Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62018CJ0606

Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2020.
Nexans France SAS και Nexans SA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ευρωπαϊκή αγορά υπόγειων και υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων – Κατανομή της αγοράς στο πλαίσιο έργων – Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 – Άρθρο 20 – Ελεγκτικές εξουσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον τομέα των συμπράξεων – Εξουσία αντιγραφής των δεδομένων, χωρίς προηγούμενη εξέτασή τους, και εν συνεχεία εξετάσεώς τους στα γραφεία της Επιτροπής – Πρόστιμα – Πλήρης δικαιοδοσία.
Υπόθεση C-606/18 P.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2020:571

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 16ης Ιουλίου 2020 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ευρωπαϊκή αγορά υπόγειων και υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων – Κατανομή της αγοράς στο πλαίσιο έργων – Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 – Άρθρο 20 – Ελεγκτικές εξουσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον τομέα των συμπράξεων – Εξουσία αντιγραφής των δεδομένων, χωρίς προηγούμενη εξέτασή τους, και εν συνεχεία εξετάσεώς τους στα γραφεία της Επιτροπής – Πρόστιμα – Πλήρης δικαιοδοσία»

Στην υπόθεση C‑606/18 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2018,

Nexans France SAS, με έδρα την Courbevoie (Γαλλία),

Nexans SA, με έδρα την Courbevoie,

εκπροσωπούμενες από την G. Forwood, avocate, καθώς και από τον M. Powell και την A. Rogers, solicitors,

αναιρεσείουσες,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους C. Giolito και P. Rossi καθώς και από τις C. Sjödin και F. Castilla Contreras,

καθής πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, P. G. Xuereb (εισηγητή), T. von Danwitz και A. Kumin, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: M. Longar, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Οκτωβρίου 2019,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτηση αναιρέσεως, η Nexans France SAS και η Nexans SA ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Ιουλίου 2018, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής (T-449/14, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2018:456), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή τους με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως C(2014) 2139 τελικό της Επιτροπής, της 2ας Απριλίου 2014, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 [ΣΛΕΕ] και του άρθρου 53 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση AT.39610 – Ηλεκτρικά καλώδια) (στο εξής: επίδικη απόφαση), στο μέτρο που τις αφορά, και, αφετέρου, τη μείωση του ποσού των προστίμων που τους επιβλήθηκαν με την επίδικη απόφαση.

Το νομικό πλαίσιο

Ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003

2

Το άρθρο 20, που φέρει τον τίτλο «Εξουσίες ελέγχου της Επιτροπής», του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), προβλέπει τα εξής:

«1.   Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να διενεργεί κάθε αναγκαίο έλεγχο σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.

2.   Οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου έχουν την εξουσία:

α)

να εισέρχονται σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων·

β)

να ελέγχουν τα βιβλία καθώς και κάθε άλλο έγγραφο επαγγελματικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής του·

γ)

να λαμβάνουν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα των εν λόγω βιβλίων και εγγράφων·

δ)

να σφραγίζουν οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο και βιβλία ή έγγραφα κατά την περίοδο και στο βαθμό που απαιτούνται για τον έλεγχο·

ε)

να ζητούν από κάθε αντιπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού της επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων επεξηγήσεις περί των γεγονότων ή εγγράφων που σχετίζονται με το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν τις απαντήσεις.

[…]

4.   Οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων οφείλουν να υποβάλλονται στους ελέγχους που η Επιτροπή έχει διατάξει με απόφασή της. Στην απόφαση προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του ελέγχου, καθορίζεται η ημερομηνία έναρξής του και μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 23 και 24, καθώς και το δικαίωμα να ζητηθεί η εξέταση της απόφασης από το Δικαστήριο. Η Επιτροπή εκδίδει τις σχετικές αποφάσεις κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος.

[…]»

3

Το άρθρο 21 του ως άνω κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Έλεγχος άλλων χώρων», ορίζει τα εξής:

«1.   Η Επιτροπή μπορεί με απόφασή της να διατάξει τη διενέργεια ελέγχου σε οποιοδήποτε άλλο χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο, εφόσον υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι φυλάσσονται εκεί βιβλία ή άλλα έγγραφα που συνδέονται με την επιχείρηση και το αντικείμενο του ελέγχου, τα οποία ενδέχεται να είναι σχετικά για την απόδειξη σοβαρής παράβασης του άρθρου [101] ή [102 ΣΛΕΕ], συμπεριλαμβανομένων των κατοικιών των επιχειρηματιών, διευθυνόντων συμβούλων και λοιπών μελών του προσωπικού των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων.

[…]

4.   Οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου που διατάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαθέτουν τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ). […]»

4

Το άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«2.   Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:

α)

διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [101] ή [102 ΣΛΕΕ] […]

[…]

3.   Ο καθορισμός του ύψους του προστίμου γίνεται με βάση τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.»

5

Το άρθρο 31 του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Το Δικαστήριο διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία για τον έλεγχο των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Το Δικαστήριο δύναται να καταργεί, να μειώνει ή να επαυξάνει τα πρόστιμα ή τις χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί.»

Οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006

6

Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2006) διευκρινίζουν, στα σημεία 2 και 4, ότι, για τον υπολογισμό των προστίμων, «η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της παράβασης» και ότι «[τ]α πρόστιμα πρέπει να έχουν ένα επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα».

7

Από τα σημεία 9 έως 11 των ως άνω κατευθυντηρίων γραμμών προκύπτει ότι, υπό την επιφύλαξη του σημείου τους 37, η μέθοδος που χρησιμοποιείται από την Επιτροπή για τον προσδιορισμό των προστίμων περιλαμβάνει δύο στάδια, ήτοι, πρώτον, τον καθορισμό βασικού ποσού και, δεύτερον, ενδεχόμενες αναπροσαρμογές του ποσού αυτού προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Στο πλαίσιο του καθορισμού του βασικού ποσού του προστίμου, η Επιτροπή καταρχάς προσδιορίζει, σύμφωνα με τα σημεία 13 έως 18 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, την αξία των πωλήσεων που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Κατά το σημείο 19 των ίδιων κατευθυντηρίων γραμμών, το βασικό ποσό του προστίμου συνδέεται με ορισμένο ποσοστό επί της αξίας των πωλήσεων αυτών, το οποίο θα καθορίζεται σε συνάρτηση με τον βαθμό σοβαρότητας της παράβασης, πολλαπλασιασμένο με τον αριθμό των ετών της παράβασης.

8

Το σημείο 21 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006 έχει ως εξής:

«Κατά γενικό κανόνα, το ποσοστό επί της αξίας των πωλήσεων που θα λαμβάνεται υπόψη θα μπορεί να ανέλθει έως το 30 % της αξίας των πωλήσεων.»

9

Το σημείο 22 των ως άνω κατευθυντηρίων γραμμών προβλέπει τα εξής:

«Για να αποφασιστεί εάν το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων, το οποίο θα λαμβάνεται υπόψη σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, θα πρέπει να είναι χαμηλά ή υψηλά στην κλίμακα αυτή, η Επιτροπή θα συνεκτιμά διάφορους παράγοντες, όπως το είδος της παράβασης, το συνολικό μερίδιο αγοράς όλων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, τη γεωγραφική έκταση της παράβασης και το εάν η παράνομη συμπεριφορά έχει εκδηλωθεί στην πράξη ή όχι.»

Το ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση

10

Το ιστορικό της διαφοράς, το οποίο παρατίθεται στις σκέψεις 1 έως 20 και 42 έως 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί, για τις ανάγκες τις παρούσας διαδικασίας, να συνοψιστεί ως εξής.

11

Οι αναιρεσείουσες, η Nexans France και η μητρική της εταιρία, Nexans, είναι γαλλικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και στην προμήθεια υπόγειων και υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων.

12

Με έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 2008, η ABB AB, εταιρία εγκατεστημένη στη Σουηδία, υπέβαλε στην Επιτροπή, στο πλαίσιο αιτήσεως απαλλαγής από το πρόστιμο, κατά την έννοια της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (ΕΕ 2006, C 298, σ. 17), σειρά δηλώσεων και εγγράφων σχετικών με περιοριστικές εμπορικές πρακτικές στον συγκεκριμένο κλάδο.

13

Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή διεξήγαγε έρευνα.

14

Την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009, οι ελεγκτές της Επιτροπής, συνοδευόμενοι από εκπροσώπους της γαλλικής αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχής, μετέβησαν στις εγκαταστάσεις της Nexans France στο Clichy (Γαλλία) προς διενέργεια ελέγχου δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003 (στο εξής: επίμαχος έλεγχος), επί τη βάσει αποφάσεως της 9ης Ιανουαρίου 2009 που διέτασσε τη Nexans καθώς και όλες τις ελεγχόμενες από αυτήν επιχειρήσεις να υποβληθούν στον έλεγχο αυτό (στο εξής: απόφαση περί διενέργειας ελέγχου). Κατά το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως αυτής, «[ο επίμαχος] έλεγχος [μπορούσε] να διενεργηθεί σε όλους τους χώρους που ελέγχοντ[αν] από την επιχείρηση και ιδίως στα γραφεία που βρίσκοντ[αν] στην ακόλουθη διεύθυνση: 4-10 Rue Mozart, 92110 Clichy, France».

15

Αφού κοινοποίησαν την απόφαση περί διενέργειας ελέγχου στις αναιρεσείουσες, οι ελεγκτές της Επιτροπής (στο εξής: ελεγκτές) εξέφρασαν την επιθυμία να εξετάσουν τα έγγραφα καθώς και τους υπολογιστές ορισμένων υπαλλήλων της Nexans France, και συγκεκριμένα των B., J. και R. Έχοντας ενημερωθεί ότι ο J. είχε αναχωρήσει σε ταξίδι παίρνοντας μαζί τον υπολογιστή του και ότι θα επέστρεφε μόλις την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009, οι ελεγκτές δημιούργησαν ακριβή αντίγραφα των σκληρών δίσκων των υπολογιστών των B. και R., καθώς και του D., ενός άλλου υπαλλήλου της Nexans France. Για να πραγματοποιήσουν αναζήτηση με λέξεις-κλειδιά στα δεδομένα που περιέχονταν στους υπολογιστές αυτούς, χρησιμοποίησαν λογισμικό ψηφιακής έρευνας το οποίο επεξεργάστηκε τα δεδομένα αυτά τη νύχτα μεταξύ 28ης και 29ης Ιανουαρίου 2009.

16

Κατά τη δεύτερη ημέρα διεξαγωγής του επίμαχου ελέγχου, δηλαδή την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009, οι ελεγκτές εξέτασαν τα ακριβή αντίγραφα των σκληρών δίσκων των υπολογιστών των B., D. και R.

17

Κατά την τρίτη ημέρα του ελέγχου, δηλαδή την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009, οι ελεγκτές μπόρεσαν να εξετάσουν τον φορητό υπολογιστή του J., ο οποίος είχε επιστρέψει στο γραφείο. Χρησιμοποιώντας το λογισμικό ψηφιακής έρευνας μπόρεσαν να ανακτήσουν διάφορα αρχεία, έγγραφα και ηλεκτρονικές επιστολές που είχαν διαγραφεί από τον σκληρό δίσκο του υπολογιστή αυτού και να διαπιστώσουν ότι τα εν λόγω έγγραφα ήταν χρήσιμα για την έρευνα. Οι ελεγκτές αποφάσισαν να δημιουργήσουν ακριβές αντίγραφο του συγκεκριμένου σκληρού δίσκου. Επειδή όμως διαπίστωσαν ότι δεν είχαν πλέον επαρκή χρόνο για τη δημιουργία του αντιγράφου αυτού, αποφάσισαν να δημιουργήσουν αντίγραφα επιλεγμένων δεδομένων και να τα αποθηκεύσουν σε ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων τα οποία τοποθετήθηκαν σε σφραγισμένους φακέλους και μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες (Βέλγιο). Επρόκειτο για δύο ομάδες ηλεκτρονικών επιστολών που ανευρέθησαν στον φορητό υπολογιστή του J. και για μια ομάδα ηλεκτρονικών επιστολών που ανευρέθη στον υπολογιστή του R. Ο υπολογιστής του J. καθώς και ένα ψηφιακό μέσο καταχώρισης δεδομένων που ανευρέθη στο γραφείο του και το οποίο περιείχε έγγραφα προστατευόμενα με κωδικό πρόσβασης τοποθετήθηκαν σε ερμάριο το οποίο σφραγίστηκε από τους ελεγκτές.

18

Οι ελεγκτές επέστρεψαν στις εγκαταστάσεις της Nexans France την Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009. Άνοιξαν το σφραγισμένο ερμάριο όπου είχε τοποθετηθεί το ψηφιακό μέσο καταχώρισης δεδομένων που είχε ανευρεθεί στο γραφείο του J. καθώς και ο υπολογιστής του. Εξέτασαν επιτόπου το ψηφιακό μέσο καταχώρισης δεδομένων, εκτύπωσαν και κράτησαν δύο έγγραφα από αυτό και το επέστρεψαν στους εκπροσώπους των αναιρεσειουσών. Εν συνεχεία, δημιούργησαν τρία ακριβή αντίγραφα του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. τα οποία αποθήκευσαν αντιστοίχως σε τρία διαφορετικά ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων. Οι ελεγκτές παρέδωσαν το ένα από τα τρία ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων στους εκπροσώπους των αναιρεσειουσών και τοποθέτησαν τα άλλα δύο σε σφραγισμένους φακέλους τους οποίους μετέφεραν στις Βρυξέλλες παρά την εκ μέρους των αναιρεσειουσών αμφισβήτηση της νομιμότητας της διαδικασίας αυτής. Ανέφεραν δε ότι οι σφραγισμένοι φάκελοι θα ανοίγονταν μόνο στα γραφεία της Επιτροπής παρουσία των εκπροσώπων των αναιρεσειουσών.

19

Οι σφραγισμένοι φάκελοι με τα ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων, τους οποίους πήραν μαζί τους οι ελεγκτές, ανοίχτηκαν στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες στις 2 Μαρτίου 2009, παρουσία των δικηγόρων των αναιρεσειουσών. Τα έγγραφα που περιέχονταν στα ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων εξετάστηκαν και οι ελεγκτές εκτύπωσαν αυτά που θεώρησαν σημαντικά για την έρευνα. Δεύτερο εκτυπωμένο αντίγραφο καθώς και κατάλογος των εγγράφων αυτών παραδόθηκαν στους δικηγόρους των αναιρεσειουσών. Η εξέταση όλων των δεδομένων που είχαν αποθηκευτεί στα επίμαχα ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων διήρκεσε οκτώ εργάσιμες ημέρες και περατώθηκε στις 11 Μαρτίου 2009. Το γραφείο εντός του οποίου εξετάστηκαν τα έγγραφα και τα ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων σφραγιζόταν στο τέλος κάθε εργάσιμης ημέρας και άνοιγε εκ νέου την επομένη, πάντοτε παρουσία των δικηγόρων των αναιρεσειουσών. Κατά το πέρας των εργασιών αυτών, πραγματοποιήθηκε διαγραφή των σκληρών δίσκων των υπολογιστών στους οποίους είχαν εργαστεί οι ελεγκτές της Επιτροπής.

20

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Απριλίου 2009, το οποίο πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-135/09, οι αναιρεσείουσες άσκησαν προσφυγή ζητώντας, μεταξύ άλλων, να ακυρώσει το Γενικό Δικαστήριο την απόφαση περί διενέργειας ελέγχου και να κρίνει παράνομη την απόφαση της Επιτροπής να κατασχέσει αντίγραφα ορισμένων ηλεκτρονικών αρχείων και του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. προκειμένου να τα ελέγξει εν συνεχεία στα γραφεία της στις Βρυξέλλες.

21

Με την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής (T-135/09, EU:T:2012:596), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε εν μέρει την απόφαση περί διενέργειας ελέγχου, κατά το μέρος που αφορούσε άλλα ηλεκτρικά καλώδια πέραν των υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων υψηλής τάσης και των συναφών υλικών, και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά. Με την απόφαση της 25ης Ιουνίου 2014, Nexans και Nexans France κατά Επιτροπής (C‑37/13 P, EU:C:2014:2030), το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν οι αναιρεσείουσες κατά της αποφάσεως αυτής του Γενικού Δικαστηρίου.

22

Με το άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι αναιρεσείουσες και 24 άλλες εταιρίες είχαν μετάσχει σε σύμπραξη (στο εξής: σύμπραξη), η οποία συνιστούσε ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3), στον κλάδο των υπόγειων και/ή υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων (υπέρ)υψηλής τάσης (στο εξής: επίμαχη παράβαση).

23

Με την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η σύμπραξη περιελάμβανε δύο κύριους μηχανισμούς οι οποίοι αποτελούσαν ένα σύνθετο σύνολο, και συγκεκριμένα

ένα μηχανισμό στον οποίο μετείχαν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι οποίες ονομάζονταν εν γένει «μέλη R», οι ιαπωνικές επιχειρήσεις, οι οποίες ονομάζονταν «μέλη Α», και οι νοτιοκορεατικές επιχειρήσεις, οι οποίες ονομάζονταν «μέλη Κ», και ο οποίος αποσκοπούσε στην κατανομή των περιοχών και των πελατών των Ευρωπαίων, των Ιαπώνων και των Νοτιοκορεατών παραγωγών (στο εξής: μηχανισμός A/R). Η κατανομή αυτή γινόταν βάσει συμφωνίας περί «εθνικής περιοχής», σύμφωνα με την οποία οι Ιάπωνες και οι Νοτιοκορεάτες παραγωγοί δεν θα ανταγωνίζονταν τους Ευρωπαίους παραγωγούς όσον αφορά τα υλοποιούμενα στην «εθνική περιοχή» αυτών έργα, οι δε Ευρωπαίοι παραγωγοί δεσμεύονταν να παραμείνουν εκτός των αγορών της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας. Επιπλέον, ρυθμιζόταν η ανάθεση έργων στις «περιοχές εξαγωγής», δηλαδή στον υπόλοιπο κόσμο, πλην ιδίως των Ηνωμένων Πολιτειών,

ένα μηχανισμό ο οποίος συνίστατο στην κατανομή περιοχών και πελατών μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών, ως προς έργα τα οποία επρόκειτο να εκτελεσθούν εντός της ευρωπαϊκής «εθνικής» περιοχής ή τα οποία ανετίθεντο σε Ευρωπαίους παραγωγούς (στο εξής: ευρωπαϊκός μηχανισμός).

24

Κατά την επίδικη απόφαση, η Nexans France μετέσχε στη σύμπραξη από τις 13 Νοεμβρίου 2000 έως τις 28 Ιανουαρίου 2009. Στη Nexans καταλογίστηκε ευθύνη για την επίμαχη παράβαση ως μητρική εταιρία της Nexans France για το χρονικό διάστημα από τις 12 Ιουνίου 2001 έως τις 28 Ιανουαρίου 2009.

25

Για τον υπολογισμό των προστίμων, η Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1/2003 και τη μέθοδο που προβλέπεται στις κατευθυντήριες γραμμές του 2006.

26

Πρώτον, όσον αφορά το βασικό ποσό των εν λόγω προστίμων, η Επιτροπή προσδιόρισε την αξία των πωλήσεων που έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Εν συνεχεία, καθόρισε το ποσοστό της εν λόγω αξίας των πωλήσεων που αντανακλούσε τη σοβαρότητα της επίμαχης παραβάσεως. Συναφώς, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η παράβαση αυτή συγκαταλέγεται, ως εκ της φύσεώς της, στους πλέον σοβαρούς περιορισμούς του ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται να οριστεί ο «συντελεστής σοβαρότητας» σε 15 %. Επίσης, προσαύξησε κατά 2 % τον συντελεστή σοβαρότητας για όλους τους αποδέκτες της επίδικης αποφάσεως λόγω του συνολικού μεριδίου αγοράς που κατείχαν, καθώς και λόγω της παγκόσμιας σχεδόν έκτασης της σύμπραξης, η οποία κάλυπτε, μεταξύ άλλων, το σύνολο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ).

27

Περαιτέρω, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η συμπεριφορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ήταν περισσότερο επιζήμια για τον ανταγωνισμό απ’ ό,τι η συμπεριφορά των λοιπών επιχειρήσεων, διότι, πέραν της συμμετοχής τους στον μηχανισμό A/R, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είχαν κατανείμει μεταξύ τους τα έργα που αφορούσαν καλώδια στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού. Για τον λόγο αυτόν, όρισε το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων που λαμβανόταν υπόψη λόγω της σοβαρότητας της παράβασης σε 19 % για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και σε 17 % για τις λοιπές επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, το βασικό ποσό ανήλθε, όσον αφορά τη Nexans France, σε 70670000 ευρώ.

28

Δεύτερον, όσον αφορά τις προσαρμογές του βασικού ποσού των προστίμων, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε τη συνδρομή ούτε επιβαρυντικών ούτε ελαφρυντικών περιστάσεων όσον αφορά τις αναιρεσείουσες.

29

Με το άρθρο 2, στοιχεία γʹ και δʹ, της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή επέβαλε, αφενός, στη Nexans France, πρόστιμο ύψους 4903000 ευρώ για το διάστημα από 13 Νοεμβρίου 2000 έως 11 Ιουνίου 2001, και, αφετέρου, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στη Nexans France και στη Nexans, πρόστιμο ύψους 65767000 ευρώ για το διάστημα από 12 Ιουνίου 2001 έως 28 Ιανουαρίου 2009.

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

30

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Ιουνίου 2014, οι αναιρεσείουσες άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, στο μέτρο που τις αφορούσε, και τη μείωση των προστίμων που τους είχαν επιβληθεί.

31

Προς στήριξη των αιτημάτων τους περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δύο λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος αφορούσε παράβαση του άρθρου 20, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 1/2003, παραβίαση της αποφάσεως περί διενέργειας ελέγχου, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας καθώς και παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο δεύτερος εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά τον προσδιορισμό της ημερομηνίας ενάρξεως συμμετοχής της Nexans France στη σύμπραξη. Προς στήριξη των αιτημάτων τους για μείωση των προστίμων που τους είχαν επιβληθεί, οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν, πέραν του προβληθέντος στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως σφάλματος της Επιτροπής όσον αφορά τη διάρκεια της επίμαχης παραβάσεως, ειδικό λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορούσε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως καθώς και παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον καθορισμό του συντελεστή σοβαρότητας για τον υπολογισμό των προστίμων.

32

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.

33

Πρώτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη νομικής βάσης των μέτρων ελέγχου τα οποία έλαβε η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι, αντιθέτως προς ό,τι είχαν υποστηρίξει οι αναιρεσείουσες, από το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1/2003 δεν προέκυπτε ότι η εξουσία της Επιτροπής να λαμβάνει ή να αποκτά αντίγραφο ή απόσπασμα των βιβλίων και επαγγελματικών εγγράφων μιας επιχειρήσεως που αποτελεί αντικείμενο ελέγχου περιοριζόταν στα βιβλία και στα επαγγελματικά έγγραφα τα οποία είχε ήδη ελέγξει. Μια τέτοια ερμηνεία θα μπορούσε άλλωστε να εξουδετερώσει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, κατά το μέτρο που, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο έλεγχος των βιβλίων και των επαγγελματικών εγγράφων της επιχειρήσεως ενδεχομένως προϋποθέτει ή, όπως εν προκειμένω, διευκολύνεται με την προηγούμενη δημιουργία αντιγράφων των εν λόγω βιβλίων ή επαγγελματικών εγγράφων. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, εφόσον η δημιουργία του ακριβούς αντιγράφου του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. και αντιγράφων ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που είχαν ανευρευθεί στον εν λόγω υπολογιστή και στον υπολογιστή του R. εντασσόταν στο πλαίσιο της χρήσης λογισμικού ψηφιακής έρευνας από τους ελεγκτές, με σκοπό την αναζήτηση σχετικών με την έρευνα πληροφοριών, η δημιουργία των αντιγράφων αυτών ενέπιπτε στις εξουσίες τις οποίες απονέμει στην Επιτροπή το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1/2003.

34

Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, αντιθέτως προς ό,τι είχαν υποστηρίξει οι αναιρεσείουσες, οι ελεγκτές δεν είχαν συμπεριλάβει αμέσως στον φάκελο της έρευνας τα έγγραφα που περιλαμβάνονταν στα αντίγραφα των ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών οι οποίες είχαν ανευρεθεί στον υπολογιστή του R. και στον υπολογιστή του J. καθώς και στο ακριβές αντίγραφο του σκληρού δίσκου του δεύτερου αυτού υπολογιστή χωρίς προηγουμένως να επαληθεύσουν τη σχέση τους με το αντικείμενο του επίμαχου ελέγχου.

35

Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 δεν επιτάσσει να ελέγχονται τα βιβλία και τα επαγγελματικά έγγραφα των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά ο έλεγχος αποκλειστικά στα γραφεία των επιχειρήσεων αυτών, σε περίπτωση που, όπως συνέβη εν προκειμένω, δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί ο έλεγχος αυτός εντός του χρόνου που είχε αρχικά προβλεφθεί. Η διάταξη αυτή απλώς υποχρεώνει την Επιτροπή να διασφαλίζει έναντι των εν λόγω επιχειρήσεων, κατά την εξέταση των εγγράφων στα γραφεία της, εγγυήσεις όμοιες με αυτές που ισχύουν κατά τον επιτόπιο έλεγχο, υποχρέωση η οποία εν προκειμένω τηρήθηκε.

36

Δεύτερον, η Επιτροπή δεν παραβίασε ούτε το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως περί διενέργειας ελέγχου, δεδομένου ότι, αφενός, η απόφαση αυτή δεν απέκλειε τη δυνατότητα της Επιτροπής να συνεχίσει τον επίμαχο έλεγχο στα γραφεία της στις Βρυξέλλες και, αφετέρου, οι αναιρεσείουσες δεν είχαν υποστηρίξει ότι η διάρκεια του ελέγχου αυτού είχε υπερβεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα.

37

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε προσβάλει τα δικαιώματα άμυνας των αναιρεσειουσών ούτε είχε παραβεί το άρθρο 20, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1/2003 ή το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

38

Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι η Επιτροπή δεν είχε υποπέσει σε πλάνη δεχόμενη ότι η ημερομηνία της 13ης Νοεμβρίου 2000 ήταν η ημερομηνία ενάρξεως συμμετοχής της Nexans France στην επίμαχη παράβαση.

39

Πέμπτον, όσον αφορά τα αιτήματα των αναιρεσειουσών για μείωση του ποσού των προστίμων που τους είχαν επιβληθεί, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών δεν ήταν ικανά να δικαιολογήσουν μείωση του ποσού αυτού. Όσον αφορά, ειδικότερα, την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών κατά την οποία η διενεργηθείσα από την Επιτροπή διάκριση μεταξύ, αφενός, των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και, αφετέρου, των ιαπωνικών επιχειρήσεων όσον αφορά το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων που καθορίστηκε ούτως ώστε να συνεκτιμηθεί η σοβαρότητα της παράβασης αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι η Επιτροπή ορθώς είχε θεωρήσει ότι η εκ μέρους των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων κατανομή των έργων στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού της σύμπραξης αποτελούσε πρόσθετο στοιχείο που δικαιολογούσε την επιβολή βαρύτερων κυρώσεων διά της εφαρμογής αυξημένου ποσοστού λόγω της σοβαρότητας της παράβασης.

Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

40

Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της προσφυγής περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως στο μέτρο που αφορά τις ίδιες·

να μειώσει τα πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν κατά ποσό που αντιστοιχεί σε μειωμένο συντελεστή σοβαρότητας, και

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας και της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

41

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει εξ ολοκλήρου την αίτηση αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αλυσιτελή και/ή παντελώς αβάσιμη, και

να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.

Επί του αιτήματος επανάληψης της προφορικής διαδικασίας

42

Η προφορική διαδικασία περατώθηκε στις 12 Μαρτίου 2020 με την ανάπτυξη των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα.

43

Με έγγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Μαΐου 2020, οι αναιρεσείουσες ζήτησαν την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, επικαλούνται το γεγονός ότι, με διάταξη της 4ης Μαΐου 2020, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε διόρθωση της απόδοσης στην αγγλική γλώσσα της σκέψεως 156 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

44

Κατά τις αναιρεσείουσες, η διόρθωση αυτή συνιστά νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου όσον αφορά τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως.

45

Yπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του, μεταξύ άλλων όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου.

46

Εντούτοις, εν προκειμένω διαπιστώνεται ότι η διόρθωση της σκέψεως 156 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι κρίσιμη για την εκ μέρους του Δικαστηρίου εκτίμηση του τετάρτου λόγου αναιρέσεως.

47

Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

48

Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πέντε λόγους. Οι τρεις πρώτοι λόγοι αφορούν την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου απόρριψη των επιχειρημάτων τους σχετικά με τη διεξαγωγή του επίμαχου ελέγχου και οι δύο τελευταίοι αφορούν την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τον υπολογισμό του προστίμου που τους επιβλήθηκε με την επίδικη απόφαση. Πιο συγκεκριμένα, ο τέταρτος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο ως προς τα συμπεράσματα που πρέπει να αντληθούν από την προβαλλόμενη απουσία συνεπειών της επίμαχης παραβάσεως. Ο πέμπτος λόγος αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και από έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την αύξηση κατά 2 % του συντελεστή σοβαρότητας που εφαρμόστηκε όσον αφορά τον ευρωπαϊκό μηχανισμό της σύμπραξης.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρηματολογία των διαδίκων

49

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1/2003, καθόσον επιβεβαιώνει ότι η Επιτροπή είχε δικαίωμα να δημιουργήσει το ακριβές αντίγραφο σκληρού δίσκου και να αντιγράψει ομάδες ηλεκτρονικών επιστολών, χωρίς να έχει προβεί προηγουμένως σε σοβαρή εξέταση των στοιχείων αυτών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 53 έως 56 και 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

50

Πρώτον, μόνον τα βιβλία και τα έγγραφα που έχουν προηγουμένως ελεγχθεί από ελεγκτή σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του ως άνω κανονισμού μπορούν να αντιγραφούν. Η Επιτροπή μπορεί κάλλιστα να περιοριστεί στην αντιγραφή μόνο των εγγράφων και των φακέλων που θεωρεί χρήσιμα για την έρευνα αντί να δημιουργήσει ένα πλήρες αντίγραφο σκληρού δίσκου.

51

Δεύτερον, το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 προβλέπει ορισμένη χρονολογική σειρά των διαφόρων σταδίων που περιγράφονται στη διάταξη αυτή. Καταρχάς, οι ελεγκτές της Επιτροπής εισέρχονται στους χώρους της συγκεκριμένης επιχειρήσεως. Εν συνεχεία, ελέγχουν τα βιβλία και άλλα έγγραφα που θεωρούν χρήσιμα για την έρευνα. Τέλος, μπορούν να λάβουν αντίγραφα των στοιχείων αυτών. Ο διενεργούμενος στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής έλεγχος είναι ουσιώδης, καθόσον παρέχει, στο στάδιο αυτό, στους ελεγκτές της Επιτροπής τη δυνατότητα να εξακριβώνουν αν τα έγγραφα μπορούν να έχουν ενδιαφέρον για την έρευνα. Άλλωστε, αντιγράφοντας μαζικά τα δεδομένα χωρίς να τα εξετάσει προηγουμένως ένας από τους ελεγκτές της, η Επιτροπή θα ενδέχετο να αντιγράψει έγγραφα καλυπτόμενα από την αρχή της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη του.

52

Τρίτον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής πρέπει να ερμηνεύονται στενά, διότι προσβάλλουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας της επιχειρήσεως την οποία αφορά ο έλεγχος.

53

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον, με την εξαίρεση ενός επιχειρήματος, αποβλέπει στην επανεξέταση από το Δικαστήριο των επιχειρημάτων που οι αναιρεσείουσες είχαν προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Το πρόσθετο επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι η προσέγγιση που ακολούθησε η Επιτροπή, εν προκειμένω, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να λάβει η Επιτροπή αντίγραφα εγγράφων καλυπτόμενων από την αρχή της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη του είναι απαράδεκτο καθόσον δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως. Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, ως στηριζόμενος σε αποσπασματική ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τα κύρια συμπεράσματα του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 52, 58 και 59 της αποφάσεως αυτής, ή αβάσιμος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

54

Όσον αφορά το παραδεκτό του πρώτου λόγου αναιρέσεως, επισημαίνεται ότι, με τον λόγο αυτόν, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1/2003. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει όμως ότι, εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από το Γενικό Δικαστήριο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως κατά την αναιρετική διαδικασία. Πράγματι, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει την αίτηση αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρετική διαδικασία θα έχανε εν μέρει τη σημασία της (απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2019, Επιτροπή κατά United Parcel Service, C‑265/17 P, EU:C:2019:23, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.

55

Όσον αφορά το επιχείρημα των αναιρεσειουσών σχετικά με την αρχή της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρου και πελάτη του, υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ένα επιχείρημα είναι παραδεκτό εφόσον αποτελεί ανάπτυξη επιχειρήματος που προβλήθηκε προηγουμένως με το εισαγωγικό δικόγραφο και συνδέεται στενά με αυτό (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Roca Sanitario κατά Επιτροπής, C‑636/13 P, EU:C:2017:56, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τούτο συμβαίνει όμως εν προκειμένω, δεδομένου ότι πρόκειται για ζήτημα το οποίο επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες προς στήριξη του επιχειρήματός τους ότι η Επιτροπή μπορεί να λάβει αντίγραφο μόνον των βιβλίων και των εγγράφων που έχει ήδη ελέγξει.

56

Επί της ουσίας, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, βεβαίως, οι αναιρεσείουσες δεν αμφισβητούν τις διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 52, 58 και 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τις διαπιστώσεις αυτές, αφενός, η δημιουργία ακριβούς αντιγράφου σκληρού δίσκου υπολογιστή και η αντιγραφή δεδομένων αποθηκευμένων σε μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων, στο πλαίσιο της χρήσεως του λογισμικού ψηφιακής έρευνας της Επιτροπής, συνιστά, κατ’ ουσίαν, ενδιάμεσο στάδιο που προορίζεται να παράσχει στους ελεγκτές τη δυνατότητα να αναζητήσουν έγγραφα χρήσιμα για τον έλεγχο. Αφετέρου, από τις διαπιστώσεις αυτές προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν περιέλαβε αμέσως στον φάκελο της έρευνας τα έγγραφα που περιέχονταν στα αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών οι οποίες είχαν ανευρεθεί στους υπολογιστές του R. και του J. καθώς και στο ακριβές αντίγραφο του σκληρού δίσκου του δεύτερου αυτού υπολογιστή χωρίς να έχει προηγουμένως επαληθεύσει τη σχέση τους με το αντικείμενο του επίμαχου ελέγχου. Εντούτοις, το γεγονός ότι οι αναιρεσείουσες δεν αμφισβήτησαν τις διαπιστώσεις αυτές του Γενικού Δικαστηρίου δεν συνεπάγεται, αντιθέτως προς τα όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής. Ειδικότερα, οι εν λόγω διαπιστώσεις δεν αρκούν, αυτές καθεαυτές, για να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή είχε την εξουσία να δημιουργήσει τα αντίγραφα αυτά.

57

Επομένως, είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι μια τέτοια εξουσία απορρέει από το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ ή γʹ, του κανονισμού 1/2003.

58

Συναφώς, επισημαίνεται ότι τόσο από το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1/2003, όσο και από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, προκύπτει ότι, επιτρέποντας στην Επιτροπή, με τη διάταξη αυτή, να «λαμβάν[ει] ή να αποκτ[ά] υπό οποιανδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα» των βιβλίων καθώς και των άλλων επαγγελματικών εγγράφων που μνημονεύονται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του ως άνω κανονισμού, o νομοθέτης της Ένωσης αναφερόταν στα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία η Επιτροπή δικαιούται να συλλέξει προκειμένου να τα συμπεριλάβει στον φάκελο και, εφόσον απαιτείται, να τα χρησιμοποιήσει στο πλαίσιο διαδικασίας με αντικείμενο την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης. Επομένως, πρέπει να πρόκειται για έγγραφα που καλύπτονται από το αντικείμενο του ελέγχου, πράγμα που προϋποθέτει ότι η Επιτροπή έχει προηγουμένως επαληθεύσει ότι πρόκειται για τέτοια έγγραφα.

59

Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1/2003 για να κρίνει ότι η Επιτροπή εδικαιούτο να δημιουργήσει αντίγραφα των ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών οι οποίες είχαν ανευρεθεί στον υπολογιστή του R. και στον υπολογιστή του J. καθώς και ακριβές αντίγραφο του σκληρού δίσκου του δεύτερου αυτού υπολογιστή.

60

Εντούτοις, το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003, στο οποίο επίσης παραπέμπει το Γενικό Δικαστήριο και το οποίο επιτρέπει στην Επιτροπή να ελέγχει τα βιβλία καθώς και κάθε άλλο έγγραφο επαγγελματικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής του, της επιχειρήσεως ή της ενώσεως επιχειρήσεων τις οποίες αφορά ο έλεγχος, παρέχει νομική βάση για τη δημιουργία τέτοιων αντιγράφων.

61

Ειδικότερα, επισημαίνεται, πρώτον, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, αρκούμενος συναφώς να επιτρέψει στην Επιτροπή να προβεί σε έναν τέτοιο έλεγχο, χωρίς να εξειδικεύει περαιτέρω τη σχετική εξουσία που απονέμει στην Επιτροπή, παρέσχε ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στο ως άνω θεσμικό όργανο όσον αφορά τους τρόπους διεξαγωγής του ελέγχου τον οποίο μπορεί να διενεργήσει.

62

Η Επιτροπή δύναται επομένως, αναλόγως των περιστάσεων, να αποφασίσει να ελέγξει τα δεδομένα που περιέχονται στο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων της επιχειρήσεως την οποία αφορά ο έλεγχος βάσει όχι του πρωτοτύπου αλλά αντιγράφου των δεδομένων αυτών. Πράγματι, τόσο στην περίπτωση που εξετάζει τα πρωτότυπα δεδομένα όσο και στην περίπτωση που εξετάζει το αντίγραφο των δεδομένων αυτών, πρόκειται για τα ίδια δεδομένα που αποτελούν αντικείμενο του ελέγχου της Επιτροπής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι αλυσιτελές το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 δεν αναφέρει ρητώς τη δυνατότητα δημιουργίας τέτοιων αντιγράφων.

63

Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, το δικαίωμα της Επιτροπής να δημιουργεί αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών και ακριβές αντίγραφο του σκληρού δίσκου υπολογιστή, ως ενδιάμεσο στάδιο στο πλαίσιο της εξετάσεως των δεδομένων που περιλαμβάνονται στις εν λόγω ομάδες και στο εν λόγω μέσο αποθήκευσης, δεν αποτελεί πρόσθετη εξουσία που παρέχεται στην Επιτροπή αλλά, όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μέρος της εξουσίας ελέγχου την οποία το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 απονέμει στο εν λόγω θεσμικό όργανο.

64

Δεύτερον, μολονότι μεν, κατά πάγια νομολογία, οι ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής σε θέματα ανταγωνισμού είναι σαφώς καθορισμένες (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑583/13 P, EU:C:2015:404, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), τούτο δεν σημαίνει πάντως, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στα σημεία 61 και 62 των προτάσεών της, ότι οι διατάξεις που απονέμουν τις ελεγκτικές εξουσίες στο εν λόγω θεσμικό όργανο πρέπει να ερμηνεύονται στενά, έστω και αν, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω εξουσίες δεν προσβάλλουν τα δικαιώματα των οικείων επιχειρήσεων. Τα δε δικαιώματα αυτά διασφαλίζονται όταν, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή αντιγράφει δεδομένα, χωρίς μεν προηγούμενη εξέταση, αλλά εν συνεχεία εξακριβώνει, τηρουμένων αυστηρώς των δικαιωμάτων άμυνας της οικείας επιχειρήσεως, αν τα δεδομένα αυτά είναι συναφή με το αντικείμενο του ελέγχου, πριν συμπεριλάβει στον φάκελο τα έγγραφα που θεωρεί χρήσιμα συναφώς και διαγράψει τα λοιπά αντιγραφέντα δεδομένα.

65

Επομένως, το δικαίωμα της Επιτροπής να δημιουργήσει τέτοια αντίγραφα δεν θίγει ούτε τις διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός 1/2003 ούτε τα λοιπά δικαιώματα της επιχειρήσεως την οποία αφορά ο έλεγχος, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή, αφού ολοκληρώσει την εξέτασή της, συμπεριλαμβάνει στον φάκελο μόνον έγγραφα συναφή με το αντικείμενο του ελέγχου. Όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο, τέτοια περίπτωση συνέτρεχε εν προκειμένω.

66

Τρίτον, όπως προκύπτει από τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή χρησιμοποιεί λογισμικό ψηφιακής έρευνας για το οποίο απαιτείται ένα προκαταρκτικό στάδιο καλούμενο «ευρετηρίαση», που είναι συνήθως αρκετά χρονοβόρο. Το ίδιο ισχύει και για το επόμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής επεξεργασίας πληροφοριών, κατά το οποίο η Επιτροπή εξετάζει τα δεδομένα αυτά, όπως αποδεικνύεται και από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως. Επομένως, είναι προς το συμφέρον όχι μόνον της Επιτροπής αλλά και της οικείας επιχειρήσεως να στηρίζεται το θεσμικό αυτό όργανο, προκειμένου να πραγματοποιήσει τον έλεγχό του, σε αντίγραφο των δεδομένων αυτών, παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην εν λόγω επιχείρηση τη δυνατότητα να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τα πρωτότυπα δεδομένα καθώς και τα μέσα αποθήκευσης στα οποία αυτά περιέχονται αφ’ ης στιγμής δημιουργηθεί το εν λόγω αντίγραφο, ούτως ώστε να μειωθεί η επέμβαση στη λειτουργία της επιχειρήσεως αυτής την οποία προκαλεί ο πραγματοποιούμενος από την Επιτροπή έλεγχος.

67

Υπό τις συνθήκες αυτές, τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών που στηρίζονται στο γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1/2003 και στην όλη οικονομία του άρθρου 20, παράγραφος 2, του ως άνω κανονισμού πρέπει να απορριφθούν.

68

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρηματολογία των διαδίκων

69

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά τις σκέψεις 60 έως 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι η απόφαση αυτή πάσχει πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, καθόσον επιβεβαιώνει ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να συνεχίσει τον επίμαχο έλεγχο στα γραφεία της στις Βρυξέλλες. Κατά τις αναιρεσείουσες, από τη γραμματική και τη συστηματική ερμηνεία της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να διενεργεί ελέγχους στα γραφεία της και ότι οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να διενεργούνται στις εγκαταστάσεις της οικείας επιχειρήσεως ή ενώσεως επιχειρήσεων.

70

Πρώτον, από το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για ελέγχους σε «επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων». Το άρθρο 20, παράγραφος 2, του ως άνω κανονισμού αποσαφηνίζει τις εξουσίες των ελεγκτών για τη διενέργεια των ελέγχων αυτών, περιλαμβανομένου του δικαιώματος εισόδου σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο «των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων», σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού. Οι λοιπές εξουσίες, ήτοι η εξουσία ελέγχου των βιβλίων και άλλων εγγράφων, αντιγραφής των εγγράφων, σφράγισης των χώρων, των βιβλίων ή των εγγράφων και εξετάσεως των υπαλλήλων της επιχειρήσεως, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ελέγχου αυτού και, επομένως, πρέπει να ασκούνται στους χώρους της επιχειρήσεως την οποία αφορά ο έλεγχος.

71

Δεύτερον, εάν το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 ερμηνευόταν κατά τρόπον ώστε ο τόπος του διενεργούμενου βάσει της διατάξεως αυτής «ελέγχου» να μην οριοθετείται κατά τα προεκτεθέντα, η Επιτροπή θα είχε επίσης την εξουσία, δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του ως άνω κανονισμού, να εξετάζει τους εκπροσώπους της οικείας επιχειρήσεως εκτός των εγκαταστάσεών της ή, δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ ή γʹ, του εν λόγω κανονισμού, να ελέγχει και να αντιγράφει έγγραφα που κατέχουν τρίτοι, όπως είναι οι πάροχοι υπηρεσιών εξ αποστάσεως αποθήκευσης δεδομένων, χωρίς να εισέρχεται καν στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως. Εντούτοις, είναι προφανές ότι, εκδίδοντας τον κανονισμό 1/2003, o νομοθέτης της Ένωσης δεν θέλησε να περιβάλει την Επιτροπή με τόσο σημαντικές ελεγκτικές εξουσίες. Η συσταλτική αυτή ερμηνεία επιβεβαιώνεται από το άρθρο 21 του ως άνω κανονισμού, κατά το οποίο για τον έλεγχο άλλων χώρων απαιτείται ειδική απόφαση. Αν το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003 επέτρεπε τον έλεγχο βιβλίων και άλλων εγγράφων εκτός των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως, το άρθρο 21, παράγραφος 4, του ως άνω κανονισμού δεν θα είχε καμία χρησιμότητα.

72

Τρίτον, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 επιτρέπει σιωπηρώς στην Επιτροπή να ελέγχει τα έγγραφα εκτός των εγκαταστάσεων της οικείας επιχειρήσεως, δεδομένου ότι μια τέτοια εξουσία δεν είναι απαραίτητη για να δύναται η Επιτροπή να ασκήσει κατά τρόπο αποτελεσματικό τα καθήκοντά της δυνάμει του κανονισμού 1/2003 και δεδομένου ότι, ελλείψει της εξουσίας αυτής, ο έλεγχος των εγκαταστάσεων δεν θα ήταν πάντως αδύνατος, ούτε καν σημαντικά δυσχερέστερος. Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, οι ελεγκτές θα μπορούσαν να έχουν παρατείνει κατά μερικές ημέρες τη διάρκεια του επίμαχου ελέγχου, ούτως ώστε να εξετάσουν επιτόπου όλα τα έγγραφα και να κατασχέσουν μόνον όσα ήταν χρήσιμα. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε, στην καλύτερη περίπτωση, λόγους διοικητικής ευκολίας και προσφορότητας.

73

Τέταρτον, οι φαινομενικές εγγυήσεις τις οποίες έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά τη διεξαγωγή της διαδικασίας στις Βρυξέλλες είναι άσχετες με το ζήτημα αν η Επιτροπή είχε την εξουσία να συνεχίσει τον επίμαχο έλεγχο στα γραφεία της.

74

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά τις σκέψεις 67 και 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το γεωγραφικό πλαίσιο της αποφάσεως περί διενέργειας ελέγχου. Είναι προφανές, βάσει γραμματικής και συστηματικής ερμηνείας, ότι η περιεχόμενη στην απόφαση αυτή αναφορά στους χώρους που ελέγχονται από τις αναιρεσείουσες επιβάλλει, όρια στους επιτρεπόμενους βάσει της εν λόγω αποφάσεως ελέγχους. Εξ αυτού συνάγεται ότι, εν προκειμένω, η απόφαση της Επιτροπής να διενεργήσει έλεγχο σε άλλους χώρους εκτός των εγκαταστάσεων της επίμαχης επιχειρήσεως έπρεπε να είχε ληφθεί δυνάμει του άρθρου 21 του κανονισμού 1/2003 και να εξαρτηθεί από δικαστική άδεια.

75

Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

76

Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να συνεξεταστούν, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι θεμιτώς η Επιτροπή συνέχισε τον επίμαχο έλεγχο στα γραφεία της στις Βρυξέλλες.

77

Συναφώς, επισημαίνεται ότι τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003 προκύπτει, βεβαίως, ότι ο έλεγχος πρέπει να αρχίζει και πρέπει καταρχήν να συνεχίζεται, όπως ορίζει το άρθρο 20, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού, «σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων», για τον λόγο δε αυτόν, αφενός, το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού επιτρέπει στην Επιτροπή «να εισέρχ[εται] σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο» των εν λόγω επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων και, αφετέρου, το άρθρο 20, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού υποχρεώνει την Επιτροπή να ενημερώσει την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους «στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος» σε εύθετο χρόνο πριν από τη διενέργεια του ελέγχου. Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο, εν προκειμένω, η απόφαση περί διενέργειας ελέγχου υποχρέωνε τις αναιρεσείουσες να υποβληθούν σε έλεγχο «σε όλους τους χώρους που ελέγχονται» από τις ίδιες.

78

Εντούτοις, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 δεν επιτάσσει, όπως διατείνονται οι προσφεύγουσες, να διενεργείται ο έλεγχος των βιβλίων και των επαγγελματικών εγγράφων των επιχειρήσεων που αποτελούν αντικείμενο έρευνας σε κάθε περίπτωση στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων αυτών και μόνο.

79

Το ίδιο ισχύει και για την απόφαση περί διενέργειας ελέγχου, η οποία περιορίστηκε να προβλέψει ότι ο επίμαχος έλεγχος μπορούσε να διενεργηθεί σε όλους τους χώρους που ελέγχονταν από τις αναιρεσείουσες.

80

Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στο σημείο 76 των προτάσεών της, αυτή καθαυτή η συνέχιση ενός τέτοιου ελέγχου στα γραφεία της Επιτροπής δεν συνιστά, σε σύγκριση με τη διενέργεια ελέγχου στα γραφεία των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά ο έλεγχος, επιπλέον προσβολή των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων αυτών, οπότε θα απαιτούνταν να προβλέπεται ρητώς η δυνατότητα αυτή για την Επιτροπή και δεν θα μπορούσε να συναχθεί σιωπηρώς από τις εξουσίες τις οποίες απονέμει στο ως άνω θεσμικό όργανο το άρθρο 20, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1/2003. Το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η δυνατότητα συνεχίσεως του ελέγχου στα γραφεία της Επιτροπής δεν είναι απαραίτητη για να μπορέσει η Επιτροπή να διενεργήσει τον έλεγχο αυτόν δεν σημαίνει ότι μια τέτοια δυνατότητα αποκλείεται σε κάθε περίπτωση.

81

Πράγματι, θεμιτοί λόγοι μπορούν να οδηγήσουν την Επιτροπή να αποφασίσει, προς το συμφέρον άλλωστε των οικείων επιχειρήσεων, να συνεχίσει, στα γραφεία της στις Βρυξέλλες, τον έλεγχο των δεδομένων τα οποία συνέλεξε εντός της οικείας επιχειρήσεως. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επεξεργασία ηλεκτρονικών δεδομένων μπορεί να είναι σημαντικό. Το να υποχρεωθεί η Επιτροπή να προβεί στην επεξεργασία τέτοιων δεδομένων αποκλειστικώς στους χώρους της επιχειρήσεως την οποία αφορά ο έλεγχος, όταν πρόκειται για ιδιαιτέρως μεγάλο όγκο δεδομένων, θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη σημαντική παράταση της διάρκειας παραμονής των ελεγκτών στους χώρους της επιχειρήσεως αυτής, πράγμα ικανό να βλάψει την αποτελεσματικότητα του ελέγχου και να αυξήσει άσκοπα την προκύπτουσα από τον έλεγχο επέμβαση στη λειτουργία της εν λόγω επιχειρήσεως.

82

Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες δεν προσάπτουν στην Επιτροπή ότι, κατά τον έλεγχο του ακριβούς αντιγράφου του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. και των αντιγράφων των ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που ανευρέθησαν στον εν λόγω υπολογιστή καθώς και στον υπολογιστή του R., ο οποίος διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής στις Βρυξέλλες, ενήργησε διαφορετικά από ό,τι θα είχε πράξει εάν ο έλεγχος αυτός είχε λάβει χώρα στις εγκαταστάσεις των αναιρεσειουσών. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες δεν αμφισβητούν ότι ο έλεγχος στον οποίο προέβη η Επιτροπή στα γραφεία της στις Βρυξέλλες διεξήχθη κατ’ αυστηρή τήρηση των δικαιωμάτων τους άμυνας, δεδομένου ότι η Επιτροπή εγγυήθηκε, καθ’ όλη τη διάρκεια του επίμαχου ελέγχου, την προστασία των οικείων δεδομένων και περιέλαβε στον φάκελο μόνον τα έγγραφα για τα οποία είχε προηγουμένως βεβαιωθεί ότι ήταν χρήσιμα για τον έλεγχο.

83

Η ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 κατά την οποία η Επιτροπή μπορεί, εφόσον απαιτείται, να συνεχίσει, στα γραφεία της στις Βρυξέλλες, τον έλεγχο που έχει νομίμως αρχίσει στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως ή της ενώσεως επιχειρήσεων τις οποίες αφορά ο έλεγχος δεν αναιρείται από το επιχείρημα των αναιρεσειουσών κατά το οποίο μια τέτοια ερμηνεία θα σήμαινε ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του ως άνω κανονισμού εξουσία εξετάσεως των εκπροσώπων της οικείας επιχειρήσεως θα μπορούσε επίσης να ασκηθεί από την Επιτροπή εκτός των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως αυτής. Υπενθυμίζεται ότι η υπό κρίση διαφορά αφορά το αν η Επιτροπή παρανόμησε συνεχίζοντας στα γραφεία της στις Βρυξέλλες τον έλεγχο των βιβλίων και των άλλων επαγγελματικών εγγράφων μιας επιχειρήσεως, επί τη βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003, και όχι την ενάσκηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του ως άνω κανονισμού εξουσιών της Επιτροπής.

84

Το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ελέγξει και να αντιγράψει έγγραφα κατεχόμενα από τρίτους, οι οποίοι ευρίσκονται εκτός των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως την οποία αφορά ο έλεγχος, πρέπει επίσης να απορριφθεί. Ειδικότερα, η δυνατότητα της Επιτροπής να συνεχίσει, στα γραφεία της στις Βρυξέλλες, τον έλεγχο που είχε αρχίσει στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως την οποία αφορά ο έλεγχος ουδεμία επιρροή ασκεί στο ζήτημα αν το θεσμικό αυτό όργανο δικαιούται, επί τη βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003, να ελέγξει και να αντιγράψει έγγραφα κατεχόμενα από τρίτους. Επισημαίνεται συναφώς ότι η συνέχιση του ελέγχου στα γραφεία της Επιτροπή δεν συνιστά νέο έλεγχο που διεξάγεται σε τρίτον, αλλά συνέχιση του ίδιου ελέγχου, ο οποίος είχε αρχίσει στις εγκαταστάσεις της ως άνω επιχειρήσεως.

85

Η διενεργηθείσα στη σκέψη 83 της παρούσας αποφάσεως ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 δεν ανατρέπεται ούτε από το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι το άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003, το οποίο παραπέμπει, όσον αφορά τον έλεγχο χώρων διαφορετικών από τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως την οποία αφορά ο έλεγχος, στις εξουσίες της Επιτροπής που προβλέπονται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ έως γʹ, του κανονισμού 1/2003, θα καθίστατο κενό περιεχομένου αν από το ως άνω άρθρο 20 συναγόταν ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δύναται να ελέγξει έγγραφα εκτός των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως αυτής. Ειδικότερα, το άρθρο 21 του κανονισμού 1/2003 αφορά περίπτωση εντελώς διαφορετική από εκείνη του άρθρου 20 του ως άνω κανονισμού, και συγκεκριμένα τη δυνατότητα της Επιτροπής να διενεργεί ελέγχους σε χώρους άλλους από τους επαγγελματικούς χώρους της οικείας επιχειρήσεως, όπως η κατοικία ή τα μεταφορικά μέσα των μελών του προσωπικού της επιχειρήσεως αυτής, εφόσον υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι φυλάσσονται εκεί συνδεόμενα με το αντικείμενο του ελέγχου βιβλία ή άλλα έγγραφα, τα οποία ενδέχεται να είναι σχετικά για την απόδειξη σοβαρής παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.

86

Όσον αφορά το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι οι ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής σε θέματα ανταγωνισμού είναι σαφώς καθορισμένες, όπως προκύπτει από τη σκέψη 64 της παρούσας αποφάσεως, τούτο δεν σημαίνει πάντως ότι οι εξουσίες αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά, πράγμα που θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να θίξει την πραγματική άσκηση των εξουσιών αυτών και να στερήσει έτσι τις διατάξεις του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003 από την πρακτική τους αποτελεσματικότητα.

87

Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας στα σημεία 67 και 78 των προτάσεών της, η Επιτροπή δεν μπορεί να κάνει χρήση της δυνατότητας, βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003, να συνεχίσει στα γραφεία της στις Βρυξέλλες τον έλεγχο των βιβλίων και των άλλων επαγγελματικών εγγράφων της επιχειρήσεως την οποία αφορά ο έλεγχος, παρά μόνον όταν μπορεί θεμιτώς να θεωρήσει ότι τούτο δικαιολογείται χάριν της αποτελεσματικότητας του ελέγχου ή προς αποφυγή υπερβολικής επέμβασης στη λειτουργία της εν λόγω επιχειρήσεως.

88

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο, τα οποία κατ’ ουσίαν υπενθυμίζονται στις σκέψεις 14 έως 19 της παρούσας αποφάσεως, οι ελεγκτές παρέμειναν επί τέσσερις συνολικά ημέρες στις εγκαταστάσεις της Nexans France, δηλαδή από τις 28 έως τις Ιανουαρίου 2009 και εν συνεχεία στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Αντέγραψαν ορισμένα δεδομένα και τα αποθήκευσαν σε ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων τα οποία τοποθετήθηκαν σε σφραγισμένους φακέλους και μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Εν συνεχεία, η εξέταση, παρουσία των εκπροσώπων των αναιρεσειουσών, όλων των δεδομένων που είχαν αποθηκευτεί στα ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων που μεταφέρθηκαν στις Βρυξέλλες διήρκεσε οκτώ εργάσιμες ημέρες, από τις 2 έως τις 11 Μαρτίου 2009, γεγονός που σημαίνει ότι, τη στιγμή κατά την οποία η Επιτροπή αποφάσισε να συνεχίσει τον επίμαχο έλεγχο στα γραφεία της στις Βρυξέλλες, απέμενε προς εξέταση ένας ιδιαίτερα μεγάλος όγκος ψηφιακών δεδομένων.

89

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να κριθεί ότι η Επιτροπή δεν παρανόμησε αποφασίζοντας να συνεχίσει τον επίμαχο έλεγχο στα γραφεία της στις Βρυξέλλες. Ειδικότερα, δεδομένων των πραγματικών στοιχείων που διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή μπορούσε θεμιτώς να θεωρήσει δικαιολογημένο το να συνεχίσει τον έλεγχο αυτό στα γραφεία της στις Βρυξέλλες, αποφεύγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο να παρατείνει τη διάρκεια παραμονής των ελεγκτών στους χώρους της Nexans France, χάριν της αποτελεσματικότητας του ελέγχου και προς αποφυγή υπερβολικής επέμβασης στη λειτουργία της επιχειρήσεως αυτής.

90

Τέλος, όπως προκύπτει από τη σκέψη 80 της παρούσας αποφάσεως, η δυνατότητα της Επιτροπής να συνεχίσει στα γραφεία της στις Βρυξέλλες τον έλεγχο των βιβλίων και των άλλων επαγγελματικών εγγράφων μιας επιχειρήσεως, επί τη βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003, εξαρτάται από τη διαπίστωση ότι η συνέχιση αυτή δεν συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και δεν συνιστά επιπλέον προσβολή των δικαιωμάτων των οικείων επιχειρήσεων σε σύγκριση με εκείνη που εγγενώς ενέχει η διενέργεια ελέγχου στις εγκαταστάσεις τους. Πάντως, μια τέτοια προσβολή θα έπρεπε να διαπιστωθεί αν η συνέχιση του ελέγχου αυτού στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες συνεπαγόταν για την επιχείρηση την οποία αφορά ο έλεγχος πρόσθετα έξοδα που θα προέκυπταν αποκλειστικώς λόγω της συνέχισης αυτής. Επομένως, όταν η ως άνω συνέχιση είναι ικανή να προκαλέσει τέτοια πρόσθετα έξοδα, η Επιτροπή δεν μπορεί να προβεί σε αυτήν παρά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι δέχεται να αποδώσει τα έξοδα αυτά, εφόσον η ενδιαφερόμενη επιχείρηση τής υποβάλει δεόντως αιτιολογημένο σχετικό αίτημα.

91

Κατόπιν των ανωτέρω, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρηματολογία των διαδίκων

92

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά τις σκέψεις 156 και 157 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως προς τα συμπεράσματα που πρέπει να αντληθούν από την απουσία συνεπειών της επίμαχης παραβάσεως. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, με το εισαγωγικό δικόγραφο, διευκρίνισαν λεπτομερώς τον λόγο για τον οποίο θεωρούσαν ότι η πλειονότητα των πωλήσεων τις οποίες αφορούσε η επίμαχη παράβαση δεν είχε επηρεαστεί από την παράβαση αυτή. Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε τις διευκρινίσεις αυτές, δεν δέχθηκε ότι η απουσία συνεπειών αποτελούσε κρίσιμο παράγοντα για τον καθορισμό του συντελεστή σοβαρότητας της επίμαχης παραβάσεως, τούτο δε για τον λόγο και μόνον ότι το σημείο 22 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006 δεν απαιτεί να λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή τον πραγματικό αντίκτυπο της παραβάσεως στην αγορά. Πλην όμως το Γενικό Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις κατευθυντήριες γραμμές όταν αποφαίνεται δυνάμει της πλήρους δικαιοδοσίας του, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να διενεργεί δική του εκτίμηση λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Συνεπώς, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού πάσχει λόγω της αρνήσεώς του να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του για να εκτιμήσει το ύψος του καθορισθέντος από την Επιτροπή προστίμου, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 261 ΣΛΕΕ και του άρθρου 31 του κανονισμού 1/2003.

93

Με το υπόμνημα απαντήσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Infineon Technologies κατά Επιτροπής (C‑99/17 P, EU:C:2018:773), βάσει της οποίας το Δικαστήριο αναίρεσε την αναιρεσιβληθείσα στην υπόθεση εκείνη απόφαση, μπορεί να μεταφερθεί και στην υπό κρίση υπόθεση.

94

Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

95

Υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκτίμησε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τη σοβαρότητα των παράνομων συμπεριφορών. Στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, σκοπός του ελέγχου του Δικαστηρίου είναι, αφενός, να εξεταστεί σε ποιο μέτρο το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη, κατά τρόπο νομικώς ορθό, όλους τους ουσιώδεις παράγοντες για να εκτιμήσει τη σοβαρότητα συγκεκριμένης συμπεριφοράς υπό το φως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003 και, αφετέρου, να εξακριβωθεί εάν το Γενικό Δικαστήριο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στο σύνολο των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν προς στήριξη του αιτήματος καταργήσεως ή μειώσεως του προστίμου (αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, C‑185/95 P, EU:C:1998:608, σκέψη 128, και της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Infineon Technologies κατά Επιτροπής, C‑99/17 P, EU:C:2018:773, σκέψη 192).

96

Δεύτερον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η πλήρης δικαιοδοσία που αναγνωρίζεται στον δικαστή της Ένωσης με το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ, παρέχει στον δικαστή αυτόν την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας της κυρώσεως, να υποκαθιστά την Επιτροπή προβαίνοντας στη δική του εκτίμηση και, κατά συνέπεια, να καταργεί, να μειώνει ή να αυξάνει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί (απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Infineon Technologies κατά Επιτροπής, C‑99/17 P, EU:C:2018:773, σκέψη 193 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

97

Τρίτον, μολονότι η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας δεν ισοδυναμεί με αυτεπάγγελτο έλεγχο και η διαδικασία διεξάγεται κατ’ αντιμωλίαν, ο δικαστής της Ένωσης υποχρεούται, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 261 ΣΛΕΕ και 263 ΣΛΕΕ, να εξετάζει κάθε νομική ή πραγματική αιτίαση με την οποία προβάλλεται ότι το ύψος του προστίμου δεν είναι ανάλογο προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως (πρβλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Infineon Technologies κατά Επιτροπής, C‑99/17 P, EU:C:2018:773, σκέψεις 194 και 195 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

98

Αντιθέτως δε προς ό,τι υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή.

99

Βεβαίως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε ρητώς ότι τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών περί απουσίας συνεπειών της επίμαχης παραβάσεως δεν μπορούσαν να το οδηγήσουν, στο πλαίσιο της ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του, σε μείωση των προστίμων που είχαν επιβληθεί στις αναιρεσείουσες με την επίδικη απόφαση. Εφόσον όμως πρόκειται για άσκηση δικαιοδοσίας ρητώς ανατεθείσας από τον νομοθέτη στον δικαστή της Ένωσης, το Δικαστήριο πρέπει να μπορεί να επαληθεύσει, στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας κατά την οποία η πραγματική άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας αμφισβητείται από διάδικο, ότι το Γενικό Δικαστήριο όντως άσκησε την πλήρη δικαιοδοσία του, σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίζεται στη σκέψη 96 της παρούσας αποφάσεως.

100

Εντούτοις, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο άσκησε την πλήρη δικαιοδοσία του και κατέληξε στο συμπέρασμα που μνημονεύεται στην προηγούμενη σκέψη.

101

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου επί αιτήσεων αναιρέσεως, η αιτιολογία αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει στους μεν ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αντιληφθούν το σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Trafilerie Meridionali κατά Επιτροπής, C‑519/15 P, EU:C:2016:682, σκέψη 41, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Villeroy & Boch Austria κατά Επιτροπής, C‑626/13 P, EU:C:2017:54, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

102

Εν προκειμένω, στις σκέψεις 138 έως 188 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα διάφορα αιτήματα των αναιρεσειουσών για μείωση των προστίμων που τους είχαν επιβληθεί με την επίδικη απόφαση. Υπενθύμισε δε, από την αρχή της εξετάσεως αυτής, στη σκέψη 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο έλεγχος νομιμότητας με τον οποίον είναι συναφώς επιφορτισμένο συμπληρώνεται από την πλήρη δικαιοδοσία που αναγνωρίζεται στον δικαστή της Ένωσης από το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ.

103

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να κριθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο προβαίνοντας στην εξέταση αυτή, έλαβε πράγματι υπόψη του, στο πλαίσιο του εκ μέρους του ελέγχου νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως, την πλήρη δικαιοδοσία που διαθέτει.

104

Όσον αφορά τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών περί απουσίας συνεπειών της επίμαχης παραβάσεως, τα οποία εξετάζονται στις σκέψεις 156 και 157 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι αληθές ότι, στην ως άνω σκέψη 156, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του σημείου 22 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει υπόψη εάν η παράβαση είχε ή όχι πραγματικό αντίκτυπο στην αγορά ως επιβαρυντική ή ελαφρυντική περίσταση κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως αυτής για τον υπολογισμό του προστίμου. Η εκτίμηση αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το Γενικό Δικαστήριο έλεγξε, συναφώς, μόνον τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως υπό το πρίσμα, ιδίως, των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006. Ωστόσο, οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006, μολονότι δεσμεύουν την ίδια την Επιτροπή, στο μέτρο που κατ’ αυτόν τον τρόπο υποβάλλεται η ίδια σε περιορισμούς κατά την άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 211), δεν δεσμεύουν αντιθέτως τον δικαστή της Ένωσης, ιδίως κατά την άσκηση της μνημονευόμενης στη σκέψη 96 της παρούσας αποφάσεως πλήρους δικαιοδοσίας του (πρβλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2011, KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑389/10 P, EU:C:2011:810, σκέψεις 102 και 103), ο οποίος, όμως, μπορεί νομίμως να αποφασίσει να τις λάβει υπόψη του (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Aloys F. Dornbracht κατά Επιτροπής, C‑604/13 P, EU:C:2017:45, σκέψη 75).

105

Εντούτοις, επισημαίνεται ότι, στην ίδια σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξακολούθησε τη συλλογιστική του διαπιστώνοντας ότι αρκεί το καθορισθέν από την Επιτροπή ποσοστό της αξίας των πωλήσεων που θα ληφθεί υπόψη να δικαιολογείται από άλλα στοιχεία ικανά να επηρεάσουν την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως βάσει του σημείου 22 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006, όπως είναι το είδος της παραβάσεως, το συνολικό μερίδιο αγοράς όλων των εμπλεκομένων επιχειρήσεων και η γεωγραφική έκταση της παραβάσεως. Αυτά όμως είναι ακριβώς τα στοιχεία στα οποία είχε στηριχθεί η Επιτροπή εν προκειμένω για να αξιολογήσει τη σοβαρότητα της επίμαχης παραβάσεως, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 145 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

106

Επομένως, παραπέμποντας στα ως άνω στοιχεία στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, ότι η προβαλλόμενη απουσία συνεπειών της επίμαχης παραβάσεως δεν μπορούσε, λόγω των άλλων αυτών στοιχείων, να το οδηγήσει σε μείωση των προστίμων που είχαν επιβληθεί στις αναιρεσείουσες με την επίδικη απόφαση. Εξ αυτού συνάγεται άλλωστε ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συμπέρανε, στη σκέψη 157 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα επιχειρήματα περί απουσίας συνεπειών έπρεπε να απορριφθούν.

107

Πρέπει να προστεθεί ότι η ερμηνεία αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι επιβεβλημένη είτε ληφθεί υπόψη η αρχική εκδοχή της εν λόγω σκέψεως 156 είτε εκείνη που προήλθε από τη διορθωτική διάταξη της 4ης Μαΐου 2020.

108

Η υπό κρίση περίπτωση διαφέρει από εκείνη της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Infineon Technologies κατά Επιτροπής (C‑99/17 P, EU:C:2018:773), στην οποία το Γενικό Δικαστήριο δεν είχε δώσει καμία απάντηση σε επιχείρημα της προσφεύγουσας σχετικό με την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του.

109

Το γεγονός ότι, εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη την πλήρη δικαιοδοσία του επιβεβαιώνεται εξάλλου από το ότι, στη σκέψη 188 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αίτημα των αναιρεσειουσών για μείωση των προστίμων που τους είχαν επιβληθεί έπρεπε να απορριφθεί, αφενός, λόγω της απορρίψεως των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που είχαν προβάλει οι αναιρεσείουσες προς στήριξη του αιτήματος αυτού και, αφετέρου, ελλείψει στοιχείων τα οποία θα μπορούσαν, εν προκειμένω, να δικαιολογήσουν μείωση των προστίμων αυτών.

110

Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρηματολογία των διαδίκων

111

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά τις σκέψεις 180 έως 184 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία, λόγω της συμμετοχής των αναιρεσειουσών στον ευρωπαϊκό μηχανισμό της σύμπραξης, ορθώς η Επιτροπή αύξησε κατά 2 % τον συντελεστή σοβαρότητας τον οποίον εφάρμοσε για τον υπολογισμό των επιβληθέντων σε αυτές προστίμων πάσχει από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και από έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τον βαθμό στον οποίο ο ευρωπαϊκός μηχανισμός θα μπορούσε να προκαλέσει επιπλέον βλάβη στον ανταγωνισμό εντός του ΕΟΧ. Κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να περιοριστεί στην εκτίμηση ότι ο ευρωπαϊκός μηχανισμός ενίσχυσε αναμφίβολα το πλήγμα στον ανταγωνισμό, ιδίως μάλιστα από τη στιγμή που συνολικά ο μηχανισμός A/R της σύμπραξης εφαρμοζόταν πλήρως. Εξάλλου, η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκαν ότι οι αναιρεσείουσες είχαν προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ότι δεν επηρεάζονταν όλες οι ευρωπαϊκές πωλήσεις προς τους Ευρωπαίους πελάτες.

112

Κατά την Επιτροπή, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

113

Επισημαίνεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως έκρινε ότι αυτές απέδειξαν ότι η επίμαχη παράβαση δεν είχε αντίκτυπο στο σύνολο των ευρωπαϊκών πωλήσεων. Απεναντίας, στη σκέψη 181 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο ευρωπαϊκός μηχανισμός της σύμπραξης είχε προβλέψει μία επιπλέον δέσμευση κατανομής έργων, πέραν των κανόνων ανάθεσης που ήδη υφίσταντο στο πλαίσιο του μηχανισμού A/R της σύμπραξης.

114

Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 182 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι αναμφίβολα η κατανομή των έργων υπόγειων και υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού της σύμπραξης ενίσχυσε το πλήγμα στον ανταγωνισμό που προκάλεσε εντός του ΕΟΧ ο μηχανισμός A/R της εν λόγω σύμπραξης ουδόλως πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας.

115

Διαπιστώνεται επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η κατανομή των έργων μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων συνιστούσε επιπλέον προσβολή του ανταγωνισμού σε σχέση με εκείνη που προέκυπτε από τον μηχανισμό A/R της σύμπραξης. Ειδικότερα, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 126 των προτάσεών της, η στενή σύνδεση που υφίστατο μεταξύ των δύο μηχανισμών δεν αναιρούσε το γεγονός ότι ο ευρωπαϊκός μηχανισμός της σύμπραξης αποτελούσε ως εκ της φύσεώς του ιδιαίτερη συμφωνία κατανομής έργων μη εμπεριεχόμενη στον μηχανισμό A/R της σύμπραξης. Επομένως, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η επιπλέον αυτή προσβολή του ανταγωνισμού μπορούσε θεμιτώς να τιμωρηθεί με αυξημένο πρόστιμο δεν πάσχει από πλάνη εκτιμήσεως.

116

Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

117

Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

118

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

119

Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα και αυτές ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

 

2)

Καταδικάζει τις Nexans France SAS και Nexans SA στα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.

Top