Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62020CC0620

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Campos Sánchez-Bordona της 3ης Μαρτίου 2022.


Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2022:158

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA

της 3ης Μαρτίου 2022 ( 1 )

Υπόθεση C‑620/20 P

International Management Group (IMG)

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως – Δημοσιονομική νομοθεσία – Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης – Συνεργασία για την ανάπτυξη – Εκτέλεση του προϋπολογισμού από διεθνή οργανισμό στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης – Απόφαση μη ανάθεσης της εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε οντότητα λόγω αμφιβολιών σχετικά με το καθεστώς της – Ακύρωση – Αποκατάσταση – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες – Αρχή της χρηστής διοικήσεως – Εκτέλεση ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως»

1.

Η δημοσιονομική νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα της χρήσης του μηχανισμού έμμεσης διαχείρισης για την εκτέλεση κονδυλίων του προϋπολογισμού της Ένωσης. Τούτο έπραξε η Επιτροπή, το 2013, αναθέτοντας τη διαχείριση συγκεκριμένων κονδυλίων στον τομέα της συνεργασίας για την ανάπτυξη στην οντότητα International Management Group (στο εξής: IMG), της οποίας το καθεστώς διεθνούς οργανισμού αμφισβητείται εν προκειμένω.

2.

Το 2014, η Επιτροπή διέκοψε τις σχέσεις της με την IMG, λόγω αμφιβολιών σχετικά με το νομικό καθεστώς της, και, το 2015, ενημέρωσε την IMG ότι δεν επρόκειτο να συνάψει μαζί της νέες συμβάσεις ανάθεσης αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης.

3.

Η IMG άσκησε προσφυγή-αγωγή κατά των εν λόγω αποφάσεων της Επιτροπής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε τα αιτήματά της ( 2 ). Εντούτοις, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση αναιρέσεως της IMG, ακύρωσε τις αποφάσεις της Επιτροπής και ανέπεμψε την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί εκείνο επί του αιτήματος αποκαταστάσεως της ζημίας που ισχυρίστηκε ότι υπέστη η εν λόγω οντότητα ( 3 ).

4.

Κατόπιν αναπομπής της υπόθεσης στο Γενικό Δικαστήριο, αυτό απέρριψε οριστικώς το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας ( 4 ). Η IMG άσκησε αναίρεση κατά της εν λόγω αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου.

I. Το νομικό πλαίσιο

5.

Παραπέμπω στους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στην έμμεση διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης, οι οποίοι εκτέθηκαν στην απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P, χωρίς να τους επαναλάβω.

6.

Στην εν λόγω απόφαση μνημονεύθηκαν οι εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 ( 5 ) (ειδικότερα, τα άρθρα του 53 και 53δ), του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 ( 6 ) (ειδικότερα, το άρθρο του 43), του κανονισμού 966/2012 ( 7 ) (ειδικότερα, τα άρθρα του 58, παράγραφος 1, και 84 έως 86), και του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 1268/2012 ( 8 ) (ειδικότερα, το άρθρο του 43).

II. Το ιστορικό των διαφορών

7.

Το ιστορικό των διαφορών έχει εκτεθεί λεπτομερώς στην απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις οποίες γίνεται παραπομπή.

8.

Από την πρώτη ως άνω απόφαση, παραθέτω τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ( 9 ):

«–

Σύμφωνα με το καταστατικό της, όπως παρατίθεται στην υποβληθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία, η IMG ιδρύθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1994 ως διεθνής οργανισμός με την επωνυμία “International Management Group – Infrastructure for Bosnia and Herzegovina”, με έδρα το Βελιγράδι (Σερβία), ούτως ώστε τα κράτη που συμμετέχουν στην ανασυγκρότηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης να έχουν προς τούτο στη διάθεσή τους μια οντότητα ειδικού σκοπού. Έκτοτε, η IMG επεξέτεινε σταδιακά το πεδίο δραστηριότητάς της και εν συνεχεία, στις 13 Ιουνίου 2012, συνήψε συμφωνία για την έδρα της με το Βασίλειο του Βελγίου.

–

Στις 7 Νοεμβρίου 2013, η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση C(2013) 7682 τελικό, σχετικά με το πρόγραμμα ετήσιας δράσεως του 2013 για τη Μιανμάρ/Βιρμανία που πρόκειται να χρηματοδοτηθεί από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: αρχική απόφαση), βάσει του άρθρου 84 του κανονισμού 966/2012.

–

Το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής ορίζει ότι εγκρίνεται το πρόγραμμα δράσεως του 2013 για τη Μιανμάρ/Βιρμανία, όπως αναλύεται στα παραρτήματα 1 και 2 αυτής.

–

Το άρθρο 3 της εν λόγω αποφάσεως προβλέπει ότι τα καθήκοντα εκτελέσεως του προϋπολογισμού με κοινή διαχείριση μπορούν να ανατεθούν στις οντότητες που αναφέρονται στα παραρτήματα 1 και 2, υπό την επιφύλαξη της συνάψεως συμφωνίας αναθέσεως καθηκόντων εκτελέσεως του προϋπολογισμού.

–

Το παράρτημα 2 της ίδιας αποφάσεως περιγράφει τη δεύτερη δράση που συνιστά το πρόγραμμα δράσεως του 2013 για τη Μιανμάρ/Βιρμανία. Τα τμήματα 5 και 8 του εν λόγω παραρτήματος ορίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η δράση αυτή αποτελείται από πρόγραμμα αναπτύξεως του εμπορίου, του οποίου η δαπάνη, εκτιμώμενη σε 10 εκατομμύρια ευρώ, θα χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και του οποίου η εφαρμογή θα πραγματοποιηθεί με κοινή διαχείριση με την IMG. Το σημείο 8.3.1 του εν λόγω παραρτήματος αναφέρει την IMG ως διεθνή οργανισμό που έχει ήδη εγκατασταθεί στη Μιανμάρ/Βιρμανία και συνδέεται με την υλοποίηση έργων χρηματοδοτούμενων από την Ένωση στο κράτος αυτό.

–

Στις 17 Φεβρουαρίου 2014, η OLAF ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχε κινήσει διαδικασία έρευνας σχετικά με το νομικό καθεστώς της IMG.

–

Στις 24 Φεβρουαρίου 2014, ο γενικός γραμματέας της Επιτροπής διαβίβασε τις πληροφορίες αυτές στον γενικό διευθυντή της ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης του εν λόγω θεσμικού οργάνου, εφιστώντας την προσοχή του στη δυνατότητα λήψεως προληπτικών μέτρων βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 6, του κανονισμού 883/2013.

–

Στις 26 Φεβρουαρίου 2014, ο ως άνω γενικός διευθυντής ενέκρινε προληπτικά μέτρα βάσει της εν λόγω διατάξεως, με την αιτιολογία ότι από την αρχική ανάλυση της OLAF είχαν προκύψει αμφιβολίες σχετικά με το νομικό καθεστώς της IMG (στο εξής: προληπτικά μέτρα της 26ης Φεβρουαρίου 2014). Τα προληπτικά αυτά μέτρα συνίσταντο, κυρίως, στην προσωρινή απαγόρευση, αφενός, της συνάψεως οποιασδήποτε νέας συμφωνίας αναθέσεως με την IMG στο πλαίσιο της έμμεσης διαχειρίσεως του προϋπολογισμού της Ένωσης βάσει του κανονισμού 966/2012 και, αφετέρου, της παρατάσεως κάθε συμφωνίας αναθέσεως που είχε ήδη συναφθεί με την IMG στο πλαίσιο της κοινής διαχειρίσεως του προϋπολογισμού της Ένωσης βάσει του κανονισμού 1605/2002.

–

Στις 25 Απριλίου 2014, ο ίδιος γενικός διευθυντής απηύθυνε στην IMG επιστολή (στο εξής: επιστολή της 25ης Απριλίου 2014), με την οποία την ενημέρωσε για τρία νέα στοιχεία στον φάκελο της Επιτροπής, ήτοι, πρώτον, ότι πέντε κράτη μέλη της Ένωσης τα οποία η IMG παρουσίαζε ως μέλη της δεν θεωρούσαν ότι όντως αποτελούν μέλη της, δεύτερον, ότι ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) ανέφερε ότι η IMG δεν αποτελούσε ειδικό οργανισμό του ΟΗΕ και, τρίτον, ότι υπήρχε αβεβαιότητα σχετικά με την εξουσία των προσώπων που είχαν εκπροσωπήσει ορισμένα κράτη κατά την υπογραφή της ιδρυτικής πράξεως της IMG. Ο γενικός διευθυντής της ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης της Επιτροπής ανέφερε επίσης ότι, λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών που είχαν εγείρει τα στοιχεία αυτά σχετικά με το νομικό καθεστώς της IMG, ζήτησε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής να αναστείλουν προσωρινά, καθόσον την αφορούσαν, την προσφυγή στις διαδικασίες που καθιστούσαν δυνατή την εκτέλεση καθηκόντων προϋπολογισμού από διεθνείς οργανισμούς.

–

Στις 15 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή έλαβε την έκθεση που συνέταξε η OLAF κατά το πέρας της έρευνάς της (στο εξής: έκθεση της OLAF), συνοδευόμενη από σειρά συστάσεων. Στην έκθεση αυτή, η OLAF έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η IMG δεν αποτελούσε διεθνή οργανισμό κατά την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012 και συνέστησε στην Επιτροπή να επιβάλει κυρώσεις στην IMG καθώς και να προβεί στην ανάκτηση των ποσών που της είχαν καταβληθεί υπό την ιδιότητά της αυτή.

–

Την επόμενη ημέρα, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014, στηριζόμενη στο άρθρο 84 του κανονισμού 966/2012. Κατά το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής, το παράρτημα 2 της αρχικής αποφάσεως αντικαθίσταται από νέο παράρτημα, του οποίου τα τμήματα 1 και 4.3 ορίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η υλοποίηση του προγράμματος αναπτύξεως του εμπορίου που προβλεπόταν στην αρχική αυτή απόφαση θα πραγματοποιούνταν με έμμεση διαχείριση, όχι πλέον από την IMG, αλλά από την Deutsche Gesellschaft für Internationale Zusammenarbeit GmbH (στο εξής: GIZ).

–

Στις 16 Ιανουαρίου 2015, η νομική υπηρεσία της Επιτροπής εκπόνησε σημείωμα με τίτλο “Νομική ανάλυση [της εκθέσεως της OLAF] επί της έρευνας […] σχετικά με την [IMG]” (στο εξής: γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας).

–

Στις 8 Μαΐου 2015, η Επιτροπή απηύθυνε στην IMG επιστολή με σκοπό να την ενημερώσει για τις ενέργειες στις οποίες προτίθετο να προβεί βάσει της εκθέσεως της OLAF, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι, μολονότι δεν θα έδινε συνέχεια στην πλειονότητα των συστάσεων της OLAF, είχε αποφασίσει μεταξύ άλλων ότι, έως ότου υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα σχετικά με το νομικό καθεστώς της IMG ως διεθνούς οργανισμού, οι υπηρεσίες της δεν θα προέβαιναν πλέον στη σύναψη νέων συμβάσεων αναθέσεως αρμοδιοτήτων με αυτήν ακολουθώντας τη μέθοδο της έμμεσης διαχείρισης σε συνεργασία με διεθνή οργανισμό, που προβλέπει ο κανονισμός 966/2012. Αυτό ακριβώς το μέρος της εν λόγω επιστολής αποτελεί την απόφαση της 8ης Μαΐου 2015, που μνημονεύεται στη σκέψη 1 της παρούσας αποφάσεως.»

III. Η απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P

9.

Η IMG άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μία προσφυγή και μία προσφυγή-αγωγή κατά των αποφάσεων της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 2014 (προσφυγή T‑29/15) και της 8ης Μαΐου 2015 (προσφυγή-αγωγή T‑381/15). Ζήτησε με αμφότερες την ακύρωση των εν λόγω αποφάσεων και, με τη δεύτερη, την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίστηκε ότι υπέστη.

10.

Στις 2 Φεβρουαρίου 2017, το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε δύο αποφάσεις με τις οποίες απέρριψε την προσφυγή T‑29/15 και την προσφυγή-αγωγή T‑381/15, αντιστοίχως.

11.

Η IMG άσκησε δύο αναιρέσεις κατά των εν λόγω αποφάσεων. Αποφαινόμενο επί των εν λόγω αναιρέσεων, με την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P, το Δικαστήριο έκανε δεκτό τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως σε αμφότερες τις υποθέσεις και αναίρεσε τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου.

12.

Κατά το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο «δικαιολογώντας την έκδοση των επίδικων αποφάσεων [της Επιτροπής] βάσει των αμφιβολιών που διατηρούσε σχετικά με το καθεστώς της IMG ως “διεθνούς οργανισμού” κατά την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012» ( 10 ).

13.

Κατά το Δικαστήριο, τα στοιχεία που εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο για να θεωρήσει δικαιολογημένες τις αμφιβολίες της Επιτροπής δεν καθιστούσαν δυνατή τη νομική θεμελίωσή τους ( 11 ).

14.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως σε αμφότερες τις υποθέσεις είχε τις ακόλουθες συνέπειες:

–

η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο συνεπαγόταν την αναίρεση των αποφάσεων T‑29/15 και T‑381/15 στο σύνολό τους.

–

Αμφότερες οι υποθέσεις ήσαν ώριμες προς εκδίκαση, στο μέτρο που η IMG είχε ζητήσει να ακυρωθούν οι αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και της 8ης Μαΐου 2015.

–

Σε αμφότερες τις αποφάσεις είχε εμφιλοχωρήσει η ίδια πλάνη περί το δίκαιο όπως και στις αποφάσεις T‑29/15 και T‑381/15 και, επομένως, έπρεπε επίσης να ακυρωθούν στο σύνολό τους.

–

Αντιθέτως, το αίτημα αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη η IMG λόγω της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015 δεν ήταν ώριμο προς εκδίκαση και έπρεπε, επομένως, να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο.

15.

Η IMG ζήτησε από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τα σημεία 1 έως 3 του διατακτικού της απόφασης C‑183/17 P και C‑184/17 P. Υποστήριξε, συναφώς, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το καθεστώς της ως διεθνούς οργανισμού, κατά τη δημοσιονομική νομοθεσία του 2002 και του 2012.

16.

Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ερμηνείας της IMG ( 12 ), επισημαίνοντας, ειδικότερα, ότι είχε περιοριστεί να κρίνει εσφαλμένες τις αμφιβολίες που διατύπωσε η Επιτροπή, βάσει ορισμένων νομικών στοιχείων, σε σχέση με το καθεστώς διεθνούς οργανισμού της IMG. Αντιθέτως, δεν είχε αποφανθεί αν, βάσει ανάλυσης η οποία δεν θα ενείχε πλάνη περί το δίκαιο και θα λάμβανε υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι η IMG διέθετε το εν λόγω καθεστώς ή ότι αποκλειόταν να διαθέτει το εν λόγω καθεστώς ( 13 ).

IV. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

17.

Μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου C‑183/17 P και C‑184/17 P, το Γενικό Δικαστήριο, αφού έλαβε τις παρατηρήσεις των διαδίκων, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας το αίτημα αποκατάστασης της ζημίας που ισχυρίστηκε ότι υπέστη η IMG λόγω της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015.

18.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο:

–

έκρινε ότι το αίτημα ήταν απαράδεκτο καθόσον σκοπούσε την αποκατάσταση ορισμένων ζημιών πέραν των εκτιθέμενων με το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης ή ζημιών των οποίων η φύση διέφερε από αυτές. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτα τα αιτήματα με τα οποία η IMG ζήτησε την αποζημίωση σε είδος προς αποκατάσταση ορισμένων υλικών ζημιών και προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης που ισχυρίστηκε ότι υπέστη ως αποτέλεσμα της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015.

–

Έκρινε παραδεκτό το αίτημα καθόσον αφορούσε, αφενός, υλική ζημία προσδιορισθείσα σε τρία εκατομμύρια ευρώ και, αφετέρου, ηθική βλάβη προσδιορισθείσα στο συμβολικό ποσό του ενός ευρώ.

–

Έκρινε ότι, καίτοι μη σύννομη για τους λόγους που εκτέθηκαν στην απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P, η απόφαση της 8ης Μαΐου 2015 δεν είχε παραβεί κανέναν «κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες». Ως εκ τούτου, έκρινε αβάσιμο το επιχείρημα της IMG, κατά το οποίο έπρεπε να θεωρηθεί, λαμβανομένων υπόψη των αρχών του δημοσίου διεθνούς δικαίου σχετικά με την έννοια του «διεθνούς οργανισμού», ότι οι διατάξεις της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012 έχουν την έννοια ότι, άπαξ η Επιτροπή αναγνωρίσει σε μια οντότητα την ιδιότητα του διεθνούς οργανισμού, δεν μπορεί πλέον να επανεξετάσει το καθεστώς αυτό, το οποίο θεωρείται «κεκτημένο».

–

Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η αναγνώριση του καθεστώτος διεθνούς οργανισμού συγκεκριμένης οντότητας είναι οριστική στο δημόσιο διεθνές δίκαιο, η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που προβλέπεται στα άρθρα 310 και 317 ΣΛΕΕ υποχρεώνει την Επιτροπή να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης όταν αναθέτει την εκτέλεση δημοσιονομικών δραστηριοτήτων σε διεθνείς οργανισμούς.

–

Διευκρίνισε, επιπλέον, ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου C‑183/17 P και C‑184/17 P (σκέψεις 88 έως 90) προκύπτει ότι, ακόμη και αν έχει αναγνωρισθεί σε συγκεκριμένη οντότητα το καθεστώς διεθνούς οργανισμού, κατά την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012, η Επιτροπή μπορεί να αμφισβητήσει το εν λόγω καθεστώς μεταγενέστερα, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τις περιστάσεις.

–

Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το επιχείρημα της IMG ότι έπρεπε να θεωρηθεί ότι η αναγνώριση από το Δικαστήριο του μη σύννομου χαρακτήρα της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015 ισοδυναμούσε με παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη και, πιο συγκεκριμένα, με παράβαση της υποχρέωσης επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως του καθεστώτος της ως διεθνούς οργανισμού υπό το πρίσμα της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά πραγματικά και νομικά στοιχεία ( 14 ).

–

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η παράβαση της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012 που προέβαλε η IMG δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, «κατάφωρη», κατά την έννοια της νομολογίας, καθότι η IMG δεν είχε αποδείξει ότι η Επιτροπή δεν διέθετε διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή της.

19.

Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο κατάφωρης παράβασης νομικού κανόνα που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι το αίτημα αποζημιώσεως τη IMG έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό του.

V. Άλλες διαδικαστικές πράξεις οι οποίες ενδέχεται να ασκούν επιρροή στη διαφορά

20.

Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T‑381/15 RENV, η Επιτροπή και η IMG αντάλλαξαν επιστολές σχετικά με την εκτέλεση της απόφασης C‑183/17 P και C‑184/17 P. Από την εν λόγω ανταλλαγή συνάγεται ότι ερμήνευσαν με διαφορετικό τρόπο το σκεπτικό της απόφασης:

–

για την Επιτροπή, η ακύρωση των αποφάσεων της 14ης Δεκεμβρίου 2014 και της 8ης Μαΐου 2015 βασίστηκε στην ελλιπή αιτιολογία τους.

–

Για την IMG, αντιθέτως, η ακύρωση υποχρέωνε την Επιτροπή να αναγνωρίσει το καθεστώς της ως διεθνούς οργανισμού κατά την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012.

21.

Στο πλαίσιο της εν λόγω ανταλλαγής επιστολών, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 18 Ιουλίου 2019, στην IMG επιστολή με την οποία επισήμανε ότι, με την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P, το Δικαστήριο δεν είχε διαπιστώσει ότι η IMG είναι διεθνής οργανισμός. Επομένως, η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης δεν απαιτούσε «την αυτόματη αναγνώριση της IMG ως διεθνούς οργανισμού, αλλά την εκ νέου αξιολόγηση του νομικού καθεστώτος της υπό το πρίσμα των διαθέσιμων πληροφοριών και των ισχυόντων δημοσιονομικών κανόνων» ( 15 ).

22.

Κατά της εν λόγω επιστολής, η IMG άσκησε προσφυγή-αγωγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (T‑645/19) με αίτημα, αφενός, την ακύρωσή της και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας την οποία είχε υποστεί.

23.

Με διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 2020 ( 16 ), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή T‑645/19. Η IMG άσκησε κατά της εν λόγω διατάξεως αναίρεση, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό C‑619/20 P.

24.

Τέλος, η IMG άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου νέα προσφυγή-αγωγή κατά της Επιτροπής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης (εκκρεμής υπόθεση T‑752/20, IMG κατά Επιτροπής), με αίτημα την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της Επιτροπής και της OLAF στο πλαίσιο της εις βάρος της έρευνας.

VI. Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως C‑620/20 P

25.

Η IMG ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να αναιρέσει την απόφαση που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 9 Σεπτεμβρίου 2020 στην υπόθεση T‑381/15/RENV·

–

να κάνει δεκτά τα αιτήματα που η νυν αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως όπως αυτά επαναδιατυπώθηκαν και, ως εκ τούτου:

–

να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη στην αποκατάσταση της υλικής ζημίας και στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, κατόπιν αναπροσαρμογής του σχετικού αιτήματος στις παρατηρήσεις της μετά την αναπομπή της υποθέσεως T‑381/15 RENV·

–

να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

26.

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την IMG στα αντίστοιχα δικαστικά έξοδα.

27.

Το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις αιτήσεις αναιρέσεως C‑619/20 P και C‑620/20 P προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

28.

Καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις αφορούν μόνον την υπόθεση C‑620/20 P.

VII. Ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως C‑620/20 P

Α.   Προκαταρκτικώς: περί του προβληθέντος από την Επιτροπή λόγου αναιρέσεως

29.

Με υπόμνημα της 16ης Ιουνίου 2021, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Γραμματεία του Δικαστηρίου για ένα στοιχείο το οποίο χαρακτήρισε «σημαντικό νέο πραγματικό στοιχείο», ήτοι την ανακοίνωση στην IMG, στις 8 Ιουνίου 2021, της (αρνητικής) αξιολόγησης του καθεστώτος της ως διεθνούς οργανισμού, στην οποία προέβη προς εκτέλεση της απόφασης C‑183/17 P και C‑184/17 P υπό το πρίσμα της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002, του 2012 και του 2018.

30.

Βάσει της εν λόγω αξιολογήσεως, η οποία εφαρμόζεται αναδρομικώς από το 2014, η IMG δεν μπορεί να εκτελεί κονδύλια της Ένωσης υπό τη μορφή της έμμεσης διαχείρισης από διεθνή οργανισμό.

31.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η περίσταση αυτή μπορεί να καθιστά άνευ αντικειμένου τις αιτήσεις αναιρέσεως C‑619/20 P και C‑620/20 P και, ως εκ τούτου, την προβάλλει ως (νέο) λόγο ακυρώσεως, κατά το άρθρο 127 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

32.

Η IMG αντέκρουσε τον εν λόγω ισχυρισμό της Επιτροπής και, επιπλέον, υπέβαλε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής που περιέχεται στην επιστολή της 8ης Ιουλίου 2021 ( 17 ).

33.

Με τον ως άνω νέο ισχυρισμό, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί πλέον επί της ιδιότητας ή μη της IMG ως διεθνούς οργανισμού και να αναγνωρίσει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατέστη άνευ αντικειμένου.

34.

Ο ισχυρισμός της Επιτροπής είναι απαράδεκτος στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, για τους ακόλουθους λόγους:

–

κατά πρώτον, η νομιμότητα της απόφασης της Επιτροπής της 8ης Ιουλίου 2021 εξετάζεται από το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκκρεμούς υπόθεσης T‑509/21.

–

Κατά δεύτερον, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αφορά αποκλειστικά και μόνον τις συνέπειες της έλλειψης νομιμότητας που διαπιστώθηκε με την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί αν η εν λόγω έλλειψη νομιμότητας συνεπάγεται την ευθύνη της Ένωσης. Το ζήτημα αυτό δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου, ούτε η IMG χάνει το συμφέρον της να ασκήσει την αγωγή αποζημιώσεως σε σχέση με ήδη παρελθούσα κατάσταση, για τον λόγο και μόνον ότι η Επιτροπή αποφάσισε, το 2021, ότι η IMG δεν είναι διεθνής οργανισμός κατά την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης.

–

Κατά τρίτον, το αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μπορεί να αποκλίνει σε σχέση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( 18 ).

Β.   Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως: παράβαση της απόφασης C‑183/17 P και C‑184/17 P

1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων

35.

Η IMG υποστηρίζει ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη τα όσα έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P.

36.

Κατά την IMG, το Γενικό Δικαστήριο, αντί να θεωρήσει δεδομένη την έλλειψη νομιμότητας της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015, δέχεται ότι η Επιτροπή μπορεί να συνεχίσει να αμφισβητεί το καθεστώς της ως διεθνούς οργανισμού, παρότι με την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P το Δικαστήριο έκρινε αβάσιμες τις αμφιβολίες της Επιτροπής όσον αφορά τη φύση της IMG.

37.

Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία της IMG και ζητεί να απορριφθεί ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως.

2. Εκτίμηση

38.

Το άρθρο 61, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι, «[σ]ε περίπτωση αναπομπής, το Γενικό Δικαστήριο δεσμεύεται ως προς τα νομικά ζητήματα που έχουν επιλυθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου».

39.

Κατά τη γνώμη μου, το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη τον ως άνω κανόνα, ούτε παρέβλεψε το περιεχόμενο της απόφασης C‑183/17 P και C‑184/17 P, απορρίπτοντας το αίτημα αποζημιώσεως της IMG επισημαίνοντας ότι από την εν λόγω απόφαση δεν προκύπτει υποχρέωση να θεωρηθεί η εν λόγω οντότητα διεθνής οργανισμός ο οποίος δικαιούται, κατά τη δημοσιονομική νομοθεσία του 2002 και του 2012, να αναλάβει καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού και να λάβει τα αντίστοιχα κονδύλια στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης.

40.

Ειδικότερα, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η IMG, από την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P δεν συνάγεται ότι, εφόσον η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει σε μια οντότητα καθεστώς διεθνούς οργανισμού, δεν μπορεί πλέον να την επανεξετάσει.

41.

Αντιθέτως, από την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P και τη μεταγενέστερη διάταξη C‑183/17 P-INT συνάγεται ότι η αναγνώριση, εκ μέρους της Επιτροπής, του καθεστώτος διεθνούς οργανισμού, για τους σκοπούς της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012, δεν είχε οριστικό χαρακτήρα και μπορούσε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αξιολογηθεί εκ νέου.

42.

Συναφώς, χαρακτηριστική είναι η διάταξη C‑183/17 P-INT. Όπως προεκτέθηκε, με αυτήν το Δικαστήριο επιβεβαιώνει κατ’ ουσίαν την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P, επισημαίνοντας ότι δεν προδικάζει το αν, κατόπιν ανάλυσης λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών στοιχείων, η IMG απολαύει, ή όχι, του καθεστώτος διεθνούς οργανισμού. Το ζήτημα αυτό απέκειτο στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου.

43.

Επομένως, η αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου και η ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής από το Δικαστήριο δεν συνεπάγονταν, όπως ορθώς καταλήγει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι η εν λόγω δημοσιονομική νομοθεσία παρείχε στην ενάγουσα το δικαίωμα να παραμένει αναγνωρισμένη ως διεθνής οργανισμός και, επομένως, να συνάπτει με την Επιτροπή συμβάσεις ανάθεσης αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης.

44.

Επιπλέον, η Επιτροπή υποχρεούται να αξιολογεί εκ νέου το καθεστώς διεθνούς οργανισμού, όπως η IMG, προτού αναθέσει σε αυτήν την έμμεση διαχείριση κονδυλίων του προϋπολογισμού της Ένωσης, οσάκις ανακύπτουν αμφιβολίες σχετικά με τη φύση της.

45.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Γ.   Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως: εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας του διεθνούς οργανισμού που προβλέπεται στη δημοσιονομική νομοθεσία

1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων

46.

Η IMG προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: α) υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία της έννοιας του διεθνούς οργανισμού που προβλέπεται στη δημοσιονομική νομοθεσία, β) παραβίασε τη διεθνή αναγνώριση και την ιεραρχία των κανόνων δικαίου και γ) δεν έλαβε υπόψη την ερμηνεία της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης από το Δικαστήριο με την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P.

47.

Κατά την IMG, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σύγχυση μεταξύ του χαρακτηρισμού της οντότητας ως διεθνούς οργανισμού και της ικανότητάς της να διασφαλίζει τη δημοσιονομική διαχείριση της Ένωσης. Η Επιτροπή οφείλει να διασφαλίζει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των κονδυλίων του προϋπολογισμού της Ένωσης, πλην όμως δεν μπορεί να παραβλέπει την ίδια την ύπαρξη ενός διεθνούς οργανισμού, ήτοι τη δυνατότητα επίκλησης της εν λόγω ιδιότητας στο διεθνές δίκαιο.

48.

Η Επιτροπή αντικρούει τη συλλογιστική της IMG και ζητεί να απορριφθεί ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως ως αλυσιτελής ή προδήλως αβάσιμος.

2. Εκτίμηση

49.

Κατά το σημείο 4 του διατακτικού της απόφασης C‑183/17 P και C‑184/17 P, μετά την αναπομπή της υπόθεσης, το Γενικό Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί «επί του αιτήματος αποκαταστάσεως της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη η [IMG] λόγω της αποφάσεως της Επιτροπής [που περιέχεται στην επιστολή της 8ης Μαΐου 2015]».

50.

Προκειμένου να αποφανθεί επί του εν λόγω αιτήματος, το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να αποφανθεί επί του καθεστώτος της IMG ως διεθνούς οργανισμού υπό το πρίσμα των κανόνων του δημοσίου διεθνούς δικαίου που δεσμεύουν την Ένωση. Αρκούσε να επισημάνει, όπως έπραξε στις σκέψεις 78 έως 80 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η έννοια του διεθνούς οργανισμού που χρησιμοποιείται στους δημοσιονομικούς κανόνες του 2002 και του 2012 είναι η χρησιμοποιούμενη στο διεθνές δίκαιο, πλην όμως στους εν λόγω κανόνες χρησιμοποιείται για τον ειδικό σκοπό της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης.

51.

Ορθώς, κατά τη γνώμη μου, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ( 19 ) ότι η Επιτροπή, όταν εξετάζει το ζήτημα αν η ενάγουσα είναι διεθνής οργανισμός για τους σκοπούς της σύναψης συμβάσεων ανάθεσης αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης, «πρέπει όχι μόνο να λαμβάνει υπόψη τις αρχές του διεθνούς δικαίου σχετικά με τους διεθνείς οργανισμούς, αλλά και να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή [της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης]» ( 20 ).

52.

Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, ο χαρακτήρας της IMG ως διεθνούς οργανισμού κατά το διεθνές δίκαιο δεν είναι στοιχείο το οποίο ασκεί επιρροή για τη διαπίστωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης. Η εν λόγω ευθύνη θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί μόνον εάν ο μη σύννομος χαρακτήρας της απόφασης της Επιτροπής (της 8ης Μαΐου 2015) που ακύρωσε το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να χαρακτηριστεί κατάφωρη παράβαση κανόνα της Ένωσης που απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες.

53.

Οι κανόνες διεθνούς δικαίου που επικαλείται η IMG, ακόμη και αν αποτελούν μέρος του δικαίου της Ένωσης, δεν απονέμουν σε διεθνή οργανισμό το δικαίωμα να μην υποβληθεί το καθεστώς του σε εκ νέου αξιολόγηση μετά την αναγνώρισή του από την Ένωση ( 21 ). Η εκ νέου αξιολόγηση εκ μέρους της Επιτροπής, όταν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, είναι συνεπής με τον σκοπό διασφάλισης της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης.

54.

Εξάλλου, ο διεθνής οργανισμός δεν μπορεί να προσδοκά ότι η συμμετοχή του στην έμμεση διαχείριση κονδυλίων του προϋπολογισμού της Ένωσης κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε χρονικού διαστήματος θα διασφαλίσει το δικαίωμά του να συνεχίσει να διαχειρίζεται τέτοια κονδύλια στο μέλλον.

55.

Κατ’ εφαρμογήν της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία της παρέχει τη δυνατότητα να επιλέξει, μεταξύ των διεθνών οργανισμών, τους καταλληλότερους για να υλοποιήσουν την έμμεση διαχείριση των κονδυλίων του προϋπολογισμού της, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

56.

Τα λοιπά επιχειρήματα της IMG σχετικά με την αναγνώριση των διεθνών οργανισμών είναι αλυσιτελή, καθόσον εκκινούν από την εσφαλμένη παραδοχή ότι, με την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P, το Γενικό Δικαστήριο απέδωσε στην IMG την εν λόγω ιδιότητα.

57.

Εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση της νέας απόφασης της Επιτροπής της 8ης Ιουλίου 2021 ( 22 ), κατά της οποίας η IMG άσκησε την προσφυγή ακυρώσεως που πρωτοκολλήθηκε με αριθμό T‑509/21, θα πρέπει να κριθεί στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας αν η εν λόγω οντότητα μπορεί να χαρακτηριστεί, ή όχι, διεθνής οργανισμός για τον σκοπό της έμμεσης διαχείρισης κονδυλίων του προϋπολογισμού της Ένωσης. Ευλόγως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί πριν από την έκδοση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου επί της εν λόγω προσφυγής.

58.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί αφενός ως αβάσιμος και αφετέρου ως αλυσιτελής.

Δ.   Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως: παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως

1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων

59.

Η IMG υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας (σκέψεις 90 έως 93 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως από την οποία απορρέει η εξωσυμβατική ευθύνη της Επιτροπής.

60.

Ο αδικαιολόγητος χαρακτήρας των αμφιβολιών σχετικά με το καθεστώς της IMG, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση, από το Δικαστήριο, της απόφασης της Επιτροπής της 8ης Μαΐου 2015, συνεπάγεται, κατά την IMG, ότι η πράξη του εν λόγω θεσμικού οργάνου ήταν μη σύννομη και συνιστούσε παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως (άρθρο 41 του Χάρτη), κατά παράβαση της υποχρέωσής του να εξετάσει την κατάστασή της με επιμέλεια και αμεροληψία.

61.

Η Επιτροπή αντικρούει την ως άνω επιχειρηματολογία της IMG και ζητεί την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως.

2. Εκτίμηση

62.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκκινεί από εσφαλμένη παραδοχή η οποία εμποδίζει την περαιτέρω ανάπτυξή του: η IMG συνάγει, εκ νέου, από την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P ότι η Επιτροπή οφείλει να αναγνωρίσει αυτομάτως και αμετάκλητα την ιδιότητά της ως διεθνούς οργανισμού, για τον σκοπό της έμμεσης διαχείρισης κονδυλίων του προϋπολογισμού της Ένωσης.

63.

Η IMG ταυτίζει τον μη σύννομο χαρακτήρα της απόφασης της Επιτροπής της 8ης Μαΐου 2015 με την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, προκειμένου να υποστηρίξει ότι η παραβίαση αυτή συνεπάγεται, άνευ ετέρου, την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.

64.

Όπως θα εκθέσω αναλυτικότερα κατά την εξέταση του τέταρτου λόγου αναιρέσεως (με τον οποίο αλληλεπικαλύπτεται ο υπό κρίση τρίτος λόγος αναιρέσεως), προκειμένου να στοιχειοθετηθεί εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης δεν αρκεί η παραβίαση και μόνον της αρχής της χρηστής διοικήσεως. Η εξωσυμβατική ευθύνη πρέπει να απορρέει από κατάφωρη παραβίαση.

65.

Με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, η IMG δεν προβάλλει επιχειρήματα που να αποδεικνύουν την ύπαρξη κατάφωρης παραβίασης. Ειδικότερα, η IMG δεν εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο οι περιπτώσεις πλάνης περί το δίκαιο και εσφαλμένης εκτίμησης που οδήγησαν το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 8ης Μαΐου 2015 συνιστούν κατάφωρη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως (ιδίως σε σχέση με την υποχρέωση της Επιτροπής να ενεργεί με αμεροληψία).

66.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ε.   Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως: εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου έχοντος ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες

1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων

67.

Κατά την IMG, στις σκέψεις 87 έως 98 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε κατά την εφαρμογή της απαίτησης κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου έχοντος ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, ως προϋπόθεσης για την αναγνώριση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.

68.

Κατά την IMG, οι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους η Επιτροπή αναγνωρίζει τη δυνατότητα να διαχειρίζονται έμμεσα κονδύλια της Ένωσης έχουν, κατ’ εφαρμογήν των δημοσιονομικών κανόνων του 2002 και του 2012, το δικαίωμα να μην επανεξετασθεί το καθεστώς τους εκ νέου μεταγενέστερα από την Επιτροπή.

69.

Επιπλέον, η IMG θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν διέθετε καμία διακριτική ευχέρεια και ότι η προσβολή και μόνον του δικαιώματος να μην αμφισβητηθεί το καθεστώς της συνιστά κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου έχοντος ως σκοπό την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

70.

Η IMG υποστηρίζει, εξάλλου, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη, στις σκέψεις 90 έως 92 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, μη αναγνωρίζοντας ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης. Τούτο συνέβη, καθότι η Επιτροπή δεν ενήργησε με την αμεροληψία που απαιτεί η εν λόγω αρχή, με αποτέλεσμα την κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου έχοντος ως σκοπό την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

71.

Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της IMG και ζητεί να απορριφθεί ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως, θεωρώντας ότι είναι εν μέρει απαράδεκτος, λόγω αοριστίας όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.

2. Εκτίμηση

72.

Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πρέπει να συντρέχουν, κατά το Δικαστήριο, οι ακόλουθες προϋποθέσεις ( 23 ):

–

ο μη σύννομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς που προσάπτεται στο θεσμικό όργανο της Ένωσης, η οποία πρέπει να συνιστά κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες·

–

το υποστατό της ζημίας· και

–

η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του θεσμικού οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας.

73.

Όταν δεν πληρούται μία εξ αυτών των προϋποθέσεων, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις ( 24 ).

74.

Κατά το Δικαστήριο, «[…] μόνον κατάφωρη παράβαση και όχι οποιαδήποτε παράβαση κανόνα δικαίου της Ένωσης που αποσκοπεί στην προστασία των ιδιωτών μπορεί να θεμελιώσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης. Εξάλλου, όταν ένα θεσμικό ή άλλο όργανο της Ένωσης έχει διακριτική ευχέρεια, μόνον η πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της εξουσίας του μπορεί να συνιστά τέτοια κατάφωρη παράβαση του δικαίου της Ένωσης» ( 25 ).

75.

Επομένως, συντρέχει κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου έχοντος ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα όταν η παράβαση είναι τέτοια ώστε να πρέπει να καταλογιστεί στο θεσμικό όργανο πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειάς του.

76.

Συναφώς, τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι, ειδικότερα, ο περίπλοκος χαρακτήρας των καταστάσεων, ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιασθέντος κανόνα καθώς και το εύρος της διακριτικής ευχέρειας που αφήνει ο παραβιασθείς κανόνας στις αρχές της Ένωσης ( 26 ).

77.

Όταν το θεσμικό όργανο της Ένωσης διαθέτει ουσιωδώς περιορισμένη, ή και ανύπαρκτη, διακριτική ευχέρεια, η απλή παραβίαση του δικαίου της Ένωσης μπορεί να αρκεί προς απόδειξη της ύπαρξης κατάφωρης παραβίασης και στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης ( 27 ).

78.

Πάντως, η σχέση μεταξύ της μη υπάρξεως διακριτικής ευχέρειας του θεσμικού οργάνου και της υπάρξεως κατάφωρης παράβασης δεν είναι αυτόματη. Η παράβαση υφίσταται μόνον όταν διαπιστώνεται πλημμέλεια στην οποία δεν θα υπέπιπτε υπό παρόμοιες συνθήκες μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια ( 28 ).

79.

Τα επιχειρήματα που προβάλλει η IMG προς στήριξη του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, με τα οποία προσάπτει στην Επιτροπή διττή παράβαση, ήτοι, αφενός, παράβαση των δημοσιονομικών νομοθεσιών του 2002 και του 2012 και, αφετέρου, παραβίαση της αρχής (ή προσβολή του δικαιώματος) χρηστής διοίκησης, πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ως άνω κριτηρίων.

α) Παράβαση των δημοσιονομικών νομοθεσιών του 2002 και του 2012

80.

Κατά τη γνώμη μου, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «[…] οι σχετικές με την έμμεση διαχείριση διατάξεις της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012 που αφορούν τους διεθνείς οργανισμούς δεν αποτελούν κανόνες δικαίου οι οποίοι έχουν ως σκοπό την απονομή σε οντότητες στις οποίες η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει το καθεστώς διεθνούς οργανισμού του δικαιώματος μη αμφισβήτησης του καθεστώτος αυτού […]» ( 29 ).

81.

Συγκεκριμένα, οι δημοσιονομικές νομοθεσίες του 2002 και του 2012:

–

παρέχουν στην Επιτροπή την ευχέρεια να αναθέσει σε τρίτες οντότητες (εν προκειμένω, διεθνείς οργανισμούς) την έμμεση διαχείριση κονδυλίων του προϋπολογισμού της Ένωσης. Οι εν λόγω νομοθεσίες δεν αναγνωρίζουν στις εν λόγω οντότητες δικαίωμα επιλογής τους για την έμμεση διαχείριση ούτε τους διασφαλίζουν τη συνέχιση της άσκησης των καθηκόντων τους ως έμμεσων διαχειριστών του προϋπολογισμού της Ένωσης, πέραν της συγκεκριμένης πράξης ανάθεσης.

–

Αναγνωρίζουν στην Επιτροπή ευρεία διακριτική ευχέρεια για να αποφασίζει, βάσει του γενικού συμφέροντος της Ένωσης, τους διεθνείς οργανισμούς με τους οποίους επιθυμεί να υλοποιήσει την έμμεση διαχείριση των κονδυλίων της Ένωσης, αφού εξακριβωθεί η εν λόγω ιδιότητα ( 30 ) ·

–

Παρέχουν στην Επιτροπή το δικαίωμα να επανεξετάσει, με αιτιολογημένη απόφαση, το καθεστώς διεθνούς οργανισμού των εν λόγω οντοτήτων ή τη σκοπιμότητα της συνέχισης ανάθεσης σε αυτές της έμμεσης διαχείρισης κονδυλίων της Ένωσης ( 31 ).

82.

Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το υπό κρίση σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό, για δύο λόγους:

–

κατά πρώτον, όπως επισήμανα, η δημοσιονομική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει στην IMG το δικαίωμα να συνεχίσει να αναγνωρίζεται ως διεθνής οργανισμός και, επομένως, να συνάπτει με την Επιτροπή νέες συμβάσεις ανάθεσης αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης.

–

Κατά δεύτερον, εάν γινόταν δεκτό (όπερ δεν συμβαίνει) ότι η εν λόγω νομοθεσία αναγνωρίζει το συγκεκριμένο δικαίωμα στους εν λόγω διεθνείς οργανισμούς, η πλάνη στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά την έκδοση της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015 δεν θα συνιστούσε πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειάς της.

83.

Υπενθυμίζεται ότι, με την απόφαση της 8ης Μαΐου 2015, η Επιτροπή ενημέρωσε την IMG ότι, έως ότου υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα σχετικά με το νομικό καθεστώς της ως διεθνούς οργανισμού, οι υπηρεσίες της δεν θα προέβαιναν πλέον στη σύναψη νέων συμβάσεων ανάθεσης αρμοδιοτήτων με αυτήν ακολουθώντας τη μέθοδο της έμμεσης διαχείρισης σε συνεργασία με διεθνή οργανισμό.

84.

Είναι αληθές ότι, όσον αφορά τις αμφιβολίες, η εν λόγω απόφαση δεν περιείχε ανάλυση που να την αιτιολογεί επαρκώς, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P. Η ακυρότητα της απόφασης απέρρεε από την ανεπάρκεια των αποδείξεων που προσκόμισε η Επιτροπή για να τη αιτιολογήσει.

85.

Εντούτοις, η εν λόγω πλημμέλεια, ως αποτέλεσμα εσφαλμένης κρίσης της Επιτροπής, δεν ήταν εμφανής εκ πρώτης όψεως, αλλά διαπιστώθηκε μόνον κατόπιν κατ’ αντιμωλίαν νομικής συζητήσεως, στην οποία προβλήθηκαν εύλογα επιχειρήματα από αμφότερες τις πλευρές ( 32 ). Επομένως, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς της.

β) Παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως

86.

Το δικαίωμα (η αρχή της) χρηστής διοικήσεως κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη, κατά το οποίο «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης» ( 33 ).

87.

Το εν λόγω δικαίωμα αντικατοπτρίζει γενική αρχή της έννομης τάξης της Ένωσης ( 34 ). Όπως επισημαίνεται στις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη ( 35 ), «[τ]ο άρθρο 41 βασίζεται στην ύπαρξη της Ένωσης ως κοινότητας δικαίου τα χαρακτηριστικά της οποίας αναπτύχθηκαν από τη νομολογία στην οποία κατοχυρώνεται μεταξύ άλλων η χρηστή διοίκηση ως γενική αρχή δικαίου».

88.

Η υποχρέωση επιμέλειας, η οποία είναι συμφυής με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, έχει γενικώς εφαρμογή επί της συμπεριφοράς της Επιτροπής και συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει να ενεργεί με επιμέλεια και προσοχή. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, «είναι δυνατό να θεμελιώνεται εξωσυμβατική ευθύνη της κοινοτικής διοίκησης λόγω παράνομης συμπεριφοράς οσάκις αυτή δεν ενεργεί με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια και κατ’ αυτόν τον τρόπο προξενεί ζημία» ( 36 ).

89.

Κατά το Δικαστήριο, «όταν ένας από τους διαδίκους προβάλλει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως εκ μέρους του αρμόδιου θεσμικού οργάνου, ο δικαστής της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλει να ελέγξει αν το εν λόγω όργανο εξέτασε με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της επίδικης υποθέσεως στα οποία στηρίζεται η εκτίμηση αυτή […] [Α]υτή η υποχρέωση επιδείξεως επιμέλειας είναι συμφυής με την αρχή της χρηστής διοικήσεως και έχει γενικώς εφαρμογή επί της δράσεως της ενωσιακής διοικήσεως» ( 37 ).

90.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε με υπέρμετρα λακωνικό τρόπο τα επιχειρήματα της IMG σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, επισημαίνοντας τα εξής:

–

«[…] στην παρούσα διαδικασία κατόπιν της αναίρεσης και της αναπομπής, η ενάγουσα επικαλέστηκε την αρχή της χρηστής διοίκησης προς στήριξη του επιχειρήματος ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να αμφισβητήσει το καθεστώς διεθνούς οργανισμού που της είχε αναγνωρίσει κατά το παρελθόν. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, η ενάγουσα υποστήριξε ότι, δυνάμει της εν λόγω αρχής, η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει την κατάστασή της με επιμέλεια και αμεροληψία, υπό το φως όλων των σχετικών στοιχείων» (σκέψη 90).

–

«Η Επιτροπή οφείλει να βεβαιώνεται για το καθεστώς διεθνούς οργανισμού της οντότητας με την οποία συνάπτει σύμβαση ανάθεσης αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης, ακόμη και όταν έχει ήδη συνάψει τέτοια σύμβαση με την οντότητα αυτή, εφόσον η απόκτηση του καθεστώτος αυτού δεν μπορεί να θεωρείται οριστική […] Κατ’ εφαρμογήν της αρχής της χρηστής διοίκησης και της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης […], δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν συνάπτει με μια οντότητα νέες συμβάσεις ανάθεσης αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης, όταν το καθεστώς διεθνούς οργανισμού της οντότητας αυτής μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση κατόπιν συναφών στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση του θεσμικού οργάνου» (σκέψη 91).

–

«Εξάλλου, η ενάγουσα δεν διευκρινίζει με ποιον τρόπο η πλάνη περί το δίκαιο και η πρόδηλη πλάνη εκτίμησης που οδήγησαν το Δικαστήριο στην ακύρωση της επίδικης απόφασης συνιστούν παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, ιδίως όσον αφορά την υποχρέωση της Επιτροπής να ενεργεί με αμεροληψία, παραβίαση η οποία θα κάλυπτε τις προϋποθέσεις της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 89 [της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης] και, ως εκ τούτου, δύναται να στοιχειοθετήσει ευθύνη της Ένωσης» (σκέψη 92).

91.

Η IMG προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη την προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως, το οποίο συνίσταται στο συγκεκριμένο δικαίωμα να αντιμετωπίσει η Επιτροπή την κατάστασή της με επιμέλεια, προσοχή και αμεροληψία. Απόδειξη της εν λόγω προσβολής συνιστά η ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής με την απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P.

92.

Η Επιτροπή αντικρούει την ως άνω αιτίαση υποστηρίζοντας ότι, για να στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη, δεν αρκεί μόνον η ύπαρξη μη σύννομης συμπεριφοράς: πρέπει να αποδεικνύεται, επιπλέον, ότι το θεσμικό όργανο δεν ενήργησε με επιμέλεια ή αμεροληψία, στοιχείο το οποίο, κατά τη γνώμη της, η IMG δεν απέδειξε.

93.

Μετά την έκδοση της απόφασης C‑183/17 P και C‑184/17 P, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση της 8ης Μαΐου 2015 της Επιτροπής δεν συνιστά σύννομη ενέργεια.

94.

Εντούτοις, μια μη σύννομη απόφαση με τα χαρακτηριστικά αυτά δεν παραβιάζει αυτομάτως την αρχή της χρηστής διοικήσεως (υπό τη μορφή του δικαιώματος των πολιτών να λαμβάνουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης με επιμέλεια αποφάσεις επί των υποθέσεών τους) σε σημείο το οποίο να συνεπάγεται την αστική ευθύνη της Ένωσης.

95.

Είναι αληθές ότι στην απόφαση της 8ης Μαΐου 2015 εμφιλοχώρησε πλάνη ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που την αιτιολογούν. Η Επιτροπή την εξέδωσε, ασκώντας τη διακριτική ευχέρειά της, στηριζόμενη σε ορισμένους πλην όμως όχι σε όλους τους παράγοντες οι οποίοι, εκ των υστέρων και μετά την κατ’ αντιμωλίαν συζήτηση στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής, θα αποδεικνύονταν αναγκαίοι για την επιβεβαίωση ή την απόρριψη του χαρακτήρα της IMG ως διεθνούς οργανισμού.

96.

Δεν θεωρώ ότι τούτο συνιστά κατάφωρη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.

97.

Η παράβαση της υποχρέωσης επιμέλειας δεν μπορεί να διαπιστωθεί χωρίς να ληφθούν υπόψη ο τομέας, οι προϋποθέσεις και το πλαίσιο στο οποίο το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης υπέχει την εν λόγω υποχρέωση ( 38 ).

98.

Η Επιτροπή ενήργησε με σκοπό να προστατεύσει τη χρηστή διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης, στοιχείο που χαρακτηρίζει διοίκηση η οποία επιδεικνύει επιμέλεια κατά τη διαχείριση των δημόσιων κονδυλίων. Παρότι, επαναλαμβάνω, οι αμφιβολίες σχετικά με την ιδιότητα της IMG ως διεθνούς οργανισμού (και, επομένως, σχετικά με την ικανότητά της να αναλάβει την έμμεση διαχείριση κονδυλίων της Ένωσης) δεν ήσαν αρκούντως βάσιμες στο στάδιο αυτό, εντούτοις δεν χωρεί αμφιβολία ότι υπήρχε συναφώς αβεβαιότητα.

99.

Είναι αληθές ότι η Επιτροπή δεν επιδίωξε να συγκεντρώσει, το 2015, όλες τις πληροφορίες σχετικά με την πραγματική φύση της IMG και ότι, ως εκ τούτου, έλαβε την απόφασή της με ελλιπή στοιχεία, όπως έκρινε το Δικαστήριο. Επομένως, μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν διενήργησε διεξοδικότερη έρευνα, όπως εκείνη που την οδήγησε να εκδώσει τη νέα απόφαση της 8ης Ιουνίου 2021, για να διαπιστώσει ότι η IMG δεν είναι διεθνής οργανισμός.

100.

Η Επιτροπή δεν έπρεπε να αναμείνει έως τις 8 Ιουνίου 2021 προκειμένου να αποσαφηνίσει, οριστικώς, αν η IMG ήταν, ή όχι, διεθνής οργανισμός. Είναι αληθές ότι ζήτησε πληροφορίες από την IMG και ότι η εν λόγω οντότητα δεν της παρέσχε τις ζητηθείσες πληροφορίες και, επομένως, η Επιτροπή απευθύνθηκε στα κράτη μέλη που ήσαν ενδεχομένως μέλη της εν λόγω οντότητας προκειμένου να ενημερωθεί για τη συμμετοχή τους σε αυτήν. Η επίδειξη μεγαλύτερης διοικητικής επιμέλειας θα ήταν ευκταία, πλην όμως δεν διαπιστώνω στη συμπεριφορά της Επιτροπής κατάφωρη παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που υπέχει, το οποίο συνδέεται με το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, ικανή να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης ( 39 ).

101.

Υπό καθεστώς εξωσυμβατικής ευθύνης των θεσμικών οργάνων της Ένωσης λιγότερο αυστηρό από αυτό που απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ακύρωση και μόνο μιας απόφασης θα μπορούσε να συνεπάγεται, ενδεχομένως, την υποχρέωση αποζημίωσης της προκληθείσας ζημίας.

102.

Δεν ισχύει το ίδιο εάν η εν λόγω εξωσυμβατική ευθύνη απορρέει όχι από οποιαδήποτε παράβαση, αλλά από την κατάφωρη παράβαση κανόνα του δικαίου της Ένωσης που προστατεύει τους ιδιώτες. Εξάλλου, «όταν ένα θεσμικό ή άλλο όργανο της Ένωσης έχει διακριτική ευχέρεια, μόνον η πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της εξουσίας του» ( 40 ) μπορεί να συνιστά τέτοια κατάφωρη παράβαση, περίπτωση η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση.

103.

Θεωρώ, επομένως, ότι, παρότι ενήργησε χωρίς να βασιστεί στις απαιτούμενες αποδείξεις κατά την έκδοση της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015, η Επιτροπή δεν διέπραξε κατάφωρη παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που υπείχε. Η αδιαμφισβήτητη πλάνη της Επιτροπής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ασύγγνωστη ( 41 ), όπως επίσης δεν στερούντο λογικής ( 42 ) τα συμπεράσματά της, για τη στήριξη των οποίων χρειάζονταν εντούτοις περισσότερες αποδείξεις.

104.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΣΤ.   Πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγος αναιρέσεως: παραβάσεις σχετικές με τη ζημία που υπέστη η IMG

1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων

105.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η IMG υποστηρίζει ότι, όσον αφορά τα αιτήματα που παρατίθενται στη σκέψη 40, πρώτη έως τρίτη περίπτωση, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της σε είδος αποζημιώσεως, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως, παραβίασε τις προϋποθέσεις παραδεκτού και παρέβη το άρθρο 76, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του.

106.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η IMG υποστηρίζει ότι, όσον αφορά τα αιτήματα που παρατίθενται στη σκέψη 40, τέταρτη περίπτωση, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως καθώς και το άρθρο 76, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του.

107.

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, η IMG υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την ηθική βλάβη, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της σε είδος αποζημιώσεως, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως καθώς και το άρθρο 76, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του, και παραβίασε την πλήρη δικαιοδοσία του δικαστή.

108.

Η Επιτροπή αντέκρουσε τους τρεις ως άνω λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να απορριφθούν.

2. Εκτίμηση

109.

Κατά τη γνώμη μου, εάν απορρίψει τους λόγους αναιρέσεως που αναλύθηκαν προηγουμένως, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει ως αλυσιτελείς τους τρεις ως άνω λόγους αναιρέσεως.

110.

Κατά πάγια νομολογία, «η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης […] θεμελιώνεται εφόσον συντρέχει σύνολο προϋποθέσεων σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο θεσμικό όργανο της Ένωσης συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οργάνου αυτού και της προβαλλόμενης ζημίας […]. [Ε]φόσον δεν πληρούται μία εξ αυτών των προϋποθέσεων, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης […]». ( 43 )

111.

Μέχρι τώρα εξέθεσα ότι δεν υφίσταται κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που να απονέμει δικαιώματα στην IMG. Δεδομένου ότι δεν πληρούται η πρώτη εκ των αναγκαίων προϋποθέσεων για να στοιχειοθετηθεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, παρέλκει η εξέταση των προϋποθέσεων του υποστατού της ζημίας και του ποσοτικού υπολογισμού της ζημίας.

112.

Ως εκ τούτου, προτείνω να απορριφθούν ως αλυσιτελείς ο πέμπτος, ο έκτος και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως.

VIII. Δικαστικά έξοδα

113.

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

114.

Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της IMG στα δικαστικά έξοδα και η IMG ηττήθηκε, πρέπει η τελευταία να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.

IX. Πρόταση

115.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:

1)

Να κρίνει απαράδεκτο τον νέο λόγο αναιρέσεως που προέβαλε η Επιτροπή.

2)

Να απορρίψει ως αβάσιμους τον πρώτο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως.

3)

Να απορρίψει, ως εν μέρει αβάσιμο και εν μέρει αλυσιτελή, τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.

4)

Να απορρίψει ως αλυσιτελείς τον πέμπτο, τον έκτο και τον έβδομο λόγο αναιρέσεως.

5)

Να καταδικάσει την International Management Group να φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτός εκείνων που σχετίζονται με τον νέο λόγο αναιρέσεως που προέβαλε το εν λόγω θεσμικό όργανο.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.

( 2 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 2017, IMG κατά Επιτροπής (T‑381/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:57).

( 3 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Ιανουαρίου 2019, International Management Group κατά Επιτροπής (C‑183/17 P και C‑184/17 P, EU:C:2019:78, στο εξής: απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P).

( 4 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, IMG κατά Επιτροπής (T‑381/15 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:406, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).

( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1995/2006 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ 2006, L 390, σ. 1) (στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός του 2002).

( 6 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1605/2002 (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 478/2007 της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 111, σ. 13).

( 7 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός έχει έκτοτε καταργηθεί με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1).

( 8 ) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1).

( 9 ) Απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P (σκέψεις 16 έως 28).

( 10 ) Απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P (σκέψη 97).

( 11 ) Όπ.π. (σκέψεις 94 έως 96). Οι εν λόγω σκέψεις έχουν ως εξής:

– Όσον αφορά «το κατά πόσον ορισμένα κράτη που παρουσιάστηκαν ως μέλη της IMG ήταν όντως μέλη της, από τις ίδιες τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς το θέμα αυτό αφορούσαν μόνον “ορισμένα” από τα μέλη της IMG και, ακριβέστερα, πέντε από το σύνολο των δεκαέξι μελών. Πλην όμως, τέτοιες αμφιβολίες, ακόμη και αν θεωρηθούν βάσιμες, δεν έχουν ως συνέπεια, βάσει του διεθνούς δικαίου, να στερηθεί η οντότητα της οποίας τα κράτη αυτά δεν είναι –ή δεν είναι πλέον– μέλη την ιδιότητα του “διεθνούς οργανισμού”, και τούτο κατά μείζονα λόγο καθόσον, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, τα εν λόγω κράτη αποτελούν ένα μάλλον μικρό μέρος της εν λόγω οντότητας».

– Όσον αφορά την ύπαρξη αμφιβολιών «σχετικά με τις εξουσίες των προσώπων που εκπροσωπούσαν ορισμένα κράτη κατά την υπογραφή της ιδρυτικής πράξεως της IMG, πρέπει, ομοίως, να σημειωθεί ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να κλονίσει το κύρος της πράξεως υπογραφής, από τα κράτη αυτά ειδικότερα, της ιδρυτικής πράξεως της IMG, αλλά όχι το κύρος της ίδιας της ιδρύσεώς της, δεδομένου ότι οι ενδεχόμενες παρατυπίες που προβλήθηκαν ως προς την εκπροσώπηση αφορούσαν περιορισμένο μόνον αριθμό συμμετεχόντων κρατών».

– Όσον αφορά το «τρίτο στοιχείο, κατά το οποίο ο γραμματέας του ΟΗΕ ανέφερε στην OLAF ότι η IMG δεν αποτελούσε ειδική υπηρεσία του ΟΗΕ, αρκεί η διαπίστωση ότι στερείται παντελώς νομικής σημασίας. Πράγματι […], η δημοσιονομική νομοθεσία του 2002 και του 2012 ουδόλως επιτάσσει ότι μια συγκεκριμένη οντότητα πρέπει να είναι υπηρεσία του ΟΗΕ, προκειμένου να μπορεί να χαρακτηριστεί “διεθνής οργανισμός”. Επιπλέον, εν προκειμένω, δεν αμφισβητούνταν ότι η IMG ουδέποτε είχε προβάλει ότι αποτελούσε τέτοια υπηρεσία, αλλά διεκδικούσε την ιδιότητα του “οργανισμού δημοσίου διεθνούς δικαίου που ιδρύθηκε με διακυβερνητική συμφωνία” […]».

( 12 ) Διάταξη της 9ης Ιουνίου 2020, International Management Group κατά Επιτροπής (C‑183/17 P‑INT, EU:C:2020:507, στο εξής: διάταξη C‑183/17 P‑INT).

( 13 ) Όπ.π. (σκέψη 23).

( 14 ) Το Γενικό Δικαστήριο θεμελίωσε τη συγκεκριμένη κρίση του σε τρεις εκτιμήσεις. Κατ’ αρχάς, κατά πάγια νομολογία, «η αρχή αυτή δεν χορηγεί, αυτή καθεαυτήν, δικαιώματα σε ιδιώτες, εκτός αν αποτελεί την έκφραση συγκεκριμένων δικαιωμάτων». Επιπλέον, από τις νομικές εκτιμήσεις τις οποίες είχε διατυπώσει προηγουμένως το Γενικό Δικαστήριο προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορεί να αμφισβητήσει το καθεστώς της IMG ως διεθνούς οργανισμού, κατά την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας του 2002 και του 2012. Τέλος, η IMG δεν απέδειξε τον λόγο για τον οποίο ο μη σύννομος χαρακτήρας της απόφασης της 8ης Μαΐου 2015, που οδήγησε το Γενικό Δικαστήριο στην ακύρωσή της, συνιστά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και, πιο συγκεκριμένα, του καθήκοντος επιμέλειας που υπέχει η Επιτροπή.

( 15 ) Εν συνεχεία, η Επιτροπή επανέλαβε το αίτημά της προς την IMG να προσκομίσει τα έγγραφα που μνημονεύονταν στην επιστολή που της είχε απευθύνει στις 6 Μαΐου 2019 και διευκρίνισε ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα απευθυνόταν άμεσα στα κράτη τα οποία η IMG θεωρούσε μέλη της.

( 16 ) Διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, IMG κατά Επιτροπής (T‑645/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:388).

( 17 ) Υπόθεση T‑509/21.

( 18 ) Στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται, σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς και την αναπομπή, ότι «[κ]ατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, οι διάδικοι επιβεβαίωσαν ότι το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς αφορούσε μόνον την αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από την ακυρωθείσα από το Δικαστήριο απόφαση της Επιτροπής που περιέχεται στην επιστολή της 8ης Μαΐου 2015, περί μη σύναψης με την ενάγουσα νέων συμβάσεων ανάθεσης αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης “έως ότου υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα σχετικά με το νομικό καθεστώς της […] ως διεθνούς οργανισμού” […]». Η υπογράμμιση δική μου.

( 19 ) Σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 20 ) Επί της εν λόγω αρχής, βλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2020:576, σκέψεις 100 έως 102), και της 28ης Φεβρουαρίου 2019, Alfamicro κατά Επιτροπής (C‑14/18 P, EU:C:2019:159, σκέψεις 65 έως 67).

( 21 ) Κατά την Επιτροπή, η εκ νέου αξιολόγηση συνιστά συχνή διοικητική πρακτική (η οποία εφαρμόζεται, ιδίως, όταν υπάρχει νομοθετική τροποποίηση της δημοσιονομικής νομοθεσίας, όπως συνέβη με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2015/2462) η οποία δεν έχει προκαλέσει δικαστικές διενέξεις πλην της περίπτωσης της IMG.

( 22 ) Σημεία 29 και 30 των παρουσών προτάσεων.

( 23 ) Αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 2021, Vialto Consulting κατά Επιτροπής (C‑650/19 P, EU:C:2021:879, σκέψη 138), της 5ης Φεβρουαρίου 2021, Dalli κατά Επιτροπής (C‑615/19 P, EU:C:2021:133, σκέψη 41), της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Guardian Europe και Guardian Europe κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης (C‑447/17 P και C‑479/17 P, EU:C:2019:672, σκέψη 147) της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Kendrion (C‑150/17 P, EU:C:2018:1014, σκέψη 117), και της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (C‑352/98 P, EU:C:2000:361), σκέψη 42.

( 24 ) Αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 2021, Dalli κατά Επιτροπής (C‑615/19 P, EU:C:2021:133, σκέψη 42), και της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Guardian Europe και Guardian Europe κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης (C‑447/17 P και C‑479/17 P, EU:C:2019:672, σκέψη 148).

( 25 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 2017, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατά Staelen (C‑337/15 P, EU:C:2017:256, σκέψη 37).

( 26 ) Απόφαση της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (C‑45/15 P, EU:C:2017:402, σκέψη 30).

( 27 ) Αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 2021, Vialto Consulting κατά Επιτροπής (C‑650/19 P, EU:C:2021:879, σκέψη 142), της 20ής Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Printeos (C‑301/19 P, EU:C:2021:39, σκέψη 103), και της 10ής Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Camar και Tico (C‑312/00 P, EU:C:2002:736, σκέψη 54).

( 28 ) Αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου (C‑123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 43), της 23ης Μαρτίου 2004, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατά Lamberts (C‑234/02 P, EU:C:2004:174, σκέψη 49), και της 4ης Απριλίου 2017, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατά Staelen (C‑337/15 P, EU:C:2017:256, σκέψη 31).

( 29 ) Σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 30 ) Απόφαση C‑183/17 P και C‑184/17 P (σκέψη 89): «[…] όταν η Επιτροπή σκοπεύει να εκδώσει απόφαση για την ανάθεση καθηκόντων εκτελέσεως του προϋπολογισμού σε συγκεκριμένη οντότητα, υπέχει το καθήκον να διασφαλίζει ότι η οντότητα αυτή έχει την ιδιότητα διεθνούς οργανισμού».

( 31 ) Όπ.π. (σκέψη 90): «[…] όταν, κατόπιν της εκδόσεως αποφάσεως για την ανάθεση καθηκόντων εκτελέσεως του προϋπολογισμού σε συγκεκριμένη οντότητα με την ιδιότητά της ως διεθνούς οργανισμού, η Επιτροπή εκδίδει αποφάσεις όπως [η επίδικη], με βάση στοιχεία που μπορούν, κατά την άποψή της, να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ιδιότητα αυτή, οι εν λόγω αποφάσεις πρέπει να δικαιολογούνται με βάση νομικά και πραγματικά στοιχεία».

( 32 ) Κατά τη γνώμη μου, τούτο επιρρωννύεται από το γεγονός ότι, στις προτάσεις που ανέπτυξε στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P (EU:C:2018:782), ο γενικός εισαγγελέας H. Saugmandsgaard Øe θεώρησε ότι το «Γενικό Δικαστήριο δεν έκανε εσφαλμένη χρήση της ελεγκτικής του εξουσίας καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, με βάση τις αποδείξεις που υπήρχαν στο φάκελό της, ήταν θεμιτό και νόμιμο να αποφασίσει η Επιτροπή να μην αναθέτει πλέον καθήκοντα εκτελέσεως του προϋπολογισμού της Ένωσης στην IMG, ως προληπτικό, κατά κάποιο τρόπο, μέτρο όσο το ζήτημα το νομικού καθεστώτος της ενδιαφερομένης δεν είχε διευκρινιστεί» (σημείο 64).

( 33 ) Κατά το Δικαστήριο, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης οφείλουν να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη (αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2021, Κοινοβούλιο κατά UZ, C‑894/19 P, EU:C:2021:863, σκέψεις 51 και 52, και της 27ης Μαρτίου 2019, August Wolff και Remedia κατά Επιτροπής, C‑680/16 P, EU:C:2019:257, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 34 ) Αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2014, N. (C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψη 49), και της 19ης Ιουνίου 2014, Commune de Millau και SEMEA κατά Επιτροπής (C‑531/12 P, EU:C:2014:2008, σκέψη 97).

( 35 ) ΕΕ 2007, C 303, σ. 17.

( 36 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Masdar (UK) κατά Επιτροπής (C‑47/07 P, EU:C:2008:726, σκέψη 91).

( 37 ) Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Bilbaína de Alquitranes κ.λπ. (C‑691/15 P, EU:C:2017:882, σκέψη 35).

( 38 ) Αποφάσεις της 4ης Απριλίου 2017, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατά Staelen (C‑337/15 P, EU:C:2017:256, σκέψη 40), και της 30ής Ιανουαρίου 1992, Finsider κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑363/88 και C‑364/88, EU:C:1992:44, σκέψη 24).

( 39 ) Εξάλλου, υπό ανάλογες περιστάσεις, την επίμαχη παρατυπία θα μπορούσε να είχε διαπράξει κάθε άλλη διοίκηση που θα διατηρούσε αμφιβολίες σχετικά με τη νομική φύση οργανισμού ο οποίος επρόκειτο να εμπλακεί στην έμμεση διαχείριση των δημόσιων κονδυλίων.

( 40 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 2017, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατά Staelen (C‑337/15 P, EU:C:2017:256, σκέψη 37).

( 41 ) Αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 1992, Finsider κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑363/88 και C‑364/88, EU:C:1992:44, σκέψη 22), και της 4ης Ιουλίου 2000, Haim (C‑424/97, EU:C:2000:357, σκέψεις 42 και 43).

( 42 ) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, Nölle (C‑16/90, EU:C:1991:402, σκέψη 13).

( 43 ) Αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 2021, Dalli κατά Επιτροπής (C‑615/19 P, EU:C:2021:133, σκέψη 42), και της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Guardian Europe και Guardian Europe κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης (C‑447/17 P και C‑479/17 P, EU:C:2019:672, σκέψη 148).

Top