διαπράττονται μέσω διαδικτύου στα δεδομένα τα οποία διατηρούνται από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σχετικά με την ταυτότητα και αντιστοιχούν σε διευθύνσεις IP για σκοπούς καταπολέμησης των προσβολών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, η εν λόγω πρόσβαση δικαιολογούνταν από τον σκοπό της ταυτοποίησης του κατόχου διεύθυνσης IP ο οποίος επιδόθηκε σε δραστηριότητα που προσβάλλει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή τα συγγενικά δικαιώματα, δεδομένου ότι διέθεσε παρανόμως στο διαδίκτυο προστατευόμενα έργα με σκοπό την τηλεφόρτωσή τους από άλλα πρόσωπα. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προηγούμενος έλεγχος από δικαστήριο ή από ανεξάρτητη διοικητική οντότητα:
|
|
126 |
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 30ής Απριλίου 2024, La Quadrature du Net κ.λπ. (Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και καταπολέμηση των προσβολών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας) (C‑470/21, EU:C:2024:370), αφορά την πρόσβαση των εθνικών αρχών σε διεύθυνση IP για σκοπούς καταπολέμησης των προσβολών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και ότι το αντικείμενο της υπόθεσης διαφέρει από τη μαζική συλλογή, από τις υπηρεσίες πληροφοριών, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, υπό το πρίσμα της εν λόγω αποφάσεως, ότι η μαζική συλλογή, από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση πρέπει να υπόκειται σε προηγούμενη άδεια. |
|
127 |
Συνακόλουθα, το υπό κρίση επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. |
3) Επί του τρίτου επιχειρήματος, το οποίο στηρίζεται στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Μαΐου 2021, Big Brother Watch κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2021:0525JUD005817013)
|
128 |
Με το τρίτο επιχείρημά του, ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Μαΐου 2021, Big Brother Watch κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2021:0525JUD005817013, στο εξής: απόφαση Big Brother Watch), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι δραστηριότητες μαζικής παρακολούθησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να υπόκεινται σε προηγούμενη άδεια ανεξάρτητης αρχής από το χρονικό σημείο κατά το οποίο καθορίζονται οι σκοποί και η έκταση της επιχείρησης παρακολούθησης. Κατά την άποψή του, η μαζική συλλογή, από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση δεν υπόκειται, εν προκειμένω, σε τέτοια προηγούμενη άδεια. |
|
129 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει το επιχείρημα του προσφεύγοντος. |
|
130 |
Επισημαίνεται ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Big Brother Watch αφορούσε, μεταξύ άλλων, τη συμβατότητα, υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, του βρετανικού καθεστώτος μυστικής παρακολούθησης, το οποίο παρείχε στις υπηρεσίες πληροφοριών την ευχέρεια να παρακολουθούν μαζικά τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τα συναφή δεδομένα επικοινωνίας, δηλαδή τα δεδομένα κίνησης που σχετίζονταν με τις παρακολουθούμενες επικοινωνίες, οι οποίες πραγματοποιούνταν κατ’ αρχήν εκτός των Βρετανικών Νήσων. |
|
131 |
Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 29 ανωτέρω, στο μέτρο που το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει, όπως και το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, η νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία του περιεχομένου του άρθρου 7 του Χάρτη. Επομένως, σε περίπτωση το Γενικό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι η απόφαση Big Brother Watch ασκεί επιρροή εν προκειμένω, οι εκτιμήσεις τις οποίες διατύπωσε το ΕΔΔΑ στην απόφαση αυτήν, όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ερμηνεία του περιεχομένου του άρθρου 7 του Χάρτη. |
|
132 |
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στην απόφαση Big Brother Watch, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε επί της νομιμότητας της μαζικής παρακολούθησης από τις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των συναφών δεδομένων επικοινωνίας που πραγματοποιούνταν κατ’ αρχήν εκτός των Βρετανικών Νήσων. |
|
133 |
Όπως, όμως, επισήμαναν οι διάδικοι της υπό κρίση υπόθεσης με την απάντησή τους στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι αναπτύξεις του ΕΔΔΑ στην απόφαση Big Brother Watch ασκούν επιρροή εν προκειμένω, στο μέτρο που η επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση μαζική παρακολούθηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει τη μαζική συλλογή δεδομένων που αποτελεί το αντικείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης. |
|
134 |
Πρώτον, επισημαίνεται ότι, ενώ στη γαλλική απόδοση της αποφάσεως Big Brother Watch χρησιμοποιείται ο όρος «interception en masse» δεδομένων, στην αγγλική απόδοση χρησιμοποιείται ο όρος «bulk interception», ο οποίος αντιστοιχεί ακριβέστερα στον γαλλικό όρο «interception en vrac». |
|
135 |
Δεύτερον, σε αντίθεση με τη στοχευμένη παρακολούθηση, η επίμαχη στην απόφαση Big Brother Watch παρακολούθηση πληροφοριών προσδιορίστηκε από το ΕΔΔΑ ως παρακολούθηση που δεν αφορούσε συγκεκριμένα πρόσωπα και, συνεπώς, μπορούσε να επηρεάσει μεγάλο αριθμό προσώπων και συναφών δεδομένων επικοινωνίας και, κατ’ επέκταση, να έχει ευρύτατο περιεχόμενο, αφού καθιστούσε δυνατή, μεταξύ άλλων, τη συλλογή πληροφοριών στο πλαίσιο των πληροφοριών από την αλλοδαπή και τον εντοπισμό νέων απειλών προερχόμενων από γνωστούς ή άγνωστους παράγοντες. Επιπλέον, κατά το ΕΔΔΑ, λόγω του σκοπού της που συνδεόταν με την προστασία της εθνικής ασφάλειας, η μαζική παρακολούθηση πραγματοποιούνταν γενικώς από τις αρμόδιες αρχές υπό μυστικότητα, πράγμα που σήμαινε ότι οι αρχές αυτές δημοσιοποιούσαν λίγες μόνον πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος, ή ακόμη και καθόλου (πρβλ. απόφαση Big Brother Watch, σκέψη 322). |
|
136 |
Τρίτον, στην απόφαση Big Brother Watch, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, καίτοι δεν έχουν σχεδιαστεί όλα τα καθεστώτα μαζικής παρακολούθησης με βάση το ίδιο μοντέλο και οι λεπτομέρειες εφαρμογής τους μπορούν να μεταβάλλονται χωρίς να τηρείται πάντοτε αυστηρή χρονολογική σειρά, η μαζική παρακολούθηση είναι μια προοδευτική διαδικασία η οποία διεξάγεται, κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με τα ακόλουθα τέσσερα στάδια (στο εξής: στάδια της παρακολούθησης):
|
|
137 |
Επομένως, μια επιχείρηση μαζικής συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του πρώτου από τα στάδια της παρακολούθησης τα οποία περιέγραψε το ΕΔΔΑ στην απόφαση Big Brother Watch, δεδομένου ότι συνίσταται στη συλλογή, για σκοπούς προστασίας της εθνικής ασφάλειας, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση μεγάλου αριθμού προσώπων. |
|
138 |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να αντληθούν οι συνέπειες της αποφάσεως Big Brother Watch στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της νομιμότητας απόφασης επάρκειας εκδοθείσας επί τη βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, όπως είναι η προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
139 |
Συναφώς, κατά πρώτον, επισημαίνεται ότι, στην απόφαση Big Brother Watch, το ΕΔΔΑ διευκρίνισε ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν απαγορεύει τη χρήση της μαζικής παρακολούθησης για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή άλλων ουσιωδών εθνικών συμφερόντων από σοβαρές εξωτερικές απειλές και ότι τα κράτη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όταν καθορίζουν τι είδους σύστημα παρακολούθησης χρειάζονται (πρβλ. απόφαση Big Brother Watch, σκέψη 347). |
|
140 |
Κατά δεύτερον, το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι η μαζική παρακολούθηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να πλαισιώνεται από διάφορες εγγυήσεις από την αρχή μέχρι το τέλος οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε συστήματος μαζικής παρακολούθησης, ήτοι:
|
|
141 |
Κατά τρίτον, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, μολονότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ έχει εφαρμογή σε καθένα από τα στάδια της παρακολούθησης, η ανάγκη πρόβλεψης εγγυήσεων αυξάνεται όσο η διαδικασία διέρχεται από τα διάφορα αυτά στάδια και, κατά συνέπεια, όσο αυξάνεται η ένταση της προσβολής του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Συνακόλουθα, κατά το ΕΔΔΑ, η ύπαρξη εγγυήσεων είναι πιο αναγκαία από ποτέ προς το τέλος της διαδικασίας, όταν αναλύονται πληροφορίες που αφορούν συγκεκριμένο πρόσωπο ή όταν το περιεχόμενο των επικοινωνιών εξετάζεται από αναλυτή (πρβλ. απόφαση Big Brother Watch, σκέψεις 330 και 331). |
|
142 |
Κατά τέταρτον, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, στο μέτρο που η συμπερίληψη όλων των κριτηρίων επιλογής των οποίων κάνουν χρήση οι υπηρεσίες πληροφοριών προκειμένου να φιλτράρουν τις συλλεγόμενες επικοινωνίες εντός του πεδίου εφαρμογής της προηγούμενης άδειας δεν είναι εφικτή στην πράξη, το περιεχόμενο της άδειας αυτής πρέπει να περιοριστεί προκειμένου να συμπεριλάβει τουλάχιστον τα είδη ή τις κατηγορίες των κριτηρίων επιλογής που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν (απόφαση Big Brother Watch, σκέψη 354). |
|
143 |
Εν προκειμένω, αφενός, υπενθυμίζεται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Schrems I και Schrems II, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, στο πλαίσιο απόφασης επάρκειας, να βεβαιωθεί ότι οι σχετικές διατάξεις της τρίτης χώρας είναι πανομοιότυπες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση, αλλά ότι είναι ουσιαστικά ισοδύναμες (βλ. σκέψεις 19 και 20 ανωτέρω). |
|
144 |
Αφετέρου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, δεδομένου ότι η μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία αμφισβητείται στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς, μπορεί να εξομοιωθεί με την παρακολούθηση δεδομένων που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του πρώτου από τα στάδια της παρακολούθησης όπως τα αποσαφήνισε το ΕΔΔΑ στην απόφαση Big Brother Watch, η ανάγκη πρόβλεψης, για το συγκεκριμένο αυτό στάδιο της μαζικής συλλογής, εγγυήσεων που να περιορίζουν τη διακριτική ευχέρεια των υπηρεσιών πληροφοριών είναι πιο περιορισμένη, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου πραγματοποιείται η παρακολούθηση. Πράγματι, κρίσιμο εν προκειμένω είναι μόνον το ζήτημα της αρχικής μαζικής παρακολούθησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από υπηρεσίες πληροφοριών, και όχι οι μεταγενέστερες δραστηριότητες, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής και οι οποίες θα μπορούσαν να συνίστανται, ενδεχομένως, στην εφαρμογή ειδικών κριτηρίων επιλογής, στην εξέταση των συλλεγόμενων δεδομένων και στη μεταγενέστερη χρήση ή κοινοποίησή τους. |
|
145 |
Επομένως, η πρόβλεψη προηγούμενης άδειας δεν είναι η μόνη εγγύηση που πρέπει να περιβάλλει τη μαζική παρακολούθηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά αποτελεί ένα από τα στοιχεία τα οποία, συνολικά θεωρούμενα, συνθέτουν τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε συστήματος εγγυήσεων έναντι της μαζικής παρακολούθησης. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το ισχύον δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών προβλέπει νομικούς κανόνες που πλαισιώνουν με αρκούντως σαφή και ακριβή τρόπο την εφαρμογή, από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, της μαζικής συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. σκέψεις 107 έως 116 ανωτέρω) και παρέχει στα πρόσωπα τα οποία αφορά η διαβίβαση των δεδομένων το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον του DPRC (βλ. σκέψεις 33 έως 63 ανωτέρω). Επιπλέον, οι αιτιολογικές σκέψεις 162 έως 169 της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρουν, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, ότι οι δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών που διεξάγονται από τις υπηρεσίες πληροφοριών ελέγχονται από την PCLOB, η οποία, όπως προκύπτει από τη σκέψη 54 ανωτέρω, σχεδιάστηκε, σύμφωνα με το καταστατικό της, ως ανεξάρτητη υπηρεσία. Ομοίως, οι εν λόγω δραστηριότητες υπόκεινται σε εποπτεία, πρώτον, εκ μέρους των υψηλόβαθμων λειτουργών και των υπαλλήλων οι οποίοι, εντός κάθε υπηρεσίας πληροφοριών, είναι επιφορτισμένοι με την εποπτεία και τη συμμόρφωση με το εφαρμοστέο δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών, δεύτερον, εκ μέρους του ανεξάρτητου γενικού επιθεωρητή με αρμοδιότητα, για κάθε υπηρεσία πληροφοριών, την εποπτεία των δραστηριοτήτων συλλογής πληροφοριών από την αλλοδαπή που πραγματοποιεί η επίμαχη υπηρεσία και, τρίτον, εκ μέρους της Intelligence Oversight Board (επιτροπής εποπτείας υπηρεσιών πληροφοριών, Ηνωμένες Πολιτείες), η οποία έχει συσταθεί στο πλαίσιο της President’s Intelligence Advisory Board (συμβουλευτικής επιτροπής του προέδρου για τις υπηρεσίες πληροφοριών, Ηνωμένες Πολιτείες) και έχει καθήκον να επιβλέπει τη συμμόρφωση των αρχών των Ηνωμένων Πολιτειών με τον νόμο, καθώς και, τέταρτον, εκ μέρους των ειδικών επιτροπών που έχουν συσταθεί στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών και ασκούν εποπτικά καθήκοντα σχετικά με όλες τις δραστηριότητες των Ηνωμένων Πολιτειών που αφορούν συλλογή πληροφοριών από την αλλοδαπή. |
|
146 |
Βάσει των ανωτέρω, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι δεν προβλέπεται προηγούμενη άδεια που να εφαρμόζεται στην αρχική μαζική συλλογή, από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση αρκεί για να θεωρηθεί ότι το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών δεν παρέχει, υπό το πρίσμα των διδαγμάτων που αντλούνται από την απόφαση Big Brother Watch, εγγυήσεις ουσιαστικά ισοδύναμες με εκείνες τις οποίες προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης. |
|
147 |
Συνακόλουθα, το υπό κρίση επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. |
4) Επί του τετάρτου επιχειρήματος, το οποίο στηρίζεται στη γνωμοδότηση 5/2023 του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων
|
148 |
Με το τέταρτο επιχείρημά του, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, στη γνωμοδότηση 5/2023 της 28ης Φεβρουαρίου 2023, όσον αφορά το σχέδιο εκτελεστικής απόφασης της Επιτροπής σχετικά με την επάρκεια του επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του πλαισίου ΕΕ–ΗΠΑ για την προστασία των δεδομένων (στο εξής: γνωμοδότηση 5/2023), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (στο εξής: ΕΣΠΔ) υπογράμμισε τη σημασία του να υπόκειται η μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε προηγούμενη άδεια. Κατά την άποψή του, η μαζική συλλογή, από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση δεν υπόκειται, εν προκειμένω, σε προηγούμενη άδεια. |
|
149 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει το επιχείρημα του προσφεύγοντος. |
|
150 |
Επισημαίνεται ότι η γνωμοδότηση 5/2023 εκδόθηκε από το ΕΣΠΔ βάσει του άρθρου 70, παράγραφος 1, στοιχείο ιθʹ, του ΓΚΠΔ. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, το ΕΣΠΔ μπορεί να παρέχει στην Επιτροπή γνωμοδότηση για την εκτίμηση της επάρκειας του επιπέδου προστασίας σε τρίτη χώρα. |
|
151 |
Όταν ενεργεί επί τη βάσει του άρθρου 70, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, το ΕΣΠΔ περιορίζεται στην άσκηση συμβουλευτικών καθηκόντων μέσω της σύνταξης γνωμοδοτήσεων, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και συστάσεων βέλτιστων πρακτικών που δεν παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα (πρβλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Νοεμβρίου 2023, ΕΕΠΔ κατά ΕΣΕ, C‑413/23 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:1036, σκέψη 11). Συνακόλουθα, η γνωμοδότηση αυτή δεν δεσμεύει την Επιτροπή, η οποία παραμένει ελεύθερη να εκτιμήσει αν το δίκαιο της χώρας αυτής παρέχει συνολικά επίπεδο προστασίας ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο το οποίο εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά τη μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι, στην εν λόγω γνωμοδότηση, το ΕΣΠΔ δεν ανέφερε ότι η μη θέσπιση προηγούμενου ελέγχου αφορώντος τη μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθιστούσε κατ’ ανάγκην πλημμελή τη θετική εκτίμηση, εκ μέρους της Επιτροπής, της επάρκειας του επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που παρέχει το ΠΠΔ. Τουναντίον, επισήμανε, στο σημείο 165 της ίδιας γνωμοδότησης, ότι η εκτίμηση αυτή εξαρτώνταν από το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης και, ιδίως, από την εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής θέσπιση εκ των υστέρων δικαστικού ελέγχου και μηχανισμού προσφυγής. |
|
152 |
Στο πλαίσιο αυτό, από τη γνωμοδότηση 5/2023 δεν μπορεί να συναχθεί ότι η μαζική συλλογή, από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό διαμετακόμιση από την Ένωση πρέπει να υπόκειται σε προηγούμενη άδεια και ότι η προστασία που παρέχει η χώρα αυτή δεν είναι ουσιαστικά ισοδύναμη με εκείνη την οποία εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης. |
|
153 |
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το υπό κρίση επιχείρημα και, ως εκ τούτου, η δεύτερη αιτίαση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως στο σύνολό της. |
δ) Επί της τρίτης αιτιάσεως του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, κατά την οποία το E.O. 14086 παρέχει στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών την εξουσία να επιτρέπει μυστική επικαιροποίηση των συγκεκριμένων στόχων της μαζικής συλλογής
|
154 |
Με την τρίτη αιτίαση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καθόσον έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρέχουν επίπεδο προστασίας ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο το οποίο εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης δυνάμει του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του Χάρτη, παρά το γεγονός ότι το E.O. 14086 παρέχει στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, για λόγους εθνικής ασφάλειας, τη δυνατότητα να επιτρέπει μυστική επικαιροποίηση των συγκεκριμένων στόχων της μαζικής συλλογής. Ειδικότερα, εκτιμά ότι, αντιθέτως προς ό,τι κρίθηκε με την απόφαση του ΕΔΔΑ της 4ης Δεκεμβρίου 2015, Roman Zakharov κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2015:1204JUD004714306, στο εξής: απόφαση Zakharov), η ανάθεση στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών της εξουσίας να επικαιροποιεί τους εν λόγω συγκεκριμένους στόχους δεν καθιστά δυνατό στα πρόσωπα τα οποία αφορά η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να προσδιορίζουν επακριβώς το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου τα δεδομένα υποβάλλονται σε επεξεργασία στις Ηνωμένες Πολιτείες. |
|
155 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος. |
|
156 |
Επισημαίνεται ότι, στην απόφαση Zakharov, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ μόνον εφόσον προβλέπεται από τον νόμο (απόφαση Zakharov, σκέψη 227). Κατά το ΕΔΔΑ, η φράση «προβλέπεται από τον νόμο» σημαίνει ότι το επίδικο μέτρο πρέπει να είναι προσβάσιμο στον ενδιαφερόμενο και ότι πρέπει να είναι προβλέψιμο ως προς τα αποτελέσματά του (απόφαση Zakharov, σκέψη 228). Στον τομέα της παρακολούθησης των επικοινωνιών, η «προβλεψιμότητα» δεν σημαίνει ότι ένα άτομο πρέπει να είναι σε θέση να προβλέψει πότε οι αρχές ενδέχεται να παρακολουθούν τις επικοινωνίες του, αλλά ότι, κατ’ ουσίαν, οι περιορισμοί του δικαιώματός του στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής πρέπει να προκύπτουν από σαφείς κανόνες (απόφαση Zakharov, σκέψη 229). |
|
157 |
Υπενθυμίζεται επίσης ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 29 ανωτέρω, στο μέτρο που το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει, όπως και το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, η νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, στην οποία συγκαταλέγεται και η απόφαση Zakharov, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία, όπως εν προκειμένω, του άρθρου 7 του Χάρτη. |
|
158 |
Συναφώς, από το τμήμα 2, στοιχείο c, σημείο ii, στοιχείο C, του E.O. 14086 προκύπτει ότι η δυνατότητα που παρέχεται στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να επικαιροποιεί τον κατάλογο των συγκεκριμένων στόχων της μαζικής συλλογής δεν είναι απεριόριστη, αλλά περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η επικαιροποίηση καθίσταται αναγκαία λόγω της εμφάνισης νέων επιταγών εθνικής ασφάλειας, όπως νέες ή αυξημένες απειλές κατά της εθνικής ασφάλειας για τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η μαζική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επιπλέον, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επιβεβαιώθηκε δε από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η επικαιροποίηση, από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, των εν λόγω συγκεκριμένων στόχων δεν είναι μυστική, αλλά δημοσιοποιείται από τον διευθυντή των εθνικών υπηρεσιών πληροφοριών, εκτός εάν ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών κρίνει ότι η δημοσιοποίησή της θα έθετε σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια της χώρας. Περαιτέρω, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, η μαζική συλλογή υπόκειται σε όλες τις εγγυήσεις και όλους τους περιορισμούς που προβλέπονται στο E.O. 14086 και, αν το υποκείμενο των δεδομένων υποβάλει την καταγγελία σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα, η καταγγελία εξετάζεται από τον CLPO και, κατά περίπτωση, ελέγχεται από το DPRC. |
|
159 |
Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η δυνατότητα που παρέχεται στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να επικαιροποιεί τον κατάλογο των συγκεκριμένων στόχων της μαζικής συλλογής αντίκειται στις απαιτήσεις που διατύπωσε το ΕΔΔΑ στην απόφαση Zakharov. |
|
160 |
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η τρίτη αιτίαση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, και ο εν λόγω λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του. |
4. Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 22 του ΓΚΠΔ
|
161 |
Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 22 του ΓΚΠΔ στο μέτρο που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλειψε να προβλέψει διάταξη που να θεσπίζει το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων να μην υπόκεινται σε αποφάσεις που λαμβάνονται αποκλειστικά βάσει της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, οι οποίες παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι αυτών ή τα επηρεάζουν σημαντικά (στο εξής: πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις). |
|
162 |
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το γράμμα του άρθρου 22 του ΓΚΠΔ έχει ως εξής: «1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να μην υπόκειται σε απόφαση που λαμβάνεται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα που το αφορούν ή το επηρεάζει σημαντικά με παρόμοιο τρόπο. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν η απόφαση:
|
|
163 |
Σημειώνεται επίσης ότι ο όρος «κατάρτιση προφίλ», ο οποίος απαντά στο άρθρο 22, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού ως «οποιαδήποτε μορφή αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συνίσταται στη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την αξιολόγηση ορισμένων προσωπικών πτυχών ενός φυσικού προσώπου, ιδίως για την ανάλυση ή την πρόβλεψη πτυχών που αφορούν την απόδοση στην εργασία, την οικονομική κατάσταση, την υγεία, τις προσωπικές προτιμήσεις, τα ενδιαφέροντα, την αξιοπιστία, τη συμπεριφορά, τη θέση ή τις μετακινήσεις του εν λόγω φυσικού προσώπου». |
|
164 |
Επομένως, κατά το άρθρο 22 του ΓΚΠΔ, κάθε υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να μην υπόκειται σε απόφαση που λαμβάνεται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ακόμη και όταν το μέτρο αυτό συνίσταται στην ανάλυση και την πρόβλεψη ορισμένων πτυχών της συμπεριφοράς του. |
|
165 |
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, πάντως, ότι αυτή δεν πραγματεύεται ειδικώς το ζήτημα των πλήρως αυτοματοποιημένων αποφάσεων. |
|
166 |
Συνακόλουθα, πρέπει να διαπιστωθεί αν η προμνησθείσα παράλειψη είναι ικανή να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, στο μέτρο που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα που διατυπώνεται στο άρθρο 1 της εν λόγω απόφασης, ότι δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρέχουν ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. |
|
167 |
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν οι τρεις αιτιάσεις που προέβαλε ο προσφεύγων προς στήριξη του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, αρχής γενομένης από την πρώτη και την τρίτη αιτίαση, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν από κοινού. |
α) Επί της πρώτης και της τρίτης αιτιάσεως του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, κατά τις οποίες, αφενός, το γεγονός ότι οι πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις λαμβάνονται συνήθως από υπευθύνους επεξεργασίας οι οποίοι, όντες εγκατεστημένοι στην Ένωση, υπόκεινται στον ΓΚΠΔ δεν παρέχει εγγυήσεις όσον αφορά τις λοιπές περιπτώσεις και, αφετέρου, η θέσπιση, βάσει του δικαίου των Ηνωμένων Πολιτειών, τομεακής προστασίας στις περιπτώσεις όπου η λήψη πλήρως αυτοματοποιημένων αποφάσεων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω
|
168 |
Με την πρώτη και την τρίτη αιτίαση του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει, αφενός, ότι το γεγονός ότι οι πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις λαμβάνονται συνήθως από υπευθύνους επεξεργασίας οι οποίοι, όντες εγκατεστημένοι στην Ένωση, υπόκεινται στον ΓΚΠΔ δεν παρέχει εγγυήσεις όσον αφορά τις λοιπές περιπτώσεις. Αφετέρου, επισημαίνει ότι το γεγονός ότι το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών παρέχει τομεακή προστασία στην περίπτωση που η λήψη τέτοιων αποφάσεων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, αφ’ ης στιγμής από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι, γενικώς, η προστασία που παρέχει η χώρα αυτή όσον αφορά όλες τις πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις είναι ισοδύναμη με εκείνη την οποία εγγυάται το άρθρο 22 του ΓΚΠΔ. |
|
169 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος. |
|
170 |
Επισημαίνεται ότι από την αιτιολογική σκέψη 33 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, σε περίπτωση διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ένωση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ τριών περιπτώσεων όσον αφορά τη λήψη πλήρως αυτοματοποιημένων αποφάσεων. |
|
171 |
Πρώτον, οι πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις μπορεί να λαμβάνονται από υπεύθυνο επεξεργασίας εγκατεστημένο στην Ένωση ο οποίος έχει συλλέξει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων των δεδομένων στην Ένωση. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 7, του ΓΚΠΔ ορίζει ως υπεύθυνο επεξεργασίας το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τη δημόσια αρχή, την υπηρεσία ή άλλον φορέα που, μόνα ή από κοινού με άλλα, καθορίζουν τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας υπόκειται στον ίδιο κανονισμό, αυτός οφείλει να τηρεί τις απαιτήσεις του άρθρου 22 του κανονισμού αυτού όσον αφορά τέτοιου είδους αποφάσεις. |
|
172 |
Δεύτερον, οι πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις μπορεί να λαμβάνονται είτε από εκτελούντα την επεξεργασία εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα για λογαριασμό του εγκατεστημένου στην Ένωση υπευθύνου επεξεργασίας ο οποίος του διαβίβασε τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συνέλεξε στην Ένωση είτε από υπεργολάβο για λογαριασμό του εγκατεστημένου στην Ένωση εκτελούντος την επεξεργασία ο οποίος του διαβίβασε τα δεδομένα που συνέλεξε στην Ένωση. Συναφώς, διευκρινίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 8, του ΓΚΠΔ ορίζει ως εκτελούντα την επεξεργασία το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τη δημόσια αρχή, την υπηρεσία ή άλλον φορέα που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό του υπευθύνου της επεξεργασίας. Στις περιπτώσεις αυτές, αφ’ ης στιγμής οι αλλοδαποί εκτελούντες την επεξεργασία ενεργούν για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία στην Ένωση, υπόκεινται στον ΓΚΠΔ δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Επομένως, όσον αφορά τις αποφάσεις αυτές, ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ο εκτελών την επεξεργασία πρέπει να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 22 του ίδιου κανονισμού. |
|
173 |
Τρίτον, οι πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις μπορεί να λαμβάνονται από υπεύθυνο επεξεργασίας ή εκτελούντα την επεξεργασία μη εγκατεστημένο στην Ένωση, ο οποίος όμως απευθύνεται σε υποκείμενα των δεδομένων που βρίσκονται στην Ένωση προσφέροντάς τους αγαθά ή υπηρεσίες ή παρακολουθώντας τη συμπεριφορά τους. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ προβλέπει, πάντως, ότι ο αλλοδαπός υπεύθυνος επεξεργασίας και ο αλλοδαπός εκτελών την επεξεργασία υπόκεινται στον εν λόγω κανονισμό. Ωσαύτως, όσον αφορά τις πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις, αυτές πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις απαιτήσεις του άρθρου 22 του εν λόγω κανονισμού. |
|
174 |
Επομένως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι περιπτώσεις στις οποίες οι πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22 του ΓΚΠΔ είναι σπάνιες και αφορούν μόνον την περίπτωση όπου οι οργανισμοί του ΠΠΔ συλλέγουν απευθείας στην Ένωση τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, χωρίς ωστόσο να προσφέρουν στους πολίτες της Ένωσης αγαθά ή υπηρεσίες και χωρίς να παρακολουθούν τη συμπεριφορά τους, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. |
|
175 |
Από τις αιτιολογικές σκέψεις 35 και 36 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ωστόσο, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα, ότι, στις περιπτώσεις αυτές, το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών παρέχει τομεακή προστασία παρόμοια με εκείνη την οποία προβλέπει ο ΓΚΠΔ σε τομείς όπως η παροχή πίστωσης, η προσφορά ενυπόθηκων δανείων, η απασχόληση, η στέγαση και η ασφάλιση, στους οποίους είναι πιθανότερο οι οργανισμοί του ΠΠΔ να λάβουν πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις. |
|
176 |
Ωσαύτως, στον τομέα της καταναλωτικής πίστης, ο Fair Credit Reporting Act (νόμος για την αναφορά της πιστοληπτικής ικανότητας) και ο Equal Credit Opportunity Act (νόμος για τις ίσες ευκαιρίες στη λήψη πίστωσης) περιέχουν εγγυήσεις που παρέχουν στους καταναλωτές μια μορφή δικαιώματος για εξηγήσεις και δικαίωμα αμφισβήτησης των πλήρως αυτοματοποιημένων αποφάσεων. Οι εν λόγω νόμοι αφορούν ευρύ φάσμα τομέων όπως της πίστωσης, της απασχόλησης, της στέγασης και της ασφάλισης. Επίσης, ο τίτλος VII του Civil Rights Act (νόμου για τα ατομικά δικαιώματα) και ο Fair Housing Act (νόμος για τη δίκαιη στέγαση) παρέχουν στα φυσικά πρόσωπα προστασία όσον αφορά τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται στις πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα διακρίσεις βάσει ορισμένων χαρακτηριστικών, και παρέχουν στα φυσικά πρόσωπα δικαιώματα προσβολής των εν λόγω αποφάσεων. Επιπλέον, όσον αφορά τις πληροφορίες για την υγεία, σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίστηκαν από τις αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών κατ’ εφαρμογήν του Health Insurance Portability and Accountability Act (νόμου για τη δυνατότητα μεταφοράς της ασφάλισης υγείας και για τη λογοδοσία), οι πάροχοι ιατρικών υπηρεσιών πρέπει να λαμβάνουν πληροφορίες που τους δίνουν τη δυνατότητα να ενημερώνουν τα φυσικά πρόσωπα σχετικά με τα συστήματα αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων που χρησιμοποιούνται στον ιατρικό τομέα. |
|
177 |
Στο πλαίσιο αυτό, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η τομεακή προστασία την οποία προβλέπει το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν έχει την ίδια γενική ισχύ με το άρθρο 22 του ΓΚΠΔ. |
|
178 |
Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι, με τις αποφάσεις Schrems I και Schrems II, το Δικαστήριο έκρινε ότι, χωρίς να απαιτείται από την οικεία τρίτη χώρα να εγγυάται επίπεδο προστασίας ίδιο με εκείνο το οποίο διασφαλίζεται στην έννομη τάξη της Ένωσης, η έκφραση «ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας», η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, πρέπει να γίνεται αντιληπτή υπό την έννοια ότι απαιτείται από την τρίτη αυτή χώρα να εξασφαλίζει πράγματι, μέσω της εσωτερικής νομοθεσίας της ή των διεθνών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει, επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο το οποίο διασφαλίζεται εντός της Ένωσης δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, όπως ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (βλ. σκέψεις 19 και 20 ανωτέρω). |
|
179 |
Επιπλέον, στην απόφαση Schrems I, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν τα μέσα που χρησιμοποιεί η τρίτη χώρα για να εξασφαλίσει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαφέρουν από αυτά που εφαρμόζονται εντός της Ένωσης, τα μέσα αυτά πρέπει, πάντως, να αποδεικνύονται στην πράξη αποτελεσματικά ώστε να εξασφαλίζουν προστασία ουσιαστικά ισοδύναμη με αυτή που παρέχεται εντός της Ένωσης (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω). |
|
180 |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, η πρώτη και η τρίτη αιτίαση του τετάρτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν. |
β) Επί της δεύτερης αιτιάσεως του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, κατά την οποία η μελέτη που παρήγγειλε η Επιτροπή το 2018 και που καταδείκνυε τον υπολειμματικό χαρακτήρα των περιπτώσεων στις οποίες οι εγκατεστημένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες οργανισμοί που συμμετέχουν στην ασπίδα προστασίας ελάμβαναν πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω
|
181 |
Με τη δεύτερη αιτίαση του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι η μελέτη σχετικά με τις πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις, η οποία μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 34 της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία είχε αναθέσει η Επιτροπή το 2018 και της οποίας τα αποτελέσματα περιλαμβάνονται στο σημείο 4.1.5 της έκθεσης COM(2018) 860 final της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, της 19ης Δεκεμβρίου 2018, σχετικά με τη δεύτερη ετήσια επανεξέταση της λειτουργίας της ασπίδας προστασίας (στο εξής: μελέτη του 2018), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν τη λήψη πλήρως αυτοματοποιημένων αποφάσεων από εγκατεστημένους στις Ηνωμένες Πολιτείες οργανισμούς που συμμετέχουν στην ασπίδα προστασίας δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η εν λόγω μελέτη αναφέρεται στην απόφαση επάρκειας σχετικά με την ασπίδα προστασίας, η οποία ακυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Schrems II, και ότι δεν λαμβάνει υπόψη την τρέχουσα κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά ταχεία ανάπτυξη των πλήρως αυτοματοποιημένων υπηρεσιών που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη. |
|
182 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος. |
|
183 |
Από τη μελέτη του 2018 προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, αφενός, από κανένα στοιχείο δεν μπορούσε να συναχθεί, την εποχή εκείνη, ότι οι εγκατεστημένες στις Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην ασπίδα προστασίας είχαν λάβει πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις και, αφετέρου, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είχαν εφαρμόσει τομεακές νομοθεσίες σε τομείς όπως η καταναλωτική πίστη, η απασχόληση, η στέγαση, η ασφάλιση και η υγεία, στους οποίους ήταν πιθανότερο να ληφθούν πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις. |
|
184 |
Συναφώς, πρώτον, επισημαίνεται ότι η μελέτη του 2018 δεν μνημονεύεται στην απόφαση επάρκειας σχετικά με την ασπίδα προστασίας και ανατέθηκε από την Επιτροπή μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω απόφασης. Επομένως, το γεγονός ότι η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Schrems II δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Επιπλέον, στην απόφαση Schrems II, το Δικαστήριο δεν ακύρωσε την εν λόγω απόφαση βάσει των στοιχείων που παρατίθενται στην εν λόγω μελέτη. |
|
185 |
Δεύτερον, στη μελέτη του 2018 δεν ελήφθη, βεβαίως, υπόψη η πραγματική και νομική κατάσταση που υφίστατο στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2023, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά εκείνη που ίσχυε το 2018, όταν δηλαδή αυτή εκπονήθηκε. Ωστόσο, ο υπολειμματικός χαρακτήρας των περιπτώσεων στις οποίες οργανισμοί της ασπίδας προστασίας εγκατεστημένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν λάβει πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις επιβεβαιώθηκε με την έκθεση COM(2019) 495 final της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, της 23ης Οκτωβρίου 2019, σχετικά με την τρίτη ετήσια επανεξέταση της λειτουργίας της ασπίδας προστασίας. Συγκεκριμένα, στην έκθεση αυτή αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι ο αριθμός των εγκατεστημένων στις Ηνωμένες Πολιτείες οργανισμών της ασπίδας προστασίας που είχαν λάβει πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις ήταν περιορισμένος και ότι οι αποφάσεις που ελάμβαναν οι οργανισμοί αυτοί δεν παρήγαν κατά κανόνα έννομα αποτελέσματα και δεν παρήγαν άλλα αποτελέσματα έναντι των υποκειμένων των δεδομένων. |
|
186 |
Τρίτον, επισημαίνεται ότι, με τα δικόγραφά του, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι, μετά την εκπόνηση της μελέτης του 2018, οργανισμοί εγκατεστημένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες έλαβαν πλήρως αυτοματοποιημένες αποφάσεις και δεν εξήγησε επαρκώς κατά νόμον για ποιον λόγο η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης καθιστά την εν λόγω μελέτη άνευ σημασίας. |
|
187 |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί η δεύτερη αιτίαση του τετάρτου λόγου ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, ο εν λόγω λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του. |
5. Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 32 του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 45, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού
|
188 |
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 32 του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 45, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, στο μέτρο που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρέχουν επίπεδο προστασίας ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο που διασφαλίζεται εντός της Ένωσης όσον αφορά την εφαρμογή, από τους υπευθύνους επεξεργασίας και τους εκτελούντες την επεξεργασία που είναι εγκατεστημένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες, επαρκών τεχνικών και οργανωτικών μέτρων προς διασφάλιση της ασφάλειας της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται από την Ένωση προς τη χώρα αυτή. |
|
189 |
Συναφώς, πρώτον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το σημείο II.4, στοιχείο a, του παραρτήματος 1 της προσβαλλόμενης απόφασης προβλέπει απλώς ότι οι οργανισμοί του ΠΠΔ πρέπει να λαμβάνουν εύλογα και κατάλληλα μέτρα ασφάλειας αποκλειστικώς και μόνον όταν δημιουργούν, διατηρούν, χρησιμοποιούν ή διαδίδουν πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, ουδέν μέτρο ασφάλειας απαιτείται όταν οι εν λόγω οργανισμοί αναζητούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προερχόμενα από την Ένωση. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η αναζήτηση πληροφοριών συγκαταλέγεται, εντούτοις, στις πράξεις που εμπίπτουν στην έννοια της «επεξεργασίας» των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ. |
|
190 |
Δεύτερον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το σημείο III.6, στοιχείο f, του παραρτήματος 1 της προσβαλλόμενης απόφασης προβλέπει μεν την υποχρέωση των εγκατεστημένων στις Ηνωμένες Πολιτείες οργανισμών που αποχωρούν από το ΠΠΔ να συνεχίσουν να τηρούν τις αρχές που διατυπώνονται στην απόφαση αυτή, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που αφορούν την ασφάλεια της επεξεργασίας, για όσο χρονικό διάστημα αποθηκεύουν, χρησιμοποιούν ή κοινολογούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται από την Ένωση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, πλην όμως δεν προβλέπει τέτοια υποχρέωση όταν οι ίδιοι οργανισμοί έχουν πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. |
|
191 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος. |
|
192 |
Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 32 του ΓΚΠΔ έχει ως ακολούθως: «1. Λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις, το κόστος εφαρμογής και τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και τους κινδύνους διαφορετικής πιθανότητας επέλευσης και σοβαρότητας για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ο εκτελών την επεξεργασία εφαρμόζουν κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται το κατάλληλο επίπεδο ασφάλειας έναντι των κινδύνων, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση:
2. Κατά την εκτίμηση του ενδεδειγμένου επιπέδου ασφάλειας λαμβάνονται ιδίως υπόψη οι κίνδυνοι που απορρέουν από την επεξεργασία, ιδίως από τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια, αλλοίωση, άνευ αδείας κοινολόγηση ή προσπέλαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν, αποθηκεύτηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία.» |
|
193 |
Ακολούθως, ο όρος «επεξεργασία», ο οποίος απαντά στο άρθρο 32 του ΓΚΠΔ, ορίζεται, στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού ως «κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή». |
|
194 |
Κατά τη νομολογία, από την έκφραση «κάθε πράξη», η οποία περιέχεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να προσδώσει στην έννοια της «επεξεργασίας» ευρύ περιεχόμενο, όπερ επιβεβαιώνεται από τον μη εξαντλητικό χαρακτήρα, ο οποίος εκφράζεται με τη λέξη «όπως», των πράξεων που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη (βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Endemol Shine Finland,C‑740/22, EU:C:2024:216, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
195 |
Τέλος, επισημαίνεται ότι, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή κατά την εκτίμηση, βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, του επιπέδου προστασίας που παρέχεται από τρίτη χώρα, περιλαμβάνονται τα μέτρα ασφάλειας σχετικά με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που εφαρμόζει η χώρα αυτή. |
|
196 |
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν, από κοινού, τα δύο επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων προς στήριξη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως. |
|
197 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το σημείο II.4, στοιχείο a, του παραρτήματος 1 της προσβαλλόμενης απόφασης έχει ως ακολούθως: «Οι οργανισμοί που δημιουργούν, διατηρούν, χρησιμοποιούν ή διαδίδουν πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να λαμβάνουν εύλογα και κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πληροφοριών αυτών από τυχόν απώλεια, κατάχρηση και μη εγκεκριμένη πρόσβαση, κοινολόγηση, αλλαγή και καταστροφή, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των κινδύνων της επεξεργασίας και της φύσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.» |
|
198 |
Επιπλέον, κατά το σημείο III.6, στοιχείο f, του παραρτήματος 1 της προσβαλλόμενης απόφασης: «Ένας οργανισμός πρέπει να εφαρμόζει τις Αρχές σε όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνει από την ΕΕ βασιζόμενος στο [ΠΠΔ]. Η δέσμευση προσχώρησης στις Αρχές δεν είναι περιορισμένη χρονικά σε σχέση με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία ο οργανισμός θα απολαμβάνει τα οφέλη του [ΠΠΔ]· η δέσμευση αυτή συνεπάγεται ότι ο οργανισμός θα συνεχίσει να εφαρμόζει τις Αρχές στα εν λόγω δεδομένα για όσο χρονικό διάστημα τα αποθηκεύει, τα χρησιμοποιεί ή τα κοινολογεί, ακόμη και αν στη συνέχεια αποχωρήσει από το [ΠΠΔ] για οποιαδήποτε αιτία.» |
|
199 |
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι τα σημεία II.4, στοιχείο a, και III.6, στοιχείο f, του παραρτήματος 1 της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αφορούν κάθε μορφή επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ. Αντιθέτως, αφενός, το πρώτο από τα εν λόγω σημεία περιορίζει την υποχρέωση των οργανισμών του ΠΠΔ να λαμβάνουν μέτρα ασφάλειας μόνο στις περιπτώσεις όπου δημιουργούν, διατηρούν, χρησιμοποιούν ή διαδίδουν πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα. Αφετέρου, το δεύτερο από τα εν λόγω σημεία προβλέπει ότι οι οργανισμοί που αποχωρούν από το ΠΠΔ πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις αρχές που διατυπώνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για όσο χρονικό διάστημα αποθηκεύουν, χρησιμοποιούν ή κοινολογούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται από την Ένωση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. |
|
200 |
Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, με τις αποφάσεις Schrems I και Schrems II, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι αναγκαίο να διασφαλίζει η τρίτη χώρα έννομη προστασία πανομοιότυπη με εκείνη που διασφαλίζεται στην έννομη τάξη της Ένωσης (βλ. σκέψεις 19 και 20 ανωτέρω). Επομένως, αν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εκτιμά ότι το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεώς της εγγυάται επίπεδο προστασίας ουσιαστικά ισοδύναμο με εκείνο που προβλέπεται στο δίκαιο της Ένωσης, δεν είναι αναγκαίο η εν λόγω απόφαση να περιέχει ακριβώς τους ίδιους όρους με εκείνους που περιλαμβάνονται στον ΓΚΠΔ. |
|
201 |
Δεύτερον, οι αρχές που διατυπώνονται στο σημείο II.4, στοιχείο a, του παραρτήματος 1 της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα των στοιχείων που περιλαμβάνονται στην αιτιολογική σκέψη 23 της εν λόγω απόφασης, η οποία, κατά τρόπο παρόμοιο με το άρθρο 32 του ΓΚΠΔ, προβλέπει τα εξής: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει επίσης να υποβάλλονται σε επεξεργασία με τρόπο που να εγγυάται την ασφάλειά τους, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας τους από μη εξουσιοδοτημένη ή παράνομη επεξεργασία και τυχαία απώλεια, καταστροφή ή φθορά. Για τον σκοπό αυτό, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας και οι εκτελούντες την επεξεργασία θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα τεχνικά ή οργανωτικά μέτρα για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από πιθανές απειλές. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να αξιολογούνται λαμβανομένων υπόψη της εξέλιξης της τεχνολογίας, του σχετικού κόστους και της φύσης, της έκτασης, του πλαισίου και των σκοπών της επεξεργασίας, καθώς και των κινδύνων για τα δικαιώματα των φυσικών προσώπων.» |
|
202 |
Τρίτον, επισημαίνεται ότι οι όροι «δημιουργούν», «διατηρούν», «χρησιμοποιούν» και «διαδίδουν» που περιλαμβάνονται στο σημείο II.4, στοιχείο a, του παραρτήματος 1 της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και οι όροι «αποθηκεύει», «χρησιμοποιεί» και «κοινολογεί» που περιλαμβάνονται στο σημείο III.6, στοιχείο f, του ίδιου παραρτήματος συνιστούν ειδικές εκφάνσεις της πράξης που συνίσταται στην «επεξεργασία» των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 32 του ΓΚΠΔ, και ότι αποσκοπούν, κατά τον ίδιο τρόπο, στο να καλυφθεί ευρύ φάσμα πράξεων όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. |
|
203 |
Τέταρτον, ο όρος «χρησιμοποιώ», ο οποίος περιλαμβάνεται τόσο στο σημείο II.4, στοιχείο a, του παραρτήματος 1 της προσβαλλόμενης απόφασης όσο και στο σημείο III.6, στοιχείο f, του ίδιου παραρτήματος, ορίζεται ως η χρησιμοποίηση πράγματος για συγκεκριμένο σκοπό ή για συγκεκριμένη χρήση. Υπό το πρίσμα αυτό, η χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα περιλαμβάνει την αναζήτησή τους, στον βαθμό που, εξ ορισμού, για να είναι δυνατή η χρήση των δεδομένων, είναι αναγκαία προηγουμένως η πρόσβαση σε αυτά και, ως εκ τούτου, η αναζήτησή τους. Επομένως, είναι αβάσιμο το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απαιτείται κανένα μέτρο ασφάλειας όταν οργανισμοί του ΠΠΔ έχουν πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προερχόμενα από την Ένωση. |
|
204 |
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω στοιχείων, πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως και, συνεπώς, η προσφυγή στο σύνολό της. |
IV. Επί των δικαστικών εξόδων
|
205 |
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. |
|
206 |
Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του προσφεύγοντος στα δικαστικά έξοδα και ο τελευταίος ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. |
|
207 |
Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Κατά συνέπεια, η Ιρλανδία φέρει τα δικαστικά έξοδά της. |
|
208 |
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως ο παρεμβαίνων, ακόμη και όταν είναι άλλος από τους αναφερόμενους στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού, φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Εν προκειμένω, πρέπει να κριθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο πενταμελές τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
|
Porchia Jaeger Madise Nihoul Verschuur Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 3 Σεπτεμβρίου 2025. (υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.