This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62020TO0148
Order of the General Court (Seventh Chamber) of 19 January 2022.#FC v European Asylum Support Office.#Action for annulment – Civil service – Members of the temporary staff – Refusal to provide a certificate of good character – Refusal to accept a withdrawal of the resignation – Purely confirmatory act – Time limit for complaints – Irregularity in the pre-litigation procedure – Inadmissibility – Action for damages – Close link with the claim for annulment – Inadmissibility.#Case T-148/20.
Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (έβδομο τμήμα) της 19ης Ιανουαρίου 2022.
FC κατά Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο.
Προσφυγή ακυρώσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτοι υπάλληλοι – Άρνηση χορήγησης βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους – Μη αποδοχή της ανάκλησης της παραίτησης – Αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη – Προθεσμία υποβολής ένστασης – Παρατυπία της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής – Απαράδεκτο – Αγωγή αποζημίωσης – Στενός σύνδεσμος με το ακυρωτικό αίτημα – Απαράδεκτο.
Υπόθεση T-148/20.
Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (έβδομο τμήμα) της 19ης Ιανουαρίου 2022.
FC κατά Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο.
Προσφυγή ακυρώσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτοι υπάλληλοι – Άρνηση χορήγησης βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους – Μη αποδοχή της ανάκλησης της παραίτησης – Αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη – Προθεσμία υποβολής ένστασης – Παρατυπία της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής – Απαράδεκτο – Αγωγή αποζημίωσης – Στενός σύνδεσμος με το ακυρωτικό αίτημα – Απαράδεκτο.
Υπόθεση T-148/20.
ECLI identifier: ECLI:EU:T:2022:30
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 19ης Ιανουαρίου 2022 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτοι υπάλληλοι – Άρνηση χορήγησης βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους – Μη αποδοχή της ανάκλησης της παραίτησης – Αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη – Προθεσμία υποβολής ένστασης – Παρατυπία της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής – Απαράδεκτο – Αγωγή αποζημίωσης – Στενός σύνδεσμος με το ακυρωτικό αίτημα – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑148/20,
FC, εκπροσωπούμενη από τον Β. Χριστιανό, δικηγόρο,
προσφεύγουσα-ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), εκπροσωπούμενης από τις P. Eyckmans και Μ. A. Σταματοπούλου, επικουρούμενες από τους A. Guillerme και T. Bontinck, δικηγόρους,
καθής-εναγομένη,
με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της απόφασης της EASO [εμπιστευτικό], με την οποία δεν έγινε δεκτή η εκ μέρους της προσφεύγουσας-ενάγουσας ανάκληση της παραίτησής της και απορρίφθηκε το αίτημα της ίδιας να της χορηγηθεί βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους, καθώς και της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας-ενάγουσας κατά της πρώτης αυτής απόφασης και, αφετέρου, την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται η προσφεύγουσα-ενάγουσα ότι υπέστη,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. da Silva Passos, πρόεδρο, V. Valančius (εισηγητή) και I. Reine, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1 Από [εμπιστευτικό] έως [εμπιστευτικό], η προσφεύγουσα-ενάγουσα, FC (στο εξής: προσφεύγουσα), κατείχε θέση έκτακτης υπαλλήλου στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), αρχικώς ως [εμπιστευτικό], στον βαθμό [εμπιστευτικό], κατόπιν δε, από [εμπιστευτικό], ως [εμπιστευτικό].
2 Τον [εμπιστευτικό], η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) έλαβε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες είχαν διαπραχθεί παρατυπίες από τον πρώην εκτελεστικό διευθυντή της EASO. Ως εκ τούτου, η OLAF κίνησε διαδικασία έρευνας κατά του προσώπου αυτού.
3 Με βάση τα προκαταρκτικά αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, το πεδίο της έρευνας της OLAF επεκτάθηκε ώστε να καλύψει και άλλα μέλη του προσωπικού της EASO, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η προσφεύγουσα.
4 Η προσφεύγουσα ενημερώθηκε σχετικά στις [εμπιστευτικό] και, στις [εμπιστευτικό], η OLAF ερεύνησε το γραφείο της.
5 Στις [εμπιστευτικό], η OLAF προέβη σε ακρόαση της προσφεύγουσας και της έδωσε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της σχετικά με την έρευνα στις [εμπιστευτικό].
6 Στις [εμπιστευτικό], η OLAF εξέδωσε την έκθεση έρευνας και κοινοποίησε στην προσφεύγουσα μη εμπιστευτικό κείμενο της εν λόγω έκθεσης. Στην έκθεση αυτή, η OLAF κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα είχε παραλείψει να επισημάνει παρατυπίες του πρώην εκτελεστικού διευθυντή, κατά παράβαση του άρθρου 21α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), και ότι οι ενέργειές της είχαν πιθανόν συμβάλει στις παρατυπίες που έλαβαν χώρα στην EASO, κατά παράβαση του άρθρου 21 του ΚΥΚ. Ως εκ τούτου, η OLAF συνέστησε την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατά της προσφεύγουσας.
7 Στις [εμπιστευτικό], ο προσωρινός εκτελεστικός διευθυντής της EASO, υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων πρόσληψης αρχής (στο εξής: ΑΣΣΠΑ), κάλεσε την προσφεύγουσα σε δύο ακροάσεις που είχαν προγραμματιστεί για τις [εμπιστευτικό].
8 Στις [εμπιστευτικό], η ΑΣΣΠΑ επέβαλε στην προσφεύγουσα αναστολή άσκησης των καθηκόντων της για αόριστο χρονικό διάστημα και με άμεση ισχύ, παρακράτηση κατ’ αποκοπήν ποσού 1 084,00 ευρώ επί των μηνιαίων καθαρών αποδοχών της για χρονικό διάστημα έξι μηνών και απαγόρευση πρόσβασης στις εγκαταστάσεις της EASO καθώς και στις υπηρεσίες και στον εξοπλισμό επικοινωνιών και πληροφορικής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναστολή άσκησης των καθηκόντων της.
9 Στις [εμπιστευτικό], η προσφεύγουσα έλαβε προσφορά εργασίας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) (στο εξής: προσφορά εργασίας).
10 Στις [εμπιστευτικό], η προσφεύγουσα αποδέχθηκε την προσφορά εργασίας.
11 Την [εμπιστευτικό], η προσφεύγουσα υπέβαλε την παραίτησή της στην EASO (στο εξής: παραίτηση).
12 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], η EASO επιβεβαίωσε τη λήψη της παραίτησης και την αποδέχθηκε.
13 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό] που απηύθυνε στην EASO (στο εξής: ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό]), η προσφεύγουσα υπενθύμισε, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο εντός του οποίου υπέβαλε την παραίτησή της την [εμπιστευτικό], την άμεση και ανεπιφύλακτη αποδοχή της παραίτησής της από την EASO με ημερομηνία [εμπιστευτικό], με ισχύ από [εμπιστευτικό], και στη συνέχεια ανέφερε τα εξής:
«Εχθές, στις [εμπιστευτικό], ο Frontex με ενημέρωσε ότι επικοινώνησε μαζί σας και ότι σκοπεύει να αναστείλει την προσφορά εργασίας, έχοντας αμφιβολίες ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 12, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο γʹ, του ΚΛΠ, ιδίως όσον αφορά την ακεραιότητά μου και τα εχέγγυα ήθους μου.
Εκτιμώ ότι, παρά [την] απόφαση [περί αναστολής], μου αναγνωρίζετε υψηλό επίπεδο αποδοτικότητας στην εργασία, επαγγελματισμό, πρέπουσα συμπεριφορά, ακεραιότητα και διακριτικότητα στον επαγγελματικό βίο μου, καθόσον παραδέχεστε τη συμβολή μου στην [EASO], όπως προκύπτει από την επιστολή σας της [εμπιστευτικό] με την οποία δεχθήκατε την παραίτησή μου. Πιστεύω επίσης ότι τούτο επιρρωννύεται από το γεγονός ότι: i) μέχρι σήμερα, δεν έχει κινηθεί καμία πειθαρχική διαδικασία, ενώ η ακρόαση που διοργανώθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ διεξήχθη στις [εμπιστευτικό], και ii) δεχθήκατε αμέσως και ανεπιφύλακτα την παραίτησή μου, παρά το δικαίωμά σας να την αρνηθείτε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 48, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, εφόσον εκκρεμούσε πειθαρχική διαδικασία ή επέκειτο η κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι επιθυμείτε να σταθείτε αρωγός στη μελλοντική μου σταδιοδρομία και να μην αποτελέσετε ανασταλτικό παράγοντα. Κατά συνέπεια, σας ζητώ να παράσχετε, το συντομότερο δυνατόν, είτε σε εμένα είτε απευθείας στον Frontex, θετικά εχέγγυα ήθους, ούτως ώστε να αναλάβω τα καθήκοντά μου σε αυτόν εντός της καθορισμένης προθεσμίας, δηλαδή μέχρι [εμπιστευτικό].
Άλλως, θα θεωρήσω ευλόγως ότι τα σχόλια που παρέσχε η EASO, ως ο τελευταίος εργοδότης μου, στον Frontex ήταν αρνητικά, με αποτέλεσμα να ανασταλεί η προσφορά που έλαβα από τον Frontex και, κατά συνέπεια, να μείνω άνεργη και ανασφάλιστη.
Σε αυτή την περίπτωση, ανακαλώ την παραίτηση που υπέβαλα σε εσάς [εμπιστευτικό], ούτως ώστε να συνεχίσω να εργάζομαι για την EASO μετά [εμπιστευτικό] και έως ότου ο Frontex παύσει την αναστολή της προσφοράς θέσης εργασίας και μου αποστείλει μια οριστική και άνευ όρων προσφορά θέσης εργασίας.
[…]
Θα σας ήμουν ευγνώμων αν θα μπορούσατε να μου επιβεβαιώσετε την παραλαβή του παρόντος μηνύματος και να μου απαντήσετε μέχρι τις [εμπιστευτικό] το αργότερο.»
14 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], η EASO απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό] (στο εξής: ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό]) ως εξής:
«Θα ήθελα να σας επισημάνω ότι η EASO δεν χορηγεί βεβαίωση περί θετικών εχέγγυων ήθους κατόπιν αίτησης των μελών του προσωπικού της.
Όσον αφορά την ενδεχόμενη ανάκληση της παραίτησης που μνημονεύεται στο ηλεκτρονικό μήνυμά σας, σας παρακαλώ να λάβετε υπόψη ότι η υποβληθείσα την [εμπιστευτικό] παραίτησή σας έγινε δεκτή αυθημερόν από την [EASO] και, επομένως, δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς.»
15 Με την απόφαση [εμπιστευτικό] της [εμπιστευτικό], η ΑΣΣΠΑ κίνησε πειθαρχική διαδικασία κατά της προσφεύγουσας (στο εξής: κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας).
16 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό] (στο εξής: ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό]), η προσφεύγουσα γνωστοποίησε στην EASO τα εξής:
«Πρώτον, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δεν μου είναι σαφές γιατί η [EASO] δεν χορηγεί βεβαίωση περί θετικών εχέγγυων ήθους κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του ΚΛΠ. Η απάντησή σας δεν περιέχει αιτιολογία ούτε νομική βάση. Για τον λόγο αυτό σας παρακαλώ να γνωστοποιήσετε τους λόγους της απόφασής σας και τη συγκεκριμένη νομική βάση του ισχυρισμού σας.
Δεύτερον, όσον αφορά την ανάκληση της παραίτησής μου, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι αυτή δεν διατυπώθηκε ως ενδεχόμενη, καθόσον ανακάλεσα ρητώς την παραίτησή μου με το από [εμπιστευτικό] ηλεκτρονικό μήνυμά μου.
Τόσο η παραίτησή μου όσο και η ανάκλησή της είναι μονομερείς πράξεις, μη εξαρτώμενες από την προϋπόθεση της αποδοχής τους από την ΑΣΣΠΑ της EASO. Συναφώς, σας επισημαίνω ότι ανακάλεσα την παραίτησή μου πριν από την έναρξη ισχύος της στις [εμπιστευτικό].»
17 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], η EASO απάντησε στο δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας (στο εξής: ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] ή πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση) ως εξής:
«Ως προς την αίτησή σας για τη χορήγηση βεβαίωσης περί θετικών εχέγγυων ήθους, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του ΚΛΠ [...]
Μολονότι τα μέλη του προσωπικού δικαιούνται να ζητήσουν τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους, η [EASO] δεν υποχρεούται να χορηγήσει τέτοιο έγγραφο. Το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο δεν περιέχει καμία διάταξη βάσει της οποίας να υποχρεούται η [EASO] να παρέχει στα μέλη του προσωπικού της βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους κατόπιν αίτησής τους.
Επιπλέον, η [EASO] ουδέποτε δεσμεύθηκε έναντι υμών ή οποιουδήποτε άλλου μέλους του προσωπικού να παράσχει τέτοια βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους κατόπιν αίτησης. Όπως εξέθεσα στο προηγούμενο ηλεκτρονικό μήνυμά μου, η [EASO] δεν συνηθίζει να παρέχει τέτοιες βεβαιώσεις περί εχέγγυων ήθους κατόπιν αίτησης νυν ή πρώην μελών του προσωπικού της.
Τέλος, δεδομένης της πρόσφατης απόφασής μου να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία εις βάρος σας [...], όπως συνέστησε η OLAF με την έκθεσή της, η [EASO] δεν είναι σε θέση να σας χορηγήσει βεβαίωση περί θετικών εχέγγυων ήθους.
Ελπίζω ότι οι εκτιμήσεις αυτές σας παρέχουν επαρκείς λόγους για την απόφασή μου να απορρίψω την αίτησή σας για τη χορήγηση βεβαίωσης περί θετικών εχέγγυων ήθους.
Όσον αφορά την ανάκληση της παραίτησής σας […]
Με το ηλεκτρονικό μήνυμά σας της [εμπιστευτικό], γράψατε “σας ζητώ να παράσχετε, το συντομότερο δυνατόν, είτε σε εμένα είτε απευθείας στον Frontex, θετικά εχέγγυα ήθους, ούτως ώστε να αναλάβω τα καθήκοντά μου σε αυτόν εντός της καθορισμένης προθεσμίας, δηλαδή μέχρι [εμπιστευτικό]. Άλλως, θα θεωρήσω ευλόγως ότι τα σχόλια που παρέσχε η EASO, ως ο τελευταίος εργοδότης μου, στον Frontex ήταν αρνητικά, με αποτέλεσμα να ανασταλεί η προσφορά που έλαβα από τον Frontex και, κατά συνέπεια, να μείνω άνεργη και ανασφάλιστη. Σε αυτή την περίπτωση, ανακαλώ την παραίτηση που υπέβαλα σε εσάς [εμπιστευτικό], ούτως ώστε να συνεχίσω να εργάζομαι για την EASO μετά [εμπιστευτικό] και έως ότου ο Frontex παύσει την αναστολή της προσφοράς θέσης εργασίας και μου αποστείλει μια οριστική και άνευ όρων προσφορά θέσης εργασίας”.
Σας επισημαίνω ότι η EASO δεν παρέσχε στον Frontex κανένα θετικό ή αρνητικό σχόλιο ούτε βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους. Επομένως, αποδεικνύεται αβάσιμη και μη εύλογη η εικασία που διατυπώνετε με το ηλεκτρονικό μήνυμά σας και η οποία αφορά υποτιθέμενα αρνητικά σχόλια της EASO προς τον Frontex τα οποία προκάλεσαν την αναστολή της προσφοράς εργασίας.
Με το ηλεκτρονικό σας μήνυμα της [εμπιστευτικό], [...] τονίσατε ότι “[η παραίτησή μου] δεν ήταν ενδεχόμενη, καθόσον ανακάλεσα ρητώς την παραίτησή μου με το από [εμπιστευτικό] ηλεκτρονικό μήνυμά μου”. Εντούτοις, παρακαλείσθε να λάβετε υπόψη ότι η ανάκληση της παραίτησής σας διατυπώθηκε ως υποθετική στο ηλεκτρονικό σας μήνυμα της [εμπιστευτικό], το οποίο δεν έκανε λόγο για πραγματική ανάκληση.
Η σύμβαση εργασίας σας έληξε στις [εμπιστευτικό], ημερομηνία από την οποία εσείς παύσατε να ανήκετε στο προσωπικό της EASO και εγώ έπαυσα να έχω την ιδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ως προς εσάς.
Μολονότι η παραίτησή σας οφειλόταν αποκλειστικά σε δική σας πρωτοβουλία κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 47, στοιχείο βʹ, σημείο ii, του ΚΛΠ, από τη στιγμή που η [EASO] αποδέχθηκε την παραίτησή σας συνήφθη αμοιβαία συμφωνία, δυνάμει της οποίας η σύμβαση εργασίας επρόκειτο να λήξει την τελευταία ημέρα εργασίας, ήτοι [εμπιστευτικό]. Κατά συνέπεια, μετά την αποδοχή της παραίτησής σας από την [EASO], η παραίτησή σας δεν μπορούσε να ανακληθεί μονομερώς.
[...] Σας υπενθυμίζω ότι η [EASO] δεν υποχρεούται να δεχθεί την αίτησή σας για την ανάκληση της παραίτησής σας. Επιπλέον, εφόσον η σύμβαση εργασίας σας λύθηκε από τις [εμπιστευτικό] και δεν είστε πλέον μέλος του προσωπικού της EASO, αδυνατώ σε αυτή τη χρονική στιγμή να δεχθώ την ανάκληση της παραίτησής σας.»
18 Με έγγραφο της [εμπιστευτικό] προς την προσφεύγουσα, ο Frontex ανακάλεσε την προσφορά εργασίας, λόγω ιδίως της μη τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 12, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά, αντιστοίχως, τις απαιτήσεις ακεραιότητας και τα εχέγγυα ήθους.
19 Στις [εμπιστευτικό], η προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης (στο εξής: διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας).
20 Με την απόφαση [εμπιστευτικό] της [εμπιστευτικό], η EASO απέρριψε τη διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας (στο εξής: απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης ή δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση και, από κοινού με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, προσβαλλόμενες αποφάσεις).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
21 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Μαρτίου 2020, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή).
22 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Μαρτίου 2020, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 66 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα ζήτησε την τήρηση ανωνυμίας και τη μη δημοσιοποίηση ορισμένων στοιχείων. Με απόφαση της 26ης Ιουνίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) δέχθηκε το αίτημα διατήρησης της ανωνυμίας.
23 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις·
– να υποχρεώσει την EASO να της καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση το ποσό που αντιστοιχεί στις αποδοχές που θα είχε λάβει αν είχε παραμείνει στη θέση εργασίας της στην EASO, ήτοι, από [εμπιστευτικό] και μέχρι την επάνοδό της στα καθήκοντά της στην EASO ή, εναλλακτικώς, μέχρι τη λήξη της σύμβασής της με την EASO ή μέχρι να ανεύρει άλλη θέση εργασίας αντιστοίχων αποδοχών, [ήτοι] το ποσό των [εμπιστευτικό] ευρώ ανά μήνα (μέχρι και [εμπιστευτικό]) και το ποσό των [εμπιστευτικό] ευρώ ανά μήνα (από [εμπιστευτικό])·
– να υποχρεώσει την EASO να της καταβάλει το ποσό των 250 000 ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και της βλάβης της υγείας που έχει υποστεί μέχρι σήμερα·
– να καταδικάσει την EASO στα δικαστικά έξοδα.
24 Η EASO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
25 Αφενός, κατά το άρθρο 126 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία· αφετέρου, κατά το άρθρο 129 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αυτεπαγγέλτως, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τους κύριους διαδίκους, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη επί των λόγων απαραδέκτου δημοσίας τάξεως.
26 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας και αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
27 Με την υπό κρίση προσφυγή, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων και την αποκατάσταση των ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστη.
28 Με το κύριο αίτημά της, η EASO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή, αμφισβητώντας το παραδεκτό των αιτημάτων με τα οποία η προσφεύγουσα ζητεί τόσο την ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων όσο και την αποκατάσταση των ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστη.
29 Επικουρικώς, η EASO αμφισβητεί το βάσιμο του αιτήματος ακύρωσης και του αιτήματος αποκατάστασης των ζημιών που προβάλλει η προσφεύγουσα.
30 Σε πρώτο στάδιο πρέπει να εξεταστεί το ακυρωτικό αίτημα της προσφεύγουσας και, σε δεύτερο στάδιο, το αίτημά της για αποκατάσταση της ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.
Επί του αντικειμένου της προσφυγής
31 Με το δικόγραφο της προσφυγής, η προσφεύγουσα ζήτησε την ακύρωση του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό] καθώς και της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που υποβλήθηκε κατά του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος.
32 Κατά πάγια νομολογία, η διοικητική ένσταση, όπως προβλέπεται από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, και η ρητή ή σιωπηρή απόρριψή της αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας σύνθετης διαδικασίας και συνιστούν απλώς προϋπόθεση για την άσκηση ένδικης προσφυγής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή, ακόμη και αν τυπικά βάλλει κατά της απόρριψης της διοικητικής ένστασης, έχει ως αποτέλεσμα ο δικαστής να επιληφθεί της βλαπτικής πράξης κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση, εκτός από την περίπτωση που η απόρριψη της διοικητικής ένστασης έχει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο της πράξης κατά της οποίας υποβλήθηκε η ένσταση αυτή (βλ. απόφαση της 24ης Απριλίου 2017, HF κατά Κοινοβουλίου, T‑584/16, EU:T:2017:282, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Ειδικότερα, μια ρητή απόφαση περί απόρριψης διοικητικής ένστασης μπορεί, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της, να μην έχει χαρακτήρα επιβεβαιωτικό της προσβαλλόμενης πράξης. Αυτό συμβαίνει όταν η απόφαση για την απόρριψη διοικητικής ένστασης περιέχει επανεξέταση της κατάστασης του ενδιαφερομένου βάσει νέων νομικών και πραγματικών στοιχείων ή όταν τροποποιεί ή συμπληρώνει την αρχική απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόρριψη της διοικητικής ένστασης συνιστά πράξη υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, και μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί βλαπτική πράξη, η οποία αντικαθιστά την προσβαλλόμενη πράξη (βλ. απόφαση της 24ης Απριλίου 2017, HF κατά Κοινοβουλίου, T‑584/16, EU:T:2017:282, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Παρά ταύτα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, ο δικαστής μπορεί να αποφασίσει ότι η δίκη καταργείται ειδικά όσον αφορά το αίτημα που στρέφεται κατά της απόφασης για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης, εάν διαπιστώσει ότι το αίτημα αυτό δεν είναι αυτοτελές και, στην πραγματικότητα, συγχέεται με το αίτημα που στρέφεται κατά της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε η διοικητική ένσταση (βλ. απόφαση της 24ης Απριλίου 2017, HF κατά Κοινοβουλίου, T‑584/16, EU:T:2017:282, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Σε μια τέτοια περίπτωση, η νομιμότητα της βλαπτικής πράξης πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογίας που παρατίθεται στην απόφαση για την απόρριψη της ένστασης, καθώς η αιτιολογία αυτή πρέπει να συμπίπτει με την εν λόγω πράξη. Πράγματι, με την απόφαση για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης, η αρμόδια αρχή συμπληρώνει την αιτιολογία της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της διοικητικής ένστασης, απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις αιτιάσεις που προβάλλονται με την ένσταση αυτή (πρβλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2018, Villeneuve κατά Επιτροπής, T‑671/16, EU:T:2018:519, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η απόφαση για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης έχει διαφορετικό περιεχόμενο από το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], καθόσον με αυτήν η EASO απορρίπτει τα αιτήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα με τη διοικητική ένσταση αποβλέποντας στην αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς της EASO. Στο μέτρο αυτό, η απόφαση για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης έχει αυτοτελές περιεχόμενο.
36 Επομένως, σε πρώτο στάδιο, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί του ακυρωτικού αιτήματος της προσφεύγουσας κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, την αιτιολογία που περιλαμβάνεται στο μη αυτοτελές τμήμα της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης. Σε δεύτερο στάδιο, πρέπει να εξεταστεί το αίτημα ακύρωσης κατά το μέρος που αφορά το τμήμα της απόφασης για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης του οποίου το περιεχόμενο είναι διαφορετικό από εκείνο του ηλεκτρονικού μηνύματος της [εμπιστευτικό] (στο εξής: αυτοτελές τμήμα της απόφασης για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης).
Επί του αιτήματος ακύρωσης
37 Με την ένσταση απαραδέκτου που βάλλει κατά του ακυρωτικού αιτήματος της προσφεύγουσας, η EASO υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε τη διοικητική της ένσταση εντός των τασσόμενων προθεσμιών κατά της πρώτης βλαπτικής γι’ αυτήν πράξης, σχετικά με την αίτησή της για τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους και την αποδοχή της ανάκλησης της παραίτησής της, ήτοι του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό]. Κατά την EASO, το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό] είναι πράξη αμιγώς επιβεβαιωτική.
38 Η προσφεύγουσα αντικρούει την ένσταση απαραδέκτου της EASO όσον αφορά, πρώτον, την αίτηση χορήγησης βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους, καθόσον, με το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό], η EASO δεν έδωσε απάντηση απευθυνόμενη ειδικώς στην προσφεύγουσα που να της αρνείται ατομικώς τη ζητηθείσα βεβαίωση, αλλά γενική απάντηση σχετικά με τη μη χορήγηση τέτοιων βεβαιώσεων κατόπιν αίτησης των μελών του προσωπικού της, με αποτέλεσμα, ελλείψει σαφήνειας ως προς την πρώτη αυτή απάντηση, η προσφεύγουσα να ζητήσει από την EASO τη νομική βάση και την αιτιολογία για την άρνησή της.
39 Κατά την προσφεύγουσα, η EASO μετέβαλε, με το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], τη θέση που είχε διατυπώσει με το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], υποστηρίζοντας ότι, μολονότι ένας υπάλληλος μπορεί θεμιτώς να ζητήσει να λάβει βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους, στην περίπτωση της προσφεύγουσας ειδικότερα, η υπηρεσία αυτή δεν μπορούσε να χορηγήσει τέτοια βεβαίωση λόγω ιδίως της πειθαρχικής διαδικασίας που είχε κινηθεί, οπότε η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση για τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους παραμένει το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό], ήτοι η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση.
40 Όσον αφορά, δεύτερον, το αίτημα αποδοχής της ανάκλησης της παραίτησής της, υποστηρίχθηκε αρχικώς, με το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό], ότι, δεδομένου ότι η EASO είχε αποδεχθεί την παραίτηση, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε πλέον να την ανακαλέσει, η δε EASO χαρακτήρισε την εν λόγω ανάκληση ως υποθετική, οπότε, στο στάδιο αυτό, η EASO δεν είχε ακόμη καθορίσει τη θέση της.
41 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η EASO, η προσφεύγουσα της διαβίβασε, στις [εμπιστευτικό], νέα κρίσιμα στοιχεία, ζήτησε να της γνωστοποιηθεί η αιτιολογία για την άρνηση χορήγησης βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους και διευκρίνισε ότι η ανάκληση της παραίτησής της δεν είχε υποθετικό χαρακτήρα, προσθέτοντας δύο νέα επιχειρήματα αντλούμενα, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι η ανάκληση είχε επέλθει πριν από την έναρξη ισχύος της παραίτησής της.
42 Πάντως, με το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό], η τελευταία παρέθεσε για πρώτη φορά χωριστή αιτιολογία αντλούμενη από τη ratione temporis αναρμοδιότητά της μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας της προσφεύγουσας.
43 Εν πάση περιπτώσει, βάσει του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό], η προσφεύγουσα δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρήσει ότι η ΑΣΣΠΑ είχε εκφράσει την οριστική της θέση επί των αιτημάτων της ούτε ότι είχε παρασχεθεί σχετική αιτιολογία, ενώ, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο συνεχιζόμενης συζήτησης μεταξύ θεσμικού οργάνου και υπαλλήλου, ο υπάλληλος δύναται βασίμως να θεωρήσει μια ανταλλαγή απόψεων ως οριστική λήψη θέσης εκ μέρους της Διοίκησης μόνον κατά τη λήψη του πρώτου εγγράφου της με το οποίο αιτιολογείται η εν λόγω λήψη θέσης, οπότε μόνον κατά το χρονικό αυτό σημείο υποχρεούται να ασκήσει ένσταση εντός της προβλεπόμενης από τον ΚΥΚ προθεσμίας.
44 Επομένως, η ένσταση της προσφεύγουσας ασκήθηκε εντός της τασσόμενης προθεσμίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό], το οποίο συνιστά την απόφαση της EASO με την οποία η τελευταία έλαβε για πρώτη φορά θέση επί της αίτησης για τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους και επί της ανάκλησης της παραίτησής της, παραθέτοντας πλήρη αιτιολογία.
45 Συναφώς, υπενθυμίζεται καταρχάς, ότι, κατά πάγια νομολογία, το παραδεκτό προσφυγής που ασκείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ και του άρθρου 91 του ΚΥΚ εξαρτάται από τη νομότυπη διεξαγωγή της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας και από την τήρηση των προθεσμιών που αυτή προβλέπει (βλ. αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 2004, Huygens κατά Επιτροπής, T‑281/01, EU:T:2004:207, σκέψη 125 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 24ης Απριλίου 2017, HF κατά Κοινοβουλίου, T‑584/16, EU:T:2017:282, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Κατά πάγια νομολογία, οι προθεσμίες των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ για την υποβολή διοικητικής ένστασης και την άσκηση προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και δεν μπορούν να επαφίενται στη διάθεση των μερών και του δικαστή, ο οποίος οφείλει να εξακριβώνει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, την τήρησή τους. Οι προθεσμίες αυτές ανταποκρίνονται στην απαίτηση της ασφάλειας δικαίου και στην ανάγκη να αποφεύγεται κάθε δυσμενής διάκριση ή κάθε αυθαίρετη μεταχείριση κατά την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2000, Politi κατά ETF, C‑154/99 P, EU:C:2000:354, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ο υπάλληλος υποχρεούται να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά της βλαπτικής γι’ αυτόν πράξης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της οικείας πράξης στον ενδιαφερόμενο.
48 Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντα του προσφεύγοντος μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (βλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2016, Alsteens κατά Επιτροπής, T‑328/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:671, σκέψη 113 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
49 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι μια αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη, όπως μια απόφαση της οποίας δεν προηγήθηκε επανεξέταση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου και, επομένως, δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη βλαπτική για τον ενδιαφερόμενο απόφαση, η οποία, ως εκ τούτου, δεν αντικαταστάθηκε, αλλά απλώς επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως βλαπτική για τον ενδιαφερόμενο πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ (πρβλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, Herpels κατά Επιτροπής, 54/77, EU:C:1978:45, σκέψεις 13 έως 15, και διάταξη της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, Krahl κατά Επιτροπής, T‑358/03, EU:T:2005:301, σκέψη 47).
50 Επομένως, αν μια μεταγενέστερη απόφαση είναι αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης πράξης η οποία, με τη σειρά της, ήδη βλάπτει τον ενδιαφερόμενο και είναι, ως εκ τούτου, δεκτική προσβολής και η μεταγενέστερη απόφαση δεν περιέχει νέα θέση σε σχέση με την προγενέστερη, η ακύρωση της μεταγενέστερης απόφασης δεν μπορεί να παράγει επί της νομικής κατάστασης του ενδιαφερομένου χωριστά αποτελέσματα από εκείνα που απορρέουν από την ακύρωση της προγενέστερης πράξης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η προσφυγή πρέπει να ασκείται κατά της προγενέστερης πράξης που είναι η βλαπτική για τον ενδιαφερόμενο πράξη. Η έκδοση της μεταγενέστερης απόφασης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την έναρξη νέας προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής (βλ. διάταξη της 1ης Ιουνίου 2017, Camerin κατά Επιτροπής, T‑647/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:373, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
51 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, αφενός, ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα διοικητική ένσταση κατά του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό] και, αφετέρου, ότι υπέβαλε εμπρόθεσμα διοικητική ένσταση κατά του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό].
52 Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η EASO απέστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό] σε απάντηση του ηλεκτρονικού μηνύματος της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό], με το οποίο η τελευταία ζήτησε από την EASO να της γνωστοποιήσει την αιτιολογία και τη νομική βάση για την απόρριψη της αίτησής της για τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους καθώς και εξηγήσεις σχετικά με τη θέση της ως προς την ανάκληση της παραίτησή της.
53 Επομένως, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό του ακυρωτικού αιτήματος, πρέπει να εξακριβωθεί, αφενός, αν το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] ήταν πράξη βλαπτική για την προσφεύγουσα και, αφετέρου, αν το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] ήταν απλώς πράξη αμιγώς επιβεβαιωτική του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό], όπως υποστηρίζει η EASO, ή πράξη βλαπτική για την προσφεύγουσα, όπως υποστηρίζει η τελευταία.
54 Συναφώς, πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, με το ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό], το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται στη σκέψη 13 ανωτέρω, η προσφεύγουσα υπενθύμισε, προκαταρκτικώς, την από [εμπιστευτικό] παραίτησή της ενόψει της πρόσληψής της από τον Frontex από [εμπιστευτικό], καθώς και την άμεση και ανεπιφύλακτη αποδοχή της παραίτησής της από την EASO με ημερομηνία [εμπιστευτικό], με αποτέλεσμα τη λήξη της σύμβασής της στις [εμπιστευτικό].
55 Με το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], η προσφεύγουσα είχε την πρόθεση να ζητήσει από την EASO να παράσχει, «το συντομότερο δυνατόν», είτε στην ίδια «είτε απευθείας στον Frontex, θετικά εχέγγυα ήθους, ούτως ώστε [η προσφεύγουσα] να αναλάβ[ει] τα καθήκοντά [της] σε αυτόν εντός της καθορισμένης προθεσμίας, δηλαδή μέχρι [εμπιστευτικό]», διευκρινίζοντας ότι, «[ά]λλως, θα θεωρήσ[ει] ευλόγως ότι τα σχόλια που παρέσχε η EASO, ως ο τελευταίος εργοδότης [της], στον Frontex ήταν αρνητικά, με αποτέλεσμα να ανασταλεί η προσφορά που έλαβ[ε] από τον Frontex και, κατά συνέπεια, να μείν[ει] άνεργη και ανασφάλιστη» και ότι «[σ]ε αυτή την περίπτωση, ανακαλ[εί] την παραίτηση που υπέβαλ[ε] [...] [εμπιστευτικό], ούτως ώστε να συνεχίσ[ει] να εργάζ[εται] για την EASO μετά [εμπιστευτικό] και έως ότου ο Frontex παύσει την αναστολή της προσφοράς θέσης εργασίας και [της] αποστείλει μια οριστική και άνευ όρων προσφορά θέσης εργασίας».
56 Επομένως, από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό] προκύπτει σαφώς ότι η τελευταία ζήτησε να της χορηγηθεί βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους και ότι προφανώς σχεδίαζε να ανακαλέσει την παραίτησή της.
57 Με το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], η EASO απάντησε στο προαναφερθέν ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας, επισημαίνοντάς της «ότι η EASO δεν χορηγεί βεβαίωση περί θετικών εχέγγυων ήθους κατόπιν αίτησης των μελών του προσωπικού της» και καλώντας την «να λάβε[ι] υπόψη ότι η υποβληθείσα την [εμπιστευτικό] παραίτησή [της] [είχε γίνει] δεκτή αυθημερόν [...] και, επομένως, δεν μπορ[ούσε] να ανακληθεί μονομερώς».
58 Επομένως, από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό] προκύπτει σαφώς ότι η τελευταία απέρριψε την αίτηση για τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους και επισήμανε ρητώς ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να ανακαλέσει μονομερώς την παραίτησή της.
59 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] ήταν πράξη βλαπτική για την προσφεύγουσα, καθόσον απέρριπτε ανεπιφύλακτα τα αιτήματα που διατυπώθηκαν με το ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό], δεδομένου ότι η απόρριψη αυτή αφορούσε τόσο τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους όσο και την ανάκληση της παραίτησής της.
60 Η εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας σύμφωνα με την οποία, όσον αφορά την αίτηση για τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους, το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] αφορούσε τα μέλη του προσωπικού της γενικώς, χωρίς ειδική αναφορά στην προσφεύγουσα.
61 Πράγματι, για την απόρριψη της επιχειρηματολογίας αυτής αρκεί η διαπίστωση ότι στο επίμαχο ηλεκτρονικό μήνυμα δεν υπάρχει κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η γενική θέση που διατυπώνει η EASO ως προς τις αιτήσεις για τη χορήγηση βεβαιώσεων περί εχέγγυων ήθους για το σύνολο του προσωπικού της EASO ισχύει και για την προσφεύγουσα, η οποία ήταν αποδέκτρια του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος.
62 Όσον αφορά την ανάκληση της παραίτησής της, δεν είναι πειστικό ούτε το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η EASO δεν έλαβε οριστική θέση με το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], επειδή θεώρησε ότι η προβαλλόμενη ανάκληση είχε υποθετικό χαρακτήρα.
63 Πράγματι, όπως αναμφίβολα προκύπτει από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό], η τελευταία εξέθεσε την οριστική θέση της επί του κύρους της εκ μέρους της προσφεύγουσας ανάκλησης της παραίτησής της.
64 Εν πάση περιπτώσει, η φύση του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό] ως βλαπτικής για την προσφεύγουσα πράξης δεν μπορεί να επηρεαστεί από εκτιμήσεις αντλούμενες από το βάσιμο ή μη του περιεχομένου του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος.
65 Επιπλέον, είναι γεγονός ότι η προσφεύγουσα εξέφρασε, με το από [εμπιστευτικό] ηλεκτρονικό μήνυμά της, τη λύπη της για το γεγονός ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] δεν αιτιολογούσε την άρνηση της EASO να χορηγήσει τη ζητούμενη βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους.
66 Εντούτοις, η ενδεχόμενη έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας στο ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την αδυναμία χαρακτηρισμού του μηνύματος αυτού ως βλαπτικής πράξης η οποία έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο διοικητικής ένστασης, εντός της αυστηρής προθεσμίας που προβλέπει ο ΚΥΚ, προτού μπορέσει να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Πράγματι, μόνον οι βλαπτικές πράξεις είναι δεκτικές προσφυγής, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, και μολονότι οι ίδιες αυτές πράξεις πρέπει να αιτιολογούνται, σύμφωνα με το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω Κανονισμού, πλην όμως η έλλειψη αιτιολογίας δεν αποτελεί προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως δεκτικής προσφυγής. Αν συνέβαινε αυτό, οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι και μέλη του λοιπού προσωπικού δεν θα μπορούσαν να ασκήσουν προσφυγή κατά των μη αιτιολογημένων πράξεων, ενώ η αιτιολογία αποτελεί εγγύηση για τον μόνιμο υπάλληλο και η έλλειψή της συνιστά λόγο ακυρώσεως (βλ. διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 2019, AG κατά Europol, T‑756/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:867, σκέψεις 49 και 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
67 Δεύτερον, πρέπει να εξακριβωθεί αν το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό], το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται στη σκέψη 17 ανωτέρω, μπορούσε να κινήσει εκ νέου τις σχετικές δικονομικές προθεσμίες και, ως εκ τούτου, πρέπει να καθοριστεί αν το ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα συνιστά ή όχι απόφαση αμιγώς επιβεβαιωτική των αποφάσεων που περιέχονται στο ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό].
68 Κατά τη νομολογία, μια απόφαση είναι αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης απόφασης εάν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη πράξη και δεν προηγήθηκε της έκδοσής της επανεξέταση της κατάστασης του αποδέκτη της προγενέστερης πράξης (βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2020, ZF κατά Επιτροπής, T‑605/18, EU:T:2020:51, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
69 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ειδικότερα ότι ο ενδεχόμενος επιβεβαιωτικός χαρακτήρας μιας πράξης δεν μπορεί να εκτιμάται αποκλειστικά βάσει του περιεχομένου της σε σχέση με το περιεχόμενο της προγενέστερης απόφασης την οποία επιβεβαιώνει, αλλά πρέπει επίσης να εκτιμάται σε σχέση με τη φύση του αιτήματος στο οποίο η πράξη αυτή απαντά (βλ. απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Fedtke κατά ΕΟΚΕ, T‑157/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:666, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
70 Εν προκειμένω, με το ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό], το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται στη σκέψη 16 ανωτέρω, η προσφεύγουσα ζήτησε, πρώτον, διευκρινίσεις σχετικά με τους λόγους και τη νομική βάση της άρνησης της EASO να χορηγήσει τη ζητούμενη βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους και, δεύτερον, υπογράμμισε ότι η από [εμπιστευτικό] ανάκληση της παραίτησής της δεν είχε υποθετικό χαρακτήρα. Επιπλέον, η προσφεύγουσα διευκρίνισε, αφενός, ότι τόσο η παραίτησή της όσο και η ανάκληση αυτής αποτελούσαν μονομερείς πράξεις, μη υποκείμενες στον όρο της αποδοχής τους από την ΑΣΣΠΑ της EASO, και, αφετέρου, ότι ανακάλεσε την παραίτησή της προτού αυτή αρχίσει να παράγει αποτελέσματα [εμπιστευτικό].
71 Επομένως, από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό] προκύπτει ότι η τελευταία είχε κατανοήσει πλήρως, κατόπιν του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό], ότι η EASO δεν θα της χορηγούσε βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους και δεν θα έκανε δεκτή την ανάκληση της παραίτησής της.
72 Απαντώντας, όμως, στο ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό], αφενός, η EASO διευκρίνισε, κατ’ ουσίαν, με το από [εμπιστευτικό] ηλεκτρονικό μήνυμά της, ότι δεν είναι υποχρεωμένη να χορηγεί βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους κατόπιν αίτησης μέλους του προσωπικού, καθόσον δεν υπάρχει κανόνας που να της το επιβάλλει, ότι ουδέποτε δεσμεύθηκε να χορηγήσει τέτοια βεβαίωση στην προσφεύγουσα ή σε οποιοδήποτε άλλο μέλος του προσωπικού και ότι δεν συνηθίζει να προσκομίζει τέτοιες βεβαιώσεις περί εχέγγυων ήθους κατόπιν αίτησης νυν ή πρώην μελών του προσωπικού της. Η EASO προσέθεσε ότι, λαμβανομένης υπόψη της πρόσφατης απόφασής της να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά της προσφεύγουσας, δεν ήταν σε θέση να της παράσχει βεβαίωση περί θετικών εχέγγυων ήθους.
73 Αφετέρου, η EASO, με το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], υπενθύμισε ότι, ενώ η παραίτηση είχε υποβληθεί από την ίδια την προσφεύγουσα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 47, στοιχείο βʹ, σημείο ii, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τη στιγμή που η EASO αποδέχθηκε την παραίτησή της, είχε συναφθεί αμοιβαία συμφωνία δυνάμει της οποίας η σύμβαση εργασίας επρόκειτο να λήξει την τελευταία ημέρα εργασίας, ήτοι [εμπιστευτικό], οπότε, μετά την αποδοχή της, η παραίτηση δεν μπορούσε να ανακληθεί μονομερώς.
74 Επομένως, από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό] προκύπτει σαφώς ότι η τελευταία επιβεβαίωσε την απόρριψη της αίτησης για τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους καθώς και ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να ανακαλέσει την παραίτησή της, όπως ακριβώς είχε εκτεθεί στο ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό].
75 Κατά την προσφεύγουσα, η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη για τον λόγο, αφενός, ότι περιλαμβάνει χωριστή αιτιολογία σε σχέση με το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό], ιδίως στο πλαίσιο συνεχούς διαλόγου μεταξύ αυτής και της EASO, και, αφετέρου, ότι μεταξύ [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] προέκυψαν νέα στοιχεία.
76 Ασφαλώς, η αιτιολογία στην οποία στηρίχθηκε η απόρριψη της αίτησης για τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους ενισχύθηκε με το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό] σε σχέση με το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό], δεδομένου ότι η EASO κάνει λόγο για έλλειψη νομικής υποχρέωσης καθώς και για απουσία δέσμευσής της να προσκομίσει τέτοια βεβαίωση και συγχρόνως επικαλείται την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας.
77 Εντούτοις, για την απόρριψη της επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας επί του σημείου αυτού αρκεί η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 66 ανωτέρω, το γεγονός ότι ένα μέτρο συνοδεύεται ενδεχομένως από συνοπτική αιτιολογία ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι το μέτρο αυτό συνιστά βλαπτική πράξη για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, οπότε το επίμαχο μέτρο πρέπει να έχει αποτελέσει αντικείμενο διοικητικής ένστασης δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
78 Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι, όταν μια απόφαση απλώς εξηγεί λεπτομερέστερα τη συλλογιστική της προγενέστερης απόφασης, δεν πρέπει να θεωρείται ότι περιέχει νέο στοιχείο σε σχέση με την τελευταία ούτε ότι προηγήθηκε της έκδοσής της επανεξέταση της κατάστασης του προσφεύγοντος (βλ. απόφαση της 29ης Μαΐου 2018, Fedtke κατά ΕΟΚΕ, T‑801/16 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:312, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
79 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας που αποσκοπεί στην αμφισβήτηση του χαρακτήρα του ηλεκτρονικού μηνύματος της [εμπιστευτικό] ως επιβεβαιωτικής πράξης, καθόσον η περιλαμβανόμενη στο μήνυμα αυτό ενίσχυση της αιτιολογίας στην οποία στηρίχθηκαν η απόρριψη της αίτησης για τη χορήγηση βεβαίωσης περί εχέγγυων ήθους και η μη αποδοχή της ανάκλησης της παραίτησής της ουδόλως επηρέασε την ουσία της θέσης της EASO ως προς την εν λόγω αίτηση και την εν λόγω ανάκληση σε σχέση με το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό].
80 Επίσης, δεν είναι πειστικό το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρήσει ούτε ότι η ΑΣΣΠΑ είχε διατυπώσει, με το ηλεκτρονικό μήνυμα της ΕΑΣΟ της [εμπιστευτικό], την οριστική θέση της επί των αιτημάτων της ούτε ότι είχε παράσχει αιτιολογία επ’ αυτών. Κατά την προσφεύγουσα, από τη νομολογία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο συνεχιζόμενης συζήτησης μεταξύ θεσμικού οργάνου και υπαλλήλου, ο υπάλληλος δύναται βασίμως να θεωρήσει μια ανταλλαγή απόψεων ως οριστική λήψη θέσης εκ μέρους της Διοίκησης μόνον κατά τη λήψη του πρώτου εγγράφου της με το οποίο αιτιολογείται η εν λόγω λήψη θέσης, οπότε μόνον κατά το χρονικό αυτό σημείο υποχρεούται να ασκήσει ένσταση εντός της προβλεπόμενης από τον ΚΥΚ προθεσμίας.
81 Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισήμανε η EASO, το ηλεκτρονικό μήνυμα της προσφεύγουσας της [εμπιστευτικό] και η απάντηση στο ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απλή ανταλλαγή απόψεων μεταξύ της προσφεύγουσας και της EASO στο πλαίσιο σύνθετης διαδικασίας αποτελούμενης από πολλά στάδια.
82 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, δεν πραγματοποιήθηκε κανένας συνεχής διάλογος ούτε επρόκειτο για σύνθετη διαδικασία.
83 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι μεταξύ [εμπιστευτικό] και [εμπιστευτικό] προέκυψαν νέα στοιχεία τα οποία δικαιολόγησαν επανεξέταση από την EASO της από [εμπιστευτικό] αίτησης της προσφεύγουσας.
84 Ασφαλώς, μια πράξη θεωρείται αμιγώς επιβεβαιωτική, εκτός αν εκδίδεται κατόπιν αίτησης με την οποία προβάλλονται νέα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και, ως εκ τούτου, ζητείται η επανεξέταση από τη Διοίκηση της προγενέστερης απόφασής της η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη (πρβλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2001, Inpesca κατά Επιτροπής, T‑186/98, EU:T:2001:42, σκέψη 46).
85 Ωστόσο, όσον αφορά το ζήτημα βάσει ποιων κριτηρίων πρέπει τα πραγματικά περιστατικά να χαρακτηρίζονται ως «νέα και ουσιώδη», από τη νομολογία προκύπτει ότι, για να χαρακτηριστεί το οικείο πραγματικό περιστατικό ως «νέο», είναι αναγκαίο να μην ήταν ούτε ο προσφεύγων ούτε η Διοίκηση σε θέση να το γνωρίζουν κατά τον χρόνο έκδοσης της προγενέστερης απόφασης (βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2020, ZF κατά Επιτροπής, T‑605/18, EU:T:2020:51, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
86 Επιπλέον, για να θεωρηθεί «ουσιώδες», το οικείο περιστατικό απαιτείται να είναι ικανό να μεταβάλει ουσιωδώς την κατάσταση του προσφεύγοντος στην οποία στηρίχθηκε η αρχική αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προγενέστερη απόφαση που κατέστη απρόσβλητη (αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 2001, Inpesca κατά Επιτροπής, T‑186/98, EU:T:2001:42, σκέψη 51, και της 29ης Μαΐου 2018, Fedtke κατά ΕΟΚΕ, T‑801/16 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:312, σκέψη 79).
87 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν προβάλλει τέτοια στοιχεία με το από [εμπιστευτικό] ηλεκτρονικό μήνυμά της, με το οποίο ζητεί απλώς να πληροφορηθεί τους λόγους και τη νομική βάση της άρνησης της EASO να χορηγήσει βεβαιώσεις περί εχέγγυων ήθους και υπογραμμίζει ότι η ανάκληση της παραίτησής της δεν είχε υποθετικό χαρακτήρα.
88 Είναι αληθές ότι με το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό] η EASO ανέφερε την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας κατά της προσφεύγουσας, διαδικασίας η οποία αποφασίστηκε στις [εμπιστευτικό] και δεν μνημονεύθηκε στο επίμαχο ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της ίδιας ημέρας. Εντούτοις, η προσφεύγουσα παρέλειψε να επικαλεστεί το στοιχείο αυτό με το ηλεκτρονικό μήνυμα της [εμπιστευτικό], παρουσιάζοντάς το ως νέο και ουσιώδες πραγματικό περιστατικό και ζητώντας να επανεξεταστεί για τον λόγο αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό]. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] απεστάλη στην προσφεύγουσα νωρίς το απόγευμα, οπότε η απόφαση για την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας που μνημονεύεται στη σκέψη 15 ανωτέρω, και η οποία εκδόθηκε την ίδια ημέρα, δεν μπορεί να συνιστά «νέο πραγματικό περιστατικό» κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 85 ανωτέρω.
89 Όσον αφορά το εάν η ανάκληση της παραίτησής της είχε υποθετικό χαρακτήρα, η προσφεύγουσα ζήτησε από την EASO να επανεξετάσει τη θέση της συναφώς, αλλά δεν προσκόμισε στοιχεία δυνάμενα να χαρακτηριστούν ως νέα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά.
90 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα της EASO της [εμπιστευτικό] ήταν αμιγώς επιβεβαιωτικό του ηλεκτρονικού μηνύματος της EASO της [εμπιστευτικό], το οποίο έβλαπτε την προσφεύγουσα και κατά του οποίου η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε διοικητική ένσταση εντός της τασσόμενης προθεσμίας.
91 Πέραν τούτου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 31 έως 36, πρέπει επίσης να εξεταστεί το ακυρωτικό αίτημα της προσφεύγουσας κατά το μέρος που αφορά το αυτοτελές τμήμα της απόφασης για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης.
92 Από το άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προκύπτει ότι προσφυγή είναι παραδεκτή μόνον αν έχει υποβληθεί στην ΑΣΣΠΑ διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ εντός της προβλεπόμενης σε αυτό προθεσμίας και εφόσον η ένσταση αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο ρητής ή σιωπηρής απορριπτικής απόφασης (πρβλ. απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2014, Bermejo Garde κατά ΕΟΚΕ, T‑529/12 P, EU:T:2014:861, σκέψη 27).
93 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, με το αυτοτελές τμήμα της απόφασης για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης, η EASO απέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας, το οποίο διατυπώθηκε για πρώτη φορά με τη διοικητική ένστασή της και σκοπούσε, κατ’ ουσίαν, στην αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας λόγω της συμπεριφοράς της EASO. Όπως ορθώς επισημαίνει η EASO, το ως άνω αίτημα της προσφεύγουσας πρέπει να θεωρηθεί ως αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Δεν αμφισβητείται όμως ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε, πριν από την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, διοικητική ένσταση κατά του αυτοτελούς τμήματος της απόφασης για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης.
94 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ δεν διεξήχθη νομοτύπως, το αίτημα ακύρωσης που βάλλει κατά του αυτοτελούς μέρους της απόφασης για την απόρριψη της διοικητικής ένστασης είναι απαράδεκτο.
95 Ως εκ τούτου, το αίτημα ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτο.
Επί του αιτήματος αποκατάστασης της ζημίας και ικανοποίησης της ηθικής βλάβης
96 Με την ένσταση απαραδέκτου που βάλλει κατά του αιτήματος της προσφεύγουσας για αποκατάσταση της ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, η EASO υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, αφενός, ότι η ηθική βλάβη που ισχυρίζεται η προσφεύγουσα ότι υπέστη δεν αποτέλεσε αντικείμενο της απαιτούμενης κατά τον ΚΥΚ διοικητικής ένστασης και, αφετέρου, ότι το αίτημα αποκατάστασης της ζημίας και ικανοποίησης της ηθικής βλάβης συνδέεται κατά τα λοιπά στενά με το αίτημα ακύρωσης, το οποίο είναι απαράδεκτο.
97 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την EASO να της καταβάλει, προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη και της βλάβης που υπέστη η κατάσταση της υγείας της, 100 000 ευρώ, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, εξαιτίας των αμφιβολιών που προκάλεσε η EASO στον Frontex ως προς την ικανότητά της να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις περί εχέγγυων ήθους, αμφιβολιών οι οποίες οδήγησαν στην ανάκληση της προσφοράς εργασίας και, κατά συνέπεια, στη μη πρόσληψή της από τον Frontex· 50 000 ευρώ, λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας της στην EASO, εξαιτίας της παράνομης μη αποδοχής από την EASO της ανάκλησης της παραίτησής της, και 100 000 ευρώ, λόγω, μεταξύ άλλων, της ανασφάλειας και της ηθικής απαξίωσης εξαιτίας της κατάστασής της ως προσώπου σε αναζήτηση εργασίας χωρίς ασφαλιστική κάλυψη.
98 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την EASO να της καταβάλει, προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη λόγω του ότι η EASO παρεμπόδισε παρανόμως την πρόσληψή της από τον Frontex και δεν αποδέχτηκε την παραίτησή της, τις αποδοχές που θα είχε λάβει αν είχε παραμείνει στη θέση εργασίας της στην EASO, ήτοι [εμπιστευτικό] ευρώ μηνιαίως, για την περίοδο από [εμπιστευτικό] έως και [εμπιστευτικό], και [εμπιστευτικό] ευρώ μηνιαίως, για την περίοδο από [εμπιστευτικό] και μέχρι την επάνοδό της στα καθήκοντά της στην EASO ή, εναλλακτικώς, μέχρι τη λήξη της σύμβασής της με την EASO, ήτοι [εμπιστευτικό], ή μέχρι να ανεύρει άλλη θέση εργασίας αντιστοίχων αποδοχών, καθώς και τους νόμιμους τόκους από [εμπιστευτικό].
99 Όσον αφορά την προβαλλόμενη ηθική βλάβη, πρώτον, η EASO υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα, ενώ με τη διοικητική της ένσταση ζήτησε, μεταξύ άλλων, την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που διατείνεται ότι υπέστη λόγω των φερόμενων ως παρανόμων πράξεων και παραλείψεων που είχαν ως συνέπεια την απώλεια της θέσης εργασίας της και της ασφαλιστικής της κάλυψης, καθόσον παρεμποδίστηκε η πρόσληψή της από τον Frontex, εντούτοις προσδιόρισε τις βλαπτικές γι’ αυτήν αποφάσεις μόνο σε σχέση με την προβαλλόμενη παρανομία της άρνησης χορήγησης βεβαίωσης θετικών εχέγγυων ήθους.
100 Κατά την EASO, η προβαλλόμενη από την προσφεύγουσα ηθική βλάβη απορρέει από πράξη της Διοίκησης μη έχουσα τον χαρακτήρα απόφασης, οπότε η διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας συνιστούσε, όσον αφορά την προβαλλόμενη ηθική βλάβη, αίτημα χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ και η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον απέρριψε το εν λόγω αίτημα χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, πρέπει να θεωρηθεί ως βλαπτική για την προσφεύγουσα πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
101 Η προσφεύγουσα, όμως, δεν υπέβαλε διοικητική ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της περί χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, η δε μη υποβολή τέτοιας διοικητικής ένστασης ισοδυναμεί με μη τήρηση της προ της ασκήσεως προσφυγής-αγωγής διαδικασίας που εφαρμόζεται στις αγωγές αποζημίωσης διά της εξάντλησης όλων των διαθέσιμων διοικητικών μέσων προσφυγής πριν από την έναρξη της ένδικης διαδικασίας.
102 Δεύτερον, η EASO υποστηρίζει ότι πρέπει, κατά τα λοιπά, να απορριφθεί ως απαράδεκτο το αίτημα αποκατάστασης της ζημίας και ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, στο μέτρο που συνδέεται στενά με το αίτημα ακύρωσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, το οποίο είναι επίσης απαράδεκτο.
103 Από την πλευρά της, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία της EASO εδράζεται σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, καθόσον, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της ένστασης και της προσφυγής, η προβαλλόμενη ηθική βλάβη απορρέει από το συνδυασμένο αποτέλεσμα της απόφασης της EASO περί μη αποδοχής της ανάκλησης της παραίτησής της και των λοιπών πράξεων και παραλείψεων της EASO οι οποίες, χωρίς να συνιστούν αποφάσεις, εμπόδισαν την πρόσληψή της από τον Frontex και είχαν ως συνέπεια την απώλεια της θέσης εργασίας της και της ασφαλιστικής της κάλυψης.
104 Λόγω του συνδυασμένου αυτού αποτελέσματος, η προσφεύγουσα αναγκάστηκε να ακολουθήσει ενιαία διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής προκειμένου να ζητήσει την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της.
105 Συναφώς, υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, στο σύστημα των μέσων παροχής έννομης προστασίας που καθιερώνουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, αγωγή αποζημιώσεως είναι παραδεκτή μόνον αν έχει προηγηθεί διοικητική διαδικασία σύμφωνη με τις διατάξεις του ΚΥΚ (διάταξη της 24ης Μαρτίου 1998, Meyer κ.λπ. κατά Δικαστηρίου, T‑181/97, EU:T:1998:64, σκέψη 21).
106 Η διαδικασία αυτή διαφέρει αναλόγως του αν η ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση προκύπτει από βλαπτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ή από συμπεριφορά της Διοίκησης στερούμενη τον χαρακτήρα απόφασης. Στην πρώτη περίπτωση, εναπόκειται στον ενδιαφερόμενο να υποβάλει, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή, αναλόγως της περίπτωσης, στην ΑΣΣΠΑ, διοικητική ένσταση κατά της συγκεκριμένης πράξης. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση, η διοικητική διαδικασία πρέπει να κινηθεί διά της υποβολής αίτησης, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, με την οποία ζητείται αποζημίωση και, ενδεχομένως, να συνεχιστεί με την υποβολή διοικητικής ένστασης βάλλουσας κατά της απορρίπτουσας την αίτηση απόφασης (βλ. αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 2018, Barroso Truta κ.λπ. κατά Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, T‑702/16 P, EU:T:2018:557, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 12ης Μαρτίου 2019, TK κατά Κοινοβουλίου, T‑446/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:151, σκέψη 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
107 Επομένως, όταν η προβαλλόμενη ζημία δεν απορρέει από την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση, αλλά από πταίσματα και παραλείψεις που φέρεται να έχουν διαπραχθεί, η διοικητική διαδικασία που προηγείται της άσκησης προσφυγής-αγωγής πρέπει οπωσδήποτε να κινηθεί με αίτηση με την οποία η Διοίκηση καλείται να αποκαταστήσει τη ζημία αυτή (βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2019, L κατά Κοινοβουλίου, T‑59/17, EU:T:2019:140, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
108 Ως εκ τούτου, προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί, στην υπό κρίση υπόθεση, επί του παραδεκτού του αιτήματος αποκατάστασης της ζημίας και ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, πρέπει να εστιάσει σε καθεμία από τις ζημίες που προβάλλει η προσφεύγουσα ώστε να διακρίνει, αφενός, ποιες ζημίες οφείλονται στις αποφάσεις των οποίων την ακύρωση ζητεί η προσφεύγουσα και, αφετέρου, ποιες δεν οφείλονται σε αυτές και να εξακριβώσει, στη δεύτερη περίπτωση, αν τηρήθηκε η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία του άρθρου 90 του ΚΥΚ.
109 Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, σε περίπτωση που το αίτημα αποζημίωσης συνδέεται στενά με ακυρωτικό αίτημα, η απόρριψη του τελευταίου, είτε ως απαράδεκτου είτε ως αβάσιμου, συνεπιφέρει την απόρριψη και του αιτήματος αποζημίωσης (βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 2018, Πώποτας κατά Διαμεσολαβητή, T‑581/16, EU:T:2018:169, σκέψη 171 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
110 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ζημίες που φέρεται ότι προκλήθηκαν από την άρνηση της EASO να χορηγήσει βεβαίωση περί εχέγγυων ήθους και να αποδεχθεί την ανάκληση της παραίτησης, ήτοι η υλική ζημία, εν μέρει, και η ηθική βλάβη, εν μέρει, είναι στενά συνδεδεμένες με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.
111 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα ως απαράδεκτο, στο μέτρο που συνδέεται στενά με το αίτημα ακύρωσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, το οποίο είναι το ίδιο απαράδεκτο.
112 Δεύτερον και κατά τα λοιπά, όσον αφορά το αίτημα σχετικά με τις ζημίες που δεν οφείλονται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί λόγω μη τήρησης της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας του άρθρου 90 του ΚΥΚ.
113 Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε διοικητική ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της απόφασης για την απόρριψη του αιτήματος αποκατάστασης της ζημίας και ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, το οποίο διατύπωσε για πρώτη φορά με τη διοικητική της ένσταση, απόφασης η οποία περιλαμβάνεται στη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση.
114 Η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας που αντλείται, κατ’ ουσίαν, από την αδυναμία διαχωρισμού των προβαλλόμενων ζημιών ανάλογα με το αν προκύπτουν από τις αποφάσεις των οποίων ζητείται η ακύρωση ή όχι δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση αυτή.
115 Πράγματι, παρά τον προβαλλόμενο και ενδεχομένως αδιαίρετο χαρακτήρα που εμφανίζουν ορισμένα από τα ζημιογόνα γεγονότα, πράγμα που επέβαλε, κατά την προσφεύγουσα, τον ενιαίο χαρακτήρα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η προσφεύγουσα δεν προβάλλει καμία ζημία μη συνδεόμενη με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ή με πράξεις ή παραλείψεις που απαιτούσαν την τήρηση της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας δύο σταδίων την οποία επιβάλλει ο ΚΥΚ.
116 Εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα της προσφεύγουσας που αντλείται από την οικονομία της διαδικασίας δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, άλλως θα διακυβευόταν ο επιτακτικός χαρακτήρας των κανόνων που διέπουν την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.
117 Επομένως, το αίτημα αποκατάστασης της ζημίας και ικανοποίησης της ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτο, όπως και, κατά συνέπεια, η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
118 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
119 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της EASO.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την FC στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 19 Ιανουαρίου 2022.
|
Ο Γραμματέας |
Ο Πρόεδρος |
|
E. Coulon |
R. da Silva Passos |
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.