Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62017CC0680

Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston της 28ης Μαρτίου 2019.
Sumanan Vethanayagam κ.λπ. κατά Minister van Buitenlandse Zaken.
Αίτηση του Rechtbank Den Haag, zittingsplaats Utrecht για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Κοινοτικός κώδικας θεωρήσεων – Κανονισμός (ΕΚ) 810/2009 – Άρθρο 5 – Κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την εξέταση αίτησης θεώρησης και τη λήψη σχετικής απόφασης – Άρθρο 8 – Συμφωνία εκπροσώπησης – Άρθρο 32, παράγραφος 3 – Προσφυγή κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση θεώρησης – Κράτος μέλος που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της προσφυγής σε περίπτωση συμφωνίας εκπροσώπησης – Κάτοχοι του δικαιώματος άσκησης προσφυγής.
Υπόθεση C-680/17.

Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2019:278

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 28ης Μαρτίου 2019 ( 1 )

Υπόθεση C-680/17

Sumanan Vethanayagam

Sobitha Sumanan

Kamalaranee Vethanayagam

κατά

Minister van Buitenlandse Zaken

[αίτηση του Rechtbank Den Haag, zittingsplaats Utrecht
(περιφερειακού δικαστηρίου Χάγης,
με τόπο συνεδριάσεως την Ουτρέχτη, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Κώδικας θεωρήσεων – Άρθρο 32 – Άρνηση χορηγήσεως θεωρήσεως Σένγκεν – Δικαίωμα προσφυγής – Ενεργητική νομιμοποίηση – Άρθρο 8 – Συμφωνίες εκπροσωπήσεως – Αρμόδια αρχή – Κράτος μέλος το οποίο έχει λάβει την τελική απόφαση για την άρνηση χορηγήσεως θεωρήσεως»

1. 

Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως από το Rechtbank Den Haag, zittingsplaats Utrecht (περιφερειακό δικαστήριο Χάγης, με τόπο συνεδριάσεως την Ουτρέχτη, Κάτω Χώρες) (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποσαφηνίσει το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς σε σχέση με τη χορήγηση και την απόρριψη των αιτήσεων θεωρήσεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 810/2009 για τη θέσπιση κοινοτικού κώδικα θεωρήσεων (στο εξής: κώδικας θεωρήσεων) ( 2 ). Πρωτίστως, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά δύο πτυχές αυτού του καθεστώτος. Η πρώτη είναι οι προξενικές συμφωνίες εκπροσωπήσεως μεταξύ κρατών μελών για τους σκοπούς χορηγήσεως και αρνήσεως χορηγήσεως θεωρήσεων σε τρίτες χώρες στις οποίες το ίδιο το αρμόδιο κράτος μέλος δεν έχει προξενική παρουσία και η έκταση αυτής της εκπροσωπήσεως. Η δεύτερη αφορά τις προσφυγές κατ’ αποφάσεων με τις οποίες απορρίπτονται οι θεωρήσεις και, πιο συγκεκριμένα, (i) τον καθορισμό του κράτους που λαμβάνει την τελική απόφαση στην περίπτωση υπάρξεως συμφωνίας εκπροσωπήσεως και είναι, ως εκ τούτου, αρμόδιο για την προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής και (ii) αν το πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει την ευθύνη για τον αιτούντα (πρόσωπο αναφοράς) νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει προσφυγή ιδίω ονόματι κατ’ αποφάσεως που απορρίπτει τη θεώρηση.

Το νομικό πλαίσιο

Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

2.

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου ( 3 ). Το τρίτο εδάφιο του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι, σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, παρέχεται δικαστική αρωγή, εφόσον αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

3.

Κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης. Τυγχάνουν εφαρμογής στα κράτη μέλη μόνον όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.

Ο κώδικας θεωρήσεων

4.

Ο κώδικας θεωρήσεων θεσπίσθηκε με νομική βάση το άρθρο 62, παράγραφος 2, ΣΕΚ (νυν άρθρο 77 ΣΛΕΕ) ( 4 ) και σκοπεί, μέσω της θεσπίσεως ενός κοινού σώματος νομοθεσίας, στην προώθηση της «περαιτέρω ανάπτυξης της κοινής πολιτικής θεωρήσεων ως μέρους ενός πολυεπίπεδου συστήματος με στόχο τη διευκόλυνση των νόμιμων ταξιδιών και την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης μέσω της περαιτέρω εναρμόνισης των εθνικών νομοθεσιών και των πρακτικών διεκπεραίωσης των τοπικών προξενικών αποστολών» ( 5 ).

5.

Η αιτιολογική σκέψη 4 ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν παρουσία ή να εκπροσωπούνται για θέματα θεωρήσεων σε όλες τις τρίτες χώρες οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται σε υποχρέωση θεώρησης. Τα κράτη μέλη τα οποία δεν διαθέτουν προξενείο σε δεδομένη τρίτη χώρα ή τμήμα της θα πρέπει να ρυθμίσουν την εκπροσώπησή τους ούτως ώστε να μην απαιτείται δυσανάλογη προσπάθεια εκ μέρους των αιτούντων θεώρηση για να πάνε στο προξενείο».

6.

Η αιτιολογική σκέψη 13 απαριθμεί τις διάφορες μορφές συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών οι οποίες θα πρέπει να προβλέπονται όπως, μεταξύ άλλων, η περιορισμένη εκπροσώπηση, η συστέγαση, τα κοινά κέντρα αιτήσεων, η χρησιμοποίηση επίτιμων προξένων και η συνεργασία με εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέγουν τη μορφή οργανωτικής δομής που θα χρησιμοποιούν σε κάθε τρίτη χώρα.

7.

Κατά την αιτιολογική σκέψη 18, «[ε]πειδή οι κατά τόπον συνθήκες διαφέρουν, η επιχειρησιακή εφαρμογή των ειδικών νομοθετικών διατάξεων θα πρέπει να αξιολογείται μεταξύ των διπλωματικών και προξενικών αρχών των κρατών μελών σε κάθε τόπο για να εξασφαλισθεί μια ενιαία εφαρμογή τους προς αποφυγή της άγρας θεωρήσεων και της διαφορετικής μεταχείρισης των αιτούντων θεώρηση».

8.

Η αιτιολογική σκέψη 22 ορίζει ότι, για την εξασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του κώδικα θεωρήσεων σε επιχειρησιακό επίπεδο, πρέπει να συνταχθούν οδηγίες για την πρακτική και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν τα κράτη μέλη κατά τη διεκπεραίωση των αιτήσεων θεώρησης.

9.

Η αιτιολογική σκέψη 34 αναφέρεται στη θέση της Ελβετίας. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη χώρα, ο κώδικας θεωρήσεων αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν ( 6 ).

10.

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του κώδικα θεωρήσεων υπό την έννοια ότι ο κώδικας αυτός «θεσπίζει τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις έκδοσης θεωρήσεων για διέλευση από ή με πρόθεση παραμονής στην επικράτεια των κρατών μελών, που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών». Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο τρίτης χώρας που υπέχει υποχρέωση θεωρήσεως για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 539/2001 ( 7 ).

11.

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, προβλέπει ότι «[ο]ι αιτήσεις εξετάζονται από τα προξενεία, τα οποία και αποφασίζουν επ’ αυτών».

12.

Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ορίζει ότι το κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την εξέταση αιτήσεως ομοιόμορφης θεωρήσεως και τη λήψη σχετικής αποφάσεως είναι, μεταξύ άλλων, «το κράτος μέλος η επικράτεια του οποίου αποτελεί τον μοναδικό προορισμό της επίσκεψης ή των επισκέψεων». Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, τα κράτη μέλη συνεργάζονται ώστε να προλαμβάνουν καταστάσεις κατά τις οποίες δεν μπορεί να εξετασθεί μια αίτηση και να ληφθεί η σχετική απόφαση επειδή το κράτος μέλος που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τον κώδικα θεωρήσεων δεν διαθέτει παρουσία ούτε εκπροσωπείται στην τρίτη χώρα όπου ο αιτών πρέπει να υποβάλει αίτηση θεωρήσεως.

13.

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, προβλέπει ότι «[η] αίτηση εξετάζεται από το προξενείο του αρμόδιου κράτους μέλους εντός της δικαιοδοσίας του οποίου διαμένει νομίμως ο αιτών, το οποίο και αποφασίζει επ’ αυτής».

14.

Κατά το άρθρο 8:

«1.   Ένα κράτος μέλος μπορεί να συμφωνήσει να εκπροσωπήσει άλλο κράτος μέλος το οποίο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 5, για την εξέταση αιτήσεων και την έκδοση θεωρήσεων εξ ονόματος του εν λόγω κράτους μέλους. Ένα κράτος μέλος δύναται επίσης να εκπροσωπήσει άλλο κράτος μέλος κατά περιορισμένο τρόπο μόνο για τη συγκέντρωση των αιτήσεων και την καταχώριση των βιομετρικών στοιχείων.

2.   Το προξενείο του εκπροσωπούντος κράτους μέλους, όταν προτίθεται να απορρίψει θεώρηση, παραπέμπει την αίτηση στις αρμόδιες αρχές του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους, οι οποίες και λαμβάνουν την τελική απόφαση σχετικά με την αίτηση εντός [συγκεκριμένων προθεσμιών].

[…]

4.   Καταρτίζεται διμερής συμφωνία μεταξύ του εκπροσωπούντος και του εκπροσωπουμένου κράτους μέλους, η οποία περιέχει τα εξής στοιχεία:

α)

η διμερής συμφωνία διευκρινίζει τη διάρκεια, έστω και προσωρινή, και τις διαδικασίες για τη λήξη αυτής της εκπροσώπησης·

β)

η διμερής συμφωνία μπορεί, ιδίως όταν το εκπροσωπούμενο κράτος μέλος διαθέτει προξενείο στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, να προβλέπει την παροχή εγκαταστάσεων, προσωπικού και πληρωμών από το εκπροσωπούμενο κράτος μέλος·

γ)

η διμερής συμφωνία μπορεί να ορίζει ότι οι αιτήσεις που υποβάλλονται από ορισμένες κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών πρέπει να διαβιβάζονται από το εκπροσωπούν κράτος μέλος στις κεντρικές αρχές του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους για προηγούμενη διαβούλευση, […]·

δ)

κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, η διμερής συμφωνία μπορεί να επιτρέπει στο προξενείο του εκπροσωπούντος κράτους μέλους να αρνείται τη χορήγηση θεώρησης μετά την εξέταση της αίτησης.

5.   Τα κράτη μέλη που δεν έχουν δικό τους προξενείο σε τρίτη χώρα προσπαθούν να συνάπτουν συμφωνίες εκπροσώπησης με κράτη μέλη που έχουν προξενεία σε αυτή τη χώρα.

6.   Για να διασφαλισθεί ότι οι κακές υποδομές μεταφορών ή οι μεγάλες αποστάσεις σε συγκεκριμένη περιφέρεια ή γεωγραφική περιοχή δεν επιβάλλουν στους αιτούντες δυσανάλογη προσπάθεια προκειμένου να μεταβούν σε προξενείο, τα κράτη μέλη που δεν έχουν δικό τους προξενείο σε αυτή την περιφέρεια ή περιοχή προσπαθούν να συνάπτουν συμφωνίες εκπροσώπησης με κράτη μέλη που έχουν προξενεία σε αυτή την περιφέρεια ή περιοχή.

[…]

9.   Εάν το προξενείο του εκπροσωπούντος κράτους μέλους αποφασίσει τη συνεργασία με εγκεκριμένους εμπορικούς διαμεσολαβητές, […], ή με εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών, […], στη συνεργασία περιλαμβάνονται οι αιτήσεις που καλύπτονται από συμφωνίες εκπροσώπησης. Οι κεντρικές αρχές του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους ενημερώνονται εκ των προτέρων για τις λεπτομέρειες της συνεργασίας αυτής.»

15.

Οι αιτήσεις θεωρήσεως διέπονται από το κεφάλαιο II του τίτλου III. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του εν λόγω κεφαλαίου προβλέπει ότι οι αιτούντες υποβάλλουν έντυπο αιτήσεως όπως ορίζεται στο παράρτημα I. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, το έντυπο πρέπει να είναι διαθέσιμο στις επίσημες γλώσσες α) του κράτους μέλους για το οποίο απαιτείται η θεώρηση, β) της χώρας υποδοχής, γ) της χώρας υποδοχής και του κράτους μέλους για το οποίο απαιτείται η θεώρηση ή δ) του εκπροσωπούντος κράτους μέλους, σε περίπτωση εκπροσωπήσεως. Το άρθρο 11, παράγραφος 4, προβλέπει ότι, «[ε]άν το έντυπο δεν είναι διαθέσιμο στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες της χώρας υποδοχής, διατίθεται στους αιτούντες η αντίστοιχη μετάφραση.»

16.

Το κεφάλαιο IV του τίτλου III επιγράφεται «Χορήγηση της θεώρησης». Το άρθρο 32 του εν λόγω κεφαλαίου («Απόρριψη θεώρησης») προβλέπει τα εξής:

«1.   […], η αίτηση θεώρησης απορρίπτεται:

α)

εάν ο αιτών:

[…]

iii)

δεν αποδεικνύει ότι διαθέτει επαρκή μέσα διαβίωσης για τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής και για την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής ή κατοικίας ή για τη διέλευση από τρίτη χώρα στην οποία η είσοδός του είναι εξασφαλισμένη ή δεν μπορεί να εξασφαλίσει νομίμως τα μέσα αυτά·

[…]

2.   Η απόφαση περί απορρίψεως και οι λόγοι στους οποίους βασίζεται κοινοποιούνται στον αιτούντα με το τυποποιημένο υπόδειγμα που προβλέπεται στο παράρτημα VΙ.

3.   Οι αιτούντες των οποίων η θεώρηση απορρίφθηκε έχουν δικαίωμα προσφυγής. Η προσφυγή ασκείται κατά του κράτους μέλους που έχει λάβει την τελική απόφαση επί της αιτήσεως και σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους αιτούντες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσουν σε περίπτωση προσφυγής, όπως διευκρινίζεται στο παράρτημα VΙ.»

Η Συμφωνία ΕΕ-Ελβετίας για τη σύνδεση στο Σένγκεν

17.

Σκοπός της συμφωνίας είναι να διοργανωθεί η συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετίας όσον αφορά τη θέση σε ισχύ, την πρακτική εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν ( 8 ). Επομένως, κατά το άρθρο 2, παράγραφοι, 1, 2 και 3, οι διατάξεις που απαριθμούνται στα παραρτήματα Α και Β της συμφωνίας καθώς και οι πράξεις και τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την τροποποίηση ή συμπλήρωση των διατάξεων αυτών τίθενται σε ισχύ και εφαρμόζονται από την Ελβετία.

18.

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, προβλέπει ότι η μεικτή επιτροπή ( 9 ) εξετάζει συνεχώς την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου αλλά και των ελβετικών δικαστηρίων που είναι αρμόδια για τις διατάξεις αυτές και ότι προς τον σκοπό αυτόν θα καθορισθεί μηχανισμός τακτικής εκατέρωθεν γνωστοποιήσεως της νομολογίας αυτής.

19.

Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, η Ελβετία δύναται να υποβάλλει υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο για υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων έχει υποβληθεί, από δικαστήριο κράτους μέλους, αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ σχετικά με την ερμηνεία διατάξεως που αναφέρεται στο άρθρο 2.

20.

Το άρθρο 9 προβλέπει ότι η Ελβετία υποχρεούται να υποβάλλει ετησίως στη μεικτή επιτροπή έκθεση με αντικείμενο τον τρόπο με τον οποίον οι διοικητικές και δικαστικές αρχές της εφήρμοσαν και ερμήνευσαν τις σχετικές διατάξεις της συμφωνίας, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο. Εάν η μεικτή επιτροπή, εντός δύο μηνών αφότου επιληφθεί σημαντικής διαφοράς μεταξύ της νομολογίας του Δικαστηρίου και των ελβετικών δικαστηρίων ή σημαντικής διαφοράς περί την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων μεταξύ των αρχών των σχετικών κρατών μελών και της Ελβετίας, δεν κατορθώσει να εξασφαλίσει ενιαία εφαρμογή και ερμηνεία, κινείται η διαδικασία επιλύσεως διαφορών που προβλέπεται από το άρθρο 10. Εφόσον αυτή η διαδικασία αποβεί άκαρπη, η Συμφωνία ΕΕ-Ελβετίας για τη σύνδεση στο Σένγκεν θα λυθεί.

Η Συμφωνία εκπροσωπήσεως μεταξύ των Κάτω Χωρών και της Ελβετίας

21.

Η εφαρμοστέα κατά τον κρίσιμο χρόνο Συμφωνία εκπροσωπήσεως μεταξύ των Κάτω Χωρών και της Ελβετίας (στο εξής: Συμφωνία εκπροσωπήσεως) τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2014. Ορίζει ότι η Ελβετία εκπροσωπεί τις Κάτω Χώρες όσον αφορά όλα τα είδη θεωρήσεων Σένγκεν, μεταξύ άλλων, στη Σρι Λάνκα.

22.

Κατά με τα σημείο 2 της συμφωνίας αυτής, στην «εκπροσώπηση» περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η «άρνηση χορηγήσεως της θεωρήσεως, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων και η εξέταση προσφυγών, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του εκπροσωπούντος μέρους (άρθρο 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων) […]».

Η εθνική νομοθεσία

23.

Η διάταξη περί παραπομπής περιέχει ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Επισημαίνω απλώς ότι το άρθρο 1:2, παράγραφος 1, του Algemene wet bestuursrecht (γενικού νόμου περί διοικητικού δικαίου) ορίζει ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, μπορούν να υποβάλουν ένσταση ή να καταθέσουν προσφυγή κατά αποφάσεως. Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, τούτο σημαίνει ότι, όσον αφορά τις αιτήσεις θεωρήσεως, το πρόσωπο αναφοράς αποτελεί ενδιαφερόμενο μέρος και πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσβάλλει ιδίω ονόματι την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση θεωρήσεως.

Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα

24.

Ο Sumanan Vethanayagam και η Sobitha Sumanan (στο εξής: S. και S. Vethanayagam) είναι ένα παντρεμένο ζευγάρι. Είναι υπήκοοι Σρι Λάνκα και διαμένουν εκεί.

25.

Ο S. και η S. Vethanayagam κατέθεσαν αίτηση για τη χορήγηση θεωρήσεων Σένγκεν προκειμένου να επισκεφθούν την αδερφή του πρώτου/κουνιάδα της δεύτερης, Kamalaranee Vethanayagam (στο εξής: πρόσωπο αναφοράς), Ολλανδή υπήκοο, και τον υιό της, στις Κάτω Χώρες. Δεδομένου ότι οι Κάτω Χώρες δεν διατηρούν προξενικές υπηρεσίες στη Σρι Λάνκα, οι αιτήσεις τους υποβλήθηκαν –βάσει των διατάξεων περί εκπροσωπήσεως που περιλαμβάνονται στη συμφωνία εκπροσωπήσεως μεταξύ Ελβετίας και Κάτω Χωρών– μέσω της VFS Global στην Τζάφνα (έναν εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών), η οποία εξετάζει τις αιτήσεις θεωρήσεων στο βόρειο τμήμα της Σρι Λάνκα για λογαριασμό της Ελβετίας.

26.

Στις 19 Αυγούστου 2016, οι αιτήσεις του S. και της S. Vethanayagams απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι ούτε απέδειξαν ότι διαθέτουν επαρκή μέσα διαβιώσεως για την προβλεπόμενη διαμονή τους στις Κάτω Χώρες ούτε εγγυήθηκαν την επιστροφή τους στη Σρι Λάνκα κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, σημείο iii, του κώδικα θεωρήσεων (στο εξής: απορριπτική απόφαση). Ο S. και η S. Vethanayagam ενημερώθηκαν ότι μπορούσαν να υποβάλουν ένσταση κατά της απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον των αρμόδιων ελβετικών αρχών.

27.

Στις 2 Δεκεμβρίου 2016, οι ελβετικές αρχές απέρριψαν την ένσταση του S. και της S. Vethanayagam και του προσώπου αναφοράς (στο εξής: προσφεύγοντες) κατά της απορριπτικής αποφάσεως. Στις 6 Ιανουαρίου 2017, οι προσφεύγοντες ζήτησαν τον δικαστικό έλεγχο αυτής της αποφάσεως από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο (St. Gallen, Ελβετία). Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν να ασκήσουν προσφυγή χωρίς να υποβληθούν σε δικαστικά έξοδα.

28.

Παράλληλα, οι προσφεύγοντες κίνησαν διαδικασία στις Κάτω Χώρες με σκοπό την προσβολή της απορριπτικής αποφάσεως. Με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2016, οι ολλανδικές αρχές απέρριψαν το αίτημά τους προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι ήταν αναρμόδιες επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου με σκοπό τον δικαστικό έλεγχο της αποφάσεως αυτής.

29.

Επιπλέον, ο S. και η S. Vethanayagam και το πρόσωπο αναφοράς τους υπέβαλαν αιτήσεις για χορήγηση θεωρήσεων βραχείας διαμονής στη Visadienst (υπηρεσία θεωρήσεων) στις Κάτω Χώρες. Με απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2016, ο Minister van Buitenlandse Zaken (Υπουργός Εξωτερικών) αρνήθηκε να εξετάσει τις αιτήσεις αυτές και με απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2016 έκρινε ως απαράδεκτες τις ενστάσεις των προσφευγόντων κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως.

30.

Οι προσφεύγοντες επιδίωξαν επίσης τη δικαστική επανεξέταση αυτής της αποφάσεως. Υποστήριξαν ότι οι Κάτω Χώρες, ως το κράτος μέλος του κύριου προορισμού τους, έπρεπε να εξετάσουν τις αιτήσεις θεωρήσεώς τους και τις ενστάσεις που κατέθεσαν κατά των αποφάσεων με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αιτήσεις θεωρήσεως. Η Ελβετία ενήργησε απλώς ως εκπρόσωπος των Κάτω Χωρών. Η πλήρης μεταβίβαση της αρμοδιότητας και της ευθύνης των διαδικασιών θεωρήσεως στην Ελβετία, υπό την ιδιότητα του εκπροσωπούντος κράτους, αντιβαίνει στο άρθρο 47 του Χάρτη.

31.

Ο Minister van Buitenlandse Zaken (Υπουργός Εξωτερικών) αντιτάσσει ότι η αρμοδιότητα παραλαβής αιτήσεων θεωρήσεων και εκδόσεως αποφάσεως επ’ αυτών μεταβιβάστηκε στην Ελβετία δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων, η προσφυγή κατ’ αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση θεωρήσεως πρέπει να ασκηθεί στην Ελβετία.

32.

Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του κώδικα θεωρήσεων όσον αφορά (i) τη θέση του προσώπου αναφοράς σε προσφυγή κατ’ αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση θεωρήσεως, (ii) την έννοια της κατ’ άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων εκπροσωπήσεως και (iii) τη συμβατότητα του συστήματος αυτού με το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη. Ως εκ τούτου, υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.

Εμποδίζει το άρθρο 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων όπως ένα πρόσωπο αναφοράς, ως ενδιαφερόμενο μέρος στο πλαίσιο της αιτήσεως θεωρήσεως των προσφευγόντων, έχει ιδίω ονόματι τη δυνατότητα να υποβάλει ένσταση ή να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως αρνήσεως χορηγήσεως της θεωρήσεως αυτής;

2.

Πρέπει η εκπροσώπηση, όπως αυτή ρυθμίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κώδικα θεωρήσεων, να νοηθεί υπό την έννοια ότι η ευθύνη εξακολουθεί να βαρύνει (επίσης) το εκπροσωπούμενο κράτος ή υπό την έννοια ότι η ευθύνη μεταβιβάστηκε πλήρως στο εκπροσωπούν κράτος, οπότε το εκπροσωπούμενο κράτος δεν είναι πλέον αρμόδιο;

3.

Σε περίπτωση που το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων επιτρέπει αμφότερα τα είδη εκπροσωπήσεως που αναφέρει το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ποιο κράτος μέλος πρέπει τότε να θεωρηθεί ως το κράτος μέλος που έλαβε την τελική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων;

4.

Συνάδει η ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 4, και του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων κατά την οποία οι αιτούντες θεώρηση δύνανται να ασκήσουν προσφυγή κατά της αποφάσεως απορρίψεως των αιτήσεών τους μόνον ενώπιον διοικητικής ή δικαστικής αρχής του εκπροσωπούντος κράτους μέλους, και όχι στο εκπροσωπούμενο κράτος μέλος για το οποίο ζητήθηκε η θεώρηση, με το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη; Ασκεί επιρροή για την απάντηση στο ερώτημα αυτό το ότι το παρεχόμενο βοήθημα εγγυάται ότι ο αιτών έχει δικαίωμα ακροάσεως, ότι αυτός έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή σε μια από τις γλώσσες ενός εκ των κρατών μελών, ότι το ύψος των διοικητικών και των δικαστικών τελών στο πλαίσιο των διαδικασιών ενστάσεως και προσφυγής δεν είναι δυσανάλογο κατά το μέρος που τον αφορά και ότι υφίσταται δυνατότητα λήψεως του ευεργετήματος της πενίας; Λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου εκτιμήσεως που το κράτος έχει σε υποθέσεις θεωρήσεων, ασκεί επιρροή για την απάντηση στο ερώτημα αυτό αν ο Ελβετός δικαστής έχει επαρκή γνώση της ολλανδικής καταστάσεως ώστε να μπορέσει να παράσχει αποτελεσματική δικαστική προστασία;»

33.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο S. και η S. Vethanayagam και το πρόσωπο αναφοράς τους από κοινού, η Τσεχική, η Δανική, η Εσθονική, η Γαλλική, η Ιταλική, η Ολλανδική, η Πολωνική και η Ελβετική Κυβέρνηση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 6 Δεκεμβρίου 2018, ο S. και η S. Vethanayagam και το πρόσωπο αναφοράς τους, η Τσεχική, η Δανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Επιτροπή, το Συμβούλιο καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.

Ανάλυση

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

34.

Ο χώρος Σένγκεν βασίζεται στη Συμφωνία του Σένγκεν του 1985 ( 10 ), με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να καταργήσουν όλα τα εσωτερικά σύνορα και να καθιερώσουν ενιαία εξωτερικά σύνορα.

35.

Ο κώδικας θεωρήσεων αναπτύσσει το κεκτημένο Σένγκεν όσον αφορά υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι επιθυμούν να λάβουν θεώρηση βραχείας παραμονής για τον χώρο Σένγκεν ( 11 ). Αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του σκοπού της σταδιακής υλοποιήσεως ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 67 ΣΛΕΕ ( 12 ). Θεσπίζει ένα ομοιόμορφο καθεστώς, βάσει του οποίου οι θεωρήσεις για παραμονή τριών μηνών κατ’ ανώτατο όριο χορηγούνται από τα κράτη μέλη. Το 2017, κατατέθηκαν στις προξενικές αρχές των κρατών μελών περίπου 14,6 εκατομμύρια τέτοιες αιτήσεις ( 13 ). Ως εκ τούτου, η σημασία του νομικού αυτού καθεστώτος είναι προφανής.

36.

Ο κώδικας θεωρήσεων αντικατέστησε αρκετούς προηγούμενους κανόνες οι οποίοι ρύθμιζαν τη χορήγηση θεωρήσεων από τα κράτη μέλη και περιλαμβάνονταν σε διάφορα νομοθετήματα διαφορετικού νομικού χαρακτήρα ( 14 ). Συνεπώς, έχει ως σκοπό να θέσει ένα τέλος στους διάσπαρτους κανόνες που υπήρχαν προηγουμένως προς αποφυγή της άγρας θεωρήσεων και της διαφορετικής μεταχειρίσεως των αιτούντων θεώρηση ( 15 ). Τα μετέχοντα στον χώρο Σένγκεν κράτη μέλη έχουν αποδεχτεί να εναρμονίσουν τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες εκδόσεως θεωρήσεων εισόδου για κάθε προβλεπόμενη διαμονή στο έδαφός τους ( 16 ). Πράγματι, για να χαρακτηρισθεί ένα μέτρο ως εμπίπτον στο κεκτημένο του Σένγκεν ή ως ανάπτυξη του κεκτημένου αυτού, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ανάγκη συνοχής και η ανάγκη διατηρήσεως της εν λόγω συνοχής κατά την πιθανή εξέλιξη του κεκτημένου αυτού ( 17 ).

37.

Πάντως, ο κώδικας θεωρήσεων δεν επιφέρει πλήρη εναρμόνιση ( 18 ). Η αιτιολογική σκέψη 3 αναφέρει ρητώς ότι, με τη θέσπιση ενός κοινού σώματος νομοθεσίας, ο κώδικας θεωρήσεων αποβλέπει στην προώθηση της «περαιτέρω ανάπτυξης της κοινής πολιτικής θεωρήσεων ως μέρους ενός πολυεπίπεδου συστήματος […] μέσω της περαιτέρω εναρμόνισης των εθνικών νομοθεσιών και των πρακτικών διεκπεραίωσης των τοπικών προξενικών αποστολών». Η εναρμονισμένη εφαρμογή του κώδικα θεωρήσεων παρουσιάζεται ως στόχος που πρέπει να επιτευχθεί και όχι ως πραγματική κατάσταση που απορρέει αποκλειστικά από το σύστημα το οποίο καθιερώνει ο εν λόγω κώδικας ( 19 ).

38.

Μολονότι δεν μνημονεύεται ρητώς, η αμοιβαία εμπιστοσύνη έχει αποφασιστική σημασία για την εφαρμογή του κώδικα θεωρήσεων. Το πρόγραμμα της Χάγης, στο οποίο στηρίζεται η θέσπιση του κώδικα θεωρήσεων ( 20 ), υπογραμμίζει την ανάγκη για πραγματική και ουσιαστική πρόοδο προς την ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και την προώθηση των κοινών πολιτικών ( 21 ). Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών έχει, στο δίκαιο της Ένωσης, θεμελιώδη σημασία, δεδομένου ότι καθιστά δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα ( 22 ). Τούτο ισχύει ιδίως στο πλαίσιο της συνεργασίας και της συμπράξεως μεταξύ των μετεχόντων στον χώρο Σένγκεν κρατών, τα οποία έχουν αποφασίσει να θεσπίσουν ένα σύστημα πραγματικής αλληλεγγύης ώστε τα αποτελέσματα αποφάσεως που λαμβάνεται από ένα κράτος μέλος να μην περιορίζονται αποκλειστικά στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους αλλά, αντιθέτως, να αφορούν τον χώρο Σένγκεν στο σύνολό του ( 23 ). Εντός αυτού του πλαισίου, τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει τη δυνατότητα να εκπροσωπούν το ένα το άλλο για τους σκοπούς χορηγήσεως ή αρνήσεως χορηγήσεως θεωρήσεων (άρθρο 8 του κώδικα θεωρήσεων) ( 24 ). Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν το υψηλό επίπεδο αμοιβαίας εμπιστοσύνης που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή του κώδικα θεωρήσεων.

Πρώτο προδικαστικό ερώτημα

39.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων απαγορεύει στα κράτη μέλη να παρέχουν στο πρόσωπο αναφοράς των αιτούντων θεώρηση δικαίωμα προσφυγής ιδίω ονόματι κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση θεωρήσεως.

40.

Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το ερώτημα αυτό δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, διότι αφορά την κατάσταση που ισχύει βάσει του ολλανδικού δικαίου, ενώ αρμόδια να εξετάσει την προσφυγή κατά της απορριπτικής αποφάσεως είναι η Ελβετία σύμφωνα με το ελβετικό δίκαιο.

41.

Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί καθόσον προδικάζει τις απαντήσεις που θα πρέπει να δοθούν στα λοιπά προδικαστικά ερωτήματα.

42.

Κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς να εκτιμήσει τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο ( 25 ). Εξάλλου, στην υπό κρίση υπόθεση, το πρόσωπο αναφοράς έχει όντως προσφύγει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ιδίω ονόματι.

43.

Στο πλαίσιο αυτό, θα στραφώ στο ζήτημα του ποιος δικαιούται να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η θεώρηση βάσει του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων.

44.

Η διάταξη αυτή ορίζει με σαφήνεια ότι «[ο]ι αιτούντες των οποίων η θεώρηση απορρίφθηκε» έχουν δικαίωμα προσφυγής ( 26 ). Κατά συνέπεια, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, στην περίπτωση οριστικής αρνήσεως της χορηγήσεως θεωρήσεως, η διάταξη αυτή παρέχει ρητώς στους αιτούντες θεώρηση τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους που έχει λάβει την απόφαση αυτή ( 27 ).

45.

Τούτου λεχθέντος, παρέχει ο κώδικας θεωρήσεων τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιτρέπουν στο πρόσωπο αναφοράς του αιτούντος θεώρηση να ασκήσει ιδίω ονόματι προσφυγή κατ’ αυτής της απορριπτικής αποφάσεως; Ή μήπως αποκλείει τέτοιο πρόσθετο δικαίωμα προσφυγής;

46.

Οι προσφεύγοντες, η Επιτροπή και η Τσεχική, η Εσθονική, η Ολλανδική καθώς και η Ελβετική Κυβέρνηση φρονούν ότι επιτρέπεται η πρόβλεψη τέτοιου πρόσθετου δικαιώματος δυνάμει του εθνικού δικαίου. Παραπέμπουν στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων, το οποίο ορίζει ότι η προσφυγή «ασκείται κατά του κράτους μέλους που έχει λάβει την τελική απόφαση επί της αιτήσεως και σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο».

47.

Η Δανική, η Ιταλική και η Πολωνική Κυβέρνηση τάσσονται υπέρ της αντίθετης απόψεως. Κατ’ αυτές, το άρθρο 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων περιορίζει το δικαίωμα προσφυγής στους αιτούντες. Το γεγονός ότι για έναν αιτούντα υπάρχει ένα πρόσωπο αναφοράς δεν είναι ικανό να μεταβάλει το πεδίο εφαρμογής των μέσων ένδικης προστασίας που προβλέπονται από τον κώδικα θεωρήσεων.

48.

Δεν συμφωνώ με την τελευταία αυτή επιχειρηματολογία.

49.

Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης ανέθεσε στα κράτη μέλη την ευθύνη να αποφασίσουν σχετικά με τη φύση και τις επιμέρους λεπτομέρειες των μέσων ένδικης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους οι αιτούντες θεώρηση. Ελλείψει κανόνων της Ένωσης οι οποίοι να διέπουν ορισμένο ζήτημα, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη εκάστου κράτους μέλους να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των υποκειμένων δικαίου, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, υπό τον όρο, ωστόσο, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευμενείς από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 28 ).

50.

Με βάση τα ανωτέρω, επισημαίνω ότι ο κώδικας θεωρήσεων δεν καθορίζει κατά ομοιόμορφο τρόπο τη θέση των προσώπων αναφοράς.

51.

Το έγγραφο το οποίο εμπλέκει το πρόσωπο αναφοράς στη διαδικασία χορηγήσεως θεωρήσεων (το έντυπο αναλήψεως ευθύνης) καταρτίζεται από το κάθε κράτος μέλος ( 29 ). Ο κώδικας θεωρήσεων δεν παραθέτει κάποιο υπόδειγμα εντύπου αναλήψεως ευθύνης στα παραρτήματα –ειδικότερα, αναγνωρίζει τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να αποφασίζουν αν πράγματι απαιτείται ή όχι έντυπο αναλήψεως ευθύνης (και όχι, για παράδειγμα, επιστολή αναλήψεως ευθύνης). Η μοναδική σχετική απαίτηση αφορά τη γλώσσα: το έντυπο αναλήψεως ευθύνης (εφόσον υπάρχει) πρέπει να συμπληρώνεται όχι μόνο στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του αρμοδίου κράτους μέλους αλλά και σε μία τουλάχιστον άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 14, παράγραφος 4, τελευταίο εδάφιο).

52.

Ο κώδικας θεωρήσεων σιωπά σχετικά με την κοινοποίηση των αποφάσεων χορηγήσεως, απορρίψεως, ανακλήσεως ή καταργήσεως της θεωρήσεως ( 30 ) στο πρόσωπο αναφοράς.

53.

Ο κώδικας θεωρήσεων δεν προσδιορίζει τις ιδιότητες που πρέπει να διαθέτει το πρόσωπο αναφοράς ούτε θέτει οποιεσδήποτε προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί. Από το εγχειρίδιο για τις θεωρήσεις (το οποίο, στο σημείο αυτό, υπενθυμίζω ότι δεν παράγει δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα αλλά σκιαγραφεί απλώς τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή ερμηνεύει τον κώδικα θεωρήσεων) προκύπτει ότι πρόσωπα αναφοράς μπορούν να είναι όχι μόνον φυσικά πρόσωπα αλλά και ιδιωτικές εταιρίες καθώς και οποιοδήποτε άλλο νομικό πρόσωπο.

54.

Εν ολίγοις, ο κώδικας θεωρήσεων δεν αναφέρει σχεδόν τίποτε σχετικά με τη νομική κατάσταση των προσώπων αναφοράς. Κατά συνέπεια, τα σχετικά ζητήματα εντάσσονται στο πλαίσιο της εθνικής δικονομικής αυτονομίας, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

55.

Κατά την άποψή μου, τούτο συμπεριλαμβάνει τη δυνατότητα των προσώπων αναφοράς να ασκούν στο όνομά τους προσφυγή κατά της αρνήσεως χορηγήσεως θεωρήσεως σύμφωνα με τις εθνικές δικονομικές διατάξεις, όπως προβλέπεται από το άρθρο 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων.

56.

Προσθέτω απλώς ότι οι εθνικοί αυτοί δικονομικοί κανόνες πρέπει να εξασφαλίζουν ότι το δικαίωμα προσφυγής του προσώπου αναφοράς (εφόσον υπάρχει) δεν θίγει το δικαίωμα του αιτούντος θεώρηση να προσφύγει κατά της απορριπτικής αποφάσεως, το οποίο απορρέει απευθείας από τον κώδικα θεωρήσεων. Πάντως, εάν ο αιτών έχει ήδη προσφύγει κατά της απορριπτικής αποφάσεως, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ με ποιον τρόπο μπορεί το πρόσωπο αναφοράς να ασκήσει δεύτερη προσφυγή κατά της ίδιας αποφάσεως.

57.

Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο, να διαπιστώσει αν και σε ποιον βαθμό το επίμαχο στο πλαίσιο της κύριας δίκης καθεστώς επανεξετάσεως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές ( 31 ).

58.

Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να χορηγούν στο πρόσωπο αναφοράς του αιτούντος θεώρηση το δικαίωμα να ασκεί ιδίω ονόματι προσφυγή κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση θεωρήσεως. Το δικαίωμα αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να θίγει το δικαίωμα προσφυγής του αιτούντος.

Δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα

59.

Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστούν από κοινού. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, διευκρινίσεις σχετικά με το ποιο κράτος μέλος πρέπει να θεωρείται ότι λαμβάνει την τελική απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων, όταν υπάρχει ισχύουσα συμφωνία εκπροσωπήσεως, η οποία εξουσιοδοτεί το εκπροσωπούν κράτος μέλος να απορρίψει αίτηση θεωρήσεως σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων.

60.

Ο κώδικας θεωρήσεων δεν παραθέτει τον ορισμό της φράσεως «κράτ[ο]ς μέλ[ο]ς που έχει λάβει την τελική απόφαση» για την άρνηση χορηγήσεως θεωρήσεως (και είναι, ως εκ τούτου, αρμόδιο για την προσφυγή κατά της αρνήσεως αυτής) στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως.

61.

Σύμφωνα με τις απαιτήσεις τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας, διάταξη του δικαίου της Ένωσης η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύεται σε όλη την Ένωση κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο, με βάση ιδίως το πλαίσιο της διατάξεως και τον σκοπό της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως ( 32 ).

62.

Ενώπιον του Δικαστηρίου διατυπώθηκαν δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Η Τσεχική, η Δανική, η Εσθονική, η Γαλλική, η Ολλανδική, η Πολωνική και η Ελβετική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι, στην περίπτωση συνάψεως διμερούς συμφωνίας εκπροσωπήσεως δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων, τα πάντα μεταβιβάζονται στο εκπροσωπούν κράτος: τόσο αυτή καθαυτή η εξουσία λήψεως αποφάσεων όσο και η εξέταση οποιασδήποτε επακόλουθης προσφυγής. Οι προσφεύγοντες και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η έκδοση της τελικής αποφάσεως πρέπει να αποδίδεται στο εκπροσωπούμενο κράτος μέλος, το οποίο, συνεπώς, είναι αρμόδιο να εξετάζει τις προσφυγές κατά των απορριπτικών αποφάσεων.

63.

Φρονώ ότι, στις περιπτώσεις που έχει συναφθεί συμφωνία εκπροσωπήσεως δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων, το εκπροσωπούμενο κράτος μέλος διατηρεί την εξουσία να αποφαίνεται επί προσφυγών κατά αποφάσεων που απορρίπτουν αιτήσεις θεωρήσεως.

64.

Σημείο αφετηρίας της αναλύσεως μου αποτελεί η έννοια του «αρμόδιου κράτους μέλους» για την εξέταση και την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως θεωρήσεως δυνάμει του κώδικα θεωρήσεων. Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 έως 3, του κώδικα θεωρήσεων προσδιορίζει το αρμόδιο κράτος μέλος για διάφορα είδη θεωρήσεων. Στην υπό κρίση υπόθεση, αρμόδιο κράτος μέλος είναι το κράτος που αποτελεί τον μοναδικό προορισμό της επισκέψεως, δηλαδή οι Κάτω Χώρες. Βάσει του γενικού κανόνα της προξενικής εδαφικής αρμοδιότητας που θεσπίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κώδικα θεωρήσεων, η αίτηση εξετάζεται από το προξενείο της τρίτης χώρας του κράτους μέλους εντός της δικαιοδοσίας του οποίου διαμένει νομίμως ο αιτών, το οποίο και αποφασίζει επ’ αυτής. Αυτού του κράτους μέλους οι δικαστικές αρχές είναι ακολούθως αρμόδιες να εξετάσουν τυχόν προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων. Αυτός είναι ο γενικός κανόνας αρμοδιότητας βάσει του κώδικα θεωρήσεων.

65.

Αποτελεί επίσης τον «φυσικό δικαστή», όπως θα τον περιέγραφα, για μια τέτοια προσφυγή. Αντιστοιχεί στον μοναδικό ή κύριο προορισμό των αιτούντων θεώρηση και στο κράτος μέλος με το οποίο έχουν δεσμό για τους σκοπούς της προβλεπόμενης βραχείας διαμονής τους στην επικράτεια των κρατών μελών (πράγμα το οποίο τους υπάγει στο πεδίο εφαρμογής του κώδικα θεωρήσεων).

66.

Εντός αυτού του γενικού πλαισίου, το άρθρο 8 του κώδικα θεωρήσεων προβλέπει τη δυνατότητα συνάψεως συμφωνιών εκπροσωπήσεως μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι αιτούντες θεώρηση μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους τοπικώς ( 33 ), και όχι να υποχρεούνται να ταξιδεύουν στο πλησιέστερο προξενείο που διεκπεραιώνει τις αιτήσεις θεωρήσεων του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου επιθυμούν να εισέλθουν (ταξίδι το οποίο συνεπάγεται ενίοτε τη διάνυση μεγάλων αποστάσεων –ενδεχομένως, πράγματι, προς άλλη χώρα).

67.

Ποια είναι όμως η έκταση αυτής της εκπροσωπήσεως;

68.

Όταν το άρθρο 8 περιγράφει το πεδίο εφαρμογής και τα πιθανά είδη αυτών των συμφωνιών εκπροσωπήσεως, διευκρινίζει (στην παράγραφο 1) ότι «[έ]να κράτος μέλος μπορεί να συμφωνήσει να εκπροσωπήσει άλλο κράτος μέλος το οποίο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 5, για την εξέταση αιτήσεων και την έκδοση θεωρήσεων εξ ονόματος του εν λόγω κράτους μέλους» (η υπογράμμιση δική μου) ( 34 ). Επικουρικώς, η εκπροσώπηση μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στη «συγκέντρωση των αιτήσεων και την καταχώριση των βιομετρικών στοιχείων». Σε αυτή την περίπτωση, κατά μείζονα λόγο, το εκπροσωπούμενο κράτος μέλος διατηρεί όλες εξουσίες λήψεως αποφάσεων.

69.

Περαιτέρω, το άρθρο 8, παράγραφος 2, προβλέπει ως πρότυπο μια μορφή εκπροσωπήσεως κατά την οποία, όταν το προξενείο του εκπροσωπούντος κράτους μέλους προτίθεται να απορρίψει την αίτηση θεωρήσεως, υποχρεούται να παραπέμψει την αίτηση θεωρήσεως στις αρμόδιες αρχές του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους, οι οποίες και λαμβάνουν την τελική απόφαση σχετικά με την αίτηση. Είναι σαφές ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε αρχικώς το κατ’ άρθρο 8, παράγραφος 2, είδος εκπροσωπήσεως να αποτελεί τον κανόνα. Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, προβλέπει ένα είδος εκπροσωπήσεως κατά το οποίο «κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, [το εκπροσωπούμενο κράτος μέλος] μπορεί να επιτρέπει στο προξενείο του εκπροσωπούντος κράτους μέλους να αρνείται τη χορήγηση θεώρησης μετά την εξέταση της αίτησης» (η υπογράμμιση δική μου) ( 35 ). Ωστόσο, τούτο ουδόλως υποδηλώνει ότι, με τον τρόπο αυτόν, μεταβιβάζεται ή καταργείται η αρμοδιότητα (η οποία διαχωρίζεται από το ζήτημα του ποιο κράτος μέλος εξετάζει την αίτηση). Το κράτος μέλος που καθορίζεται ως αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 5 διατηρεί την αρμοδιότητά του για τους εκεί αναφερόμενους σκοπούς. Το εκπροσωπούν κράτος μέλος ενεργεί «εξ ονόματος» του αρμόδιου κράτους μέλους.

70.

Το τυποποιημένο έντυπο που χρησιμοποιείται για την κοινοποίηση (μεταξύ άλλων) της απορρίψεως της αιτήσεως θεωρήσεως (παράρτημα VI του κώδικα θεωρήσεων) απηχεί το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1. Ειδικότερα, ξεκινά με τη φράση «Η/Το ____________ Πρεσβεία/Γενικό Προξενείο/Προξενείο/[άλλη αρμόδια αρχή] στ _________________ [εξ ονόματος τ. (όνομα του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους)]» (η υπογράμμιση δική μου). Η εντός αγκυλών φράση συμπληρώνεται προφανώς όταν υπάρχει ισχύουσα συμφωνία εκπροσωπήσεως ( 36 ). Έχει προβλεφθεί προκειμένου να ενημερώνει τους αιτούντες ότι το εκπροσωπούν κράτος μέλος έλαβε την απορριπτική απόφαση ως αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος του αρμόδιου κράτους μέλους, το οποίο εκπροσωπείται.

71.

Ως εκ τούτου, από την ανάλυση του γράμματος και της οικονομίας του κώδικα θεωρήσεων συνάγεται ότι (i) το κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση και την απόρριψη της θεωρήσεως είναι, μεταξύ άλλων, εκείνο του οποίου η επικράτεια αποτελεί τον μοναδικό προορισμό της επισκέψεως (άρθρο 5)· (ii) το αρμόδιο κράτος μέλος μπορεί να εκπροσωπείται από άλλο κράτος μέλος για τους σκοπούς της συγκεντρώσεως των αιτήσεων (άρθρο 8, παράγραφος 1, στο τέλος), της χορηγήσεως θεωρήσεως (άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2), ή τόσο της χορηγήσεως όσο και της απορρίψεως θεωρήσεως (άρθρο 8, παράγραφος 1, και παράγραφος 4, στοιχείο δʹ)· (iii) οι κανόνες περί αρμοδιότητας που προβλέπονται από το άρθρο 5 του κώδικα θεωρήσεων αποτελούν τη βάση των συμφωνιών εκπροσωπήσεως και δεν μεταβάλλονται· (iv) όταν απορρίπτει τη χορήγηση θεωρήσεως, το εκπροσωπούν κράτος μέλος ενεργεί «εξ ονόματος» του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους (άρθρο 8, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 4).

72.

Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, θα στραφώ τώρα στο ζήτημα του τίνος κράτους μέλους οι δικαστικές αρχές είναι αρμόδιες για την εξέταση των προσφυγών που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων.

73.

Το άρθρο 32, παράγραφοι 1 και 2, αφορά, αντιστοίχως, τις περιστάσεις υπό τις οποίες απορρίπτεται η θεώρηση και την κοινοποίηση μιας τέτοιας απορριπτικής αποφάσεως στον αιτούντα με το τυποποιημένο υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα VI του κώδικα θεωρήσεων. Το άρθρο 32, παράγραφος 3, κατοχυρώνει το δικαίωμα προσφυγής του αιτούντος, σε περίπτωση απορρίψεως, «κατά του κράτους μέλους που έχει λάβει την τελική απόφαση επί της αιτήσεως».

74.

Υπό την επικεφαλίδα «Παρατηρήσεις» (η οποία βρίσκεται ακριβώς πριν από τις επίσημες σφραγίδες και την υπογραφή), το τυποποιημένο έντυπο στο παράρτημα VI του κώδικα θεωρήσεων αναφέρει τα ακόλουθα: «Ο (η) ενδιαφερόμενος (-η) μπορεί να προσφύγει κατά της απόφασης απόρριψης/κατάργησης/ανάκλησης θεώρησης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία».

75.

Όταν το αρμόδιο κράτος μέλος έχει το ίδιο παρουσία μέσω του προξενείου του στην τρίτη χώρα και εξετάζει το ίδιο την αίτηση θεωρήσεως, η διαδικασία είναι αρκούντως σαφής. Το αρμόδιο κράτος μέλος εξετάζει την αίτηση και αποφασίζει αν θα χορηγήσει ή θα αρνηθεί τη θεώρηση. Τούτο συμβαίνει στο όνομά του, στο πλαίσιο της ασκήσεως της αρμοδιότητάς του σύμφωνα με το άρθρο 5. Το όνομά του αναγράφεται στη θέση του αρμόδιου κράτους στο έντυπο απορρίψεως, χωρίς κανέναν πρόσθετο χαρακτηρισμό· η προβλεπόμενη δε από το άρθρο 32, παράγραφος 3, προσφυγή κατατίθεται ενώπιον των δικαστηρίων του σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.

76.

Προφανώς, όταν υπάρχει ισχύουσα συμφωνία εκπροσωπήσεως κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, η αίτηση, στην πραγματικότητα, διεκπεραιώνεται από το εκπροσωπούν κράτος μέλος, το οποίο λαμβάνει και την απόφαση απορρίψεως. Ωστόσο, το πράττει «εξ ονόματος» του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο να λάβει την απόφαση αυτήν σύμφωνα με τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 5.

77.

Το εκπροσωπούν κράτος μέλος ενεργεί κατ’ εξουσιοδότηση του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους: κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, η διμερής συμφωνία «μπορεί να επιτρέπει στο προξενείο του εκπροσωπούντος κράτους μέλους να αρνείται τη χορήγηση θεώρησης μετά την εξέταση της αίτησης» (η υπογράμμιση δική μου). Η απόφαση αυτή είναι πράγματι η «τελική απόφαση» που αναφέρεται στο άρθρο 32, παράγραφος 3. Όμως, το εκπροσωπούν κράτος μέλος ενεργεί απλώς «εξ ονόματος» του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους (άρθρο 8, παράγραφος 1). Η έκταση της εκπροσωπήσεως αυτής γνωστοποιείται με σαφήνεια στους αιτούντες με την απορριπτική απόφαση (παράρτημα VI του κώδικα θεωρήσεων). Συνεπώς, η έκδοση της τελικής αποφάσεως παραμένει εντός του πλαισίου αρμοδιοτήτων του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους και αποδίδεται σαφώς στο εκπροσωπούμενο κράτος μέλος με την απορριπτική απόφαση που κοινοποιείται στον αιτούντα θεώρηση. Ως εκ τούτου, το εκπροσωπούμενο κράτος μέλος παραμένει αρμόδιο για οποιαδήποτε προσφυγή κατά της απορριπτικής αποφάσεως.

78.

Υπέρ της προσεγγίσεως αυτής συνηγορεί επίσης ο σκοπός του κώδικα θεωρήσεων.

79.

Οι συμφωνίες εκπροσωπήσεως συνάπτονται ακριβώς προκειμένου να μην υποβάλλονται οι αιτούντες θεώρηση σε δυσανάλογες προσπάθειες, ταξίδια και δαπάνες για να μεταβούν στα προξενεία ( 37 ). Ο κώδικας θεωρήσεων, όπως συνάγεται με σαφήνεια από την αιτιολογική του σκέψη 29, σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη και την ΕΣΔΑ και πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τα δικαιώματα και τις αρχές αυτές ( 38 ). Τεκμαίρεται ότι η μεταχείριση των αιτούντων θεώρηση σε όλα τα κράτη που μετέχουν στο κεκτημένο του Σένγκεν είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του Χάρτη και της ΕΣΔΑ ( 39 ).

80.

Τούτο περιλαμβάνει την αποτελεσματική δικαστική προστασία ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης που απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και αποτυπώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη και τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ ( 40 ).

81.

Η αναγνώριση της δικαιοδοσίας του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους να εξετάζει τις προσφυγές επιτρέπει την πρόσβαση των αιτούντων θεώρηση στον, κατ’ εμέ, «φυσικό τους δικαστή» (βλ. σημείο 65 των παρουσών προτάσεων) και αποτυπώνει επίσης κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Η λύση αυτή δεν επιβάλλει στους αιτούντες θεώρηση την υποχρέωση να προσφεύγουν ενώπιον των δικαστικών αρχών ενός κράτους μέλους με το οποίο δεν διατηρούν κανέναν δεσμό και το οποίο δεν αποτελεί τον προορισμό τους. Ως εκ τούτου, δεν τους υποχρεώνει να καταβάλουν δυσανάλογες προσπάθειες προκειμένου να έχουν πρόσβαση στον δικαστικό έλεγχο.

82.

Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, η λύση αυτή έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι επιτρέπει στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το παρόν Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία του κώδικα θεωρήσεων. Η αντίθετη λύση θα είχε ως συνέπεια να θεωρούνται αρμόδια τα δικαστήρια μιας χώρας η οποία δεν αποτελεί κράτος μέλος της Ένωσης. Ωστόσο, τα δικαστήρια αυτά δεν δύνανται να υποβάλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο παρόν Δικαστήριο· εξάλλου, ο μηχανισμός που θεσπίζεται από τη Συμφωνία ΕΕ-Ελβετίας για τη σύνδεση στο Σένγκεν ( 41 ) προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή και ερμηνεία δεν ισοδυναμεί με τη διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

83.

Επιπλέον, ο κώδικας θεωρήσεων αποβλέπει στην παροχή συνοχής και ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των αιτούντων ( 42 ). Στην περίπτωση που αιτήσεις θεωρήσεων για την επίσκεψη στο ίδιο κράτος μέλος (για παράδειγμα, τις Κάτω Χώρες) ενδέχεται να απορριφθούν από προξενεία διαφόρων κρατών μελών ανά τον κόσμο βάσει των συμφωνιών εκπροσωπήσεως που έχουν συναφθεί δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων, η άποψη ότι τυχόν προσφυγές κατά των αποφάσεων αυτών θα πρέπει να ασκηθούν ενώπιον των δικαστικών αρχών των διάφορων εκπροσωπούντων κρατών μελών εγκυμονεί τον κίνδυνο της διαφορετικής αντιμετωπίσεως των προσφυγών που ασκήθηκαν από αιτούντες οι οποίοι επιθυμούν να επισκεφθούν το ίδιο κράτος μέλος.

84.

Προσθέτω επίσης ότι μπορούν να ανακύψουν πρακτικές δυσχέρειες στην περίπτωση που συγκεκριμένο κράτος μέλος διαθέτει ευρύ δίκτυο προξενείων. Ενίοτε, ενδέχεται να αποτελεί το μοναδικό κράτος μέλος με προξενείο σε συγκεκριμένη χώρα. Για παράδειγμα, η Γαλλία αποτελεί το μοναδικό κράτος μέλος με προξενική παρουσία στο Τζιμπουτί, εκπροσωπώντας εκεί 17 άλλα κράτη μέλη για τους σκοπούς των αιτήσεων θεωρήσεων ( 43 ). Εάν (σε αντίθεση με την ανάλυσή μου) γινόταν δεκτό ότι η Γαλλία είναι το αρμόδιο κράτος μέλος και λαμβάνει τις τελικές αποφάσεις για την απόρριψη των αιτήσεων θεωρήσεων, τότε τα γαλλικά δικαστήρια θα ήταν υπεύθυνα να αποφανθούν επί των προσφυγών κατ’ απορριπτικών αποφάσεων οι οποίες αφορούν τους αιτούντες θεώρηση που επιθυμούν να επισκεφθούν 17 διαφορετικές χώρες.

85.

Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι όταν υπάρχει συμφωνία εκπροσωπήσεως, η οποία επιτρέπει στο εκπροσωπούν κράτος μέλος να αρνηθεί τη θεώρηση σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων, το εκπροσωπούμενο κράτος μέλος είναι το κράτος μέλος που λαμβάνει την τελική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων. Κατά συνέπεια, οι δικαστικές αρχές του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους είναι αρμόδιες να αποφαίνονται επί προσφυγών κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως.

Τέταρτο προδικαστικό ερώτημα

86.

Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η ερμηνεία των άρθρων 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, και 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων υπό την έννοια ότι το εκπροσωπούν κράτος μέλος είναι αρμόδιο να εξετάσει τις προσφυγές κατά των απορριπτικών αποφάσεων είναι συνεπής προς την αποτελεσματική δικαστική προστασία όπως αυτή καθιερώνεται με το άρθρο 47 του Χάρτη.

87.

Το ερώτημα αυτό έχει σημασία μόνον εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόδιο να εξετάζει προσφυγές κατά απορριπτικών αποφάσεων βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κώδικα θεωρήσεων είναι το εκπροσωπούν κράτος μέλος. Έχω επισημάνει ότι, κατ’ εμέ, η ερμηνεία των διατάξεων αυτών υπό την έννοια ότι το εκπροσωπούμενο κράτος μέλος είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών κατά αποφάσεων περί αρνήσεως χορηγήσεως θεωρήσεως είναι η λύση η οποία σέβεται το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη. Συνεπώς, κατά την άποψή μου, δεν χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.

Πρόταση

88.

Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Rechtbank Den Haag, zittingsplaats Utrecht (περιφερειακό δικαστήριο Χάγης, με τόπο συνεδριάσεως την Ουτρέχτη, Κάτω Χώρες), ως ακολούθως:

Το άρθρο 32, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη θέσπιση κοινοτικού κώδικα θεωρήσεων (κώδικα θεωρήσεων), δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να παρέχουν στο πρόσωπο αναφοράς του αιτούντος θεώρηση το δικαίωμα να ασκεί ιδίω ονόματι προσφυγή κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση θεωρήσεως. Το δικαίωμα αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να θίγει το δικαίωμα προσφυγής του αιτούντος.

Στην περίπτωση που υπάρχει ισχύουσα συμφωνία εκπροσωπήσεως, η οποία επιτρέπει στο εκπροσωπούν κράτος μέλος να αρνηθεί τη θεώρηση σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 810/2009, το κράτος μέλος που λαμβάνει την τελική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κώδικα θεωρήσεων είναι το εκπροσωπούμενο κράτος μέλος. Επομένως, οι δικαστικές αρχές του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους είναι αρμόδιες να αποφανθούν επί τυχόν προσφυγών κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009 (ΕΕ 2009, L 243, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταίως με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2016, L 77, σ. 1).

( 3 ) ΕΕ 2010, C 83, σ. 389 (στο εξής: Χάρτης). Το δικαίωμα αυτό θεμελιώνεται στο άρθρο 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ). Βλ. επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17, στο εξής: επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη).

( 4 ) Αιτιολογική σκέψη 2.

( 5 ) Αιτιολογική σκέψη 3, στην οποία παρατίθεται το σημείο 1.7.3 του προγράμματος της Χάγης: ενίσχυση της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2005, C 53, σ. 1, στο εξής: πρόγραμμα της Χάγης).

( 6 ) ΕΕ 2008, L 53, σ. 52 (στο εξής: Συμφωνία ΕΕ-Ελβετίας για τη σύνδεση στο Σένγκεν). Το εγχειρίδιο για την εξέταση των αιτήσεων θεωρήσεως και την τροποποίηση των χορηγηθεισών θεωρήσεων [κωδικοποιημένη έκδοση της 9ης Ιουλίου 2014, η οποία τροποποιεί την απόφαση της Επιτροπής C(2010) 1620 τελικό, της 19ης Μαρτίου 2010, στο εξής: εγχειρίδιο για τις θεωρήσεις], σ. 10, ορίζει ότι, για τους σκοπούς του κώδικα θεωρήσεων και του εγχειριδίου για τις θεωρήσεις, ο όρος «κράτη μέλη» αναφέρεται σε εκείνα τα κράτη μέλη της ΕΕ που εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν μαζί με τα συνδεδεμένα κράτη· και ο όρος «επικράτεια των κρατών μελών» αναφέρεται στην επικράτεια των εν λόγω κρατών μελών.

( 7 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ 2001, L 81, σ. 1). Η Σρι Λάνκα απαριθμείται στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού ως τρίτη χώρα οι υπήκοοι της οποίας υπόκεινται στην υποχρέωση θεωρήσεως.

( 8 ) Βλ. όγδοη αιτιολογική σκέψη της συμφωνίας.

( 9 ) Η μεικτή επιτροπή θεσπίζεται με το άρθρο 3 της Συμφωνίας ΕΕ-Ελβετίας για τη σύνδεση στο Σένγκεν και αρμοδιότητά της είναι να ασχολείται με όλα τα θέματα που καλύπτει το άρθρο 2 της εν λόγω συμφωνίας και να μεριμνά ώστε να «λαμβάνεται δεόντως υπόψη κάθε ανησυχία που εκφράζει η Ελβετία» (άρθρο 4, παράγραφος 1).

( 10 ) Συμφωνία του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 13). Βλ., επίσης, σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των Κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19).

( 11 ) Αιτιολογική σκέψη 3 και άρθρο 1, παράγραφος 1, του κώδικα θεωρήσεων. Ο ορισμός του κεκτημένου Σένγκεν παρατίθεται στην απόφαση 1999/435/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1999, για τον ορισμό του κεκτημένου του Σένγκεν, προκειμένου να προσδιοριστεί, δυνάμει των οικείων διατάξεων της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η νομική βάση για κάθε μία από τις διατάξεις ή αποφάσεις που συνιστούν το κεκτημένο του Σένγκεν (ΕΕ 1999, L 176, σ. 1).

( 12 ) Απόφαση της 10ης Απριλίου 2012, Vo (C-83/12 PPU, EU:C:2012:202, σκέψη 34).

( 13 ) Στατιστικά στοιχεία θεωρήσεων Σένγκεν για προξενεία – 2017. Τα στοιχεία αυτά είναι διαθέσιμα στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.schengenvisainfo.com/.

( 14 ) Βλ. άρθρο 56 του κώδικα θεωρήσεων και τον πίνακα αντιστοιχίας, στον οποίο συγκρίνεται ο κώδικας θεωρήσεων με τα προηγούμενα μέτρα.

( 15 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 18 του κώδικα θεωρήσεων και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση El Hassani (C-403/16, EU:C:2017:659, σημείο 46). Συναφώς, ο κώδικας θεωρήσεων αντικατοπτρίζει τις προτεραιότητες που τίθενται στο σχέδιο προτάσεως της Επιτροπής για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση Κοινοτικού Κώδικα Θεωρήσεων, COM(2006) 403, τελικό (στο εξής: πρόταση της Επιτροπής για τη θέσπιση κώδικα θεωρήσεων), σ. 4: «Με την ενσωμάτωση όλων των νομικών πράξεων που διέπουν τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες για τη χορήγηση θεωρήσεων σε ενιαίο [Κώδικα Θεωρήσεων], την αύξηση της διαφάνειας και τη διευκρίνιση των υφιστάμενων κανόνων, την εισαγωγή μέτρων που στοχεύουν στην αύξηση της εναρμόνισης των διαδικασιών, στην ενίσχυση της ασφάλειας του δικαίου και των διαδικαστικών εχεγγύων, εξασφαλίζεται μια πλήρης κοινή πολιτική η οποία αντιμετωπίζει ισότιμα τους αιτούντες θεώρηση».

( 16 ) Βλ. γνώμη μου στην υπόθεση Vo (C-83/12 PPU, EU:C:2012:170, σημείο 36).

( 17 ) Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2010, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (C-482/08, EU:C:2010:631, σκέψη 48).

( 18 ) Πρβλ. γνώμη μου στην υπόθεση Vo (C-83/12 PPU, EU:C:2012:170, σημείο 42).

( 19 ) Πρβλ. αιτιολογικές σκέψεις 18 και 22 του κώδικα θεωρήσεων και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Koushkaki (C-84/12, EU:C:2013:232, σημείο 42).

( 20 ) Βλ. σημείο 1.7.3 του προγράμματος της Χάγης, αιτιολογική σκέψη 3 του κώδικα θεωρήσεων και πρόταση της Επιτροπής για τη θέσπιση κώδικα θεωρήσεων, σ. 2.

( 21 ) Βλ. τις γενικές κατευθύνσεις που τίθενται από το πρόγραμμα της Χάγης.

( 22 ) Γνωμοδότηση 2/13 (προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ) της 18ης Δεκεμβρίου 2014 (EU:C:2014:2454, σκέψη 191).

( 23 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Koushkaki (C-84/12, EU:C:2013:232, σημείο 57).

( 24 ) Η Επιτροπή υπογράμμισε προσφάτως ότι οι συμφωνίες εκπροσωπήσεως συνάδουν με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην οποία βασίζεται το κεκτημένο του Σένγκεν. Βλ. αιτιολογική έκθεση που προσαρτάται στην πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 810/2009 για τη θέσπιση [κώδικα θεωρήσεων], COM(2018) 252 τελικό (στο εξής: πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση του κώδικα θεωρήσεων), σ. 7.

( 25 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2012, Inter-Environnement Wallonie και Terre wallonne (C-41/11, EU:C:2012:103, σκέψη 36).

( 26 ) Η απόδοση της εν λόγω διατάξεως στη γαλλική γλώσσα είναι επίσης σαφής («les demandeurs qui ont fait l’objet d’une décision de refus de visa peuvent former un recours contre cette decision»), όπως και στην ολλανδική γλώσσα, ήτοι τη γλώσσα διαδικασίας της υπό κρίση υποθέσεως («Aanvragers aan wie een visum is geweigerd, kunnen in beroep gaan»). Το εγχειρίδιο για τις θεωρήσεις, το οποίο δεν παράγει νομικώς δεσμευτικά αποτελέσματα, χρησιμοποιεί την ίδια διατύπωση στη σ. 79: «οι αιτούντες των οποίων η θεώρηση απορρίφθηκε έχουν δικαίωμα προσφυγής».

( 27 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, El Hassani (C-403/16, EU:C:2017:960, σκέψη 24).

( 28 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, El Hassani (C-403/16, EU:C:2017:960, σκέψεις 25 και 26).

( 29 ) Άρθρο 14, παράγραφος 4, του κώδικα θεωρήσεων.

( 30 ) Η κοινοποίηση στον αιτούντα προβλέπεται από το άρθρο 32, παράγραφος 2, του κώδικα θεωρήσεων (όσον αφορά τις απορριπτικές αποφάσεις) και το άρθρο 34, παράγραφος 6 (όσον αφορά τις αποφάσεις περί ανακλήσεως ή καταργήσεως της θεωρήσεως).

( 31 ) Πρβλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, El Hassani (C-403/16, EU:C:2017:960, σκέψη 31).

( 32 ) Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Ahmed (C-369/17, EU:C:2018:713, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 33 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 4 του κώδικα θεωρήσεων.

( 34 ) Σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις που εξέτασα, φαίνεται να υπάρχει συνοχή ως προς τη χρήση των λέξεων στο άρθρο 8, παράγραφος 1, η οποία υποδηλώνει ότι το εκπροσωπούν κράτος ενεργεί «εξ ονόματος» του εκπροσωπούμενου κράτους. Ειδικότερα, «Een lidstaat kan ermee instemmen een andere lidstaat die op grond van artikel 5 bevoegd is, te vertegenwoordigen voor het onderzoeken van aanvragen voor en de afgifte van visa namens die lidstaat» (ολλανδικά)· «Un État membre peut accepter de représenter un autre État membre compétent au sens de l’article 5 en vue d’examiner les demandes et de délivrer les visas pour le compte de cet autre État membre» (γαλλικά)· «Ein Mitgliedstaat kann sich bereit erklären, einen anderen nach Artikel 5 zuständigen Mitgliedstaat bei der im Namen dieses Mitgliedstaats erfolgenden Prüfung von Anträgen und der Erteilung von Visa zu vertreten» (γερμανικά)· «Uno Stato membro può accettare di rappresentare un altro Stato membro che sia competente ai sensi dell’articolo 5 ai fini dell’esame delle domande e del rilascio dei visti per conto di tale Stato» (ιταλικά)· «Um Estado-Membro pode aceitar representar outro Estado-Membro com competência nos termos do artigo 5.o para efeitos de análise de pedidos e de emissão de vistos em nome desse Estado-Membro» (πορτογαλικά)· «Un Estado miembro podrá aceptar representar a otro Estado miembro que sea competente con arreglo al artículo 5 a efectos de examinar las solicitudes y expedir los visados en nombre de ese Estado miembro» (ισπανικά).

( 35 ) Η πρόταση της Επιτροπής περί τροποποιήσεως του κώδικα θεωρήσεων προτείνει την απαλοιφή του νυν άρθρου 8, παράγραφος 2, του κώδικα θεωρήσεων «προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το εκπροσωπούν κράτος μέλος αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων θεώρησης εκ μέρους του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους, κάτι που θα εκσυγχρονίσει τη διεκπεραίωση των αιτήσεων θεώρησης υπό εκπροσώπηση, τηρώντας την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην οποία βασίζεται το κεκτημένο του Σένγκεν» (σ. 7). Η πρόταση αυτή δεν αποτελεί ακόμη lex lata και, στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τον κώδικα θεωρήσεων όπως αυτός ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι η πρόταση εξακολουθεί να αναφέρει ότι οι ενέργειες του εκπροσωπούντος κράτους μέλους (το οποίο «αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων θεώρησης») πραγματοποιούνται «εκ μέρους του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους» (η υπογράμμιση δική μου).

( 36 ) Και πάλι, φαίνεται να υπάρχει συνοχή ως προς το γράμμα του παραρτήματος VI σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις που εξέτασα. Ειδικότερα, «[namens (naam van de vertegenwoordigde lidstaat)]» (ολλανδικά)· «[au nom de (nom de l’État membre représenté)]» (γαλλικά)· «[im Namen vom (Namen des vertretenen Mitgliedstaats)]» (γερμανικά)· «[a nome di (nome dello Stato membro rappresentato)]» (ιταλικά), «[em nome de (nome do Estado-Membro representado)]» (πορτογαλικά), «[en nombre de (nombre del Estado miembro representado)]» (ισπανικά).

( 37 ) Αιτιολογική σκέψη 4 του κώδικα θεωρήσεων και άρθρο 8, παράγραφος 6.

( 38 ) Πρβλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, El Hassani (C-403/16, EU:C:2017:960, σκέψη 32).

( 39 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, N.S. κ.λπ. (C-411/10 και C-493/10, EU:C:2011:865, σκέψη 80).

( 40 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, DEB (C-279/09, EU:C:2010:811, σκέψη 29).

( 41 ) Βλ. σημεία 18 έως 20 των παρουσών προτάσεων.

( 42 ) Βλ. σημεία 36 και 37 των παρουσών προτάσεων.

( 43 ) Βλ. την επισκόπηση των διπλωματικών αποστολών και των προξενικών αρχών των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την εξέταση των αιτήσεων θεωρήσεων και των συμφωνιών εκπροσωπήσεως σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κώδικα θεωρήσεων, έγγραφο της 15ης Ιανουαρίου 2018, διαθέσιμο στον ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Top