This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62022CC0035
Opinion of Advocate General Collins delivered on 2 March 2023.#CAJASUR Banco S.A. v JO and IM.#Request for a preliminary ruling from the Audiencia Provincial de Malaga.#Reference for a preliminary ruling – Directive 93/13/EEC – Unfair terms in consumer contracts – Article 6(1) – General conditions of a mortgage loan agreement declared null and void by national courts – Legal action – Admission prior to any dispute – National legislation requiring a consumer to take steps prior to bringing proceedings against the seller or supplier concerned in order to guarantee the award of the costs of legal proceedings – Principle of sound administration of justice – Right to effective judicial protection.#Case C-35/22.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. M. Collins της 2ας Μαρτίου 2023.
CAJASUR Banco S.A. κατά JO και IM.
Αίτηση του Audiencia Provincial de Malaga για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Γενικοί όροι συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου οι οποίοι έχουν κηρυχθεί άκυροι από τα εθνικά δικαστήρια – Ένδικο βοήθημα – Αποδοχή πριν από οποιαδήποτε αντίκρουση – Εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας απαιτείται από τον καταναλωτή να προβαίνει προ της ασκήσεως αγωγής σε εξώδικη πράξη απευθυνόμενη προς τον οικείο επαγγελματία προκειμένου να μη φέρει τα δικαστικά έξοδα – Αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Υπόθεση C-35/22.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. M. Collins της 2ας Μαρτίου 2023.
CAJASUR Banco S.A. κατά JO και IM.
Αίτηση του Audiencia Provincial de Malaga για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Γενικοί όροι συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου οι οποίοι έχουν κηρυχθεί άκυροι από τα εθνικά δικαστήρια – Ένδικο βοήθημα – Αποδοχή πριν από οποιαδήποτε αντίκρουση – Εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας απαιτείται από τον καταναλωτή να προβαίνει προ της ασκήσεως αγωγής σε εξώδικη πράξη απευθυνόμενη προς τον οικείο επαγγελματία προκειμένου να μη φέρει τα δικαστικά έξοδα – Αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Υπόθεση C-35/22.
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2023:156
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTHONY MICHAEL COLLINS
της 2ας Μαρτίου 2023 ( 1 )
Υπόθεση C‑35/22
Cajasur Banco S. A.
κατά
JO,
IM
[αίτηση του Audiencia Provincial de Málaga
(εφετείου της Μάλαγα, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Γενικοί όροι συναλλαγών σύμβασης ενυπόθηκου δανείου οι οποίοι ακυρώθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια – Εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει τον καταναλωτή να υποβάλει προηγούμενη εξωδικαστική όχληση προκειμένου να διασφαλιστεί η επιδίκαση των εξόδων μεταγενέστερων δικών – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Ορθή απονομή της δικαιοσύνης»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Κατά το άρθρο 395 του Ley 1/2000 de Enjuiciamiento Civil (κώδικα πολιτικής δικονομίας, στο εξής: κώδικας πολιτικής δικονομίας) της 7ης Ιανουαρίου 2000 ( 2 ), το οποίο τιτλοφορείται «Καταδίκη στα έξοδα σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής»: «1) Εάν ο εναγόμενος αποδεχτεί την αγωγή πριν από οποιαδήποτε αντίκρουση, δεν καταδικάζεται στα έξοδα, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει, με τη δέουσα αιτιολόγηση, ότι ο εναγόμενος τελεί σε κακή πίστη. Θεωρείται ότι υφίσταται σε κάθε περίπτωση κακή πίστη εάν, πριν από την άσκηση της αγωγής, ο ενάγων είχε αποδεδειγμένα καλέσει τον εναγόμενο, με αιτιολογημένη όχληση, να προβεί σε πληρωμή ή είχε κινήσει διαδικασία διαμεσολάβησης ή είχε υποβάλει αίτημα συμβιβασμού. 2) Εάν η αποδοχή έπεται της αντίκρουσης της αγωγής, εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του προηγούμενου άρθρου». |
|
2. |
Πρέπει ο καταναλωτής, ο οποίος επικαλείται τις εθνικές διατάξεις με τις οποίες μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο η οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές ( 3 ), προκειμένου να πείσει εθνικό δικαστήριο να ακυρώσει ρήτρες δανειακής σύμβασης που αφορούν τα έξοδα εγγραφής υποθήκης, να ζητήσει από το εναγόμενο πιστωτικό ίδρυμα την επιστροφή των χρημάτων του πριν από την κίνηση της ένδικης αυτής διαδικασίας, ώστε να μπορέσει να αποδείξει την κακή πίστη του εναγομένου κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας; |
II. Η διαφορά της κύριας δίκης, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
3. |
Σε ημερομηνία που δεν προσδιορίζεται, δύο ιδιώτες, ο JO και η IM, συνήψαν σύμβαση ενυπόθηκου δανείου με την Cajasur Banco S. A. (στο εξής: Cajasur). |
|
4. |
Το 2018, ο JO και η IM άσκησαν ενώπιον του Juzgado de Primera Instancia no 18 bis de Málaga (πρωτοδικείου αριθ. 18bis της Μάλαγα, Ισπανία) αγωγή με αίτημα την ακύρωση, λόγω καταχρηστικότητας, της ρήτρας της δανειακής σύμβασης δυνάμει της οποίας βαρύνονταν με την καταβολή των εξόδων εγγραφής υποθήκης. Ο JO και η IM αιτούνταν επίσης να τους αποδοθούν τα χρηματικά ποσά που είχαν ήδη καταβάλει δυνάμει της ρήτρας αυτής. Ο JO και η IM δεν είχαν ζητήσει από την Cajasur την επιστροφή των ποσών αυτών πριν από την άσκηση της αγωγής τους. |
|
5. |
Μετά την κοινοποίηση της αγωγής, η Cajasur αναγνώρισε τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας. Πρότεινε την επιστροφή ποσού χαμηλότερου από το αιτούμενο, υπολογιζόμενου βάσει της πρόσφατης νομολογίας του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία). |
|
6. |
Στις 2 Μαρτίου 2020, το Juzgado de Primera Instancia no 18 bis de Málaga (πρωτοδικείο αριθ. 18bis της Μάλαγα) κήρυξε άκυρη τη ρήτρα περί καταβολής των εξόδων εγγραφής υποθήκης λόγω του καταχρηστικού της χαρακτήρα. Υποχρέωσε την Cajasur να επιστρέψει το αχρεωστήτως καταβληθέν από τους JO και IM ποσό, ήτοι 488,69 ευρώ. Καταδίκασε επίσης την Cajasur στα δικαστικά έξοδα. |
|
7. |
Η Cajasur άσκησε έφεση ενώπιον του Audiencia Provincial de Málaga (εφετείου της Μάλαγα, Ισπανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, κατά του τμήματος της απόφασης με το οποίο καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα, επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. |
|
8. |
Κατά την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, στη νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) διατυπώνονται οι ακόλουθες αρχές ως προς την εκτίμηση της κακής πίστης κατά την έννοια του άρθρου 395, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας ( 4 ). Πρώτον, εάν ο ενάγων απηύθυνε εξωδικαστική όχληση και η εναγόμενη δεν απάντησε, η εναγόμενη επιβαρύνεται με τα δικαστικά έξοδα, ακόμη και σε περίπτωση που αποδέχθηκε την αγωγή πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης. Δεύτερον, εάν ο ενάγων δεν απηύθυνε εξωδικαστική όχληση ή εάν δεν παρέσχε στην εναγόμενη ικανό χρόνο απάντησης, η εναγόμενη δεν επιβαρύνεται με τα δικαστικά έξοδα, ακόμη και σε περίπτωση που αποδέχθηκε την αγωγή πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης. |
|
9. |
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η νομολογία αυτή ενδέχεται να αντίκειται στο δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθόσον εξαρτά το δικαίωμα πλήρους αποζημίωσης από την υποβολή αιτήματος πριν από την άσκηση της αγωγής. |
|
10. |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι με τη νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) κηρύχθηκε άκυρη η επίμαχη ρήτρα λόγω καταχρηστικότητας ( 5 ), οι τράπεζες συνήθως δεν επιστρέφουν στους καταναλωτές τα ποσά που καταβλήθηκαν δυνάμει μιας τέτοιας ρήτρας, αλλά αναμένουν την άσκηση αγωγής. Όταν οι καταναλωτές δεν απευθύνουν εξωδικαστική όχληση, οι τράπεζες επιδιώκουν να αποφύγουν να επιβαρυνθούν με τα δικαστικά έξοδα, αποδεχόμενες την αξίωση πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης. |
|
11. |
Παρά τα προεκτεθέντα, το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος ενήργησε κακόπιστα και σε ορισμένες ακόμη περιπτώσεις. Μεταξύ άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας ρήτρας και παραλείπει να εξαλείψει τις συνέπειες της ρήτρας αυτής για τους καταναλωτές, αλλά αναμένει από αυτούς να ασκήσουν αγωγή, γνωρίζοντας ότι, ελλείψει εξωδικαστικής όχλησης, δεν θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, εφόσον αποδεχθεί την αξίωση πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης. |
|
12. |
Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, το Audiencia Provincial de Málaga (εφετείο της Μάλαγα) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
13. |
Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Ιανουαρίου 2023, η Cajasur, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο. |
III. Αξιολόγηση
Α. Επί του παραδεκτού
|
14. |
Η Ισπανική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από την Cajasur, προβάλλει τέσσερα επιχειρήματα με τα οποία υποστηρίζει ότι το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε να είναι απαράδεκτα. |
|
15. |
Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιορίζει το ύψος των δικαστικών εξόδων στα οποία καταδικάστηκε η εναγόμενη. |
|
16. |
Δεύτερον, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η Cajasur αποδέχθηκε την αξίωση του JO και της IM όσον αφορά τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας, αλλά όχι για το αιτούμενο ποσό. Δεδομένου ότι οι JO και IM αποδέχθηκαν στη συνέχεια το προταθέν από την Cajasur ποσό, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αξίωση έγινε δεκτή μόνο εν μέρει, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Η εναγόμενη καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα λόγω του βασίμου της αγωγής, συνεπώς έχει εφαρμογή το άρθρο 394 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. |
|
17. |
Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο εσφαλμένα δέχεται ότι οι καταναλωτές αποζημιώνονται πλήρως για τις αρνητικές συνέπειες των καταχρηστικών ρητρών μόνον όταν ο εναγόμενος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα βάσει της οδηγίας 93/13. Οι καταναλωτές μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως εάν απευθύνουν εξωδικαστική όχληση πριν από την άσκηση της αγωγής, οπότε ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την εν λόγω αξίωση, ειδάλλως θα επιβαρυνθεί με τα έξοδα κάθε ενδεχόμενης δικαστικής διαδικασίας την οποία θα υποχρεωθεί να κινήσει στη συνέχεια ο ενάγων. |
|
18. |
Τέταρτον, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα διότι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), είναι σύμφωνο με το άρθρο 47 του Χάρτη και με την οδηγία 93/13. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας απλώς καθιερώνει τεκμήριο κακοπιστίας του εναγομένου όταν έχει κοινοποιηθεί σε αυτόν εξωδικαστική όχληση και ο εναγόμενος δέχεται την αξίωση πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης. Δεν πρόκειται για τη μόνη περίπτωση κατά την οποία μπορεί να διαπιστωθεί κακοπιστία. |
|
19. |
Η Επιτροπή υποστήριξε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι παραδεκτά. |
|
20. |
Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής απόφασης να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Επομένως, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί ( 6 ). |
|
21. |
Επομένως, τα υποβαλλόμενα από τα εθνικά δικαστήρια προδικαστικά ερωτήματα τα οποία αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή ( 7 ). Η απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα ( 8 ). |
|
22. |
Οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται εν προκειμένω. Τα ερωτήματα που περιλαμβάνονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως λυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, καθόσον το δικαστήριο αυτό ζητεί να διευκρινιστεί εάν η οδηγία 93/13 και το άρθρο 47 του Χάρτη εμποδίζουν την εφαρμογή κανόνων, όπως το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όσον αφορά την κατανομή των δικαστικών εξόδων. Το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει τους ισχυρισμούς σχετικά με το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων και μόνο για τον λόγο αυτόν. |
|
23. |
Όσον αφορά τις τέσσερις ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε η Ισπανική Κυβέρνηση, προτείνω στο Δικαστήριο να τις απορρίψει για τους ακόλουθους λόγους. |
|
24. |
Πρώτον, το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιόρισε το ύψος των δικαστικών εξόδων στα οποία καταδικάστηκε η εναγόμενη δεν ασκεί επιρροή επί της απάντησης στα υποβληθέντα ερωτήματα. |
|
25. |
Δεύτερον, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί αν η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία των εθνικών κανόνων είναι ορθή ( 9 ). Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει εάν η εφαρμοστέα διάταξη για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς είναι το άρθρο 394 ή το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνω ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, το Juzgado de Primera Instancia no 18 bis de Málaga (πρωτοδικείο αριθ. 18bis της Μάλαγα), με απόφαση της 2ας Μαρτίου 2020, καταδίκασε την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εναγόμενη είχε δεχθεί την αξίωση στο σύνολό της. |
|
26. |
Η τρίτη και η τέταρτη ένσταση της Ισπανικής Κυβέρνησης είναι απορριπτέες διότι αφορούν την ουσία των προδικαστικών ερωτημάτων. Αν μη τι άλλο, οι ενστάσεις αυτές συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά. |
Β. Επί της ουσίας
|
27. |
Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, στα οποία πρέπει να δοθεί κοινή απάντηση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας και με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, στην περίπτωση που, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, ο εναγόμενος δέχεται μια αξίωση πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης, η καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα εξαρτάται από τη διαπίστωση ότι ενήργησε κακόπιστα. |
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
|
28. |
Η Cajasur, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη. |
|
29. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Cajasur υποστήριξε ότι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας δεν επιβάλλει στους καταναλωτές την υποχρέωση να απευθύνουν προηγούμενη εξωδικαστική όχληση στους εναγομένους προκειμένου να τους επιδικαστούν τα δικαστικά έξοδα της σχετικής δίκης. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, η Cajasur δεν ενήργησε κακόπιστα. |
|
30. |
Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), συνάδει με τις απαιτήσεις του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13. Το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας απλώς καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο κακοπιστίας όταν ο ενάγων κοινοποιήσει εξωδικαστική όχληση. Η νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) δεν αποκλείει τη δυνατότητα του καταναλωτή να αποδείξει την κακή πίστη του εναγομένου, ακόμη και εάν δεν του έχει απευθύνει τέτοια όχληση, όπως προκύπτει από το σημείο 14 της αίτησης προδικαστικής αποφάσεως. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι τούτο μπορεί να συμβαίνει όταν η νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) έχει ήδη κρίνει ως καταχρηστική μια ρήτρα όπως η επίμαχη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και όταν, λόγω της φύσης της ρήτρας αυτής, ο καταχρηστικός χαρακτήρας της δεν απαιτεί κατά περίπτωση εκτίμηση. |
|
31. |
Επιπλέον, η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η προστασία των καταναλωτών δεν είναι απόλυτη και πρέπει να συμβιβάζεται με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας προάγει την αρχή αυτή, ενθαρρύνοντας τους ενάγοντες να αναζητούν την εξωδικαστική λύση των διαφορών, με την κοινοποίηση στους εναγομένους της πρόθεσής τους να ασκήσουν αγωγή, πριν από την άσκησή της. Το γεγονός ότι οι καταναλωτές πρέπει να τηρούν τις ελάχιστες δικονομικές απαιτήσεις για την άσκηση των δικαιωμάτων τους δεν συνεπάγεται ότι δεν απολαύουν της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που απαιτεί το άρθρο 47 του Χάρτη. Επιπλέον, έχει κριθεί ότι οι απαιτήσεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμού πριν από την έναρξη δικαστικής διαδικασίας ( 10 ). Κατά μείζονα λόγο, ένας μηχανισμός παροχής κινήτρων στους καταναλωτές για την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών τους, όπως αυτός του άρθρου 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, δεν αντίκειται στην αρχή αυτή. Το κίνητρο αυτό μπορεί εύκολα να δοθεί με τρόπο που να μην επιβαρύνει δυσανάλογα τον καταναλωτή και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. |
|
32. |
Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας παρέχει στα δικαστήρια επαρκή περιθώρια διακριτικής ευχέρειας ώστε να μπορούν να το εφαρμόζουν κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης. |
|
33. |
Το σημείο αφετηρίας της Επιτροπής είναι ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 είναι διάταξη αναγκαστικού δικαίου ισοδύναμης ισχύος με τους κανόνες δημόσιας τάξης. Δεδομένου ότι η οδηγία 93/13, σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, δεν εναρμονίζει τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις διαφορές που αφορούν καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, τα ζητήματα αυτά διέπονται από τις εσωτερικές έννομες τάξεις τους, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν την κατανομή των δικαστικών εξόδων μπορούν να εγείρουν ανησυχίες από την άποψη της αρχής της αποτελεσματικότητας, εάν έχουν ως αποτέλεσμα να αποτρέπουν τους καταναλωτές από την άσκηση των δικαιωμάτων τους ενώπιον των δικαστηρίων. Το ζήτημα που τίθεται με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι εάν το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όπως έχει ερμηνευθεί από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο), αποτελεί αδικαιολόγητο εμπόδιο για τους καταναλωτές που επιδιώκουν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους όσον αφορά την ακυρότητα των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές και να λάβουν πλήρη αποζημίωση. |
|
34. |
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας δεν υποχρεώνει τους καταναλωτές να απευθύνουν εξωδικαστική όχληση στον εναγόμενο πριν από την άσκηση αγωγής. Εάν οι καταναλωτές δεν απευθύνουν εξωδικαστική όχληση, διατρέχουν τον κίνδυνο να επιβαρυνθούν με τα δικαστικά έξοδα, εάν ο εναγόμενος αποδεχθεί την αξίωση πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης. Κατά την Επιτροπή, δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικότητας εάν οι καταναλωτές μπορούν εύκολα να αποφύγουν τον κίνδυνο αυτό και εάν ο επίμαχος κανόνας μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, οι καταναλωτές μπορούν ευχερώς να ανταποκριθούν στην εν λόγω απαίτηση είτε ενεργώντας οι ίδιοι είτε με τη συνδρομή δικηγόρου. Το να απαιτείται από τους καταναλωτές να αναλαμβάνουν σε ορισμένο βαθμό πρωτοβουλία για την προάσπιση των συμφερόντων τους δεν συνιστά δυσανάλογο εμπόδιο στην προστασία των δικαιωμάτων τους. Ο επίμαχος κανόνας ευνοεί επίσης την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, η οποία αποτελεί θεμιτό στόχο που ανταποκρίνεται στον σκοπό της προστασίας των καταναλωτών. |
|
35. |
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας καθιερώνει τεκμήριο κακοπιστίας του εναγομένου όταν του έχει κοινοποιηθεί εξωδικαστική όχληση πριν από την άσκηση της αγωγής, εντούτοις δεν εμποδίζει τους καταναλωτές να αποδείξουν την ύπαρξη κακοπιστίας για άλλους λόγους. Συναφώς, η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρίνισε ότι, για την εκτίμηση αυτή, ενδεχομένως να είναι χρήσιμο να συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι η νομολογία των εθνικών δικαστηρίων έχει ήδη κρίνει τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας ρήτρας και ότι άλλοι καταναλωτές έχουν ασκήσει παρόμοια αγωγή κατά του εναγομένου για τον ίδιο λόγο. |
2. Ανάλυση
|
36. |
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. Εντούτοις, η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες. Η αναγκαστικού δικαίου διάταξη αυτή πρέπει να νοηθεί ως ισοδύναμη προς τους εθνικούς κανόνες που αποτελούν, στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξεως, κανόνες δημοσίας τάξεως. Η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα ( 11 ). |
|
37. |
Δεδομένου του σημαντικού δημοσίου συμφέροντος ως προς την προστασία των καταναλωτών, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές ( 12 ). Αυτό το σύστημα προστασίας στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής ευρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το επίπεδο πληροφόρησης ( 13 ). |
|
38. |
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι συμβατική ρήτρα η οποία κρίνεται καταχρηστική πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρείται ως ουδέποτε υπάρξασα, οπότε δεν δύναται να παράγει αποτελέσματα έναντι του καταναλωτή. Η διαπίστωση με δικαστική απόφαση της καταχρηστικότητας μιας τέτοιας ρήτρας πρέπει κατ’ αρχήν να αποκαθιστά τη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία θα τελούσε ο καταναλωτής αν δεν υπήρχε η εν λόγω ρήτρα ( 14 ). |
|
39. |
Ωστόσο, βάσει της αρχής της δοτής αρμοδιότητας, κατά το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ, η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τις οποίες της έχουν αναθέσει τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των σκοπών που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν ( 15 ). |
|
40. |
Κατά πάγια νομολογία, το δίκαιο της Ένωσης δεν εναρμονίζει τις διαδικασίες εξέτασης του φερόμενου ως καταχρηστικού χαρακτήρα μιας συμβατικής ρήτρας και οι διαδικασίες αυτές διέπονται από την εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών ( 16 ). Η κατανομή των εξόδων ένδικης διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ως κατεξοχήν δικονομικό ζήτημα, εμπίπτει στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών ( 17 ). Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να διαμορφώνονται κατά τρόπο που να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 18 ). |
|
41. |
Από τα στοιχεία της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι οι επίμαχοι ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δικονομικοί κανόνες εφαρμόζονται διαφορετικά αναλόγως του εάν το δικαίωμα απονέμεται από το δίκαιο της Ένωσης ή από το εθνικό δίκαιο. Επομένως, η αρχή της ισοδυναμίας δεν ασκεί επιρροή στην απάντηση των προδικαστικών ερωτημάτων. |
|
42. |
Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, το ζήτημα εάν εθνική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένης υπόψη της θέσης της διάταξης αυτής στην όλη διαδικασία ενώπιον των διαφόρων εθνικών οργάνων με δικαιοδοτική αρμοδιότητα επί των ζητημάτων αυτών, της εξέλιξης της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να λαμβάνονται ενδεχομένως υπόψη οι αρχές που αποτελούν τον πυρήνα της εθνικής έννομης τάξης, όπως η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας ( 19 ). Στο μέτρο που αποσκοπούν στην αποσυμφόρηση ενός συχνά υπερφορτωμένου δικαστικού συστήματος, οι δικονομικοί κανόνες που θεσπίζονται προς εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που απαιτούν πρόσθετη προσπάθεια εκ μέρους του καταναλωτή για την άσκηση των δικαιωμάτων του, μπορούν να δικαιολογηθούν υπό την προϋπόθεση ότι δεν βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού τους ( 20 ). |
|
43. |
Η τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας δεν μπορεί να βαίνει μέχρι του σημείου πλήρους επανόρθωσης των συνεπειών από την πλήρη αδράνεια του ενδιαφερόμενου καταναλωτή ( 21 ). Δεδομένου ότι η προστασία του καταναλωτή δεν είναι απόλυτη, το γεγονός ότι ο καταναλωτής οφείλει να τηρήσει ορισμένες δικονομικές απαιτήσεις προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματά του δεν του αποστερεί την αποτελεσματική δικαστική προστασία ( 22 ). Εντούτοις, στους καταναλωτές πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής αναφορικά με το περιεχόμενο των συμβάσεων, μεταξύ άλλων και αναφορικά με την κατανομή των δικαστικών εξόδων, υπό εύλογες δικονομικές προϋποθέσεις, οι οποίες δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία 93/13 ( 23 ). |
|
44. |
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και η αρχή της αποτελεσματικότητας, αντιτίθενται σε καθεστώς που επιτρέπει να επιβαρύνεται ο καταναλωτής με μέρος των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το ύψος των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που του επιστρέφονται κατόπιν της αναγνωρίσεως της ακυρότητας συμβατικής ρήτρας λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα της. Ένα τέτοιο καθεστώς δημιουργεί σημαντικό εμπόδιο, ικανό να αποτρέψει τους καταναλωτές από το να ασκήσουν το δικαίωμα σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο τέτοιων συμβατικών ρητρών ( 24 ). Ομοίως, το Δικαστήριο έκρινε ότι ρύθμιση σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, πρέπει να καταβάλει τα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων είναι σε θέση να αποτρέψει έναν καταναλωτή από την άσκηση των δικαιωμάτων του, ιδίως όταν το υπό αμφισβήτηση ποσό είναι μικρό ( 25 ). Εντούτοις, εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία εφαρμόζεται ανώτατο όριο στην αμοιβή του δικηγόρου την οποία δύναται να αναζητήσει ο νικήσας καταναλωτής από τον επαγγελματία δεν είναι αντίθετη προς την οδηγία 93/13, υπό την προϋπόθεση ότι το όριο αυτό παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να επιτύχει την απόδοση ποσού εύλογου και ανάλογου προς τα δικαστικά έξοδα στα οποία αντικειμενικώς υποβλήθηκε προκειμένου να ασκήσει μια τέτοια αγωγή ( 26 ). Στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας σχετικής με καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρα που περιέχεται σε σύμβαση που συνάπτεται με καταναλωτή, εθνική ρύθμιση που υποχρεώνει τον καταναλωτή, σε περίπτωση εξωδικαστικής ικανοποίησης των αξιώσεών του, να φέρει τα δικαστικά του έξοδα δεν αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι το επιληφθέν δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την ενδεχόμενη κακή πίστη του επαγγελματία και, κατά περίπτωση, τον καταδικάζει στα έξοδα που αφορούν την εν λόγω ένδικη διαδικασία ( 27 ). |
|
45. |
Η υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν τη δυνατότητα τηρήσεως των δικαιωμάτων που οι διάδικοι αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων που αντλούν από την οδηγία 93/13, ενέχει απαίτηση περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 47 του Χάρτη, και η οποία εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και ως προς τον καθορισμό των δικονομικών προϋποθέσεων που διέπουν τα ένδικα βοηθήματα που στηρίζονται στα δικαιώματα αυτά ( 28 ). Εντούτοις, τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η απαίτηση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια. Μπορούν να περιέχουν περιορισμούς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει το επίμαχο μέτρο και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θα προσέβαλλε την ίδια την ουσία των ούτως διασφαλιζομένων δικαιωμάτων ( 29 ). |
|
46. |
Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, πρέπει να εξεταστεί εάν εθνικός δικονομικός κανόνας όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, ήτοι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, θίγει την αποτελεσματικότητα της προστασίας που παρέχει στους καταναλωτές η οδηγία 93/13, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη. |
|
47. |
Επισημαίνω ότι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας διέπει την κατανομή των δικαστικών εξόδων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ζήτημα που εμπίπτει στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, υπό τον όρο του σεβασμού, μεταξύ άλλων, της αρχής της αποτελεσματικότητας. Οι κανόνες που διέπουν την κατανομή των δικαστικών εξόδων ενδέχεται να αποτελούν εμπόδιο στην αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία 93/13 ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Όπως υποστηρίχθηκε από την Ισπανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, φαίνεται ότι το άρθρο 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, ήτοι την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, στο μέτρο που αποσκοπεί στην ενθάρρυνση των εξωδίκων συμβιβασμών, απαλλάσσοντας έτσι το δικαστικό σύστημα από τις αξιώσεις αυτές. |
|
48. |
Απαιτείται μετρίου βαθμού προσπάθεια εκ μέρους των καταναλωτών για την κοινοποίηση εξωδικαστικής όχλησης προς πληρωμή πριν από την έναρξη ένδικης διαδικασίας, προκειμένου να έχουν τη βεβαιότητα ότι θα τους επιδικαστούν τα έξοδα άσκησης τυχόν αγωγής σε περίπτωση που ο εναγόμενος αποδεχθεί την αξίωση πριν προβεί σε αντίκρουση. Λαμβανομένου υπόψη του θεμιτού σκοπού τον οποίο επιδιώκει ο κανόνας αυτός, η απαίτηση καταβολής της προσπάθειας αυτής δεν συνιστά δυσανάλογο εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία 93/13. Η κοινοποίηση εξωδικαστικής όχλησης είναι δωρεάν και δεν απαιτεί τη συνδρομή δικηγόρου. Όπως επισήμαναν η Cajasur και η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εξωδικαστική όχληση δύναται να κοινοποιηθεί στον εναγόμενο με επιστολή, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή μέσω της υπηρεσίας καταγγελιών η οποία επιβάλλεται από το ισπανικό δίκαιο στα πιστωτικά ιδρύματα που τελούν υπό την εποπτεία της Banco de España (Τράπεζας της Ισπανίας). Για τους καταναλωτές που ανέθεσαν σε δικηγόρο την άσκηση αγωγής, όπως φαίνεται να συνέβη στην ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δίκη, είναι ακόμη πιο δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς η απαίτηση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική επιβάρυνση. |
|
49. |
Η Cajasur, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπογραμμίζουν ότι, δυνάμει του άρθρου 395 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, ο εναγόμενος δεν καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εάν αποδεχθεί την αξίωση στο πλαίσιο αγωγής πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης, εκτός εάν ενήργησε κακόπιστα. Εντούτοις, εκ πρώτης όψεως, και υπό την επιφύλαξη της ερμηνείας της από τα ισπανικά δικαστήρια, η διάταξη αυτή δεν φαίνεται να εμποδίζει το δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους του εναγομένου για άλλους λόγους. Από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι τα ισπανικά δικαστήρια εξέτασαν το ζήτημα αυτό. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα μιας οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή. Η ως άνω απαίτηση περί σύμφωνης ερμηνείας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εθνικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς της εκάστοτε οδηγίας ( 30 ). |
|
50. |
Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) έχει ήδη κηρύξει άκυρη, λόγω καταχρηστικότητας, τη ρήτρα αμοιβής σχετικά με τα έξοδα εγγραφής υποθήκης, που αποτελεί αντικείμενο της ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δίκης. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως διαφαίνεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, αντί να ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με τις συνέπειες της εν λόγω εθνικής νομολογίας επί των συμβάσεών τους, αναμένουν έως ότου λάβουν εξωδικαστική όχληση, την οποία αποδέχονται, ή έως ότου οι καταναλωτές ασκήσουν αγωγή, οπότε δέχονται την αξίωση πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης, προκειμένου να μην επιβαρυνθούν με τα δικαστικά έξοδα. Τόσο η γνώση την οποία αναμένεται ότι διαθέτουν τα πιστωτικά ιδρύματα επί των θεμάτων αυτών όσο και η μειονεκτική θέση των καταναλωτών ( 31 ), σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα συμπεριφορά, ενδέχεται να συνιστά κακή πίστη εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, γεγονός που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν σύμφωνη προς τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που επιδιώκεται να επιτευχθεί με το θεσπιζόμενο από την οδηγία 93/13 καθεστώς ( 32 ), αλλά και προς την υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να παύσει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές ( 33 ). |
IV. Πρόταση
|
51. |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Audiencia Provincial de Málaga (εφετείο της Μάλαγα, Ισπανία) ως εξής: Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας και με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν την έννοια ότι: δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, στην περίπτωση που, στο πλαίσιο αγωγής, ο εναγόμενος δέχεται μια αξίωση πριν από την κατάθεση προτάσεων αντίκρουσης, η καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα εξαρτάται από τη διαπίστωση ότι ενήργησε κακόπιστα. |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) BOE αριθ. 7, της 8ης Ιανουαρίου 2000, σ. 575.
( 3 ) ΕΕ 1993, L 95, σ. 29.
( 4 ) Αποφάσεις 2295/2021 της 8ης Ιουνίου 2021 (ES:TS:2021:2295), 3413/2021 της 22ας Σεπτεμβρίου 2021 (ES:TS:2021:3413) και 3421/2021 της 22ας Σεπτεμβρίου 2021 (ES:TS:2021:3421). Με την απόφαση 2295/2021 της 8ης Ιουνίου 2021, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) έκρινε ότι η άσκηση της αγωγής δέκα εργάσιμες ημέρες αφού ο ενάγων απηύθυνε εξωδικαστική όχληση δεν παρείχε στην εναγόμενη ικανό χρόνο απάντησης στην προβαλλόμενη αξίωση. Επομένως, η εναγόμενη δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ενήργησε κακόπιστα, μολονότι αποδέχθηκε την αξίωση αυτή πριν καταθέσει προτάσεις αντίκρουσης. Στην απόφαση 3413/2021 της 22ας Σεπτεμβρίου 2021, ο ενάγων άσκησε την αγωγή μερικές μέρες αφού η εναγόμενη απάντησε στην εξωδικαστική του όχληση δηλώνοντας ότι προτίθετο να εξαλείψει ρήτρα σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, η οποία είχε κριθεί άκυρη λόγω καταχρηστικότητας με προγενέστερη απόφαση του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), εφαρμοστέα από την ημερομηνία έκδοσης της εν λόγω απόφασης. Το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάνθηκε ότι η εναγόμενη δεν ενήργησε κακόπιστα και, επομένως, δεν έπρεπε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( 5 ) Απόφαση 705/2015 της 23ης Δεκεμβρίου 2015 (ES:TS:2015:5618).
( 6 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 7 ) Απόφαση της 26ης Ιουνίου 2019, Aleš Kuhar και Jožef Kuhar κατά Addiko Bank d.d. (C‑407/18, EU:C:2019:537, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 8 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 9 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 40).
( 10 ) Αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 2010, Alassini κ.λπ. (C‑317/08 έως C‑320/08, EU:C:2010:146, σκέψεις 61 έως 65), της 14ης Ιουνίου 2017, Menini και Rampanelli (C‑75/16, EU:C:2017:457, σκέψεις 52 έως 55), καθώς και της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, Puškár (C‑73/16, EU:C:2017:725, σκέψεις 70 και 71).
( 11 ) Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ. (C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψεις 54 και 55).
( 12 ) Όπ.π. (σκέψη 56).
( 13 ) Αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM (C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 22), και της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 67).
( 14 ) Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ. (C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 61).
( 15 ) Απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Αναγνωστάκης κατά Επιτροπής (C‑589/15 P, EU:C:2017:663, σκέψη 97).
( 16 ) Αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2019, Kuhar (C‑407/18, EU:C:2019:537, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Vicente (Αγωγή για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής) (C‑335/21, EU:C:2022:720, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 17 ) Αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 95), και της 7ης Απριλίου 2022, Caixabank (C‑385/20, EU:C:2022:278, σκέψη 47). Πρβλ., συναφώς, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Vicente (Αγωγή για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής) (C‑335/21, EU:C:2022:720, σκέψη 53).
( 18 ) Αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 83), και της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Vicente (Αγωγή για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής) (C‑335/21, EU:C:2022:720, σκέψη 54).
( 19 ) Αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2019, Aleš Kuhar και Jožef Kuhar κατά Addiko Bank d.d. (C‑407/18, EU:C:2019:537, σκέψη 48), και της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 85).
( 20 ) Απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Sziber (C‑483/16, EU:C:2018:367, σκέψη 51).
( 21 ) Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Vicente (Αγωγή για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής) (C‑335/21, EU:C:2022:720, σκέψη 56).
( 22 ) Απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Sziber (C‑483/16, EU:C:2018:367, σκέψη 50).
( 23 ) Αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C‑176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 63), και της της 26ης Ιουνίου 2019, Aleš Kuhar και Jožef Kuhar κατά Addiko Bank d.d. (C‑407/18, EU:C:2019:537, σκέψη 57).
( 24 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Caixabank και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (C‑224/19 και C‑259/19, EU:C:2020:578, σκέψη 99).
( 25 ) Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C‑176/17, EU:C:2018:711, σκέψεις 67 έως 69).
( 26 ) Απόφαση της 7ης Απριλίου 2022, Caixabank (C‑385/20, EU:C:2022:278, σκέψεις 54 έως 58).
( 27 ) Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Servicios prescriptor y medios de pagos EFC SAU (C‑215/21, EU:C:2022:723, σκέψη 44).
( 28 ) Απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Sziber (C‑483/16, EU:C:2018:367, σκέψη 49).
( 29 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2017, Menini και Rampanelli (C‑75/16, EU:C:2017:457, σκέψεις 53 και 54).
( 30 ) Απόφαση της 26ης Ιουνίου 2019, Aleš Kuhar και Jožef Kuhar κατά Addiko Bank d.d. (C‑407/18, EU:C:2019:537, σκέψεις 65 και 66). Πρβλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, Vicente (Αγωγή για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής) (C‑335/21, EU:C:2022:720, σκέψη 74).
( 31 ) Πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ. (C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 56).
( 32 ) Όπ.π. (σκέψη 63).
( 33 ) Αποφάσεις της 31ης Μαΐου 2018, Sziber (C‑483/16, EU:C:2018:367, σκέψη 33), και της 26ης Ιουνίου 2019, Aleš Kuhar και Jožef Kuhar κατά Addiko Bank d.d. (C‑407/18, EU:C:2019:537, σκέψη 44).