Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62023CC0559

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Richard de la Tour της 12ης Μαρτίου 2026.


ECLI identifier: ECLI:EU:C:2026:204

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JEAN RICHARD DE LA TOUR

της 12ης Μαρτίου 2026 ( 1 )

Υπόθεση C‑559/23 P

International Management Group (IMG)

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω παραγραφής της αγωγής αποζημίωσης λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης – Παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της ένστασης απαραδέκτου πριν απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη – Εξωτερική έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) – Κοινοποίηση της έκθεσης έρευνας της OLAF στις εθνικές δικαστικές αρχές – Άνευ αδείας δημοσιοποίηση της έκθεσης έρευνας στον Τύπο – Ηθική βλάβη και υλική ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη η ενάγουσα – Αιτιώδης συνάφεια – Ζημιογόνο γεγονός δυνάμενο να καταλογιστεί είτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση είτε στις οικείες εθνικές αρχές – Αβεβαιότητα – Βάρος της απόδειξης»

I. Εισαγωγή

1.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 2023, IMG κατά Επιτροπής ( 2 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή αποζημίωσης λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, την οποία είχε ασκήσει η International Management Group (IMG), λόγω της άνευ αδείας δημοσιοποίησης στον Τύπο μιας έκθεσης έρευνας που την αφορούσε και την οποία είχε καταρτίσει η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

2.

Κατά την εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να επικυρώσει ή να αναιρέσει την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποφάνθηκε ότι έπρεπε να αποκλειστεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης λόγω αβεβαιότητας ως προς τον αυτουργό του ζημιογόνου γεγονότος, «ελλείψει σχετικής ενδείξεως» ( 3 ), δεδομένου ότι η ζημία ενδέχεται να προκλήθηκε τόσο από εσωτερική πηγή της Ένωσης, ήτοι από την OLAF ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσο και από πηγή ξένη προς αυτήν, ήτοι από τις οικείες εθνικές δικαστικές αρχές.

3.

Με τις παρούσες προτάσεις, θα προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τον λόγο ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τους κανόνες όσον αφορά το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του σχετικά με φερόμενη παράβαση, εκ μέρους της Επιτροπής και της OLAF, της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας που υπέχουν. Θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους μια τέτοια πλάνη περί το δίκαιο επηρεάζει επίσης το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την προβαλλόμενη παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας των ανωτέρω.

II. Το ιστορικό της διαφοράς

4.

Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 12 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

5.

Η IMG ιδρύθηκε, σύμφωνα με το καταστατικό της, ως διεθνής οργανισμός. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, συνήψε διάφορες συμβάσεις με την Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν, ιδίως, της μεθόδου εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης που καλείται «έμμεση ή κοινή διαχείριση», όπως αυτή προβλέπεται από τη δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης.

6.

Ο γενικός διευθυντής της OLAF κίνησε εξωτερική έρευνα σχετικά με το νομικό καθεστώς της νυν αναιρεσείουσας ( 4 ). Κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής, η ανωτέρω υπηρεσία έκρινε, κατ’ ουσίαν, με την τελική της έκθεση έρευνας (στο εξής: έκθεση της OLAF), η οποία καταρτίστηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2014, ότι η IMG δεν αποτελούσε «διεθνή οργανισμό», κατά την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης, και συνέστησε στην Επιτροπή να της επιβάλει διοικητικές και οικονομικές κυρώσεις καθώς και να προβεί στην ανάκτηση των ποσών που της είχαν καταβληθεί υπό την ιδιότητα αυτή.

7.

Η έκθεση της OLAF διαβιβάστηκε επισήμως στις 12 Δεκεμβρίου 2014 στην Επιτροπή, καθώς και στις γαλλικές και βελγικές δικαστικές αρχές. Στις 13 Φεβρουαρίου 2015, οι πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Der Spiegel. Στις 18 Φεβρουαρίου 2015, η νυν αναιρεσείουσα απέστειλε στην OLAF επιστολή στην οποία γινόταν λόγος για πιθανή διαρροή πληροφοριών στον Τύπο σχετικά με το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης.

8.

Στις 13 Μαρτίου 2015, ο γενικός διευθυντής της OLAF απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επισημαίνοντας ότι είχε ενημερωθεί για το γεγονός ότι το περιεχόμενο της έκθεσης της OLAF είχε διαδοθεί στην επιτροπή ελέγχου του προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου. Με την επιστολή αυτή, ο γενικός διευθυντής της OLAF υπενθύμισε ότι η εν λόγω έκθεση δεν είχε δημοσιοποιηθεί επισήμως στο Κοινοβούλιο και κάλεσε τον Πρόεδρο του θεσμικού αυτού οργάνου να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να παύσει η περαιτέρω διάδοση του περιεχομένου του συγκεκριμένου εγγράφου.

9.

Με επιστολή της 20ής Μαρτίου 2015, η OLAF απάντησε στη νυν αναιρεσείουσα ότι η έκθεσή της είχε διαβιβαστεί αποκλειστικά στις αρμόδιες εθνικές αρχές και στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής.

10.

Στις 11 Δεκεμβρίου 2015 η έκθεση της OLAF δημοσιεύθηκε, χωρίς τα παραρτήματά της, στον ιστότοπο της εφημερίδας New Europe. Η νυν αναιρεσείουσα ενημερώθηκε ότι, κατόπιν τούτου, κινήθηκαν δύο έρευνες από τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής και από την OLAF προκειμένου να εντοπισθεί η πηγή της διαρροής αυτής.

11.

Στις 30 Ιανουαρίου 2017, ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής απηύθυνε στη νυν αναιρεσείουσα έγγραφο με το οποίο την ενημέρωνε ότι οι έρευνες είχαν περατωθεί και ότι δεν είχαν καταστήσει δυνατό τον εντοπισμό της πηγής της διαρροής.

12.

Στις 5 Ιουνίου 2018 κοινοποιήθηκε στη νυν αναιρεσείουσα η έκθεση της OLAF μαζί με τα παραρτήματά της.

III. Η διαφορά ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης

Α. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

13.

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 2020, η νυν αναιρεσείουσα άσκησε αγωγή δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ με αίτημα την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που θεωρεί ότι υπέστη λόγω του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της Επιτροπής και της OLAF μετά την έκδοση της έκθεσης της τελευταίας. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.

Β. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

14.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2023, η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου. Με τα αιτήματά της, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να κάνει δεκτά τα αιτήματα που αυτή είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί ότι στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Επιτροπής, να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η αναιρεσείουσα και η οποία υπολογίζεται, υπό την επιφύλαξη συμπληρώσεως, σε ποσό 10000 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από τα μέσα Δεκεμβρίου 2015 και μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης για την ηθική βλάβη και σε 2,1 εκατομμύρια ευρώ για την υλική ζημία, πλέον τόκων υπερημερίας, καθώς και να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

15.

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

IV. Ανάλυση

16.

Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση της αιτιώδους συνάφειας από την οποία εξαρτάται η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, ο δεύτερος σε εσφαλμένη εκτίμηση της προϋπόθεσης περί καταλογισμού του ζημιογόνου γεγονότος στην OLAF ή στην Επιτροπή, ο τρίτος σε εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά την έλλειψη νομιμότητας λόγω παράβασης του καθήκοντος μέριμνας, ο τέταρτος σε εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά την έλλειψη νομιμότητας λόγω παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας και, τέλος, ο πέμπτος σε πλάνη περί το δίκαιο που επηρεάζει την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την απόσυρση της γνωμοδότησης της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής από τη δικογραφία.

17.

Από την πλευρά της, η Επιτροπή υποστηρίζει, κατά κύριο λόγο, ότι η αγωγή αποζημίωσης της αναιρεσείουσας είχε ήδη παραγραφεί κατά τον χρόνο ασκήσεώς της, οπότε η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη. Επικουρικώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Α. Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως

18.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εγείρει δύο προβλήματα ως προς το παραδεκτό της.

1.   Επί της ικανότητας της IMG να ασκήσει αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Επιτροπής

19.

Στην υπόθεση IMG κατά Επιτροπής (C‑790/24 P), στην οποία επίσης αναπτύσσω προτάσεις σήμερα, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της απόφασης της 4ης Σεπτεμβρίου 2024, IMG κατά Επιτροπής ( 5 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε τη νομιμότητα της απόφασης της Επιτροπής της 8ης Ιουνίου 2021, με την οποία η τελευταία αρνήθηκε να αναγνωρίσει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα την ιδιότητα του διεθνούς οργανισμού αναδρομικώς από τις 16 Δεκεμβρίου 2014.

20.

Σε περίπτωση που, κατά το πέρας της εξετάσεώς του, ο δικαστής της Ένωσης επικυρώσει τη νομιμότητα της ως άνω απόφασης, φρονώ ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει το παραδεκτό της υπό κρίση αγωγής αποζημίωσης, η οποία ασκήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2020, για τον λόγο ότι η IMG θα είχε απολέσει, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο δικαστής της Ένωσης καλείται να αποφανθεί, την ικανότητά της να είναι διάδικος.

21.

Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η έννοια του «νομικού προσώπου» προϋποθέτει, κατ’ αρχήν, την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας αποκτηθείσας δυνάμει του δικαίου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας και ικανότητας διαδίκου αναγνωριζόμενης από το δίκαιο αυτό ( 6 ).

22.

Όμως, ακόμη και αν η IMG δεν ιδρύθηκε ως διεθνής οργανισμός ή έχει απολέσει την ιδιότητα αυτή, το κατά πόσον είναι ή δεν είναι πλέον υποκείμενο του διεθνούς δικαίου δεν της στερεί την ιδιότητα του νομικού προσώπου στην έννομη τάξη ενός ή περισσοτέρων κρατών και την ικανότητά της να είναι διάδικος. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την ικανότητά της αυτή κατόπιν ερωτήσεως που της απηύθυνε το Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η IMG διαθέτει εσωτερική δομή (προϋπολογισμό, προσωπικό, υποδομές), η οποία της εξασφαλίζει την αναγκαία αυτοτέλεια ώστε να ενεργεί ως υπεύθυνη οντότητα στις έννομες σχέσεις, και οι καταστατικές διατάξεις της, όπως και οι διατάξεις των συμφωνιών έδρας που έχει συνάψει με διάφορα κράτη, της αναγνωρίζουν την ικανότητα να είναι διάδικος στην εθνική έννομη τάξη.

23.

Εν προκειμένω, η κατάσταση της αναιρεσείουσας είναι παρεμφερής με εκείνη την οποία αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982, Groupement des Agences de voyages κατά Επιτροπής ( 7 ), δεδομένου ότι η Επιτροπή ανέθεσε στην αναιρεσείουσα καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού σύμφωνα με τον τρόπο της έμμεσης διαχείρισης με «διεθνή οργανισμό» επί σειρά ετών, οπότε θεωρήθηκε, κατά την περίοδο αυτή, ως έχουσα την ιδιότητα αυτή. Προσθέτω ότι, ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, η Επιτροπή αντιμετώπισε την IMG ως νομικό πρόσωπο με ικανότητα διαδίκου, δεδομένου ότι δεν προέβαλε συναφώς καμία ένσταση απαραδέκτου, ενώ έχουν κινηθεί δεκατρείς διαδικασίες ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Ο τελευταίος δεν διαπίστωσε επίσης την έλλειψη ικανότητας της νυν αναιρεσείουσας να είναι διάδικος, ενώ τούτο συνιστά λόγο δημοσίας τάξεως.

24.

Προσθέτω δε ότι, στη σκέψη 112 της απόφασης της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου ( 8 ), η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, το Kurdistan Workers’ Party (PKK), το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον ο νομοθέτης της Ένωσης εκτιμά ότι μια οργάνωση της οποίας η ύπαρξη αμφισβητείται εξακολουθεί να έχει υπόσταση σε βαθμό επαρκή για να αποτελεί το αντικείμενο περιοριστικών μέτρων, η συνέπεια και η δικαιοσύνη επιβάλλουν να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω οντότητα εξακολουθεί να έχει υπόσταση σε βαθμό επαρκή για να προσβάλει το μέτρο αυτό. Πράγματι, οποιαδήποτε άλλη εκτίμηση θα είχε ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα καταχώρισης οργάνωσης στον επίμαχο κατάλογο, χωρίς να της παρέχεται η δυνατότητα άσκησης ενδίκου βοηθήματος κατά της καταχώρισης αυτής.

25.

Ομοίως, αν θεωρηθεί ότι η OLAF και η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένες να διασφαλίσουν την εμπιστευτικότητα των πορισμάτων της έκθεσης της OLAF, οι απαιτήσεις που συνδέονται με τη συνέπεια και τον αναγκαίο σεβασμό του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας επιβάλλουν να αναγνωριστεί στην αναιρεσείουσα υπόσταση σε βαθμό επαρκή για να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη λόγω της άνευ αδείας δημοσιοποίησης των πορισμάτων αυτών στον Τύπο ( 9 ).

26.

Για όλους αυτούς τους λόγους, φρονώ ότι η IMG έχει την ικανότητα να ασκήσει αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, τούτο δε ανεξαρτήτως των συμπερασμάτων που θα κληθεί να συναγάγει ο δικαστής της Ένωσης όσον αφορά το καθεστώς της ως διεθνούς οργανισμού.

2.   Επί της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της ουσίας της αγωγής χωρίς να αποφανθεί επί της παραγραφής της αγωγής αποζημίωσης

27.

Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζοντας ότι η ασκηθείσα από την IMG αγωγή αποζημίωσης έχει παραγραφεί για τους λόγους που εξέθεσε με την ένσταση απαραδέκτου που είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

28.

Κατά πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προθεσμία παραγραφής έληξε στις 11 Δεκεμβρίου 2020, ήτοι πέντε έτη μετά τη δημοσίευση της έκθεσης της OLAF στον ιστότοπο της εφημερίδας New Europe, ενώ η αγωγή της νυν αναιρεσείουσας ασκήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2020, ήτοι δέκα ημέρες αργότερα. Συναφώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η παρέκταση λόγω αποστάσεως δεν έχει εφαρμογή στην προθεσμία παραγραφής που είναι προθεσμία ουσιαστικού δικαίου.

29.

Κατά δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας παραγραφής είναι προγενέστερο της ως άνω δημοσίευσης. Συγκεκριμένα, η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα ζημία συγκεκριμενοποιήθηκε το αργότερο κατά τη διαρροή της έκθεσης της OLAF. Οι παρανομίες όμως τις οποίες επικαλείται η IMG αφορούν το ζήτημα του νομικού καθεστώτος της και η IMG είχε ενημερωθεί πολύ πριν από τις 11 Δεκεμβρίου 2015 για τις αμφιβολίες που είχαν επί του ζητήματος αυτού η OLAF και η Επιτροπή.

30.

Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την εκτίμηση αυτή. Πρώτον, υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή ούτε άσκησε ανταναίρεση ούτε προέβαλε ένσταση απαραδέκτου. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι η ζημία της οποίας ζητεί την αποκατάσταση είναι διαρκής ζημία, η οποία επήλθε το νωρίτερο κατά την άνευ αδείας διάδοση της έκθεσης της OLAF. Συναφώς, επισημαίνει ότι δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση της έκθεσης αυτής πριν από τη δημοσιοποίησή της, δεδομένου ότι η έκθεση αυτή της κοινοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2018 πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 27 Σεπτεμβρίου 2018 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2019, International Management Group κατά Επιτροπής ( 10 ).

31.

Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η παραγραφή συνιστά λόγο απαραδέκτου ο οποίος, αντιθέτως προς τις δικονομικές προθεσμίες, δεν άπτεται της δημοσίας τάξεως, αλλά αποσβένει την αξίωση αποζημιώσεως λόγω ευθύνης μόνον κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, το ζήτημα δε της τήρησης ορισμένης προθεσμίας παραγραφής δεν μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή της Ένωσης, αλλά πρέπει να προβληθεί από τον ενδιαφερόμενο διάδικο ( 11 ).

32.

Εν προκειμένω, από τη σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή της νυν αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, για τον λόγο ότι είχε παραγραφεί. Εντούτοις, αφού υπενθύμισε, στη σκέψη 23 της απόφασης αυτής, τη νομολογία κατά την οποία εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να εκτιμήσει αν, υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως, είναι δικαιολογημένη, από απόψεως ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής χωρίς προηγούμενη απόφαση επί του παραδεκτού, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, στη σκέψη 24 της ίδιας απόφασης, να εξετάσει το βάσιμο του αποζημιωτικού αιτήματος της νυν αναιρεσείουσας, χωρίς να αποφανθεί προηγουμένως επί της ένστασης απαραδέκτου που στηριζόταν στην παραγραφή της αγωγής της ( 12 ). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει αν η αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας έχει παραγραφεί.

33.

Όπως ακριβώς κρίθηκε σε παρόμοια περίπτωση με τις αποφάσεις της 25ης Μαρτίου 2010, Sviluppo Italia Basilicata κατά Επιτροπής ( 13 ), και της 24ης Μαρτίου 2022, GVN κατά Επιτροπής ( 14 ), η επιχειρηματολογία αυτή της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν αποσκοπεί στην αμφισβήτηση του παραδεκτού της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Εξάλλου, μια τέτοια λύση δεν θα ήταν δυνατή, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη και η νυν αναιρεσείουσα, η οποία είχε ηττηθεί, άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως δικαιούνταν να πράξει δυνάμει του άρθρου 56, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

34.

Η εν λόγω επιχειρηματολογία της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί ότι βάλλει κατά της επιλογής του Γενικού Δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή επί της ουσίας χωρίς να αποφανθεί επί του λόγου απαραδέκτου που είχε προβάλει η Επιτροπή.

35.

Το Δικαστήριο κρίνει όμως ότι εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εκτιμήσει αν είναι δικαιολογημένη, από απόψεως ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η επί της ουσίας απόρριψη προσφυγής ή αγωγής χωρίς προηγούμενη απόφαση επί των λόγων απαραδέκτου που προβάλλονται, εν προκειμένω από την Επιτροπή, και διαπιστώνει, επιπλέον, ότι η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί βλαπτική για την Επιτροπή. Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η Επιτροπή δεν μπορούσε να ασκήσει ανταναίρεση ( 15 ).

36.

Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έκρινε, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, ότι δεν συνέτρεχε λόγος να αποφανθεί προηγουμένως επί της ένστασης απαραδέκτου που στηριζόταν στην παραγραφή της αγωγής, προτού εξετάσει το βάσιμο του αποζημιωτικού αιτήματος της νυν αναιρεσείουσας.

37.

Στο μέτρο που η επιχειρηματολογία της Επιτροπής σχετικά με την παραγραφή του αποζημιωτικού αιτήματος της αναιρεσείουσας δεν αποσκοπεί στην αμφισβήτηση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να θεωρηθεί, ως έχει, αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, μπορεί να απορριφθεί ως τέτοια ( 16 ).

Β. Επί της ουσίας

38.

Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία:

–

η ύπαρξη κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες·

–

το υποστατό της ζημίας, και

–

η ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει ο αυτουργός της πράξεως και της ζημίας που υπέστη ο ζημιωθείς ( 17 ).

39.

Από τη νομολογία αυτή προκύπτει επίσης ότι, εφόσον δεν πληρούται μία από τις προϋποθέσεις αυτές, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, ο δικαστής της Ένωσης δεν υποχρεούται να εξετάζει τις εν λόγω προϋποθέσεις με συγκεκριμένη σειρά ( 18 ).

40.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι μπορεί να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ, αφενός, της παράβασης της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και των υποχρεώσεων επιμέλειας και μέριμνας και, αφετέρου, της ζημίας που υπέστη η αναιρεσείουσα, αποκλείοντας το ενδεχόμενο ύπαρξης τέτοιας συνάφειας με τις προβαλλόμενες παρατυπίες που επηρεάζουν την κίνηση της διαδικασίας, τη διεξαγωγή και τα συμπεράσματα της έρευνας τις οποίες επίσης επικαλείται η αναιρεσείουσα (σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης).

41.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Ένωσης ούτε λόγω της προβαλλόμενης παράβασης της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας, διότι υφίσταται αβεβαιότητα ως προς την προέλευση της διαρροής (σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), ούτε λόγω παράβασης του καθήκοντος μέριμνας, για τον λόγο ότι το καθήκον αυτό δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση (σκέψη 73 της απόφασης αυτής), ούτε λόγω του καθήκοντος επιμέλειας, διότι αυτό δεν επέβαλλε στην Επιτροπή να καταδικάσει τη διαρροή στον Τύπο πληροφοριών σχετικών με την έρευνα της OLAF και να αποστασιοποιηθεί από τις δημοσιευθείσες πληροφορίες, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να της καταλογιστεί ευθύνη για τη διαρροή (σκέψη 92 της εν λόγω απόφασης).

42.

Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της νυν αναιρεσείουσας.

1.   Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση της αιτιώδους συνάφειας από την οποία εξαρτάται η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης

43.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 37 έως 42 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την ύπαρξη αρκούντως άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρανομιών των συμπεριφορών της OLAF που επικαλείται η αναιρεσείουσα και των ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστη.

α)   Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

44.

Για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 37 έως 39 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι οι τρεις πρώτες παρανομίες που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, σχετικά με την αρμοδιότητα της OLAF καθώς και με το περιεχόμενο της έκθεσής της και το νομότυπο της έρευνάς της, δεν έχουν αρκούντως άμεση αιτιώδη συνάφεια με τις ζημίες που φέρεται να υπέστη η αναιρεσείουσα.

45.

Αντιθέτως, όσον αφορά την τέταρτη παρανομία, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτή αφορά την παράβαση, εκ μέρους της OLAF και της Επιτροπής, της υποχρέωσής τους εμπιστευτικότητας, καθώς και την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των καθηκόντων επιμέλειας και μέριμνας που υπέχει κατόπιν της διαρροής της έκθεσης της OLAF στον Τύπο. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 41 της εν λόγω απόφασης, ότι το γεγονός ότι, λόγω της διαρροής αυτής, οι συνήθεις εταίροι και δωρητές της αναιρεσείουσας έλαβαν γνώση των εμπιστευτικών πληροφοριών που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω έκθεση ήταν ικανό να τους δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την εντιμότητα καθώς και ως προς την ικανότητα δικαίου και τη νομική προσωπικότητα της αναιρεσείουσας και, επομένως, να της προκαλέσει τις ζημίες των οποίων ζητούσε την αποκατάσταση.

46.

Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε η ύπαρξη αρκούντως άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της τέταρτης παρανομίας που προέβαλε η αναιρεσείουσα και των ζημιών αυτών. Επομένως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει τη νομιμότητα της προσαπτόμενης στην Επιτροπή και στην OLAF συμπεριφοράς, μόνον όσον αφορά τα καθήκοντα εμπιστευτικότητας, επιμέλειας και μέριμνας.

β)   Τα επιχειρήματα των διαδίκων

47.

Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως διαρθρώνεται σε δύο σκέλη.

48.

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε infra petita, καθόσον δεν δέχτηκε την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ, αφενός, των τριών πρώτων πλημμελειών που ενέχει η έκθεση της OLAF και τις οποίες η ίδια επικαλέστηκε, ήτοι των παρανομιών που ενέχει η κίνηση της έρευνας, η διεξαγωγή της και η σύνταξη της έκθεσης αυτής, και, αφετέρου, της ζημίας την οποία η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι υπέστη.

49.

Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία η προϋπόθεση σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια από την οποία εξαρτάται η στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Ένωσης πληρούται μόνον υπό το πρίσμα της φερόμενης παράβασης της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας καθώς και των καθηκόντων επιμέλειας και μέριμνας κατόπιν της διαρροής της έκθεσης της OLAF στον Τύπο. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, συγκεκριμένα, ότι η ζημία που υπέστη δεν οφείλεται μόνο στη δημοσιοποίηση της έκθεσης αυτής στον Τύπο, αλλά και σε μια σειρά άρρηκτα συνδεδεμένων περιστάσεων, οι οποίες κατέστησαν πλημμελή την κίνηση της έρευνας, τη διεξαγωγή της και τη σύνταξη των σχετικών συμπερασμάτων, χωρίς τη διαδοχική επέλευση των οποίων δεν θα είχε προκληθεί η προβαλλόμενη ζημία.

50.

Η Επιτροπή φρονεί ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι επικρίσεις που διατυπώνει η αναιρεσείουσα όσον αφορά τη συνεκτίμηση των τριών πρώτων παρανομιών τις οποίες ισχυρίζεται ότι ενέχει η έκθεση της OLAF εμπίπτουν στο αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως η οποία υπόκειται στις δικές της προθεσμίες παραγραφής.

γ)   Εκτίμηση

1) Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε infra petita

51.

Προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει εκ προοιμίου το σκέλος αυτό ως απαράδεκτο.

52.

Συγκεκριμένα, στις σκέψεις 37 έως 39 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε, αιτιολογημένα, τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να αποδειχθεί αρκούντως άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ, αφενός, των προσαπτόμενων στην OLAF συμπεριφορών όσον αφορά τις προϋποθέσεις κίνησης της έρευνάς της, τη διεξαγωγή της έρευνας αυτής και τη σύνταξη της έκθεσης και, αφετέρου, των ζημιών που προέβαλε η IMG.

53.

Πρώτον, όσον αφορά την έλλειψη αρμοδιότητας της OLAF να κινήσει την έρευνά της (πρώτη παρανομία), το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η απόφαση περί κινήσεως έρευνας δεν είναι δημόσια και έκρινε ότι η πλημμέλεια αυτή δεν έχει αρκούντως άμεση αιτιώδη συνάφεια με τις ζημίες που προέβαλε η αναιρεσείουσα.

54.

Δεύτερον, όσον αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας του «διεθνούς οργανισμού» (δεύτερη παρανομία) και την εκ μέρους της OLAF παράβαση των κανόνων και των αρχών που διέπουν τη διεξαγωγή της έρευνάς της (τρίτη παρανομία), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 39 της εν λόγω απόφασης, ότι οι παρανομίες αυτές αφορούν τη διεξαγωγή της έρευνας και τη σύνταξη της έκθεσης. Επισήμανε ότι, δεδομένου ότι οι εκθέσεις της OLAF είναι, κατ’ αρχήν, εμπιστευτικές, μπορούν να προκαλέσουν ζημία μόνον εμμέσως, κατόπιν της έκδοσης απόφασης από την Επιτροπή ή από εθνική αρχή στηριζόμενης στο περιεχόμενο έκθεσης της OLAF, μετά τη διαβίβαση τέτοιας έκθεσης, και έκρινε ότι οι εν λόγω παρανομίες δεν συνδέονται με τη διαρροή της έκθεσης της OLAF στον Τύπο.

55.

Κατά συνέπεια, κρίνοντας ότι οι τρεις πρώτες παρανομίες τις οποίες επικαλείται η IMG δεν έχουν αρκούντως άμεση αιτιώδη συνάφεια με τις ζημίες που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι υπέστη, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε, κατά τη γνώμη μου, στην πλημμέλεια που προβάλλεται προς στήριξη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

2) Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας

56.

Κατά τη γνώμη μου, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η προβαλλόμενη ζημία προκλήθηκε από μόνη τη δημοσιοποίηση της έκθεσης της OLAF στον Τύπο, εξαιρουμένων των παρατυπιών που ενδέχεται να επηρέασαν το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής.

57.

Η νομική αιτιώδης συνάφεια υποδηλώνει, υπό στενή έννοια, τη σχέση μεταξύ δύο πραγματικών περιστατικών, ήτοι του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας ( 19 ). Όπως επισημαίνει η θεωρία, πολλά πραγματικά περιστατικά και γεγονότα προηγούνται συνήθως της επέλευσης ορισμένης ζημίας. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής της Ένωσης καλείται να προσδιορίσει ποια από τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά ή γεγονότα θα θεωρηθούν από νομικής απόψεως ως αιτία της ζημίας ( 20 ). Προς τούτο, υφίστανται δύο θεωρίες, ήτοι η θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας και η θεωρία του ισοδυνάμου των όρων.

58.

Κατά τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, κάθε γεγονός που αποτέλεσε όρο εκ των ων ουκ άνευ για την επέλευση ζημίας πρέπει να θεωρείται ως νομική αιτία της ζημίας αυτής. Αντιθέτως, σύμφωνα με τη θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην όλα τα γεγονότα που συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας τη νομική αιτία της ζημίας αυτής. Ως αιτία μπορούν να θεωρηθούν μόνον τα γεγονότα που θα έπρεπε κανονικά να παράγουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ( 21 ).

59.

Κατά πάγια νομολογία σχετικά με την απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, την οποία υπενθύμισε το Δικαστήριο στις σκέψεις 148 έως 152 της απόφασης της 18ης Δεκεμβρίου 2025, WS κ.λπ. κατά Frontex (Κοινή επιχείρηση επιστροφής) ( 22 ), η Ένωση δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αποκαταστήσει όλες τις βλαπτικές συνέπειες –ακόμη και τις απομακρυσμένες– της παράνομης πράξης ( 23 ). Επομένως, το Δικαστήριο απαιτεί να αποδειχθεί η ύπαρξη αρκούντως άμεσης σχέσης αιτίου προς αιτιατό μεταξύ της συμπεριφοράς των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και της ζημίας, πράγμα το οποίο ορθώς υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ( 24 ). Επιπλέον, δεν αρκεί η προσαπτόμενη συμπεριφορά να αποτελεί μία από τις αιτίες της προβαλλόμενης ζημίας ή να αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για την επέλευση της ζημίας αυτής. Είναι επιπλέον αναγκαίο να αποδεικνύεται ότι η προσαπτόμενη συμπεριφορά αποτελεί την καθοριστική αιτία της προβαλλόμενης ζημίας ( 25 ). Κατά τη θεωρία, η ζημία πρέπει να τελεί σε «άμεση και προβλέψιμη» αιτιώδη συνάφεια με την επίδικη συμπεριφορά ( 26 ). Επομένως, η νομολογία του Δικαστηρίου φαίνεται να εμπνέεται περισσότερο από τη θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας.

60.

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη η IMG προκλήθηκε από πλείονες αιτίες, οι οποίες συνδέονταν με τις πληροφορίες, τα συμπεράσματα και τις συστάσεις που διατυπώνονται στην έκθεση της OLAF και με την άνευ αδείας δημοσιοποίηση της τελευταίας στον Τύπο. Εντούτοις, δεν συνέβαλαν όλες οι ανωτέρω αιτίες κατά τρόπο αρκούντως άμεσο στην επέλευση της ζημίας αυτής. Επομένως, μολονότι τα σφάλματα στα οποία φέρεται να υπέπεσε η OLAF στο πλαίσιο της διεξαγωγής της έρευνας συνέβαλαν ενδεχομένως στην επέλευση της προβαλλόμενης από την IMG ζημίας, εντούτοις δεν συνιστούν την «καθοριστική αιτία» της. Σύμφωνα με την κανονική και προβλέψιμη πορεία των πραγμάτων, μόνον η δημοσιοποίηση της έκθεσης αυτής στον Τύπο μπορούσε, με τη μεγαλύτερη δυνατή βεβαιότητα, να προκαλέσει την επέλευση της ζημίας που φέρεται να υπέστη η IMG ( 27 ), τούτο δε ακριβώς έκρινε και το Γενικό Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Νικολάου κατά Επιτροπής ( 28 ). Χωρίς τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου της έκθεσης της OLAF στον Τύπο, η ζημία την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν θα επερχόταν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παραδοχή στην οποία στηρίζεται η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου, οι εκθέσεις που συντάσσει η OLAF είναι εμπιστευτικές. Επομένως, συντάσσομαι με την εκτίμηση που εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία, μολονότι η δεύτερη και η τρίτη παρανομία που επικαλείται η αναιρεσείουσα, σχετικά με εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας του«διεθνούς οργανισμού» και με παράβαση πλειόνων διαδικαστικών κανόνων, επηρεάζουν, αντιστοίχως, το περιεχόμενο της έκθεσης της OLAF και το νομότυπο της διεξαχθείσας από αυτήν έρευνας, οι εν λόγω παρανομίες δεν έχουν σχέση με τη διαρροή της έκθεσης της OLAF στον Τύπο.

61.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο.

2.   Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση της προϋπόθεσης σχετικά με τον καταλογισμό του ζημιογόνου γεγονότος στην OLAF ή στην Επιτροπή

62.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της συλλογιστικής που εκτίθεται στις σκέψεις 47 έως 69 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατόπιν της οποίας το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης δεν πληρούνταν για τον λόγο ότι ο παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς της, ο οποίος συνίσταται στην παράβαση της υποχρέωσής της για την τήρηση εμπιστευτικότητας, δεν μπορεί να της καταλογιστεί λόγω της αβεβαιότητας ως προς την προέλευση της διαρροής.

α)   Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

63.

Το Γενικό Δικαστήριο, αφού επισήμανε, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την αρχή κατά την οποία εναπόκειται στην ενάγουσα να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, υπογράμμισε, στη σκέψη 49 της απόφασης αυτής, ότι η αρχή αυτή μπορεί εντούτοις να αμβλυνθεί. Παραπέμποντας στις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής ( 29 ), και της 11ης Ιουλίου 2019, BP κατά FRA ( 30 ), το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, όταν ένα ζημιογόνο γεγονός ενδέχεται να οφείλεται σε πλείονες διαφορετικές αιτίες και το θεσμικό όργανο της Ένωσης δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να καθιστά δυνατόν να προσδιορισθεί σε ποια από τις αιτίες αυτές ήταν καταλογιστέο το γεγονός αυτό, ενώ ήταν σε θέση περισσότερο από οιονδήποτε άλλον να προσκομίσει τις σχετικές αποδείξεις, πρέπει να του χρεωθεί η αβεβαιότητα η οποία εξακολουθεί να υφίσταται.

64.

Ακριβώς υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, στις σκέψεις 50 έως 68 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά πόσον η παράβαση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας που απορρέει από τη διαρροή της έκθεσης της OLAF, στις 13 Φεβρουαρίου 2015, στο περιοδικό Der Spiegel και, στη συνέχεια, στις 11 Δεκεμβρίου 2015, στον ιστότοπο της εφημερίδας New Europe, μπορούσε να καταλογιστεί στην Επιτροπή ή στην OLAF.

65.

Στη σκέψη 62 της εν λόγω απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω άμβλυνση του κανόνα περί του βάρους αποδείξεως δεν ίσχυε εν προκειμένω, δεδομένου ότι, κατά την ημερομηνία της πρώτης διαρροής στον Τύπο, ήτοι στις 13 Φεβρουαρίου 2015, η Επιτροπή και η OLAF δεν ήταν πλέον τα μόνα θεσμικά όργανα που είχαν στην κατοχή τους την έκθεση της OLAF, δεδομένου ότι αυτή είχε νομίμως διαβιβαστεί, στις 12 Δεκεμβρίου 2014, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013 ( 31 ), στις βελγικές και γαλλικές δικαστικές αρχές. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση περισσότερο από οιονδήποτε άλλον να προσκομίσει τα στοιχεία που καθιστούσαν δυνατόν να αποδειχθεί η αιτία στην οποία μπορούσε να αποδοθεί η διαρροή και η εξ αυτής απορρέουσα ζημία.

66.

Στις σκέψεις 64 και 65 της εν λόγω απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διέκρινε επίσης τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης από εκείνα της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής ( 32 ). Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, μολονότι, στην τελευταία αυτή υπόθεση, οι προσαπτόμενες διαρροές μπορούσαν να οφείλονται σε πλείονες αιτίες (δεδομένου ότι οι επίμαχες εμπιστευτικές πληροφορίες βρίσκονταν στην κατοχή τόσο της Επιτροπής όσο και των γαλλικών δικαστικών αρχών), ήταν σημαντικό να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή δεν είχε επικαλεστεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου το ενδεχόμενο η πηγή αυτή να ήταν ξένη προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Εν προκειμένω όμως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε στις σκέψεις 56 και 65 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι η Επιτροπή επικαλέστηκε το ενδεχόμενο αυτό.

67.

Στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι η προέλευση της διαρροής δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί ούτε από τα συμπεράσματα του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στην απόφαση 220/2015/ANA, της 14ης Δεκεμβρίου 2017, ούτε από την εσωτερική έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή.

68.

Κατόπιν αυτών ακριβώς των στοιχείων το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, με τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο συμπέρασμα ότι «η αβεβαιότητα ως προς την προέλευση της διαρροής δεν μπορεί να οδηγήσει, ελλείψει σχετικής ενδείξεως, στον καταλογισμό της ευθύνης στην Επιτροπή και στην OLAF» ( 33 ). Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 68 της εν λόγω απόφασης, ότι η προβαλλόμενη παράβαση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας δεν μπορούσε να καταλογιστεί στην Ένωση και ότι παρείλκε η εξέταση του ζητήματος αν η παράβαση αυτή συνιστούσε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

β)   Τα επιχειρήματα των διαδίκων

69.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αποτελείται από τρία σκέλη.

70.

Κατά πρώτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η άμβλυνση του κανόνα του βάρους αποδείξεως που φέρει ο ενάγων, στην οποία αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, απαιτεί από το καθού θεσμικό όργανο να διατυπώσει μια εξήγηση ή μια αξιόπιστη υπόθεση σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες ενδέχεται να υπήρξε διαρροή. Η απλή μνεία του θεσμικού αυτού οργάνου στο ενδεχόμενο η παρανομία που προκάλεσε τη διαρροή να προέρχεται από πρόσωπο εκτός της Ένωσης δεν αρκεί. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα που απορρέουν από την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Leussink κατά Επιτροπής ( 34 ), κρίνοντας, βάσει αποκλειστικά και μόνον μιας τέτοιας μνείας εκ μέρους της Επιτροπής, ότι η τελευταία δεν ήταν σε θέση περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον να αποδείξει τη διαρροή και ότι, κατά συνέπεια, η υπόθεση της οποίας είχε επιληφθεί διέφερε από εκείνη επί της οποίας εξέδωσε την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής ( 35 ).

71.

Κατά δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη ορισμένα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η διαρροή προήλθε από το εσωτερικό των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

72.

Κατά τρίτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, λόγω της παραμόρφωσης του εγγράφου της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 2017, καθώς και της απόφασης 220/2015/ANA του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, της 14ης Δεκεμβρίου 2017, περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι η διαρροή προήλθε από την OLAF. Η αναιρεσείουσα προσθέτει, συναφώς, ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι εθνικές αρχές, στις οποίες είχε διαβιβαστεί η έκθεση της OLAF, ερωτήθηκαν σχετικά με την προέλευση της διαρροής στο πλαίσιο των ερευνών που διεξήγαγαν η OLAF και η Επιτροπή. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξακριβώσει αν οι έρευνες αυτές είχαν διεξαχθεί με επιμέλεια και δεν απάντησε σε επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι τούτο δεν ίσχυε.

73.

Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά και φρονεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

γ)   Εκτίμηση

74.

Θα εξετάσω από κοινού τα τρία σκέλη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, στο μέτρο που αποσκοπούν στην αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε τους κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης, προκειμένου να αποκλείσει την ευθύνη της OLAF και της Επιτροπής λόγω φερόμενης παράβασης της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας.

75.

Υπενθυμίζω, όπως έπραξε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τους κανόνες περί του βάρους αποδείξεως και της διεξαγωγής των αποδείξεων που αφορούν τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στον διάδικο που προβάλλει την ύπαρξη τέτοιας ευθύνης να αποδείξει με πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της συγκεκριμένης ευθύνης ( 36 ).

76.

Εντούτοις, ο δικαστής της Ένωσης έχει αμβλύνει τους κανόνες αυτούς, αποφαινόμενος ότι οι συνέπειες της αβεβαιότητας ως προς τις ακριβείς αιτίες της ζημίας επιβαρύνουν τον αυτουργό του ζημιογόνου γεγονότος, τούτο δε χάριν διασφάλισης της αποζημίωσης του θύματος και για λόγους δικαιοσύνης ( 37 ).

77.

Ο κανόνας αυτός διατυπώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Leussink κατά Επιτροπής ( 38 ), στο ειδικό πλαίσιο της επέλευσης τροχαίου ατυχήματος το οποίο υπέστη υπάλληλος της Επιτροπής ενώ βρισκόταν σε αποστολή σε όχημα της Επιτροπής το οποίο οδηγούσε οδηγός της Επιτροπής. Στο μέτρο που αποδείχθηκε ότι το ατύχημα αυτό μπορούσε να οφείλεται είτε σε πλημμελή συντήρηση ή πλημμελή έλεγχο του οχήματος είτε σε αμέλεια κατά τη χρήση του ( 39 ) και ότι η Επιτροπή δεν είχε προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει σε ποια από τις αιτίες αυτές μπορούσε να αποδοθεί το εν λόγω ατύχημα, τούτο δε μολονότι η Επιτροπή ήταν σε θέση περισσότερο από οιονδήποτε άλλον να προσκομίσει τις σχετικές αποδείξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αβεβαιότητα αυτή έπρεπε, ως εκ τούτου, να χρεωθεί στην Επιτροπή και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ατύχημα οφειλόταν σε αμέλεια ικανή να επισύρει την ευθύνη της ( 40 ). Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας S. G. Slynn με τις προτάσεις του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, η Επιτροπή δεν είχε προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι η ίδια είχε συμμορφωθεί πλήρως προς τις υποχρεώσεις που υπείχε, όπως είναι η απόδειξη διενέργειας εργασιών συντήρησης του οχήματος σε συνεργείο ή τα αποτελέσματα του τεχνικού ελέγχου του οχήματος, και δεν κατόρθωσε να ανατρέψει το τεκμήριο περί παράβασης της υποχρέωσής της να επιδεικνύει επιμέλεια.

78.

Ο δικαστής της Ένωσης έχει χρησιμοποιήσει αυτόν τον μηχανισμό καταλογισμού στο πλαίσιο αγωγών αποζημίωσης ασκούμενων λόγω της δημοσιοποίησης εμπιστευτικών πληροφοριών ευρισκόμενων στην κατοχή της OLAF. Συγκεκριμένα, με την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Νικολάου κατά Επιτροπής ( 41 ) το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ενδέχεται να είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για τα θύματα αθέμιτης δημοσιοποίησης να εντοπίσουν το υπεύθυνο πρόσωπο και να προσδιορίσουν την προέλευση της δημοσιοποίησης αυτής και, ως εκ τούτου, να αποδείξουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Επιτροπής ( 42 ). Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, είχε αποδειχθεί ότι οι πληροφορίες που είχαν διαρρεύσει προέρχονταν από πηγή εντός της OLAF. Επομένως, ο οργανισμός αυτός φαινόταν να είναι σε θέση περισσότερο από οιονδήποτε άλλον να προσκομίσει αποδείξεις ως προς τα ακριβή αίτια της διαρροής. Διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή περιορίστηκε να αποκλείσει την ευθύνη της OLAF, ότι δεν είχε προβάλει κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα ή στοιχείο για να αποδείξει την ύπαρξη συστήματος ελέγχου εντός της OLAF ικανού να αποτρέψει τις διαρροές ή για να αποδείξει ότι οι πληροφορίες σχετικά με την επίμαχη έρευνα είχαν αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας που διασφάλιζε την εμπιστευτικότητά τους καθώς και ότι δεν είχε διατυπώσει καμία εξήγηση ή αξιόπιστη υπόθεση σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες ενδέχεται να υπήρξε διαρροή ( 43 ), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ενδεχόμενη αβεβαιότητα ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε η παράβαση των κανόνων εμπιστευτικότητας έπρεπε να καταλογιστεί στην Επιτροπή ( 44 ).

79.

Ομοίως, με την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής ( 45 ), το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών έπρεπε να καταλογιστεί στην OLAF, ενώ οι παρανόμως διαβιβασθείσες πληροφορίες βρίσκονταν στην κατοχή τόσο της υπηρεσίας αυτής όσο και των γαλλικών αρχών. Σε πρώτο στάδιο, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε ενδελεχή εξέταση των διαφόρων ειδών πραγματικών ενδείξεων που περιλαμβάνονταν στη δικογραφία και του πλαισίου στο οποίο εντασσόταν η ζημία, προτού λάβει υπόψη, σε δεύτερο στάδιο, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε την ευθύνη αρχών εκτός της Ένωσης, ήτοι των γαλλικών αρχών ( 46 ).

80.

Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με την απόφαση της 11ης Μαΐου 2010, Νανόπουλος κατά Επιτροπής ( 47 ).

81.

Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, το τεκμήριο καταλογισμού της παράβασης ορισμένων κανόνων, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση εμπιστευτικότητας, και η άμβλυνση του βάρους αποδείξεως που συνεπάγεται, προϋποθέτουν τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων. Πρώτον, ο ενάγων πρέπει, μέσω δέσμης ενδείξεων, να καθιστά αληθοφανές το ενδεχόμενο να καταλογιστεί το ζημιογόνο γεγονός σε συγκεκριμένο αυτουργό. Δεύτερον, όταν αποδεικνύεται ορισμένη αληθοφάνεια, το εναγόμενο θεσμικό όργανο οφείλει να αποδείξει με συγκεκριμένα επιχειρήματα ή στοιχεία, καθώς και με αξιόπιστες εξηγήσεις ή υποθέσεις, ότι η ζημία δεν μπορεί να του καταλογιστεί. Επομένως, σε περίπτωση κατά την οποία οι ενδείξεις που παρέσχε ο ενάγων παρέχουν στον δικαστή της Ένωσης τη δυνατότητα να συναγάγει την ύπαρξη αληθοφανούς ή ευλογοφανούς αιτιώδους συνάφειας, ο κανόνας αυτός επιτρέπει την ελάφρυνση του βάρους αποδείξεως που φέρει ο ενάγων και καθιστά δυνατό να απαιτηθεί από το εναγόμενο θεσμικό όργανο, το οποίο, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της ζημίας, είναι σε θέση περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία, να αποδείξει ότι δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει.

82.

Τούτο συνεπάγεται επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο ασκεί πλήρως τις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζονται. Συγκεκριμένα, ο σκοπός της αγωγής αποζημίωσης λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης συνδέεται με την προστασία των δικαιωμάτων του ιδιώτη ( 48 ). Όταν ο τελευταίος δεν μπορεί να επιτύχει την ακύρωση μιας πράξης ή την άρση μιας συμπεριφοράς που αποτελεί την αιτία της ζημίας του μέσω ενός από τα νομικά μέσα του ελέγχου της νομιμότητας, πρέπει πάντοτε να μπορεί να αξιώσει αποζημίωση σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων του ( 49 ). Σκοπός της διάρθρωσης των ενδίκων βοηθημάτων είναι ακριβώς να αποτραπεί το ενδεχόμενο να επιδικαστεί στο πρόσωπο αυτό ανεπαρκής ή καταχρηστική αποζημίωση ( 50 ). Στην απόφαση Hamoudi κατά Frontex ( 51 ), το Δικαστήριο υπενθύμισε σαφώς τις απαιτήσεις που επιβάλλονται στο Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο των αγωγών λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης προκειμένου να διασφαλίζεται η αναγκαία αποτελεσματική δικαστική προστασία των ιδιωτών. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει:

–

να λάβει υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί προκειμένου να κρίνει αν οι κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων επιβάλλουν στον ενάγοντα βάρος αποδείξεως το οποίο είναι εξαιρετικά δυσχερές ή και αδύνατο να εκπληρωθεί, οπότε επιβάλλεται προσαρμογή των κανόνων αυτών·

–

να διενεργήσει εμπεριστατωμένη έρευνα των πραγματικών περιστατικών, και

–

να λάβει τα αναγκαία μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων.

83.

Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 81 της απόφασης αυτής, «το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί απλώς να απορρίπτει τα επιχειρήματα ή τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων ή εναγόντων λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων, ενώ από αυτό εξαρτάται […] να άρει την αβεβαιότητα που ενδεχομένως υφίστατο ως προς την ακρίβεια των επιχειρημάτων και ισχυρισμών ή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ένα τέτοιο έγγραφο δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως περιεχομένου, να είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς» ( 52 ).

84.

Εν προκειμένω, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τους κανόνες που απορρέουν από τη νομολογία σχετικά με το βάρος αποδείξεως.

85.

Κατά πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, κατά τη γνώμη μου, στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, κατά την έννοια της νομολογίας σχετικά με την άμβλυνση του βάρους αποδείξεως, να προσκομίσει τα στοιχεία που αποδείκνυαν την αιτία της διαρροής.

86.

Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ειδικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω αγωγή, ενώ ο δικαστής της Ένωσης έχει κρίνει στο παρελθόν, σε παρόμοιες υποθέσεις, ότι ενδέχεται να είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για τα θύματα αθέμιτης δημοσιοποίησης να προσδιορίσουν τόσο το υπεύθυνο πρόσωπο όσο και την προέλευση της εν λόγω δημοσιοποίησης και, επομένως, να αποδείξουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης αυτής. Όπως έχει κρίνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, «η κατανομή του βάρους αποδείξεως και το αναγκαίο επίπεδο δικανικής πεποιθήσεως για να συναχθεί συγκεκριμένο συμπέρασμα είναι συμφυή με την ιδιαιτερότητα των πραγματικών περιστατικών, τη φύση του προβαλλόμενου ισχυρισμού και το προστατευόμενο από την [ΕΣΔΑ] δικαίωμα που διακυβεύεται» ( 53 ).

87.

Εν συνεχεία, αντιθέτως προς όσα διαπιστώνει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, φρονώ ότι είναι αναμφισβήτητο ότι, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες, η OLAF και/ή η Επιτροπή ήταν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον σε θέση, σε σχέση με την αναιρεσείουσα, να καθορίσουν αν η προβαλλόμενη ζημία ήταν συνέπεια της δικής τους πράξης ή παράλειψης ή αντιθέτως εκείνης των γαλλικών και βελγικών δικαστικών αρχών στις οποίες είχε κοινοποιηθεί νομίμως η έκθεση της OLAF. Συναφώς, η διεξαγωγή των δύο εσωτερικών ερευνών από την OLAF και την Επιτροπή, στις οποίες παραπέμπει εν συντομία το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αποδεικνύει ότι οι εν λόγω αρχές διέθεταν a priori μέσα τα οποία δεν είχε η αναιρεσείουσα, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και της φύσεως του ζημιογόνου γεγονότος.

88.

Τέλος, φρονώ ότι η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει αντίφαση. Συγκεκριμένα, μολονότι, στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον να προσκομίσει τα στοιχεία που καθιστούσαν δυνατόν να αποδειχθεί η αιτία στην οποία μπορούσε να αποδοθεί η διαρροή, εντούτοις, στη σκέψη 65 της ίδιας απόφασης, προσέδωσε εξέχουσα βαρύτητα στον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η προέλευση της διαρροής μπορούσε να είναι ξένη προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

89.

Κατά δεύτερον, σε περίπτωση όπως η επίμαχη, όπου υπήρχαν πολλοί δυνητικοί αυτουργοί, το Γενικό Δικαστήριο δεν απαίτησε από την Επιτροπή να εξειδικεύσει, με συγκεκριμένα στοιχεία, τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να διασφαλίσει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που περιέχονταν στην έκθεση της OLAF και των πληροφοριών που διαβιβάστηκαν στις οικείες εθνικές αρχές. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά είναι ουσιώδους σημασίας για διάφορους λόγους. Κατ’ αρχάς, αφορούν πληροφορίες σχετικές με πράξεις δυνάμενες να επισύρουν ποινικές διώξεις, δεδομένου ότι η OLAF δεν ενεργεί ως «μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος», αλλά ως υπηρεσία εξοπλισμένη με εξουσίες έρευνας, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, Planistat Europe και Charlot κατά Επιτροπής ( 54 ). Εν συνεχεία, η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών στον Τύπο είναι, αυτή καθεαυτήν, ικανή να προκαλέσει βέβαιη υλική και ηθική βλάβη στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Τέλος, τα εν λόγω πρόσωπα δεν είναι αποδέκτες της έκθεσης έρευνας της οποίας αποτελούν αντικείμενο και δεν μπορούν, κατά πάγια νομολογία, να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά της έκθεσης αυτής στο μέτρο που δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ( 55 ).

90.

Κατά τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που του υπέβαλαν τόσο η IMG όσο και η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε ούτε τη λυσιτέλεια και την αποδεικτική ισχύ των στοιχείων επί των οποίων η αναιρεσείουσα επιχείρησε να θεμελιώσει την ευθύνη της OLAF και της Επιτροπής, ούτε τους ισχυρισμούς που προέβαλε η τελευταία προκειμένου να ανατρέψει το εν λόγω τεκμήριο ευθύνης.

91.

Ωστόσο, ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να διαπιστώσει ή να προσδιορίσει, κατά τον πλέον δίκαιο και ακριβή τρόπο, αν το ζημιογόνο γεγονός μπορούσε να καταλογιστεί σε εσωτερικό φορέα της Ένωσης, ήτοι στην OLAF ή στην Επιτροπή, οπότε αρμόδιος ήταν ο δικαστής της Ένωσης, ή σε εξωτερικό φορέα, ήτοι στις γαλλικές ή βελγικές δικαστικές αρχές, οπότε αρμόδιος ήταν μόνον ο εθνικός δικαστής ( 56 ). Προς τούτο, όφειλε να καθορίσει αν οι διάφορες πραγματικές ενδείξεις τις οποίες επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα για να αποδείξει τον καταλογισμό της διαρροής στην OLAF ή στην Επιτροπή και αν το πλαίσιο εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών στον Τύπο καθιστούσαν δυνατή την επίτευξη επαρκούς βαθμού ευλογοφάνειας ή βεβαιότητας ώστε να διαπιστωθεί κατά τεκμήριο η ευθύνη των τελευταίων. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε, στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να αναφερθεί στην επιστολή που απηύθυνε ο γενικός διευθυντής της OLAF προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με την οποία καλούσε τον τελευταίο να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να παύσει η διάδοση της έκθεσης της OLAF. Πάντως, μολονότι από το στοιχείο αυτό μπορούσε να συναχθεί η ύπαρξη διαρροής προερχόμενης από το θεσμικό όργανο, το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε ούτε τη λυσιτέλεια ούτε την αποδεικτική ισχύ του και δεν συνήγαγε εξ αυτού καμία συνέπεια.

92.

Επομένως, η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου δεν παρέχει τη δυνατότητα να γίνουν γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους δεν πρέπει να καταλογιστεί στην Επιτροπή η προέλευση της διαρροής και, κατά συνέπεια, να αποκλειστεί –αντί να στοιχειοθετηθεί– η ευθύνη της Ένωσης.

93.

Πρέπει να προστεθεί ότι η αβεβαιότητα στο δίκαιο της εξωσυμβατικής ευθύνης πρέπει να αποδεικνύεται, ειδάλλως συνιστά αρνησιδικία αντίθετη προς τα άρθρα 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 57 ). Γενικώς, φρονώ ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εμπιστευτικότητα των εκθέσεων της OLAF, δεν μπορεί, σε περίπτωση διαρροής εμπιστευτικών πληροφοριών η οποία προκάλεσε ζημία, να αρκεστεί στον ισχυρισμό ότι, δεδομένου ότι ο αυτουργός της διαρροής δεν προσδιορίστηκε, αποκλείεται η ευθύνη της. Αντιθέτως, φρονώ ότι, καθόσον υπέχει υποχρέωση τήρησης εμπιστευτικότητας, η παράβαση της υποχρέωσης αυτής πρέπει να της καταλογιστεί, εκτός αν προσκομίσει απόδειξη περί του αντιθέτου. Φρονώ ότι, στο συγκεκριμένο θέμα, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει πέραν της ελάφρυνσης του βάρους αποδείξεως, δεχόμενο μέχρι και την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως όσον αφορά τον καταλογισμό της παράβασης.

94.

Συμμερίζομαι επίσης την άποψη ότι η Ένωση δεν μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση για ζημίες που δεν προκάλεσε. Το βάρος της αποκατάστασης πρέπει να βαρύνει την αρχή που δημοσιοποίησε ή επέτρεψε να δημοσιοποιηθούν οι επίμαχες εμπιστευτικές πληροφορίες ( 58 ). Ο καταλογισμός ευθύνης στην Επιτροπή και στην OLAF για ζημία την οποία ενδέχεται να μην έχουν διαπράξει συνιστά άδικη λύση. Εντούτοις, φρονώ ότι είναι εξίσου άδικο να αποκλειστεί, επί υποθετικής βάσεως, η ευθύνη της OLAF και της Επιτροπής όταν δεν προσδιορίζεται η οντότητα που προέβη στη δημοσιοποίηση αυτή, στο μέτρο που μια τέτοια λύση ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει σε έλλειψη αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι η τελευταία διατρέχει τον κίνδυνο να μην αποζημιωθεί ή να αποζημιωθεί ανεπαρκώς, ενώ η ζημία της είναι πραγματική και βέβαιη.

95.

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον διαπίστωσε την ύπαρξη αβεβαιότητας ως προς την προέλευση της διαρροής, «ελλείψει σχετικής ενδείξεως», και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαρροή αυτή ήταν αδύνατο να καταλογιστεί στην Επιτροπή και στην OLAF, ενώ δεν εξέτασε επαρκώς τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν τόσο η αναιρεσείουσα όσο και η Επιτροπή προκειμένου να προσδιοριστεί ο αυτουργός του ζημιογόνου γεγονότος.

96.

Αυτή η πλάνη περί το δίκαιο κατέστησε κατ’ ανάγκην πλημμελείς τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου που περιλαμβάνονται στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και αφορούν ενδεχόμενη υποχρέωση της Επιτροπής να ενεργήσει, υποχρέωση την οποία επικαλείται εν προκειμένω η αναιρεσείουσα προς στήριξη του τέταρτου λόγου αναιρέσεως.

97.

Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ως βάσιμο.

3.   Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση ως προς την ύπαρξη παρανομίας λόγω παράβασης του καθήκοντος μέριμνας

98.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της συλλογιστικής που εκτίθεται στις σκέψεις 71 έως 74 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, βάσει της οποίας το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχτηκε την ύπαρξη παρανομίας λόγω παράβασης του καθήκοντος μέριμνας.

α)   Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

99.

Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο του καθήκοντος μέριμνας, όπως αυτό διατυπώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2020, Fleig κατά ΕΥΕΔ ( 59 ). Στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το καθήκον αυτό αφορά ειδικώς τις υποχρεώσεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης έναντι των μονίμων υπαλλήλων και των μελών του λοιπού προσωπικού τους και, ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα, στη σκέψη 73 της εν λόγω απόφασης, ότι το συγκεκριμένο καθήκον δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.

β)   Τα επιχειρήματα των διαδίκων

100.

Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο περιορίζοντας το περιεχόμενο του καθήκοντος μέριμνας στις υποχρεώσεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης έναντι των μονίμων υπαλλήλων και των μελών του λοιπού προσωπικού τους. Προς τούτο, η αναιρεσείουσα παραπέμπει σε πλείονες αποφάσεις με τις οποίες το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει την ύπαρξη του καθήκοντος αυτού σε άλλους τομείς του δικαίου της Ένωσης, στους οποίους τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν εξουσία διοίκησης και διαχείρισης, όπως είναι η διαχείριση του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), το σύστημα των πιστοποιητικών εξαγωγής, η κοινή εμπορική πολιτική και η άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ.

101.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής.

γ)   Εκτίμηση

102.

Ο λόγος αυτός πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

103.

Από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς, μεταξύ άλλων, τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αναιρετικό αίτημα, άλλως είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως ή ο οικείος λόγος αναιρέσεως. Κατά πάγια νομολογία, ένας λόγος πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτος όταν η επιχειρηματολογία που τον στηρίζει δεν είναι αρκούντως σαφής και ακριβής ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ασκήσει τον εκ μέρους του έλεγχο νομιμότητας, μεταξύ άλλων διότι τα ουσιώδη στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η επιχειρηματολογία δεν προκύπτουν κατά τρόπο αρκούντως συνεκτικό και κατανοητό από το κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο είναι διατυπωμένο κατά τρόπο ασαφή και διφορούμενο ( 60 ).

104.

Εν προκειμένω, μολονότι η αναιρεσείουσα παραθέτει τα επικρινόμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία της στερείται ακρίβειας, συνοχής και σαφήνειας. Συγκεκριμένα, στο σημείο 55 της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα περιορίζεται στην αντιγραφή της υποσημείωσης 42 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα W. Van Gerven στην υπόθεση Nölle ( 61 ) και στην επανάληψη της νομολογίας που παραθέτει ο τελευταίος, ενώ οι νομολογιακές αυτές παραπομπές αφορούν όχι το καθήκον μέριμνας, αλλά την αρχή της χρηστής διοίκησης, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή. Εκτός αυτού, μολονότι η αναιρεσείουσα παραθέτει, προς στήριξη του τρίτου λόγου αναιρέσεως, το σημείο 28 των προτάσεων αυτών, στο οποίο ο γενικός εισαγγελέας W. Van Gerven πράγματι αναφέρθηκε στην «αρχή της [μέριμνας]», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, Nölle ( 62 ), προτίμησε να αναφερθεί στο καθήκον επιμέλειας.

105.

Στο μέτρο που η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους οι παραπομπές αυτές ασκούν κατά τη γνώμη της επιρροή στην περίπτωσή της, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτο.

4.   Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση ως προς την ύπαρξη παρανομίας λόγω παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας

106.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 78 έως 101 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να καταδικάσει δημοσίως τη διαρροή της έκθεσης της OLAF στον Τύπο και να θέσει τέρμα στη διάδοση ψευδών πληροφοριών απορρεουσών από αυτήν, μέσω της δημοσίευσης ανακοινωθέντος Τύπου, τούτο δε δυνάμει του καθήκοντος επιμέλειας που υπέχει.

α)   Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

107.

Στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσον η Επιτροπή έχει διαπράξει, λόγω παράλειψης, κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, πρέπει να καθοριστεί, υπό το πρίσμα της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 76 έως 79 της απόφασης αυτής, πρώτον, εάν υπάρχει νόμιμη υποχρέωση ενέργειας, δεύτερον, εάν το εν λόγω θεσμικό όργανο έχει εξουσία εκτιμήσεως και, τρίτον, εάν συντρέχει πρόδηλη και κατάφωρη υπέρβαση εκ μέρους του των ορίων που επιβάλλονται στην ως άνω εξουσία.

108.

Αφού υπενθύμισε το περιεχόμενο του καθήκοντος επιμέλειας στις σκέψεις 82 έως 84 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, στις σκέψεις 86 έως 93 της απόφασης αυτής, αν το καθήκον αυτό συνεπαγόταν νόμιμη υποχρέωση ενέργειας, όπως αυτή την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα. Αφού υπενθύμισε τις κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 883/2013 στις σκέψεις 87 έως 90 της εν λόγω απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά την απορρέουσα από τις διατάξεις αυτές υποχρέωση εμπιστευτικότητας των ερευνών της OLAF την οποία υπέχει η Επιτροπή, το καθήκον επιμέλειας δεν μπορούσε να της επιβάλει τέτοια υποχρέωση ενέργειας εφόσον δεν είχε παραβιάσει την εν λόγω υποχρέωση εμπιστευτικότητας και δεδομένου ότι δεν μπορούσε να της καταλογιστεί η ευθύνη για τη διαρροή της έκθεσης της OLAF.

109.

Κατά συνέπεια, στη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή υπείχε εν προκειμένω υποχρέωση να ενεργήσει, καταλήγοντας ως εκ τούτου στο συμπέρασμα, στη σκέψη 95 της απόφασης αυτής, ότι η προβαλλόμενη παράλειψη δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει ευθύνη της Ένωσης.

110.

Στις σκέψεις 96 έως 101 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο προέβη «[ε]ν πάση περιπτώσει», ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίστατο τέτοια νόμιμη υποχρέωση, στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσον υπήρξε, εκ μέρους της Επιτροπής, πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων που θα επιβάλλονταν, σε μια τέτοια περίπτωση, στην εξουσία εκτιμήσεώς της. Κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση, έκρινε, στις σκέψεις 102 και 103 της απόφασης αυτής, ότι η τέταρτη παρανομία δεν ήταν κατάφωρη και ότι, ως εκ τούτου, δεν πληρούνταν η πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Ένωσης.

β)   Τα επιχειρήματα των διαδίκων

111.

Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τέσσερα σκέλη.

112.

Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου οι οποίες περιλαμβάνονται στις σκέψεις 93 και 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ενέχουν πλάνη στο μέτρο που, αντιθέτως προς την παραδοχή στην οποία στηρίζεται η απόφαση αυτή, η Επιτροπή ευθύνεται για τη δημοσιοποίηση της έκθεσης της OLAF.

113.

Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, η IMG υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν απάντησε στην αιτίασή της ότι, από τη στιγμή που η έκθεση αυτή διαδόθηκε στο κοινό, η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση εμπιστευτικότητας που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 883/2013, ανεξαρτήτως του αν είναι υπεύθυνη για τη δημοσιοποίηση αυτή. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι εξέτασε τον βαθμό στον οποίο η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ενεργήσει υπό το πρίσμα της ευθύνης της για την τέλεση του ζημιογόνου γεγονότος. Κατά την άποψή της όμως, ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών αυτών πρέπει να διασφαλίζεται κατά μείζονα λόγο καθόσον πρόκειται για προσωρινά συμπεράσματα, συναχθέντα κατόπιν διαδικασίας κατά την οποία δεν τηρήθηκε πλήρως η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και των οποίων η δημοσίευση θα μπορούσε να προκαλέσει ζημία στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.

114.

Με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το οποίο εκτίθεται στις σκέψεις 98 έως 100 αυτής και βάσει του οποίου το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 101 της απόφασης αυτής, στο συμπέρασμα ότι, «ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπήρχε νόμιμη υποχρέωση της Επιτροπής να ενεργήσει στην υπό κρίση υπόθεση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που προβάλλει η ενάγουσα συνιστά κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες».

115.

Κατά την αναιρεσείουσα, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο της υποχρέωσης που υπέχει η Επιτροπή να διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα της έκθεσης της OLAF δεν απαιτείται να διευκρινίζεται σε διάταξη προκειμένου να μπορεί να οδηγήσει σε πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως του εν λόγω θεσμικού οργάνου. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν θα υπήρχε, στην πραγματικότητα, καμία δυνατότητα επίκλησης μιας τέτοιας παράβασης και θεμελίωσης της ευθύνης της Ένωσης, δεδομένου ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν καθορίζουν κατ’ ανάγκην το περιεχόμενό τους και εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να το προσδιορίσει.

116.

Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία που απορρέει από τις αποφάσεις του της 15ης Μαρτίου 1995, Cobrecaf κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 63 ), και της 9ης Ιουλίου 1999, New Europe Consulting και Brown κατά Επιτροπής ( 64 ), από τις οποίες προκύπτει ότι το καθήκον επιμέλειας επιβάλλεται στην Επιτροπή, ακόμη και αν αυτή δεν ευθύνεται για τη διαρροή εμπιστευτικού εγγράφου. Συγκεκριμένα, με τις ως άνω αποφάσεις, ο δικαστής της Ένωσης εξέτασε αν η Επιτροπή είχε ενεργήσει με επιμέλεια για να διορθώσει ένα σφάλμα το οποίο είχε διαπράξει, διότι ειδάλλως θα είχε στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της. Η αναιρεσείουσα αναγνωρίζει ότι, εν προκειμένω, στο μέτρο που ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της έκθεσης της OLAF είχε ήδη παραβιαστεί, η υποχρέωση να διασφαλίζεται η τήρησή του κατέστη πλέον άνευ αντικειμένου, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Εντούτοις, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι αναγκαίο να μην επιτείνεται η ζημία που μπορεί να προκύψει από την προσβολή της εμπιστευτικότητας της έκθεσης της OLAF, μέσω δημόσιας καταδίκης της διαρροής της και μέσω παροχής πληροφοριών σχετικά με τα όσα ακολούθησαν αυτήν.

117.

Με το τέταρτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αποφάνθηκε επί της –ενδεχομένως αλληλέγγυας– ευθύνης της Επιτροπής και της OLAF λόγω του ότι δεν έλαβαν τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της εμπιστευτικότητας της έκθεσης της OLAF ούτε τα διορθωτικά μέτρα έναντι του Τύπου και της κοινής γνώμης και, κατά συνέπεια, των εταίρων και των χρηματοδοτών της αναιρεσείουσας.

118.

Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά και εκτιμά ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

119.

Κατ’ αυτήν, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι συγκεχυμένος και ασαφής. Το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού αντλείται από παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, ενώ τέτοια υποχρέωση δεν μνημονεύεται στον τίτλο του λόγου αυτού, και το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως στρέφεται κατά επαλλήλως παρατιθέμενου σκεπτικού. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, μολονότι η ίδια και η OLAF δεν υιοθέτησαν την προσδοκώμενη από την αναιρεσείουσα συμπεριφορά, εντούτοις αντέδρασαν μετά τη διαρροή της έκθεσης της OLAF διεξάγοντας εσωτερικές έρευνες και –όσον αφορά την OLAF– απευθύνοντας επιστολή στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζητώντας του να λάβει μέτρα. Επιπλέον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι δεν έδωσε συνέχεια στις συστάσεις που διατύπωνε η OLAF στην εν λόγω έκθεση.

γ)   Εκτίμηση

120.

Φρονώ ότι παρέλκει η εξέταση του πρώτου σκέλους του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο η IMG αμφισβητεί το βάσιμο των εκτιμήσεων του Γενικού Δικαστηρίου που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 93 και 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθώς και του τέταρτου σκέλους του λόγου αυτού, με το οποίο προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αποφάνθηκε επί της –ενδεχομένως αλληλέγγυας– ευθύνης της Επιτροπής και της OLAF, στο μέτρο που τα ως άνω σκέλη συνδέονται στενά με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως που προτείνω να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο.

121.

Συγκεκριμένα, η ανάλυση στην οποία προβαίνει το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 92 έως 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε μια παραδοχή –την αδυναμία καταλογισμού του ζημιογόνου γεγονότος στην OLAF και στην Επιτροπή– η οποία μου φαίνεται εσφαλμένη για τους λόγους που εξέθεσα στο πλαίσιο της εξέτασης του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, στα σημεία 74 έως 97 των παρουσών προτάσεων.

122.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, φρονώ ότι αυτό είναι αβάσιμο.

123.

Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και όπως προκύπτει από την πρώτη περίοδο της σκέψης 93 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε όντως επί του επιχειρήματός της σχετικά με το περιεχόμενο της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και το περιεχόμενο του καθήκοντος επιμέλειας. Κατά την αναιρεσείουσα, η υποχρέωση εμπιστευτικότητας των ερευνών που διενεργεί η OLAF, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 883/2013, συνιστά υποχρέωση αποτελέσματος, βάσει της οποίας η Επιτροπή απαιτείται να ενεργεί με επιμέλεια καταδικάζοντας δημοσίως τις μη επιτραπείσες δημοσιοποιήσεις και θέτοντας τέρμα στη διάδοση ψευδών πληροφοριών, τούτο δε ανεξαρτήτως του αν η Επιτροπή είναι ο αυτουργός του ζημιογόνου αυτού γεγονότος. Στη σκέψη 92 της απόφασης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το καθήκον επιμέλειας το οποίο βαρύνει την Επιτροπή δεν μπορεί να της επιβάλλει υποχρέωση ενέργειας όπως αυτή που επικαλείται η αναιρεσείουσα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει παραβιάσει την υποχρέωση εμπιστευτικότητας και αφ’ ης στιγμής δεν μπορεί να της καταλογιστεί η ευθύνη για τη διαρροή της έκθεσης της OLAF στον Τύπο. Στη συνέχεια, στη σκέψη 93 της εν λόγω απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «[τ]ο καθήκον επιμέλειας δεν έχει το περιεχόμενο που του προσδίδει η [αναιρεσείουσα]», προσθέτοντας ότι αυτό που συνιστά παράβαση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας είναι η διαρροή της έκθεσης της OLAF στον Τύπο και όχι οι παραλείψεις που προσάπτει η αναιρεσείουσα στην Επιτροπή. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο απάντησε αιτιολογημένα στο επιχείρημα που προέβαλε η αναιρεσείουσα πρωτοδίκως.

124.

Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, αλυσιτελές.

125.

Συγκεκριμένα, το εν λόγω σκέλος βάλλει κατά της εκτίμησης του Γενικού Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στις σκέψεις 96 έως 101 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Επισημαίνω ότι το Γενικό Δικαστήριο χρησιμοποίησε την έκφραση «εν πάση περιπτώσει» στην αρχή της σκέψης 96 της απόφασης αυτής, γεγονός που υποδηλώνει ότι το σκεπτικό αυτό αποτελεί επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Κατά πάγια νομολογία, τα επιχειρήματα που βάλλουν κατά επάλληλης αιτιολογίας απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορούν να επιφέρουν την αναίρεση της απόφασης και συνεπώς είναι αλυσιτελή ( 65 ).

126.

Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αλυσιτελής και εν μέρει αβάσιμος.

5.   Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε νομικά σφάλματα τα οποία επηρεάζουν την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την απόσυρση της γνωμοδότησης της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής από τη δικογραφία

127.

Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του σκεπτικού που εκτίθεται στις σκέψεις 116 έως 123 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και βάσει του οποίου το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα της Επιτροπής να αποσυρθεί η γνωμοδότηση της νομικής της υπηρεσίας από τη δικογραφία.

α)   Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

128.

Στις σκέψεις 116 έως 121 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε το σύνολο των αρχών που πρέπει να σταθμίζονται στο πλαίσιο της προσκόμισης, ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, νομικής γνωμοδότησης θεσμικού οργάνου της οποίας η δημοσιοποίηση δεν έχει επιτραπεί από το θεσμικό αυτό όργανο, παραπέμποντας στις εκτιμήσεις που διατύπωσε το Δικαστήριο στις σκέψεις 53 έως 56 της απόφασης της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ( 66 ), στη σκέψη 131 της απόφασης της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob ( 67 ), και στη σκέψη 70 της απόφασης της 31ης Ιανουαρίου 2020, Σλοβενία κατά Κροατίας ( 68 ).

129.

Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των αρχών εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το πλαίσιο εντός του οποίου είχε εκδοθεί η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής καθώς και τον βαθμό στον οποίο η προσκόμισή της ενώπιον του δικαστή της Ένωσης δικαιολογούνταν από υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, και εν συνεχεία δέχτηκε, στη σκέψη 123 της απόφασης αυτής, το αίτημα της Επιτροπής για την απόσυρση της γνωμοδότησης αυτής από τη δικογραφία.

β)   Τα επιχειρήματα των διαδίκων

130.

Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως διαιρείται σε τέσσερα σκέλη.

131.

Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τη λυσιτέλεια των αποφάσεων της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ( 69 ), και της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob ( 70 ), στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει, αντιστοίχως, με τις σκέψεις 116, 117 και 118 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Η πρώτη από τις ανωτέρω αποφάσεις αφορά γνωμοδότηση εντελώς διαφορετικής φύσης, δεδομένου ότι η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου είχε εκδοθεί στο πλαίσιο νομοθετικής διαδικασίας σχετικής με ένα πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα σε μια εξαιρετικά σημαντική υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας αποτελεί καθοριστικό έγγραφο, το οποίο αφορά αποκλειστικά και μόνον την επίμαχη υπόθεση. Λόγω της διαρροής στον Τύπο, το έγγραφο αυτό βρίσκεται ήδη στη δημόσια σφαίρα, οπότε δεν μπορεί να προσαφθεί στην αναιρεσείουσα ότι καταστρατήγησε τη ρύθμιση σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα. Κατ’ αυτήν, λόγω της φύσεως και των προϋποθέσεων δημοσιοποίησής της, η γνωμοδότηση αυτή δεν θίγει ούτε την εμπιστευτικότητα ούτε κάποιο υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και η δημοσιοποίησή της δεν είναι ικανή να επηρεάσει ούτε την ελευθερία γνώμης της υπηρεσίας αυτής ούτε την ικανότητά της να υπερασπίζεται αποτελεσματικά την οριστική θέση της Επιτροπής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης.

132.

Όσον αφορά την απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob ( 71 ), η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής αφορούσε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τη διαδικασία ελέγχου των πράξεων συγκέντρωσης και τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης.

133.

Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι με τη σκέψη 119 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίχθηκε σε νομολογία στερούμενη λυσιτέλειας και ότι δεν έλαβε υπόψη το δικαίωμά της να έχει τη δυνατότητα να συζητήσει ένα έγγραφο το οποίο η ίδια δεν δημοσιοποίησε.

134.

Με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς διαπιστώνει ότι η αρχή της διαφάνειας μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί να δικαιολογήσει δημοσιοποίηση, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, εγγράφου θεσμικού οργάνου το οποίο δεν κατέστη προσβάσιμο στο κοινό και το οποίο περιέχει νομική γνωμοδότηση, καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη, στις σκέψεις 120 και 121 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το πλαίσιο της υπόθεσης στην οποία παραπέμπει και μνημονεύει τη νομολογία κατά τρόπο ατελή και ελλιπή.

135.

Με το τέταρτο σκέλος του ίδιου λόγου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραβίασε την αρχή της ισότητας των όπλων σε δίκαιη δίκη, της οποίας υπενθυμίζει το περιεχόμενο, καθόσον της απαγόρευσε να επικαλεστεί δημόσιο και αποφασιστικό έγγραφο, ενώ κάθε άλλος διάδικος γνώριζε το περιεχόμενό του ( 72 ). Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της κατ’ αντιμωλίαν συζήτησης, της οποίας η αναιρεσείουσα επίσης υπενθυμίζει το περιεχόμενο ( 73 ), καθόσον δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να συζητήσει το σύνολο των γνωστών σε όλους αποδεικτικών στοιχείων με το πρόσχημα ότι η διάδοση της γνωμοδότησης αυτής διέλαθε την προσοχή της Επιτροπής. Η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι υφίσταται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ( 74 ) όταν ένα κράτος ή μια διοικητική αρχή, εν προκειμένω η Επιτροπή, εμπόδισε χωρίς νόμιμο λόγο την προσφεύγουσα ή ενάγουσα να χρησιμοποιήσει έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή του εν λόγω κράτους ή αρχής και τα οποία θα είχαν βοηθήσει την προσφεύγουσα ή ενάγουσα να υπερασπισθεί τη θέση της ( 75 ).

136.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το σκεπτικό που εκτίθεται στις σκέψεις 122 και 123 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ουδόλως ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.

137.

Η Επιτροπή απαντά, κατά πρώτον, ότι από τη διάταξη της 14ης Μαΐου 2019, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου ( 76 ), προκύπτει ότι, ενόσω το οικείο θεσμικό όργανο δεν έχει επιτρέψει την πρόσβαση σε γνωμοδότηση της νομικής του υπηρεσίας, η διαρροή του εγγράφου στη δημοσιότητα δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα αν μια τέτοια γνωμοδότηση μπορεί να περιληφθεί στη δικογραφία υπόθεσης ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Εκτός αυτού, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχτηκε την ύπαρξη των τριών πρώτων παρανομιών που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αγωγής της, οπότε, κατά την Επιτροπή, η νομική γνωμοδότηση δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «καθοριστική».

138.

Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα φαίνεται να θεωρεί ότι από την απόφαση της 3ης Ιουνίου 2021, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου ( 77 ), προκύπτει ότι η διαφάνεια των νομικών γνωμοδοτήσεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης συνιστά τον κανόνα, ενώ το αντίθετο ακριβώς προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη σκέψη 56 της απόφασης αυτής.

γ)   Εκτίμηση

139.

Φρονώ ότι η ανάλυση κατόπιν της οποίας το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα της Επιτροπής να αποσύρει τη γνωμοδότηση της νομικής της υπηρεσίας από τη δικογραφία δεν ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.

140.

Πρώτον, κανένα επιχείρημα της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη λυσιτέλεια των γενικών αρχών που διατύπωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob ( 78 ), της 31ης Ιανουαρίου 2020, Σλοβενία κατά Κροατίας ( 79 ), και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ( 80 ), τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο αναπαράγει πιστά στις σκέψεις 116 έως 121 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Το γεγονός ότι η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής έχει δημοσιοποιηθεί και είναι διαθέσιμη στο κοινό προφανώς δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση του βαθμού στον οποίο μπορεί να περιληφθεί στη δικογραφία υπόθεσης ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Σημασία έχει μόνον το ζήτημα αν η δημοσιοποίηση του εγγράφου αυτού έχει επιτραπεί από το εν λόγω θεσμικό όργανο.

141.

Δεύτερον, δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν ούτε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της κατ’ αντιμωλίαν συζήτησης και της ισότητας των όπλων.

142.

Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, οι αρχές της κατ’ αντιμωλίαν συζήτησης και της ισότητας των όπλων, καθόσον αποτελούν απόρροια της έννοιας της «δίκαιης δίκης», συνιστούν αναπόσπαστο μέρος της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ( 81 ).

143.

Η αρχή της κατ’ αντιμωλίαν συζήτησης παρέχει, κατά γενικό κανόνα, σε κάθε διάδικο το δικαίωμα να λάβει γνώση των εγγράφων και των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στον δικαστή από τον αντίδικό του και να αναπτύξει συναφώς τις δικές του παρατηρήσεις, και απαγορεύει στον δικαστή της Ένωσης να στηρίξει την απόφασή του σε πραγματικά περιστατικά και έγγραφα που δεν έχουν περιέλθει σε γνώση των διαδίκων, ή ενός εξ αυτών, και επί των οποίων, ως εκ τούτου, δεν μπόρεσαν να λάβουν θέση ( 82 ).

144.

Όσον αφορά την αρχή της ισότητας των όπλων, η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι πρέπει να παρέχεται σε καθέναν από τους διαδίκους εύλογη δυνατότητα να εκθέτει την άποψή του, περιλαμβανομένων των αποδεικτικών του στοιχείων, υπό συνθήκες που δεν τον περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου ( 83 ).

145.

Σκοπός της αρχής αυτής είναι η διασφάλιση της δικονομικής ισορροπίας μεταξύ των διαδίκων στην ένδικη διαδικασία, ώστε να εξασφαλίζεται η ισότητα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των διαδίκων αυτών όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τους κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και την κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία ενώπιον του δικαστή, καθώς και τα δικαιώματα άσκησης ένδικων βοηθημάτων από τους εν λόγω διαδίκους. Για να τηρηθούν οι σχετικές με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη επιταγές, πρέπει οι διάδικοι να γνωρίζουν και να μπορούν να συζητήσουν κατ’ αντιμωλίαν τα πραγματικά και τα νομικά στοιχεία που έχουν αποφασιστική σημασία για την έκβαση της διαδικασίας ( 84 ).

146.

Η αναιρεσείουσα, όμως, μπορεί να επικαλεστεί τις αρχές αυτές μόνο στο μέτρο που τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του δικαστή της Ένωσης αποκτήθηκαν νομοτύπως ( 85 ). Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ( 86 ), την οποία μνημονεύει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, στην περίπτωση αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται παρατύπως από διάδικο, όπως τα εσωτερικά έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο κανονισμός 1049/2001 ( 87 ), η προσκόμιση των οποίων δεν επετράπη από το οικείο θεσμικό όργανο ούτε διατάχθηκε από τον δικαστή της Ένωσης, πρέπει να σταθμίζονται τα συμφέροντα των διαδίκων στη διαδικασία που συνδέονται με το δικαίωμά τους για δίκαιη δίκη, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων που προστατεύονται από τους κανόνες που παραβιάστηκαν ή καταστρατηγήθηκαν κατά την απόκτηση των στοιχείων αυτών ( 88 ). Επιπλέον, έκρινε ότι ο δικαστής της Ένωσης, όταν επιλαμβάνεται αιτήματος αφαιρέσεως των αντίστοιχων αποδεικτικών στοιχείων, οφείλει να προβεί σε στάθμιση, αφενός, των συμφερόντων του προσφεύγοντος που προσκόμισε τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τη χρησιμότητά τους για την εκτίμηση του βασίμου της ασκηθείσας ενώπιόν του προσφυγής, και, αφετέρου, των συμφερόντων του αντιδίκου τα οποία θα μπορούσαν κατά τρόπο συγκεκριμένο και ουσιαστικό να θιγούν από τη διατήρηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων στη δικογραφία ( 89 ).

147.

Όπως διαπιστώνω, στις σκέψεις 116 έως 122 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων προκειμένου να αποφανθεί επί του αιτήματος της Επιτροπής, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η προσκόμιση της εν λόγω νομικής γνωμοδότησης φαινόταν να υπαγορεύεται από τα συμφέροντα της ίδιας της αναιρεσείουσας να τεκμηριώσει την επιχειρηματολογία της, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε κάποιο υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που θα μπορούσε να έχει δικαιολογήσει διαφορετικό συμπέρασμα.

148.

Τέλος, ούτε η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, μπορεί να δικαιολογήσει διαφορετικό συμπέρασμα, δεδομένου ότι η νομολογία αυτή αφορά το δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση εγγράφων και στοιχείων που συνεκτιμά ο δικαστής και να τοποθετούνται επ’ αυτών, και όχι το ζήτημα αν, και, κατά περίπτωση, υπό ποιες προϋποθέσεις, ένας διάδικος μπορεί να προσκομίσει ενώπιον του δικαστή νομική γνωμοδότηση της οποίας η δημοσιοποίηση δεν είχε επιτραπεί από τον συντάκτη της ή από τον παραλήπτη της.

149.

Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο.

150.

Υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση της προϋπόθεσης περί καταλογισμού του ζημιογόνου γεγονότος στην OLAF ή στην Επιτροπή, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τους κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων, μη λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη προσαρμογής του βάρους αποδείξεως υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπόθεσης και παραλείποντας να εκτιμήσει τη λυσιτέλεια και την αποδεικτική ισχύ των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν τόσο η αναιρεσείουσα όσο και η Επιτροπή.

151.

Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν διερεύνησε προσηκόντως τη διαφορά προκειμένου να διαπιστώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της OLAF και της Επιτροπής, φρονώ ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της αγωγής της αναιρεσείουσας, και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.

V. Πρόταση

152.

Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)

Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 2023, IMG κατά Επιτροπής (T‑752/20, EU:T:2023:366).

2)

Αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) T‑752/20 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2023:366).

( 3 ) Βλ. σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 4 ) Οι εξωτερικές έρευνες είναι άμεσες έρευνες που αφορούν τρίτους των οποίων η δραστηριότητα συνδέεται με πράξεις στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της Ένωσης [βλ. ειδική έκθεση αριθ. 1/2005 σχετικά με τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), συνοδευόμενη από τις απαντήσεις της Επιτροπής (ΕΕ 2005, C 202, σ. 1), σημείο 12].

( 5 ) T‑509/21 (EU:T:2024:590).

( 6 ) Βλ. αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1982, Groupement des Agences de voyages κατά Επιτροπής (135/81, EU:C:1982:371, σκέψη 10), και της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψη 114), καθώς και διάταξη της 24ης Νοεμβρίου 2009, Landtag Schleswig-Holstein κατά Επιτροπής (C‑281/08 P, EU:C:2009:728, σκέψη 22).

( 7 ) 135/81 (EU:C:1982:371). Η υπόθεση αυτή αφορούσε μια υπό σύσταση λουξεμβουργιανή εταιρία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας η ικανότητα διαδίκου αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή. Με τη σκέψη 9 της απόφασής του, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[η Επιτροπή] δεν [μπορούσε] να αμφισβητ[ήσει] την ικανότητα να είναι διάδικος μία de facto οντότης, στην οποία επέτρεψε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό και στην οποία απηύθυνε απορριπτική απόφαση κατόπιν συγκριτικής εξετάσεως τού συνόλου των διαγωνιζομένων».

( 8 ) C‑229/05 P (EU:C:2007:32).

( 9 ) Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 19ης Νοεμβρίου 2020, Ευστρατίου κ.λπ. κατά Ελλάδας (CE:ECHR:2020:1119JUD005322114, § 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 10 ) C‑183/17 P και C‑184/17 P (EU:C:2019:78).

( 11 ) Βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Guardian Europe και Guardian Europe κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης (C‑447/17 P και C‑479/17 P, EU:C:2019:672, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 12 ) Βλ. επίσης διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 2021 περί συνεκδικάσεως της ένστασης απαραδέκτου με την ουσία της υπόθεσης.

( 13 ) C‑414/08 P (EU:C:2010:165, σκέψη 52).

( 14 ) C‑666/20 P (EU:C:2022:225, σκέψη 26).

( 15 ) Βλ. απόφαση της 24ης Μαρτίου 2022, GVN κατά Επιτροπής (C‑666/20 P, EU:C:2022:225, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 16 ) Βλ. απόφαση της 24ης Μαρτίου 2022, GVN κατά Επιτροπής (C‑666/20 P, EU:C:2022:225, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 17 ) Βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Hamoudi κατά Frontex (C‑136/24 P, στο εξής: απόφαση Hamoudi κατά Frontex, EU:C:2025:977, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 18 ) Βλ. απόφαση Hamoudi κατά Frontex (σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. επίσης σημερινή διάταξη στην υπόθεση CW κατά Eurojust και Ευρωπόλ (C‑565/25 P, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 19 ) Forster, N., La responsabilité sans faute de l’Union européenne, Διδακτορική διατριβή υποστηριχθείσα στις 8 Νοεμβρίου 2019, Bruylant, Βρυξέλλες, 2021, σημεία 218 (σ. 297) και 219 (σ. 299).

( 20 ) Forster, N., όπ.π., σημείο 219 (σ. 299).

( 21 ) Forster, N., όπ.π., σημείο 219 (σ. 299).

( 22 ) C‑679/23 P (EU:C:2025:976).

( 23 ) Βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, WS κ.λπ. κατά Frontex (Κοινή επιχείρηση επιστροφής) (C‑679/23 P, EU:C:2025:976, σκέψη 149 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 24 ) Βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, WS κ.λπ. κατά Frontex (Κοινή επιχείρηση επιστροφής) (C‑679/23 P, EU:C:2025:976, σκέψη 150 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 25 ) Βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, WS κ.λπ. κατά Frontex (Κοινή επιχείρηση επιστροφής) (C‑679/23 P, EU:C:2025:976, σκέψη 150 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Kendrion (C‑150/17 P, EU:C:2018:612, σημείο 50) και, στη θεωρία, Wildermeersch, J., Contentieux de la légalité des actes de l’Union européenne: le mythe du droit à un recours effectif, Bruylant, Βρυξέλλες, 2019, ιδίως σημείο 625 (σ. 484).

( 26 ) Wildermeersch, J., όπ.π., σημείο 625 (σ. 484), και N. Forster, N., όπ.π., σημείο 228 (σ. 306 και 307).

( 27 ) Βλ. Forster, N., όπ.π., σημείο 223 (σ. 301 και 302).

( 28 ) T‑259/03 (EU:T:2007:254). Με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, «[σ]ε περίπτωση που μια [πληροφορία σχετικά με τη σύσταση της OLAF όσον αφορά την κίνηση διαδικασίας κατά της ενάγουσας] ανακοινώνεται, άμεσα ή έμμεσα, σε δημοσιογράφο, η διαρροή πρέπει να θεωρείται όχι μόνον ως causa sine qua non της προξενουμένης από τη δημοσίευσή της ζημία, αλλά και ως επαρκώς άμεσο αίτιο αυτής» (σκέψη 320).

( 29 ) T‑48/05 (EU:T:2008:257, σκέψη 183).

( 30 ) T‑838/16 (EU:T:2019:494, σκέψη 321).

( 31 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 248, σ. 1).

( 32 ) T‑48/05 (EU:T:2008:257).

( 33 ) Υπογραμμίζω ότι το συμπέρασμα που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο δεν αποτελεί μοναδική περίπτωση στη νομολογία, δεδομένου ότι η ολομέλεια του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα σε άκρως παρεμφερή υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2010, A και G κατά Επιτροπής (F‑124/05 και F‑96/06, EU:F:2010:2). Στην υπόθεση αυτή, η «[Επιτροπή] και η OLAF δεν ήταν οι μόνοι οργανισμοί που είχαν στην κατοχή τους το πρακτικό της ακροάσεως του ενάγοντος από την OLAF, δεδομένου ότι το πρακτικό αυτό είχε διαβιβαστεί στις βελγικές εθνικές αρχές ενόψει πιθανής κινήσεως δικαστικής διώξεως» (σκέψη 215). Κρίνοντας ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι «η Επιτροπή ήταν σε θέση περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που θα επέτρεπαν να αποδειχθεί η αιτία της σημειωθείσας διαρροής», ο δικαστής της Ένωσης κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με αυτό το οποίο συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι «η αβεβαιότητα ως προς την προέλευση αυτής της διαρροής δεν μπορεί να […] καταλογιστεί [στην Επιτροπή]» (σκέψη 214).

( 34 ) 169/83 και 136/84 (EU:C:1986:371).

( 35 ) T‑48/05 (EU:T:2008:257).

( 36 ) Βλ. απόφαση Hamoudi κατά Frontex (σκέψη 71).

( 37 ) Quézel-Ambrunaz, C., Essai sur la causalité en droit de la responsabilité civile, Dalloz, Παρίσι, 2010, ιδίως σ. 255.

( 38 ) 169/83 και 136/84 (EU:C:1986:371).

( 39 ) Βλ. απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Leussink κατά Επιτροπής (169/83 και 136/84, EU:C:1986:371, σκέψεις 15 και 16). Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα S. G. Slynn στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Leussink κατά Επιτροπής (169/83 και 136/84, EU:C:1986:265).

( 40 ) Βλ. απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Leussink κατά Επιτροπής (169/83 και 136/84, EU:C:1986:371, σκέψη 17).

( 41 ) T‑259/03 (EU:T:2007:254).

( 42 ) Βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Νικολάου κατά Επιτροπής (T‑259/03, EU:T:2007:254, σκέψη 196).

( 43 ) Βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Νικολάου κατά Επιτροπής (T‑259/03, EU:T:2007:254, σκέψεις 196 και 198). Με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι «στην Επιτροπή εναπέκειτο, εξ ονόματος της OLAF, να εξηγήσει πώς συνέβη η διαρροή για να αποδείξει, ενδεχομένως, ότι δεν είχε υπάρξει παράβαση της προαναφερθείσας υποχρεώσεως που βαρύνει τον διευθυντή της OLAF. Αν η Επιτροπή δεν παράσχει τις εξηγήσεις αυτές, τεκμαίρεται ότι η διαρροή προκύπτει από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1073/1999 {του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [και του Συμβουλίου], της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ 1999, L 136, σ. 1)}, διαπραχθείσα από τον διευθυντή της OLAF στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, κατά την έννοια του άρθρου 288 ΕΚ [(νυν άρθρου 340 ΣΛΕΕ)]» (σκέψη 197).

( 44 ) Βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Νικολάου κατά Επιτροπής (T‑259/03, EU:T:2007:254, σκέψη 196).

( 45 ) T‑48/05 (EU:T:2008:257). Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, η ζημία απέρρεε από τη δημοσιοποίηση στον Τύπο εμπιστευτικών πληροφοριών που είχαν στην κατοχή τους η OLAF, η Επιτροπή και οι γαλλικές δικαστικές αρχές.

( 46 ) Βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257, σκέψη 203).

( 47 ) F‑30/08 (EU:F:2010:43, σκέψη 169).

( 48 ) Πρβλ. σκέψη 103 της απόφασης Hamoudi κατά Frontex, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η ασκούμενη δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης μπορεί να αποτελεί το μοναδικό μέσο ένδικης προστασίας το οποίο δύναται να διασφαλίζει επαρκώς δικαστική προστασία έναντι οργανισμού ή θεσμικού οργάνου της Ένωσης ενώπιον του δικαστή της Ένωσης.

( 49 ) Βλ. Forster, N., όπ.π., σημείο 290 (σ. 386).

( 50 ) Βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2014, Holcim (Romania) κατά Επιτροπής (T‑317/12, EU:T:2014:782, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 51 ) Βλ. απόφαση Hamoudi κατά Frontex (σκέψεις 72 έως 80).

( 52 ) Βλ. απόφαση Hamoudi κατά Frontex (σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 53 ) Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα R. Norkus στην υπόθεση Hamoudi κατά Frontex (C‑136/24 P, EU:C:2025:257, σημείο 18), καθώς και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που μνημονεύεται στην υποσημείωση 30 των προτάσεων αυτών: αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 13ης Φεβρουαρίου 2020, N.D. και N.T. κατά Ισπανίας (CE:ECHR:2020:0213JUD000867515, § 85), και της 18ης Νοεμβρίου 2021, M.H. κ.λπ. κατά Κροατίας (CE:ECHR:2021:1118JUD001567018, § 268).

( 54 ) C‑363/22 P (EU:C:2024:20, σκέψη 75).

( 55 ) Βλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2023, Sistem ecologica κατά Επιτροπής (C‑787/22 P, EU:C:2023:940, σκέψεις 66 και 154).

( 56 ) Μολονότι η OLAF και οι οικείες εθνικές αρχές συμβάλλουν, μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, στην επίτευξη του ίδιου σκοπού, ήτοι στην καταπολέμηση της απάτης και των προσβολών των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, δεν υφίστανται, στο πλαίσιο της ενισχυμένης διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των φορέων αυτών, γενικές ή ειδικές διατάξεις που να διέπουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να στοιχειοθετηθεί εξωσυμβατική ευθύνη της OLAF ή των οικείων εθνικών αρχών λόγω παράβασης της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας των εκθέσεων έρευνας που καταρτίζει η OLAF, οπότε, όσον αφορά την ευθύνη, οι προϋποθέσεις αυτές εμπίπτουν σε δύο διαφορετικές έννομες τάξεις. Ελλείψει μηχανισμού από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνης (Ευρωπόλ), κοινής ευθύνης (Frontex) και ελλείψει εφαρμογής συστήματος αλληλέγγυας ευθύνης, η OLAF ευθύνεται για κάθε ζημία που προκαλεί σε πρόσωπο ως αποτέλεσμα της άνευ αδείας δημοσιοποίησης της έκθεσης έρευνας που η ίδια εκδίδει, και κάθε κράτος μέλος είναι υπεύθυνο, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, για κάθε ζημία που προκαλείται σε πρόσωπο ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της άνευ αδείας δημοσιοποίησης της έκθεσης έρευνας που έλαβε από την OLAF.

( 57 ) Ο Forster, N., τονίζει ότι η αβεβαιότητα συνιστά ένα τυφλό σημείο που υπονομεύει τη δικαστική προστασία των ιδιωτών [όπ.π., σημείο 256 (σ. 338)]. Ο καθηγητής Bernard Dubuisson θέτει ένα ιδιαίτερα κρίσιμο, κατά τη γνώμη μου, ερώτημα στον πρόλογο του έργου τού Joisten, C., L’incertitude causale en droit de la responsabilité civile, Larcier, Βρυξέλλες, 2024: «Πώς και γιατί επιτρέπεται να καταστεί σαφές από νομικής απόψεως αυτό το οποίο δεν είναι κατ’ ανάγκη σαφές στην πράξη [;]» (σ. 9).

( 58 ) Forster, N., όπ.π., σημείο 323.

( 59 ) C‑446/19 P (EU:C:2020:918).

( 60 ) Βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025, ABLV Bank κατά ΕΣΕ (C‑602/22 P, EU:C:2025:953, σκέψεις 45 και 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 61 ) C‑16/90 (EU:C:1991:233).

( 62 ) C‑16/90 (EU:C:1991:402).

( 63 ) T‑514/93 (EU:T:1995:49).

( 64 ) T‑231/97 (EU:T:1999:146).

( 65 ) Βλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, WEPA Hygieneprodukte κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑795/21 P και C‑796/21 P, EU:C:2024:807, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 66 ) C‑156/21 (EU:C:2022:97).

( 67 ) C‑404/10 P (EU:C:2012:393).

( 68 ) C‑457/18 (EU:C:2020:65).

( 69 ) C‑156/21 (EU:C:2022:97).

( 70 ) C‑404/10 P (EU:C:2012:393).

( 71 ) C‑404/10 P (EU:C:2012:393).

( 72 ) Η αναιρεσείουσα επικαλείται, στο πλαίσιο αυτό, τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 27ης Οκτωβρίου 1993, Dombo Beheer B.V. κατά Κάτω Χωρών (CE:ECHR:1993:1027JUD001444888, § 33), της 7ης Ιουνίου 2001, Kress κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2001:0607JUD003959498, § 72), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, Regner κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (CE:ECHR:2017:0919JUD003528911, § 146).

( 73 ) Η αναιρεσείουσα επικαλείται, στο πλαίσιο αυτό, την απόφαση του ΕΔΔΑ της 28ης Αυγούστου 1991, Brandstetter κατά Αυστρίας (CE:ECHR:1991:0828JUD001117084, § 67).

( 74 ) Η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950.

( 75 ) Η αναιρεσείουσα παραπέμπει, συναφώς, στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 9ης Ιουνίου 1998, McGinley και Egan κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:1998:0609: JUD002182593, § § 86 και 90).

( 76 ) C‑650/18 (EU:C:2021:426, σκέψη 17).

( 77 ) C‑650/18 (EU:C:2021:426).

( 78 ) C‑404/10 P (EU:C:2012:393).

( 79 ) C‑457/18 (EU:C:2020:65).

( 80 ) C‑156/21 (EU:C:2022:97).

( 81 ) Βλ. διάταξη της 12ης Νοεμβρίου 2025, Fashion TV RO και Maestro (C‑475/24, EU:C:2025:898, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 82 ) Βλ. απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2019, H κατά Συμβουλίου (C‑413/18 P, EU:C:2019:1044, σκέψη 103 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 83 ) Βλ. απόφαση Hamoudi κατά Frontex (σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 84 ) Βλ. διάταξη της 12ης Νοεμβρίου 2025, Fashion TV RO και Maestro (C‑475/24, EU:C:2025:898, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 85 ) Βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 129 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 86 ) C‑348/20 P (EU:C:2022:548).

( 87 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

( 88 ) Βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 130).

( 89 ) Βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2022, Nord Stream 2 κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑348/20 P, EU:C:2022:548, σκέψη 131).

Top