This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62020CJ0470
Judgment of the Court (First Chamber) of 15 December 2022.#AS Veejaam and OÜ Espo v AS Elering.#Request for a preliminary ruling from the Riigikohus.#Reference for a preliminary ruling – State aid – Renewable energy subsidy – Guidelines on State aid for environmental protection and energy 2014-2020 – Incentive effect of aid applied for after work has started on the project concerned – Article 108(3) TFEU – Obligation to notify – Consequences of breach of the obligation to notify.#Case C-470/20.
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 15ης Δεκεμβρίου 2022.
AS Veejaam και OÜ Espo κατά AS Elering.
Αίτηση του Riigikohus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Στήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – Κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας (2014-2020) – Χαρακτήρας κινήτρου μιας ενίσχυσης η οποία ζητείται μετά την έναρξη υλοποίησης του σχετικού έργου – Άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υποχρέωση κοινοποίησης – Συνέπειες της παράβασης της υποχρέωσης κοινοποίησης.
Υπόθεση C-470/20.
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 15ης Δεκεμβρίου 2022.
AS Veejaam και OÜ Espo κατά AS Elering.
Αίτηση του Riigikohus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Στήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – Κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας (2014-2020) – Χαρακτήρας κινήτρου μιας ενίσχυσης η οποία ζητείται μετά την έναρξη υλοποίησης του σχετικού έργου – Άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υποχρέωση κοινοποίησης – Συνέπειες της παράβασης της υποχρέωσης κοινοποίησης.
Υπόθεση C-470/20.
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2022:981
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 15ης Δεκεμβρίου 2022 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Στήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – Κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας (2014-2020) – Χαρακτήρας κινήτρου μιας ενίσχυσης η οποία ζητείται μετά την έναρξη υλοποίησης του σχετικού έργου – Άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υποχρέωση κοινοποίησης – Συνέπειες της παράβασης της υποχρέωσης κοινοποίησης»
Στην υπόθεση C‑470/20,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Riigikohus (Ανώτατο Δικαστήριο, Εσθονία) με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης
AS Veejaam,
OÜ Espo
κατά
AS Elering,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Arabadjiev (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πρώτου τμήματος, P. G. Xuereb, A. Kumin και I. Ziemele, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος
γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Μαρτίου 2022,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
– |
η OÜ Espo, εκπροσωπούμενη από την H. Jürimäe και τον T. Laasik, vandeadvokaadid, |
|
– |
η AS Elering, εκπροσωπούμενη από την K. Laidvee και τον A. Sigal, vandeadvokaadid, |
|
– |
η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις N. Grünberg και M. Kriisa, |
|
– |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Μπουχάγιαρ και G. Braga da Cruz καθώς και από την E. Randvere, |
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουνίου 2022,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9), καθώς και του σημείου 50 των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας (2014-2020) (ΕΕ 2014, C 200, σ. 1, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2014). |
|
2 |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών εκ των οποίων η μεν πρώτη μεταξύ της AS Veejaam και της AS Elering, της αρμόδιας εσθονικής αρχής για τη χορήγηση ενισχύσεων υπέρ ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η δε δεύτερη μεταξύ της OÜ Espo και της Elering, με αντικείμενο τη λήψη τέτοιας ενίσχυσης από τις εν λόγω εταιρίες. |
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός 2015/1589
|
3 |
Κατά το άρθρο 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2015/1589: «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως: […]
[…]». |
Οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014
|
4 |
Τα σημεία 49 έως 52 των κατευθυντήριων γραμμών του 2014 έχουν ως εξής: «(49) Οι ενισχύσεις στους τομείς της ενέργειας και του περιβάλλοντος μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά, μόνον εφόσον λειτουργούν ως κίνητρο. Η ενίσχυση λειτουργεί ως κίνητρο όταν προτρέπει τον δικαιούχο να μεταβάλει τη συμπεριφορά του ώστε να επιτυγχάνεται αύξηση του επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας ή βελτίωση της λειτουργίας μιας ασφαλούς, οικονομικά προσιτής και βιώσιμης ενεργειακής αγοράς, μια αλλαγή συμπεριφοράς που δεν θα συνέβαινε χωρίς τη χορήγηση ενίσχυσης. Οι ενισχύσεις δεν πρέπει να επιδοτούν το κόστος μιας δραστηριότητας με το οποίο θα επιβαρυνθεί ούτως ή άλλως μια επιχείρηση και δεν πρέπει να αντισταθμίζουν τον συνήθη επιχειρηματικό κίνδυνο μιας οικονομικής δραστηριότητας. (50) Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση δεν λειτουργεί ως κίνητρο για τον δικαιούχο σε κάθε περίπτωση όπου η υλοποίηση του έργου είχε ήδη αρχίσει πριν ο δικαιούχος υποβάλει την αίτηση ενίσχυσης στις εθνικές αρχές. Σε ανάλογες περιπτώσεις, όταν ο δικαιούχος έχει ήδη ξεκινήσει την υλοποίηση έργου πριν από την υποβολή της αίτησης ενίσχυσης, οποιαδήποτε χορηγηθείσα ενίσχυση που αφορά το συγκεκριμένο έργο δεν θα θεωρείται συμβατή με την εσωτερική αγορά. (51) Τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν και να χρησιμοποιούν έντυπο υποβολής αίτησης. Στο εν λόγω έντυπο περιλαμβάνεται τουλάχιστον η επωνυμία και το μέγεθος της αιτούσας επιχείρησης, περιγραφή του έργου, συμπεριλαμβανομένης της τοποθεσίας και της ημερομηνίας έναρξης και λήξης του έργου, το ποσό της ενίσχυσης που απαιτείται για την υλοποίησή του και οι επιλέξιμες δαπάνες. Στο έντυπο της αίτησης οι δικαιούχοι πρέπει να περιγράφουν την κατάσταση εάν δεν χορηγηθεί ενίσχυση, κατάσταση η οποία αναφέρεται ως αντιπαράδειγμα ή ως εναλλακτικό σενάριο ή εναλλακτικό έργο. […] (52) Κατά την παραλαβή της αίτησης, η χορηγούσα αρχή πρέπει να διενεργεί έλεγχο αξιοπιστίας του αντιπαραδείγματος και να επιβεβαιώνει ότι η ενίσχυση έχει τον απαιτούμενο χαρακτήρα κινήτρου. Το αντιπαράδειγμα είναι αξιόπιστο εφόσον είναι αληθινό και σχετίζεται με τους παράγοντες λήψης αποφάσεων που επικρατούν κατά τον χρόνο της απόφασης εκ μέρους του δικαιούχου όσον αφορά την επένδυση. […]» |
Οι αποφάσεις του 2014 και του 2017
|
5 |
Με την από 28 Οκτωβρίου 2014 απόφασή της, σχετικά με καθεστώς ενισχύσεων υπέρ της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές και της συμπαραγωγής ενέργειας (κρατική ενίσχυση SA.36023) (ΕΕ 2015, C 44, σ. 2, στο εξής: απόφαση του 2014), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το εσθονικό καθεστώς ενισχύσεων, μολονότι αντέβαινε στην υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, πληρούσε τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο κοινοτικό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για την προστασία του περιβάλλοντος (ΕΕ 2001, C 37, σ. 3), στις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (ΕΕ 2008, C 82, σ. 1) καθώς και στις κατευθυντήριες γραμμές του 2014, οπότε το εν λόγω καθεστώς ήταν συμβατό με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. |
|
6 |
Με την από 6 Δεκεμβρίου 2017 απόφασή της σχετικά με τις τροποποιήσεις του εσθονικού καθεστώτος ενισχύσεων υπέρ των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της συμπαραγωγής (κρατική ενίσχυση SA.47354) (ΕΕ 2018, C 121, σ. 7, στο εξής: απόφαση του 2017), η Επιτροπή διαπίστωσε μεν ότι η Δημοκρατία της Εσθονίας εφάρμοσε κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ τις τροποποιήσεις του καθεστώτος ενισχύσεων επί του οποίου είχε εκδοθεί η απόφαση του 2014, συγχρόνως, όμως, έκρινε ότι το καθεστώς ενισχύσεων που προέκυπτε από τις εν λόγω τροποποιήσεις συμβιβαζόταν με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. |
Το εσθονικό δίκαιο
|
7 |
Τα άρθρα 59, 591 και 108 του elektrituruseadus (νόμου για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας) (RT I 2015, 43, στο εξής: ELTS) προβλέπουν τα εξής: «Άρθρο 59. Ενίσχυση (1) Ο παραγωγός έχει το δικαίωμα να λάβει, από τον διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς, ενίσχυση:
[…]
[…] Άρθρο 591. Όροι χορηγήσεως της ενισχύσεως (1) Η λήψη της ενισχύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 59 του παρόντος νόμου υπόκειται στους ακόλουθους όρους:
(2) Ο παραγωγός δεν λαμβάνει ενίσχυση:
(3) Η αίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 59, παράγραφος 2, του παρόντος νόμου περιλαμβάνει τα στοιχεία της μονάδας παραγωγής, τις ενδείξεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία για τη λήψη της ενισχύσεως και τις πληροφορίες που απαιτεί ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς για τον εντοπισμό της προελεύσεως της ηλεκτρικής ενέργειας σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με σαφήνεια η προέλευση αυτή και η ποσότητα της ηλεκτρικής ενέργειας. […] Άρθρο 108. Περίοδος επιλεξιμότητας για την ενίσχυση (1) Η ενίσχυση που προβλέπεται στο άρθρο 59, παράγραφος 1, σημεία [1 έως 4], του παρόντος νόμου μπορεί να καταβληθεί εντός 12 ετών από την έναρξη της παραγωγής και η ενίσχυση που προβλέπεται στο σημείο [5] μπορεί να καταβληθεί εντός 20 ετών. Η ενίσχυση που προβλέπεται στο άρθρο 59 για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από μονάδα παραγωγής η οποία τέθηκε σε λειτουργία πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002 μπορεί να καταβληθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012. […] (3) Ως ημερομηνία της ανωτέρω προβλεπόμενης ενάρξεως της παραγωγής λογίζεται η ημερομηνία κατά την οποία η ενδεδειγμένη μονάδα παραγωγής παρέχει για πρώτη φορά ηλεκτρική ενέργεια στο δίκτυο ή με απευθείας γραμμή. […]» |
Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
8 |
Από το 2001 έως το 2015, η Veejaam παρήγε ηλεκτρική ενέργεια στον υδροηλεκτρικό σταθμό Joaveski (Εσθονία), μέσω δύο μονάδων παραγωγής ισχύος 100 κιλοβάτ (kW) και 200 kW αντιστοίχως. Από το 2001 έως το 2012, η Veejaam έλαβε την ενίσχυση για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας η οποία προβλεπόταν από το επίμαχο εσθονικό καθεστώς ενισχύσεων. Το 2015 η εταιρία αυτή αντικατέστησε τις εν λόγω μονάδες παραγωγής με νέα στροβιλογεννήτρια ισχύος 200 kW, η οποία εγκαταστάθηκε στον παλαιό υδατοφράκτη του υδροηλεκτρικού σταθμού, με αποτέλεσμα, από τις προϋπάρχουσες μονάδες, να παραμείνει μόνο ένα σημείο μέτρησης. Στις 21 Ιανουαρίου 2016, η Veejaam διαβίβασε τα στοιχεία της νέας μονάδας στην Elering, προκειμένου να λάβει την ενίσχυση για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η αίτησή της απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι η επίμαχη ενίσχυση μπορούσε να καταβληθεί μόνον, αφενός, για ηλεκτρική ενέργεια παραγόμενη από εξ ολοκλήρου νέα μονάδα παραγωγής και, αφετέρου, για την προώθηση της εισόδου στην αγορά νέων φορέων εκμετάλλευσης, και όχι για να στηριχθούν οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας σε μόνιμη βάση. |
|
9 |
Από το 2004 έως το 2009, η Espo παρήγε ηλεκτρική ενέργεια στον υδροηλεκτρικό σταθμό Pikru (Εσθονία), με τη χρήση στροβίλου ισχύος 15 kW. Από το 2009 τέθηκε σε λειτουργία νέος στρόβιλος ισχύος 45 kW. Η Espo έλαβε την ενίσχυση για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κατά το χρονικό διάστημα από το 2004 έως το 2015. Η αίτηση χορήγησης ενίσχυσης την οποία υπέβαλε η Espo στην Elering το 2016, σχετικά με την ενέργεια που παράγεται με τον νέο στρόβιλο, απορρίφθηκε, κατ’ ουσίαν, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εξέθεσε η αρχή αυτή όσον αφορά την αίτηση της Veejaam. |
|
10 |
Η Veejaam και η Espo άσκησαν, εκάστη, προσφυγή ενώπιον του Tallinna Halduskohus (διοικητικού πρωτοδικείου Τάλιν, Εσθονία) κατά των αποφάσεων της Elering περί άρνησης χορήγησης της ενίσχυσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατόπιν των αποφάσεων της 10ης Οκτωβρίου 2017 και της 27ης Οκτωβρίου 2017 με τις οποίες το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές, οι εταιρίες άσκησαν έφεση κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Tallinna Ringkonnakohus (εφετείου Τάλιν, Εσθονία). Μετά την απόρριψη των εφέσεων, η Veejaam και η Espo άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Riigikohus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Εσθονία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. |
|
11 |
Το τελευταίο αυτό δικαστήριο εκτιμά ότι η επίλυση των διαφορών της κύριας δίκης εξαρτάται από το ζήτημα αν, ενόψει της χορήγησης της ενίσχυσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πρέπει να ληφθεί υπόψη ως «ημερομηνία έναρξης της παραγωγής», κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 3, του ELTS, μόνον η ημερομηνία της αρχικής έναρξης της παραγωγής στον οικείο σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας ή αν με την απλή αντικατάσταση μιας υφιστάμενης μονάδας με άλλη «μονάδα παραγωγής» μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επέλθει εκ νέου «έναρξη της παραγωγής». |
|
12 |
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά επίσης ότι, για την επίλυση των διαφορών της κύριας δίκης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η νομοθεσία της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. |
|
13 |
Συναφώς, το Riigikohus (Ανώτατο Δικαστήριο) επισημαίνει, πρώτον, ότι τα άρθρα 59 και 591 του ELTS στηρίζονται στην αρχή κατά την οποία η αίτηση ενίσχυσης πρέπει να υποβάλλεται μετά την εγκατάσταση της μονάδας παραγωγής για την οποία ζητείται ενίσχυση και ότι οι επιχειρηματίες έχουν δικαίωμα να λάβουν την ενίσχυση αφ’ ης στιγμής πληρούν τις προϋποθέσεις της εσθονικής νομοθεσίας, οι δε εθνικές αρχές δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο εκτίμησης ως προς το ζήτημα αυτό. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η εν λόγω νομοθεσία κρίθηκε συμβατή με την εσωτερική αγορά από την Επιτροπή, η οποία, με την απόφαση του 2014 και την απόφαση του 2017, επικύρωσε τα διάφορα εσθονικά καθεστώτα ενισχύσεων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που εφαρμόζονται από το 2003. |
|
14 |
Τούτου λεχθέντος, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το σημείο 50 των κατευθυντήριων γραμμών του 2014, μια ενίσχυση δεν έχει χαρακτήρα κινήτρου –χαρακτήρας ο οποίος αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ότι η ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά– σε κάθε περίπτωση στην οποία η υλοποίηση του οικείου έργου είχε ήδη αρχίσει πριν ο δικαιούχος υποβάλει την αίτηση ενίσχυσης στις εθνικές αρχές. Τίθεται, επομένως, το ζήτημα ενδεχόμενης διάστασης μεταξύ της απόφασης του 2014 και της απόφασης του 2017, αφενός, και των κατευθυντήριων γραμμών του 2014, αφετέρου, όσον αφορά την εκτίμηση του κατά πόσον η ενίσχυση για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχει τον προβλεπόμενο από το εσθονικό καθεστώς ενισχύσεων χαρακτήρα κινήτρου. Συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις αυτές η Επιτροπή δέχθηκε, στην πράξη, τη δυνατότητα υποβολής της αίτησης ενίσχυσης και μετά την εγκατάσταση των επίμαχων νέων μονάδων παραγωγής. |
|
15 |
Εξάλλου, το εν λόγω δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης, ζήτησε από την Επιτροπή γνώμη κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 2015/1589, την οποία το θεσμικό αυτό όργανο εξέδωσε το 2020, σχετικά, μεταξύ άλλων, με το ζήτημα αν μια ενίσχυση για την οποία υποβλήθηκε αίτηση το 2016 μπορούσε να θεωρηθεί ως έχουσα χαρακτήρα κινήτρου ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η μονάδα παραγωγής που συνδέεται με την αίτηση ενίσχυσης εγκαταστάθηκε και τέθηκε σε λειτουργία πριν από την υποβολή της αίτησης. Με τη γνώμη της, όμως, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η Veejaam και η Espo δεν δικαιούνταν την επίμαχη ενίσχυση βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του 2014, στο μέτρο που οι εταιρίες αυτές υπέβαλαν την αίτηση ενίσχυσης μετά την εγκατάσταση των νέων μονάδων παραγωγής, όπερ αποδεικνύει ότι ήταν σε θέση να υλοποιήσουν το οικείο έργο ακόμη και χωρίς την επίμαχη ενίσχυση. |
|
16 |
Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, με την εν λόγω γνώμη, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι εταιρία ευρισκόμενη στην ίδια κατάσταση με τη Veejaam, η οποία είχε αρχίσει τις εργασίες εγκατάστασης των νέων μονάδων παραγωγής προκειμένου να συμμορφωθεί με τις αλλαγές στους όρους χορήγησης της περιβαλλοντικής άδειας που ήταν αναγκαία για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, δεν θα είχε δικαίωμα να λάβει την ενίσχυση για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Συγκεκριμένα, εν πάση περιπτώσει, οι εργασίες αυτές θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν καθώς επιβάλλονταν από τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, οπότε η ενίσχυση δεν θα είχε χαρακτήρα κινήτρου. |
|
17 |
Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, χωρίς την προοπτική λήψης της ενίσχυσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η Veejaam θα ήταν αναγκασμένη να σταματήσει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας λόγω των ως άνω αλλαγών στους όρους χορήγησης της περιβαλλοντικής άδειας που ήταν αναγκαία για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και ότι, κατά συνέπεια, η ενίσχυση αυτή, η οποία παρέσχε στην εν λόγω εταιρία τη δυνατότητα να αντικαταστήσει τη μονάδα παραγωγής της, θα είχε πράγματι χαρακτήρα κινήτρου. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, στο μέτρο που ο ELTS προβλέπει ότι κάθε αιτών ο οποίος πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις μπορεί να ζητήσει ενίσχυση, ο λόγος που ώθησε τον παραγωγό να εγκαταστήσει νέα μονάδα παραγωγής δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά τη χορήγηση της ενίσχυσης. |
|
18 |
Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση του 2014, η Δημοκρατία της Εσθονίας είχε θεσπίσει δύο καθεστώτα ενισχύσεων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σύμφωνα με το πρώτο καθεστώς (στο εξής: παλαιό καθεστώς), μόνον οι υφιστάμενοι παραγωγοί οι οποίοι είχαν ξεκινήσει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έως την 1η Μαρτίου 2013 ήταν επιλέξιμοι για ενίσχυση, η οποία χορηγούνταν αυτομάτως εφόσον συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στον νόμο προϋποθέσεις. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το καθεστώς αυτό επρόκειτο να εφαρμοστεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2014. Το δεύτερο καθεστώς (στο εξής: νέο καθεστώς) προέβλεπε ότι, από την 1η Ιανουαρίου 2015, οι παραγωγοί που είχαν ξεκινήσει την παραγωγή τους μετά την 1η Μαρτίου 2013 μπορούσαν να λάβουν ενίσχυση μόνο στο πλαίσιο ανταγωνιστικής διαδικασίας υποβολής προσφορών. |
|
19 |
Πλην όμως, η Δημοκρατία της Εσθονίας δεν θέσπισε τα νομοθετικά μέτρα που θα καθιστούσαν δυνατή την εφαρμογή του νέου καθεστώτος και συνέχισε να εφαρμόζει το παλαιό καθεστώς έως το 2017, παρέχοντας, επομένως, τη δυνατότητα και στους παραγωγούς που ξεκίνησαν την παραγωγή μετά την 1η Μαρτίου 2013 να λάβουν ενίσχυση. Ως εκ τούτου, ορθώς η Επιτροπή διαπίστωσε, στην απόφασή της του 2017, ότι η Δημοκρατία της Εσθονίας είχε παραβιάσει την απαγόρευση εφαρμογής μέτρων κρατικών ενισχύσεων που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. |
|
20 |
Επομένως εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της διάκρισης μεταξύ «υφιστάμενης ενίσχυσης» και «νέας ενίσχυσης», την οποία καθιερώνει ο κανονισμός 2015/1589, τίθεται το ζήτημα αν, σε περίπτωση που η Επιτροπή κήρυξε συμβατό με την εσωτερική αγορά τόσο ένα υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων –ήτοι το παλαιό καθεστώς– όσο και τις σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις του –ήτοι το νέο καθεστώς– και το κράτος μέλος συνέχισε να εφαρμόζει το παλαιό καθεστώς μετά την ημερομηνία που γνωστοποιήθηκε από το εν λόγω κράτος μέλος στην Επιτροπή, η επίμαχη ενίσχυση πρέπει να χαρακτηριστεί ως «υφιστάμενη ενίσχυση» ή ως «νέα ενίσχυση». |
|
21 |
Τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το παλαιό καθεστώς μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμο, μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2014, μόνο κατόπιν της έκδοσης της απόφασης του 2017, τίθεται το ζήτημα αν η Veejaam και η Espo μπορούσαν να λάβουν ενίσχυση ήδη από το 2016, δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι εταιρίες αυτές ζήτησαν τη χορήγηση της ενίσχυσης. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν, σε περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίσει εκ των υστέρων να μην προβάλει αντιρρήσεις σχετικά με καθεστώς ενισχύσεων εφαρμοζόμενο κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, οι εταιρίες που μπορούν να λάβουν ενίσχυση λειτουργίας έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την καταβολή της ενίσχυσης για τον προ της λήψεως της αποφάσεως της Επιτροπής χρόνο, εάν το επιτρέπουν οι εθνικοί κανόνες. |
|
22 |
Τέλος, πέμπτον, όσον αφορά ιδίως την κατάσταση της Espo, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η εταιρία αυτή εγκατέστησε το 2009 νέα μονάδα παραγωγής και ότι, το 2016, ζήτησε την επίμαχη ενίσχυση για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από τη μονάδα αυτή. Σε περίπτωση που η απάντηση του Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα είναι τέτοια ώστε να πρέπει να γίνει δεκτό ότι, μεταξύ των ετών 2015 και 2017, το παλαιό καθεστώς συνιστούσε παράνομο καθεστώς ενισχύσεων λόγω παράβασης του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά παρά ταύτα ότι δεν συντρέχει λόγος να απορριφθεί η αίτηση ενίσχυσης της Espo, στο μέτρο που η μονάδα παραγωγής της εγκαταστάθηκε το 2009, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο το παλαιό καθεστώς είχε επικυρωθεί μέσω της διαπίστωσης, με την απόφαση του 2014, της συμβατότητάς του με την εσωτερική αγορά. Τίθεται, επομένως, το ζήτημα αν η Espo, η οποία, αφενός, είχε αρχίσει την υλοποίηση έργου το οποίο πληρούσε τις προϋποθέσεις που θεωρούνταν συμβατές με την εσωτερική αγορά σε χρόνο κατά τον οποίο είχε τεθεί νομίμως σε εφαρμογή ένα καθεστώς ενισχύσεων, αλλά η οποία, αφετέρου, υπέβαλε την αίτησή της για ενίσχυση μόλις το 2016, υπόκειται στην απαγόρευση εφαρμογής μέτρων ενισχύσεων την οποία προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. |
|
23 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Riigikohus (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
24 |
Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα αν, στο πλαίσιο των διαφορών της κύριας δίκης, η Veejaam και η Espo μπορούν να ζητήσουν την επίμαχη στις διαφορές αυτές ενίσχυση για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την ερμηνεία των εννοιών «μονάδα παραγωγής» και «έναρξη παραγωγής», οι οποίες διαλαμβάνονται στο άρθρο 591 και στο άρθρο 108, παράγραφος 3, του ELTS αντιστοίχως. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο, όπως αναφέρει το ίδιο, οφείλει να κρίνει αν ως «ημερομηνία έναρξης της παραγωγής», κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, πρέπει να θεωρηθεί μόνον η ημερομηνία της αρχικής έναρξης της παραγωγής σε υδροηλεκτρικό σταθμό ή αν μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως «ημερομηνία έναρξης της παραγωγής», κατά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται μια απλή αντικατάσταση υφιστάμενης μονάδας από άλλη «μονάδα παραγωγής». |
|
25 |
Συναφώς, επισημαίνεται αφενός ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας της εθνικής νομοθεσίας (πρβλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2022, Ametic, C‑263/21, EU:C:2022:644, σκέψη 64). Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι η ημερομηνία της «έναρξης της παραγωγής» που διαλαμβάνεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, του ELTS ελήφθη υπόψη από την Επιτροπή στην απόφαση του 2014 και στην απόφαση του 2017, οι οποίες εκδόθηκαν βάσει των καθεστώτων ενισχύσεων που κοινοποίησε η Δημοκρατία της Εσθονίας, προκειμένου να καθοριστεί το χρονικό σημείο έναρξης της περιόδου κατά την οποία ένας επιχειρηματίας μπορεί να λάβει κρατική ενίσχυση στο πλαίσιο του παλαιού καθεστώτος ενισχύσεων. Ειδικότερα, οι αποφάσεις αυτές καθόρισαν όρους για τη χορήγηση της ενίσχυσης, μεταξύ των οποίων και τον όρο ότι η ενίσχυση δεν μπορεί να καταβληθεί μετά την πάροδο δώδεκα ετών από την έναρξη της παραγωγής. |
|
26 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 24 των προτάσεών του, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να σεβαστεί την απόφαση του 2014 και την απόφαση του 2017. Εξάλλου, το δικαστήριο αυτό θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία το περιεχόμενο απόφασης με την οποία η Επιτροπή δεν προβάλλει αντιρρήσεις έναντι καθεστώτος ενισχύσεων κοινοποιηθέντος από κράτος μέλος πρέπει να καθορίζεται όχι μόνο με βάση το ίδιο το κείμενο της εν λόγω απόφασης, αλλά λαμβανομένου επίσης υπόψη του καθεστώτος ενισχύσεων που κοινοποιήθηκε από το οικείο κράτος μέλος (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Kahla Thüringen Porzellan κατά Επιτροπής, C‑537/08 P, EU:C:2010:769, σκέψη 44). |
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
|
27 |
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα σημεία 49 και 50 των κατευθυντήριων γραμμών του 2014 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση που θεσπίζει καθεστώς ενισχύσεων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το οποίο παρέχει στον αιτούντα ενίσχυση τη δυνατότητα να λάβει την ενίσχυση ακόμη και αν η αίτηση υποβλήθηκε μετά την έναρξη των εργασιών υλοποίησης του οικείου έργου. |
|
28 |
Από το σημείο 49 των κατευθυντήριων γραμμών του 2014 προκύπτει ότι οι ενισχύσεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά μόνον εάν έχουν χαρακτήρα κινήτρου. Ο χαρακτήρας αυτός υφίσταται εφόσον η ενίσχυση προτρέπει τον δικαιούχο να μεταβάλει τη συμπεριφορά του και η εν λόγω μεταβολή δεν θα επερχόταν χωρίς την ενίσχυση. Επομένως, κατά το σημείο 50 των κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση δεν λειτουργεί ως κίνητρο για τον δικαιούχο σε κάθε περίπτωση στην οποία η υλοποίηση του οικείου έργου είχε ήδη αρχίσει πριν ο δικαιούχος υποβάλει την αίτηση ενίσχυσης στις εθνικές αρχές. |
|
29 |
Όσον αφορά το περιεχόμενο πράξης όπως οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εκτίμηση της συμβατότητας των μέτρων ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά, δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία ενεργεί υπό τον έλεγχο των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Συναφώς, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται σύνθετες εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως. Κατά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας εκτίμησης, η Επιτροπή δύναται να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για να καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων προτίθεται να εκτιμά κατά πόσον τα μέτρα ενίσχυσης που σχεδιάζουν τα κράτη μέλη είναι σύμφωνα με την εσωτερική αγορά (απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, Kotnik κ.λπ., C‑526/14, EU:C:2016:570, σκέψεις 37 έως 39). |
|
30 |
Η Επιτροπή, θεσπίζοντας τέτοιους κανόνες συμπεριφοράς και αναγγέλλοντας, με τη δημοσίευσή τους, ότι θα τους εφαρμόζει στις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν οι εν λόγω κανόνες, αυτοπεριορίζεται κατά την άσκηση της ως άνω εξουσίας εκτίμησης και δεν μπορεί, καταρχήν, να αποκλίνει από τους κανόνες αυτούς, διότι άλλως υπάρχει ενδεχόμενο να της επιβληθούν κυρώσεις λόγω παραβίασης γενικών αρχών του δικαίου, όπως είναι η ίση μεταχείριση ή η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπορεί να παραιτηθεί, καθορίζοντας κανόνες συμπεριφοράς, από την άσκηση της εξουσίας εκτίμησης που της παρέχει το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ. Συνεπώς, η έκδοση εγγράφου όπως οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να εξετάζει τις εξαιρετικές ειδικές περιστάσεις τις οποίες επικαλείται κράτος μέλος, σε συγκεκριμένη περίπτωση, για να ζητήσει την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, και να αιτιολογεί την άρνησή της να δεχθεί μια αίτηση ενίσχυσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, Kotnik κ.λπ., C‑526/14, EU:C:2016:570, σκέψεις 40 και 41). |
|
31 |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, αφενός, ότι οι συνέπειες της θέσπισης των κανόνων συμπεριφοράς που περιέχονται στις κατευθυντήριες γραμμές του 2014 συνίστανται αποκλειστικώς στον αυτοπεριορισμό της Επιτροπής κατά την άσκηση της εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει, υπό την έννοια ότι, εφόσον ένα κράτος μέλος κοινοποιήσει στην Επιτροπή σχέδιο κρατικής ενίσχυσης που είναι σύμφωνο προς τους εν λόγω κανόνες, η Επιτροπή οφείλει, καταρχήν, να εγκρίνει το σχέδιο αυτό. Αφετέρου, τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα να κοινοποιούν στην Επιτροπή σχέδια κρατικών ενισχύσεων τα οποία δεν πληρούν τα κριτήρια που προβλέπουν οι ως άνω κατευθυντήριες γραμμές και η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει τέτοια σχέδια εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, Kotnik κ.λπ., C‑526/14, EU:C:2016:570, σκέψη 43). |
|
32 |
Επομένως, οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 δεν μπορούν να δημιουργήσουν αυτοτελείς υποχρεώσεις εις βάρος των κρατών μελών, αλλά περιορίζονται στην πρόβλεψη προϋποθέσεων οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση της συμβατότητας των ενισχύσεων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με την εσωτερική αγορά και τις οποίες η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 29 έως 31 της παρούσας απόφασης, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 33 των προτάσεών του, η Επιτροπή, κηρύσσοντας συμβατό με την εσωτερική αγορά ένα καθεστώς ενισχύσεων για το οποίο η τήρηση της προϋπόθεσης να έχει η ενίσχυση χαρακτήρα κινήτρου διασφαλίζεται κατ’ άλλον τρόπο πλην της υποβολής της αίτησης ενίσχυσης πριν από την έναρξη των εργασιών, ενεργεί στο πλαίσιο της εν λόγω εξουσίας εκτίμησης. |
|
33 |
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα σημεία 49 και 50 των κατευθυντήριων γραμμών του 2014 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση που θεσπίζει καθεστώς ενισχύσεων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το οποίο παρέχει στον αιτούντα ενίσχυση τη δυνατότητα να λάβει την ενίσχυση ακόμη και αν η αίτηση υποβλήθηκε μετά την έναρξη των εργασιών υλοποίησης του οικείου έργου. |
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
|
34 |
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 έχουν την έννοια ότι μια κρατική ενίσχυση μπορεί να έχει χαρακτήρα κινήτρου όταν η επένδυση την οποία πραγματοποίησε ένας επιχειρηματίας προκειμένου να συμμορφωθεί με τροποποίηση των όρων χορήγησης περιβαλλοντικής άδειας –άδειας η οποία είναι αναγκαία για τη δραστηριότητα του επιχειρηματία– πιθανώς δεν θα είχε πραγματοποιηθεί εάν δεν είχε καταβληθεί η οικεία ενίσχυση. |
|
35 |
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τα σημεία 51 και 52 των κατευθυντήριων γραμμών του 2014, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ενίσχυσης οι αιτούντες πρέπει να περιγράφουν, στο έντυπο που καταρτίζουν οι αρμόδιες αρχές, ποια θα ήταν η κατάστασή τους εάν δεν χορηγούνταν η ενίσχυση, η δε κατάσταση αυτή αποτελεί το αντιπαράδειγμα. Επιπλέον, όταν η αρμόδια αρχή παραλαμβάνει την αίτηση, πρέπει να αξιολογεί την αξιοπιστία του αντιπαραδείγματος και να επιβεβαιώνει ότι η ενίσχυση έχει τον απαιτούμενο χαρακτήρα κινήτρου. Το αντιπαράδειγμα είναι αξιόπιστο εφόσον είναι αληθινό και σχετίζεται με τους παράγοντες λήψης αποφάσεων που επικρατούν κατά τον χρόνο της απόφασης εκ μέρους του δικαιούχου όσον αφορά την επένδυση. |
|
36 |
Επομένως, από τη διατύπωση των εν λόγω σημείων δεν προκύπτει ότι η ενίσχυση που ζητείται με σκοπό την πραγματοποίηση επένδυσης η οποία είναι αναγκαία ώστε ένας επιχειρηματίας να πληροί τους αυστηρότερους όρους που προβλέπονται για τη λήψη περιβαλλοντικής άδειας στερείται, σε κάθε περίπτωση, χαρακτήρα κινήτρου. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μεταβολή των όρων που προβλέπονται για τη λήψη τέτοιας άδειας, σε περίπτωση μη καταβολής της ενίσχυσης, αποτελεί ένα από τα στοιχεία που οι εθνικές αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη στο πλαίσιο της εκτίμησης της αξιοπιστίας του αντιπαραδείγματος. |
|
37 |
Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Veejaam, η οποία είναι η μόνη αναιρεσείουσα της κύριας δίκης την οποία αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, αφενός, πραγματοποίησε επένδυση συνιστάμενη στην αντικατάσταση υφιστάμενης μονάδας παραγωγής με νέα μονάδα προκειμένου να ανταποκριθεί στους νέους όρους τους οποίους επιβάλλει η εσθονική νομοθεσία για τη λήψη της περιβαλλοντικής άδειας που είναι αναγκαία για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και, αφετέρου, υποστηρίζει ότι η επένδυση αυτή κατέστη δυνατή μόνο χάρη στην προοπτική της καταβολής της ενίσχυσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. |
|
38 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 47 των προτάσεών του, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει την αξιοπιστία του αντιπαραδείγματος που παρουσίασε η Veejaam και, ιδίως, να εξετάσει την πιθανότητα η εν λόγω εταιρία να είχε παύσει τη δραστηριότητά της σε περίπτωση μη λήψης της επίμαχης ενίσχυσης. Στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής, το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 26 της παρούσας απόφασης, να τηρήσει τις προϋποθέσεις που θέτουν η απόφαση του 2014 και η απόφαση του 2017. Εναπόκειται στο δικαστήριο αυτό, στο πλαίσιο της εξέτασης της αξιοπιστίας του αντιπαραδείγματος, να αναλύσει μια σειρά σχετικών στοιχείων καθώς και δεδομένων όπως είναι τα έσοδα και οι δαπάνες που θα είχε πραγματοποιήσει η Veejaam, ελλείψει της ενίσχυσης, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με τους νέους όρους χορήγησης της επίμαχης περιβαλλοντικής άδειας. |
|
39 |
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 έχουν την έννοια ότι μια κρατική ενίσχυση μπορεί να έχει χαρακτήρα κινήτρου όταν η επένδυση την οποία πραγματοποίησε ένας επιχειρηματίας προκειμένου να συμμορφωθεί με τροποποίηση των όρων χορήγησης περιβαλλοντικής άδειας –άδειας η οποία είναι αναγκαία για τη δραστηριότητα του επιχειρηματία– πιθανώς δεν θα είχε πραγματοποιηθεί εάν δεν είχε καταβληθεί η οικεία ενίσχυση. |
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
|
40 |
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2015/1589 έχει την έννοια ότι ένα υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων, του οποίου η συμβατότητα με την εσωτερική αγορά διαπιστώθηκε με απόφαση της Επιτροπής, πρέπει να χαρακτηριστεί ως «νέα ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού, όταν το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται και μετά την ημερομηνία την οποία το οικείο κράτος μέλος είχε γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης της ενίσχυσης η οποία περατώθηκε με την εν λόγω απόφαση, ως ημερομηνία λήξης εφαρμογής του καθεστώτος. |
|
41 |
Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2015/1589 απαριθμεί τις περιπτώσεις στις οποίες μια κρατική ενίσχυση πρέπει να χαρακτηριστεί ως «υφιστάμενη ενίσχυση». Ειδικότερα, από το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο ii, του κανονισμού προκύπτει ότι κάθε εγκεκριμένη ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι μεμονωμένες ενισχύσεις που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή ή από το Συμβούλιο, συνιστά υφιστάμενη ενίσχυση. Επιπλέον, το άρθρο 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού ορίζει ως νέα ενίσχυση «τα καθεστώτα ενισχύσεων και [τις] μεμονωμένες ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και [τις] μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων». |
|
42 |
Συναφώς, στο πλαίσιο του συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων το οποίο καθιερώνουν τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ, η διαδικασία διαφέρει ανάλογα με το αν οι ενισχύσεις είναι υφιστάμενες ή νέες. Ενώ οι υφιστάμενες ενισχύσεις μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να εφαρμόζονται κανονικά ενόσω η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει την ασυμβατότητά τους, το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι τα σχέδια για τη θέσπιση νέων ενισχύσεων ή την τροποποίηση υφιστάμενων ενισχύσεων πρέπει να κοινοποιούνται εγκαίρως στην Επιτροπή και δεν μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή πριν η διαδικασία καταλήξει σε τελική απόφαση (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2021, Eco Fox κ.λπ., C‑915/19 έως C‑917/19, EU:C:2021:887, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
43 |
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της συμβατότητας μιας ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά στηρίζεται στην εκτίμηση οικονομικών δεδομένων και περιστάσεων της οικείας αγοράς κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης της Επιτροπής, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της προβλεπόμενης διάρκειας χορήγησης της ενίσχυσης αυτής. Κατά συνέπεια, η διάρκεια ισχύος της υφιστάμενης ενίσχυσης αποτελεί στοιχείο ικανό να επηρεάσει την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της συμβατότητας της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά (απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2016, ΔΕΗ και Επιτροπή κατά Αλουμινίου της Ελλάδος, C‑590/14 P, EU:C:2016:797, σκέψη 49). |
|
44 |
Επομένως, η παράταση της διάρκειας ισχύος υφιστάμενης ενίσχυσης αποτελεί τροποποίηση υφιστάμενης ενίσχυσης και, ως εκ τούτου, συνιστά νέα ενίσχυση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2015/1589 (πρβλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2016, ΔΕΗ και Επιτροπή κατά Αλουμινίου της Ελλάδος, C‑590/14 P, EU:C:2016:797, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
45 |
Εν προκειμένω, από τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει, πρώτον, ότι η Δημοκρατία της Εσθονίας επισήμανε, στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με την εκτίμηση της συμβατότητας του παλαιού καθεστώτος με την εσωτερική αγορά, ότι το καθεστώς αυτό επρόκειτο να εφαρμοστεί μόνο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2014, δεύτερον, ότι η Επιτροπή προέβη στην εκτίμησή της στην απόφαση του 2014 λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία αυτή και, τρίτον, ότι η Δημοκρατία της Εσθονίας διατήρησε σε ισχύ το εν λόγω καθεστώς κατά τα έτη 2015 και 2016, ήτοι μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2014. |
|
46 |
Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του ορισμού της έννοιας της υφιστάμενης ενίσχυσης, ο οποίος υπομνήσθηκε στη σκέψη 41 της παρούσας απόφασης, και της νομολογίας του Δικαστηρίου που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 43 και 44 της παρούσας απόφασης, διαπιστώνεται ότι το παλαιό καθεστώς μπορούσε να χαρακτηριστεί, μετά την έκδοση της απόφασης του 2014 και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2014, ως υφιστάμενη ενίσχυση, στο μέτρο που η συμβατότητά του με την εσωτερική αγορά είχε διαπιστωθεί με την εν λόγω απόφαση του 2014. |
|
47 |
Αντιθέτως, ως προς το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του 2017, με την οποία διαπιστώθηκε ότι το καθεστώς αυτό ήταν συμβατό με την εσωτερική αγορά ακόμη και μετά την παράταση της διάρκειας ισχύος του, το εν λόγω καθεστώς πρέπει να χαρακτηριστεί ως νέα ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2015/1589 και, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. |
|
48 |
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2015/1589 έχει την έννοια ότι ένα υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων, του οποίου η συμβατότητα με την εσωτερική αγορά διαπιστώθηκε με απόφαση της Επιτροπής, πρέπει να χαρακτηριστεί ως «νέα ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού, όταν το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται και μετά την ημερομηνία την οποία το οικείο κράτος μέλος είχε γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης της ενίσχυσης η οποία περατώθηκε με την εν λόγω απόφαση, ως ημερομηνία λήξης εφαρμογής του καθεστώτος. |
Επί του τέταρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
|
49 |
Με το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να γίνει δεκτή η αίτηση επιχειρηματία για καταβολή κρατικής ενίσχυσης, παρά την παράβαση της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή υποχρέωσης κοινοποίησης, αφενός, για την περίοδο που προηγήθηκε της απόφασης της Επιτροπής με την οποία διαπιστώθηκε η συμβατότητα της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά και, αφετέρου, σε περίπτωση που ο επιχειρηματίας ζήτησε την ενίσχυση σε χρόνο κατά τον οποίο αυτή ήταν παράνομη λόγω της μη κοινοποίησής της στο ως άνω θεσμικό όργανο, ενώ η επένδυση με την οποία συνδεόταν η ενίσχυση πραγματοποιήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο το εν λόγω καθεστώς ήταν νόμιμο, καθώς η συμβατότητά του με την εσωτερική αγορά είχε διαπιστωθεί με απόφαση της Επιτροπής. |
Επί του παραδεκτού
|
50 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα είναι υποθετικής φύσεως και ότι, κατά συνέπεια, δεν είναι παραδεκτά, δεδομένου ότι η Veejaam και η Espo δεν δικαιούνται καμία ενίσχυση στο πλαίσιο του παλαιού ή του νέου καθεστώτος. Συγκεκριμένα, οι εταιρίες αυτές έχουν ήδη λάβει την επίμαχη ενίσχυση για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δώδεκα έτη από την έναρξη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στους αντίστοιχους σταθμούς τους, το δε διάστημα αυτό αποτελεί, κατά την εσθονική νομοθεσία, τη μέγιστη διάρκεια κατά την οποία οι παραγωγοί ενέργειας μπορούν να λάβουν την επίμαχη ενίσχυση. |
|
51 |
Υπενθυμίζεται ότι για τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης προδικαστικά ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο εντός του νομικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο ισχύει τεκμήριο λυσιτέλειας. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα [απόφαση της 2ας Ιουνίου 2022, SR (Έξοδα μετάφρασης στο πλαίσιο αστικής διαφοράς), C‑196/21, EU:C:2022:427, σκέψη 25]. |
|
52 |
Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι η απάντηση στο ερώτημα αν η Veejaam και η Espo είναι επιλέξιμες για τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης, βάσει της εκτίμησης του πραγματικού πλαισίου και των διατάξεων του εθνικού δικαίου στην οποία οφείλει να προβεί το εθνικό δικαστήριο, απαιτεί την ερμηνεία του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Επιπλέον, δεν είναι πρόδηλο ότι το ερώτημα αυτό δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. |
|
53 |
Συνεπώς, το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτά. |
Επί της ουσίας
|
54 |
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το παλαιό καθεστώς μπορεί να χαρακτηριστεί, για την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2015 και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης του 2017, ως «νέα ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2015/1589, και ότι η εν λόγω ενίσχυση, η οποία χορηγήθηκε κατά παράβαση της υποχρέωσης κοινοποίησης που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν παράνομη κατά την περίοδο αυτή. Μόνο μετά τη διαπίστωση, με την απόφαση του 2017, της συμβατότητας του καθεστώτος με την εσωτερική αγορά μπορεί το εν λόγω καθεστώς να χαρακτηριστεί ως «υφιστάμενη ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού. |
|
55 |
Περαιτέρω, η απαγόρευση που προβλέπει η παράγραφος 3 του άρθρου 108 ΣΛΕΕ έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει ότι, πριν από την επέλευση των αποτελεσμάτων μιας ενίσχυσης, η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της εύλογη προθεσμία για να εξετάσει το οικείο σχέδιο διεξοδικώς και, ενδεχομένως, να κινήσει τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Επομένως, το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ θεσπίζει προληπτικό έλεγχο επί των σχεδίων νέων ενισχύσεων (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και ministre de la Culture et de la Communication, C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 36 και 37). |
|
56 |
Σε μια περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή εξέδωσε, όσον αφορά ενίσχυση που χορηγήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, τελική απόφαση με την οποία διαπίστωσε ότι η ενίσχυση αυτή ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο έκρινε ότι η τελική απόφαση της Επιτροπής δεν είχε ως συνέπεια την εκ των υστέρων νομιμοποίηση των εκτελεστικών πράξεων που ήταν ανίσχυρες λόγω του ότι είχαν ληφθεί κατά παράβαση της απαγόρευσης που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, ΣΛΕΕ. Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία θα κατέληγε στο να ευνοείται η εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους μη τήρηση της εν λόγω διάταξης και θα στερούσε από τη διάταξη αυτή την πρακτική αποτελεσματικότητά της (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Viasat Broadcasting UK, C‑445/19, EU:C:2020:952, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
57 |
Σε μια τέτοια περίπτωση, το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να διατάξουν τα κατάλληλα μέτρα για την αποτελεσματική άρση των συνεπειών της παρανομίας. Πράγματι, αν, στο πλαίσιο ενός σχεδίου ενίσχυσης, συμβατού ή μη με την εσωτερική αγορά, η μη τήρηση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν συνεπαγόταν περισσότερους κινδύνους ή κυρώσεις απ’ ό,τι η τήρηση της διάταξης αυτής, το κίνητρο των κρατών μελών να προβαίνουν σε κοινοποίηση και να αναμένουν την απόφαση ως προς τη συμβατότητα θα μειωνόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό, το ίδιο θα συνέβαινε δε, κατά συνέπεια, και με την έκταση του ελέγχου της Επιτροπής (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Viasat Broadcasting UK, C‑445/19, EU:C:2020:952, σκέψεις 22 και 23 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
58 |
Τούτου λεχθέντος, πρέπει να γίνεται διάκριση, όσον αφορά τα αποτελέσματα της χορήγησης ενίσχυσης κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, μεταξύ της ανάκτησης της παράνομης ενίσχυσης και της καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενίσχυση αυτή ήταν παράνομη (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Viasat Broadcasting UK, C‑445/19, EU:C:2020:952, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
59 |
Αφενός, όσον αφορά την ανάκτηση της παράνομης ενίσχυσης, ο σκοπός που συνίσταται στο να διασφαλίζεται ότι ουδέποτε θα χορηγηθεί μη συμβατή ενίσχυση, στον οποίο εδράζεται το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, δεν αναιρείται από την πρόωρη καταβολή της ενίσχυσης που δεν κοινοποιήθηκε, όταν η Επιτροπή εκδίδει τελική απόφαση με την οποία διαπιστώνει τη συμβατότητα της ενίσχυσης αυτής με την εσωτερική αγορά. Κατά συνέπεια, το εθνικό δικαστήριο δεν οφείλει να διατάξει την ανάκτηση της εν λόγω ενίσχυσης (πρβλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Viasat Broadcasting UK, C‑445/19, EU:C:2020:952, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
60 |
Αφετέρου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του δικαίου της Ένωσης, να υποχρεώσει τον αποδέκτη της ενίσχυσης να καταβάλει τόκους για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενίσχυση αυτή ήταν παράνομη. Η εν λόγω υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου απορρέει από το ότι η χορήγηση ενίσχυσης κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ παρέχει στον αποδέκτη της αδικαιολόγητο πλεονέκτημα συνιστάμενο, πρώτον, στη μη καταβολή των τόκων που διαφορετικά θα κατέβαλλε επί του επίμαχου ποσού της συμβατής ενίσχυσης, αν είχε αναγκαστεί να δανειστεί το ποσό αυτό στην αγορά εν αναμονή της έκδοσης της τελικής απόφασης της Επιτροπής, και, δεύτερον, στη βελτίωση της ανταγωνιστικής του θέσης έναντι των άλλων επιχειρηματιών της αγοράς για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η επίμαχη ενίσχυση ήταν παράνομη. Πράγματι, ο παράνομος χαρακτήρας της ενίσχυσης θα έχει ως αποτέλεσμα, αφενός, να εκτίθενται οι εν λόγω επιχειρηματίες στον –εν τέλει έστω μη επελθόντα– κίνδυνο να χορηγηθεί μη συμβατή ενίσχυση και, αφετέρου, να υφίστανται αυτοί τα αποτελέσματά της σε επίπεδο ανταγωνισμού νωρίτερα απ’ ό,τι θα έπρεπε (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2020, Viasat Broadcasting UK, C‑445/19, EU:C:2020:952, σκέψεις 26 και 27 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
61 |
Στο μέτρο που, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 59 και 60 της παρούσας απόφασης, δεν αποκλείεται ένας επιχειρηματίας να μπορεί να επωφεληθεί από την πρόωρη καταβολή της ενίσχυσης που χορηγήθηκε κατά παράβαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ υποχρέωσης κοινοποίησης, όταν η Επιτροπή εκδίδει τελική απόφαση με την οποία διαπιστώνει ότι η ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά, η εν λόγω διάταξη δεν αντιτίθεται ούτε στο να λάβει ο επιχειρηματίας την ενίσχυση αυτή για τον προ της εκδόσεως μιας τέτοιας αποφάσεως της Επιτροπής χρόνο, από τη στιγμή κατά την οποία ο επιχειρηματίας ζήτησε την καταβολή της ενίσχυσης. |
|
62 |
Ομοίως, σε περίπτωση που, αφενός, η Επιτροπή διαπίστωσε εκ των υστέρων τη συμβατότητα της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά και, αφετέρου, καμία ενίσχυση δεν καταβλήθηκε σε επιχειρηματία κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία η ενίσχυση αυτή θα έπρεπε να θεωρηθεί ως παράνομη λόγω παράβασης της προβλεπόμενης στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ υποχρέωσης, ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει τόκους για την περίοδο κατά την οποία η ενίσχυση ήταν παράνομη, όπως οι τόκοι αυτοί διαλαμβάνονται στη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 60 της παρούσας απόφασης. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν συντρέχει λόγος άρσης των συνεπειών της παρανομίας, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας απόφασης. |
|
63 |
Εν προκειμένω, πρώτον, όσον αφορά την κατάσταση στην οποία στηρίζεται το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά μόνον τη Veejaam, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι καμία ενίσχυση δεν καταβλήθηκε στην εταιρία αυτή κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2015 και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης του 2017. |
|
64 |
Ως εκ τούτου, όσον αφορά τη Veejaam, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να συναγάγει τις συνέπειες των εκτιμήσεων που εκτέθηκαν στις σκέψεις 61 και 62 της παρούσας απόφασης ως προς τη δυνατότητα της εταιρίας αυτής να λάβει την επίμαχη ενίσχυση στο πλαίσιο του παλαιού καθεστώτος, για την περίοδο μεταξύ της 1ης Δεκεμβρίου 2015 και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης του 2017, από το χρονικό σημείο κατά το οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ενίσχυσης. |
|
65 |
Δεύτερον, ως προς το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά την κατάσταση της Espo, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 60 της παρούσας απόφασης, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ιδίως, αν η εταιρία αυτή έλαβε ενισχύσεις για την εγκατάσταση, το 2009, της επίμαχης μονάδας παραγωγής, κατά τη διάρκεια περιόδου κατά την οποία το παλαιό καθεστώς δεν είχε κριθεί συμβατό με την εσωτερική αγορά διά της αποφάσεως του 2014, για τους σκοπούς της ενδεχόμενης ανάκτησης των τόκων επί των ποσών που εισέπραξε η εταιρία στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων. |
|
66 |
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στο να γίνει δεκτή η αίτηση επιχειρηματία για καταβολή κρατικής ενίσχυσης, η οποία χορηγήθηκε κατά παράβαση της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή υποχρέωσης κοινοποίησης, αφενός, για την περίοδο που προηγήθηκε της απόφασης της Επιτροπής με την οποία διαπιστώθηκε η συμβατότητα της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά και, αφετέρου, σε περίπτωση που ο επιχειρηματίας ζήτησε την ενίσχυση σε χρόνο κατά τον οποίο αυτή ήταν παράνομη λόγω της μη κοινοποίησής της στο ως άνω θεσμικό όργανο, ενώ η επένδυση με την οποία συνδεόταν η ενίσχυση πραγματοποιήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο το εν λόγω καθεστώς ήταν νόμιμο καθώς η συμβατότητά του με την εσωτερική αγορά είχε διαπιστωθεί με απόφαση της Επιτροπής, υπό την προϋπόθεση ότι, και στις δύο αυτές καταστάσεις, ο δικαιούχος της ενίσχυσης καταβάλλει τους τόκους επί των τυχόν εισπραχθέντων ποσών για την περίοδο κατά την οποία η ενίσχυση θεωρείται ότι ήταν παράνομη. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
67 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται: |
|
|
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η εσθονική.